Στυλιανού ν. Στυλιανού, Αρ. Αγωγής: 594/20, 2/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A445 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 594/20 Μεταξύ: XXXXX Στυλιανού Ενάγουσας -Αιτήτριας και XXXXX Στυλιανού Εναγόμενης - Καθ' ης η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 06/03/2020 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 02 Οκτωβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια-Ενάγουσα: κ. Σ. Παναγίδης Για Εναγόμενη -Καθ' ης η Αίτηση: κ. Δ. Παπαδόπουλος με κα Παπαφώτη Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα-Αιτήτρια με την Αίτησή της αιτήθηκε από το Δικαστήριο μονομερώς την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να απαγορεύει ή και εμποδίζει την Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση από το να επισκέπτεται ή/και να εισέρχεται στην οικία της στην οδό XXXXX 6, Τ.Τ. XXXXX, στο XXXXX καθ΄ οιονδήποτε χρόνο της μέρας. Το συγκεκριμένο διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς αλλά αντιμετωπίστηκε με την καταχώριση ένστασης μετά την επίδοσή του. Η Αίτηση βασίστηκε στα άρθρα 26 και 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, στη Δ.48, θ.θ. 1-3, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 31, 32, 41 - 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου και στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τα γεγονότα, πάνω στα οποία βασίστηκε η συγκεκριμένη Αίτηση, αυτά καταγράφησαν στην Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας, η οποία είναι γνώστης των γεγονότων. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι η ίδια είναι 75 ετών και είναι συνταξιούχος καθηγήτρια XXXXX και ο σύζυγός της, με τον οποίο είναι νυμφευμένοι εδώ και 50 χρόνια, είναι συνταξιούχος Ανώτερος Λειτουργός στο XXXXX. Διαμένουν μαζί στην συζυγική οικία στην οδό XXXXX, στο XXXXX και έχουν αποκτήσει δυο παιδιά, την Καθ΄ ης η αίτηση και ένα υιό ο οποίος ζει μόνιμα στο εξωτερικό. Στα παιδιά τους έχουν μεταβιβάσει περιουσία αξίας εκατομμυρίων αλλά η ίδια έχει διατηρήσει δικαίωμα οίκησης εφ όρου ζωής στη συζυγική κατοικία στη XXXXX. Συντηρούνται οικονομικά από τις συντάξεις τους και ένα ενοίκιο. Η θυγατέρα της είχε αιτηθεί στο Δικαστήριο, με την Αιτ. 67/19, στις 11.09.2019, όπως κηρυχθεί ο πατέρας της ανίκανο πρόσωπο να διαχειρίζεται την περιουσία του και όπως διορισθεί η ίδια διαχειρίστρια της περιουσίας του. Στην αίτηση καταχωρίστηκε ένσταση και είναι ορισμένη για ακρόαση. Ακολούθως η Καθ΄ ης η Αίτηση αιτήθηκε, στις 25.02.2020, και πέτυχε την υποχρεωτική ψυχιατρική εξέταση της ίδιας. Η ψυχιατρική εξέταση κατέδειξε ότι δεν συνέτρεχαν λόγοι για αναγκαστική νοσηλεία της. Την ίδια μέρα η Καθ΄ ης η Αίτηση τους είχε επισκεφθεί στο σπίτι τους και ενώ βρισκόταν σε κατάσταση εκνευρισμού φώναζε ενώ στην ίδια επιτέθηκε βίαια και απρόκλητα κτυπώντας την στο κεφάλι, στα χέρια, στα πόδια και στο πρόσωπο προκαλώντας της πληγές και σωματικές βλάβες. Παράλληλα την έσπρωξε πάνω στο τζάμι της κουζίνας το οποίο σπάζοντας της προκάλεσε περαιτέρω σωματικές βλάβες, πόνο αλλά και προσβολή και μείωση της προσωπικότητάς της. Η ίδια κατάγγειλε το συμβάν, την επόμενη μέρα, στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβητού ενώ επισκέφθηκε τις Πρώτες Βοήθειες του Νοσοκομείου εξασφαλίζοντας ιατρικά πιστοποιητικά. Στις 27.02.2020 επισκέφθηκε εκ νέου την Αστυνομία για να καταγγείλει την Καθ΄ ης η Αίτηση για ψευδή καταγγελία συνοδευόμενη από ψευδή ένορκη δήλωση στην Αιτ. Αρ. 86/
- Λόγω των πράξεων της κόρης της, ήτοι της συμπεριφοράς, των απειλών και της επιθετικότητάς της, που θέτουν σε κίνδυνο τη σωματική της ακαιρεότητα και διαταράσσουν τη ψυχική της υγεία και ηρεμία ενώ της αποστερούν την ειρηνική απόλαυση της περιουσίας της, η ίδια ζει με το φόβο και την απειλή της εισβολής της θυγατέρας της στο σπίτι της και για αυτό ζητά την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. Στις 06.05.2020 καταχωρίστηκε Ένσταση από την Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση η οποία στηρίχθηκε στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60άρθρα 29, 31 και 32, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, στη Δ.48 θ.1-9 και 13 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα Άρθρα 13 και 15 του Συντάγματος, στα Άρθρα 6, 8 και 18 της Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στις αρχές της επιείκιας και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Κατεγράφησαν πέντε
