← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. C.Q.R. Properties Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 7568/2014, 21/10/2020

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. C.Q.R. Properties Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 7568/2014, 21/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A464 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7568/2014 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσας v. 1. C.Q.R. Properties Ltd 2. . Σταύρου 3. . Σταύρου Εναγομένων Και βάσει Ειδοποιήσεως (άρθρο 18

(4)του Ν.169(Ι)/15) Gordian Holdings Ltd Ενάγουσας v. 1. C.Q.R. Properties Ltd 2. . Σταύρου 3. . Σταύρου Εναγομένων Αίτηση Εναγομένων ημ. 23.10.19 για τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κα Μ. Νικολαϊδου για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Δ. Στεφάνου με κ. X. Παπαϊωάννου για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σια ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενοι - Αιτητές ζητούν την τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους με την προσθήκη δύο παραγράφων στην Υπεράσπιση και πέντε αξιώσεων στην Ανταπαίτηση, ως ακολούθως: (
  1. i)Οι Εναγόμενοι εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι η εταιρεία Gordian Holdings Ltd δεν νομιμοποιείται στην υποκατάσταση της ως προς τα δικαιώματα της Τράπεζας Κύπρου και ή στην προώθηση της παρούσας Αγωγής καθότι η μεταβίβαση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και ή εξασφαλίσεων είναι παράνομη και ή αντίθετη με το άρθρο 3 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Ν.169(Ι)/15, για τον λόγο ότι κατά τον χρόνο εξαγοράς των επίδικων διευκολύνσεων το συνολικό ποσό τους υπερέβαινε το €1εκ. (
  2. ii)Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα παράνομα προέβη στις 30.9.19 στην έναρξη διαδικασίας πλειστηριασμού της υποθήκης Υ..77/11 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/65, με επιφυλαχθείσα τιμή πώλησης τις €376.000 και ή με τιμή εκποίησης πολύ χαμηλότερη της πραγματικής και ή εκτιμηθείσας και ή αγοραίας αξίας του ακινήτου με αποτέλεσμα την πρόκληση στην Εναγομένη 3 τόσο οικονομικής ζημιάς ύψους €650.000 όσο και παραβίασης των θεμελιωδών και ιδιοκτησιακών της δικαιωμάτων τα οποία είναι κατοχυρωμένα από το Σύνταγμα, τη Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το δίκαιο και ή αποφάσεις και ή Οδηγίες και ή Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (iii) Διάταγμα με το οποίο να κηρύσσονται άκυρες οι υποθήκες Υ..72/11 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας και Υ..77/11 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου. (
  3. iv)Διάταγμα με το οποίο η Ενάγουσα, οι διευθυντές και αντιπρόσωποι της και ο Διευθυντής του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας και Αμμοχώστου αντίστοιχα προβούν αμέσως με την επίδοση του υπό κρίση διατάγματος στην εξάλειψη των προαναφερόμενων υποθηκών. (
  4. v)Αναγνωριστική Απόφαση με την οποία να κηρύσσονται παράνομες και άκυρες οι διαδικασίες εκποίησης των προαναφερόμενων υποθηκών λόγω της μη νομιμοποίησης της Ενάγουσας να το πράξει, και ή (
  5. vi)Απόφαση εναντίον της Ενάγουσας και υπέρ της Εναγομένης 3 για το ποσό των €650.000 λόγω της παράνομης πώλησης και ή πλειστηριασμού της υποθήκης Υ..77/11. (vii) Παραδειγματικές και ή τιμωρητικές αποζημιώσεις και ή αποζημιώσεις ένεκα παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Εναγομένης 3 (προφανώς η αναφορά στην Ενάγουσα είναι λανθασμένη). Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2, Διευθυντή της Εναγομένης 1 και συζύγου της Εναγομένης 3. Ο Εναγόμενος 2 αναφέρει ότι αντικείμενο της υπό κρίση Αγωγής είναι η συμφωνία ημ. 1.8.11 παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων προς την Εναγομένη 1 εκ €600.000 για την οποία δόθηκαν ως εξασφαλίσεις προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2 και 3 και η παραχώρηση από τους Εναγόμενους 2 και 3 των Υ..72/11 και Υ..77/11 αντίστοιχα. Ο Εναγόμενος 2 αναφέρει επίσης ότι η απαίτηση ξεπερνά το €1εκ. και ότι στις 11.6.19 οι δικηγόροι της Ενάγουσας καταχώρισαν Ειδοποίηση αντικατάστασης και υποκατάστασης της Τράπεζας Κύπρου με τη Gordian Holdings Ltd λόγω μεταβίβασης των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων δυνάμει του άρθρου 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Ν.169(Ι)/15. Αποτελεί ισχυρισμό του Εναγομένου 2 ότι η μεταβίβαση είναι παράνομη και αντίκειται στις πρόνοιες του άρθρου 3
(1)(β) του Ν.169(Ι)/15 καθότι η Εναγομένη 1 είναι μικρή επιχείρηση ως ορίζεται στην Σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2003 (2003/361/ΕΕ) και τα συνολικά διεκδικούμενα ποσά ως φαίνεται στο κλητήριο ένταλμα ξεπερνούν το €1εκ. Ως εκ τούτου, σύμφωνα πάντα με τον Εναγόμενο 2, η Gordian δεν νομιμοποιείται στις αξιώσεις της. Επιπλέον, ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται πως η διαδικασία εκποίησης της Υ..77/01 άρχισε παράνομα καθότι η επιφυλαχθείσα τιμή καθορίστηκε στις €376.000, ενώ η αγοραία αξία του ενυπόθηκου ακινήτου υπερβαίνει τις €650.000 και πως η όλη συμπεριφορά και οι ενέργειες της Ενάγουσας προσβάλλουν τα θεμελιώδη δικαιώματα της Εναγομένης
  1. Ο Εναγόμενος 2 επισυνάπτει την Ειδοποίηση πλειστηριασμού και την επίσημη εκτίμηση της αξίας του ακινήτου από το Τμήμα Κτηματολογίου για το έτος
  2. Γι΄ αυτό είναι η θέση του Εναγομένου 2 ότι λόγω αυτών των εξελίξεων, καθίσταται αναγκαία η αιτούμενη τροποποίηση για να μπορέσουν οι Εναγόμενοι να προβάλουν όλες τις νομικές τους θέσεις στη δίκη, επισημαίνοντας ότι η Αίτηση καταχωρίστηκε καλόπιστα και χωρίς καθυστέρηση, δεν έχει ξεκινήσει η ακρόαση της υπόθεσης και δεν θα επιφέρει αδικία στην Ενάγουσα. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) Η Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη, παράτυπη, καταχρηστική, γενική και αόριστη. 2) Η Αίτηση είναι κακόπιστη καθότι οι Αιτητές προσπαθούν να εισαγάγουν εξ ολοκλήρου νέα βάση υπεράσπισης και ανταπαίτησης. 3) Η Αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα και με σκοπό την κωλυσιεργία στην εκδίκαση της υπόθεσης και χωρίς να δοθεί επαρκής και ή καμία εξήγηση για την καθυστέρηση. 4) Οι Αιτητές δεν έχουν προσέλθει με καθαρά χέρια καθότι αποκρύπτουν στοιχεία και γεγονότα που σχετίζονται με την Αίτηση και δύνανται να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου. 5) Η προτεινόμενη προδικαστική ένσταση δεν δύναται να εγερθεί στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής καθότι υπάρχει διάταγμα του Δικαστηρίου επί αυτού του ζητήματος. 6) Η δεύτερη προτεινόμενη παράγραφος της Υπεράσπισης είναι άνευ αντικειμένου και ή ανυπόστατη καθότι η έναρξη της διαδικασίας πλειστηριασμού είναι καθόλα νόμιμη ως αποφασίστηκε σε άλλες δικαστικές διαδικασίες και επομένως δεν δύναται να αμφισβητηθεί στα πλαίσια της παρούσας. 7) Οι Αιτητές επιδιώκουν να εισαγάγουν στοιχεία και ισχυρισμούς οι οποίοι ήταν γνωστοί σε αυτούς πολύ πριν την καταχώριση της Αίτησης. 8) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν έγινε σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. 9) Δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 10) Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα πλήξει ανεπανόρθωτα βασικά συνταγματικά δικαιώματα της Ενάγουσας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΠΔ (εφεξής «ο ΠΔ»), ο οποίος ήταν υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου μέχρι τις 17.1.20 και έκτοτε μεταφέρθηκε στην υπηρεσία της Gordian. Ο ΠΔ βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ισχυρίζεται επίσης ότι οι Αιτητές έλαβαν γνώση της μεταβίβασης στη Gordian με επιστολές της Τράπεζας Κύπρου και της Gordian ημ. 31.5.
