← Κύπρος

Αναφορικά με τον Δ. Χριστογιάννη, Αρ. Αίτησης: 299/2019, 14/10/2020

Αναφορικά με τον Δ. Χριστογιάννη, Αρ. Αίτησης: 299/2019, 14/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A459 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΠΙΚΥΡΩΣΗΣ ΔΙΑΘΗΚΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 299/2019 Αναφορικά με τον περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμο (ΚΕΦ.189) και Αναφορικά με τον XXXXX Δ. Χριστογιάννη, τέως από Ελλάδα και κάτοικο Λευκωσίας, Κύπρου Αποβιώσαντα Αίτηση ημερομηνίας 18/5/2020 Ημερομηνία: 14/10/2020 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Α. Πατσαλίδης για A. PATSALIDES & ASSOCIATES LLC Για Καθ' ων η Αίτηση: κα Σ. Δημητριάδη για Ανδρέα Χρ. Μάγο & Συνεργάτες ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή-Αιτούμενες Θεραπείες Η υπό κρίση Αίτηση έχει καταχωριστεί από τον κληρονόμο της περιουσίας του αποβιώσαντα μέσω των κηδεμόνων του και με αυτήν αξιώνονται εναντίον των εκτελεστών της διαθήκης του αποβιώσαντα οι ακόλουθες θεραπείες: Α. Διάταγμα για καταβολή στον Αιτητή οποιωνδήποτε χρημάτων έχουν εισπράξει οι διαχειριστές στο πλαίσιο της διαχείρισης. Β. Διάταγμα δια του οποίου να διατάσσονται οι διαχειριστές να μεταβιβάσουν στο όνομα του Αιτητή το ακίνητο που αναφέρεται στη Διαθήκη του αποβιώσαντα ημερομηνίας 01/03/2007. Γ. Οδηγίες του Δικαστηρίου προς τους Διαχειριστές για να ενημερώσουν τον Αιτητή για τις μέχρι τώρα ενέργειες και τον τρόπο που θα προχωρήσει ή διεκπεραιωθεί η διαχείριση. Η υπό κρίση Αίτηση εδράζεται στον περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμο (ΚΕΦ.189), άρθρα 2, 21, 41, 42 και 53, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική των Δικαστηρίων. Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση Την υπό κρίση αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του XXXXX Χριστοφή (ΣΧ), ασκούμενου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή στην παρούσα διαδικασία. Ο ΣΧ αναφέρει ότι από την 31/3/2019 μέχρι και την 23/2/2020 ο πατέρας του Αιτητή απέστειλε μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος διάφορες επιστολές προς τους διαχειριστές προκειμένου να τον ενημερώσουν για τις ενέργειες που έχουν γίνει καθώς και για το πότε θα διεκπεραιωνόταν η διαχείριση αλλά δεν έλαβε καμία απάντηση. Αναφέρει επίσης ότι ο πατέρας του Αιτητή, επικοινώνησε και τηλεφωνικά με τους διαχειριστές αλλά τα όσα του λέχθηκαν δεν ήταν ικανοποιητικά. Ο ΣΧ αναφέρει επίσης ότι, στις 28/2/2020 αποστάληκε επιστολή προς τους διαχειριστές από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή στην παρούσα διαδικασία την οποία παραθέτει ως Τεκμήριο η οποία, όπως ο ΣΧ αναφέρει, παρέμεινε αναπάντητη. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, οι δικηγόροι του Αιτητή ζήτησαν από τους διαχειριστές πληροφόρηση ως προς το κατά πόσο έχει καταχωριστεί αίτηση διαχείρισης ζητώντας αντίγραφο της αίτησης και ζητείτο από αυτούς πληροφόρηση ως προς το ποιες άλλες ενέργειες είχαν πραγματοποιήσει προς εκτέλεση της διαθήκης προς όφελος του πελάτη τους. Ο ΣΧ συνεχίζει στην ένορκη του δήλωση λέγοντας ότι, ως εκ των ανωτέρω, φαίνεται καθαρά ότι η όλη διαδικασία είναι πολύ καθυστερημένη και ότι οι διαχειριστές δεν δίδουν την πρέπουσα ενημέρωση στον Αιτητή και τους δικηγόρους του. Εισηγείται επίσης ότι, η όλη στάση των συναδέλφων του είναι καταχρηστική, αδικαιολόγητη και ότι είναι ορθό και δίκαιο να επιβαρυνθούν αυτοί τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης. Ένσταση - Λόγοι Ένστασης Στην υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε ένσταση στο πλαίσιο της οποίας προβάλλονται οι ακόλουθοι έξι

(6)λόγοι ένστασης:
  1. Η Αίτηση είναι καθ' όλα άκυρη και αντιβαίνει στο πνεύμα του Νόμου.
