ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΑ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΙΑΚΩΒΙΔΗ, Αρ. Αγωγής: 1742/2018, 30/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A478 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1742/2018 Μεταξύ: ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΑ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγουσας- Καθ΄ης η αίτηση -και- XXXXX ΙΑΚΩΒΙΔΗ Εναγομένου - Αιτητή Αίτηση ημερομηνίας 10.
- 2020 για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία : 30.10.2020 Εμφανίσεις : Για Εναγόμενο - Αιτητή : κ. Σεραφείμ Για Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση: κα Αβραμίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αίτηση του Εναγόμενου, ημερομηνίας 10.03.2020, με την οποία αιτείται τα ακόλουθα : Όπως το Σεβαστό Δικαστήριο εκδόσει διάταγμα που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (set aside) την διαδικασία και/ή την εκδοθείσα υπ' αυτού απόφαση ημερομηνίας 24/09/2019 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.9 Θ.11, Δ.17 Θ.Θ 3, 5, 7 και 10, Δ.48 Θ.Θ 1, 2, 3, 4, 8 και 9, Δ.26 Θ.14, Δ.25 Θ.Θ 1-5, στην πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στις γενικές αρχές του Νόμου και της Νομολογίας. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου - Αιτητή. Η Ενάγουσα στις 30.7.2020 καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι κατωτέρω :
- Δεν ικανοποιούνται και/ή δεν πληρούνται οι όροι και προϋποθέσεις του Νόμου και/ή της Νομολογίας για την παροχή του αιτούμενου διατάγματος και/ή θεραπείας.
- Ο εναγόμενος/αιτών δεν έχει καταδείξει οποιοδήποτε λόγο που να δικαιολογεί την παράλειψη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης και/ή οι λόγοι που επικαλείται δεν επαρκούν για να δικαιολογήσουν την εν λόγω παράλειψη.
- Ο εναγόμενος/αιτών δεν έχει καταδείξει οποιαδήποτε καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση και/ή η αίτηση γίνεται με σκοπό την παρακώλυση της εκτέλεσης της απόφασης.
- Υπήρξε υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης και/ή εσκεμμένη και/ή αδικαιολόγητη περιφρόνηση προς τη δικαστική διαδικασία.
- Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα και καταχρηστικά.
- Ο ενόρκως δηλών δεν έχει στην κατοχή του πλήρη και επαρκή έγγραφα.
- Ο εναγόμενος γνώριζε την ύπαρξη της αγωγής εναντίον του.
- Ο ενόρκως δηλών προβάλλει αναληθείς ισχυρισμούς και/ή υποπίπτει σε αντιφάσεις. H ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Καλοπέσα διευθυντή της Ενάγουσας. Διαδικασία - Γεγονότα Σημειώνεται ότι η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ένορκων δηλώσεων, αφού κανένας εκ των διαδίκων δεν ζήτησε αντεξέταση και οι δύο πλευρές ανέπτυξαν μέσω γραπτών αγορεύσεων την επιχειρηματολογία τους. Συνεπώς, για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις κατατεθειμένες ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς και της παράλειψης αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453 , Iacovou brothers (constructions) Ltd v Fashionwise ltd
(2000)1Β ΑΑΔ 1377, Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1460 και Α. Messios & Sons Ltd κ.ά v. Ανδρέας Λεωνίδα
(2010)1 ΑΑΔ 195. Νομική πτυχή Ως προς τις αρχές που διέπουν τον παραμερισμό ερήμην εκδοθεισών αποφάσεων η νομολογία εισάγει διάκριση μεταξύ των αποφάσεων που εκδόθηκαν ερήμην, κανονικά (regular) και των αποφάσεων που εκδόθηκαν ερήμην, μη κανονικά (irregular). Στις περιπτώσεις όπου η απόφαση εκδόθηκε μη κανονικά, η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae χωρίς το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο οι εναγόμενοι - αιτητές έδειξαν ότι είχαν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο παράγοντας καθυστέρηση. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσεσμελόγλου Κυριακή ν. Σοφοκλή Σοφοκλέους