  3. Επίσης ο ΠΔ αναφέρει ότι για τη διαδικασία πλειστηριασμού για την Υ..77/11 οι Αιτητές καταχώρισαν την Αίτηση Έφεση 22/19 και την Αγωγή 427/19 ΕΔ Αμμοχώστου στα πλαίσια της οποίας καταχώρισαν ενδιάμεση αίτηση για προσωρινά διατάγματα και ότι τόσο η Αίτηση Έφεση όσο και η ενδιάμεση αίτηση απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου ο ΠΔ ισχυρίζεται ότι η νομιμότητα της διαδικασίας του πλειστηριασμού έχει ήδη αποφασιστεί και οι Αιτητές αφενός επιχειρούν να διορθώσουν λάθη και παραλείψεις τους και αφετέρου δεν έρχονται με καθαρά χέρια καθότι σκόπιμα απέκρυψαν αυτά τα γεγονότα και επιδίωξαν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Η Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία στηρίζεται η Αίτηση και όπως ίσχυε κατά τον χρόνο καταχώρισης της παρούσας Αγωγής, παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να επιτρέπει τροποποίηση δικογράφου σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και με τέτοιους όρους όπως θεωρεί δίκαιον καθώς επίσης προνοεί πως θα πρέπει να γίνονται όλες οι τροποποιήσεις οι οποίες κρίνονται αναγκαίες για την επίλυση της διαφοράς μεταξύ των μερών. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί ότι η εισήγηση της δικηγόρου των Αιτητών στην αγόρευση της πως η Αίτηση πάσχει καθότι δεν στηρίζεται στη Δ.23 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν κρίνεται βάσιμη καθότι η Αίτηση στηρίζεται στη Δ.25 η οποία και διέπει το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφου και παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την αιτούμενη της Υπεράσπισης τροποποίηση. Επανερχόμενη στη Δ.25 θ.1, στο The Annual Practice 1958, σελ. 622, με αναφορά στην αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια O.28 r.1, η γενική αρχή τίθεται ως εξής: «In Tildesley v. Harper, 10 Ch.D. pp.396, 397, Bramwell, L.J., said: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". "However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs" . An amendment ought to be allowed if thereby "the real substantial question can be raised between the parties", and multiplicity of legal proceedings avoided.» Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος είναι πλούσια και ιδιαίτερα διαφωτιστική. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις στις οποίες η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11 και Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου & άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223, η πιο πάνω αρχή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. v. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψιν το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Η υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 745 περιέχει μια χρήσιμη σύνοψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα τροποποίησης στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος της τροποποίησης, είναι πλουσιότατη. Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Η κλασσική επαναδιατύπωση των νομολογιακών αρχών δόθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33, στην οποία οι αρχές συνοψίστηκαν ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου, στον οποίο το Δικαστήριο δύναται να ανατρέξει και λάβει γνώση αυτού (βλ. Γεωργίου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1938) και αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, στις 11.6.19 οι δικηγόροι της Ενάγουσας, Τράπεζας Κύπρου, καταχώρισαν Ειδοποίηση για τη μεταβίβαση των επίδικων διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων στη Gordian δυνάμει του άρθρου 18 του Ν.169(Ι)/15 και του Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε με διάταγμα ημ. 23.5.19 ΕΔ Λευκωσίας και τέθηκε σε ισχύ από τις 30.5.19. Στην Ειδοποίηση αναφέρεται ότι η Gordian έχει αυτόματα αντικαταστήσει και υποκαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου στην Αγωγή και ότι η Ειδοποίηση δίδεται με βάση το άρθρο 18
(4)του Ν.169(Ι)/15 και το διάταγμα του Δικαστηρίου. Με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Εναγομένου 2, συνάγεται πως οι Αιτητές επικαλούνται την καταχώριση της Ειδοποίησης για να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας Αίτησης, παρόλο που δεν προβαίνουν σε ρητή και ξεκάθαρη αναφορά ως προς τούτο. Ο ΠΔ θεωρεί πως οι Αιτητές επέδειξαν μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση καθότι γνώριζαν από τις 13.5.19, μέσω των επιστολών, για τη μεταβίβαση των υπό κρίση πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων. Το γεγονός της αποστολής και παραλαβής αυτών των επιστολών παρέμεινε αναντίλεκτο από την πλευρά των Εναγομένων. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι λαμβάνοντας ως βάση είτε την ημερομηνία παραλαβής των επιστολών είτε την καταχώριση της Ειδοποίησης, οι οποίες δεν έχουν μεγάλη χρονική απόκλιση μεταξύ τους, δεν παρατηρείται τέτοια καθυστέρηση η οποία να οδηγεί δίχως άλλο στην απόρριψη της Αίτησης. Μέσα από τον φάκελο, προκύπτει ότι μετά την καταχώριση της Ειδοποίησης, οι δύο πλευρές εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στις 8.7.19 όταν το Δικαστήριο όρισε την Αγωγή για ακρόαση στις 9.3.
  1. Ακολούθησε η καταχώριση της παρούσας στις 23.10.19, δηλαδή λίγους μήνες μετά την παραλαβή των επιστολών και την καταχώριση της Ειδοποίησης, χρονικό διάστημα το οποίο δεν κρίνεται τόσο μεγάλο που να θεωρείται ότι οι Αιτητές επέδειξαν τέτοια μεγάλη αδιαφορία και καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος τους ούτως ώστε αυτό να μην δύναται να εξεταστεί. Το πρώτο σκέλος της αιτούμενης τροποποίησης αφορά την συμπερίληψη προδικαστικής ένστασης για τη νομιμότητα της μεταβίβασης των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων. Όπως αναφέρει ο ΠΔ και σύμφωνα με το διάταγμα ημ. 23.5.19, Τεκμήριο 1 στην ένορκη του δήλωση, διαφαίνεται ότι εγκρίθηκε και επικυρώθηκε το Σχέδιο Διακανονισμού μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και της Gordian το οποίο συμπεριλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη μεταβίβαση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και των όποιων εξασφαλίσεων αυτών, καθώς επίσης και τη συνέχιση οποιωνδήποτε νομικών διαδικασιών αναφορικά με τις εν λόγω διευκολύνσεις. Από τη στιγμή που η μεταβίβαση των εν λόγω διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων έχει εγκριθεί και επικυρωθεί με διάταγμα Δικαστηρίου, τότε δεν παρέχεται εξουσία στο παρόν Δικαστήριο να υπεισέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στη νομιμότητα αυτού και να κληθεί να αποφασίσει διαφορετικά. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι παραπέμπουν και περιορίζονται στον Ν.169(Ι)/15, πλην όμως διαφαίνεται ότι το δικαστικό διάταγμα εκδόθηκε στη βάση τόσο του εν λόγω Νόμου όσο και των άρθρων 198-200 του Κεφ.
  2. Επομένως θεωρώ ότι δεν παρέχεται οποιαδήποτε δυνατότητα ενασχόλησης με αυτούς τους ισχυρισμούς στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής καθότι κάτι τέτοιο θα απέληγε σε έλεγχο και αναθεώρηση από ομόβαθμο Δικαστήριο του εν λόγω δικαστικού διατάγματος. Σαφώς τέτοια εξουσία παρέχεται μόνο στο Εφετείο καθότι είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι η ανατροπή και διαφοροποίηση της όποιας απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου δεν είναι επιτρεπτή από ομόβαθμο Δικαστήριο. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Λοϊζίδη κ.ά. v. Περατικού, Πολ. Αίτηση 32/19, ημ. 17.4.19, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Επί της ουσίας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου συγκλίνει στο ότι δεν είναι δυνατό για ένα Δικαστήριο να αναθεωρεί αποφάσεις ομοβάθμου Δικαστηρίου με δεδομένο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο θεωρείται ενιαίο για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης και δεν έχει σχέση, ούτε και θα μπορούσε νόμιμα να αποτελούσε παράγοντα που επηρεάζει μια απόφαση, η κατά περίπτωση σύνθεση του κατωτέρου Δικαστηρίου. Δεν μπορεί, με άλλα λόγια, εφόσον έχει αποφασιστεί ένα ορισμένο ζήτημα κατά ένα τρόπο, στη συνέχεια ένα άλλο ομόβαθμο Δικαστήριο στο οποίο αναλόγισε η υπόθεση στην πορεία της διαδικασίας, να αποφασίζει κατά άλλο τρόπο. Στην πρόσφατη απόφαση στη Mikis + Markos Sideris Holdings Limited v.