  2. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων.
  3. Ιδιαιτέρως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των διατάξεων που αναφέρονται στη νομική βάση της αίτησης.
  4. Η Αίτηση καταχωρήθηκε εναντίον πάση αρχής δικαίου και εναντίον των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
  5. Η Αίτηση είναι κατά νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή τα γεγονότα ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου δεν συνηγορούν στην έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων.
  6. Η Αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική και μόνο σκοπό έχει την παραπλάνηση του Σεβαστού Δικαστηρίου. Η ένσταση εδράζεται στον Περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμο Κεφ. 195, άρθρο 2, στον περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμο (ΚΕΦ.189), άρθρα 2, 31, 40, 41, 42, 45 και 53, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του XXXXX Μάγου (ΑΜ), ενός εκ των εκτελεστών της διαθήκης του αποβιώσαντα. Ο ΑΜ αναφέρει ότι δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 22/5/20 έχει διοριστεί εκτελεστής της διαθήκης του αποβιώσαντα σύμφωνα με την επιθυμία του τελευταίου. Αναφέρει ότι έλαβε όλα τα νόμιμα διαβήματα για την εκτέλεση της διαθήκης και ότι στις 3/06/20 καταχωρίστηκε η απογραφή της περιουσίας του αποβιώσαντα. Δηλώνει ότι εισέπραξε το ποσό των €7.048,95 από την Εθνική Τράπεζα προς όφελος της διαχείρισης και ότι ο πατέρας του Αιτητή έλαβε το ποσό των €74.003,29 από τον κοινό λογαριασμό μεταξύ αυτού και του αποβιώσαντα στην Εθνική Τράπεζα χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει. Συνεχίζει αναφέροντας ότι, έχει προχωρήσει στη διαδικασία για φοροαπαλλαγή της περιουσίας του αποβιώσαντα και αναμένει από το Τμήμα του Εφόρου Φορολογίας την απάντηση τους καθώς και ότι αυτό είναι απαραίτητο για να μπορέσει να προβεί στη μεταβίβαση του μόνου ακινήτου που περιγράφεται στην απογραφή επ' ονόματι του εκ διαθήκης δικαιούχου. Επίσης, αναφέρει ότι έχει απευθυνθεί στην Κεντρική Τράπεζα προκειμένου να πληροφορηθεί αν υπάρχουν χρεόγραφα προς όφελος του αποβιώσαντα και ότι δεν έχει ακόμα λάβει απάντηση είτε θετική είτε αρνητική. Συνεχίζει λέγοντας ότι ο πατέρας του Αιτητή γνωρίζει πολύ καλά ότι στην Τράπεζα Κύπρου υπάρχει κοινός λογαριασμός του ίδιου με τον αποβιώσαντα της τάξεως των €800 και γνωρίζει τόσο ο ίδιος όσο και ο δικηγόρος του ότι μόνο ο ίδιος προσωπικά μπορεί να το εισπράξει και όχι ο ΑΜ σαν εκτελεστής της διαθήκης. Λέγει επίσης ότι είναι άξιο απορίας γιατί ο πατέρας του Αιτητή ζητά από αυτόν πράγματα ανυπόστατα και χωρίς λογική βάση και ότι δήθεν έχει καθυστερήσει την υπόθεση η οποία κατά τη θέση του φαίνεται καθαρά ότι καμία καθυστέρηση δεν έχει. Για τους λόγους που αναφέρει ο ΑΜ ζητή την απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης ως νομικά και πραγματικά αστήρικτη με έξοδα εναντίον του Αιτητή. Σημειώνεται ότι δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων από οποιαδήποτε πλευρά και η ακρόαση διεξήχθη επί των γεγονότων που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις της υπό κρίση Αίτησης και ένστασης αντίστοιχα. Αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων Οι συνήγοροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν κατά την ακρόαση της υπό κρίση Αίτησης. Έχω μελετήσει με προσοχή την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων ως αυτή εκτίθεται στις αγορεύσεις τους. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω την επιχειρηματολογία των συνηγόρων των διαδίκων και θα περιοριστώ σε αναφορές στις αγορεύσεις όπου και εάν κριθεί σκόπιμο στη συνέχεια. Στο σημείο αυτό αναφέρω το εξής: Το Δικαστήριο μελετώντας τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων, διαπίστωσε ότι, η πλευρά του Αιτητή, παραθέτει στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης της μαρτυρία επισυνάπτοντας μάλιστα και διάφορα έγγραφα ως Παραρτήματα. Πρόκειται για μαρτυρία η οποία δεν τέθηκε, ούτε επιχειρήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω των κατάλληλων δικονομικών διαβημάτων προτού η υπό κρίση Αίτηση προχωρήσει σε ακρόαση. Αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή[1] ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν παραδεκτό μέσο προσαγωγής μαρτυρίας ή διεύρυνσης των επίδικων θεμάτων. Στο σύγγραμμα το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, του Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Γ. Σάντη[2], αναφέρεται ότι: «Όπου (οι αγορεύσεις) δεν υποστηρίζονται από μαρτυρία (και στο βαθμό που στοχεύουν στην απόδειξη αμφισβητούμενων ισχυρισμών ή γεγονότων) πρέπει να αγνοούνται». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Πιο συγκεκριμένα, στη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων του Αιτητή παρατίθενται (ως Παραρτήματα στη γραπτή αγόρευση):