(5)λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν σε συντομία ως ακολούθως: Ο πρώτος, αφορά το ότι η Αιτήτρια δεν προέβηκε σε πλήρη ή και αληθή αποκάλυψη παραπλανώντας με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο αφού δεν αποκάλυψε ότι η ίδια είχε επιτεθεί στην Καθ' ης η Αίτηση οπόταν δεν προσέφυγε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και εμποδίζεται από το να αιτείται τις συγκεκριμένες θεραπείες. Απέκρυψε επίσης ότι συνέτρεχαν σοβαροί λόγοι για τους οποίους η ίδια έπρεπε να εξεταστεί από ιατρό ενώ παράλληλα απέκρυψε από το Δικαστήριο τη σοβαρή κατάσταση της υγείας του συζύγου της, ο οποίος χρήζει θεραπείας και η ίδια αρνείται να τον βοηθήσει. Ο δεύτερος λόγος αφορά το γεγονός ότι δεν συνέτρεχε το κατεπείγον της έκδοσης του διατάγματος μονομερώς ή ότι δεν υπήρχαν άλλες εξαιρετικές περιστάσεις που να ικανοποιούν το δικαιοδοτικό όρο του άρθρου 9, του Κεφ.6 λόγω της παραπλάνησης του Δικαστηρίου από την Αιτήτρια. Ο τρίτος λόγος αφορά το ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 γιατί δεν υπάρχει κανένα σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και/ή η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσής της ενώ η οποιαδήποτε ζημιά της μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και/ή η δικαιοσύνη μπορεί να απονεμηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Ενώ το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Καθ΄ης η Αίτηση και δεν είναι δίκαιη και/ή εύλογη η συνέχιση της ισχύος του διατάγματος. Επίσης ως λόγος ένστασης καταγράφεται το επαχθές του εκκαλούμενου διατάγματος γιατί έχει δραστικότατες επιπτώσεις στη Καθ΄ ης η Αίτηση αφού της καταργεί το δικαίωμά της να επισκέπτεται τον πατέρα της. Τέλος, προβάλλεται η κακοπιστία στην έκδοσή του αφού η Αίτηση καταχωρίστηκε για αλλότριο σκοπό και συγκεκριμένα για να αναγκαστεί η Καθ΄ ης η Αίτηση να αποσύρει την Αιτ. 67/19 με την οποία αιτείται από το Δικαστήριο όπως κηρύξει τον πατέρα της ανίκανο πρόσωπο να διαχειριστεί τις υποθέσεις του. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκο δήλωση της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση, XXXXX Στυλιανού η οποία είναι XXXXX, είναι νυμφευμένη με δυο παιδιά και εργάζεται στη XXXXX της Κύπρου. Είναι η θέση της ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια, μητέρα της, δεν προσέφυγε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια γιατί απέκρυψε την αλήθεια με απώτερο στόχο να αποκλείσει την επικοινωνία της με τον πατέρα της έτσι ώστε να μην γνωρίζει τη κατάσταση της υγείας του. Ισχυρίζεται ότι στα 50 χρόνια γάμου οι γονείς της ουδέποτε ζούσαν αρμονικά αλλά είχαν μια προβληματική σχέση με άγριους καυγάδες και ένταση, λόγω του ότι η μητέρα της υποτιμούσε τον πατέρα της ως προσωπικότητα και διαχειριζόταν τα οικονομικά της οικογένειας συνάπτοντας δάνεια και αφήνοντας τον πατέρα της χωρίς λεφτά. Η συγκεκριμένη ένταση στη σχέση αντανακλούσε στην ίδια και τον αδελφό της, οι οποίοι ζούσαν με φόβο. Η Ενάγουσα -Αιτήτρια εργαζόταν πολλές ώρες, στο δημόσιο το πρωί και το απόγευμα σε ιδιωτική οικογενειακή επιχείρηση, με αποτέλεσμα να παραμελεί τόσο την ίδια όσο και τον αδελφό της συστηματικά αφού τους άφηνε μόνους στο σπίτι για πολλές ώρες ενώ ο πατέρας τους τους κτυπούσε πολύ άσχημα χωρίς λόγο και αιτία. Ενίοτε ο πατέρας της χτυπούσε και τη μητέρα της, η οποία κατέληξε να είναι χρήστης ηρεμιστικών χαπιών, τα οποία χορηγούσε και στους ίδιους για να μπορέσουν να κοιμηθούν λόγω της αναστάτωσης και της οικογενειακής βίας που βίωναν. Παράλληλα η μητέρα τους τους απαγόρευε να μιλήσουν σε οποιοδήποτε για την κατάσταση που επικρατούσε στο σπίτι τους. Παρά το τι βίωσε η ίδια τρέφει αισθήματα αγάπης, εκτίμησης και σεβασμού προς τους γονείς της για αυτό και ανησυχεί για το τρόπο διαβίωσής τους. Παρόλο που οι συντάξεις τους ανέρχονται στα €6,000 ζουν μίζερα και με πολλές στερήσεις για να εξοικονομούν λεφτά για να πληρώνουν τα δάνεια του αδελφού της, τα οποία ξεπερνούν τις €400.000 και του στέλνουν λεφτά για τη διαβίωσή του επιπρόσθετα από τα ενοίκια που εισπράττει. Είναι