← Κύπρος

IIyich Gabov κ.α. ν. BAKADRI LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3596/18, 29/10/2020

IIyich Gabov κ.α. ν. BAKADRI LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3596/18, 29/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A473 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΔΑΥΙΔ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3596/18 Μεταξύ: 1. XXXXX IIyich Gabov 2. XXXXX Alexandrovich Shilo Εναγόντων - και - 1. BAKADRI LIMITED 2. TEKBIRD LIMITED 3. Elektrotekhnicheskaya Kompaniya JSC (υπό εκκαθάριση) 4. XXXXX Lopatin 5. XXXXX Χαραλάμπους 6. XXXXX Ελπιδοφόρου 7. XXXXX Πίττα 8. Abacus Secretarial Limited 9. OAO "ALFA BANK" 10. Alfa Capital Holdings Limited 11. XXXXX Negrey 12. LARUS ASSET MANAGEMENT 13. XXXXX Κουπεπίδη 14. XXXXX Ραούνα Εναγομένων Αίτηση ημερ. 28.12.2018 Ημερομηνία: 29.10.2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: κ. Μ. Βορκάς με κα Μ. Κωνσταντίνου και κα. Χρ. Ευσταθίου, για Μιχάλη Βορκά & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κ. Μ. Κυπριανού με κ. Κ. Αποκίδη, για Michael Kyprianou & Co LLC Για τους Εναγόμενους 5, 6, 7, 8, 13 και 14: κ. Ιωαννίδης με κα Γ. Κακούρη, για Χατζηαναστασίου, Ιωαννίδη ΔΕΠΕ. Για την Εναγόμενη 10: κ. Ε. Χριστοφίδης με κα. Α. Κούρτα, για Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 27.12.2018, οι ενάγοντες, μέσω του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος που καταχώρισαν, δρομολόγησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Έχοντας ως πυρήνα της αξίωσής τους ισχυριζόμενη παραβίαση σύμβασης ενεχυρίασης μετοχών από την πλευρά της εναγόμενης αρ.9 τράπεζας, προβάλλουν τη θέση ότι η ως άνω εναγόμενη τράπεζα, ούσα δανείστρια-πιστωτής, ενεργώντας ανέντιμα, καταπιεστικά και κατά τρόπο ζημιογόνο για τα συμφέροντα των εναγόντων και σε συνωμοσία με τους υπόλοιπους εναγομένους, εξαπάτησε τους ενάγοντες, θέτοντας σε εφαρμογή δόλιο σχέδιο και καταφέρνοντας παράνομα να αποξενώσει τις 999 μετοχές του ενάγοντος αρ.1 στην εναγομένη αρ. 1 εταιρεία (εταιρείας μέσω της οποίας έλεγχε ο ενάγων αρ.1 την εναγόμενη αρ. 3 εταιρεία), οδηγώντας στην καταστροφή του ενάγοντος αρ.1 και της εναγόμενης αρ.3 εταιρείας η οποία περιήλθε σε καθεστώς εκκαθάρισης, αλλά και σε απώλειες για τον ενάγοντα αρ.2, ένα από τους πιστωτές της εναγομένης αρ. 3 εταιρείας. Την επόμενη ημέρα, ήτοι στις 28.12.2018 οι ενάγοντες προώθησαν την υπό συζήτηση αίτηση, στο πλαίσιο της οποίας διεκδικούν ικανό αριθμό διαταγμάτων. Ειδικότερα αξιώνουν: «(Α) Διάταγμα του δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει αμέσως στους Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 5, 6, 7 και 8 και/ή δια των πραγματικών ή απόλυτων δικαιούχων τους και/ή δια των υπαλλήλων τους και/ή δια των αντιπροσώπων τους και/ή δια των μετόχων τους και/ή δια των διευθυντών τους και/ή δια των γραμματέων τους από του αποξενώσουν και/ή διαθέσουν και/ή προσφέρουν προς πώληση και/ή να επιβαρύνουν και/ή να ενεχυριάσουν και/ή να μεταβιβάσουν και/ή να διαπραγματεύονται και/ή δωρίσουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο να αποξενώσουν τις 999 μετοχές ονομαστικής αξίας €1 έκαστη που είναι εγγεγραμμένες στο όνομα της Καθ' ης η Αίτηση 2 στο μετοχικό κεφάλαιο της Καθ' ης η Αίτηση 1 ή οποιοδήποτε μέρος των μετοχών αυτών μέχρι εκδίκασης κα/ή αποπεράτωσης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. (Β) Διάταγμα του δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει αμέσως στους Καθ' ων η αίτηση 2, 5, 6. 7 και 8 και/ή δια των διευθυντών και/ή δια των αντιπροσώπων τους και/ή δια των μετόχων τους από του να αλλοιώνουν και/ή να τροποποιούν και/ή μετατρέπουν καθ' οιονδήποτε τρόπο τα μητρώα διευθυντών, μετόχων, γραμματέα, εγγεγραμμένου γραφείου που διατηρούν οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 μέχρι εκδίκασης κα/ή αποπεράτωσης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. (Γ) Διάταγμα του δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει αμέσως στους Καθ' ων η αίτηση 1 δια των πραγματικών ή απόλυτων δικαιούχων τους και/ή δια των υπαλλήλων τους και/ή δια των αντιπροσώπων τους και/ή δια των μετόχων τους και/ή δια των διευθυντών τους και/ή δια των γραμματέων τους από του να πωλούν και/ή διαθέτουν και/ή προσφέρουν προς πώληση και/ή να διαπραγματεύονται και/ή να δωρίζουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο να αποξενώνουν οιανδήποτε περιουσία και/ή περιουσιακό στοιχείο της Καθ' ης η Αίτηση 3 μέχρι εκδίκασης και/ή αποπεράτωσης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. (Δ) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο, μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει αμέσως τους Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13 και 14 από του: i. να μεταφέρουν εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας οποιαδήποτε από τα περιουσιακά τους στοιχεία βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, αξίας μέχρι Ευρώ20.000,000. ii. με οποιοδήποτε τρόπο διαθέσουν, διαχειριστούν (deal with) ή μειώσουν ή επιβαρύνουν την αξία οποιωνδήποτε περιουσιακών τους στοιχείων είτε αυτά βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε όχι. μέχρι της πιο πάνω αξίας. Νοείται ότι για σκοπούς της παρούσας παραγράφου (Α) τα περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνουν όλα τα περιουσιακά στοιχεία των εν λόγω Καθ' ων η Αίτηση, συμπεριλαμβανομένων των άυλων και υλικών (tangible and intangible) ανά το παγκόσμιο, είτε κατέχονται εξ' ολοκλήρου ή από κοινού με άλλους (solely or jointly owned), ανεξαρτήτου εάν το συμφέρον των Καθ' ων η Αίτηση επί αυτών είναι επ' ονόματι τους. είναι ωφέλιμο ή κατέχεται άλλως πως (legally, beneficially or otherwise). Νοείται επίσης ότι τα περιουσιακά στοιχεία των εν λόγω Καθ' ων η Αίτηση περιλαμβάνουν όλα τα περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν άμεση ή έμμεση εξουσία να διαθέσουν ή να διαχειριστούν ως δικά τους. Οι Καθ' ων η Αίτηση θεωρούνται ότι έχουν τέτοια εξουσία και/ή δυνατότητα επί οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου το οποίο κατέχεται και/ή ελέγχεται από οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, στη βάση των άμεσων ή έμμεσων οδηγιών των Καθ' ων η Αίτηση. (Ε) Διάταγμα του δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει αμέσως στην Καθ' ης η Αίτηση 9 δια των πραγματικών ή απόλυτων δικαιούχων της και/ή δια των υπαλλήλων τους και/ή δια των αντιπροσώπων τους και/ή δια των μετόχων τους και/ή δια των διευθυντών τους και/ή δια των γραμματέων τους από του να πωλούν και/ή διαθέτουν και/ή προσφέρουν προς πώληση και/ή να διαπραγματεύονται και/ή να δωρίζουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο να αποξενώνουν και/ή να συνεργάζεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο και/ή με καθ' οιονδήποτε πρόσωπο αναφορικά με οιανδήποτε περιουσία και/ή περιουσιακό στοιχείο του Ενάγοντα και της Καθ' ης η Αίτηση 3 μέχρι εκδίκασης και/ή αποπεράτωσης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. (ΣΤ) Υποβοηθητικό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάζει αμέσως τους Καθ' ων η Αίτηση 1. 2. 5. 6. 7 και 8. μέσω των διευθυντών και αντιπροσώπων τους και/ή οποιουδήποτε προσώπου ενεργεί για αυτούς, όπως εντός 7 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης και/ή λήψης γνώσης του παρόντος Διατάγματος, ετοιμάσουν, καταχωρήσουν και επιδώσουν στους δικηγόρους των Αιτητών. ένορκη δήλωση με την οποία να παραθέτουν τις πληροφορίες που αυτοί οφείλουν να αποκαλύψουν δυνάμει του παρόντος Διατάγματος, στην οποία να επισυνάπτονται όλα τα σχετικά έγγραφα και αρχεία που υποστηρίζουν τις πληροφορίες που αυτοί θα αποκαλύψουν, αναφορικά με τους πραγματικούς τελικούς ιδιοκτήτες (ULTIMATE BENEFICIAL OWNERS) του 100% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της Καθ' ης η Αίτηση 2 και της Καθ' ης η Αίτηση 12 ως και των περιουσιακών στοιχείων αυτών. (Ζ) Οιονδήποτε άλλο διάταγμα και/ή θεραπεία ήθελε κρίνει ορθή και δίκαια το Σεβαστό Δικαστήριο. (Η) Έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης, πλέον ΦΠΑ.» Η ως άνω εξέλιξη προκάλεσε την αντίδραση ικανού αριθμού εναγομένων. Ειδικότερα, οι εναγόμενοι 1, 2, 5, 6, 7, 8, 10, 13 και 14, οι οποίοι εμφανίστηκαν στη διαδικασία, προχώρησαν στην καταχώριση σχετικής Ειδοποίησης Πρόθεσης Ένστασης. Για σκοπούς πληρότητας, οι λόγοι ένστασης ενός εκάστου εξ' αυτών, μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα. Ως ειδικότερα προτάσσεται από την πλευρά των Εναγομένων 1 και 2: «1. Τα Δικαστήρια της Κύπρου δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα διαφορά ενόψει της ύπαρξης ρήτρας δικαιοδοσίας (παράγραφος 22) στη συμφωνία Restructuring and Shareholders Agreement ημερομηνίας 31/5/2013 η οποία συνήφθη μεταξύ της Αιτήτριας 1, του Καθ' ου η αίτηση 1 και του Καθ' ου η Αίτηση 2 ('το RSHA') και η οποία προβλέπει ότι όλες οι διαφορές που προκύπτουν από ή που σχετίζονται με το RSHA θα πρέπει να παραπέμπονται και να εκδικάζονται από το London Court of International Arbitration (LCIA). 2. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι το κατάλληλο φόρουμ (forum non conveniens) για την εκδίκαση της διαφοράς. Το κατάλληλο φόρουμ για την εκδίκαση της διαφοράς είναι τα δικαστήρια της Ρωσίας. Οι λόγοι είναι: (α) Και οι δύο Αιτητές είναι Ρώσοι πολίτες που διαμένουν στη Ρωσία. (β) Η Καθ' ης η αίτηση 9 η οποία, στη βάση των ισχυρισμών που προωθούνται από τους Αιτητές, είχε κεντρικό ρόλο στην ισχυριζόμενη απάτη που διενεργήθηκε εναντίον των Αιτητών και η οποία είναι η οντότητα που κατ' ισχυρισμό αποκόμισε το όφελος από την ισχυριζόμενη απάτη είναι μία σημαντική Ρωσική Τράπεζα με χώρα εγγραφής τη Ρωσία και η οποία δραστηριοποιείται στη Ρωσία. Η Καθ' ης η αίτηση 9 κατ' ισχυρισμό διενήργησε τις παράνομες και/ή απατηλές πράξεις εναντίον των Αιτητών στη Ρωσία. (γ) Στη βάση των ισχυρισμών που προωθούνται από τους Αιτητές η διαφορά αφορά, ουσιαστικά, τον ισχυριζόμενο σφετερισμό του ιδιοκτησιακού συμφέροντος του Αιτητή 1 στην Καθ' ης η αίτηση 3 και/ή την εξέταση του ποιος είναι ο δικαιούχος της Καθ' ης η αίτηση 3. Η Καθ' ης η αίτηση 3 είναι εταιρεία η οποία έχει την έδρα των εργασιών της στη Ρωσία και η οποία αυτή τη στιγμή βρίσκεται υπό εκκαθάριση στη Ρωσία. (δ) Οι Καθ' ων η αίτηση 4 και 11 οι οποίοι, στη βάση των ισχυρισμών που προωθούνται από τους Αιτητές, ενέχονται στην απάτη που διενεργήθηκε κατά των Αιτητών είναι φυσικά πρόσωπα που διαμένουν στη Ρωσία και κατ' ισχυρισμό διενήργησαν τις απατηλές τους πράξεις ενάντια στους Αιτητές στη Ρωσία. (ε) Όλες οι συμφωνίες δανείου στη βάση των οποίων τα δάνεια τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας διαφοράς χορηγήθηκαν από την Καθ' ης η αίτηση 9 στην Καθ' ης η αίτηση 3 συνομολογήθηκαν στη Ρωσία και διέπονται από το Ρωσικό Δίκαιο. (στ) Η σύνδεση της υπόθεσης με την Κύπρο είναι πολύ αδύνατη αφού οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 είναι απλά εταιρείες συμμετοχής (holding companies) οι οποίες δεν έχουν ουσιαστικές δραστηριότητες ενώ οι Καθ' ων η αίτηση 5, 6, 7, 8,13 και 14 είναι νομικές οντότητες και/ή φυσικά πρόσωπα τα οποία απλά ενεργούσαν ως κατ' όνομα (nominee) διευθυντές και/ή γραμματείς. Όσον αφορά την Καθ' ης η αίτηση 10 ουδέν ισχυρισμός προβάλλεται εναντίον της από τους Αιτητές και δεν είναι κατανοητό γιατί έχει προστεθεί ως Εναγόμενη. 