  3. Χρίστου Τριανταφυλλίδης, διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Φάνης Σιδέρη, τέως από τη Λευκωσία, κ.ά., ECLI:CY:AD:2019:A14, Πολ. Έφ. αρ. 21/2013, ημερ. 23.1.2019, επαναβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή . Στην υπόθεση έγινε αναφορά στην προηγηθείσα απόφαση Νικόλα Σιδέρη κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 286, . Όπως λέχθηκε επί λέξει: «Οπωσδήποτε η αναίρεση της προηγούμενης απόφασης από ισόβαθμο δικαστήριο, θα συνιστούσε έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας πράγμα που θα εξουδετέρωνε την αποτελεσματικότητα της απονομής της δικαιοσύνης.»» Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι το ζήτημα της νομιμότητας και εγκυρότητας της μεταβίβασης η οποία αποτέλεσε το αντικείμενο του διατάγματος, δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο ενασχόλησης με οποιονδήποτε τρόπο από το Δικαστήριο στα πλαίσια εκδίκασης της υπό κρίση Αγωγής και υπό αυτή την έννοια δεν δικαιολογείται η αιτούμενη προσθήκη τέτοιας παραγράφου στην Υπεράσπιση. Άλλωστε, οι Εναγόμενοι είχαν κάθε δυνατότητα να εγείρουν το ζήτημα της εγκυρότητας της μεταβίβασης και να λάβουν οποιοδήποτε μέτρο και ή διάβημα προς αμφισβήτηση αυτής κατά το στάδιο παραλαβής των επιστολών τόσο από την Τράπεζα Κύπρου όσο και τη Gordian, κάτι το οποίο προφανώς δεν έπραξαν. Επομένως, η προτεινόμενη τροποποίηση καθίσταται παντελώς αχρείαστη και μη αναγκαία εφόσον το εγειρόμενο ζήτημα δεν θα μπορούσε να απασχολήσει και εξεταστεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια της Αγωγής και θα συνιστούσε μια καθόλα περιττή τροποποίηση η οποία δεν θα εξυπηρετούσε οποιονδήποτε σκοπό, παρά μόνο την εισαγωγή αχρείαστων θεμάτων, την σπατάλη χρόνου και την πρόκληση εξόδων. Όπως αναφέρεται στο The Annual Practice 1958, σελ. 629: «The Court will always look at the materiality of the proposed amendment (Wood v. Earl of Durham, 21 Q. B. D. 501). An inconsistent or useless amendment will not be allowed (Sinclair v. James, [1894] 3 Ch. P. 557; Durham v. Robertson, [1898] 1 Q. B. P. 774; Bevan v. Barnett, 13 T. L. R. 310).» Εδώ είναι σημαντικό επίσης να λεχθεί ότι αυτό ακριβώς το ζήτημα ήταν το αντικείμενο και κύριο επιχείρημα της Εναγομένης 3, Ενάγουσας στην Αγωγή 427/19, στα πλαίσια της αίτησης της για προσωρινά διατάγματα, όπως επιμαρτυρεί η ενδιάμεση απόφαση ημ. 30.9.19 του Δικαστηρίου, Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του ΠΔ. Επομένως, προκύπτει πως το ίδιο ακριβώς θέμα ηγέρθη και απασχόλησε στην Αγωγή 427/19, στην οποία το Δικαστήριο κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, ήτοι πως δεν είχε εξουσία να αναθεωρήσει το δικαστικό διάταγμα ημ. 23.5.19 και σε αυτή τη βάση απέρριψε την αίτηση. Πριν προχωρήσω στην εξέταση του υπόλοιπου μέρους της Αίτησης, κρίνω σκόπιμο να παρατηρήσω ότι στην αγόρευση της δικηγόρου των Αιτητών προωθείται μόνο το σκέλος που αφορά στην προσθήκη της ως άνω προδικαστικής ένστασης και ουδεμία αναφορά γίνεται στο υπόλοιπο μέρος αυτής. Θα μπορούσε ενδεχομένως να λεχθεί ότι οι Αιτητές δεν προωθούν πλέον το υπόλοιπο μέρος της Αίτησης τους, πλην όμως θεωρώ χρήσιμο, και για σκοπούς πληρότητας, να το εξετάσω. Η δεύτερη