(2013)1 ΑΑΔ 64 και Ηλία Μανώλη ν Ελληνική Τράπεζα ( Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ECLI:CY:AD:2017:A37, Π.Ε 413/11, ημερ. 3.2.2017. Στην περίπτωση των αποφάσεων που εκδόθηκαν κανονικά ο παραμερισμός της απόφασης εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η οποία ασκείται υπό την αίρεση κατάδειξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης και δικαιολόγησης της μη εμφάνισης και της όποιας τυχόν καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η Αγγλική απόφαση Evans v. Barttam
(1937)2 All ER 646, της οποίας οι αρχές έχουν υιοθετηθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Mine and Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 ΑΑΔ 26, Milouca Motor Tr. Ltd v. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ v. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 28, Bush κ.ά. v. Γιανννή
(2001)1 ΑΑΔ 1342. To νομότυπο της επίδοσης Στην υπό κρίση υπόθεση ο Αιτητής προβάλλει ότι η επίδοση, η οποία επιτεύχθηκε κατόπιν του διατάγματος υποκατάστασης επίδοσης, ημερομηνίας 26.2.2019, δεν ήταν καλή επίδοση και ως εκ τούτου θα πρέπει να παραμεριστεί η απόφαση. Κατ' αρχάς σημειώνεται ότι η επίδοση μέσω υποκατάστατης επίδοσης είναι καθ' όλα εφικτή και νομότυπη διαδικασία. Ασφαλώς το γεγονός ότι η επίδοση επιτεύχθηκε κατόπιν σχετικού διατάγματος δεν απαγορεύει στο δικαστήριο να εξετάσει, στα πλαίσια αίτησης παραμερισμού, την ορθότητα της έκδοσης του σχετικού διατάγματος. Σχετική είναι η απόφαση Zehil Sabine ν. Neil Roberts
(2009)1 ΑΑΔ 678. Σύμφωνα δε με τη νομολογία, κατά το στάδιο έκδοσης διατάγματος υποκατάστασης επίδοσης, το Δικαστήριο διατηρεί ευρεία διακριτική ευχέρεια και το κύριο ερώτημα είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγομένου. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Σταύρου Φραγκέσκου κ.α. ν. Χριστίνας Γεωργίου Γρηγορίου
(2000)1 ΑΑΔ 1765. Σε σχέση με την υποκατάσταση επίδοση μέσω δημοσίευσης θεμελιακή είναι η απόφαση Zehil Sabine ν. Neil Roberts (ανωτέρω), όπου υποδείχθηκε ότι η επίδοση μέσω δημοσίευσης, ως μέθοδος επίδοσης, συνήθως επιλέγεται όταν ο ακριβής τόπος διαμονής του διαδίκου είναι άγνωστος. Στην απόφαση Zehil ( ανωτέρω) υποδείχθηκε ότι, προτού εγκριθεί ένα τέτοιο αίτημα, το δικαστήριο θα πρέπει να πειστεί ότι υπάρχουν εύλογες πιθανότητες να περιέλθει στην αντίληψη του διαδίκου. Τέλος με παραπομπή στη σχετική νομολογία λέχθηκε ότι, λόγω της δραστικότητας του μέτρου και των συνεπειών, αυτού του είδους η υποκατάσταση επίδοση εγκρίνεται με φειδώ και ως έσχατη ανάγκη. Επομένως, αναδύεται η να εξεταστεί το κατά πόσο δικαιολογείτο η έκδοση του σχετικού διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης. Στην υπό κρίση υπόθεση, μέσα από τα ενώπιον μου δεδομένα προκύπτει ότι στο ενοικιαστήριο έγγραφο που αποτελεί τη βάση της αγωγής καταγράφονται δυο διευθύνσεις ως διευθύνσεις διαμονής του Αιτητή. Προκύπτει επίσης ότι ο Εναγόμενος δεν αμφισβητεί την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. Από τα πιο πάνω εξάγεται το συμπέρασμα, ότι ο Εναγόμενος με την υπογραφή της επίδικης σύμβασης αποχωρίστηκε αυτή με τρόπο που δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι τα όσα καταγράφει δεν ισχύουν. Σχετική είναι η απόφαση Τουτζικιάν Τσολάκης και Άλλοι ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ
- Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν έχει παρουσιάσει στοιχεία τέτοια που να του επιτρέπουν να αποδεσμευθεί από τις συνέπειες που ενείχε η υπογραφή του επί του επίδικου ενοικιαστηρίου. Διαφωτιστική, ως προς τα στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν ώστε κάποιος διάδικος να αποδεσμεύει από τις συνέπειες που επιφέρει κανονικά η υπογραφή του, είναι η απόφαση Εργατίδη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Πόλ. Έφεση 293/12, ημερομηνίας 7.2.