η θέση της ότι ο πατέρας της αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, αφού όποτε τον επισκεφτεί τον βρίσκει καθήμενο σε μια καρέκλα άβουλο, ταλαιπωρημένο, αφρόντιστο και απρόθυμο να κάνει οτιδήποτε. Επιπρόσθετα, εξαφανίζεται από το σπίτι και σε μια περίπτωση βρέθηκε στο λιμάνι Λεμεσού ενώ σε μια άλλη είχε κλειδώσει τη μητέρα της στο σπίτι και βγήκε με τις πιτζάμες έξω από το σπίτι, η ώρα 04:00 το πρωί. Η κατάσταση αυτή, του πατέρα, την είχε οδηγήσει στο να αιτηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο, με την Αιτ. 67/19, στις 11.02.2019, όπως αυτός κηρυχθεί ανίκανο πρόσωπο να διαχειρίζεται τη περιουσία του και όπως διοριστεί η ίδια διαχειρίστρια. Στόχος της είναι να του προσφέρει τη σωστή φροντίδα και νοσηλεία, επειδή η μητέρα της στο θέμα αυτό δεν συνεργάζεται. Η συγκεκριμένη αίτηση, είναι η θέση της, πυροδότησε το τι ακολούθησε. Όποτε επισκεπτόταν η ίδια το πατρικό της σπίτι η μητέρα της της επιτίθετο λεκτικά, φώναζε, την έσπρωχνε, την έδιωχνε από το σπίτι λέγοντάς της ασυναρτησίες. Στις 21.02.2020 που είχε επισκεφτεί το πατρικό της σπίτι η μητέρα της της επιτέθηκε φραστικά, για την αίτηση που είχε υποβάλει, όταν την ρώτησε για το δεξί μάτι του πατέρα της που είχε μόλυνση η οποία είχε αρχίσει από το Δεκέμβριο 2019, ότι θα θέσει τέρμα στη ζωή του πατέρα καθώς και τη δική της και την έδιωξε. Η συμπεριφορά της μητέρας της ενέτεινε την ανησυχία της για την υγεία της καθώς και για την υγεία του πατέρα της αφού αρνείται πεισματικά να τον μεταφέρει σε ειδικούς ιατρούς για να εξεταστεί και να νοσηλευτεί για την πνευματική του κατάσταση. Οι εμμονές και η συμπεριφορά της Ενάγουσας - Αιτήτριας και οι απειλές ότι θα σκότωνε το σύζυγό της και η ίδια θα αυτοκτονούσε, την οδήγησαν στη καταχώρηση της Αιτ. Αρ.86/20, με την οποία ζητούσε την ψυχιατρική εξέταση της μητέρας της. Την ημέρα εκείνη, στις 25.02.2020, που η μητέρα της είχε μεταφερθεί για ψυχιατρική εξέταση, της δόθηκε η ευκαιρία για να μεταφέρει τον πατέρα της σε νευρολόγο για εξέταση. Όταν επέστρεψε στο πατρικό της σπίτι με τον πατέρα της η μητέρα της την πληροφόρησε ότι η ψυχίατρος που την εξέτασε ήταν πρώην μαθήτριά της και λόγω της εκτίμησης που της είχε δεν την κράτησε. Η ίδια δεν σκοπούσε στη κράτηση της μητέρας της αλλά την εξέτασή της, την οποία η ίδια αρνείτο πεισματικά, από ειδικό ιατρό έτσι ώστε να της παρασχεθεί η αρμόζουσα φαρμακευτική αγωγή. Σε σχέση με το επισόδειο που επεσυνέβη τη 25.02.2020 είναι η δική της θέση ότι επιστρέφοντας με το πατέρα της είχε βρεί τη μητέρα της στο σπίτι και όταν της ανέφερε ότι ο νευρολόγος είχε συστήσει εξετάσεις MRI για τον πατέρα της και αναλύσεις για τη μόλυνση του ματιού η μητέρα της εξεμάνην και έχασε τον έλεγχό της. Γελούσε ειρωνικά και κουνούσε τα χέρια της περιπαιχτικά στο πρόσωπό της. Για να την αποφύγει η ίδια κινήθηκε προς τα πίσω και τότε άρχισε να τη σπρώχνει με δύναμη, σε σημείο που έχασε την ισοροπία της και έπεσε στο πάτωμα. Ζήτησε από τον πατέρα να της κρατά τα πόδια, πράγμα το οποίο έπραξε, χωρίς διαμαρτυρία, και η μητέρα της ξεκίνησε να την κλωτσά στα πόδια αναφέροντάς της ότι θα σταματούσε μόνο αν απέσυρε την αίτηση για κύρηξη ανικάνου προσώπου από το Δικαστήριο. Η μητέρα και ο πατέρας της, κρατώντας ο καθένας από ένα πόδι της, την έβγαλαν έξω από το σπίτι με την ίδια να απεγκλωβίζεται, κρατώντας στο παραστατό, στην έξοδο. Τότε, η μητέρα της άρχισε να της τραβά τα μαλλιά, βγάζοντάς της τούφες, ενώ ζήτησε από τον πατέρα της να της κρατά τα χέρια για να μην αντιδρά. Στην προσπάθειά της να αμυνθεί και να απεγκλωβιστεί την δάγκωσε στο χέρι. Όταν κατάφερε να απεγκλωβιστεί έτρεξε να τηλεφωνήσει στην Αστυνομία αλλά η μητέρα της τράβηξε το σύρμα του τηλεφώνου ενώ παράλληλα άρχισε να τη σπρώχνει και να την κλωτσά. Η μητέρα της έχασε την ισοροπία της και έπεσε στο τραπέζι της κουζίνας χτυπώντας το μάγουλό της στην άκρη του τραπεζιού, το οποίο μετακινήθηκε και χτύπησε πάνω στη γυάλινη πόρτα. Σηκώθηκε αμέσως και με μανία την έσπρωξε με δύναμη στο πάτωμα και ενώ βρισκόταν στο πάτωμα ο πατέρας της την ακινητοποίησε με προτροπή της μητέρας της ενώ η μητέρα της τη δάγκωσε με μανία στο αριστερό χέρι τραβώντας της παράλληλα και τα μαλιά. Μόνο όταν κουράστηκε σταμάτησε να την χτυπά. Όταν έφυγε από το πατρικό της σπίτι πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβυτού, όπου κατάγγειλε το περιστατικό και της ζητήθηκε να εξεταστεί στις Πρώτες Βοήθειες. Λόγω του ότι ήταν πολύ ταραγμένη καθώς επίσης και λόγω του ότι δεν ήθελε να προχωρήσει η υπόθεση προτίμησε να επιστρέψει στο σπίτι της αποδίδοντας το περιστατικό στο γεγονός ότι η μητέρα της δεν ήταν καλά. Την επόμενη μέρα, 26.02.2020, λόγω του ότι το δάγκωμα στο χέρι είχε παρουσιάσει φλεγμωνή επισκέφτηκε εκ νέου τον Αστυνομικό Σταθμό, όπου της εξήγησαν τι έπρεπε να πράξει και ακολούθως μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο για εξετάσεις, όπου της χορηγήθηκε και αντιτετανική ένεση. Καταλήγει, ότι ο μόνος λόγος που η ίδια προχώρησε τη καταγγελία ήταν η απόφαση της μητέρας της να προχωρήσει, η οποία μητέρα της δεν νοιώθει ούτε φόβο αλλά ούτε απειλή από την ίδια αλλά βρήκε τρόπο να την εμποδίσει να βλέπει τον πατέρα της έτσι ώστε να συνεχίσει να τον έχει παραμελημένο, αφρόντιστο και υποχείριό της λόγω και του προχωρημένου Alzheimer. Οι γονείς της δεν έχουν φίλους ενώ με τους συγγενείς τους έχουν παρεξηγηθεί οπόταν η ίδια είναι το μοναδικό άτομο που επισκέπτεται την Ενάγουσα - Αιτήτρια και τον σύζυγό της. Με τον αποκλεισμό της από το πατρικό σπίτι δυο άνθρωποι μεγάλοι σε ηλικία θα μείνουν μόνοι χωρίς να έχουν κάποιο να τους φροντίζει. Η ίδια θεωρεί ότι τόσο η μητέρα της καθώς και ο πατέρας της χρειάζονται ψυχιατρική φροντίδα, ιδιαίτερα η μητέρα της η οποία είναι απρόβλεπτη, εκδηλώνει συμπεριφορές παράνοιας, έχει εμμονές και είναι επιθετική. Οι πράξεις της είναι ενδεικτικές της πνευματικής της κατάστασης. Καταλήγει ότι η Ενάγουσα- Αιτήτρια παραπλάνησε το Δικαστήριο μη θέτοντας τα πραγματικά γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου αφού δεν ανέφερε ότι οι εκδορές της ήταν το αποτέλεσμα της δικής της επιθετικότητας και της δικής της εύλογης προσπάθειας να αμυνθεί. Γι' αυτό και ζητά την ακύρωση του διατάγματος. Νοιώθοντας την ανάγκη να πει την δική της εκδοχή εκ νέου η Ενάγουσα - Αιτήτρια με άδεια του Δικαστηρίου καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στη οποία ουσιαστικά αρνείται τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης - Καθ΄ ης η Αίτηση και ισχυρίζεται ότι η Καθ΄ης η Αίτηση υποκινήθκε από αλλότρια κίνητρα στη υποβολή της αίτησης για κύρηξη του πατέρας της ως ανίκανο πρόσωπο για να εξαναγκάσει την ίδια να της μεταβιβάσει ολόκληρο το μοναδικό ακίνητο που άφησε επ ονόματί της. Τα όσα καταγράφει στην ένορκη δήλωσή της η Καθ΄ ης η Αίτηση, η Αιτήτρια τα θεωρεί προσβολή για την οικογενειακή της ζωή και κακοήθειες για το πρόσωπό της. Αρνείται κάθε ένα ξεχωριστά από τους ισχυρισμούς της Καθ΄ ης η Αίτηση, στην ένορκη δήλωσή της και υποστηρίζει ότι είναι όλοι ψευδείς. Απαντώντας στους συμπληρωματικούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας με δική της συμπληρωματική ένορκη δήλωση, μετά από άδεια του Δικαστηρίου, η Καθ΄ ης η Αίτηση επεξηγεί ότι δεν εποφθαλμιεί στην εγγραφή του ακίνητου επ' ονόματί της γιατί το συγκεκριμένο ακίνητο δεν μπορεί να μεταβιβαστεί λόγω του ότι είναι υποθηκευμένο ως εγγύηση σε εμπορική Τράπεζα για δάνειο του αδελφού της. Όσον αφορά τον ισχυρισμό για οικειοποίηση της σύνταξης του πατέρα της, μέσω της αίτησης ανικάνου προσώπου, εξήγησε ότι έχει ενημερωθεί από τους δικηγόρους της ότι ο διαχειριστής οφείλει να δίδει εξηγήσεις στο Δικαστήριο σε σχέση με τον τρόπο που διαχειρίζεται την περιουσία του ανικάνου προσώπου, οπόταν ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν ευσταθεί. Σε σχέση με το πληρεξούσιο είναι η δική της θέση ότι είναι πλαστό και χρησημοποιήθηκε από την Αιτήτρια, εν αγνοία της, για να υποθηκεύσει κτήμα το οποίο της ανήκει εξ ημησίας με τον αδελφό της, για τη λήψη δανείου ύψους €140.000 για αυτό και απέστειλε επιστολή ανάκλησής του. Κανένας από τους ομνύοντες δεν αντεξετάστηκε και η ακρόαση της αίτησης προχώρησε με κατάθεση εμπεριστατωμένων και βοηθητικών για το Δικαστήριο αγορεύσεων από μεν το κ. Παναγίδη γραπτώς από δε τον κ. Παπαδόπουλο δια ζώσης. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο και των δυο αυτών αγορεύσεων. Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς. Το άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Με την υπό κρίση Αίτηση ουσιαστικά ζητήθηκε η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. H έκδοση παρεμπίπτον απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας. Στην υπόθεση Γιαβρή κ.ά. ν. Πάσιου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 125, στη σελίδα 134 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η διακριτική ευχέρεια η οποία παρέχεται για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος, ασκείται δικαστικά με κύριο έρεισμα το σκοπό για τον οποίο επιζητείται η θεραπεία. Εφόσον αντικείμενο του διατάγματος είναι η προστασία έναντι συνεχιζόμενης παραβίασης των δικαιωμάτων του ενάγοντος, η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί το φυσικό επακόλουθο. Μπορεί το δικαστήριο να αρνηθεί την έκδοση διατάγματος, εφόσον άλλης μορφής προστασία γνωστή στο δίκαιο, ως οι αποζημιώσεις, μπορεί να αποκαταστήσει τον ενάγοντα.» Όταν ένας αιτητής επιζητεί από το Δικαστήριο και εξασφαλίζει θεραπεία μονομερώς θα πρέπει να αποκαλύπτει στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία δύναται να προσμετρήσουν στην κρίση του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλύψει δεν περιορίζονται μόνο σε αυτά που γνωρίζει αλλά και σε αυτά που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων είναι λόγος για το Δικαστήριο να αρνηθεί την συνέχιση της ισχύς του προσωρινού διατάγματος (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Χριστιάνα Στυλιανού v. Aνδρέα Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583, Ανδρέας Εργατίδης v. 1. G. Giorgalettos Enterprises Ltd κ.α
(2000)1(B) A.A.Δ. 995, Κατερίνα Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd,
(2009)1(A) A.A.Δ. 734 και Ιωάννης Κυριάκου Όξυνου v. Μαρίας Ρολη Λου κ.α.,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1066. Σχετική με το θέμα είναι και η υπόθεση The Timberland of U.S.A. ν. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179 όπου στην σελ. 1186 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον κ. Πική Π. όπως ήταν τότε: «....Στην απόφαση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας στην Ολομέλεια στην Demstar Limited ν Zim Israel Navigation Co. Limited κ.α. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90, 30/5/96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ' αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην Demstar Limited ν. Zim Israel Navigation Co. Limited κ.α.». Αυτό που προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Δηλαδή, δεν είναι μόνο στη περίπτωση που ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα που τυγχάνει εφαρμογής αυτή η αρχή, αλλά επεκτείνεται και στις περιπτώσεις εκείνες που τα γεγονότα εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλειπή και/ή παραπλανητικά, ανεξάρτητα αν τούτο γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Κρίνω ορθό να εξετάσω τον πρώτο λόγο ένστασης με τον οποίο η Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ότι δεν αποκάλυψε ουσιώδη γεγονότα και/ή παραπλάνησε το Δικαστήριο κατά την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Και τούτο γιατί σε περίπτωση που ο λόγος ένστασης αυτός ευσταθεί ενδεχομένως θα κρίνει και το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης και/ή το Δικαστήριο δεν θα μπορεί και δεν θα πρέπει να εξετάσει οποιαδήποτε άλλα ζητήματα ή την αίτηση επί της ουσίας της. Το ζητούμενο είναι αν αυτό που προβλήθηκε στο Δικαστήριο ως ουσιαστικό νομικό βάθρο και ως προεξάρχον ζήτημα κατά την έκδοση του μονομερούς διατάγματος, ήτοι ότι η Εναγόμενη - Καθ΄ ης Αίτηση απρόκλητα είχε χειροδικήσει εναντίον της μητέρας της στις 25.02.2020 προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη και ότι χωρίς λόγο προσπαθεί να διορισθεί διαχειρίστρια της περιουσίας του πατέρα της κηρύσσοντάς τον ανίκανο πρόσωπο, ανταποκρίνεται στη πραγματικότητα. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και αφορούν το τι διαμείφθηκε στις 25.02.2020 και έχουν συνοπτικά καταγραφεί. Δηλαδή ότι και η ίδια η Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση υπέστη επίθεση στις 25.02.2020 και είχε τραυματιστεί στο συγκεκριμένο συμβάν. Δηλαδή δεν ήταν μια ψυχρή επίθεση από μέρους της Εναγόμενης - Καθ΄ης η Αίτηση όπως το είχε παρουσιάσει η Ενάγουσα - Αιτήτρια στη δική της ένορκη δήλωση αλλά ήταν το αποτέλεσμα της προσπάθειας της Καθ΄ ης η Αίτηση να αμυνθεί στην επίθεση της μητέρας της λόγω του ότι είχε προσπαθήσει να διασφαλίσει όπως λάβει ο πατέρας της ιατρική περίθαλψη. Η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν είχε αναφέρει ότι τη συγκεκριμένη μέρα η Εναγόμενη - Καθ΄ης η Αίτηση είχε επισκεφθεί την κατοικία που διέμεναν οι γονείς της για να μεταφέρει τον πατέρα της σε ιατρό και ότι αυτός ήταν ο μόνος λόγος της επίσκεψής της στο πατρικό σπίτι. Αντίθετα, αφέθηκε η εντύπωση ότι η επίσκεψη στόχο είχε την επίθεση και τη λήψη οικονομικού οφέλους. Επίσης, η Ενάγουσα - Αιτήτρια απέκρυψε το γεγονός ότι ο σύζυγός της φεύγει από το σπίτι και αναγκάζεται, μαζί με την Εναγόμενη - Καθ΄ης η Αίτηση, να τον αναζητήσουν. Δεν αποκάλυψε ότι ουδέν οικονομικό συμφέρον θα έχει η Καθ' ης αίτηση από την περιουσία του πατέρα της καθώς επίσης και το γεγονός ότι ενώ είχαν «συμφωνήσει» εκατέρωθεν να μην προβούν σε οποιαδήποτε καταγγελία τελικά η ίδια η Αιτήτρια ήταν η πρώτη καταγγέλλουσα του επεισοδίου που έλαβε χώρα στις 25.02.2020. Εκείνο που θα πρέπει να κριθεί στην παρούσα περίπτωση είναι κατά πόσο τα γεγονότα αυτά είναι ουσιώδη και έπρεπε να είχαν αποκαλυφθεί με την αρχική ένορκη δήλωση που συνόδευε την μονομερή αίτηση της Ενάγουσας - Αιτήτριας, στη βάση της οποίας εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα. Τα εν λόγω γεγονότα που επικαλείται η Εναγόμενη - Καθ΄ης η Αίτηση ότι έχουν αποκρυβεί από το Δικαστήριο σχετίζονται με τη σχέση που είχαν μεταξύ τους τα δυο μέρη και το ιστορικό της σχέσης μητέρας και κόρης και αφορούν γενικότερα ενδοοικογενειακές καταστάσεις. Το ερώτημα το οποίο προκύπτει από όλα τα πιο πάνω είναι κατά πόσο τα εν λόγω γεγονότα έπρεπε να είχαν αποκαλυφθεί στο Δικαστήριο από την Ενάγουσα - Αιτήτρια και ουσιαστικά κατά πόσο όλα αυτά αποτελούσαν ουσιώδη γεγονότα τα οποία απεκρύβησαν. Οι νομικές αρχές που διέπουν το εν λόγω ζήτημα έχουν αναφερθεί από το Δικαστήριο ανωτέρω στην παράθεση της νομικής πτυχής που διέπει την παρούσα αίτηση. Στο σημείο αυτό να αναφερθεί εκ νέου ότι δεν είναι κάθε στοιχείο που δεν αποκαλύφθηκε το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση του διατάγματος για το λόγο αυτό. Αυτό πρέπει να είναι ουσιώδη και να σχετίζεται με το βάσιμο της απαίτησης του αιτητή και την πιθανότητα επιτυχίας του αλλά και με άλλα ζητήματα τα οποία ενδεχομένως να επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Γενικά ο αιτητής οφείλει να προβεί σε μια ειλικρινή και ακριβοδίκαιη παρουσίαση όλων των γεγονότων που σχετίζονται με την υπόθεση του. Παραπέμπω στην ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ: - 1. COMMERZBANK AUSLANDSBANKEN HOLDING A.G., ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ, 2. COMMERZBANK AKTIENGESELLSCHAFT, ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ v. ADEONA HOLDINGS LIMITED, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΜΕΣΟ, ECLI:CY:AD:2015:A140, Πολ. Έφ. 6/14 ημερ. 27/02/2015 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων.» Αναφορά γίνεται και στην DMITRY RYBOLOVLEV v. ELENA RYBOLOVLEVA
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 82 όπου αποφασίστηκε ότι τα γεγονότα τα οποία πρέπει να αποκαλύπτονται από τον αιτητή, σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω γεγονότα που περιβάλλουν τη σχέση μεταξύ των μητέρας και κόρης, των δυο μερών στη διαδικασία, ως αυτά αποκαλύπτονται τόσο με την Αίτηση καθώς και με την Ένσταση αλλά και τη χρονική σειρά με την οποία αυτά λαμβάνουν χώρα εξάγεται ένα και μόνο συμπέρασμα: Ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση προσπαθεί να βρεί μια λύση στα προβλήματα υγείας του πατέρα της και μια εξήγηση στη συμπεριφορά της μητέρας της, η οποία αρνείται να δεχθεί ότι μπορεί πράγματι να υπάρχει σοβαρό πρόβλημα υγείας του συζύγου της. Με όλο το σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας - Αιτήτριας, δεν θεωρώ ότι αν αποκαλύπτετο ότι ο μόνος λόγος που η Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση είχε οδηγηθεί στο να υποβάλλει την αίτηση για να κυρήξει τον πατέρα της ως ανίκανο πρόσωπο ήταν για να μπορέσει να του προσφέρει την δέουσα και απαιτούμενη νοσηλεία και λόγω αυτού η ίδια η Ενάγουσα - Αιτήτρια της είχε επιτεθεί, στη ίδια της τη κόρη, δεν θα επηρέαζε την κρίση του Δικαστηρίου όταν εξέταζε μονομερώς την παρούσα αίτηση. Και τούτο διότι οι ισχυρισμοί τους οποίους πρόταξε η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν είναι άσχετοι με το αγώγιμο δικαίωμα της στην παρούσα αγωγή και με την πιθανότητα επιτυχίας της. Ουδεμία μνεία έγινε στην ένορκη δήλωση που υποστήριξε την Αίτηση για έκδοση του διατάγματος για τον τραυματισμό της Εναγόμενης - Καθ΄ης η Αίτηση ή για την αναγκαιότητα παροχής ιατρικής περίθαλψης στον σύζυγο της Ενάγουσας - Αιτήτριας. Αντίθετα, αφέθηκε η εντύπωση ότι ετσιθελικά η Εναγόμενη - Καθ΄ης η Αίτηση αιτήθηκε στο Δικαστήριο να κηρυχθεί ο πατέρας της ανίκανο πρόσωπο να διαχειρίζεται τη περιουσία του. Η μη αποκάλυψη όλων των πιο πάνω γεγονότων συνιστά μη ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση και τη διαφορά των διαδίκων. Στέρησε από το Δικαστήριο να έχει πλήρη εικόνα των γεγονότων και επιλεκτικά η Ενάγουσα - Αιτήτρια αναφέρθηκε μόνο στα γεγονότα τα οποία ευνοούσαν και υποστήριζαν την υπόθεσή της στην παρούσα αγωγή. Επεδίωξε την παρεμπόδιση στην άσκηση του δικαιώματος και καθηκόντος της Εναγόμενης - Καθ΄ης η Αίτηση να φροντίζει τον πατέρα της και επιδιώκει να αποστερήσει στην Εναγόμενη - Καθ΄ης η Αίτηση πρόσβαση και επικοινωνία με το πατέρα της έτσι ώστε να την αναγκάσει να αποσύρει την αίτηση που έχει καταχωρίσει στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, εκείνο το οποίο φαίνεται να προκύπτει από όλα τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, η μη αποκάλυψη, φαίνεται να έγινε σκόπιμα και εσκεμμένα. Καμιά αναφορά δεν έγινε στο τραυματισμό της Εναγόμενης - Καθ΄ ης η Αίτηση ή στην έλλειψη οικονομικού συμφέροντος ή κινήτρου από την Καθ΄ ης η Αίτηση στις ενέργειές της ούτε καν στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Ενάγουσας - Αιτήτριας, η οποία σημειωτέο δεν μπορεί να διορθώσει τα κενά της αρχικής ένορκης δήλωσης. Όπως υποδεικνύεται στην απόφαση CTO Public Company LTD κ.α. ν. BAT (CYPRUS) Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 178 από τον Νικολάτο, Δ.: «Καθοδηγητική για το ζήτημα της υποχρέωσης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων, όταν υποβάλλονται μονομερείς αιτήσεις, είναι η απόφαση στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α
(1995)1 ΑΑΔ 248 όπου έγινε ευρεία παράθεση κυπριακής και αγγλικής νομολογίας. Στην υπόθεση εκείνη έγινε ειδική αναφορά στις κατευθυντήριες γραμμές που δόθηκαν στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Brink´s Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350. Σ΄ αυτές περιλαμβάνεται το καθήκον του αιτητή για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Τα ουσιώδη γεγονότα είναι εκείνα που είναι σημαντικό να τα γνωρίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως. Το ουσιώδες προς αποκάλυψη αποφασίζεται από το δικαστήριο και όχι από τους νομικούς συμβούλους του αιτητή. Ο αιτητής έχει καθήκον να προβαίνει σε έρευνα ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Το εύρος της έρευνας εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Αν αποδειχθεί ουσιαστική απόκρυψη γεγονότος, το δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι ο αιτητής δεν αποκομίζει πλεονέκτημα από την απόκρυψη. Η ουσιαστικότητα και σημασία του γεγονότος που απεκρύβη κρίνεται από τον εκδικάζοντα Δικαστή, με γνώμονα τη σημασία του γεγονότος σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Τελικά, το εκδικάζον δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια ως προς το κατά πόσον θα ακυρώσει ή όχι ένα παρεμπίπτον διάταγμα που εκδόθηκε στη βάση αιτήσεως στην οποία απεκρύβη κάποιο γεγονός. Όπως τονίστηκε στη Γρηγορίου (ανωτέρω) το δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, παρόλη την απόδειξη «ουσιαστικής» μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στη μονομερή αίτηση, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους.». Θεωρώ ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο λάμβανε γνώση όλων αυτών των γεγονότων που αποκαλύφθηκαν και επεξηγήθηκαν με την ένσταση της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση, τα οποία οδήγησαν την Ενάγουσα - Αιτήτρια στην ανάγκη να επεξηγήσει σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση κάποια γεγονότα, σίγουρα θα επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του υπό κρίση απαγορευτικού διατάγματος μονομερώς (βλ. Dmitry Rybolovlev κ.