(1)αντίγραφα επιστολών που έχουν ανταλλαγεί μεταξύ του γραφείου των δικηγόρων του Αιτητή και του γραφείου των διαχειριστών μετά την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης,
(2)διάφορα έγγραφα τα οποία έχουν σταλεί από τους διαχειριστές στους δικηγόρους του Αιτητή και τα οποία δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με την υπό κρίση Αίτηση ή την ένσταση και,
(3)αυτούσια αποσπάσματα από τις εν λόγω επιστολές προς υποστήριξη και απόδειξη των θέσεων της πλευράς του Αιτητή. Δε λαμβάνω καθόλου υπόψη και αγνοώ[3] οτιδήποτε δεν προκύπτει είτε από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την υπό κρίση Αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα είτε από το περιεχόμενο του φακέλου της διαχείρισης[4] στο πλαίσιο της οποίας καταχωρήθηκε η υπό κρίση Αίτηση. Νομική Πτυχή Όσον αφορά το δικαιοδοτικό πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης, το άρθρο 53 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ. 189 (Κεφ. 189) επί του οποίου η υπό κρίση Αίτηση εδράζεται, αναφέρεται σε ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες μπορεί να ζητηθεί θεραπεία στο πλαίσιο διαχείρισης περιουσίας αποθανόντος προσώπου. Στις υποπαραγράφους (α) - (ζ) της πρώτης παραγράφου του άρθρου 53 του Κεφ. 189 απαριθμούνται τα «ζητήματα ή θέματα» όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο άρθρο 53
(1)του Κεφ. 189 για τα οποία παρέχεται δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να επιλύει μετά από αίτηση η οποία, σύμφωνα με τις πρόνοιες της παραγράφου
(1)του άρθρου 53, μπορεί να γίνει από προσωπικούς αντιπρόσωπους, πιστωτές, κληροδόχους ή τους πλησιέστερους συγγενείς, ή πρόσωπα που αξιώνουν μέσω των εν λόγω πιστωτών ή δικαιούχων με εκχώρηση ή με άλλο τρόπο. Ως προς το δικονομικό μέσο που πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εξετάσει τα ζητήματα ή θέματα που αναφέρονται στις ανωτέρω αναφερόμενες υποπαραγράφους του άρθρου 53
(1)του Κεφ. 189, αυτό δεν είναι άλλο από την εναρκτήρια κλήση (originated summons). Αυτό προκύπτει από το ίδιο το λεκτικό του άρθρου 53
(1)του Κεφ. 189 το περιεχόμενο του οποίου κρίνω σκόπιμο να παραθέσω: «Επίλυση oρισμέvωv θεμάτωv με εvαρκτήρια κλήση (originating summons) 53.-
(1)Πρoσωπικoί αvτιπρόσωπoι ή oπoιoσδήπoτε από αυτoύς, πιστωτές, κληρoδόχoι ή oι πλησιέστερoι συγγεvείς, ή πρόσωπα πoυ αξιώvoυv μέσω τωv εv λόγω πιστωτώv ή δικαιoύχωv με εκχώρηση ή με άλλo τρόπo, δύvαvται vα ζητήσoυv από τo Δικαστήριo με εvαρκτήρια κλήση (originating summons) τηv επίλυση, χωρίς διαχείριση της κληρovoμιάς σε Δικαστήριo, oπoιoυδήπoτε από τα πιo κάτω ζητήματα ή θέματα: .» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Σε σχέση με το δικονομικό πλαίσιο που διέπει την εξέταση αιτήσεων αυτής της φύσεως σχετικό είναι και το άρθρο 53
(2)του Κεφ. 189 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «
(2)Οι Διαδικαστικoί Καvovισμoί πoυ ισχύoυv εκάστoτε, oι oπoίoι αφoρoύv εvαρκτήριες κλήσεις (originating summons) εφαρμόζovται σε κάθε διαδικασία δυvάμει τoυ άρθρoυ αυτoύ.» Επίσης, σχετικό είναι και το άρθρο 58 του Κεφ. 189 στο οποίο γίνεται αναφορά σε εφαρμoγή της πρακτικής και διαδικασίας της Αγγλίας. Συγκεκριμένα, αναφέρονται τα ακόλουθα: «58. Σε κάθε θέμα πρακτικής ή διαδικασίας σε oπoιoδήπoτε Δικαστήριo ή πρωτoκoλλητείo επικύρωσης διαθηκώv για τo oπoίo δεv γίvεται πρόvoια στo Νόμo αυτό ή στoυς Καvovισμoύς εφαρμόζεται η εκάστoτε πρακτική και διαδικασία τoυ Τμήματoς Επικύρωσης Διαθηκώv τoυ Αvωτάτoυ Δικαστηρίoυ της Αγγλίας». Στην υπόθεση E-Philippou Ltd v. Littner Hampton Ltd
(1984)1 C.L.R. 716, λέχθηκε ότι η Εναρκτήρια Κλήση (Originating Summons) ισοδυναμεί με κλητήριο ένταλμα αγωγής στον βαθμό που συνιστά έγγραφο εισαγωγικό δικαστικής διαδικασίας (βλ. επίσης Consortia Europe Ltd ν Fregata Holdings Ltd Πολ. Έφεση αρ. 387/2011 ημ. 17/10/14). Ο τύπος της Εναρκτήριας Κλήσης καθορίζεται από τη Δ.55 Θ.