αιτούμενη τροποποίηση στην Υπεράσπιση αφορά την αμφισβήτηση της νομιμότητας της διαδικασίας πλειστηριασμού αναφορικά με την Υ..77/11, λόγω του ύψους της επιφυλαχθείσας τιμής πώλησης. Θεωρώ ότι και αυτό το ζήτημα δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας της Αγωγής, αλλά ενδεχομένως άλλης διαδικασίας και δη Αίτησης Έφεσης για την ακύρωση της διαδικασίας σε αυτή τη βάση. Είναι γεγονός ότι οι Αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο ότι ήγειραν προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες, επιδιώκοντας την ακύρωση του εν λόγω πλειστηριασμού. Η μια αφορά την Αίτηση Έφεση 22/19 ΕΔ Αμμοχώστου, με αιτήτρια την Εναγομένη 3, στην οποία με απόφαση του ημ. 31.7.19 το Δικαστήριο την απέρριψε. Όπως φαίνεται από την απόφαση, Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του ΠΔ, αυτή ηγέρθη και εξετάστηκε στη βάση του άρθρου 44Γ
(3)του Ν.9/65, και ειδικότερα της μη δέουσας επίδοσης της ειδοποίησης ΙΑ και του μη ορθού τύπου και περιεχόμενου αυτής ως προς την αναγραφή των εξόδων και του τόκου. Η δεύτερη αφορά την Αγωγή 427/19 ΕΔ Αμμοχώστου (για την οποία γίνεται αναφορά ανωτέρω) την οποία ήγειρε και πάλι η Εναγομένη 3, και στην οποία το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση ημ. 30.9.19 απορρίπτοντας την αίτηση για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με το οποίο να εμποδίζεται η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό ή άλλως πως. Πέραν του ότι η Ενάγουσα εγείρει ζήτημα δεδικασμένου και κατάχρησης, είναι σαφές ότι ο Ν.9/65ρυθμίζει ρητώς το θέμα της διενέργειας εκτιμήσεων και του καθορισμού της επιφυλαχθείσας τιμής πώλησης ενυπόθηκων ακινήτων στην προβλεπόμενη στο Μέρος VI διαδικασία πλειστηριασμού. Επομένως, σε περίπτωση μη τήρησης των προνοιών αυτών παρέχεται το δικαίωμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη και ή οποιοδήποτε άλλο επηρεαζόμενο πρόσωπο να εγείρει την ανάλογη διαδικασία ζητώντας την ακύρωση της διαδικασίας και ενδεχομένως της πώλησης. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι η εκτίμηση του Κτηματολογίου, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2, αποτελεί ένα εκ των στοιχείων τα οποία λαμβάνονται υπόψιν για τη διενέργεια των ανεξάρτητων εκτιμήσεων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 44Δ του Νόμου και επομένως, η εκτίμηση του Κτηματολογίου δεν αποτελεί τελεσίδικη και δεσμευτική πηγή για τον καθορισμό της αξίας του ακινήτου. Υπό το φως των πιο πάνω, και με δεδομένη την παράλειψη λήψης των ορθών δικονομικών διαβημάτων για την ακύρωση ή αναστολή της διαδικασίας πλειστηριασμού στη βάση της ισχυριζόμενης παράτυπης επιφυλαχθείσας τιμής πώλησης, θεωρώ ότι πράγματι οι Αιτητές προσπαθούν να εκμεταλλευτούν και χρησιμοποιήσουν την παρούσα Αγωγή και διαδικασία για να εγείρουν και προωθήσουν ένα ζήτημα, το οποίο όμως εν πάση περιπτώσει δεν δύνανται να πράξουν στα πλαίσια της Αγωγής. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι έχουν το δικαίωμα να προβάλουν ανταπαίτηση για τυχόν παράβαση των συνταγματικών τους δικαιωμάτων. Από τη στιγμή όμως που αυτή συνδέεται και απορρέει από τη διαδικασία πλειστηριασμού και τον καθορισμό της επιφυλαχθείσας τιμής, τότε το ζήτημα δεν δύναται και πάλι να αποτελέσει αντικείμενο της Αγωγής αλλά άλλης φύσης διαδικασίας. Επιπλέον, αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή πως ζήτημα αντισυνταγματικότητας συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας και ως τέτοιο δεν εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνεται στη δικογραφία και μάλιστα να εγείρεται εξειδικευμένα και με λεπτομέρεια, κάτι το οποίο σαφώς δεν ικανοποιείται στην προκειμένη περίπτωση. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Αχιλλέως κ.ά. v. Πιττάρα κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1590, Τσολάκη v. Στυλιανού κ.ά.
(2005)3 Α.Α.Δ. 528, Μαυρομμάτης v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Δημοκρατία v. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι και η αιτούμενη αυτή τροποποίηση είναι αχρείαστη και δεν θα εξυπηρετούσε οποιονδήποτε σκοπό προς την αποτελεσματικότερη απονομή της δικαιοσύνης. Αντιθέτως, από τη στιγμή που κρίνεται ότι αυτή δεν δύναται να αποτελεί αντικείμενο της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής και δεν δικογραφείται με τον ορθό τρόπο, τότε δεν συντρέχει λόγος για την προσθήκη μιας τροποποίησης η οποία εκ προοιμίου υπόκειται σε απόρριψη. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων του Δικαστηρίου, οι αιτούμενες αξιώσεις οι οποίες συνδέονται με τις ανωτέρω αιτούμενες τροποποιήσεις, ήτοι οι τρεις τελευταίες αξιώσεις, δεν δύνανται να εγκριθούν. Οι πρώτες δύο αφορούν την ακυρότητα των υποθηκών, πλην όμως αυτές παρουσιάζονται χωρίς την προβολή οποιωνδήποτε ισχυρισμών στο δικόγραφο των Εναγομένων προς υποστήριξη αυτών. Με άλλα λόγια, ούτε η υφιστάμενη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση αλλά ούτε και η προτεινόμενη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση περιέχουν οποιονδήποτε ισχυρισμό προς υποστήριξη των αξιώσεων αυτών. Στην υφιστάμενη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση οι Αιτητές παραδέχονται την παραχώρηση των επίδικων υποθηκών και προβάλλουν ισχυρισμούς μόνο για τους όρους της συμφωνίας ημ. 1.8.11 αναφορικά με τον τόκο και άλλες χρεώσεις, ως μονομερώς και παράνομα επιβληθέντες και συνιστώντας ποινικές ρήτρες, εξ ου και στην Ανταπαίτηση εγείρουν αξιώσεις για απόδοση λογαριασμών για τις χρεώσεις τόκων και άλλων εξόδων και διαγραφή και αφαίρεση των ποσών που συνιστούν παράνομους τόκους και ή χρεώσεις. Επομένως αυτές οι προτεινόμενες αξιώσεις δεν θα μπορούσαν να αποδοθούν από τη στιγμή που δεν θα προσφερόταν ή δεν θα επιτρεπόταν να προσφερθεί μαρτυρία, καθότι δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα, προς υποστήριξη τους. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι ούτε και για αυτές έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος για τη συμπερίληψη τους στην Ανταπαίτηση. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να συνηγορούν υπέρ της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την έγκριση της Αίτησης. Ως εκ τούτου η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ ης και εναντίον των Εναγομένων- Αιτητών αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της Αγωγής. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.