- Στην υπό κρίση υπόθεση λογική συνέπεια της υπογραφής του Εναγόμενου ήταν και το ότι τα στοιχεία διεύθυνσης και επικοινωνίας που τέθηκαν επ' αυτής είναι δεσμευτικά. Συνεπώς, ο Εναγόμενος δεν μπορεί να προβάλλει τον ισχυρισμό ότι δήθεν οι διευθύνσεις στο επίδικο ενοικιαστήριο τέθηκαν για σκοπούς ευκολίας ή ότι δεν τις δήλωσε ως διευθύνσεις κατοικίας. Παράλληλα, δεν είναι λογικό κάποιος συμβαλλόμενος να καταγράφει σε γραπτή συμφωνία συγκεκριμένες διευθύνσεις και ακολούθως, όταν δεν εντοπίζεται σε αυτές, να επικαλείται ότι δήθεν τεθήκαν τυπικά, χωρίς μάλιστα να δηλώνει ποια ήταν η κατ΄ ισχυρισμόν ορθή διεύθυνσή του κατά τον ουσιώδη χρόνο. Υιοθέτηση της πιο πάνω προσέγγισης θα έθετε ανυπέρβλητο εμπόδιο στον έτερο συμβαλλόμενο να αξιώσει θεραπεία. Περαιτέρω δεν έχει αμφισβητηθεί ότι Εναγόμενος ήταν ιδιοκτήτης της εμπορικής επωνυμίας corso italia. Επιπρόσθετα, μέσα από τις ένορκες δηλώσεις του ιδιώτη επιδότη, οι οποίες κατατέθηκαν στο στάδιο πριν την έκδοση του επιδίκου διατάγματος υποκατάστασης επίδοσης, διαφαίνεται το ιστορικό των προσπαθειών επίδοσης που έλαβαν χώρα. Συγκεκριμένα προκύπτει ότι η Ενάγουσα επιχείρησε να επιδώσει στις δυο διευθύνσεις που ο ίδιος ο Αιτητής καθόρισε στο ενοικιαστήριο έγγραφο. Επίσης, επιχείρησε να επιδώσει στην διεύθυνση που είναι καταγεγραμμένη στα μητρώα του εφόρου εταιρειών σε σχέση με την εμπορική επωνυμίας της οποίας ο Αιτητής είναι ιδιόκτητης. Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος έπαυσε να εργάζεται στην εν λόγω επιχείρηση δεν μεταβάλλει το ότι εμφανίζετο ως ιδιοκτήτης της εν λόγω επωνυμίας κατά τον χρόνο που επιχειρήθηκε η επίδοση. Άλλωστε ούτε ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι έπαυσε να είναι ιδιοκτήτης της εν λόγω εμπορικής επωνυμίας. Επιπλέον, δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να κατατείνει στο συμπέρασμα ότι υπήρχε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο στο οποίο μπορούσε να επιδοθεί η αγωγή με υποκατάστατη επίδοση. Υπό το φως των πιο πάνω, προκύπτει ότι η πλευρά της Ενάγουσας επιχείρησε να επιδώσει την αγωγή στις δύο διευθύνσεις που καθόρισε ο ίδιος ο Εναγόμενος και στην διεύθυνση που καταγράφεται στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών ως διεύθυνση της επωνυμίας της οποίας ο Εναγόμενος εμφανιζόταν ως ιδιοκτήτης. Παρά ταύτα ο Εναγόμενος δεν εντοπίστηκε σε οποιαδήποτε από αυτές. Επομένως, στην απουσία άλλη γνωστής διεύθυνσης ή προσώπου στο οποίο μπορούσε να γίνει υποκατάστατη επίδοση, η επίδοση με δημοσίευση ήταν μονόδρομος. Το γεγονός ότι μετά την έκδοση της απόφαση στάλθηκε σε τηλεομοιότυπο η εκδοθείσα απόφαση δεν οδηγεί από μόνο του σε συμπέρασμα ότι, κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος υποκατάσταστης επίδοσης, υπήρχαν άλλες μέθοδοι επίδοσης που θα εξασφάλιζαν επαρκέστερα τη λογική πιθανότητα ότι το κλητήριο θα περιέρχετο εις γνώση του Εναγομένου. Άλλωστε δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που να δεικνύει ότι η πλευρά της Ενάγουσας, κατά το στάδιο που επιχειρούσε να επιδώσει την αγωγή, γνώριζε τον συγκεκριμένο αριθμό τηλεομοιότυπου ή ότι αυτός συνδεόταν με κάποια συγκεκριμένη διεύθυνση. Συνακόλουθα, κρίνω ότι η επίδοση που επιτεύχθηκε ήταν καλή επίδοση. Υπό το φως των πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις της Δ.17 θ.