  1. Ο ορισμός του όρου «Εναρκτήρια Κλήση», δίδεται από τους ίδιους τους Θεσμούς, στη Δ.1, Θ.2 όπου αναφέρεται ότι «σημαίνει οιαδήποτε κλήση, εκτός από κλήση σε αιτία ή ζήτημα που εκκρεμεί». Η εμβέλεια και η σημασία της εναρκτήριας κλήσης έχει αποτελέσει αντικείμενο διαφόρων δικαστικών αποφάσεων, έχει δε αναλυθεί στην αίτηση των Junport International Limited κ.ά., Πολ. Αίτηση Αρ. 115/2017, ημερ. 15.9.2017, η οποία επικυρώθηκε ως προς το αποτέλεσμα της στην ECLI:CY:AD:2018:A145, Πολ. Έφ. Αρ. 321/2017, ημερ. 2.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A
  2. Εξηγήθηκε εκεί ότι η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται όπου ρητά η περίπτωση εμπίπτει στις προδιαγραφές της Δ.55 και όπου κατά παρόμοιο τρόπο προβλέπεται από το Κεφ.
  3. Παραθέτω το εξής απόσπασμα από την Junport International Limited κ.ά., Πολ. Αίτηση Αρ. 115/2017 ημερ. 15.9.2017: «Είναι πρόδηλο ότι η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ρητά όπου επιδιώκεται αυτό που η ίδια η Δ.55 προδιαγράφει, δηλαδή, η ερμηνεία εγγράφου, τύπου «deed», διαθήκης ή άλλου γραπτού κειμένου στη βάση των οποίων πρόσωπο είναι, κατ΄ ισχυρισμόν, ενδιαφερόμενο. Οι τύποι αρ. 50 και 51 που μνημονεύονται στο θ. 1 της Διαταγής, περιορίζουν ακριβώς τη χρήση της εναρκτήριας κλήσης σε θέματα που προκύπτουν από διαχείριση (τύπος 50), ή, από ζητήματα προκύπτοντα από εμπιστεύματα προερχόμενα από διαθήκη (τύπος 51). Κατά παρόμοιο τρόπο, στην περίπτωση του Κεφ. 189, προβλέπεται η εναρκτήρια κλήση προς επίλυση διαφορών που προκύπτουν από τη διαχείριση και τον καθορισμό των δικαιωμάτων οποιουδήποτε προσώπου.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στην υπόθεση Wortham κ.α. ν. Τσίμον κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1442, στη σελίδα 1452, αναφέρθηκε ότι εάν οι επιζητούμενες θεραπείες εμπίπτουν στις πρόνοιες του άρθρου 53 του Κεφ.189, τότε αυτές μπορούν να δοθούν μόνο στο πλαίσιο Εναρκτήριας Κλήσης για την οποία ισχύουν οι ιδιαίτερες δικονομικές διατάξεις της Δ.55. Επιπλέον, η Δ.55, ΘΘ. 2 & 3, περιλαμβάνει πρόνοιες αναφορικά με την επίδοση της Εναρκτήριας Κλήσης και τη υποστήριξή της με μαρτυρία (βλ. Τερζής ν. Πετουφά
(2011)1(Α) Α.Α.Δ.336). Στην Wortham (ανωτέρω) επισημάνθηκε από το Εφετείο ότι η ουσιαστική φύση των θεραπειών του Άρθρου 53 του Κεφ. 189 καθορίζεται από αυτό και η παραπομπή στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς αποβλέπει στην κάλυψη του θέματος από την καθαρά δικονομική σκοπιά. Εκείνο δε που σαφώς προκύπτει, είναι πως οι θεραπείες που αναφέρει μπορούν να δοθούν στο πλαίσιο εναρκτήριας κλήσης, για την οποία θα ισχύουν οι ιδιαίτερες δικονομικές διατάξεις. Εφαρμογή Νομικών Αρχών στα Γεγονότα της υπό κρίση Αίτησης - Εξέταση υπό κρίση Αίτησης Έχω μελετήσει με προσοχή την υπό κρίση Αίτηση και Ένσταση, τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν καθώς επίσης και τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έθεσαν με τις αγορεύσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω επίσης διεξέλθει του περιεχομένου του φακέλου της διαχείρισης στο πλαίσιο της οποίας έχει καταχωριστεί η υπό κρίση Αίτηση. Κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ πρώτα με τη θέση που έχει προβληθεί στην ένσταση των Καθ' ων η αίτηση ότι η υπό κρίση Αίτηση είναι άκυρη και νόμω αβάσιμη. Είναι γεγονός ότι οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης τίθενται με γενικό τρόπο και δεν έχουν εξειδικευθεί από τους Καθ' ων η Αίτηση με αναφορά στον δικονομικό μηχανισμό τον οποίο ο Αιτητής ενεργοποίησε εν προκειμένω για την επίλυση των ζητημάτων που εγείρει με την υπό κρίση Αίτηση. Παρά το γενικό τρόπο με τον οποίο προωθούνται αυτοί οι λόγοι ένστασης από την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση είναι η κρίση μου ότι το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει, και μάλιστα κατά προτεραιότητα, ζητήματα παρατυπίας και ακυρότητας της διαδικασίας. Λαμβάνω επί του προκειμένου καθοδήγηση, από τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 366 [5]όπου το Εφετείο, υιοθετώντας τα νομολογηθέντα στην αγγλική απόφαση MetroinvestAnsalt et al v Commercial Union [1985] 1 WLR 513 υπέδειξε τα εξής: «Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt a.ο. v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520, 521,
  1. Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 - και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
  2. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
  3. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους». (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Παρατηρώ ότι η υπό κρίση Αίτηση έχει καταχωριστεί στο πλαίσιο της διαχείρισης που εκκρεμεί, γι' αυτό άλλωστε έχει χρησιμοποιηθεί ο αριθμός της αίτησης διαχείρισης που καταχωρίστηκε στις 19/4/2019 από τους εκτελεστές της διαθήκης του αποβιώσαντα στο πλαίσιο της οποίας οι εκτελεστές της διαθήκης του αποβιώσαντα έλαβαν στις 22/5/2019 έγγραφα διαχείρισης σύμφωνα με το σχετικό διάταγμα που εκδόθηκε κατά την εν λόγω ημερομηνία, το οποίο αποτελεί μέρος του φακέλου της διαχείρισης. Είναι, κατά την κρίση μου, ξεκάθαρο ότι η υπό κρίση Αίτηση έλαβε τη μορφή μίας ενδιάμεσης αίτησης και όχι εναρκτήριας κλήσης (originating summons) ως ρητά προνοεί το άρθρο 53
(1)του Κεφ. 189, ο τύπος της οποίας καθορίζεται από τη Δ.55 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ο οποίος δεν έχει εν προκειμένω ακολουθηθεί. Κατ' επέκταση, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο Αιτητής επέλεξε να επιλύσει τα ζητήματα που επιδιώκει να επιλύσει με την παρούσα διαδικασία, μέσω ενός λανθασμένου δικονομικού διαβήματος, αυτό της ενδιάμεσης αίτησης αντί της εναρκτήριας κλήσης που ρητά προνοεί το άρθρο 53
(1)του Κεφ. 189 επί του οποίου εδράζεται η αίτηση. Αυτό το οποίο θα απασχολήσει στη συνέχεια το Δικαστήριο είναι κατά πόσο μπορεί να διασωθεί η διαδικασία με το μηχανισμό της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Είναι νομολογημένο ότι παράτυπη διαδικασία η οποία ξεκινά με λανθασμένο δικονομικό διάβημα δεν δύναται να διασωθεί δυνάμει της Δ.64. Είναι καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή, ότι εξ' αρχής άκυρο δικονομικό μέτρο δεν δύναται να θεραπευθεί και ως εκ τούτου, συμπαρασύρει σε ακυρότητα ολόκληρη τη διαδικασία. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τύμβιος κ.α ν. Λιβέρα
(1991)1 Α.Α.Δ. 615 και Empson v. Smith
(1966)1 Q.B.D. 426,439. Αναφορά στις δύο πιο πάνω αποφάσεις, γίνεται από τον Αρτεμίδη Δ. (ως ήταν τότε) στην δική του αιτιολογία απόφασης στην υπόθεση Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ 323,
  1. Στην πιο πάνω υπόθεση εξετάστηκε ακριβώς το θέμα, του κατά πόσον εξ' αρχής άκυρα νομικά διαβήματα θα μπορούσαν να αναβιώσουν αναδρομικά δυνάμει της Δ.
