← Κύπρος

PROPERTY BOX CONSTRUCTION LTD ν. MIREA LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 16/2020, 23/10/2020

PROPERTY BOX CONSTRUCTION LTD ν. MIREA LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 16/2020, 23/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A466 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 16/2020 Μεταξύ: PROPERTY BOX CONSTRUCTION LTD Eνάγοντες/Αιτητές και

  1. MIREA LTD
  2. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Eναγόμενοι/ Καθ΄ ων η Αίτηση ______________________________________________________________________ Αίτηση των Εναγόντων ημερ. 29/5/2020 για Συμπληρωματική ΄Ενορκη Δήλωση Ημερομηνία: 23 Οκτωβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Ησαΐας για ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 1 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Σ. Χατζησέργης για ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΣΕΡΓΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή: Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 7/01/2020 με Κλητήριο Ένταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο. Αξιώνεται εναντίον των Εναγομένων 1 δηλωτική απόφαση ότι δεν νομιμοποιούνται να εισπράξουν και/ή να απαιτήσουν την είσπραξη ποσού που κρατείται από τους Εναγόμενους 2 δυνάμει εγγυητικής επιστολής και εναντίον των Εναγομένων 2 δηλωτική απόφαση ότι δεν νομιμοποιούνται να πληρώσουν το ποσό το οποίο κρατούν δυνάμει της εν λόγω εγγυητικής επιστολής. Αξιώνεται επίσης, δηλωτική απόφαση ότι οι Εναγόμενοι 1 δολίως απαίτησαν την είσπραξη της εγγυητικής επιστολής, διάταγμα που να ακυρώνει την εγγυητική επιστολή καθώς και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων 1 για δόλο και/ή απάτη. Έκθεση Απαίτησης δεν έχει ακόμα καταχωριστεί. Αυθημερόν με την καταχώρηση της αγωγής καταχωρίστηκε άνευ κλήσεως αίτηση για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων (η Μονομερής Αίτηση) που να απαγορεύουν στους Εναγόμενους 1 από του να εισπράξουν και/ή απαιτήσουν την είσπραξη του ποσού το οποίο κρατούν οι Εναγόμενοι 2 δυνάμει εγγυητικής επιστολής μέχρι την εκδίκαση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής. Με το διατακτικό υπό Β της Μονομερούς Αίτησης ζητείτο επίσης διάταγμα και εναντίον των Εναγομένων 2 που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 2 από του να πληρώσουν το ποσό της εγγυητικής πλην όμως με δήλωση των συνηγόρων των Αιτητών κατά την ημέρα που το Δικαστήριο υπό άλλη σύνθεση επιλήφθηκε της Μονομερούς Αιτήσεως, περιορίστηκε η προώθηση της Μονομερούς Αίτησης μόνο σε σχέση με το διατακτικό που στρεφόταν εναντίον των Εναγομένων 1 (υπό Α) και αποσύρθηκε το διατακτικό που στρεφόταν εναντίον των Εναγομένων 2 (υπό Β). Η Μονομερής Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερ. 7/01/2020 του διευθυντή των Εναγόντων, κ. XXXXX Καμάσα (η Ένορκη Δήλωση Καμάσα). Στις 7/01/2020 εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα που απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 από του να εισπράξουν και/ή απαιτήσουν την είσπραξη του ποσού που κρατείται από τους Εναγόμενους 2 δυνάμει εγγυητικής επιστολής μέχρι την εκδίκαση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής ή νεότερων οδηγιών του Δικαστηρίου. Οι Εναγόμενοι 1 καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στη Μονομερή Αίτηση στις 7/5/2020 που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του κ. XXXXX Ιακώβου (η Ένορκη Δήλωση Ιακώβου) ενός εκ των διευθυντών των Εναγομένων
  3. Κρίνω σκόπιμο σε αυτό το στάδιο να παραθέσω μία σύνοψη των θέσεων των διαδίκων στο πλαίσιο της Μονομερούς Αίτησης. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Καμάσα, οι Εναγόμενοι 1 είναι πελάτες των Εναγόντων και μεταξύ τους έχει συναφθεί στις 26/2/2018 συμφωνία με την οποία οι Ενάγοντες ανέλαβαν την κατασκευή πολυκατοικίας για λογαριασμό των Εναγομένων
  4. Η ημερομηνία παράδοσης της κατοχής του εργοταξίου ορίστηκε την 24/4/2018 και η ημερομηνία συμπλήρωσης των εργασιών ορίστηκε την 24/5/
  5. Οι Ενάγοντες ανέλαβαν σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας την έκδοση εγγυητικής επιστολής προς όφελος των Εναγομένων 2 για την πιστή και ικανοποιητική εκτέλεση της συμφωνίας, η οποία εκδόθηκε τον Μάρτιο του
  6. Ενόψει του ότι, σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας, η εγγύηση θα έπρεπε να διατηρείται μέχρι την έμπρακτη συμπλήρωση των εργασιών, η εγγυητική επιστολή ανανεώθηκε σε διάφορα χρονικά διαστήματα μέχρι και τις 15/01/2020 λόγω μη συμπλήρωσης των εργασιών για λόγους που, κατά τη θέση των Εναγόντων, δεν αφορούσαν τους Ενάγοντες. Κατά τους Ενάγοντες, το έργο είχε μεγάλες καθυστερήσεις λόγω των καινούριων οδηγιών και αποφάσεων του αρχιτέκτονα του έργου ως προς τον τρόπο κατασκευής του κτιρίου αλλά και λόγω καθυστέρησης των διορισμένων από τους Εναγόμενους 1 υπεργολάβων που κάλυπταν κατά τη θέση των Εναγόντων το 70% του έργου. Κατά τη θέση των Εναγόντων κατά τους τελευταίους μήνες ξεκίνησε μία ενορχηστρωμένη δόλια προσπάθεια των Εναγομένων 1 και του αρχιτέκτονα με σκοπό να πλήξουν του Ενάγοντες. Συγκεκριμένα, κατά τη θέση των Εναγόντων, ξεκίνησε μεγάλη καθυστέρηση στην πληρωμή των διατακτικών, αδικαιολόγητη και χωρίς ανάλυση αποκοπή ποσών από τα διατακτικά και τέλος η δόλια απαίτηση της εγγυητικής από τους Εναγόμενους
  7. Κατά τη θέση των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι 1 δεν έχουν δικαίωμα πληρωμής της εγγυητικής την οποία αξίωσαν ύπουλα, κακόπιστα και δόλια αφού το μοναδικό πράγμα που επικαλέστηκαν οι Εναγόμενοι 1 μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος τους προς τους Ενάγοντες είναι αυτό της καθυστέρησης η οποία, κατά τη θέση των Εναγόντων, δεν οφείλεται σε αυτούς και η οποία δεν έχει πιστοποιηθεί από τον αρχιτέκτονα του έργου σύμφωνα με τις πρόνοιες της Συμφωνίας ούτε τους υποδείχθηκε κάτι τέτοιο. Στην αντίπερα όχθη, οι Εναγόμενοι μέσω της Ένορκης Δήλωσης Ιακώβου δέχονται το γεγονός της έκδοσης και ανανέωσης της εγγυητικής από μέρους των Εναγόντων, πλην όμως καταλογίζουν την ευθύνη για την καθυστέρηση που προκλήθηκε στο έργο στους Ενάγοντες τους οποίους θεωρούν υπεύθυνους για την μη έγκαιρη ολοκλήρωση των εργασιών στο έργο. Κατά τη θέση τους, ο Αρχιτέκτονας του έργου πιστοποιούσε συνεχώς την καθυστέρηση μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων που απέστελλε στους Αιτητές τα οποία επισυνάπτει ως Τεκμήρια. Κατά τη θέση των Εναγομένων 1 και προς αντίκρουση της θέσης των Εναγόντων περί ύπαρξης καινούριων οδηγιών και αποφάσεων του αρχιτέκτονα που προκάλεσαν καθυστέρηση, αναφέρουν ότι υπήρξαν κάποιες επουσιώδεις αλλαγές οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν επιβάρυναν ημερολογιακά την αποπεράτωση του έργου. Κατά τη θέση των Εναγομένων 1 υπήρχε συγκεκριμένη διαδικασία την οποία έπρεπε να ακολουθήσουν οι Ενάγοντες για την παράταση του χρόνου αποπεράτωσης του έργου την οποία όμως δεν ακολούθησαν. Απορρίπτουν τους ισχυρισμούς περί δόλιας και ενορχηστρωμένης προσπάθειας των Εναγομένων 1 και του Αρχιτέκτονα του έργου να πλήξουν τους Ενάγοντες. Σύμφωνα με τη θέση των Εναγομένων 1, πλην του τελευταίου διατακτικού πληρωμής οι Ενάγοντες δεν εξέφρασαν κανένα παράπονο για οποιοδήποτε άλλο διατακτικό παρόλο που ο Αρχιτέκτονας είχε προβεί σε αποκοπές ποσών και σε άλλα διατακτικά που εξέδιδαν οι Ενάγοντες. Σε σχέση με το τελευταίο διατακτικό είναι η θέση τους ότι οι Ενάγοντες ζήτησαν την έκδοση απόφασης από τον Αρχιτέκτονα και έχουν παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία, ενώ σε σχέση με τα υπόλοιπα διατακτικά και ενώ θα μπορούσαν να ακολουθήσουν τους όρους του συμβολαίου σε περίπτωση διαφωνίας τους, εντούτοις δεν έχουν προβεί σε καμία τέτοια ενέργεια, παρά μόνο σε σχέση με το τελευταίο διατακτικό. Σύμφωνα με τη θέση των Εναγομένων 1, έχουν αρχίσει ήδη τη διαδικασία για τη λύση του συμβολαίου μέσω της αποστολής από τον αρχιτέκτονα διπλοσυστημένης επιστολής την οποία οι Ενάγοντες παρέλαβαν στις 4/2/
  8. Κατά τη θέση τους, η απαίτηση της εγγυητικής εκ μέρους τους είναι σύννομη και γνήσια και οι Εναγόμενοι 1 δεν έχουν ενεργήσει δόλια. Κατά τη θέση τους, η τεράστια καθυστέρηση στην αποπεράτωση του έργου έχει επιφέρει στους Εναγόμενους 1 τεράστια ζημιά. Με την υπό κρίση αίτηση οι Αιτητές εξαιτούνται άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση προσχέδιο της οποίας επισυνάπτουν ως Τεκμήριο 1 στην υπό κρίση Αίτηση με σκοπό, όπως οι ίδιοι το θέτουν στην υπό κρίση Αίτηση, να απαντήσουν αλλά και να διευκρινίσουν κάποια ζητήματα που αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση Ιακώβου και πιο συγκεκριμένα τις αναφορές στις παραγράφους 15, 16, 18, 18 και 19 της Ένορκης Δήλωσης Ιακώβου. Οι Καθ' ων η αίτηση φέρουν ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Καταχώρησαν στις 17/7/2020 Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που εμπεριέχει 11 λόγους ένστασης και που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του προαναφερθέντος Ιάκωβου Ιακώβου. Είναι η θέση τους ότι δεν έχει καταδειχθεί από τους Ενάγοντες καλός λόγος για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ των Εναγόντων. Συγκεκριμένα, είναι η θέση τους ότι τα όσα επιδιώκουν οι Ενάγοντες να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελούν επανάληψη των θέσεων τους, είναι αχρείαστα και δεν υποβοηθούν το έργο του Δικαστηρίου. Νομική Πτυχή: Η υπό κρίση Αίτηση εδράζεται στη Δ.48 θ.4

(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που προνοεί πως: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Αναφέρεται στην Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.,
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 508, 514 πως: «το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου.» Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για παραχώρηση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ασκείται με βάση γεγονότα τα οποία τίθενται ενώπιον του. Σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς διαμόρφωσης της κρίσης του Δικαστηρίου είναι η φύση και οι ανάγκες της διαδικασίας την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει. Αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι δεν δίδεται άδεια για συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση σε περιπτώσεις που το Δικαστήριο έχει ήδη δώσει θεραπεία με μονομερή Αίτηση και ο Αιτητής επιχειρεί να επανορθώσει παράλειψη κατά τρόπο πρωθύστερο με σκοπό να μεταβάλει ή να αλλοιώσει την εικόνα που δόθηκε αρχικά στο Δικαστήριο. Η εισαγωγή οποιασδήποτε μαρτυρίας η οποία πιθανόν να αλλοιώσει ή να τροποποιήσει τα γεγονότα πάνω στα οποία είχε βασιστεί η αρχική Αίτηση δεν είναι επιτρεπτή γιατί το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει την ορθότητα των εκδοθέντων μονομερών διαταγμάτων με βάση τα στοιχεία που είχαν τεθεί υπόψη του κατά το στάδιο της έκδοσης του, αντιπαραβάλλοντας τα με τα στοιχεία που θα τεθούν από το ενιστάμενο μέρος. Στην Stavros Georgiou & Son (Scrap. Metals) Ltd v. Του Πλοίου LIPA
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1976, 1981, αναφέρεται πως όταν προσωρινή προστασία εξασφαλίζεται μονομερώς: «Ο κανόνας, καθολικής εφαρμογής, είναι ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο δικαστήριο». Στην Stavros Georgiou (ανωτέρω) γίνεται παραπομπή στην Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ και άλλης
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, 1463 όπου αναφέρεται πως: «Η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά από τα γεγονότα που τεκμηριώνουν το αίτημα». Όταν δεν έχει εκδοθεί μονομερώς οποιοδήποτε διάταγμα, πιο εύκολα μπορεί να ικανοποιηθεί η προϋπόθεση της ύπαρξης καλού λόγου για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην προκείμενη περίπτωση, είναι σημαντικό να λεχθεί πως επιδιώκεται η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στα πλαίσια μονομερούς αίτησης στην οποία μάλιστα το Δικαστήριο ήδη χορήγησε θεραπείες μονομερώς. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δεν είναι επιτρεπτό στον αιτητή να προσκομίσει επιπρόσθετη μαρτυρία υπό μορφή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για να υποστηρίξει εκ των υστέρων την αίτηση. Ο αιτητής είχε την υποχρέωση να αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε κατά τον χρόνο εξέτασης της μονομερούς αίτησης και έκδοσης μονομερώς προσωρινού διατάγματος από το Δικαστήριο, με βάση την τότε υπάρχουσα μαρτυρία, και δεν μπορεί μεταγενέστερα να συμπληρώνει τα όποια κενά. Κατά το στάδιο εξέτασης της οριστικοποίησης ή όχι του εν λόγω διατάγματος, το Δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει πλέον τις θέσεις και των δύο πλευρών, όμως και πάλι δεν δύναται να επιτρέψει στον αιτητή να προσκομίσει εκ των υστέρων επιπρόσθετη μαρτυρία για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πράγματι συνέτρεχαν οι λόγοι οι οποίοι δικαιολογούσαν την έκδοση του διατάγματος και την οποία όφειλε να παρουσιάσει στο στάδιο εξέτασης της μονομερούς αίτησης. Στις υποθέσεις Κουππά ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.ά., Πολ. Έφ. 312/10, ημ. 17.7.14 και Κόκκινου ν. Κόκκινου, Πολ. Έφ. 29/14, ημ. 3.11.16 καθίσταται σαφές πως σε αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα, παρέχεται μεν η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η οποία όμως θα πρέπει να αντικρίζεται από το Δικαστήριο με φειδώ, λόγω της φύσης τέτοιας αίτησης και με γνώμονα το κατά πόσο υπάρχει κάποια ανάγκη για επίλυση των θεμάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Το ακόλουθο απόσπασμα από την τελευταία υπόθεση είναι διαφωτιστικό: «Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος Δικαστηρίου η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Η δυνατότητα άσκησης της εξουσίας αυτής υπέρ του αιτήματος, όπου ο επιδιωκόμενος σκοπός της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσφατα στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κουππά ν. Πουλλας Τσαδιώτης Λιμιτεδ κ.ά, Π.Ε. 312/2010, ημερομηνίας 17.7.2014 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότατα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο».» Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας. Σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτά που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό». Ως προς τη μορφή και θεματολογία μίας συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η σχετική πρόνοια στους Θεσμούς Πολιτικής δεν υπαγορεύει τη μορφή ούτε και περιορίζει τη θεματολογία της δήλωσης που μπορεί να επιτραπεί να καταχωριστεί. Καθίσταται πρόδηλο ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση που επιδιώκεται να καταχωριστεί μπορεί να αφορά σε κάποιο ζήτημα που εγείρεται πρώτη φορά με την ένσταση και χρήζει απάντησης ή διευκρίνισης, σε συνάρτηση πάντοτε με τα επίδικα θέματα της αίτησης στο πλαίσιο της οποίας επιδιώκεται να καταχωριστεί, ή κάποιο ζήτημα το οποίο δεν ήταν σε γνώση του διαδίκου που επιχειρεί να λάβει άδεια και το οποίο είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου ως άμεσα συνυφασμένο με τα επίδικα θέματα. Επομένως, η ένορκη δήλωση που για καλό λόγο μπορεί να επιτραπεί να καταχωριστεί, δεν περιορίζεται ούτε στο να συμπληρώσει την αρχικά καταχωρηθείσα ένορκη δήλωση, έννοια μάλλον ενστάσιμη στην περίπτωση που ενδιάμεσο διάταγμα έχει εξασφαλιστεί στη βάση της αρχικής ένορκης δήλωσης, ούτε και στο να απαντήσει σε ζήτημα που εγείρεται στην ένσταση. Είναι μια επιπρόσθετη ένορκη δήλωση που αφορά σε κάτι το οποίο είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου. Στην Α. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Λεωνίδα (Αρ.1)
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, 199 αναφέρεται πως: «Κατά την εκτίμησή μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Στόχος της καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση είτε της Αίτησης, είτε της Ένστασης ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση στη βάση της ολοκληρωμένης εικόνας της διαφοράς. Και, βεβαίως, σκοπός της Δ.48, θ.4 είναι η παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου όλων εκείνων των γεγονότων που είναι αναγκαία για να υποστηριχθεί η εκατέρωθεν θέση των διαδίκων. Δεν μπορεί να καθοριστεί εξαντλητικά τι είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί, στην κάθε περίπτωση, υπόψη του Δικαστηρίου και συνεπώς τι συνιστά «καλό λόγο». Επιβάλλεται, συνεπώς, ξεχωριστή εξέταση του κάθε θέματος για το οποίο ο αιτητής εξαιτείται την άδεια του Δικαστηρίου για να αναφερθεί μέσα στα πλαίσια των περιστάσεων της υπόθεσης, τι έχει ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και πως προέκυψε η ισχυριζόμενη αναγκαιότητα για αναφορά ή περαιτέρω αναφορά σε αυτό. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να επιτρέψει την αναφορά σε επί μέρους θέματα με την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του και ποιο είναι το επίδικο ζήτημα στην αίτηση με το οποίο η διαπίστωση του καλού λόγου συναρτάται. Ο αιτητής που με μονομερή αίτηση εξασφάλισε υπέρ του προσωρινό διάταγμα έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ (βλ. Dolego Estates Ltd κ.α. ν. Φιλίππου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1217, 1224). Για να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα πρέπει να ικανοποιούνται δύο παράμετροι: - Ότι στην βάση των δεδομένων που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τον αιτητή ορθά εκδόθηκε το διάταγμα, και - Ότι στη βάση των δεδομένων κατά την ακρόαση, αφ' ότου ορίστηκε επιστρεπτέο, είναι ορθή η οριστικοποίηση του διατάγματος και συνέχιση της ισχύος του. Τα δεδομένα κατά την ακρόαση περιλαμβάνουν τα επιπλέον στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου από το ενιστάμενο μέρος, τον καθ' ου η αίτηση. Κατά την εκδίκαση αιτήσεων με τις οποίες χορηγήθηκαν ενδιάμεσα διατάγματα η οριστικοποίηση των οποίων είναι υπό κρίση, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής με τελικά ευρήματα ή οριστικά συμπεράσματα αναφορικά με τη διαφορά μεταξύ των μερών (The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788). Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των προϋποθέσεων του άρθρου 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή και να το οριστικοποιήσει. Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236) Η υπό κρίση Αίτηση θα εξεταστεί και θα κριθεί έχοντας κατά νου τους περιορισμένους σκοπούς της ενδιάμεσης διαδικασίας για συντηρητικό διάταγμα. Ως εκ τούτου, δεν είναι χωρίς άλλο λόγο επιτρεπτή η προσαγωγή συμπληρωματικής μαρτυρίας η οποία απλώς απαντά και απορρίπτει την εκδοχή της άλλης πλευράς ως ανυπόστατης αφού δεν είναι επιτρεπτό να εξεταστεί και διαπιστωθεί η αποδεικτική της αξία στο παρόν στάδιο. Υπενθυμίζεται δε ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια τέτοιας διαδικασίας δεν προβαίνει σε κρίση επί της ουσίας ΕΞΕΤΑΣΗ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Προχωρώ στη συνέχεια να παραθέσω τα σημεία για τα οποία οι Ενάγοντες ζητούν άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης δίδοντας ταυτόχρονα την κρίση του Δικαστηρίου για το κάθε ένα από αυτά. Για τους σκοπούς της εξέτασης της παρούσας Αίτησης έχω, βεβαίως, λάβει υπόψη μου τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων τα οποία έχουν εκτεθεί με πληρότητα και με τρόπο υποβοηθητικό προς το Δικαστήριο μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων. Με τις παραγράφους 5 και 6 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης παρατίθεται η θέση των Εναγόντων προς αντίκρουση της θέσης που έχει προβληθεί από τους Εναγόμενους 1 σε σχέση με το ποσοστό του έργου για το οποίο διορίστηκαν υπεργολάβοι από τους Εναγόμενους 1. Συγκεκριμένα, έχει τεθεί από τους Ενάγοντες στην Ένορκη Δήλωση Καμάσα ότι για το 70% του έργου διορίστηκαν από τους Εναγόμενους 1 δικοί τους υπεργολάβοι (σχετικές είναι οι παράγραφοι 6 και 12 της Ένορκης Δήλωσης Καμάσα) θέση την οποία έχουν αρνηθεί και απορρίψει οι Εναγόμενοι 1 οι οποίοι κατά τη θέση τους ποσοστό ύψους 69,41 % του έργου αντιστοιχεί στους Ενάγοντες και το υπόλοιπο στους υπεργολάβους. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν καταδεικνύεται η ύπαρξη καλού λόγου για τη συμπερίληψη των εν λόγω παραγράφων στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση με τις οποίες απλώς επαναλαμβάνεται η αρχική θέση των Εναγόντων και αντικρούεται και απορρίπτεται η εκδοχή των Εναγομένων σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Με τις παραγράφους 7 μέχρι 15 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης κατά τη θέση των Εναγόντων «το όλο ζήτημα των καθυστερήσεων θα διευκρινιστεί και θα αποσαφηνιστεί για να έχει συνολική καθαρή εικόνα το Δικαστήριο». Η παράγραφος 7 της προτεινόμενης συμπληρωματικής είναι ουσιαστικά εισαγωγική των παραγράφων 8-15 που ακολουθούν και επομένως δεν χρήζει οποιασδήποτε αναφοράς αφού η συμπερίληψη της θα επιτραπεί μόνο σε περίπτωση που επιτραπεί η συμπερίληψη των ανωτέρω αναφερόμενων παραγράφων. Στις παραγράφους 8, 9, 10 και 14 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιδιώκεται η παρουσίαση δέσμης νέων αρχιτεκτονικών οδηγιών και νέων κατόψεων προς υποστήριξη της θέσης των Εναγόντων ότι οι καθυστερήσεις οφείλονταν στη λήψη νέων οδηγιών από τον αρχιτέκτονα του έργου. Εξηγεί σε κάθε παράγραφο τι αφορούσαν αυτές οι αλλαγές και προβάλλεται η θέση ότι ενόψει των εν λόγω οδηγιών άλλαζε η πορεία του έργου αφού έπρεπε να ληφθούν συνεπεία των αλλαγών επιπρόσθετες ενέργειες οι οποίες προκαλούσαν καθυστέρηση. Στις παραγράφους 11 και 12 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης γίνεται αναφορά σε ηλεκτρονική αλληλογραφία την οποία επιδιώκουν να παρουσιάσουν οι Ενάγοντες από το περιεχόμενο της οποίας φαίνεται, κατά τη θέση των Εναγόντων, ότι ο αρχιτέκτονας ενέκρινε τα προγράμματα εργασιών που ετοιμάζονταν από τους Ενάγοντες όταν γίνονταν αλλαγές στις οδηγίες από τον αρχιτέκτονα και ότι οι Ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν στον αρχιτέκτονα για τη μη παρουσίαση των υπεργολάβων που διόρισαν οι Εναγόμενοι 1 στο εργοτάξιο σε συγκεκριμένες ημερομηνίες. Στην παράγραφο 