3. Τα κυπριακά δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή και/ή οι Αιτητές κωλύονται από του να προωθήσουν την παρούσα αγωγή στην Κύπρο στην βάση της αρχής του δεδικασμένου και/ή λόγω του ότι η παρούσα αγωγή συνιστά κατάχρηση των διαδικασιών του δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η παρούσα διαφορά έχει ήδη εκδικαστεί στα ρωσικά δικαστήρια και σχετικές αποφάσεις έχουν ήδη εκδοθεί σε σχέση με την παρούσα διαφορά και/ή θέματα που έχουν άμεση σχέση με την παρούσα διαφορά εκκρεμούν αυτή τη στιγμή προς εκδίκαση από τα ρωσικά δικαστήρια. Συγκεκριμένα: (α) Η αξίωση της Καθ' ης η αίτηση 9 εναντίον της Καθ' ης η αίτηση 3 έχει γίνει αποδεκτή και/ή έχει επιβεβαιωθεί με τελική και δεσμευτική απόφαση ρωσικού δικαστηρίου ημερομηνίας 11/4/2016. (β) Η οφειλή του Αιτητή 1 προς την Καθ' ης η αίτηση 9 έχει γίνει αποδεκτή με τελικές και δεσμευτικές αποφάσεις ρωσικού δικαστηρίου ημερομηνίας 13/10/2016 και 16/3/2017. (γ) Οι αξιώσεις της Καθ' ης η αίτηση 9 εναντίον του Αιτητή 1 συμπεριλήφθηκαν, μετά την κήρυξη σε πτώχευση του Αιτητή 1, στο σχετικό αρχείο πιστωτών του μέσω απόφασης του ρωσικού δικαστηρίου ημερομηνίας 22/11/2017. (δ) Η αξίωση της Καθ' ης η αίτηση 12 εναντίον της Καθ' ης η αίτηση 3 συμπεριλήφθηκε, μετά την κήρυξη σε πτώχευση της Καθ' ης η αίτηση 3, στο σχετικό αρχείο πιστωτών της Καθ' ης η αίτηση 3 μέσω απόφασης ρωσικού δικαστηρίου ημερομηνίας 27/12/2018 η οποία στη συνέχεια επιβεβαιώθηκε από περαιτέρω απόφαση ρωσικού δικαστηρίου ημερομηνίας 4/4/19. (ε) Την 30/5/19 είναι ορισμένη ενώπιον ρωσικού δικαστηρίου ακρόαση αίτησης που καταχωρήθηκε από τους δύο Αιτητές με την οποία αμφισβητείται η εγκυρότητα της εκτέλεσης του εγγράφου ενεχυρίασης μετοχών ημερομηνίας 31/5/13 με την οποία οι μετοχές που ο Αιτητής 1 κατείχε στην Καθ' ης η αίτηση 1 μεταβιβάστηκαν στην Καθ' ης η αίτηση 2. 4. Οι Αιτητές έχουν επιδείξει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης: (α) Η εκτέλεση του εγγράφου ενεχυρίασης μετοχών ημερομηνίας 31/5/13 με την οποία οι μετοχές που ο Αιτητής 1 κατείχε στην Καθ' ης η αίτηση 1 μεταβιβάστηκαν στην Καθ' ης η αίτηση 2 έλαβε χώρα τον Νοέμβριο του 2015. (β) Η ρωσική δικαστική διαδικασία στα πλαίσια της οποίας ο Αιτητής 2 αμφισβητεί την εγκυρότητα της εκτέλεσης του εγγράφου ενεχυρίασης μετοχών και στην οποία και οι δύο Αιτητές προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι η Καθ' ης η αίτηση 9 ενήργησε κακόπιστα σε σχέση με την εν λόγω εκτέλεση, καταχωρήθηκε την 7/12/17. Η παρούσα αίτηση όμως καταχωρήθηκε μόλις τον Δεκέμβριο του 2018. 5. Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην αγωγή στα πλαίσια της οποίας καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση και/ή οι Αιτητές δεν έχουν καλή εκ πρώτης όψεως υπόθεση και/ή ορατές πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή. Ειδικότερα: (α) Το περιεχόμενο των πιο πάνω παραγράφων 1 μέχρι 3 επαναλαμβάνεται. (β) Στην ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε από τον κ. Gabov προς υποστήριξη της Αίτησης προωθείται μία καθόλα παράλογη και δυσνόητη εκδοχή γεγονότων. Εάν γίνεται ορθώς αντιληπτό ο κ. Gabov ισχυρίζεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση (στους οποίους συμπεριλαμβάνεται μια από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές τράπεζες της Ρωσίας) συνωμότησαν μεταξύ τους για να κηρυχθεί σε πτώχευση η Καθ' ης η αίτηση 3 παρά το ότι αυτό θα σήμαινε ότι
  2. i)τα δάνεια που η Καθ' ης η αίτηση 9 είχε χορηγήσει στην Καθ' ης η αίτηση 3 θα παρέμεναν απλήρωτα και
  3. ii)η Καθ' ης η αίτηση 9 θα έχανε ταυτόχρονα την ουσιαστική της εξασφάλιση σε σχέση με τα εν λόγω δάνεια. (γ) Ο Αιτητής 1 είναι χρεώστης της Καθ' ης η αίτηση 9 (γεγονός που έχει επιβεβαιωθεί μέσω σχετικών δικαστικών αποφάσεων) και έχει παραβεί τις υποχρεώσεις εγγυητή που ανέλαβε έναντι της Καθ' ης η αίτηση 9. Η παρούσα αίτηση καταχωρείται κακόπιστα και αποτελεί μία απέλπιδα προσπάθεια εκ μέρους του να ασκήσει πίεση επί των Καθ' ων η αίτηση. (δ) Οι Καθ' ων η αίτηση έχουν καθ' όλους τους χρόνους ενεργήσει νόμιμα και στη βάση αδιαμφισβήτητων συμφωνιών δανείου και/ή άλλων σχετικών γραπτών συμφωνιών. (ε) Ο Αιτητής 2 δεν έχει έννομο συμφέρον (locus standi) να καταχωρήσει και να προωθήσει την παρούσα αγωγή αφού δεν έχει οποιαδήποτε συμβατική σχέση με οποιονδήποτε εκ των Καθ' ων η αίτηση και/ή ουδεμία σχέση υπήρξε ποτέ μεταξύ του Αιτητή 2 και οιουδήποτε των Καθ' ων η αίτηση που θα μπορούσε να δημιουργήσει οποιαδήποτε ευθύνη των Καθ' ων η αίτηση έναντι του Αιτητή 2. 6. Οι Αιτητές δεν κινδυνεύουν να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Ειδικότερα: (α) Το περιεχόμενο της παραγράφου 5 πιο πάνω επαναλαμβάνεται για σκοπούς της παρούσας. (β) Στη βάση της υπόθεσης που οι ίδιοι οι Αιτητές προωθούν, η οντότητα που κατ' ισχυρισμό ενορχήστρωσε την απάτη που διενεργήθηκε εναντίον τους και η οποία αποκόμισε όφελος από την εν λόγω απάτη είναι η Καθ' ης η αίτηση 9. Η Καθ' ης η αίτηση 9 είναι μια πολύ μεγάλη ιδιωτική ρωσική τράπεζα η οποία μπορεί με ευκολία να πληρώσει το ποσό οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης που μπορεί να εκδοθεί εναντίον της στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. (γ) Δεν υπάρχει οποιοσδήποτε καλόπιστος λόγος για τον οποίο οι Αιτητές επιδιώκουν την έκδοση διαταγμάτων δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 από τη στιγμή που οι ίδιοι οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 είναι το ιδιοκτησιακό τους συμφέρον στην Καθ' ης η αίτηση 3 η οποία αυτή τη στιγμή βρίσκεται υπό εκκαθάριση στη Ρωσία. (δ) Στην ουσία με την αγωγή τους οι Αιτητές επιζητούν εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 μόνο την έκδοση δηλωτικών διαταγμάτων. Μάλιστα ουδεμία αναφορά γίνεται στην Καθ' ης η αίτηση 1 στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής. (ε) Δεν έχει προσαχθεί μαρτυρία ότι οι Καθ' ων η αίτηση επιχειρούν καθ' οιονδήποτε τρόπο να αποξενώσουν περιουσιακά στοιχεία. (στ) Το γεγονός ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε από τους Αιτητές ως δια κλήσεως αίτηση αποτελεί επιπρόσθετο στοιχείο ότι ακόμη και οι ίδιοι οι Αιτητές δεν θεωρούν ότι υπάρχει οποιοσδήποτε πραγματικός κίνδυνος αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων και πρόκλησης σε αυτούς ανεπανόρθωτης ζημιάς. Αν οι Αιτητές πίστευαν πραγματικά ότι υπάρχει τέτοιος κίνδυνος θα καταχωρούσαν την παρούσα σε μονομερή βάση. 7. Ένεκα των όσων αναφέρονται στις παραγράφους 1 μέχρι 6 πιο πάνω το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει και αυτό υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. 8. Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, έχουν πει ψέματα στο Δικαστήριο και/ή έχουν εσκεμμένα παρουσιάσει με παραπλανητικό τρόπο τα γεγονότα της υπόθεσης και/ή έχουν παρουσιάσει μία εκδοχή η οποία είναι δυσνόητη και/ή παράλογη. Οι Αιτητές είχαν την υποχρέωση να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο μία λογική και συγκροτημένη υπόθεση αλλά έχουν αποτύχει να πράξουν αυτό. 9. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα με σκοπό την άσκηση πίεσης επί των Καθ' ων η αίτηση. 10. Οι αιτητές ζητούν να δεσμεύσουν περιουσιακά στοιχείων των καθ΄ ων η αίτηση αξίας ΕΥΡΩ 20,000,000. Απέτυχαν όμως να προσκομίσουν μαρτυρία και/ή να δώσουν σαφή εξήγηση αναφορικά με το πώς προκύπτει το ποσό αυτό και/ή πώς αυτό έχει υπολογισθεί.» Ικανό αριθμό λόγων Ένστασης προτάσσει επίσης η πλευρά των εναγομένων 5, 6, 7, 8, 13 και 14. Ως ειδικότερα προκρίνεται στη δική τους Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασής: «

(1)Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν απέσεισαν το βάρος της απόδειξης ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και/ή ότι υπάρχει πιθανότητα να δικαιούνται σε θεραπεία στα πλαίσια παρουσίας μιας καλής συζητήσιμης υπόθεσης και ορατής πιθανότητας επιτυχίας.
(2)Δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη πιθανότητας πρόκλησης στους Ενάγοντες/Αιτητές ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση μη έκδοσης των διαταγμάτων.
(3)Δεν έχει καταδειχθεί ότι αν δεν εκδοθούν τα κατ' αίτηση διατάγματα, θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
(4)Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη έκδοσης των κατ' αίτηση διαταγμάτων.
(5)Δεν είναι δίκαιο και πρόσφορο όπως εκδοθούν τα κατ' αίτηση διατάγματα.
(6)Οι Ενάγοντες/Αιτητές έχουν επιδείξει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης καθότι παρόλο που τα επίδικα γεγονότα έλαβαν χώρα τον Νοέμβριου του 2015, εντούτοις η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε τον Δεκέμβριο του 2018.
(7)Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» και/ή παραπλανούν το Δικαστήριο.
(8)Ειδικότερα αναφορικά με την κατ' αίτηση θεραπεία (Δ) αλλά χωρίς περιορισμό της γενικότητας των πιο πάνω λόγων ένστασης δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος καθότι, μεταξύ άλλων: (α) δεν έχει καταδειχθεί επαρκώς και/ή καθόλου η αναγκαιότητα έκδοσης της κατ' αίτηση θεραπείας αφού δεν έχει καταδειχθεί πρόθεση αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων εκ μέρους των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση 5, 6, 7, 8, 13 και
  1. (β) τυχόν έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος θα ήταν καταστροφική και καταπιεστική και καταχρηστική για τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση 5, 6, 7, 8, 13 και
  2. (γ) δεν έχει καταδειχθεί σαφώς και/ή με επαρκή μαρτυρία από που προκύπτει το ποσό των €20.000.000 στο οποίο αναφέρονται οι Ενάγοντες/Αιτητές.
(9)Ειδικότερα αναφορικά με την κατ' αίτηση θεραπεία (ΣΤ) αλλά χωρίς περιορισμό της γενικότητας των πιο πάνω λόγων ένστασης, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος καθότι, μεταξύ άλλων: (α) δεν έχει καταδειχθεί επαρκώς και/ή καθόλου η αναγκαιότητα έκδοσης της κατ' αίτηση θεραπείας και/ή ότι είναι αναγκαίες οι πληροφορίες και/ή η αποκάλυψη, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των υπόλοιπων κατ' αίτηση διαταγμάτων. (β) το υποβοηθητικό διάταγμα αποκάλυψης που επιζητείται είναι αόριστο και/ή γενικό και/ή ασαφές κατά τρόπο που συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. (γ) το κατ' αίτηση υποβοηθητικό διάταγμα αποκάλυψης αποτελεί προσπάθεια για αλίευση μαρτυρίας. (δ) οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση 5, 6, 7, 8, 13 και 14 δεν έχουν στην κατοχή και/ή τον έλεγχο τους τις πληροφορίες και/ή τα έγγραφα τα οποία αναφέρονται στο αιτητικό (ΣΤ). (ε) οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση 5, 6, 7, 8, 13 και 14 και/ή η Abacus Limited δεσμεύονται από υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας και δεν έχουν καταδειχθεί οποιοιδήποτε επαρκείς λόγοι και/ή λόγοι δημοσίου συμφέροντος που εύλογα να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος.» Στη σχετική Ένσταση της εναγόμενης-καθ' ης η αίτηση 10, προκρίνεται ότι: «
  1. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας δια την έκδοση των κατ' Αίτηση Διαταγμάτων και δη του Διατάγματος (Δ) ως αυτό εκτίθεται στο σώμα της Αίτησης εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση αρ.
  2. Υπό τις περιστάσεις δεν αποδεικνύεται και/ή δεν προκύπτει να υπάρχει οποιοδήποτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και/ή οι Αιτητές δεν έχουν εκ πρώτης όψεως οποιαδήποτε πιθανότητα να δικαιούνται εις θεραπείαν και/ή οι Αιτητές να έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση αρ. 10 και/ή πιθανότητα επιτυχίας στην παρούσα Αγωγή.
  3. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας των Αιτητών να αποδείξουν και/ή ούτε έχουν προσκομιστεί, ελλείψη Έκθεσης Απαίτησης, οποιαδήποτε στοιχεία που να αποδεικνύουν και να τεκμηριώνουν όσα καταλογίζονται στην Καθ' ης η Αίτηση αρ. 10 περί δόλου και/ή συνομωσίας και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων.
  4. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας των Αιτητών να αποδείξουν ότι δικαιούνται εις την παροχή, από την Καθ' ης η Αίτηση αρ. 10, των αξιωμένων θεραπειών ως το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσης.
  5. Η Καθ' ης η Αίτηση αρ. 10 δεν έχει οποιοδήποτε συμβατικό καθήκον και/ή υπέχει καθήκον πίστης και/ή επιμέλειας και/ή οφείλει άλλη υποχρέωση προς τους Αιτητές και/ή δεν στοιχειοθετείται και/ή αποδεικνύεται σε οποιοδήποτε βαθμό η ύπαρξη συμβατικής σχέσης και/ή σχέση εμπιστοσύνης και/ή οποιαδήποτε άλλης μορφής σχέση μεταξύ των Αιτητών και/ή της Καθ' ης η Αίτηση αρ. 10 επί της οποίας οι Αιτητές να δικαιούνται εις θεραπεία από την Καθ' ης η Αίτηση αρ.
  6. Η Καθ' ης η Αίτηση αρ. 9, ήτοι ΟΑΟ "Alfa Bank" Ρωσίας, αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα από της Καθ' ης η Αίτηση αρ. 10 και η Καθ' ης η Αίτηση αρ. 10 διατηρεί την ακεραιότητα των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων μακριά από οποιαδήποτε μορφή ελέγχου ή διοίκησης από την Καθ' ης η Αίτηση αρ. 9 ή από άλλη νομική οντότητα του εν λόγω ομίλου.
  7. Η Καθ' ης η Αίτηση αρ. 10 ουδέποτε προέβηκε σε οποιαδήποτε πράξη και/ή ενέργεια και/ή συναλλαγή με απώτερο στόχο και σκοπό την καταδολίευση και/ή εξαπάτηση των Αιτητών και/ή την αποξένωση του Αιτητή 1 από το ιδιοκτησιακό καθεστώς στην Καθ' ης η Αίτηση αρ.
  8. Η Καθ' ης η Αίτηση αρ. 10 μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσης Αγωγής και της Ενδιάμεσης Αίτησης αγνοούσε παντελώς τις εν θέματι επιχειρηματικές δραστηριότητες των Αιτητών με την Καθ' ης η Αίτηση αρ. 9 και/ή τους λοιπούς Καθ' ων η Αίτηση.
  9. Η Καθ' ης η Αίτηση αρ. 10 ουδεμία ανάμιξη είχε στις επίδικες συναλλαγές και/ή στα συμφωνηθέντα μεταξύ του Αιτητή 1 και της Καθ' ης η Αίτηση αρ.9 όσον και των λοιπών Καθ' ων η Αίτηση, τις οποίες συναλλαγές και συμφωνηθέντα αγνοούσε μέχρι την ημερομηνία έναρξης της παρούσας διαδικασίας.
  10. Η οποιαδήποτε ανάμιξη της Καθ' ης η Αίτηση αρ. 10 περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στην εξέταση εγγράφων υπό το πρίσμα του Κυπριακού Δικαίου, καθώς καθ' όλον τον επίδικο χρόνο η Καθ' ης η Αίτηση αρ. 10 αγνοούσε τα συμφωνηθέντα μεταξύ των λοιπών Μερών της παρούσης και/ή δεν ελάμβανε μέρος σε οποιεσδήποτε διαδικασίες προηγήθηκαν και/ή ακολούθησαν των συμφωνηθέντων και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατό να συμμετείχε και/ή να είχε εμπλοκή σε οποιοδήποτε κατ' ισχυρισμό σχέδιο πλεκτάνης και/ή συνομωσίας εναντίον των Εναγόντων.
  11. Η καθ' ης η Αίτηση αρ
  12. σε καμία των περιπτώσεων είχε εμπλοκή σε οποιαδήποτε γεγονότα ακολούθησαν την εκτέλεση της Συμφωνίας Ενεχυρίασης Μετοχών ("Deed of Pledge") ημερομηνίας 31/05/
  13. Καμία πρόθεση της Καθ' ης η Αίτηση αρ. 10 αποδεικνύεται για αποξένωση και/ή οικειοποίηση περιουσιακών στοιχείων των Καθ' ων η Αίτηση αρ. 1 και αρ.
  14. Ουδέν στοιχείο έχει προσκομιστεί δια του οποίου να αποδεικνύεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση αρ. 10 είναι ο πραγματικός τελικός ιδιοκτήτης της Καθ' ης η Αίτηση αρ. 2 και/ή ότι η Καθ' ης η Αίτηση αρ. 5 αποτελεί αχυράνθρωπο ή αντιπρόσωπο ή κατεμπιστευματοδόχο της Καθ' ης η Αίτηση αρ.
  15. Οι Αιτητές δεν δύνανται και/ή κωλύονται να αξιώνουν οποιοδήποτε ποσό υπό μορφή αποζημιώσεων λόγω ζημιάς και/ή απώλειας κερδών και/ή άλλως πως η οποία ήθελε αποδειχθεί συνεπεία των ισχυριζόμενων πράξεων της Καθ' ης η Αίτηση αρ.
  16. Η Καθ' ης η Αίτηση αρ. 10 ουδέν όφελος και/ή κέρδος έχει αποκομίσει από οποιαδήποτε κατ' ισχυρισμόν πράξη της.
  17. Οι Αιτητές ουδόλως τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς τους ότι οι οποιεσδήποτε ισχυριζόμενες πράξεις της Καθ' ης η Αίτηση αρ. 10 αποσκοπούσαν στην καταδολίευση και/ή εξαπάτηση των Αιτητών και/ή την πρόκληση ζημιάς στους Αιτητές εξυπηρετώντας ιδία συμφέροντα και/ή συμφέροντα τρίτων προσώπων και/ή συμφέροντα των λοιπών Καθ' ων η Αίτηση.
  18. Οι Αιτητές δεν έχουν προσέλθει ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια και/ή έχουν παρουσιάσει ενώπιον Δικαστηρίου γεγονότα με παραπλανητικό τρόπο.
  19. Η παρούσα Αίτηση είναι καταχρηστική της διαδικασίας των δικαστηρίων και/ή το μόνο το οποίο επιδιώκεται από τους Αιτητές είναι εξεύρεση δικαιοδοσίας (forum shopping) που να τους εξυπηρετεί αφού, μεταξύ άλλων, προκύπτει να εγείρονται τα ίδια και/ή παρόμοια και/ή ταυτόσημα θέματα, τόσο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων, όσο και στα πλαίσια άλλων διαδικασιών που έλαβαν και/ή λαμβάνουν χώρα ενώπιον των Ρωσικών Δικαστηρίων.
  20. Η φύση της παρούσης δικαστικής διαδικασίας δεν είναι η πρέπουσα ώστε να εξεταστεί η πιθανότητα επιτυχίας αριθμού αξιώσεων οι οποίες στρέφονται στο πρόσωπο της Καθ' ης η Αίτηση αρ. 10, ως αυτές εκτίθενται επί του σώματος του Κλητήριου Εντάλματος, ήτοι Αξιώσεις I και Ι.Β.
  21. Οι Αιτητές επέδειξαν αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας διαδικασίας.
  22. Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει την ύπαρξη πραγματικού και/ή άμεσου κινδύνου αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων της Καθ' ης η Αίτηση αρ.
  23. Δεν αποδεικνύεται υπό τις περιστάσεις οποιαδήποτε πιθανότητα για δυσκολία και/ή αδυναμία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή ότι οι Αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση μη έκδοσης του Διατάγματος (Δ) το οποίο στρέφεται εναντίον της Καθ' ης η Αίτησης αρ. 10, ως αυτό εκτίθεται στο σώμα της Αίτησης.
  24. Η Καθ' ης η Αίτηση αρ. 10 όντας εταιρεία με μεγάλη οικονομική ευρωστία δύναται να ικανοποιήσει οποιαδήποτε απόφαση ήθελε εκδοθεί υπέρ των Αιτητών.
  25. Η Αίτηση των Αιτητών στερείται οποιουδήποτε νομικού ερείσματος, είναι καταχρηστική και καταπιεστική έναντι της Καθ' ης η Αίτηση αρ.
  26. Υπό τις περιστάσεις δεν είναι δίκαιο και/ή εύλογο να εκδοθεί το κατ' Αίτηση Διάταγμα (Δ), ως αυτό εκτίθεται στο σώμα της Αίτησης, εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση αρ.
  27. Το ισοζύγιο ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ της απόρριψης του κατ' Αίτηση Διατάγματος (Δ) το οποίο στρέφεται εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση αρ. 10.» Παρέλκει η αναγκαιότητα επανάληψης των πολυσέλιδων ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν και υποστηρίζουν τόσο την υπό συζήτηση Αίτηση όσο και τις ως άνω Ενστάσεις των καθ' ων η αίτηση. Σημειώνοντας ότι μέσω τους τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, πληθώρα λεπτομερειών και στοιχείων που η κάθε πλευρά έκρινε αναγκαίο να θέσει υπόψη του δικαστηρίου, ως επίσης αριθμός τεκμηρίων στα οποία οι ομνύοντες παραπέμπουν προς υποστήριξη των θέσεων τους, φαίνεται χρησιμότερη μια αδρομερής παράθεση των προβαλλόμενων θέσεων των μερών ως αυτές αναδύονται από τις ως άνω δηλώσεις, χωρίς ασφαλώς να σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη κάθε σχετική λεπτομέρεια, στοιχείο, παράγοντα, γεγονός και παράμετρο που στις σχετικές ένορκες δηλώσεις καταγράφεται και παρατίθεται. Παρεμβάλλεται ότι κατά την εξέλιξη της διαδικασίας οι ενάγοντες - αιτητές απέσυραν την υπό συζήτηση αίτηση σε βάρος των εναγομένων αρ. 4, 9, 11 και 12 με αποτέλεσμα αυτή να απορριφθεί σε βάρος των τελευταίων, επιφυλάσσοντας ταυτόχρονα το δικαίωμα τους να επανέλθουν. Περαιτέρω, στις 15.10.2019, οι τελευταίοι προχώρησαν στην καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησή τους. Την ως άνω αίτηση των εναγόντων συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση του XXXXX IIyich Gabov (ενάγων αρ. 1). Σύμφωνα με τον ως άνω ομνύοντα, το 99,9% των μετοχών της εταιρείας Bakadri Limited (καθ' ης η αίτηση αρ. 1 εταιρείας) έχει εγγραφεί παράνομα και με δόλιο τρόπο στο όνομα της Tekbird Limited (καθ' ης η αίτηση αρ. 2 εταιρείας), βάσει ενός συνολικού σχεδίου που σχεδιάστηκε και πραγματοποιήθηκε από την ΟΑΟ 'Alfa Bank' (εναγόμενη αρ. 9 εταιρεία), κατά παράβαση σύμβασης ενεχυρίασης μετοχών (deed of pledge) που υπογράφτηκε μεταξύ του ιδίου και της εναγομένης αρ. 9 τράπεζας, στις 31.05.