- Οι προϋποθέσεις της Δ.17 θ
- Στην απόφαση Iason Travel Tours Ltd v. L. Passias Travel Ltd
(2013)1 A.A.Δ. 402 έχουν συνοψισθεί οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν, για να επιτύχει αίτηση παραμερισμού κανονικά εκδοθείσας απόφασης, ως ακολούθως: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπ' όψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης. (Mine and Quarry Services Ltd v. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης πιο πάνω)». Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν και στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Ζωής Νικολαίδου κ.ά ν. Hellenic Bank Public Company ECLI:CY:AD:2017:A344, Πολ. Έφεση 130/2012, ημερομηνίας 10.10.2017 Προκύπτει από τις πιο πάνω αυθεντίες ότι ο Αιτητής οφείλει να καταδείξει ότι διατηρεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή που καταχωρήθηκε εναντίον του. Αφού καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση, το Δικαστήριο καλείται να εξισορροπήσει, αφενός μεταξύ του δικαιώματος του Εναγομένου να ακουστεί και αφετέρου της υποχρέωσης για ταχεία διεκπεραίωση των υποθέσεων. Κατά την εξισορρόπηση των πιο πάνω παραγόντων σημασία αποκτά η δικαιολόγηση της μη εμφάνισης και η τυχόν αδικαιολόγητη καθυστέρηση του αιτούντος να λάβει μέτρα προς παραμερισμό της απόφασης. Υπενθυμίζεται ότι οι δυο προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία είναι σωρευτικές. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Τρύφωνος Τρύφων Κύπρος ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αλληλεγγύης
(2014)1 Α.Α.Δ. 1080. Υπό το φως των ανωτέρω θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο συντρέχουν στην παρούσα οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση Σύμφωνα με τη νομολογία δεν αρκεί ο αιτητής να προβάλει γενικόλογους ή αόριστους ισχυρισμούς αλλά απαιτείται όπως προβάλει θετικά γεγονότα με τρόπο πειστικό. Σχετική είναι η απόφαση NSM Democars Ltd κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. 121/2010, ημερ. 14.10.15 Στην Πατούρης ν. Hellenic Bank
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, έχουν κριθεί τα ακόλουθα εν σχέση με την έννοια της λογικοφανούς υπεράσπισης: «Κανένα θετικό γεγονός δεν προβάλλεται στην ένορκη δήλωση του εφεσείοντος που να στοιχειοθετεί υπεράσπιση. Τούτο σε συνδυασμό με την απουσία ουσιαστικής αμφισβήτησης του προσαχθέντος εγγράφου που φέρει την υπογραφή του, απογυμνώνει την υπεράσπιση του νομιμοποιητικού ερείσματος. Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας· υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Στην απόφαση Democars (ανωτέρω), επισημάνθηκαν τα ακόλουθα, ως προς την έννοια της συζητήσιμης υπεράσπισης : «η ανάγκη προβολής θετικών θέσεων στη στηρίζουσα την αίτηση ένορκη δήλωση, χωρίς διαζεύξεις και «αοριστολογίες». Χαρακτηρίζεται δε «συζητήσιμη» μια υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Υπό το φως των ανωτέρω προκύπτει ότι αναμένεται από τον διάδικο, ο οποίος επιζητεί τον παραμερισμό απόφασης, να προβάλει στην ένορκή του δήλωση θετικά γεγονότα τα οποία να καθιστούν την προβαλλόμενη υπεράσπιση συζητήσιμη. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Εναγόμενος- Αιτητής ισχυρίζεται στην ένορκή του δήλωση ότι κατέβαλε όλα τα οφειλόμενα ενοίκια και ότι η Ενάγουσα παρέλαβε το επίδικο υποστατικό σε άριστη κατάσταση. Υπενθυμίζεται ότι η εκδοθείσα απόφαση αφορά μόνο οφειλόμενα ενοίκια. Συνεπώς, θα ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί του Αιτητή που σχετίζονται με την σκέλος της αξίωσης που αφορούσε τα οφειλόμενα ενοίκια. Παρατηρώ σχετικά ότι ο Αιτητής ισχυρίστηκε μόνο ότι εξόφλησε τα ενοίκια χωρίς να προσφέρει οποιοδήποτε στοιχείο που να υποστυλώνει τον σχετικό ισχυρισμό. Βεβαίως δεν αναμένεται στο στάδιο αυτό ο Αιτητής να αποδείξει τον ισχυρισμό του αλλά όφειλε να παραθέσει έστω κάποιο στοιχείο που να καθιστούσε αυτόν συζητήσιμο. Η απλή αναφορά ότι έχει ξοφλήσει δεν επαρκεί από μόνη της για να στοιχειοθετήσει εκ πρώτη όψεως υπεράσπιση σύμφωνα με τον περιεχόμενο που προσέδωσε η νομολογία στον όρο. Επομένως το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο Εναγόμενος απέτυχε να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Η δικαιολόγηση της μη εμφάνισης. Ακόμα, όμως, και εάν κριθεί ότι ο Εναγόμενος- Αιτητής παρουσίασε εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση, η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου μπορεί ν' ασκηθεί εναντίον της έγκρισης του αιτήματος παραμερισμού, εάν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του Αιτητή είναι τέτοια που να πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης. Τυχόν διαπίστωση ότι η μη εμφάνιση του Αιτητή δεν οφείλεται σε επαρκή λόγο αποτελεί αυτοτελή και επαρκή λόγο για απόρριψη της αίτησης ακόμα και εάν διαπιστώνεται συζητήσιμη εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Σχετική είναι η απόφαση Τσεσμελόγλου (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Επομένως, όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί (δέστε, για παράδειγμα, Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(B) Α.Α.Δ. 941), η χωρίς επαρκή λόγο παράλειψη εμφάνισης αποτελεί βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού, διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγόμενου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος επιλέγει να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά, (F.P.P. Fish Processing Ltd v. Nicolaou Aqua Culture Ltd
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 2054).» Επιπλέον, ως έχει κριθεί στην απόφαση Κάτια Χριστοφόρου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 86, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγοντας που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεσή του. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Εναγόμενος έλαβε γνώση της εκδοθείσας απόφασης στις 15.10.2019 και αποτάθηκε στους δικηγόρους του αμέσως. Ακολούθως οι δικηγόροι του προέβησαν σε έρευνα του φακέλου. Ο φάκελος βρέθηκε στις 17.11.2019 και διαπιστώθηκαν τα όσα αναφέρει ο Εναγόμενος στην ένορκή του δήλωση. Τα δε αντίγραφα εξασφαλίστηκαν περί τα τέλη Νοεμβρίου. Προκύπτει, συνεπώς, ότι τα κρίσιμα γεγονότα ήταν εις γνώση του Εναγόμενου τουλάχιστον από τα τέλη Νοεμβρίου
- Παρά ταύτα ο Εναγόμενος καταχώρησε την παρούσα αίτηση στις 10.3.
- Προς αιτιολόγηση της πιο πάνω καθυστέρησης ο Εναγόμενος επικαλείται διαπραγματεύσεις μεταξύ των δικηγόρων του και των δικηγόρων της Ενάγουσας προς εξόφληση του χρέους. Όμως, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Jurgen κ.ά ν. Σταυρινού Πολιτική Έφεση 80/2014, ημερομηνίας 1.6.2020, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών δεν αφορούν το Δικαστήριο. Επίσης, η επιλογή της πλευράς του Εναγομένου να αναλωθεί σε συζητήσεις για διευθέτηση αντί να στραφεί χωρίς χρονοτριβή στο Δικαστήριο για να ζητήσει παραμερισμό της απόφασης δεικνύει αδιαφορία προς τη δικαστική διαδικασία. Στην υπό κρίση υπόθεση εφαρμόζονται κατ' αναλογία τα όσα αποφασίσθηκαν στην απόφαση Καλίσσιης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος ( Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων) δια του Γενικού Εισαγγελέα Πολιτική Έφεση Ε207/ 2014, ημερομηνίας 11.9.
- Εν πάση περιπτώσει, τα πιο πάνω δεικνύουν ότι ο Εναγόμενος παρέλειψε να αποταθεί με την πρώτη ευκαιρία στο Δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης. Το πιο πάνω γεγονός σε συνδυασμό με το ότι ο Εναγόμενος καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο εκπροσωπείτο από δικηγόρους, οι οποίοι γνώριζαν ότι όφειλαν να ενεργήσουν χωρίς χρονοτριβή για να πετύχουν το επανάνοιγμα της υπόθεσής του, ασκεί έντονα αρνητική επίδραση στο αίτημα του Εναγομένου. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Κάτια Χριστοφόρου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ( ανωτέρω) και Jurgen κ.ά ν. Σταυρινού (ανωτέρω). Τα πιο πάνω δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της απόφασης. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας- Καθ' ης η Αίτηση ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............... Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΕΔ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο