← Κύπρος

Αριστοδήμου ν. Meshref κ.α., Αρ. Αγωγής: 144/20, 9/10/2020

Αριστοδήμου ν. Meshref κ.α., Αρ. Αγωγής: 144/20, 9/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A454 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Ιεροκηπιώτου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 144/20 Μεταξύ: Αριστοδήμου XXXXX, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας/Αιτήτριας και

  1. XXXXX XXXXX XXXXX Meshref, (XXXXX 6512)
  2. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, εκ Λευκωσίας Εναγόμενων/Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 9/10/2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κ.Θ.Παπαθεοδώρου Για Εναγόμενο/Καθ' ου η Αίτηση 1:κ. Καρεκλάς Για Εναγόμενη/Καθ'ης η αίτηση 2 :κα. Α.Χρίστου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση ημερομηνίας 22/1/2020 η Ενάγουσα-Αιτήτρια αιτείται: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον τον Καθ' ου η Αίτηση 1 προσωπικά και/ή ομού και/ή αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα και/ή οποιουσδήποτε υπαλλήλους και/ή υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους του και/ή οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους και/ή για λογαριασμό του όπως παύσει άμεσα να επεμβαίνει καθ' οιονδήποτε τρόπο εις το Διαμέρισμα υπ' αριθμό XXXXX, 3ος όροφος, που βρίσκεται στην Οδό XXXXX 8, XXXXX Court, XXXXX, XXXXX, επαρχία Λευκωσίας όπως το Δικαστήριο κρίνει δίκαιον υπό τις περιστάσεις μέχρι αποπεράτωσης της παρούσης αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Σεβαστού δικαστηρίου διατάττον τον Καθ' ου η Αίτηση 1 προσωπικά και/ή ομού και/ή αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα και/ή οποιουσδήποτε υπαλλήλους και/ή υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους της και/ή οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους και/ή για λογαριασμό της όπως παραδώσει άμεσα στην Αιτήτρια την κατοχή ελεύθερη και κενή κατοχή του διαμερίσματος υπ' αριθμό XXXXX, 3ος όροφος, που βρίσκεται στην Οδό XXXXX 8, XXXXX Court, XXXXX, XXXXX, επαρχία Λευκωσίας μαζί με τον εξοπλισμό του, όπως το Δικαστήριο κρίνει δίκαιον υπό τις περιστάσεις μέχρι αποπεράτωσης της παρούσης αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον τον Καθ' ου η Αίτηση 1 προσωπικά και/ή ομού και/ή αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα και/ή οποιουσδήποτε υπαλλήλους και/ή υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους της και/ή οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους και/ή για λογαριασμό της όπως παραδώσει άμεσα στην Αιτήτρια τα κλειδιά του Διαμερίσματος υπ' αριθμό XXXXX, 3ος όροφος, που βρίσκεται στην Οδό XXXXX 8, XXXXX Court, XXXXX, XXXXX, επαρχία Λευκωσίας όπως το Δικαστήριο κρίνει δίκαιον υπό τις περιστάσεις μέχρι αποπεράτωσης της παρούσης αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον την Καθ' ης η Αίτηση 2 προσωπικά και/ή οποιοδήποτε υπάλληλο και/ή υπηρέτη και/ή αντιπρόσωπο και/ή εντολοδόχο τους και/ή οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους και/ή για λογαριασμό τους όπως προβούν άμεσα στη διακοπή παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και/ή αποσύνδεσης του μετρητή που αντιστοιχεί στο διαμέρισμα υπ' αριθμό XXXXX, 3ος όροφος, που βρίσκεται στην Οδό XXXXX 8, XXXXX Court, XXXXX, XXXXX, επαρχία Λευκωσίας. Ε. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον την Καθ' ης η Αίτηση 2 προσωπικά και/ή οποιοδήποτε υπάλληλο και/ή υπηρέτη και/ή αντιπρόσωπο και/ή εντολοδόχο του και/ή οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους και/ή για λογαριασμό τους όπως προβούν άμεσα στην επαναφορά του λογαριασμού που αντιστοιχεί στο διαμέρισμα υπ' αριθμό XXXXX, 3ος όροφος, που βρίσκεται στην Οδό XXXXX 8, XXXXX Court, XXXXX, XXXXX, επαρχία Λευκωσίας επ' ονόματι της Ενάγουσας. ΣΤ. Όποιο άλλο Διάταγμα και/ή διαταγή ήθελε κρίνει εύλογη και δίκαιη το Δικαστήριο. Η. Τα έξοδα πλέον ΦΠΑ (Αρ. Φ.Π.Α. XXXXX978F)». Η Αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60όπως τροποποιήθηκε, στο Άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 όπως τροποποιήθηκε, στην Δ.34, θ.5, Δ.39, θθ.1, 2, Δ.48, θθ.1-3, 8, 9, Δ.64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών και άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, επί των Άρθρων 15 και 23 του Συντάγματος, στις αρχές της Επιείκειας, στις γενικές αρχές, την πρακτική και τις συμφυείς εξουσίας του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της ενάγουσας. Σε αυτήν αναφέρεται συνοπτικά πως η ίδια είναι ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος με αριθμό XXXXX, 3ος όροφος που βρίσκεται στην οδό XXXXX 8, XXXXX Сourt, XXXXX, XXXXX («το διαμέρισμα»). Κατά ή περι την 1/1/2019 συμφώνησε με την κα Petre XXXXX XXXXX («κα.Petre») την ενοικίαση του διαμερίσματος μέχρι τις 31/12/
  3. Η εν λόγω συμφωνία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
  4. Με βάση ενημέρωση που έλαβε από την ίδια μαζί της θα διέμενε ένα τρίτο πρόσωπο. Ακολούθως κατά ή περί τα τέλη Ιουνίου 2019 έλαβε ενημέρωση από την κα. Petre ότι πλέον στο διαμέρισμα θα διέμενε μαζί της ο καθ΄ου η αίτηση
  5. Κατά ή περί τις 28/8/2019 ακυρώθηκε η συμφωνία ενοικίασης που είχαν υπογράψει τα μέρη, καθ΄ότι η κα Petre δεν επιθυμούσε να διαμένει στο διαμέρισμα(Τεκμήριο 3). Μετά την ακύρωση της συμφωνίας , παρά τις δικές της και του συζύγου της επανειλημμένες οχλήσεις προς τον καθ΄ού η αίτηση 1 να εγκαταλείψει το διαμέρισμα από τη στιγμή που δεν υπήρχε σε ισχύ μεταξύ τους συμφωνία ενοικίασης, αρνήθηκε να παραδώσει ελεύθερη την κατοχή του διαμερίσματος ως εκ τούτου η ίδια άλλαξε κλειδωνιές. Στις 7/10/2019 η ενάγουσα απέστειλε στον καθ΄ου η αίτηση επιστολή καλώντας τον όπως εντός 7 ημερών από την επίδοση της επιστολής παραδώσει το διαμέρισμα και καταβάλει τα αντίστοιχα ενοίκια για απώλεια χρήσης(Τεκμήριο 4). Στις 16/10/2019 αφού ο καθ΄ου η αίτηση 1 έλαβε προειδοποιητική επιστολή από δικηγόρο κατέθεσε στο λογαριασμό της το ποσό των €300 με την ένδειξη «Rent October» (Τεκμήριο 5). Το ίδιο έπραξε και στις 18/11/2019 με την ένδειξη «Rent November»(Τεκμήριο 9). Στις 22/10/2019 ζήτησε από τον καθ΄ου η αίτηση 2 την διακοπή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στο διαμέρισμα αίτημα που έγινε δεκτό από τον καθ΄ου η αίτηση
  6. Στις 5/11/2019 έλαβε γνώση ότι ο καθ'ου η αίτηση 1 κατόρθωσε την επανασύνδεση του ρεύματος στο διαμέρισμα αφού παρουσίασε ενοικιαστήριο έγγραφο το οποίο δεν έφερε την υπογραφή της. Συνέπεια της συμπεριφοράς του καθ'ου η αίτηση 1 αναγκάζεται να ενοικιάζει διαμονή στο γιό της που επέστρεψε από τις σπουδές του και να καταβάλει ενοίκιο €500(Τεκμήριο 11). Κατά τη γνώμη της οι παράνομες ενέργειες του καθόυ η αίτηση 2 να επιτρέψει την επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος και τη μεταφορά του στο όνομα του καθ'ου η αίτηση 2 συμβάλει ώστε ο καθ'ου η αίτηση 1 να μην παραδίδει το διαμέρισμα στην ενάγουσα. Τέλος ισχυρίζεται ότι χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα είναι εξαιρετικά δύσκολο έως και αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη καθ'ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής υπάρχει ορατός κίνδυνος να καταστεί αδύνατή η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού τυχόν επιδικαστεί εφόσον ο καθ΄ου η αίτηση 1 διατηρεί τη δυνατότητας διαφυγής στο εξωτερικό. O εναγόμενος 1 καταχώρησε ένσταση η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του δικηγόρου XXXXX Κώστα(«Κ.Κ»). Οι λόγοι ένστασης που προβάλλονται με αυτή είναι πως η ενάγουσα δεν αποκαλύπτει τις συμφωνίες ενοικίασης που συνήψε με τον καθ΄ου η αίτηση 1 ημερομηνίας 1/12/2017 και 1/12/2018 καθώς και ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος. Στην ένορκη δήλωση Κ.Κ αναφέρεται πως η ενάγουσα συνέταξε δύο ενοικιαστήρια έγγραφα με τον εναγόμενο 1 ημερομηνίας 1/12/2017 και 1/12/2018, τα οποία επισύναψε ως Παραρτήματα στην ένορκη δήλωση.[1]Σημειώνει ότι η ενάγουσα εισέπραττε ανελλιπώς το ενοίκιο από τον καθ΄ου η αίτηση
  7. Η ενάγουσα υποχρεώθηκε να δώσει τα κλειδιά του διαμερίσματος στον καθ'ου η αίτηση 1 όταν η ίδια αυθαίρετα άλλαξε τις κλειδωνιές και μετά που ο καθ΄ου η αίτηση 1 παρουσίασε το μεταξύ τους ενοικιαστήριο έγγραφο στην Αστυνομία. Τέλος ανέφερε ότι η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος προς τον καθ'ου η αίτηση 1 αποκαταστάθηκε όταν ο ίδιος παρουσίασε στον καθ'ου η αίτηση 2 ενοικιαστήριο έγγραφο με την ενάγουσα. (Παράρτημα Β στην ένορκη δήλωση Κ.Κ). Ο καθ'ου η αίτηση 2 καταχώρησε ένσταση η οποία συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κα. XXXXX Κυπριανού(«Μ.Κ»). Οι βασικότεροι λόγοι ένστασης είναι οι εξής: α) Το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή καθότι η άρνηση του καθ'ου η αίτηση 2 να ικανοποιήσει το αίτημα της ενάγουσας αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία δύναται να προσβληθεί μόνο στο Διοικητικό Δικαστήριο β) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων γ) Η αίτηση είναι κακόπιστη και αποτελεί μοχλό πίεσης ώστε να εκκενωθεί το υποστατικό από τον καθ'ου η αίτηση
  8. Στην ένορκη δήλωση Μ.Κ αναφέρεται ότι στις 14/8/2019 ο λογαριασμός ηλεκτρικού ρεύματος μεταβιβάστηκε στο όνομα της ενάγουσας. Στις 23/10/2019 διακόπηκε η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο διαμέρισμα κατόπιν αιτήματος της ενάγουσας. Στις 25/10/2019 ο καθ'ου η αίτηση 1 παρουσιάζοντας ενοικιαστήριο έγγραφο μεταξύ της ενάγουσας και του ιδίου αιτήθηκε την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο διαμέρισμα (Τεκμήριο 1). Ο καθ'ου η αίτηση 2 στις 25/10/2019 προχώρησε στη σύναψη σύμβασης με τον καθ'ου η αίτηση 1 και την επανασύνδεση της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας στο διαμέρισμα με αριθμό λογαριασμού XXXXX5007 στο όνομα του καθ'ου η αίτηση 1(Τεκμήριο 2). Στις 5/11/2019 η ενάγουσα κατόπιν έρευνας της διαπίστωσε ότι είχε επανασυνδεθεί η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο διαμέρισμα και με επιστολή της ημερομηνίας 6/11/2019 αιτήθηκε τη διακοπή της παροχής(Τεκμήριο 3).Ο καθ'ου η αίτηση 2 απάντησε με επιστολή του πως με βάση τη Νομοθεσία και τους Γενικούς Όρους Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας της Αρχής τούτο δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό.(Τεκμήρια 4 και 5). Περαιτέρω αποτελεί τη θέση της ενόρκως δηλούσα πως η επιστολή ημερομηνίας 2/1/2020 αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία δύναται να προσβληθεί μόνο με προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο. Τέλος σημειώνει ότι η ενάγουσα δε δύναται να χρησιμοποιεί την παρούσα υπόθεση ως μοχλό πίεσης δηλαδή με τη διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος στο διαμέρισμα να επιτύχει την αναγκαστική έξωση του καθ'ου η αίτηση 1 από αυτό. Αυτό που θα πρέπει να σημειωθεί κατ'αρχήν είναι πως τα υπό στοιχεία Α-Ε, ανωτέρω, αιτούμενα διατάγματα, αποτελούν προστακτικά διατάγματα. Όπως λέχθηκε πολύ πρόσφατα στην απόφαση Κοινοτικό Συμβούλιο χχχ ν χχχ Σούλη[2]: «Τα χαρακτηριστικά ενός προστακτικού διατάγματος, πρέπει να λεχθεί, καθιστούν, σε κάθε περίπτωση, ιδιαιτέρως απαιτητικές τις περιστάσεις και τους όρους έκδοσής του, (βλ. Redland Bricks, Ltd. ν. Morris [1969] 2 All E.R. 576 (H.L.), Σοφοκλέους κ.ά. ν. Παύλου

(2012)1 Α.Α.Δ. 2047). Αυτό εξηγείται, κυρίως, στη βάση ότι είναι, συνήθως, πιο πιθανό να προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά από την έκδοσή του παρά από την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος, (βλ. National Commercial Bank Jamaica v Olint Corpn [2009] 1 WLR 1405 (PC). Συνέχεια της πιο πάνω διαπίστωσης, παρατηρούνται στην τελευταία υπόθεση, στη σελίδα 1409, και τα εξής: What is required in each case is to examine what on the particular facts of the case the consequences of granting or withholding of the injunction is likely to be». Έλαβα υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, με γνώμονα τόσο το δικογραφημένο πλαίσιο εντός του οποίου υπεβλήθη η παρούσα αίτηση, όσο και τις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Όσον αφορά τις προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, υπάρχει πλήθος Νομολογίας. Ενδεικτικά παραπέμπω στην πολύ πρόσφατη απόφαση 1.Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λιμιτεδ 2. Καλατζής ν Λοιζίδου[3], όπου έγινε ανάλυση των «δικαιοδοτικών» προϋποθέσεων έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων με βάση το άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/
  1. Περαιτέρω αναφορικά με τη θέση ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του καθ'ου η αίτηση 1 είναι αντινομική επειδή αυτή προέρχεται από δικηγόρο και εμπεριέχει έκφραση νομικής άποψης σημειώνω ότι ο δικηγόρος Κώστα ο οποίος προβαίνει στην ένορκη δήλωση αναφέρει την πηγή της γνώσης του που είναι ο δικηγόρος του γραφείου που χειρίζεται την υπόθεση αλλά και την εξουσιοδότηση που έλαβε από τον καθ'ου η αίτηση 1 για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Συνεπώς δε διαπιστώνεται οποιαδήποτε αντινομία για το λόγο αυτό στην ένορκη δήλωση. Περαιτέρω σημειώνεται ότι όπου στην ένορκη δήλωση γίνεται αναφορά σε νομική επιχειρηματολογία τούτη θα αγνοηθεί. Αναφορικά με τα διατάγματα που αξιώνονται εναντίον του εναγόμενου 1 σημειώνονται τα πιο κάτω: Η πρώτη προϋπόθεση εξετάζεται με βάση την έκθεση απαίτησης . Το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας εδράζεται στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης εκ μέρους του εναγόμενου 1 στην ακίνητη ιδιοκτησία της ενάγουσας ο οποίος παράνομα διαμένει και/ή χρησιμοποιεί το διαμέρισμα της ενάγουσας χωρίς να υπάρχει σε ισχύ μεταξύ τους ενοικιαστήριο έγγραφο. Η ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις εξαιτίας της παράνομης συμπεριφοράς του εναγόμενου 1 και Διάταγμα όπως εξοφλήσει και/ή διευθετήσει τους λογαριασμούς που αφορούν το εν λόγω διαμέρισμα. Επίσης αξιώνει αποζημιώσεις για παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Με βάση το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα κρίνω ότι η ενάγουσα αποκαλύπτει συζητήσιμο θέμα εναντίον του εναγόμενου
  2. Ακολούθως όσον αφορά την πιθανότητα επιτυχίας των αξιώσεων του ενάγοντα προκύπτει με βάση την ένορκη δήλωση της ενάγουσας ότι υπάρχει πιθανότητα να επιτύχει σε αυτές. Η ενάγουσα διατείνεται ότι η μόνη σε ισχύ συμφωνία ενοικίασης που υπήρχε ήταν αυτή με την κα.Petre η οποία ακυρώθηκε εκ συμφώνου στις 28/8/
  3. Ο καθόυ η αίτηση 1 διέμενε την κα. Petre από τον Ιούνιο του
  4. Εκ τοτε με επιστολές της ενάγουσας οι οποίες επιδόθηκαν στον καθόυ η αίτηση 1 τον καλούσε όπως παραδώσει την κατοχή του διαμερίσματος χωρίς αποτέλεσμα. Το διαμέρισμα κατέχεται όπως ισχυρίζεται παράνομα από τον καθ'ου η αίτηση 1, χωρίς να υπάρχει σε ισχύ ενοικιαστήριο έγγραφο και παρά τη θέληση της ίδιας . Από την άλλη το μόνο που προβάλλει ο καθ'ου η αίτηση 1 είναι δυο ενοικιαστήρια έγγραφα τα οποία επισυνάπτονται ως Παραρτήματα στην ένορκη δήλωση Κ.Κ. που ακόμα και αν λαμβάνονταν υπόψη το τελευταίο έγγραφο φέρει ημερομηνία λήξης την 1/12/
  5. Τα πιο πάνω κρίνονται σε αυτό το στάδιο ικανοποιητικά για την επιτυχία της δεύτερης προϋπόθεσης. Προχωρώ να εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση και κατά πόσο θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Σημειώνεται ότι με τα αιτούμενα διατάγματα αξιώνεται η παράδοση της κατοχής του διαμερίσματος από τον καθ'ου η αίτηση 1και/ή να παύσει ο καθου η αίτηση 1 να επεμβαίνει στο διαμέρισμα. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση η ενάγουσα αναφέρει στην παράγραφο 24 της ένορκης της δήλωσης πως είναι ορατός ο κίνδυνος και υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να καταστεί αδύνατη η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού σε περίπτωση επιτυχίας των αξιώσεων της αγωγής επειδή ο καθ'ου η αίτηση 1 διατηρεί τη δυνατότητα διαφυγής στο εξωτερικό. Επίσης στην αγόρευση που καταχωρήθηκε εκ μέρους της ενάγουσας αναφέρεται ότι ο υπάρχει ο κίνδυνος ο καθ'ου η αίτηση 1 να διαφύγει στο εξωτερικό και δεν διαθέτει οποιαδήποτε κινητή και ακίνητη περιουσία στην Κύπρο. Καταρχήν τούτη η θέση έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο του προστακτικού διατάγματος που αξιώνεται καθότι αν ο καθ'ου η αίτηση 1 διαφύγει στο εξωτερικό τότε αυτόματα τούτο εξυπακούει ότι θα έχει εγκαταλείψει το επίδικο διαμέρισμα. Τούτη η αντίφαση οδηγεί στο αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι τα επιδιωκόμενα προστακτικά διατάγματα είναι εντελώς ασύνδετα με τις θεραπείες που αξιώνονται με την αγωγή. Αν επιτύχει η αγωγή το πιο πολύ η ενάγουσα θα επιτύχει στις αξιώσεις της για αποζημιώσεις αλλά δεν θα επιτύχει την παράδοση της κατοχής του διαμερίσματος αφού τέτοιο διάταγμα δεν αξιώνεται ως τελική θεραπεία. Δεν διακρίνω με ποιο τρόπο θα επηρεαστεί η δυνατότητα πλήρους απονομής της δικαιοσύνης αφού ούτε η παροχή των θεραπειών που αξιώνει η ενάγουσα ούτε η εκτέλεση της όποιας απόφασης εκδοθεί υπερ της θα επηρεαστεί ανάλογα με το αν εκδοθούν ή όχι τα διατάγματα που αξιώνονται. Αν ο καθ'ου η αίτηση 1 διαφύγει στο εξωτερικό το διαμέρισμα θα παραμείνει ελεύθερο. Καταλήγω ότι η τρίτη προϋπόθεση δεν πληρείται. Απόλυτα σχετικά με το υπό συζήτηση θέμα είναι τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση PREFORD LTD, ν BOMAR NAVIGATION CO LTD[4]. Ειδικότερα παραπέμπω στα εξής : «Η τύχη της αίτησης προκαθορίζεται από το γεγονός ότι η έκδοση του παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι δυνατό να συσχετισθεί προς τις ανάγκες της υπόθεσης όπως αυτές διαγράφονται από τις ίδιες τις τελικές θεραπείες που επιζητούν οι ενάγοντες. Και με την υπόθεση ότι θα φανεί στο τέλος ότι πράγματι οι εναγόμενοι άδικα ή παράνομα ή αντισυμβατικά κατακρατούν τα φορτία, σε καμιά περίπτωση δεν θα εκδοθεί τελικό διάταγμα με περιεχόμενο όπως αυτό που επιδιώκεται τώρα, γιατί δεν αξιώνεται κάτι τέτοιο. Αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60) στο οποίο στηρίζεται η αίτηση, να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, ότι εκτός αν εκδοθεί θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Δεν μπορώ να δω με ποιό τρόπο είναι δυνατό να επηρεαστεί η δυνατότητα απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εγκριθεί η αίτηση. Ούτε η παροχή των θεραπειών που ζητούν οι ενάγοντες ούτε η εκτέλεση της όποιας απόφασης η οποία ενδεχομένως θα εκδοθεί υπέρ τους θα επηρεαστούν ανάλογα με το αν θα εκδοθεί ή όχι το διάταγμα που ζητούν τώρα. Στην υπόθεση Chellaram v. Butlers (ανωτέρω) ήταν οι ιδιοκτήτες που διεκδίκησαν τα εμπορεύματα και ήταν έναντί τους που θεωρήθηκε ότι δεν υπήρχε δικαίωμα επίσχεσης για κατ' ισχυρισμό χρέος τρίτων με τους οποίους είχαν συμβληθεί οι εναγόμενοι. Η υπόθεση Τafco (No. 1) v. Ship "Lambros L"
(1977)1 C.L.R. 143 που επίσης επικαλέστηκαν οι αιτητές, δεν τους βοηθά. Εκεί τα εμπορεύματα ήταν φθαρτά, η παράταση της κατακράτησής τους στο πλοίο ενδεχομένως θα τα κατέστρεφε και θεωρήθηκε πως, εκτός αν εκδιδόταν το διάταγμα, θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Εκδόθηκε παρεμπίπτον προστακτικό διάταγμα για την παράδοση των εμπορευμάτων στους ενάγοντες παρά τους ισχυρισμούς του εναγόμενου πλοίου ότι είχε δικαίωμα επίσχεσης αφού οι ενάγοντες ως αδιαμφισβήτητοι ιδιοκτήτες των εμπορευμάτων, μεταξύ άλλων, αξίωναν την έκδοση τελικού διατάγματος για την παράδοση σ' αυτούς των εμπορευμάτων που τους ανήκαν». Συνεπώς για τους λόγους που εξηγήθηκαν τα αιτούμενα διατάγματα αναφορικά με τον καθ'ου η αίτηση 1 δεν δύναται να εκδοθούν. Προχωρώ να εξετάσω κατά ποσό δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων εναντίον του καθ'ου η αίτηση 2. Αναφορικά με το ζήτημα της εξέτασης του δικαιοδοτικού ζητήματος που θίγει η πλευρά του καθ'ου η αίτηση 2 σχετική είναι η απόφαση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν Beograsdska Banka D.D[5], όπου πολύ σχετικά λέχθηκε από το Δ. Κωνσταντινίδη στις σελίδες 242-246 ότι: «... Στην παρούσα υπόθεση το πρωτόδικο δικαστήριο είχε την ευχέρεια να θεωρήσει πως ενδείκνυται να δικαστεί ως πρώτο το δικαιοδοτικό ζήτημα. Μπορούσε όμως και να προσανατολιστεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Όπως αναφέρεται στο Mareva Injuctions - Law and Practice των Gee and Andrews στη σελ. 42 ενυπάρχει πάντοτε η δυνατότητα παροχής ενδιάμεσης θεραπείας σε διαδικασία στην οποία ο εναγόμενος αμφισβητεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, μέχρις ότου διαγνωστεί τελικά το βάσιμο της αμφισβήτησης. Εκείνο που δεν μπορούσε να κάμει ήταν η εκδίκαση του δικαιοδοτικού ζητήματος ως θέματος της αίτησης για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Ο χειρισμός είχε καταλυτική συνέπεια. Όχι όμως γιατί ο πρωτόδικος δικαστής διατύπωσε εκ πρώτης όψεως κρίση ως προς την κρατική ασυλία. Η κρίση του είχε τη σφραγίδα της οριστικότητας. Το σφάλμα ήταν αυτή καθ' εαυτήν η εξέταση του θέματος της κρατικής ασυλίας που προδήλως στηρίκτηκε στην αντίληψη πως αφού εγέρθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας για παρεμπίπτον διάταγμα, εντασσόταν σ' αυτή. Οπότε, αφού δυνάμει του άρθρου 22
(4)του Ν. 14/60 είχε δικαιοδοσία εκδίκασης της αίτησης για τέτοιο διάταγμα, είχε και δικαιοδοσία να εκδικάσει τα θέματα που εγείρονται στο πλαίσιο της. Τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, να ακούει και να αποφασίζει πρωτοδίκως αγωγή την καθορίζει το άρθρο 22
(1)και
(3)του Ν. 14/60. Δεν χρειάζεται να αναφερθούμε σε άλλες πρόνοιες. Εδώ, όπως ήταν παραδεκτό, τη δικαιοδοσία αυτή δεν την είχε ο πρωτόδικος δικαστής. Η εξουσία του πρωτόδικου δικαστή προέκυπτε και μπορούσε να κινηθεί μόνο μέσα στο πλαίσιο του άρθρου 22
(4)(β) "να εκδίδη οιονδήποτε διάταγμα εν οιαδήποτε αγωγή, μή διαγιγνώσκον την ουσίαν της αγωγής". Σαφώς, δηλαδή, διάταγμα μέσα στην αγωγή και συνεπώς όχι προσδιοριστικό της τύχης της. Η υπόθεση Ρ.Ι.Κ. κ.ά. ν. Νικολαϊδης (ανωτέρω), είναι σχετική. Εν προκειμένω, η απόφαση για την ύπαρξη ή μή δικαιοδοσιας προς εκδίκαση της αγωγής, δεν είναι ούτε μπορεί να καταστεί διάταγμα "εν τη αγωγή". Το πρωτόδικο δικαστήριο ασχολήθηκε με το δικαιοδοτικό ζήτημα καθ' υπέρβαση της δικαιοδοσίας του και η πρωτόδικη απόφαση, που στηρίχτηκε στην κρίση πως υπάρχει κρατική ασυλία, πρέπει να παραμεριστεί. Το πρωτόδικο δικαστήριο, όπως το δήλωσε ρητά, δεν ασχολήθηκε με την "ουσία" του θέματος. Συνεπώς, θα παραπέμπαμε το θέμα για εξέταση της ουσίας του στο Επαρχιακό Δικαστήριο, στο οποίο ανήκει η σε πρώτο βαθμό διάγνωση της συνύπαρξης των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32 και στη συνέχεια, αν αυτές συνυπάρχουν, η άσκηση διακριτικής εξουσίας. Χωρίς αναφορά στο ζήτημα της κρατικής ασυλίας ή και της εκδικασιμότητας. Το κατά πόσο θα προκρινόταν η κατά προτεραιότητα εξέταση αυτών των ζητημάτων από το αρμόδιο Δικαστήριο, απόκειται στο Επαρχιακό Δικαστήριο.». Με βάση τα ανωτέρω απαφασισθέντα κρίνω πρώιμο σε αυτό το στάδιο και στα πλαίσια της παρούσας αίτησης να αποφανθώ επι του εγειρόμενου δικαιοδοτικού ζητήματος. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Οι αξιώσεις της ενάγουσας εναντίον της καθ'ης η αίτηση 2 εδράζονται όπως προκύπτει από το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στο αστικό αδίκημα της αμέλειας και/ή της παραβίασης των νόμιμων καθηκόντων της καθ'ης αίτηση 2 προς της ενάγουσα. Σε αυτό το στάδιο θα έλεγα ότι με βάση το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αποκαλύπτεται συζητήσιμο ζήτημα προς εκδίκαση εναντίον της καθ'ης η αίτηση 2. Όσον αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας όπως φαίνεται από την ένορκη δήλωση της ενάγουσας αυτή εδράζεται στις παράνομες πράξεις της καθ'ής αίτηση 2 δηλαδή στην πράξη επανασύνδεσης του ηλεκτρικού ρεύματος στο διαμέρισμα της ενάγουσας σε λογαριασμό στο όνομα του καθ'ου η αίτηση 1 χωρίς τη συγκατάθεση της και χωρίς να υπάρχει σε ισχύ ενοικιαστήριο έγγραφο μεταξύ της ίδιας και του καθ΄ου η αίτηση 1 καθως και στην άρνηση της να επαναφέρει το λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος του διαμερίσματος στο όνομα της. Επιπλέον το ενοικιαστήριο έγγραφο που παρουσιάστηκε στην καθ'ης η αίτηση 2 από τον καθ'ου η αίτηση 1, όπως διατείνεται η ενάγουσα, ουδεμία εγκυρότητα έχει και ούτε θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη εφόσον δεν υπογράφεται από την ίδια .Οι πιο πάνω πράξεις σύμφωνα με την ενάγουσα έγιναν από αμέλεια και κατά παράβαση των καθηκόντων της καθ'ης η αίτηση 2 προς την ενάγουσα. Στο σημείο αυτό και για σκοπούς της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων αποφαίνομαι ότι η αγωγή της ενάγουσας έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση κρίνω ότι ισχύουν κατ'αναλογίαν τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω. Οι αξιώσεις για αποζημιώσεις εναντίον της εναγόμενης 2 λόγω αμέλειας και/ή παραβίασης των νόμιμων καθηκόντων της ουδεμία σχέση έχουν με το προστακτικό διάταγμα εναντίον της για διακοπή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στον καθ'ου η αίτηση 1 και/ή με το διάταγμα για επαναφορά του λογαριασμού παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στο όνομα της ενάγουσας. Αν επιτύχει ενάγουσα στην αγωγή της εναντίον της εναγόμενης 2 το πιο πολύ που θα λάβει είναι αποζημιώσεις αλλά όχι τα προστακτικά διατάγματα τα οποία δεν αξιώνονται σαν τελική θεραπεία. Συνεπώς δεν διακρίνω πως πλήττεται η απονομή της δικαιοσύνης από την έκδοση ή μη των προστακτικών διαταγμάτων. Κατ΄ακολουθίαν των ανωτέρω καταλήγω πως δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση. Η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπερ των καθ'ων η αίτηση 1 και 2 και εναντίον της αιτήτριας όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ M. Ιεροκηπιώτου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Τα Παραρτήματα δεν έγιναν Τεκμήρια. [2] Πολιτική Έφεση Αρ.Ε75/2015,ημερομηνίας 7/12/2018 [3] Πολιτική Έφεση Αρ.Ε7/2018,ημερομηνίας 21//3/2019 [4] 1994 1 ΑΑΔ 277 [5] 1999 1 ΑΑΔ 225 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.