α. v. Εlena Rybolovleva (ανωτέρω)). Και κριτής αυτού του γεγονότος είναι το Δικαστήριο το ίδιο και όχι το τι οι διάδικοι και οι συνήγοροι τους πιστεύουν ή θεωρούν. Από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά (ανωτέρω) και Interparlemental Concer "Uralmetrom" v. Besumo Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 557 προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς ότι η αναφορά σε ένα ουσιώδες θέμα πρέπει να γίνεται στην ένορκο δήλωση και όχι να απαντάται στα τεκμήρια που τη συνοδεύουν ή σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Σχετική είναι η αναφορά του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση Cyprus Trading Corporation Ltd ν. Zim Israel Navigation Co. Ltd κ.ά. (ανωτέρω) ότι «είναι νομολογημένο ότι η παράλειψη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων οδηγεί στην ακύρωση διατάγματος που εκδίδεται σε μονομερή αίτηση» και ότι «η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα». Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Ενάγουσας - Αιτήτριας, ημερ. 06.07.2020, δεν μπορεί να διορθώσει και να αποκαταστήσει παραλείψεις της αρχικής ενόρκου δήλωσης επί της οποίας το Δικαστήριο στηρίχτηκε και εξέδωσε το μονομερές διατάγμα. Είναι πάγια νομολογημένο ότι συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις δεν επιτρέπεται να αλλοιώνουν την εικόνα που αρχικά τέθηκε στο δικαστήριο. H ορθότητα διαταγμάτων που εκδόθηκαν μονομερώς κρίνεται στη βάση της μαρτυρίας που κατατέθηκε κατά την έκδοση του και δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα και να μεταβληθεί η εικόνα που είχε δοθεί πρωταρχικά στο Δικαστήριο βλ. Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1(Β) ΑΑΔ 1453 και Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του Πλοίου LIPA
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1976. Στην Stavros Georgiou & Son (Scrap. Metals) Ltd v. Του Πλοίου LIPA (ανωτέρω), αναφέρεται πως όταν προσωρινή προστασία εξασφαλίζεται μονομερώς: «Ο κανόνας, καθολικής εφαρμογής, είναι ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο δικαστήριο». Γίνεται παραπομπή στην Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.α. (ανωτέρω), όπου στη σελ. 1463 αυτής αναφέρεται πως: «Η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά από τα γεγονότα που τεκμηριώνουν το αίτημα». Στην περίληψη της απόφασης Vuitton (πιο πάνω) αναφέρεται πως: «Ενδιάμεση αίτηση - Τα γεγονότα που την θεμελιώνουν πρέπει να αποκαλύπτονται σε ένορκη δήλωση ή ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση - Δεν είναι επιτρεπτή η προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας ή απαντητικής μαρτυρίας εκ μέρους του αιτητή, ή η καταχώρηση πρόσθετων ενόρκων δηλώσεων.». Σίγουρα το Δικαστήριο θα προβληματιζόταν κατά πόσο θα έπρεπε να παρεμποδίσει την είσοδο της Εναγόμενης - Καθ΄ης η αίτηση στην συγκεκριμένη κατοικία, που εν πάση περιπτώσει της ανήκει, αν γνώριζε όλα τα γεγονότα. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έγινε πλήρης και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων στην παρούσα υπόθεση και τολμώ να πω ότι αυτό έγινε επί σκοπού αφού όλα τα γεγονότα ήταν σε γνώση της Ενάγουσας- Αιτήτριας. Όφειλε να τα είχε αποκαλύψει έτσι ώστε το Δικαστήριο να είχε ολοκληρωμένη εικόνα των διαφορών της με τη κόρη της και να είναι σε θέση να αξιολογήσει τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην Αίτηση στη σωστή τους διάσταση και να αποφασίσει κατά πόσο θα εξέδιδε το υπό κρίση διάταγμα μονομερώς. Ήταν για το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο τα συγκεκριμένα γεγονότα θα επηρέαζαν ή όχι την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας μονομερώς. Όλα τα πιο πάνω, δεν αφήνουν άλλο περιθώριο από το να προχωρήσω με την ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος χωρίς να χρειάζεται να εξετάσω οτιδήποτε άλλο και την ουσία της παρούσας αίτησης. Συνεπακόλουθα, το έκδοθέν απαγορευτικό διάταγμα ημερομηνίας 06.03.2020 ακυρώνεται. Τα έξοδα της παρούσας αίτηση θα βαραίνουν την Ενάγουσα- Αιτήτρια, όπως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο