← Κύπρος

Delrock Investments Ltd ν. Μ. Schack Engel A/S κ.α., Αρ. Αγωγής: 339/2019, 14/10/2020

Delrock Investments Ltd ν. Μ. Schack Engel A/S κ.α., Αρ. Αγωγής: 339/2019, 14/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A460 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 339/2019 Μεταξύ: Delrock Investments Ltd Ενάγουσας v.

  1. Μ. Schack Engel A/S
  2. . Nielsen
  3. . Engel
  4. . Nielsen
  5. Lifetime Kids Rooms Ltd Εναγομένων Αίτηση ημ. 18.7.19 Εναγομένων 1-3 και 5 για αναστολή και ή παραμερισμό διαδικασίας και παραπομπή σε διαιτησία Ημερομηνία: 14 Οκτωβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τις Εναγόμενους 1-3 και 5 - Αιτητές: κ. Χ. Κληρίδης με κα Χ. Χατζησπύρου για Χριστόδουλος Βασιλειάδης & Σια ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Α. Δημητριάδης για Κώστας Π. Δημητριάδης ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενοι 1-3 και 5 - Αιτητές ζητούν διάταγμα αναστολής και ή παραμερισμού της διαδικασίας στην παρούσα Αγωγή υπό τέτοιους όρους ως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογο και δίκαιο συνεπεία ύπαρξης και ή ενεργοποίησης ρήτρας διαιτησίας στη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία σε σχέση με τα εγειρόμενα στην παρούσα Αγωγή θέματα. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΡΧ (εφεξής «ο ΡΧ») δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τους Εναγόμενους 1-3 και 5 - Αιτητές. Ο ΡΧ ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση διαφορά εσφαλμένα έχει εγερθεί ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων καθότι συνδέεται άρρηκτα και αποκλειστικά με τη συμφωνία προ της εγγραφής της Εναγομένης 5 (Pre-incorporation Agreement) η οποία συνήφθη το 2008 μεταξύ της Εναγομένης 1 και της εταιρείας Diexodos Ltd και περιέχει ρήτρα διαιτησίας ενώπιον του International Chamber of Commerce με εφαρμοστέο το Αγγλικό δίκαιο. Ο ΡΧ αναφέρει ότι με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν τις αιτήσεις της Ενάγουσας για προσωρινά διατάγματα και για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε άλλη συμφωνία ούτε οποιοδήποτε άλλο αγώγιμο δικαίωμα παρά μόνο το ότι η απαίτηση της Ενάγουσας βασίζεται στην προαναφερόμενη συμφωνία. Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό του ΡΧ ότι ο σκοπός καταχώρισης δήθεν παράγωγης αγωγής αποτελεί προσπάθεια της Ενάγουσας να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να καλύψει την αληθινή φύση της επίδικης διαφοράς η οποία συνδέεται αποκλειστικά με την τήρηση της προαναφερόμενεης συμφωνίας και έτσι να παρακάμψει τη ρήτρα διαιτησίας. Τέλος, ο ΡΧ αναφέρει ότι για την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής το Δικαστήριο θα πρέπει να ασχοληθεί με το περιεχόμενο, την ερμηνεία και την ισχύ της συμφωνίας η οποία διέπει τη λειτουργία της Εναγομένης 5, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις όλων των διαδίκων και στην οποία βασίζεται η απαίτηση της Ενάγουσας. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) Η Αίτηση είναι νομικά και ή ουσιαστικά αβάσιμη. 2) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 3) Η ρήτρα διαιτησίας δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα Αγωγή. 4) Το αντικείμενο της παρούσας Αγωγής δεν εμπίπτει εντός της εμβέλειας της ρήτρας διαιτησίας καθότι τα μέρη στη συμφωνία είναι μόνο η Εναγομένη 1 και η Διέξοδος Λτδ. 5) Με εξαίρεση την Εναγομένη 1, κανένας διάδικος δεν είναι μέρος στη συμφωνία και οι διάδικοι δεν είναι μέτοχοι της Εναγομένης
  6. 6) Η παρούσα Αγωγή αποτελεί παράγωγη αγωγή η οποία εγείρεται από την Ενάγουσα ως μέτοχος μειοψηφίας της Εναγομένης 5, προς όφελος και εκ μέρους της τελευταίας και για σκοπούς διαφύλαξης των δικαιωμάτων και συμφερόντων της τα οποία καταστρατηγούνται από τις ενέργειες των Εναγομένων 1-
  7. 7) Οι αιτούμενες με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο θεραπείες αφορούν αποζημιώσεις και άλλα αιτήματα υπέρ της Εναγομένης 5 και δεν σχετίζονται ούτε βασίζονται στη συμφωνία. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΚΚ (εφεξής «ο ΚΚ»), τελικού δικαιούχου της Ενάγουσας και διευθυντή της Εναγομένης
  8. Ο ΚΚ παραπέμπει στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της Ενάγουσας για προσωρινά διατάγματα. Αναφέρει ότι η παρούσα Αγωγή συνιστά παράγωγη αγωγή η οποία ηγέρθη από την Ενάγουσα ως μέτοχος μειοψηφίας της Εναγομένης 5, προς όφελος της τελευταίας και για σκοπούς διαφύλαξης των συμφερόντων της, τα οποία καταστρατηγούνται από τους Εναγόμενους 1-4 με τις δόλιες, ανέντιμες και καταχρηστικές ενέργειες τους. Σύμφωνα με τον ΚΚ, πρόθεση των Εναγομένων 1-4 είναι να παραγκωνίσουν και οδηγήσουν την Εναγομένη 5 σε οικονομική καταστροφή και να επωφεληθούν, οικειοποιηθούν και υφαρπάξουν την κερδοφόρα επιχείρηση, πελατεία και περιουσιακά της στοιχεία. Ο ΚΚ αναφέρει ακόμα ότι οι Εναγόμενοι 2-4 ενεργούν κατά παράβαση των καθηκόντων τους ως διευθυντές της Εναγομένης 5 και ότι οι πράξεις των Εναγομένων 1-4 συνιστούν καταδολίευση εναντίον της και κατ΄ επέκταση της Ενάγουσας ως μετόχου μειοψηφίας. Περαιτέρω ο ΚΚ ισχυρίζεται ότι το αντικείμενο της παρούσας Αγωγής δεν εμπίπτει εντός της εμβέλειας της συμφωνίας και ρήτρας διαιτησίας καθότι αυτή είναι παράγωγη αγωγή, το γεγονός δε ότι η συμφωνία αποτελεί μέρος του όλου φάσματος των γεγονότων που αφορούν τα εμπλεκόμενα μέρη δεν σημαίνει ότι η απαίτηση της Ενάγουσας η οποία προωθείται εκ μέρους της Εναγομένης 5, αφορά ζητήματα ή διαφορά μεταξύ των μερών της συμφωνίας ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της. Επιπλέον ο ΚΚ επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης και ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές παρουσιάζουν αναληθή γεγονότα με σκοπό την αποφυγή εκδίκασης της παρούσας Αγωγής. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες οι δικηγόροι κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης και όπως αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, στις 12.2.19 η Ενάγουσα καταχώρισε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο με το οποίο ζητά · Απόφαση υπέρ της Εναγομένης 5 και εναντίον των Εναγομένων 1-4 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, για ειδικές, γενικές, τιμωρητικές και ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για δόλο, απάτη, παράβαση καθήκοντος επιμέλειας, εμπιστοσύνης και ή καλής πίστης, καταδολίευση και ή καταπίεση της Εναγομένης 5 και ή της μειοψηφίας της, σφετερισμό και ή οικειοποίηση της περιουσίας της, πρόκληση σε αυτή ζημιάς με παράνομα μέσα, παράνομη παρέμβαση στα οικονομικά συμφέροντα της και ή αδικαιολόγητο πλουτισμό, σε σχέση με τις πράξεις και ή παραλείψεις τους αναφορικά με την Εναγομένη 5, η Εναγομένη 1 ως μέτοχος πλειοψηφίας και οι Εναγόμενοι 2-4 ως διευθυντές της Εναγομένης
  9. · Διάταγμα με το οποίο οι Εναγόμενοι 1-4 να διατάσσονται όπως μεταφέρουν στην Εναγομένη 5 τον χειρισμό και την τιμολόγηση των αντισυμβαλλομένων και ή πελατών της τελευταίας τους οποίους κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος χειρίζεται η Εναγομένη 1 στα πλαίσια συμφωνίας μεταξύ τρίτων προσώπων και της Εναγομένης
  10. · Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1-4 να χειρίζονται και ή τιμολογούν επ΄ ονόματι της Εναγομένης 1, πλην της Εναγομένης 5, τους αντισυμβαλλόμενους και ή πελάτες της Εναγομένης
  11. · Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγομένη 1 και ή στους αξιωματούχους, υπαλλήλους και αντιπροσώπους της να προσφέρει τα προϊόντα της προς πώληση στην Εναγομένη 5 σε τιμές κατά 15% χαμηλότερες από τις γενικές χονδρικές τιμές πώλησης, ως ίσχυαν από καιρό εις καιρό εκτός όπου συμφωνείται γραπτώς και ρητώς διαφορετικά με την Ενάγουσα. · Διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι 1-4 όπως αποδώσουν ενόρκως ακριβείς και λεπτομερείς λογαριασμούς και στοιχεία για κέρδη αναφορικά με όλες τις δοσοληψίες που διενήργησαν με αντισυμβαλλόμενους και ή πελάτες της Εναγομένης 5 από τη σύσταση της, και όπως καταβάλουν σε αυτή οποιαδήποτε τυχόν ποσά και ή κέρδη. Στις 15.2.19 η Ενάγουσα καταχώρισε δια κλήσεως αίτηση για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και μονομερή αίτηση για σφράγιση του κλητηρίου και για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ειδοποίησης του κλητηρίου και της αίτησης για προσωρινά διατάγματα, ως επίσης και της εν λόγω αίτησης, η οποία και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο στις 21.2.
  12. Στις 10.4.19, όταν η αίτηση για προσωρινά διατάγματα ήταν ορισμένη για πρώτη φορά, οι Εναγόμενοι 1-3 εμφανίστηκαν μέσω δικηγόρου και ζήτησαν χρόνο για καταχώριση ένστασης. Στις 12.6.19 οι Εναγόμενοι 1-3 και 5 καταχώρισαν μονομερή αίτηση δυνάμει της οποίας δόθηκε άδεια να καταχωρίσουν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, στις 18.7.19 καταχώρισαν την υπό κρίση αίτηση και στις 2.9.19 καταχώρισαν ένσταση στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα. Το βασικό ζήτημα το οποίο εγείρεται προς εξέταση στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης αφορά την αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή σε διαιτησία λόγω της ρήτρας διαιτησίας στη συμφωνία η οποία κατ΄ ισχυρισμόν των Αιτητών αφορά την επίδικη διαφορά στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής. Το άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στο οποίο στηρίζεται μεταξύ άλλων η Αίτηση προβλέπει τα ακόλουθα: «
  13. Αv oπoιoσδήπoτε συμβαλλόμεvoς σε συvυπoσχετικό ή oπoιoδήπoτε πρόσωπo πoυ πρoβάλλει αξίωση μέσω τoυ ή βάσει oδηγιώv τoυ, αρχίζει oπoιαδήπoτε διαδικασία εvώπιov Δικαστηρίoυ κατά oπoιoυδήπoτε άλλoυ πρoσώπoυ πoυ είvαι συμβαλλόμεvoς στo συvυπoσχετικό ή κατά oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ πoυ πρoβάλλει αξίωση μέσω ή βάσει oδηγιώv τoυ, αvαφoρικά με oπoιoδήπoτε από τα θέματα πoυ συμφωvήθηκε vα παραπεμφθoύv σε διατησία, τότε oπoιoσδήπoτε από τoυς διαδίκoυς στηv εv λόγω διαδικασία δύvαται oπoτεδήπoτε μετά τηv εμφάvιση, και πριv παραδώσει oπoιεσδήπoτε γραπτές πρoτάσεις ή πρoβεί σε oπoιoδήπoτε άλλo στάδιo της διαδικασίας, vα απoταθεί στo Δικαστήριo για αvαστoλή της διαδικασίας και τo Δικαστήριo δύvαται vα εκδώσει διάταγμα για αvαστoλή της διαδικασίας αv ικαvoπoιηθεί ότι δεv υπάρχει λόγoς πoυ vα δικαιoλoγεί τη μη παραπoμπή τoυ θέματoς σε διαιτησία σύμφωvα με τo συvυπoσχετικό και ότι o αιτητής ήταv, όταv άρχισε η διαδικασία, και εξακoλoυθεί vα είvαι έτoιμoς και πρόθυμoς vα πράξει oτιδήπoτε τo αvαγκαίo για τηv καvovική διεξαγωγή της διατησίας.» Χρήσιμη καθοδήγηση επί της εφαρμογής του άρθρου 8 του Κεφ. 4 προσφέρουν οι υποθέσεις Investa Foreign Trade Co. Ltd v. Onisiforos Demetriades & Co. Ltd

(1982)1 C.L.R. 276, Λελιάνα Τούριστ Σέρβισες Λτδ v. Ανδρέα Χ. Καρπασίτη & Υιοί (Βιομηχανία) Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 75 και Προοδευτική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ v. Κουρουκλίδη κ.ά.