  2. Κρίθηκε ότι λόγω του λανθασμένου δικονομικού μέσου δεν υπήρχε έγκυρη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να μπορεί η Δ.64 με τη νέα της μορφή να τη διασώσει. Όπως το έθεσε ο Αρτέμιδης Δ: «Η νέα Δ.64 δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να αναβιώσει εφέσεις ή οποιοδήποτε άλλο δικαστικό διάβημα που είναι άκυρο, πολύ περισσότερο δε ανύπαρκτο.» Στην υπόθεση Αναφορικά με τον Παναγιώτη Ευστρατίου ή Χ'' Σάββα
(1997)1(Β) Α.Α.Δ., σελ. 751, στη σελ. 756 αποφασίστηκε ότι: «Με βάση ό,τι προεκτέθηκε έχουμε την άποψη ότι τα εγερθέντα θέματα μπορεί να διερευνηθούν και επιλυθούν μόνο με το ένδικο μέσο της αγωγής. Αναφορικά με το επιχείρημα για διάσωση της διαδικασίας με το μηχανισμό της Δ.64 συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο ότι στην παρούσα υπόθεση δεν πρόκειται περί παρατυπίας στο τύπο της αγωγής αλλά λανθασμένης έναρξης της διαδικασίας η οποία επιφέρει ακυρότητα.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Επίσης, στην υπόθεση Πετρίχου ν. Χατζηιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ., σελ. 81, αποφασίστηκε ότι: «Η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Δεν έχει σκοπό δηλαδή να τους καταργήσει. Οι κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αιτών για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία εφόσον είναι θεραπεύσιμες. Στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι, όπως ορθά αναφέρει ο πρωτόδικος δικαστής. (Δες: Παναγιώτης Γεωργίου (Catering) Λτδ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά.
(1996)3 Α.Α.Δ. 323).» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στην αίτηση των Junport International Limited κ.ά., Πολ. Αίτηση Αρ. 115/2017, ημερ. 15.9.2017 λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: Από τη στιγμή που το κατώτερο Δικαστήριο θεώρησε άκυρο το μέτρο της εναρκτήριας κλήσης εύλογα στη βάση νομολογίας που παραθέτει έκρινε ότι αυτό δεν μπορούσε να διασωθεί από οποιαδήποτε άλλη δικονομική πρόνοια, η δε Δ.64 δεν μπορούσε να αναβιώσει λανθασμένο εξ αρχής δικονομικό διάβημα. Η επιλογή δικονομικού εναρκτήριου μέσου εξαρτάται από τη νομοθετική διάταξη ή την έλλειψη αυτής υπό το φως όμως πάντοτε των συγκεκριμένων δεδομένων της υπόθεσης. Αν δεν υπάρχει ειδική πρόνοια μπορεί να χρησιμοποιηθεί για παράδειγμα κλητήριο ένταλμα όπως έγινε στην Αντώνης Ανδρέου ν. ColossosSignsLtd (Αρ. 1)
(2008)1 Α.Α.Δ. 580, όπου απορρίφθηκε εισήγηση ότι έπρεπε για παραβίαση δικαιώματος ευρεσιτεχνίας να χρησιμοποιηθεί εναρκτήρια κλήση. (η υπογράμμιση και έμφαση είναι του παρόντος δικαστηρίου) Με βάση τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, κρίνω ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η καταχώρηση της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης στα πλαίσια της διαχείρισης, αντί εναρκτήριας κλήσης (originating summons) σύμφωνα με τη ρητή πρόνοια του άρθρου 53
(1)του Κεφ., δεν συνιστά απλή παρατυπία που είναι θεραπεύσιμη, αλλά λανθασμένη έναρξη της διαδικασίας, η οποία επιφέρει ακυρότητα. Η κατάληξη αυτή του Δικαστηρίου σφραγίζει και την τύχη της αίτησης που δεν είναι άλλη από την απόρριψη της. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, εξηγώ στη συνέχεια τους λόγους για τους οποίους, ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, η υπό κρίση Αίτηση δεν θα μπορούσε να έχει επιτυχή κατάληξη. Από το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν δικαιολογείται στο στάδιο αυτό η παρέμβαση του Δικαστηρίου με τον τρόπο που επιθυμεί ο Αιτητής. Και εξηγώ. Όπως προκύπτει από το φάκελο της διαχείρισης, το διάταγμα δυνάμει του οποίου χορηγήθηκαν έγγραφα διαχείρισης στους εκτελεστές της διαθήκης του αποβιώσαντα εκδόθηκε στις 22/5/2019. Στις 3/6/20 καταχωρίστηκε απογραφή της περιουσίας του αποβιώσαντα και στις 2/9/20 καταχωρίστηκε τροποποιημένη απογραφή. Ο Αιτητής παραπονείται για αδικαιολόγητη καθυστέρηση της διαδικασίας. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση εξηγούνται από τον ΑΜ τα μέτρα που είχαν ληφθεί και το στάδιο που αυτά βρίσκονταν κατά τον χρόνο καταχώρησης της ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση και συγκεκριμένα στις παραγράφους 6 και 7 εξηγείται ότι αφενός μεν για το ακίνητο που αποτελεί μέρος της περιουσίας του αποβιώσαντα έχει προχωρήσει η διαδικασία της φοροαπαλλαγής και αναμένεται η απάντηση από το Τμήμα του Εφόρου Φορολογίας για να μπορέσει να προχωρήσει η διαδικασία της μεταβίβασης στον εκ διαθήκης δικαιούχο (δηλαδή τον Αιτητή) και αφετέρου σε σχέση με τα χρεόγραφα ότι έχει απευθυνθεί ο ίδιος στην Κεντρική Τράπεζα για περαιτέρω πληροφορίες από την οποία δεν έλαβε απάντηση. Οι εν λόγω θέσεις και ισχυρισμοί δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον Αιτητή αφού δεν ζητήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο η αντεξέταση του ΑΜ. Δεν εντοπίζεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οποιαδήποτε αδικαιολόγητη καθυστέρηση έτσι όπως γενικά και αόριστα το θέτει ο ΣΧ στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση με τρόπο που να δικαιολογείται η παρέμβαση του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο. Από τις ίδιες τις πρόνοιες του άρθρου 45 του Κεφ. 189 σε σχέση με την υποχρέωση των διαχειριστών για κατάθεση λογαριασμών της διαχείρισης, προκύπτει ότι παρέχεται από το Κεφ. 189 στους διαχειριστές το χρονικό διάστημα των δύο
(2)χρόνων από την ημέρα που εκδίδεται το σχετικό διάταγμα δυνάμει του οποίου διορίζονται ως διαχειριστές για την ετοιμασία των λογαριασμών της διαχείρισης. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το συγκεκριμένο άρθρο: «Kατάθεση λoγαριασμώv 45.-
(1)Κάθε πρόσωπo στo oπoίo εκδόθηκε παραχωρητήριo επικύρωσης διαθήκης ή έγγραφo διαχείρισης και κάθε διαχειριστής πoυ διoρίστηκε από τo Δικαστήριo καταχωρίζει στo Δικαστήριo, μέσα σε δύo χρόvια από τηv ημερoμηvία πoυ εκδόθηκε τo παραχωρητήριo ή τo διάταγμα πoυ τov διόρισε, τoυς λoγαριασμoύς της διαχείρισης πoυ διεvεργήθηκε από αυτόv και, αv η διαχείριση δεv έχει συμπληρωθεί, δήλωση πoυ vα εξηγεί τoυς λόγoυς για τoυς oπoίoυς η διαχείριση δεv συμπληρώθηκε και ακoλoύθως και μέχρι τη συμπλήρωση της διαχείρισης, εξαμηvιαίoυς λoγαριασμoύς της διαχείρισης μαζί με τη δήλωση πoυ αvαφέρεται πιo πάvω. (η υπογράμμιση και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Είναι σαφές από το περιεχόμενο του συγκεκριμένου άρθρου ότι ο Νομοθέτης θεωρεί εύλογο το χρονικό διάστημα των δύο χρόνων από την ημερομηνία που διορίζεται ένας διαχειριστής για την ολοκλήρωση της διαδικασίας της διαχείρισης μέσω της κατάθεσης των λογαριασμών και όπου δεν είναι δυνατή τέτοια κατάθεση, η ετοιμασία δήλωσης στην οποία να εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους η διαχείριση δεν έχει συμπληρωθεί μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα των δύο χρόνων και στη συνέχεια μέχρι τη συμπλήρωση της διαχείρισης η ετοιμασία εξαμηνιαίων λογαριασμών μαζί με την ανωτέρω αναφερόμενη δήλωση. Εν προκειμένω, μέχρι την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης είχε παρέλθει λιγότερο από ένα έτος. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι όπου η περίπτωση επιτρέπει την ολοκλήρωση της διαδικασίας νωρίτερα και πριν την πάροδο των δύο ετών, οι διαχειριστές μπορούν να καταχρώνται την πρόνοια αυτή γι' αυτό άλλωστε υπάρχει και η ρητή πρόνοια της παραγράφου
(4)του άρθρου 45 του Κεφ. 189 σε σχέση με την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την σύντμηση της προθεσμίας της καταχώρισης των λογαριασμών όταν «καταδεικνύεται βάσιμος λόγος». Εν προκειμένω, δεν έχει ζητηθεί κάτι τέτοιο από τον Αιτητή, γι' αυτό δεν μπορεί να εξεταστεί κάτι τέτοιο στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης. Οι πρόνοιες των ανωτέρω αναφερόμενων άρθρων σε συνδυασμό με το πραγματικό υπόβαθρο που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν συνηγορούν υπέρ της θέσης του Αιτητή περί ύπαρξης αδικαιολόγητης καθυστέρησης στη συμπλήρωση της διαχείρισης και ως εκ τούτου η εισήγηση αυτή απορρίπτεται. Η κατάληξη αυτή του Δικαστηρίου συμπαρασύρει σε απόρριψη τα Αιτητικά Α και Β της υπό κρίση Αίτησης. Ως προς το αιτητικό που αφορά την έκδοση οδηγιών προς τους διαχειριστές για την ενημέρωση του Αιτητή (αιτητικό Γ της υπό κρίση Αίτησης) ούτε αυτό μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Ο ΣΧ στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση ενώ αναφέρει ότι ο πατέρας του Αιτητή είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τους διαχειριστές, δεν αναφέρει και δεν εξειδικεύει τα όσα του είχαν λεχθεί από αυτούς στο πλαίσιο αιτήματος του για ενημέρωση του έτσι ώστε να μπορούν αυτά να ελεγχθούν από το Δικαστήριο στο πλαίσιο εξέτασης του αιτήματος του για χορήγηση οδηγιών ενημέρωσης του, παρά μόνο εντελώς γενικά και αόριστα αναφέρει ότι τα όσα του λέχθηκαν τηλεφωνικά δεν ήταν κατά τον ίδιο κατατοπιστικά. Από τη στιγμή που ο ίδιος ο πατέρας του Αιτητή παραδέχεται ότι έτυχε ενημέρωσης από τους διαχειριστές στο πλαίσιο τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε με τους διαχειριστές, όφειλε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου λεπτομέρειες έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξετάσει τη βασιμότητα της θέσης του ότι τα όσα του λέχθηκαν δεν ήταν «κατατοπιστικά» όπως ο ΣΧ το θέτει στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση. Επομένως, η εισήγηση του Αιτητή περί μη «πρέπουσας» ενημέρωσης του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται και συνακόλουθα απορρίπτεται και το σχετικό αιτητικό για έκδοση οδηγιών από το Δικαστήριο (αιτητικό Γ της υπό κρίση Αίτησης). Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι όπως προκύπτει από το φάκελο της διαχείρισης, στις 2/9/20 έχει καταχωριστεί τροποποιημένη απογραφή από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει ότι υπήρξε εξέλιξη και πρόοδος στη διαδικασία αφού φαίνεται να έχουν ήδη ληφθεί οι απαντήσεις που περίμεναν οι διαχειριστές σε σχέση με τα χρεόγραφα για τα οποία γίνεται αναφορά στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση, έτσι ώστε να αναμένεται ότι η όλη διαδικασία βρίσκεται κοντά στην ολοκλήρωση της. Κατάληξη Υπό το φως των όσων έχω εξηγήσει ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα και, συνεπώς, τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θεωρώ ορθό στην παρούσα περίπτωση να ασκήσω την εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο δυνάμει των προνοιών του άρθρου 55 του Κεφ. 189 και επομένως εκδίδω διαταγή όπως τα έξοδα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιβαρυνθεί η κληρονομιά του αποβιώσαντος. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Hamisi Mwinyi Selmani v ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Ποινική Έφεση Αρ. 235/2013, ημ. 5/6/2015, El Fath Co for International Trade SAE v. EDT Shipping Ltd κ.α.
(1992)1B ΑΑΔ 1255,
  1. [2] Β΄ Έκδοση, σελ.
  2. [3] Mitsui And Co. Ltd And Others V Rockwell Marine Ltd And Another
(1989)1 CLR 112, ημερ. 22/2/1989. [4] Θεμιστοκλέους ν. Λεωνίδου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 417) [5] Βλ. επίσης Koza Michael David v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Εφ. 208/2012, ημερομηνίας 24/11/17 στην οποία υιοθετήθηκε η Wunderlich ανωτέρω. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.