  28. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, προκρίνει, αποτελεί προσωπική αγωγή καταχωρηθείσα εναντίον των εναγομένων για πταίσματα που διαπράχθηκαν σε βάρος του ιδίου ως μετόχου της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας αλλά και κατά των δικαιωμάτων του ενάγοντος αρ.2, ως πιστωτή της Elektrotekhnicheskaya Kompaniya JSC (υπό εκκαθάριση), ήτοι της καθ' ης η αίτηση αρ.3 εταιρείας,. Αποτέλεσε θέση του ομνύοντα ότι ο ίδιος, στην προσπάθειά του να διασφαλίσει την ρευστότητα της καθ' ης η αίτηση αρ.3 εταιρείας, την οποία ήλεγχε μέσω της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας, αποδέχτηκε να προχωρήσει στη σύναψη συμφωνίας αναδιάρθρωσης και μετόχων (RSHA), ως επίσης συμφωνία ενεχυρίασης μετοχών της εναγομένης αρ.1 εταιρείας προς όφελος της εναγόμενης αρ.9, ενεχυριούχου δανείστριας τράπεζας. Αναφερόμενος γενικότερα στο περιεχόμενο της σύμβασης ενεχυρίασης που υπέγραψε, η οποία ως υποδεικνύει περιέχει ρήτρα δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων της Κυπριακής Δημοκρατίας και στην επακολουθήσασα αλλαγή του ελέγχου της καθ' ης η αίτηση αρ.3 εταιρείας, τον οποίο πλέον, ως εισηγείται και κατά τον τρόπο που εξήγησε ασκούσε η εναγομένη αρ.9 τράπεζα, παρέπεμψε ταυτόχρονα σε διάφορα προβλήματα που κατά τον ίδιον προκαλούσαν με την συμπεριφορά και τη δράση τους συγκεκριμένοι αξιωματούχοι της ως άνω εναγόμενης τράπεζας. Ο έλεγχος της καθ' ης η αίτηση αρ.3 από την εναγόμενη αρ.9 τράπεζα, προκρίνει, οδήγησε στην επιδείνωση των οικονομικών προβλημάτων της πρώτης και σε αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της. Παραθέτοντας λεπτομέρειες του παράνομου σχεδίου που αποδίδει στην εναγομένη αρ.9 τράπεζα να τον εξαπατήσει, της καταπιεστικής, ανέντιμης και δόλιας συμπεριφορά της τελευταίας και της συνομωσίας στην απάτη και την καταδολίευση του από μέρους των εναγομένων, υποστηρίζει παράλληλα ότι τα έγγραφα που διαβιβάστηκαν στις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας για τη μεταβίβαση των μετοχών της καθ΄ ης η αίτηση αρ.1, όπως και άλλα σχετικά έγγραφα που φέρουν την υπογραφή του, είναι αποτέλεσμα πλαστογραφίας και απάτης, αφού ο ίδιος δεν υπέγραψε οποιαδήποτε έγγραφα. Υποστηρίζοντας ότι τα περιστατικά και στοιχεία που έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των εναγομένων για απάτη, συνομωσία, εξαπάτηση, υπεξαίρεση των μετοχών της εναγομένης αρ.1, παραβιάσεις καθηκόντων καταπιστευματοδόχων κλπ, αλλά και την πιθανότητα επιτυχίας των εναγόντων στην αγωγή τους, προκρίνει παράλληλα ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος εξαφάνισης περιουσιακών στοιχείων αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, σημειώνοντας ότι υπάρχει μεγάλος κίνδυνος διάθεσης των μετοχών της εναγομένης αρ.1 εταιρείας, για την οποία, σημειώνει, οι εναγόμενοι δεν έχουν καταθέσει οικονομικές καταστάσεις και ελεγμένους λογαριασμούς από το
  29. Χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, υποστηρίζει, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος οι εναγόμενοι να προσπαθήσουν να αποξενώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία προκειμένου να αποφύγουν την εκτέλεση οποιουδήποτε διατάγματος εναντίον τους, ιδίως μετά την καταχώριση της υπό συζήτηση αγωγής. Υποστηρίζοντας ότι οι περιστάσεις της υπό συζήτηση περίπτωσης, καταδεικνύουν ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας λειτουργεί υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, αποτελεί παράλληλα θέση του πως οι εναγόμενοι αρ.5 έως 8 όπως και οι εναγόμενοι αρ.13 και 14, ηθελημένα ή όχι έχουν αναμειχθεί στα παραπάνω αδικήματα και ως εκ τούτου σύμφωνα με τις αρχές της επιείκειας, τις οποίες και επικαλείται, είναι υποχρεωμένοι να τον βοηθήσουν στην υπό συζήτηση υπόθεση. Την Ένσταση των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση του XXXXX Nikolaevich Melnikov, δικηγόρου από την Ρωσία. Ο τελευταίος, αφού εξηγεί την εμπλοκή του στην υπόθεση, παραθέτοντας λεπτομέρειες για την εξέλιξη των γεγονότων που την περιβάλλουν, επαναλαμβάνει ουσιαστικά και εξειδικεύει σε κάποιο βαθμό τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης, θέτοντας ταυτόχρονα διάφορα τεκμήρια και στοιχεία υπόψη του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τον ως άνω ομνύοντα, η καθ' ης η αίτηση αρ.3 εταιρεία για να υποστηρίξει τις καθημερινές δραστηριότητές της, δανειοδοτήθηκε σε διάφορες περιπτώσεις από την εναγόμενη αρ. 9 τράπεζα. Δανειοδοτήσεις που εξασφαλίστηκαν με συμφωνίες εγγύησης από τους μετόχους, συμφωνίες ενεχυρίασης μετοχών, δικαιωμάτων, εξοπλισμού κλπ. Στην εξέλιξη του χρόνου, ο ενάγων αρ.1, μέσω της καθ' ης η αίτηση αρ.1 εταιρείας, απέκτησε το 99% των μετοχών της καθ' ης η αίτηση αρ.
  30. Με δεδομένο ότι η καθ' ης η αίτηση αρ.3 εταιρεία αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και προβλήματα όσον αφορά την αποπληρωμή των δανείων που έλαβε από την εναγομένη αρ.9 τράπεζα, εκτελέστηκε συμφωνία αναδιάρθρωσης και μετόχων, ημερ. 31.05.2013, μεταξύ του αιτητή και των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 (RSHA). Αναφερόμενος με λεπτομέρεια στη σχέση αλλά και τη συνεργασία των εναγόντων μαζί με τις εναγόμενες εταιρείες και οργανισμούς, υποστηρίζει ουσιαστικά ότι η θεωρία συνωμοσίας που προωθείται από τον αιτητή αρ.1 δεν μπορεί να αντέξει σε οποιαδήποτε λογική δοκιμασία. Παράλληλα εισηγείται ότι η προώθηση της υπό συζήτηση αγωγής αποτελεί σαφή κατάχρηση της διαδικασίας, με δεδομένο ότι ο ενάγων αρ.2 άσκησε παρόμοια αγωγή στα Ρωσικά Δικαστήρια ζητώντας να ακυρωθεί η εκτέλεση της συμφωνίας ενεχυρίασης, διαδικασία μάλιστα στο πλαίσιο της οποίας ο ενάγων αρ.1 υποστήριξε ότι το ζήτημα θα πρέπει να επιλυθεί από τα Ρωσικά Δικαστήρια, χωρίς να επικαλείται τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Ζητήματα που προβάλλονται στην παρούσα διαδικασία, υποδεικνύει, είτε εξετάστηκαν από τα Ρωσικά Δικαστήρια είτε εκκρεμεί σήμερα η εξέτασής τους από τα ως άνω Δικαστήρια. Σε κάθε περίπτωση, επισημαίνει, εάν οι αιτητές ανησυχούσαν πραγματικά για τον κίνδυνο αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων, θα ανέμενε κανείς να ζητήσουν ενδιάμεσα διατάγματα και στα πλαίσια της Ρωσικής διαδικασίας, πράγμα που δεν έγινε. Πέραν του γεγονότος, υποστηρίζει, ότι στη βάση της συμφωνίας αναδιάρθρωσης και μετόχων μεταξύ του ενάγοντος αρ.1 και των καθ' ων η αίτηση αρ.1 και 2, (RSHA) τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να αποφανθούν επί της απαίτησης εναντίον των ως άνω εναγομένων, αφού τα μέρη δεσμεύονται από σχετική συμφωνία διαιτησίας, εν πάση περιπτώσει, η ούτως ή άλλως καθυστερημένη προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, με δεδομένο ότι η εκτέλεση της συμφωνίας ενεχυρίασης πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 2015, ενώ η υπό συζήτηση αίτηση καταχωρήθηκε μόλις τον Δεκέμβριο του 2018, εμποδίζει από μόνη της την επιτυχή κατάληξη της αίτησης. Αποτελώντας θέση του ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, υποστηρίζει ταυτόχρονα πως ο ενάγων αρ.2, δεν νομιμοποιείται εν πάση περιπτώσει να προωθεί την υπό συζήτηση αγωγή και συνακόλουθα την υπό εξέταση αίτηση, αφού δεν υφίσταται οποιαδήποτε συμβατική σχέση του με τους καθ' ων η αίτηση ούτε έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο άλλης νομικής βάσης για διεκδίκηση από των ίδιο οιοδήποτε δικαιωμάτων. Η XXXXX Χατζηχριστούδια, Διοικητική Σύμβουλος της εναγομένης αρ.8, υποστηρίζει με την ένορκη δήλωση της την ένσταση των εναγομένων 5, 6, 7, 8, 13 και
  31. Αναφερόμενη στο νομικό καθεστώς της καθ' ης η αίτηση αρ. 8, υπέδειξε ότι η τελευταία αποτελεί θυγατρική εταιρεία της εταιρείας Abacus Ltd, εταιρείας που δραστηριοποιείται στον τομέα των διοικητικών υπηρεσιών. Η καθ' ης η αίτηση αρ.8, σημειώνει, δεν διατηρεί οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία ενώ ως εξηγεί, ενεργεί ως γραμματέας εταιρειών στις οποίες η ως άνω εταιρεία Abacus Ltd παρέχει διοικητικές υπηρεσίες, κατόπιν ορισμού της από την Abacus Ltd. Εξηγώντας γιατί κατά τη θέση της δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, παραθέτοντας λεπτομέρειες για τις επαγγελματικές σχέσεις των καθ' ων η αίτηση αρ.5, 6, 7, 13 και 14, υποδεικνύει ταυτόχρονα ότι οι πιο άνω αποτελούν οικογενειάρχες, ιδιωτικούς υπάλληλους και συνταξιούχους, υποστηρίζοντας ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων εναντίον τους θα ήταν καταστροφική. Αναφερόμενη ειδικότερα στο αιτητικό «Στ» της αίτησης, υποστηρίζει ότι τούτο δεν είναι επαρκώς σαφές ώστε να μπορεί να εκδοθεί σχετικό διάταγμα, ενώ οποιεσδήποτε πληροφορίες κατέχονται σε σχέση με τις εναγόμενες 2 και 12, αυτές κατέχονται από την εταιρεία Abacus Ltd ως ο παροχέας των διοικητικών υπηρεσιών και όχι από τους καθ' ων η αίτηση 5, 6, 7, 8, 13 και
  32. Η εταιρεία Abacus Ltd, σημειώνει, με επιλογή των εναγόντων δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή. Στη βάση των προβαλλόμενων ισχυρισμών που οι ίδιοι οι ενάγοντες προωθούν, υποστηρίζει, κύριος αδικοπραγούντας φέρεται να είναι η εναγόμενη αρ.9 τράπεζα, η οποία διαθέτει περιουσιακά στοιχεία πέραν των 41,8 δισεκατομμυρίων, πραγματικότητα που από μόνη της δεν επιτρέπει ην ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης. Την ένσταση της εναγόμενης αρ. 10 εταιρείας, υποστηρίζει με ένορκη δήλωσή του ο XXXXX Κωνσταντίνου, ένας εκ των Διευθυντών της τελευταίας. Παραπέμποντας επίσης στο υπόβαθρο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση και σχολιάζοντας ανάλογα αναφορές και τοποθετήσεις του Gabov που με την ένορκη δήλωσή του υποστηρίζει την αίτηση, προκρίνει τη θέση ότι η υπό συζήτηση αίτηση πέραν του γεγονότος ότι στερείται οποιουδήποτε νομικού ερείσματος χωρίς να αποκαλύπτεται η ύπαρξη οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος είτε του ενάγοντα αρ.1 είτε του ενάγοντος αρ.2 εναντίον της εναγομένης αρ.10 εταιρείας, είναι καταχρηστική. Η εναγόμενη αρ.10, υποδεικνύει, αποτελεί εταιρεία παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών εποπτευόμενη από την Κεντρική Τράπεζα της Κυπριακής Δημοκρατίας, έχοντας άδεια προς τούτο να προσφέρει χρηματοοικονομικές και επενδυτικές υπηρεσίες. Συμμετέχει σε όμιλο εταιρειών στον οποίο μετέχει και η εναγόμενη αρ.9 τράπεζα, πλην όμως διατηρεί την ακεραιότητα των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων μακριά από οποιαδήποτε μορφή ελέγχου ή διοίκησης από την τελευταία ή από άλλη νομική οντότητα του εν λόγω ομίλου. Κατά καιρούς και όταν της ζητείται από την εναγόμενη αρ.9 τράπεζα, προσφέρει στην τελευταία λογιστικές υπηρεσίες. Ουδεμία γνώση και εμπλοκή είχε και ουδέποτε συμμετείχε σε οποιαδήποτε από τις εν θέματι δραστηριότητες των εναγόντων 1 και 2 με την εναγόμενη αρ.9 τράπεζα και/ή με οποιονδήποτε από τους υπόλοιπους καθ΄ ων η αίτηση. Ομοίως ουδεμία σχέση έχει με τη διαχείριση των καθ' ων η αίτηση αρ.1, 2 και 3 εταιρειών, ενώ παράλληλα δεν ασκεί οποιοδήποτε έλεγχο επί αυτών. Αποτελεί θέση του ότι με αόριστους και ανυπόστατους ισχυρισμούς, επιχειρείται να εμπλακεί η καθ΄ης η αίτηση αρ.10 σε ένα κατ' ισχυρισμό σχέδιο πλεκτάνης το οποίο είχε ενορχηστρωθεί από την εναγομένη αρ.9 τράπεζα, με απώτερο σκοπό και στόχο την καταδολίευση και εξαπάτηση των εναγόντων και την αποξένωση του ενάγοντος αρ.1 από το ιδιοκτησιακό καθεστώς της καθ΄ ης η αίτηση αρ.
  33. Εν πάση περιπτώσει, προκρίνει, η όποια εμπλοκή της εναγόμενης αρ. 10 εταιρείας στην εξέλιξη γεγονότων στα οποία αναφέρεται ο Gabov, δεν καταδεικνύουν ούτε κατ' ελάχιστον τη συμμετοχή ή την εμπλοκή της καθ' ης η αίτηση αρ.10 στην πλεκτάνη την οποία οι ενάγοντες προβάλλουν. Αντίθετα, η όποια ανάμειξη της περιοριζόταν αυστηρά στον έλεγχο των απαιτούμενων προϋποθέσεων συγκεκριμένων εγγράφων υπό το πρίσμα του Κυπριακού Δικαίου, χωρίς οποιαδήποτε ανάμειξη στις όποιες συναλλαγές και σε όσα συμφωνήθηκαν μεταξύ του ενάγοντα αρ.1 και της εναγομένης αρ.9 τράπεζας ή των υπόλοιπων καθ' ων η αίτηση, τα οποία και αγνοεί. Επισημαίνοντας το γεγονός ότι οι αιτητές επέλεξαν να αποσύρουν την υπό συζήτηση αίτηση σε βάρος της εναγομένης αρ.9 τράπεζας, την οποία παρουσιάζουν ως τον κύριο ενορχηστρωτή της συνωμοσίας εναντίον τους, υποδεικνύει παράλληλα ότι οι αξιώσεις των εναγόντων στο πλαίσιο της παρούσας αγωγή φέρονται να αποτελούν ισχυριζόμενες ζημιές που υπέστηκαν οι καθ' ων η αίτηση αρ.1 και 3 εταιρείες, διεκδικήσεις που μπορούν να γίνουν στα πλαίσια παράγωγης αγωγής, γεγονός που δεν ισχύει στην υπό συζήτηση περίπτωση, ως προβάλλεται και από την πλευρά των εναγόντων-αιτητών. Εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους σύμφωνα με τον ίδιον αλλά και από την ενημέρωση της οποίας έτυχε, δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και η πιθανότητα οι ενάγοντες να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά - κατά τρόπο που θα δικαιολογείτο η έκδοση οποιουδήποτε από τα αιτούμενα διατάγματα - υποστηρίζει επίσης ότι δεν έχει καταδειχθεί ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί τυχόν δικαστική απόφαση παρά μόνον αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, παραπέμποντας προς τούτο στο οικονομικό εύρος και τη βιωσιμότητα της καθ΄ ης η αίτηση αρ. 10 εταιρείας και στις εξελεγμένες οικονομικές της καταστάσεις για το
  34. Τα περιουσιακά της στοιχεία, υποδεικνύει, καταδεικνύεται ότι υπερβαίνουν κατά πολύ τα διεκδικούμενα ποσά. Υποστηρίζοντας πως ούτε το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι δυνατό υπό τις περιστάσεις να κλείνει υπέρ των αιτητών, δεν παραλείπει καταληκτικά να σημειώσει την καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας διαδικασίας, χαρακτηρίζοντας την αδικαιολόγητη, ενώ με δεδομένο ότι παρόμοιες θεραπείες επιζητούνται στα πλαίσια διαδικασιών που έλαβαν χώραν ενώπιον των Ρωσικών Δικαστηρίων, υποστηρίζει πως η υπό συζήτηση διαδικασία θα πρέπει να κριθεί ότι αποτελεί κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Με τις τελικές τους εισηγήσεις, τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Τούτο έπραξαν και δια ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης στο βαθμό που θεώρησαν αναγκαίο. Υποστήριξαν τις θέσεις τους με αναφορά σε τεκμήρια και στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, παραπέμποντας ταυτόχρονα σε σχετική με τα ζητήματα που αναδείκνυαν νομοθεσία και νομολογία. Έχω σημειώσει με πολλή προσοχή τις αναφορές, τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις όλων των πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στο πλαίσιο της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς της παρούσας, έχοντας πάντα κατά νουν ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερ. 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 490). Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα στη βάση του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί, αποκρυσταλλωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλ. Acropol Shipping Co Ltd and other v. Rossis
(1975)1 C.L.R. 38, Constantinides ν. Makriyiorghou & Another
(1978)1 C.L.R. 585, Μ & M Transport ν. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos ν. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, KOT ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. σελ. 244, Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητα ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο στα πλαίσια της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης να εκδώσει το διάταγμα. Πριν από την περαιτέρω ενασχόληση με τα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα, αισθάνομαι την ανάγκη, εκ του περισσού ίσως, να υπογραμμίσω το γεγονός πως κατά το στάδιο της ακρόασης αίτησης ως η υπό συζήτηση, θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα για ουσιαστικά ζητήματα της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης. Ως επαναβεβαιώθηκε στην Κωνσταντίνου Λόρδου κ.ά. ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά Πολιτική Έφεση Ε143/2015 ημερ. 27/3/2017, κατά το στάδιο εκδίκασης αίτησης για έκδοση ή οριστικοποίηση ενδιάμεσου διατάγματος, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και κατάληξη σε ευρήματα επί της ουσίας, πέραν του ότι είναι αναγκαίο για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας, στη διαπίστωση δηλαδή του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και οι σχετικές αρχές της νομολογίας. Η πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος κάθε υπόθεσης και η κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα και ευρήματα εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Η έρευνα του δικαστηρίου, θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου επιτρέπει τη διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas (ανωτέρω)). Ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Γρηγορίου (ανωτέρω): «Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης.» Των ως άνω λεχθέντων, δεν διαλανθάνει παράλληλα και ο λόγος της απόφασης στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980, όπου ειδικότερα για το ζήτημα υπεδείχθη πως: «Κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο». Τα διατάγματα αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων, τα οποία έλαβαν το όνομά τους από την ομώνυμη υπόθεση στην Norwich Pharmacal Co & Others v. Commisioners & Custom Exice
(1973)2 All E.R.943, εδράζονται και αποτελούν ουσιαστικά δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας. Ως υπεδείχθη στην ως άνω απόφαση του δικαστηρίου της Βουλής των Λόρδων, όπως λειτουργούσε τότε: «Although as a general rule no independent action for discovery would lie against a person against whom no reasonable cause of action could be alleged, or who was in the position of a mere witness in the strict sense, the rule did not apply where (
  1. a)without discovery of the information in the possession of the person against whom discover was sought no action could be begun against the wrongdoer, and (
  2. b)the person against whom discovery was sought had himself, albeit through no fault of his own, been involved in the wrongful acts of another so as to facilitate the wrongdoing. In such circumstances although he might have incurred no personal liability, he was under a duty to assist the person who had been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoer». Είναι καλά αποδεκτό από τα Αγγλικά δικαστήρια αλλά και την Κυπριακή νομολογία, ότι η ως άνω νομική αρχή αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής, δυνάμενη να προωθηθεί εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω και εάν αποδεδειγμένα έπραξαν τούτο άθελά τους ή ακόμη χωρίς να έχουν προσωπική ευθύνη. Όπως επισημαίνεται στις σχετικές αποφάσεις, το καθήκον αυτών των προσώπων έγκειται στην παροχή βοήθειας στο πρόσωπο που αδικήθηκε, η οποία εκδηλώνεται μέσω της αποκάλυψης των πληροφοριών που κατέχουν και που σχετίζονται με την αδικοπραξία. Η πιο πάνω νομική αρχή, όπως αναγνωρίσθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Asworth Hospital Authority ν. MGN Ltd
(2002)4 All E.R. 193, λαμβανομένων υπόψη των μεταβαλλόμενων κοινωνικοοικονομικών καταστάσεων και δεδομένων, μπορεί ανάλογα να εφαρμοστεί και σε περιπτώσεις που προγενέστερα δεν κάλυπτε. Όπως χαρακτηριστικά υποδείχτηκε στην Avila Management & Services Ltd κα. v. Stepanek κ.α.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403: «Το κοινοδίκαιο, εύπλαστο και εύκαμπτο, βοηθούμενο πάντοτε από τις αρχές της επιείκειας, δεν σταμάτησε ποτέ να εξελίσσεται, να αναδιπλώνεται και να προσαρμόζεται στις εκάστοτε απαιτήσεις του οικονομικού και κοινωνικού γίγνεσθαι της Αγγλικής κοινωνίας. Μέσα από αποφάσεις εξέχοντων νομικών, διαμορφωνόταν πάντοτε, αργά, προσεκτικά και σταθερά, το υπόβαθρο εκείνο που παρείχε ανάλογα το οπλοστάσιο ή την ασπίδα στην αντιμετώπιση των ραγδαία εξελισσομένων καταστάσεων, τοπικών και παγκόσμιων. Τα διατάγματα τύπου Nowrich Pharmacal εμπίπτουν σε αυτή τη διάπλαση του δικαίου, επηρεάζοντας όσες χώρες που εφαρμόζουν τη φιλοσοφία του Αγγλοσαξωνικού δικαίου». Αποτέλεσμα της πιο πάνω πραγματικότητας ήταν να επεκταθεί η εφαρμογή της ως άνω αρχής σε υποθέσεις που αφορούσαν παραβάσεις συμβολαίου ή άλλες αδικοπραξίες (βλ. Carcton Film Distributors Ltd v. V.C.I. Plc
(2003)EWHC 616), σε περιπτώσεις όπου ναι μεν η ταυτότητα του αδικοπραγούντος ήταν γνωστή, πλην όμως η αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών ήταν αναγκαία για την ετοιμασία και καταχώρηση της απαίτησης ή όπου ο αιτητής επιζητεί ελλείπων μέρος από την όλη υπόθεση (βλ. ΑΧΑ Equity & Law Life Assurance Society PLC v. National Westminster Bank PLC
(1998)C.L.C. 1177, Aoot Kalmneft v. Denton Wild Sapte
(2002)1 Lloyd's Rep. 417
(2001)W.L. 1729042, ως επίσης σε υποθέσεις όπου το τρίτο πρόσωπο, το πρόσωπο δηλαδή από το οποίο ζητούνται πληροφορίες, ενδεχομένως να μην είναι αθώο αλλά να είναι μέρος στην αδικοπραξία (βλ. CHC Software ν. Hopkins and Wood
(1993)F.S.R. 241). Οι ειδικότερες προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν για την έκδοση διαταγμάτων Norwich Pharmacal, κωδικοποιήθηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co Ltd v. Nex & Petrol U.K. Ltd
(2005)3 All E.R. 511, υιοθετήθηκαν δε, κατ' επανάληψη, από την Κυπριακή νομολογία. Ως ειδικότερα σημειώνεται στη σελίδα 518 της ως άνω απόφασης: «
(21)The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are: (
  1. i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
  2. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
  3. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
  4. b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Πέραν από τις πιο πάνω ειδικότερες προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων ως το υπό συζήτηση, γεγονός παραμένει ότι σχετικό αίτημα θα πρέπει να εξετάζεται έχοντας πάντα κατά νου την αναγκαιότητα να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Ότι κατά προτεραιότητα αισθάνομαι θα πρέπει να εξεταστεί στην υπό συζήτηση περίπτωση, αποτελεί το ζήτημα της «νομιμοποίησης» των εναγόντων-αιτητών να προωθήσουν την υπό συζήτηση αίτηση, διεκδικώντας μέσω της τις αιτούμενες θεραπείες. Προκρίθηκαν κατά την πρόοδο της διαδικασίας, τόσο σε σχέση με τον XXXXX IIyich Gabov (ενάγων αρ.1) όσο και σε σχέση με τον XXXXX Alexandrovich Shilo (ενάγων αρ. 2), ζητήματα ενεργητικής νομιμοποίησης των τελευταίων, όχι μόνον να προωθούν την υπό συζήτηση αίτηση αλλά ολόκληρη την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, με την υπόδειξη ότι ο μεν πρώτος αδιαμφισβήτητα τελεί υπό καθεστώς πτώχευσης, ενώ τόσο ο πρώτος όσο και ο δεύτερος δεν φαίνεται να νομιμοποιούνται, σε προσωπικό επίπεδο, στην έγερση και προώθηση της υπό συζήτηση αγωγής. Το ζήτημα της νομιμοποίησης ενός διαδίκου να προωθεί μια δικαστική διαδικασία, αποτελεί στο τέλος της ημέρας ζήτημα δημόσιας τάξης, δυνάμενο να εγερθεί ακόμα και αυτεπάγγελτα (ex proprio motu) (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της Περιουσίας της DK Intercity Buses Λάρνακας Λτδ κ.ά., ECLI:CY:AD:2017:A256, Πολ. Έφ. Αρ. 388/2011, ημερ. 7.07.2017). Με τούτο σαν δεδομένο αισθάνομαι ότι δεν εμποδίζεται η προβολή του από την πλευρά των εναγομένων σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, παρά το γεγονός ότι το συγκεκριμένο ζήτημα δεν φαίνεται να προωθήθηκε ως ένας ειδικότερος λόγος ένστασης. Η ενασχόληση με το ζήτημα και η τοποθέτηση κατά προτεραιότητα του Δικαστηρίου επί τούτου, είναι προφανές ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση, από μόνη της, θα μπορούσε να σφραγίσει την τύχη της υπό συζήτηση αίτησης, καθιστώντας εκ των πραγμάτων αχρείαστη την περαιτέρω ενασχόληση με τα άλλα ειδικότερα ζητήματα που προωθούνται τόσο από την πλευρά των αιτητών όσο και των καθ΄ ων η αίτηση. Τυχόν αποδοχή των εισηγήσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των εναγομένων επί του ζητήματος, είναι φανερό ότι δυνατό να έχει καταλυτική επίδραση στην περαιτέρω προώθηση της υπό συζήτηση αγωγής, δυνάμενη εκ των πραγμάτων να σφραγίσει την τύχη της. Το δεδομένο ότι ο ενάγων αρ. 1 τελεί υπό καθεστώς πτώχευσης παρέμεινε αδιαμφισβήτητο στην υπό συζήτηση περίπτωση. Ο ίδιος ο ενάγοντας αρ.1 διακηρύσσει το γεγονός τούτο, ρητά, στις παραγράφους 12 και 108 της ένορκης του δήλωσης που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση. Σημειώνεται πως οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του, καθ' ον χρόνο το ζήτημα προκρίθηκε στο Δικαστήριο, δεν αμφισβήτησαν την ως άνω θέση του ενάγοντα. Περιορίστηκαν ουσιαστικά στην προβολή επί του ζητήματος της θέσης πως με δεδομένο ότι ενώπιων του Δικαστηρίου δεν έχει τεθεί μαρτυρία και στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι η σχετική Ρωσική Απόφαση έτυχε αναγνώρισης στη Δημοκρατία, ως οι πρόνοιες της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή νομικής συνδρομής σε θέματα αστικού και ποινικού δικαίου, ως αυτή έχει κυρωθεί με τον Κυρωτικό Νόμο 172(Ι)/86, στις οποίες παρέπεμψαν, το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη του το γεγονός τούτο, σημειώνοντας ταυτόχρονα πως εν πάση περιπτώσει, δεν έχουν τεθεί υπόψη πρόνοιες του αλλοδαπού-Ρωσικού δικαίου σε σχέση με την επίδραση που δυνατόν να έχει το καθεστώς πτώχευσης στη δυνατότητα του ενάγοντα αρ.1 να προβαίνει στη λήψη νομικών μέτρων. Με κάθε σεβασμό, υπό το σύνολο των ειδικότερων περιστάσεων που περιβάλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, η ως άνω εισήγηση σε σχέση με την δυνατότητα του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη του το γεγονός ότι ο ενάγοντας αρ.1 τελεί ήδη υπό καθεστώς πτώχευσης, δεν μπορεί να υιοθετεί. Ως έχει ήδη σημειωθεί, το γεγονός ότι ο ενάγων αρ.1 τελεί ήδη σε καθεστώς πτώχευσης, διακηρύσσεται ενόρκως από τον ίδιο τον Ενάγοντα αρ. 1, χωρίς τούτο να αμφισβητείται από οποιαδήποτε πλευρά. Ουσιαστικά, η ως άνω εξέλιξη σε σχέση με το νομικό καθεστώς του ενάγοντα αρ.1, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητούνται, αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των πλευρών. Με δεδομένο ότι ο ίδιος ο ενάγων αρ.1 ρητά και κατηγορηματικά, ενόρκως και κατ' επανάληψη, διακηρύσσει τούτο, χωρίς οποιοσδήποτε να το αμφισβητεί, εύλογα διερωτάται κανείς γιατί το Δικαστήριο, για σκοπούς αυτής της διαδικασίας, θα πρέπει να αγνοήσει το πιο πάνω μη αμφισβητούμενο κατά τον πιο πάνω τρόπο γεγονός, ενώ οι εναγόμενοι να είναι υποχρεωμένοι να παρουσιάσουν μαρτυρία για να καταδείξουν ένα γεγονός που ο ίδιος ο ενάγων αρ.1 ενόρκως προβάλει, δηλώνει και διακηρύσσει και το οποίο οι ίδιοι δεν αμφισβητούν. Είναι γεγονός ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση, ως σωστά υποδεικνύουν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των αιτητών, δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οποιαδήποτε παραδεκτή κατά το Δίκαιο της Απόδειξης μαρτυρία σε σχέση με το Ρωσικό Δίκαιο και τις πιθανές συνέπειες που έχει για την δικαιοπρακτική ικανότητα ενός προσώπου η υπαγωγή ενός προσώπου σε καθεστώς πτώχευσης. Το ζήτημα όμως δεν τελειώνει εδώ. Στην παλαιά υπόθεση Georgiades v. Kaminaras
(1958)23 C.L.R. 276, αφού επιβεβαιώθηκε η αρχή ότι οι πρόνοιες ξένου νόμου θα πρέπει να δικογραφούνται και να αποδεικνύονται ως πραγματικό γεγονός από ειδικό προς τούτο μάρτυρα, σημειώθηκε ταυτόχρονα ότι στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας, τα Δικαστήρια θα πρέπει να θεωρήσουν ότι ο ξένος νόμος είναι ο ίδιος με τον Κυπριακό (βλ. επίσης Χαρίλαος Σταυράκη Λτδ ν. Zim Israel Navigation κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 1087 και Zolotets κ.ά ν. "Dalvent"
(1993)1 Α.Α.Δ. 877). Όπως εξάλλου υπεδείχθη επί του ζητήματος στην υπόθεση Standard Fr. Co. Ltd κ.ά. ν. Gold Seal Sh. Co. Ltd
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 464, εφόσον «δεν υπάρχει οιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με την εφαρμογή αλλοδαπού δικαίου [..] εφαρμόζεται αυτοδίκαια το Κυπριακό Δίκαιο. » Με δεδομένη στην υπό συζήτηση περίπτωση την έλλειψη οποιασδήποτε μαρτυρίας σε σχέση με το Ρωσικό Δίκαιο όσον αφορά τυχόν συνέπειες της κήρυξης κάποιου σε πτώχευση, ως η νομολογία των Δικαστηρίων μας προβλέπει, το Δικαστήριο θα πρέπει, αυτοδικαίως, να εφαρμόσει το Κυπριακό Δίκαιο. Στο άρθρο 9 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου (Κεφ. 5), το οποίο φέρει τον πλαγιότιτλο «Αποτελέσματα Διατάγματος Πτώχευσης», ειδικότερα στο εδάφιο 4, προβλέπεται ότι: «Μετά την έκδοση του διατάγματος πτώχευσης, ο πτωχεύσας, δύναται να εγείρει οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία, κατόπιν εξουσιοδότησης του Επίσημου Παραλήπτη ή του διαχειριστή και άδειας του Δικαστηρίου υπό τους όρους που δυνατό να επιβάλει το Δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένου και όρου για ασφάλεια εξόδων:...» Καμία μαρτυρία δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστήριο ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο το οποίο να καταδεικνύει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο πτωχεύσας ενάγων 1 έχει εξασφαλίσει οποιαδήποτε εξουσιοδότηση από Επίσημο Παραλήπτη ή άλλο διαχειριστή για τη δρομολόγηση της υπό συζήτηση αγωγής ή έχει εξασφαλίσει την άδεια του Δικαστηρίου προς τούτο. Αναπόδραστη είναι η κατάληξη ότι ο τελευταίος δεν νομιμοποιείται να προωθεί την επίδικη αγωγή και συνακόλουθα την υπό συζήτηση αίτηση. Το ζήτημα της νομιμοποίησης των εναγόντων να προωθήσουν την υπό συζήτηση αγωγή δεν εξαντλείται ασφαλώς στην πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου. Είναι φανερό τόσο από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και τα στοιχεία που την συνοδεύουν αλλά και από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης που σε μεταγενέστερο στάδιο καταχωρήθηκε στον φάκελο της διαδικασίας, ότι οι ενάγοντες διεκδικούν αποζημιώσεις για ζημιές τις οποίες, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, αφενός έχουν υποστεί εταιρείες στις οποίες οι ίδιοι είχαν συμφέρον (ο μεν ενάγων αρ.1 ως μέτοχος, ο δε ενάγων αρ. 2 ως πιστωτής εταιρέιας), και αφετέρου οι ίδιοι προσωπικά, έχοντας κατά τον τρόπο που υποστηρίζουν υποστεί ζημιές στο προσωπικό τους συμφέρον επί του ενεργητικού και στην εναπομείνασα περιουσία της εταιρείας «equity of redemption». Σπεύδω να σημειώσω ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση, οι ενάγοντες, μέτοχος ο πρώτος και πιστωτής εταιρείας ο δεύτερος, δεν είναι δυνατό να διεκδικούν υπό την προσωπική τους ιδιότητα, αποζημιώσεις για ζημιές που ως ισχυρίζονται υπέστησαν οι εταιρείες με τις οποίες κατά τον πιο πάνω τρόπο σχετίζονται. Είναι γεγονός ότι μέτοχος, υπό προϋποθέσεις, έχει την δυνατότητα έγερσης και προώθησης παράγωγης αγωγής. (βλ. Foss v. Harbottle
(1843)67 E.R. 189, Πιριλλής κ.α. v. Κουή
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 136 και Mammous κ.α. v. Willstrop κ.α.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 90). Ως άλλωστε ξεκάθαρα έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Χρίστου ν. Σμιρνιού κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 1210 : «Θα πρέπει να λεχθεί ότι σε παράγωγή αγωγή δεν μπορεί να συνδυαστεί η αξίωση προς όφελος του ίδιου του ενάγοντα (μετόχου ή μειοψηφίας, ανάλογα).». Η υπό συζήτηση όμως αγωγή, ρητά διακηρύσσεται από την πλευρά των εναγόντων-αιτητών ότι αποτελεί προσωπική αγωγή (παράγραφος 7 της ένορκης δήλωσης Gabov). Στο βαθμό που οι απαιτήσεις των εναγόντων - όπως αυτές επεξηγούνται και προωθούνται στην πολυσέλιδη ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτησή τους αλλά και στην Έκθεση Απαίτησης που στο μεσοδιάστημα καταχωρήθηκε - αφορούν αποκατάσταση ζημιών που κατ ισχυρισμό υπέστησαν οι εμπλεκόμενες και συνδεόμενες με τους ίδιους εταιρείες κατά τον τρόπο που εξηγούν, είναι προφανές ότι δικαίωμα προώθησης αυτών των αξιώσεων έχουν οι εμπλεκόμενες εταιρείες και όχι οι ίδιοι οι ενάγοντες. Αντίθετα, στην έκταση που τουλάχιστον από τον ενάγων αρ.2, επιζητείται αποκατάσταση και αποζημιώσεις σε προσωπικό επίπεδο, για λόγους που ως προκρίνεται έχουν να κάνουν με υποχρεώσεις έναντι του ιδίου, ως έχοντα στη βάση της αρχής του equity of redemption, προσωπικό συμφέρον στο ενεργητικό και την περιουσία της εταιρείας, ο τελευταίος δεν φαίνεται να στερείται νομιμοποίησης στην προώθηση της. Η ως άνω κατάληξη, από μόνη της, σφραγίζει την τύχη όχι μόνο της υπό εξέταση αίτησης αλλά ολόκληρης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, σε σχέση με τον ενάγοντα αρ.
  1. Εξακολουθεί να απασχολεί το δικαιολογημένο ή μη της υπό συζήτηση αίτησης σε σχέση με τον ενάγοντα αρ.
  2. Πριν από την ενασχόληση με τα ουσιαστικότερα των ζητημάτων που απασχολούν σε αιτήσεις του είδους, κρίνεται σκόπιμη η εξέταση του ζητήματος της καθυστέρησης στην προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης αλλά και της κατάχρησης των διαδικασιών από την πλευρά των αιτητών, ως αυτά προβάλλονται από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση, με δεδομένο ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων να ασχοληθούν με την παρούσα υπόθεση - έχοντας υπόψη ότι στην επίδικη Σύμβαση Ενεχυρίασης Μετοχών ρητά προβλέπεται η δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων, αλλά και το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση - δεν φαίνεται να μπορεί σοβαρά να απασχολήσει. Η καθυστέρηση και η ολιγωρία που οι καθ' ων η αίτηση εισηγούνται ότι παρατηρείται στην καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης, ως επίσης η κατάχρηση της διαδικασίας που αποδίδεται στους Ενάγοντες - Αιτητές, αποτελούν στοιχεία που από μόνα τους είναι ικανά να οδηγήσουν στην απόρριψη της αίτησης. Είναι γεγονός ότι η καθυστέρηση και η αδράνεια κάποιου να προωθήσει αίτηση του είδους, μπορεί από μόνη της να αποτελέσει ανυπέρβλητο ανάχωμα για την προώθησή της και την χορήγηση τελικά θεραπείας ως η συζητούμενη στην παρούσα (βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 788 και Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Αντώνη Κλεάνθους
(2013)1 Α.Α.Δ. 158). Παράλληλα, αδιαμφισβήτητη είναι η σύμφυτη δικαιοδοσία και εξουσία του Δικαστηρίου να ανακόψει και να καταστείλει, τη δεδομένη στιγμή, διαδικασίες οι οποίες καταχρηστικά προωθούνται ενώπιον του (Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 AAΔ 217). Ως έχει άλλωστε υποδειχθεί από τον σεβαστό Δικαστή Καλλή, στην υπόθεση Loucos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέινμπ. Πλ. και Ντάιγκ Κο, Λτδ,
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1014, η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ανάλογα ευρεία είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Ομοίως, ο λόρδος Diplock, στην υπόθεση Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another
(1981)3 All E.R. 727, σε σχέση με τις διάφορες μορφές που μπορεί να λάβει η κατάχρηση της διαδικασίας και τη συνακόλουθη εξουσία του δικαστηρίου ανάλογα να παρεμβαίνει, υπέδειξε στη σελ. 729 του τόμου που αυτή βρίσκεται δημοσιευμένη, ότι: «It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power.» Η εκτέλεση του σχετικού deed of pledge, ημερ. 31.05.2013, σημειώνουν, στη βάση της οποίας οι μετοχές που ο αιτητής 1 κατείχε στην καθ΄ ης η αίτηση αρ. 1 μεταβιβάστηκαν στην καθ΄ ης η αίτηση αρ.2, έλαβε χώραν τον Νοέμβριο του
  1. Εντούτοις, η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε μόλις τον Δεκέμβριο του 2018, έχοντας στο μεταξύ μεσολαβήσει η αμφισβήτηση της εγκυρότητας της εκτέλεσης της ως άνω σύμβασης ενεχυρίασης από τον ενάγοντα αρ. 2, ήδη από τον Δεκέμβριο του 2017, ενώπιον των Ρωσικών Δικαστηρίων. Έχει κατ' επανάληψη υποδειχθεί από τη Νομολογία των Δικαστηρίων μας ότι ο παράγοντας του χρόνου, δεν έχει σημασία μόνον στην περίπτωση προώθησης μονομερώς (ex parte) αιτήσεων του είδους. Αναμφίβολα, έχει τη δική του σημασία, ακόμα και στις περιπτώσεις που μια αίτηση εξ' αρχής προωθείται δια κλήσεως ή στην πορεία μετατρέπεται ως τέτοια μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου. Τούτο, με δεδομένο ότι τα προσωρινά διατάγματα έλκουν την καταγωγή τους στο δίκαιο της επιείκειας, τομέας του δικαίου στον οποίον η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση μιας υπόθεσης λαμβάνεται σοβαρά υπόψη, δυνάμενη ενίοτε να αποβεί μοιραία για την υπόθεση του αιτητή. Στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παρέλευση ενός έτους από το χρονικό διάστημα που ο ενάγων αρ.2 απευθύνθηκε στα Ρωσικά Δικαστήρια (Δεκέμβριο του 2017), προκρίνοντας μεταξύ άλλων ζήτημα ακυρότητας της εκτέλεσης της σύμβασης ενεχυρίασης, μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης στις 28.12.2018, αποτελεί ικανό χρονικό διάστημα. Το γεγονός τούτο όμως, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται απομονωμένο από τα υπόλοιπα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση. Η πολυπλοκότητα των ζητημάτων που προκρίνονται, ο ικανός χρόνος εντός του οποίου αυτά φέρονται να εξελίχτηκαν, ο όγκος των τεκμηρίων και η ανάγκη συλλογής, επεξεργασίας και συστηματικής αξιοποίησης, αξιολόγησης και αντιπαραβολής τους με σχετική με τα επίδικα ζητήματα μαρτυρία και λοιπά στοιχεία, σε συνδυασμό με την φερόμενη εμπλοκή ενός ικανού αριθμού φυσικών προσώπων και εταιρειών στην εξέλιξη και διαμόρφωσή τους, ως επίσης η ανάγκη ετοιμασίας μεταφράσεων από τα Ρωσικά στα Αγγλικά και στα Ελληνικά, αποτελούν στοιχεία που δεν μπορούν να παραβλεφθούν. Αντίθετα, διαφοροποιούν αισθάνομαι την κατάσταση πραγμάτων, κατά τρόπο που η όποια καθυστέρηση παρατηρείται στην προώθηση δια κλήσεως της υπό συζήτηση αίτησης, να μην επιβάλλει εκ των προτέρων την παρέμβαση του Δικαστηρίου κατά τον δραστικό τρόπο που εισηγείται η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση. Η όποια καθυστέρηση που πράγματι διαπιστώνεται, υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, δεν είναι τέτοιας μορφής και κατά συντριπτικό τρόπο αδικαιολόγητη, δυνάμενη να οδηγήσει, άνευ άλλου τινός, στην απόρριψη της αίτησης. Κατάχρηση της διαδικασίας αποδίδεται στους ενάγοντες-αιτητές, ενόψει του γεγονότος πως καθ' ον χρόνο ο ενάγων αρ. 1 κηρύχθηκε από Ρωσικό Δικαστήριο σε πτώχευση, τόσο οι αξιώσεις του ενάγοντα αρ.2-αιτητή όσο και αυτές της καθ' ης η αίτηση αρ.9 τράπεζας, συμπεριλήφθηκαν στο μητρώο πιστωτών του ενάγοντος αρ.
  2. Υποδεικνύεται περαιτέρω πως στις 07.12.2017, ενώπιων των Ρωσικών Δικαστηρίων, ο ενάγων αρ. 2 προσβάλλοντας την εκτέλεση του επίδικου deed of pledge, προέβαλε μεταξύ άλλων ότι το έγγραφο μεταβίβασης των μετοχών στη βάση του οποίου οι μετοχές μεταβιβάστηκαν στην καθ' ης η αίτηση αρ. 2 εταιρεία, είχε παραποιηθεί. Είναι φανερό, προκρίνεται από τους καθ' ων η αίτηση, ότι στα πλαίσια της ως άνω διαδικασίας ενώπιων των Ρωσικών Δικαστηρίων, προβλήθηκαν παρόμοιοι ισχυρισμοί με αυτούς που προβάλλονται στην παρούσα διαδικασία, στην Κύπρο. Με δεδομένο, καταλήγει η εισήγηση, ότι σημαντικά ζητήματα που αφορούν την υπό συζήτηση υπόθεση έχουν ήδη απασχολήσει τα Ρωσικά Δικαστήρια ή εκκρεμούν σήμερα ενώπιον τους, όπως η ύπαρξη του χρέους της καθ' ης η αίτηση αρ.3 προς την καθ' ης η αίτηση αρ. 9 τράπεζα και η νομιμότητα της εκτέλεσης της συμφωνίας ενεχυρίασης μετοχών (deed of pledge), η υπό συζήτηση διαδικασία δεν μπορεί παρά να κριθεί ότι καταχρηστικά προωθείτε και ως εκ τούτου θα πρέπει να ανακοπεί από το Δικαστήριο. Επί του συζητούμενου, είναι αισθάνομαι σημαντικό να σημειωθεί πως στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, αποκαλύπτεται πως στην Ρωσική Διαδικασία που ο ενάγων αρ. 2 φέρεται να δρομολόγησε τον Δεκέμβριο του 2017, επιζητείται η αναγνώριση του γεγονότος ότι η μεταβίβαση των μετοχών που ο ενάγων αρ. 1 κατείχε στο μετοχικό κεφάλαιο της καθ΄ ης η αίτηση αρ. 1 δεν ήταν έγκυρη και ως εκ τούτου επιζητείτο η επιστροφή των συγκεκριμένων μετοχών στην περιουσία του πτωχεύσαντα ενάγοντος αρ.
  3. Αντίθετα, με την προώθηση της υπό συζήτηση αγωγής, ουσιαστικά αξιώνονται από τον ενάγοντα αρ. 2, σε προσωπική βάση, διάφορες θεραπείες ως ειδικότερα προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αλλά και στην Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων που στο μεσοδιάστημα καταχωρήθηκε, ως αποτέλεσμα των αδικοπραξιών που οι εναγόμενοι κατ' ισχυρισμό διέπραξαν σε βάρος των εναγόντων και της εν γένει συμπεριφοράς τους απέναντι τους. Συνακόλουθα, παρά την συνάφεια των θέσεων στις δύο διαδικασίες όσον αφορά την εγκυρότητα της μεταβίβασης των μετοχών στη βάση της σύμβασης ενεχυρίασής τους, η εντελώς διαφορετική φύση των θεραπειών που αξιώνονται από τον ενάγων αρ.2 στην παρούσα υπόθεση, δεν φαίνεται από μόνης της να επιτρέπει την κατάταξη της παρούσας υπόθεσης στην έννοια της κατάχρησης ως πιο πάνω έχει αναφερθεί. Δεν έχει τεθεί άλλωστε ενώπιων του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία ή στοιχείο που θα επέτρεπε την υιοθέτηση της θέσης ότι το σύνολο των θεραπειών που επιζητούνται με την προώθηση στη Δημοκρατία της παρούσας διαδικασίας θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο της ως άνω ειδικότερης διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιων των Ρωσικών δικαστηρίων. Επί του συζητούμενου και κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες και γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ως έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου δεν εντοπίζονται εξάλλου στοιχεία τα οποία θα επέτρεπαν στο τελευταίο να διαγνώσει κακοπιστία από την πλευρά των αιτητών σε σχέση με την καταχώριση και την προώθηση της παρούσας αίτησης. Ούτε επιτρέπουν την υπαγωγή του εγχειρήματος της προώθησης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και συνακόλουθα της υπό κρίση αίτησης, στα όρια της κατάχρησης, ως η έννοια του όρου έχει ερμηνευθεί από τη Νομολογία των Δικαστηρίων μας. Προσεγγίζοντας τα ουσιαστικότερα ζητήματα που απασχολούν σε αιτήσεις του είδους, είναι γεγονός ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος ως τα υπό συζήτηση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, αφού η πρώτη έχει άμεση σχέση με την νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη επεκτείνεται στην θεώρηση της προσφερόμενης μαρτυρίας και την τυχόν θεμελίωση της αίτησης - στον περιορισμένο βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση- μέσω αυτής. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης, θα πρέπει να προσδιορίσει τις αιτίες αγωγής που αποκαλύπτονται από τους ενάγοντες και τα συστατικά στοιχεία κάθε μιας από αυτές. Η εξέταση αυτή οφείλει να είναι αυτοτελής. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, Διατάγματα, στη σελ. 124 «.δεν πρέπει να συγχέεται ή να συνδέεται με το δεύτερο κριτήριο του οποίου η εξέταση δεν εστιάζεται στα δικόγραφα αλλά σε κάτι άλλο.», δηλαδή κατά πόσον υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Κωνσταντίνου Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα (ανωτέρω) σε σχέση με την 1η προϋπόθεση του άρθρου 32, εντοπίζοντας την αναγκαιότητα διακριτής ενασχόλησης με αυτή: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε την συνδρομή της πρώτης προϋπόθεσης αυτοτελώς, σε συνάρτηση με την έκθεση απαίτησης και τις επικαλούμενες αιτίες αγωγής, παρά μόνο σωρευτικά, μαζί με την δεύτερη προϋπόθεση (..) εν πάση περιπτώσει, δεν εξετάστηκαν σε σχέση με τη συνδρομή ή μη της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, ως απαιτείτο και στο βαθμό βεβαίως που απαιτείτο, οι προβαλλόμενες αιτίες αγωγής, η συνομωσία και ο δόλος. Δεν προσδιορίστηκαν οι έννοιες των αστικών αυτών αδικημάτων με ζητούμενο κατά πόσο από την έκθεση απαίτησης αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση». Εξετάζοντας το ζήτημα κατά πόσο στην υπό συζήτηση περίπτωση έχει αποκαλυφθεί σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, αισθάνομαι ότι δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Σημειώνοντας το ευρύτερο πλέγμα γεγονότων που την περιβάλλει, ως έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, κρίνεται ότι πράγματι έχουν αναδειχθεί σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση. Προβολή θέσεων περί παραβίασης συγκεκριμένης σύμβασης ενεχυρίασης, με την παράλληλη απόδοση αμέλειας στον ενεχυριούχο πιστωτή, ως επίσης η προβολή της θέσης περί συνομωσίας όλων των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση για την εξαπάτηση των αιτητών, προκαλώντας σε αυτούς ζημιές σε προσωπικό επίπεδο, ως ειδικότερα εξειδικεύεται από τους τελευταίους, σε συνδυασμό θεωρούμενα με τις αρχές που διέπουν την θεώρηση του ζητήματος της αποκάλυψης συζητήσιμου θέματος στα πλαίσια αίτησης ως η υπό συζήτηση, φαίνεται ότι ικανοποιούν την πρώτη προϋπόθεση που η νομολογία θέτει, αποκαλύπτοντας συζητήσιμη τουλάχιστον υπόθεση επί τούτων. Ως έχει ήδη αναφερθεί, η δεύτερη προϋπόθεση που ο νόμος και η νομολογία τάσσουν για την επιτυχία αιτήματος ως το υπό συζήτηση, είναι η ανάγκη κατάδειξης από τον αιτητή κάτι περισσότερο από μιας απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά πάντως, κάτι πολύ λιγότερο από απόδειξή της στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Θα πρέπει, όπως κατ' επανάληψη έχει υπογραμμιστεί, με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχουν προσαχθεί ενώπιων του δικαστηρίου, αυτή να συγκεντρώνει πιθανότητες επιτυχίας. (Βλ. Κυτάλα κ.α v. Χρυσάνθου κ.α., 1996 1(Α) Α.Α.Δ.
  4. Ως έχει ήδη σημειωθεί, στο στάδιο της ακρόασης αίτησης ως η υπό συζήτηση θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα για τα ουσιαστικά ζητήματα της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και γενικότερα τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου επιτρέπεται η διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas και Κωνσταντίνος Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα (ανωτέρω)). Η πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της κάθε υπόθεσης και κατάληξη στα συμπεράσματα εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, χωρίς ασφαλώς να διαλανθάνει η υπόδειξη πως κάποια, πρωταρχική έστω αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο. (βλ. Σεβαστού ν. Σεβαστού (ανωτέρω)). Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση και έχοντας πάντα κατά νου ότι η διατύπωση απλώς και μόνο μιας αναγνωρισμένης στο Νόμο αιτίας αγωγής, γενικά και αόριστα, χωρίς την παράθεση οποιωνδήποτε στοιχείων που να αποκαλύπτουν όχι μόνο συζητήσιμη υπόθεση επί τούτων αλλά και «προοπτική» επιτυχίας της, δεν είναι από μόνη της αρκετή για να ικανοποιηθεί η δεύτερη προϋπόθεση, έχοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν στο Δικαστηρίου και με δεδομένο το ανεπιθύμητο της αξιολόγησης και κατάληξης σε τελικά συμπεράσματα σε αυτό το στάδιο, δεν φαίνεται εκ προοιμίου να μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα ο ενάγων αρ. 2 να δικαιούται σε κάποιες τουλάχιστον από τις αιτούμενες θεραπείες. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, κρίνεται ότι ο τελευταίος έχει υπερβεί, το ούτος ή άλλως χαμηλό ύψος του πήχη που καλείται να υπερπηδήσει σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, για να καταδείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας στη βάση του επικαλούμενου συμφέροντος του επί του ενεργητικού της εταιρείας «equity of redemption» όσο και αν παραμένει υπό συζήτηση έως και αμφισβήτηση (αλλά πάντα αντικείμενο δικαστικής κρίσης) η δυνατότητα η επίκληση αυτού του δικαιώματος να επεμβαίνει στο θεμελιώδες δικαίωμα του συμβάλλεσθε. (Βλ. μεταξύ άλλων Medforth v. Blake & Others
(1999)3 ALL.E.R 97 και Cuckmere Brick Co v. Mutual Finance
(1971)2 ALL.E.R. 633). Τα πιο πάνω, χωρίς ασφαλώς να παραβλέπω τα γεγονότα, θέσεις και ισχυρισμούς που προκρίνονται από την πλευρά των εναγομένων-καθ' ων η αίτηση, τοποθετήσεις όμως που σε κάθε περίπτωση δεν οδηγούν, αυτόματα, στον αποκλεισμό κάθε πιθανότητας επιτυχίας για την πλευρά των αιτητών. Το Δικαστήριο, συνειδητά αποφεύγει την ουσιαστική και σε βάθος εξέταση και ανάλυσή τους σε αυτό το στάδιο καταλήγοντας σε τελικά συμπεράσματα. Τούτα στην ώρα τους, κατά το στάδιο της ακρόασης. Στα πλαίσια της εξέτασης κατά πόσο ικανοποιείται ή όχι η τρίτη προϋπόθεση του ως άνω άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, σπεύδω εξ αρχής να υπογραμμίσω πως ως στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Κηροποιεία Leonic Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 έχει υποδειχθεί, δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πραγματική πρόθεση κάποιου εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Ότι προσμετράται, είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή μια δικαστική απόφαση να μην ικανοποιηθεί αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η γενικότερη προσέγγιση πως δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί πρόθεση αποξένωσης, δεν έχει την έννοια πως η θεραπεία μπορεί να δοθεί σχεδόν δικαιωματικά, εκ του γεγονότος δηλαδή και μόνο ότι εκκρεμεί αγωγή στη βάση της οποίας οι ενάγοντες - αιτητές διεκδικούν την έκδοση απόφασης προς όφελός τους. Λαμβανομένων υπόψη του συνόλου των στοιχείων και της μαρτυρίας που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, το κριτήριο είναι να υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η τυχόν εκδοθείσα απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Το ζήτημα είναι πραγματικό και θα πρέπει να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστατικών που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση περίπτωση, στη βάση πάντα των αρχών του δικαίου που δικαιολογούν ή όχι την έκδοση διατάγματος αυτής της φύσης. Στα πλαίσια της εξέτασης κατά πόσο ικανοποιείται ή όχι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, είναι σημαντικό να σημειωθεί πως ότι διερευνάται, είναι κατά πόσο στην περίπτωση που τελικά ένας ενάγοντας επιτύχει στην αγωγή του, θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων του με επιδίκαση αποζημιώσεων. Ως υποδεικνύεται στο Σύγγραμμα «Διατάγματα» των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, στη σελίδα 132: «. Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη». Ομοίως, στην υπόθεση Ανδρέου Αντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Αρ. 2),
(2008)1 A.A.Δ. 626, επισημάνθηκε ότι στις περιπτώσεις που η επιδίκαση αποζημίωσης στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων ενός ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη. Κρίθηκε ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων αποτελεί επαρκή θεραπεία όταν η φύση της υπόθεσης επιτρέπει δίκαιο υπολογισμό της ζημιάς (βλ. επίσης Κιτρομιλήδου v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1165). Η προβολή άλλωστε της θέσης για ανεπανόρθωτη ζημιά, είναι αναγκαίο να τεκμηριωθεί με την προσκόμιση κατάλληλων λεπτομερειών και εξηγήσεων. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν αρκούν. Γεγονός παραμένει, ωστόσο, πως εξετάζοντας τον παράγοντα της ανεπανόρθωτης ζημιάς, ως η έννοια του όρου περιλαμβάνεται στην τρίτη θεμελιακή προϋπόθεση του άρθρου 32, η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι σε αυτήν εμπίπτουν και άλλα, μεταβλητά κριτήρια και παράγοντες. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης, δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Η δικαιοσύνη άλλωστε δεν συναρτάται πάντα με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των συμφερόντων του αιτούμενου τη θεραπεία (βλ. Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231, Κυρίσαββα κ.α. ν. Κύζη
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1245, M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. Timberland Co
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Highgate Primary School Ltd κ.α. v. Φυλακτίδης κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317). Στην υπό συζήτηση περίπτωση προβάλλεται από τους αιτητές η θέση ότι οι καθ΄ ων η αίτηση, στο σύνολο των οποίων αποδίδουν την ευθύνη για την μείωση της αξίας των μετοχών της καθ΄ ης η αίτηση αρ.1, υπάρχει κίνδυνος να αποξενώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία με σκοπό να αποφύγουν την ικανοποίηση οποιασδήποτε απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί εναντίον τους. Προς ενίσχυση του αιτήματος γίνεται μάλιστα επίκληση της προηγούμενης συμπεριφοράς που οι ίδιοι τους αποδίδουν, ζήτημα ασφαλώς που στην υπό συζήτηση περίπτωση, έντονα αμφισβητούμενο από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση, εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο δικαστικής κρίσης. Ως με ευκολία αναδύεται από τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, ως αυτά τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου από την πλευρά των αιτητών, η εναγόμενη αρ.9 τράπεζα, παρουσιάζεται ουσιαστικά ως ο κύριος ενορχηστρωτής του σχεδίου καταδολίευσης του ενάγοντος αρ.1 και των συμφερόντων του και κατ' επέκταση, ως εξηγείται από την πλευρά των αιτητών, του ενάγοντος αρ.
  1. Πρόκειται για διάδικο που του αποδίδεται κεντρικός, κύριος, πρωταγωνιστικές και αποφασιστικός ρόλος στην εξέλιξη των επίδικων γεγονότων και ζητημάτων όπως τα προβάλλουν οι ίδιοι οι ενάγοντες-αιτητές. Σύμφωνα δε με στοιχεία τα οποία έχουν τεθεί από την πλευρά των τελευταίων, η ως άνω εναγόμενη αρ.9, παρουσιάζεται ως μια από τις μεγαλύτερες τράπεζες στην Ρωσία, με καθόλου ευκαταφρόνητο κύκλο εργασιών, με υπαλλήλους πέραν των 24.000 ανά το παγκόσμιο και περιουσιακά στοιχεία τα οποία ανέρχονται πέριξ των 41.8 δισεκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής, πολλαπλάσια δηλαδή από τα ποσά που ο εναγών αρ.2 διεκδικεί στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Υπό τις περιστάσεις που έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, ο χαρακτηρισμός της γενικότερα ως «φερέγγυου οργανισμού» δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί αδικαιολόγητος, ενώ η οικονομική της ευρωστία είναι προφανές ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την ικανοποίηση οποιασδήποτε απόφασης αποκατάστασης και αποζημίωσης ήθελε εκδοθεί προς όφελος του ενάγοντος αρ.2 στην παρούσα. Ομοίως, η εναγόμενη αρ. 10 εταιρεία και καθ' ης η αίτηση στην παρούσα διαδικασία, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, χωρίς ουσιαστικά να αμφισβητηθούν, φαίνεται να αποτελεί εταιρεία που διαθέτει τέτοια οικονομική ευρωστία, η οποία της επιτρέπει, σε περίπτωση που τελικά κληθεί από το Δικαστήριο προς τούτο, να ικανοποιήσει οποιαδήποτε απόφαση ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα αρ.
  2. Κανένα στοιχείο άλλωστε δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου ικανό να θέσει υπό αμφισβήτηση τόσο τη βιωσιμότητα όσο και τη φερεγγυότητα της ως άνω εταιρείας. Καταληκτικά θα πρέπει να σημειωθεί πως κανένα στοιχείο ή μαρτυρία δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, ως είχε υποχρέωση προς τούτο η πλευρά των αιτητών, ικανά να πείσουν, στο βαθμό που απαιτείται σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, ότι δεν θα καταστεί δυνατόν να ικανοποιηθεί οποιαδήποτε τυχόν υπέρ του ενάγοντος αρ. 2 εκδοθείσα απόφαση στην υπό συζήτηση αγωγή. Με δεδομένη την κατάληξη του δικαστηρίου ότι δεν ικανοποιούνται, σωρευτικά, οι ως άνω τρεις θεμελιακές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, παρέλκει η αναγκαιότητα να απασχολήσει το δικαστήριο το ευρύτερο ζήτημα αν τελικά, υπό τις περιστάσεις πάντα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, θα ήταν δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθούν όλα ή κάποια τουλάχιστον από τα πιο πάνω αιτούμενα διατάγματα. Στρέφοντας ειδικότερα την προσοχή στο Αιτητικό Στ της αίτησης, γίνεται κατανοητό ότι επιζητείται από συγκεκριμένους εναγομένους η αποκάλυψη πληροφοριών «αναφορικά με τους πραγματικούς τελικούς ιδιοκτήτες (ULTIMATE BENEFICIAL OWNERS) του 100% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της Καθ' ης η Αίτηση 2 και της Καθ' ης η Αίτηση 12 ως και των περιουσιακών στοιχείων αυτών». Υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, ως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν φαίνεται οι πληροφορίες που επιζητούνται να είναι αναγκαίες για να καταστήσουν δυνατή την έγερση καλόπιστης αγωγής και την προώθησή της εκ μέρους του ενάγοντος αρ.2, εναντίον εκείνων που ο ίδιος θεωρεί ότι έχουν αδικοπραγήσει σε βάρος του ή έστω έχουν παραβιάσει κατά τον τρόπο που εισηγείται προσωπικά του συμφέροντα. Ως αναδύεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση, πρόκειται για ζήτημα για το οποίο οι αιτητές παρουσιάζονται αρκούντος ενημερωμένοι, χωρίς τούτο να αποτελεί πληροφορία αναγκαία για την προώθηση της υπόθεσης του ενάγοντος αρ.2 και την καταχώρηση της σχετικής απαίτησης. Ο τελευταίος, παρουσιάζεται ακόμα και πριν την προώθηση της παρούσας αγωγής, να γνώριζε τους κατά τους δικούς του πάντα ισχυρισμούς αδικοπραγούντες σε βάρος τους. Η προσπάθεια, όπως αυτή εκδηλώθηκε από την πλευρά των αιτητών, απολήγει ουσιαστικά να αποτελεί προσπάθεια «ψαρέματος μαρτυρίας» από την πλευρά των τελευταίων. Στην υπόθεση Avila (ανωτέρω), αφού διακηρύχτηκε ότι η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, σημειώθηκε ταυτόχρονα ότι: «To ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν συντρέχουν οι περιστάσεις εκείνες που θα επέτρεπαν την έκδοση οποιουδήποτε από τα αιτούμενα διατάγματα. Συνακόλουθα, η αίτηση οδηγείται σε απόρριψη και σε σχέση με τον ενάγων αρ.2, με έξοδα προς όφελος των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.