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1374. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση United Feeder Services Ltd v. Πλοίου "Anna Elisabeth" υπό σημαία Αυστρίας
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1946, περιέχεται μια διαφωτιστική παράθεση των προϋποθέσεων που πρέπει να ικανοποιούνται για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής διαδικασίας λόγω ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας ως εξής: «Στην υπόθεση Bulfracht v. Third World Steel Company Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 148, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στις προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να ικανοποιούνται για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει αναστολή διαδικασίας με βάση το άρθρο 4
(1)του Αγγλικού Arbitration Act 1950, όπως αυτές εκτίθενται στο σύγγραμμα Russell on Arbitration, 19th Edition, page 175, και έχουν ως εξής:
  1. Ύπαρξη έγκυρης συμφωνίας για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία.
  2. Έναρξη διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου.
  3. Έναρξη δικαστικής διαδικασίας από συμβαλλόμενο στη σύμβαση διαιτησίας ή από πρόσωπο που αξιώνει μέσω ή κάτω από αυτό εναντίον του αντισυμβαλλομένου ή εναντίον προσώπου που αξιώνει μέσω ή κάτω από αυτό.
  4. Η δικαστική διαδικασία να είναι αναφορικά με διαφορά που συμφωνήθηκε να παραπεμφθεί.
  5. Η αίτηση για αναστολή να γίνεται από διάδικο στη δικαστική διαδικασία.
  6. Υποβολή της αίτησης μετά την καταχώριση εμφάνισης και πριν την ανταλλαγή εγγράφων προτάσεων ή τη λήψη οποιουδήποτε άλλου διαβήματος στη διαδικασία.
  7. Ο αιτητής να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει όλα τα αναγκαία για τη δέουσα διεξαγωγή της διαιτησίας.» Στην ίδια υπόθεση αναφέρεται επίσης πως, αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, τότε θα πρέπει να εξετάσει όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης ως προς κατά πόσο δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας υπέρ της αναστολής και ο ενάγων έχει το βάρος απόδειξης ισχυρού λόγου που να συνηγορεί υπέρ της μη αναστολής της διαδικασίας. Στην Αγγλική υπόθεση Heyman v. Darwins, Ltd [1942] 1 All E.R. 337, επισημαίνεται πως πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου είναι η διαπίστωση της ακριβούς φύσης της επίδικης διαφοράς και του κατά πόσο αυτή εμπίπτει εντός της ρήτρας διαιτησίας, όπως διατυπώνεται στο ακόλουθο απόσπασμα: «Where proceedings at law are instituted by one of the parties to a contract containing an arbitration clause and the other party, founding on the clause, applies for a stay, the first thing to be ascertained is the precise nature of the dispute which has arisen. The next question is whether the dispute is one which falls within the terms of the arbitration clause. Then sometimes the question is raised whether the arbitration clause is still effective or whether something has happened to render it no longer operative. Finally, the nature of the dispute being ascertained, it having been held to fall within the terms of the arbitration clause and the clause having been found to be still effective, there remains for the court the question whether there is any sufficient reason why the matter in dispute should not be referred to arbitration.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Investa Foreign Trade Co. Ltd v. Onisiforos Demetriades & Co. Ltd (ανωτέρω) και Skaliotou v. Pelekanos
(1976)1 C.L.R. 251, για την εξέταση της φύσης της απαίτησης, το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψιν το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, την έκθεση απαίτησης (αν έχει καταχωριστεί) και τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση για αναστολή και την ένσταση καθώς επίσης και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα στον φάκελο, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε άλλων ενόρκων δηλώσεων συνοδεύουν άλλες αιτήσεις στα πλαίσια της διαδικασίας της εν λόγω υπόθεσης. Σύμφωνα με το άρθρο 8
(1)του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Ν.101/87, στο οποίο επίσης στηρίζεται η Αίτηση: «Σε περίπτωση πoυ εγείρεται αγωγή για ζήτημα πoυ απoτελεί τo αvτικείμεvo συμφωvίας περί διαιτησίας, τo Δικαστήριo εvώπιov τoυ oπoίoυ εγείρεται η αγωγή oφείλει, αv τo ζητήσει τo έvα τωv μερώv πριv από τηv υπoβoλή της πρώτης έκθεσης τoυ επί της oυσίας της διαφoράς, vα παραπέμψει τη διαφoρά σε διαιτησία, εκτός αv εύρει ότι η συμφωvία είvαι άκυρη, αvεvεργής ή μη δεκτική εκτέλεσης.» Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Balkancarimpex FTO v. Leasco Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 815: «Συμφωνία για την παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία, εφαρμόζεται εκτός αν καταδειχθούν ισχυροί λόγοι που δικαιολογούν τη μη εφαρμογή της. Η στοιχειοθέτηση και η απόδειξη των λόγων αυτών βαρύνει το διάδικο που επικαλείται τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου [βλ. HALSBURY'S LAWS OF ENGLAND, Third Edition, Vol. 2, pp. 24 - 28. Phassouri Plantations v. Adriatica
(1985)1 C.L.R. 290. The Eleftheria [1969] 2 All E.R. 641 και Amathus Navigation Co. Ltd. v. Concord Express Liners και Άλλων
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030].» Η ίδια αρχή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Medglobe Shipping Co Ltd v. Oleaginosas Espanolas S.A. (O.E.S.A.) κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 90, στην οποία λέχθηκε πως το Δικαστήριο δεν είναι δεσμευμένο να αναστείλει αγωγή και παραπέμψει σε διαιτησία αλλά διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να πράξει κάτι τέτοιο. Το βάρος απόδειξης φέρει ο ενάγων να καταδείξει ειδικούς λόγους για τη μη αναστολή και στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψιν διάφορους παράγοντες, όπως το με ποια χώρα συνδέεται οποιοδήποτε των μερών, κατά πόσον οι ενάγοντες θα επηρεαστούν δυσμενώς από την εκδίκαση σε ξένη χώρα κ.λπ. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρουν επίσης οι ακόλουθες Αγγλικές υποθέσεις, δυνάμει των οποίων προκύπτει πως, στα πλαίσια εξέτασης αιτήματος για παραπομπή σε διαιτησία, το Δικαστήριο θα πρέπει να ασχοληθεί με τη φύση και ουσία της απαίτησης και των επίδικων θεμάτων και όχι να περιοριστεί στον τύπο και τρόπο διαμόρφωσης αυτών στο δικόγραφο. Ενδεικτικά παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Lombard North Central plc and another v. GATX Corpn
(2012)EWHC 1067 (Comm): «. The question depends upon the nature of the claim, or claims, made in the legal proceedings, but not, I think, only on the formulation of it (or them) in the claim form and any pleadings. That would allow a claimant to circumvent an arbitration agreement by formulating proceedings in terms that, perhaps, artificially, avoid reference to a referred matter, knowing that any application to stay them must be made before a defence is pleaded.» Στην υπόθεση Sodzawincy v. Ruhan
(2018)EWHC 1908 (Comm), λέχθηκαν τα εξής: «. in considering the claim, the Court should look at the nature and substance of the claim and the issues to which it gives rise, rather than simply to the form in which it is formulated in a pleading.» Αποτελεί κοινό έδαφος η σύναψη κατά το 2008 της συμφωνίας (Pre-incorporation Agreement) (εφεξής «η συμφωνία») μεταξύ της Εναγομένης 5 και της εταιρείας Διέξοδος Λτδ (εφεξής «η Διέξοδος»), Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΡΧ που συνοδεύει την Αίτηση και Τεκμήριο 12 στην ένορκη δήλωση του ΚΚ που συνοδεύει την αίτηση για προσωρινά διατάγματα. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της συμφωνίας, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν στη σύσταση μιας κοινής εταιρείας στην οποία μέτοχοι θα ήταν κατά 60% η Εναγομένη 1 και κατά 40% η Διέξοδος με σκοπό την ανάπτυξη ενός διεθνούς μοντέλου δικαιόχρησης (international franchise concept) και μιας διεθνούς αλυσίδας λιανικής πώλησης (international franchise retail chain) παιδικών επίπλων. Προς τούτο ιδρύθηκε και συστάθηκε η Εναγομένη
  1. Στη συμφωνία επισυνάφθηκε μελέτη σκοπιμότητας (feasibility study) η οποία ετοιμάστηκε τον Μάρτιο του 2008, Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του ΡΧ και Τεκμήριο 14 στην ένορκη δήλωση του ΚΚ που συνοδεύει την αίτηση για προσωρινά διατάγματα. Η συμφωνία ρύθμιζε τη σύσταση και λειτουργία της Εναγομένης 5 και ειδικότερα τον τρόπο σύναψης συμφωνιών δικαιόχρησης με τρίτα πρόσωπα, σύμφωνα με τη μελέτη σκοπιμότητας. Όπως αναφέρεται στις ένορκες δηλώσεις του ΚΚ οι οποίες συνοδεύουν την αίτηση για προσωρινά διατάγματα και την ένσταση στην παρούσα Αίτηση, στη βάση της συμφωνίας τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν όπως η εταιρεία θα είχε το αποκλειστικό δικαίωμα να συνάπτει συμφωνίες δικαιόχρησης με δικαιοδόχους ανά το παγκόσμιο στη βάση των οποίων θα τους μεταπωλούσε παιδικά έπιπλα και συναφή προϊόντα. Σύμφωνα με το αρχικό μοντέλο, βασικά η εταιρεία θα σύναπτε συμφωνίες δικαιόχρησης (franchise agreements) με τρίτα πρόσωπα σε διάφορες χώρες, στη βάση των οποίων θα τους μεταπωλούσε παιδικά έπιπλα και συναφή προϊόντα της μάρκας (brand) τα οποία θα κατασκεύαζε η Εναγομένη
  2. Η εταιρεία θα τα μεταπωλούσε στους αντισυμβαλλόμενους πελάτες της στην τιμή που θα τα αγόραζε από την Εναγομένη 1, χωρίς να προκύπτει κέρδος από τη μεταπώληση. Το κέρδος προερχόταν από τέλη έναρξης συνεργασίας (entry fees) ύψους €20 ανά κατάστημα που θα άνοιγε ο πελάτης της εταιρείας και από δικαιώματα (royalty fees) 5% επί των συνολικών λιανικών πωλήσεων του πελάτη. Περί τα μέσα του 2009 λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, το αρχικό επιχειρηματικό πλάνο δεν απέφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα και έτσι σε διάφορες συνεδρίες του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας κατά τα έτη 2010 και 2011, αποφασίστηκε η υιοθέτηση ενός νέου μοντέλου, μεταξύ των οποίων η λειτουργία καταστημάτων και η μείωση της χρέωσης του τέλους συνεργασίας σε €10 για ανεξάρτητα καταστήματα και σε €5 για καταστήματα εντός καταστήματος και του δικαιώματος σε 10% επί του ποσού των αγορών και όχι των πωλήσεων, η δε εταιρεία θα λάμβανε προμήθεια 5% επί των αγαθών άλλων προμηθευτών που θα πωλούσε. Η εταιρεία συνέχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα για τη σύναψη συμφωνιών λόγω του ότι το 10% δεν γινόταν αποδεκτό, και έτσι αποφασίστηκε η διαγραφή του τέλους συνεργασίας και η μείωση του δικαιώματος σε 5%. Συμφωνήθηκε επίσης όπως η Εναγομένη 1 προμήθευε προϊόντα προς την εταιρεία σε χονδρικές τιμές κατά 15% χαμηλότερες από τις λιανικές και η εταιρεία θα μεταπωλούσε με περιθώριο συνολικού κέρδους 20%. Έτσι, από το 2012 οι πωλήσεις της εταιρείας αυξήθηκαν σημαντικά ενώ το επιχειρηματικό πλάνο της εταιρείας συνέχιζε να αναθεωρείται. Όπως αναφέρει ο ΚΚ, το 2014 δυνάμει συμφωνίας μεταξύ της Διέξοδος και της Ενάγουσας, η Διέξοδος μεταβίβασε όλη την επιχείρηση και τα περιουσιακά της στοιχεία στην Ενάγουσα, συμπεριλαμβανομένου και του 40% στην εταιρεία. Σημειώνεται πως οι διευθυντές και μέτοχοι της Διέξοδος ήταν ο ΚΚ και η σύζυγος του, ενώ έχει ήδη λεχθεί ότι ο ΚΚ είναι ο τελικός δικαιούχος της Ενάγουσας. Ενώ η συμφωνία συνήφθη μεταξύ της Εναγομένης 1 και της Διέξοδος, διαφαίνεται πως η Ενάγουσα έχει διαδεχθεί τη Διέξοδος αναφορικά με τη συμφωνία, όπως άλλωστε παραδέχεται και αναγνωρίζει ο ΚΚ στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για προσωρινά διατάγματα. Επομένως, θα μπορούσε ενδεχομένως να λεχθεί ότι με βάση τη συμφωνία μεταβίβασης, η συμφωνία αφορά πλέον την Ενάγουσα και την Εναγομένη 1, παρόλο που αυτό το ζήτημα ως επίσης και το νομότυπο αυτής της μεταβίβασης δεν αποτελούν αντικείμενο επίλυσης σε αυτό το στάδιο και για σκοπούς της παρούσας Αίτησης, με δεδομένο επίσης ότι οι Αιτητές αμφισβητούν τη νομιμότητα της μεταβίβασης και επιφυλάσσουν ρητώς, μέσω της ένορκης δήλωσης του ΡΧ, τα δικαιώματα τους επί τούτης. Σύμφωνα πάντα με τον ΚΚ, από το 2011 είχε προκύψει διαφωνία ως προς τον χειρισμό των πελατών της εταιρείας και διεφάνη πως η Εναγομένη 1 χειριζόταν και τιμολογούσε πελάτες της εταιρείας, εις βάρος της τελευταίας και με κορύφωση το 2017 όταν πλέον η Εναγομένη 1 και οι εκπρόσωποι της στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας αμφισβήτησαν έντονα τον λόγο ύπαρξης της εταιρείας και εισηγήθηκαν τη μεταφορά όλης της διαχείρισης της επιχείρησης και των πελατών της εταιρείας σε αυτή, θέλοντας να παρουσιάσουν ότι η εταιρεία απέτυχε ενώ κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα. Ο ΚΚ παραθέτει λεπτομέρειες των συζητήσεων που έλαβαν χώρα κατά τα έτη 2018 και 2019 και της σχετικής αλληλογραφίας μεταξύ των μερών ως προς τον τρόπο χειρισμού των πελατών και του τρόπου άσκησης των εργασιών της εταιρείας. Στις 22.11.18 η Εναγομένη 1 απέστειλε επιστολή προς την εταιρεία, τη Διέξοδος και τον ΚΚ πως ο σκοπός σύστασης της εταιρείας απέτυχε και επομένως η Εναγομένη 1 δεν επιθυμεί πλέον να τη στηρίζει υπό τη μορφή εκπτώσεων και προμηθειών οι οποίες καταβάλλονται ως αποζημίωση για την αποτυχία της και πως από την 1.7.19 θα διέκοπτε την πληρωμή της προμήθειας του 20% και την παροχή έκπτωσης του 15%. Ο ΚΚ θεωρεί την πληρωμή αυτών των ποσών όχι το προϊόν συμφωνίας μεταξύ της εταιρείας και της Εναγομένης 1 αλλά μια αναγκαία ενέργεια ενόψει του γεγονότος ότι η εταιρεία τιμολογεί απ΄ ευθείας τους πελάτες της Εναγομένης 1, τονίζοντας ότι ουδέποτε στα πλαίσια συνεργασίας τους αμφισβητήθηκε το κέρδος του 20% της εταιρείας, το οποίο η Εναγομένη 1 απέδιδε ανελλιπώς σε αυτή. Ο ΚΚ θεωρεί την εν λόγω επιστολή και γενικά την όλη στάση της Εναγομένης 1 ως προσπάθεια της για υφαρπαγή και οικειοποίηση της κερδοφόρας επιχείρησης της εταιρείας και ο ίδιος με τη σειρά του απέστειλε επιστολή απορρίπτοντας και αντικρούοντας το περιεχόμενο της. Σύμφωνα με τον ΚΚ, είχε πλέον καταστεί σαφές ότι η Εναγομένη 1 και οι εκπρόσωποι της στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας έβαλαν σε εφαρμογή το σχέδιο της να κλείσει την εταιρεία και να οικειοποιηθεί την επιχείρηση της. Ειδικότερα, η Εναγομένη 1 είχε πρόθεση να οικειοποιηθεί την επιχείρηση, εμπορική εύνοια, πελατεία, εισοδήματα, δικαιώματα και ενεργητικό της εταιρείας, προκαλώντας της ζημιά, με την υποστήριξη και συμβολή των Εναγομένων 2-4 οι οποίοι ενεργούν κατά παράβαση των καθηκόντων τους ως διευθυντές. Ο ΚΚ συνεχίζει ότι η παρούσα αποτελεί παράγωγη αγωγή η οποία εγείρεται από την Ενάγουσα ως μέτοχος μειοψηφίας προς όφελος της εταιρείας και για σκοπούς διαφύλαξης των δικαιωμάτων και συμφερόντων της. Ο ΡΧ, στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, αναγνωρίζει ότι η συμφωνία παρείχε δικαίωμα στην εταιρεία να συμβάλλεται με τους πιθανούς δικαιοδόχους (franchisees) και να επιτρέπει τη χρήση του εμπορικού σήματος, το οποίο ανήκε στην Εναγομένη 1, με σκοπό τη δημιουργία δικτύου καταστημάτων τα οποία θα χρησιμοποιούσαν το εμπορικό σήμα καταβάλλοντας το αντίτιμο και θα πωλούσαν τα έπιπλα κατασκευής της Εναγομένης
  3. Αναγνωρίζει επίσης τον τρόπο χρέωσης δικαιωμάτων σύμφωνα με την έκθεση βιωσιμότητας, όπως παρατίθεται ανωτέρω. Ο ΡΧ ισχυρίζεται ότι αναπόφευκτα για να διαπιστωθούν τα δικαιώματα των μερών και με βάση τις συμφωνίες τις οποίες η Ενάγουσα επικαλείται εκ μέρους της Εναγομένης 5, το Δικαστήριο θα πρέπει να διαπιστώσει κατά πόσο έχει νομίμως συμβληθεί η εταιρεία με τρίτα πρόσωπα για να δώσει άδεια χρήσης ενός εμπορικού σήματος που δεν της ανήκει. Σύμφωνα με τον ΡΧ, αν δεν ερμηνευθεί η συμφωνία τότε αναπόφευκτα όλες οι συμβάσεις για χρήση του σήματος της Εναγομένης 1 και για παράδοση επίπλων τα οποία αυτή κατασκευάζει είναι άκυρες και η παράνομες και ή αποτελούν παράβαση των δικαιωμάτων της Εναγομένης
  4. Ο ΡΧ θεωρεί ότι δεν προκύπτει από την Αγωγή ότι η Εναγομένη 5 έχει δικαίωμα να συμβάλλεται με τρίτα πρόσωπα ή να χρησιμοποιεί το σήμα και επομένως δεν δύναται να έχει απαίτηση. Ακολούθως ο ΡΧ αναφέρεται στην αποτυχία της εταιρείας να υλοποιήσει τη συμφωνία και τον σκοπό ίδρυσης της, και ότι παρά τις προσπάθειες για επιβίωση της με την προσφορά από την Εναγομένη 1 εκπτώσεων, τελικώς η τελευταία αποφάσισε τη διακοπή παροχής διευκολύνσεων στα πλαίσια εφαρμογής της συμφωνίας. Επεξηγεί γιατί θεωρεί αβάσιμο τον ισχυρισμό περί κερδοφορίας της εταιρείας και ότι η αποτυχία του όλου εγχειρήματος φαίνεται και από τον διορισμό διαχειριστή στη Διέξοδος. Πέραν των όσων αναφέρονται ανωτέρω, ο ΚΚ απαντά στους ισχυρισμούς του ΡΧ, μέσω της ένορκης του δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, πως η συμφωνία εγκαταλείφθηκε και το επιχειρηματικό μοντέλο της εταιρείας άλλαξε μέσα από τα χρόνια ούτως ώστε να γίνει πιο κερδοφόρα η επιχείρηση της εταιρείας, πως η συμφωνία αποτελεί ένα μέρος του όλου φάσματος των γεγονότων και πως η απαίτηση δεν αφορά στην τήρηση ή εφαρμογή των όσων προβλέπονται σε αυτή. Αναφέρει επίσης ότι ο ισχυρισμός περί μη δικαιώματος της εταιρείας να συμβάλλεται με τρίτα πρόσωπα ή να χρησιμοποιεί το σήμα αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη σε μια προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων και ότι ουδέποτε στα δέκα έτη συνεργασίας τους η Εναγομένη 1 ισχυρίστηκε πως η εταιρεία δεν είχε τέτοιο δικαίωμα. Για σκοπούς της παρούσας Αίτησης, σαφώς το Δικαστήριο δεν δικαιούται να υπεισέλθει στην εξέταση επί της ουσίας των ισχυρισμών των δύο πλευρών. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Hayter v. Nelson and Home Insurance Co [1990] 2 Lloyd's Rep. 265, σε αίτηση για αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή σε διαιτησία, δεν πρέπει να επιτρέπεται πλήρης ανάπτυξη της επιχειρηματολογίας των μερών επί της ουσίας της υπόθεσης. Εκείνο το οποίο πρωτίστως απαιτείται είναι η διαπίστωση της ακριβούς φύσης της επίδικης διαφοράς ούτως ώστε να κριθεί κατά πόσο αυτή εμπίπτει εντός της ρήτρας διαιτησίας. Με βάση το σύνολο των όσων αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ ότι βασικός ισχυρισμός του ΚΚ και συνακόλουθα της Ενάγουσας είναι ότι η εταιρεία συστάθηκε και λειτουργούσε σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας και της μελέτης βιωσιμότητας, η οποία όμως σε κατοπινό στάδιο εγκαταλείφθηκε και υιοθετούνταν νέα επιχειρηματικά μοντέλα και πλάνα, ανεξαρτήτως του κατά πόσο η Ενάγουσα θεωρείται η διάδοχος της Διέξοδος για σκοπούς και της υπό κρίση συμφωνίας. Θεωρώ ότι η παραπομπή από τον δικηγόρο των Αιτητών σε κάποιους ισχυρισμούς του ΚΚ οι οποίοι αναφέρονται στο αρχικό επιχειρηματικό πλάνο και σε αναθεωρημένα τέτοια σχέδια, δεν καταδεικνύει δίχως άλλο τη διαδοχή της Ενάγουσας 1 ή την ισχύ τροποποιημένου συμφωνημένου επιχειρηματικού πλάνου ή το ότι η Εναγομένη 1 βρίσκεται σε παράβαση. Επιπλέον, μέσα από το σύνολο των όσων βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, διαφαίνεται ότι η θέση της Ενάγουσας είναι πως τα συμβαλλόμενα στη συμφωνία μέρη τροποποιούσαν κατά καιρούς τη συμφωνία με την αλλαγή του επιχειρηματικού μοντέλου και γενικότερα του τρόπου λειτουργίας της εταιρείας και πως η επίδικη διαφορά δεν αφορά και δεν περιορίζεται στη συμφωνία αλλά επεκτείνεται γενικότερα σε κατ΄ ισχυρισμό δόλιο σχέδιο της Εναγομένης 1 και των διευθυντών της εταιρείας Εναγομένης 5 εις βάρος και κατ΄ ισχυρισμό πρόκλησης ζημιάς στην τελευταία. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΚΚ, αποδίδεται στην Εναγομένη 1 ότι σε συνεργασία με τους διευθυντές της εταιρείας, Εναγόμενους 2-4, εμπλέκονται σε μια προσπάθεια αρχικής χρήσης και εκμετάλλευσης της εταιρείας για την προώθηση και την εγκατάσταση των προϊόντων και του σήματος της Εναγομένης 1, και στη συνέχεια παραγκώνισης της εταιρείας και διεκδίκησης της επιχείρησης της, της πελατείας της και των περιουσιακών της στοιχείων, με απώτερο σκοπό να πετύχουν με έμμεσο τρόπο το κλείσιμο της, εκμεταλλευόμενοι τη θέση και ιδιότητα τους και αποστερώντας την εταιρεία από το κέρδος που δικαιωματικά της ανήκει. Εξ ου και, όπως ισχυρίζεται ο ΚΚ, η Αγωγή ηγέρθη από την Ενάγουσα ως μέτοχος μειοψηφίας, εναντίον όχι μόνο της Εναγομένης 1 αλλά και των διευθυντών της εταιρείας, στη βάση δόλου και ή απάτης και όσων αναφέρονται στις αξιώσεις της στα πλαίσια παράγωγης αγωγής και για την προστασία και διασφάλιση των συμφερόντων και της περιουσίας της εταιρείας. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για διαφορά μεταξύ των δύο συμβαλλόμενων μερών στη συμφωνία με την οποία το ένα μέρος ζητά θεραπείες από το άλλο στη βάση παράβασης αυτής, αλλά για διαφορά στη βάση δόλου και απάτης λόγω ενεργειών του μετόχου πλειοψηφίας σε συνεργασία με τους διευθυντές της εταιρείας και με πρόθεση την πρόκληση οικονομικής ζημιάς στην εταιρεία εξ ου και οι αιτούμενες θεραπείες αφορούν στην Εναγομένη 5 (προς όφελος της οποίας διεκδικούνται) και όχι στην Ενάγουσα. Χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Mammous κ.ά. v. Willstrop κ.ά.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 90, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η παρούσα αγωγή, όπως προκύπτει από τα δικόγραφα, έχει εγερθεί ως παράγωγη αγωγή (derivative action). Παράγωγη είναι η αγωγή που εγείρεται από ένα μέτοχο και βασίζεται σε αιτία αγωγής που έχει η εταιρεία, σε αντιπαράθεση με αιτία αγωγής που ανήκει στον μέτοχο. Το Κοινό Δίκαιο επιτρέπει σε ένα μέτοχο μειοψηφίας να εγείρει αγωγή εκ μέρους της εταιρείας σε περιπτώσεις όπου η εταιρεία δεν ενεργεί η ίδια, γιατί ο αδικοπραγών ελέγχει την εταιρεία και μπορεί να την εμποδίσει από του να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια. Ο κανόνας του Κοινού Δικαίου, που τέθηκε στην υπόθεση Foss v. Harbottle [1843] 67 Ε.R. 189, λέγει ότι αν μία εταιρεία γίνεται θύμα αδικήματος, τότε, επειδή αποτελεί διαφορετική οντότητα από τους μετόχους της, εκ πρώτης όψης είναι η εταιρεία που θα πρέπει να εγείρει αγωγή. Εντούτοις, η εξαίρεση στον γενικό κανόνα επιτρέπει σε ένα μέτοχο να εγείρει αγωγή εκ μέρους της εταιρείας, εάν υπάρχει δόλος εναντίον της μειοψηφίας και οι υπεύθυνοι του δόλου ελέγχουν την εταιρεία. Σχετικές με τους κανόνες που διέπουν το θέμα στην Κύπρο είναι, μεταξύ άλλων, οι υποθέσεις Θωμά κ.ά. ν. Ηλιάδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1263 και Πιριλλής κ.ά. ν. Κουή
(2004)1 Α.Α.Δ. 136. Επανερχόμενοι στη ρήτρα διαιτησίας επισημαίνουμε ότι αυτή αναφέρεται «σε περίπτωση οποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ των μετόχων» («in the event of any dispute between the shareholders"). Η θέση πως η παρούσα είναι παράγωγη αγωγή και εγείρεται για προστασία των συμφερόντων της εταιρείας και ως εκ τούτου δεν συνιστά «διαφορά μεταξύ μετόχων», υποστηρίζεται και από τις θεραπείες που ζητούνται σε αυτή, αφού οι θεραπείες αυτές αφορούν αποζημιώσεις και άλλα αιτήματα υπέρ της εναγομένης εταιρείας 6.» Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ ότι η παρούσα Αγωγή δεν βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στη συμφωνία και την παράβαση αυτής αλλά επεκτείνεται σε δόλια συμπεριφορά και συνωμοσία μεταξύ της Εναγομένης 1 και άλλων Εναγομένων εις βάρος της εταιρείας προς όφελος της οποίας εγείρεται η Αγωγή. Το Δικαστήριο δεν υιοθετεί τη θέση των Εναγομένων 1-3 και 5 πως η ουσία της διαφοράς μεταξύ των Ενάγουσας και της Εναγομένης 1 αφορά βασικά στην παράβαση της συμφωνίας ούτως ώστε να χρήζει ενεργοποίησης η ρήτρα διαιτησίας. Αντιθέτως, διαφαίνεται πως η βάση της Αγωγής, σε ένα βαθμό μόνο σχετίζεται με τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 δυνάμει της συμφωνίας αλλά σαφώς επεκτείνεται και πέραν της παράβασης αυτής με την προβολή ισχυρισμών για συνωμοσία και δόλια συμπεριφορά, απάτη και χρήση παράνομων μέσων, αγώγιμα δικαιώματα τα οποία σαφώς δεν καλύπτονται από τη ρήτρα διαιτησίας. Ο ισχυρισμός του ΚΚ πως η συμφωνία αποτελεί μέρος του όλου φάσματος των γεγονότων που αφορούν στα εμπλεκόμενα μέρη, πως ξεφεύγει των όσων συμφωνήθηκαν στη συμφωνία και πως οι αιτούμενες θεραπείες αφορούν αιτήματα υπέρ της Εναγομένης 5, κρίνεται καθόλα βάσιμος. Με άλλα λόγια, δεν θεωρώ ότι σκοπίμως η απαίτηση έχει διαμορφωθεί και εκφρασθεί με κεκαλυμμένο τρόπο υπό μορφή παράγωγης αγωγής, ως ο ισχυρισμός των Εναγομένων 1-3 και 5, ούτως ώστε ουσιαστικά να απολήγει σε αγωγή στηριζόμενη σε παράβαση της συμφωνίας και μόνο. Η θέση του δικηγόρου των Αιτητών πως όλοι οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας προϋποθέτουν την ύπαρξη συμφωνίας και πως η οποιαδήποτε συμφωνία είναι μετεξέλιξη της υπό κρίση συμφωνίας δεν βρίσκει έρεισμα στους ισχυρισμούς του ΚΚ. Επίσης η θέση του ότι ελλείπουν οι λεπτομέρειες δόλου δεν κρίνεται βάσιμη για τον λόγο ότι στις ένορκες δηλώσεις του ΚΚ αναφέρονται τα γεγονότα εκείνα προς υποστήριξη του ισχυρισμού του περί δόλου, ενώ η έκθεση απαίτησης στην οποία θα πρέπει να περιέχονται λεπτομέρειες δόλου με βάση τη Δ.19 θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν έχει ακόμα καταχωριστεί. Ούτε και η θέση του ότι με την Αγωγή ζητείται ειδική εκτέλεση της συμφωνίας συνάδει με τις αξιώσεις όπως αυτές περιέχονται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο και αφορούν επίσης και αποζημιώσεις γενικές, ειδικές και τιμωρητικές. Δεν διαφεύγει την προσοχή μου η αρχή η οποία διατυπώθηκε στην υπόθεση Lombard North Central plc and another v. GATX Corpn (ανωτέρω) για την παραπομπή του ζητήματος που εμπίπτει εντός της ρήτρας διαιτησίας και τη συνέχιση της δικαστικής διαδικασίας όσον αφορά τα υπόλοιπα επίδικα θέματα. Όμως, το θέμα της παράβασης της συμφωνίας είναι ένα μόνο σκέλος της απαίτησης της Ενάγουσας η οποία συνδέεται και με άλλες συμφωνίες με την πάροδο του χρόνου και η οποία (απαίτηση) επεκτείνεται σε συνωμοσία και δόλο μεταξύ της Εναγομένης 1 με τους Εναγόμενους 2-4, διευθυντές της εταιρείας Εναγομένης 5, ως αποτέλεσμα της οποίας η τελευταία υφίσταται οικονομική ζημιά και επομένως δικαιούται σε αποζημιώσεις και επιστροφή των όσων της ανήκουν. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 2, σελ. 27-28, το Δικαστήριο θα πρέπει να αρνηθεί να διατάξει αναστολή όταν η απαίτηση περιλαμβάνει και ισχυρισμό για δόλο και απάτη ή όταν η ρήτρα διαιτησίας αφορά ένα μόνο μέρος των επίδικων θεμάτων της δικαστικής διαδικασίας. Θεωρώ πως, υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, αυτή η αρχή τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση και πως η φύση των αξιώσεων της παρούσας Αγωγής η οποία συμπλέκει σωρεία ζητημάτων, συμπεριλαμβανομένων παράβασης της συμφωνίας και άλλων συμφωνιών με συμβαλλόμενα μέρη μόνο την Ενάγουσα και την Εναγομένη 1, συνωμοσίας, δόλου και απάτης αναφορικά και με τους υπόλοιπους τρεις Εναγόμενους, ήτοι τους Εναγόμενους 2-4, αποτελεί ισχυρό λόγο για μη παραπομπή και επιβάλλει όπως η Αγωγή εκδικαστεί συνολικά για όλους τους Εναγόμενους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω πως η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 1-3 και 5 - Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.