13 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιδιώκεται η παρουσίαση βεβαίωση από εταιρεία που ανέλαβε την κατασκευή γυψοσανίδων με την οποία βεβαιώνεται ότι συγκεκριμένος υπεργολάβος καθυστέρησε 1 μήνα με αποτέλεσμα, κατά τη θέση πάντα των Εναγόντων, να καθυστερήσει το έργο. Στην παράγραφο 15 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιδιώκεται να παρουσιαστεί απαντητικό ηλεκτρονικό μήνυμα προς τον αρχιτέκτονα σε παρατήρηση, όπως το θέτουν οι ίδιοι οι Ενάγοντες, που είχαν δεχτεί από τον αρχιτέκτονα για καθυστερήσεις στο οποίο παραθέτουν τις θέσεις τους σε σχέση με τους λόγους των καθυστερήσεων. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη καλού λόγου για την συμπερίληψη των ανωτέρω αναφερόμενων παραγράφων στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Με τις εν λόγω παραγράφους και τα έγγραφα που επιδιώκεται να κατατεθούν ως Τεκμήρια γίνεται απλώς προσπάθεια εκ μέρους των Εναγόντων να επαναλάβουν και υποστηρίξουν περαιτέρω την αρχική θέση τους όπως αυτή προκύπτει από την Ένορκη Δήλωση Καμάσα, ότι για τις καθυστερήσεις δεν φέρουν οι ίδιοι ευθύνη. Οι Ενάγοντες έχουν ήδη διατυπώσει τη θέση τους με την Ένορκη Δήλωση Καμάσα ότι η καθυστέρηση στην αποπεράτωση του έργου δεν οφείλεται σε αυτούς αλλά στον αρχιτέκτονα με τις αλλαγές των οδηγιών και τους υπεργολάβους που οι ίδιοι οι Εναγόμενοι 1 διόρισαν και το μόνο το οποίο επιδιώκεται είναι να αντικρούσουν και απορρίψουν την αντίθετη περί τούτου εκδοχή των Εναγομένων 1, οι οποίοι αποδίδουν αποκλειστική ευθύνη στους Ενάγοντες για την καθυστέρηση στην αποπεράτωση του έργου. Υπενθυμίζεται στο σημείο αυτό η φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας για την έκδοση ή οριστικοποίηση συντηρητικών διαταγμάτων και ο τρόπος προσέγγισης του μαρτυρικού υλικού από το Δικαστήριο. Είναι εμφανές ότι σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης στην αποπεράτωση του έργου υπάρχουν αντικρουόμενες και διιστάμενες εκδοχές οι οποίες είναι αδύνατο αλλά και μη επιτρεπτό να αποφασιστούν έξω από το πλαίσιο της δίκης. Πρόκειται προφανώς για ζήτημα που δεν μπορεί να αποφασιστεί παρά μόνο στο πλαίσιο της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης όπου θα προσκομίσει η κάθε πλευρά τη μαρτυρία της και το Δικαστήριο, μέσα από τη διαδικασία της αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού, θα μπορεί να δεχτεί μαρτυρία και να απορρίψει άλλη προκειμένου να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα ή συμπεράσματα. Άλλωστε, δεν αμφισβητείται από τους Εναγόμενους 1 ότι έγιναν κάποιες αλλαγές στις οδηγίες του αρχιτέκτονα (σχετική είναι η παράγραφος 18 της Ένορκης Δήλωσης Ιακώβου). Αυτό το οποίο αμφισβητείται και έχει τεθεί από τους Εναγόμενους 1 είναι η πρόκληση καθυστέρησης εξαιτίας αυτών των αλλαγών. Είναι η θέση των Εναγομένων 1 ότι οι όποιες αλλαγές έγιναν δεν επηρέασαν ημερολογιακά την αποπεράτωση του έργου επομένως σε τίποτε δεν θα εξυπηρετήσουν οι δέσμες των κατ' ισχυρισμό αλλαγών και οι κατ' ισχυρισμό αλλαγές στις κατόψεις, οι οποίες επιδιώκεται να παρουσιαστούν. Επιπρόσθετα, ειδικά σε σχέση με το περιεχόμενο της παραγράφου 15 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, όπου επιδιώκεται να παρουσιαστεί απαντητικό ηλεκτρονικό μήνυμα στον αρχιτέκτονα του έργου σε σχέση με τις καθυστερήσεις, παρατηρώ ότι αποτέλεσε εξαρχής ισχυρισμό των Εναγόντων ότι ουδέποτε υποδείχθηκε σε αυτούς από τον αρχιτέκτονα οποιαδήποτε καθυστέρηση (σχετική είναι η αναφορά στην παράγραφο 21 της Ένορκης Δήλωσης Καμάσα). Αν οι Αιτητές θεωρούσαν αναγκαίο να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο την εν λόγω ηλεκτρονική αλληλογραφία, θα μπορούσαν να είχαν καταθέσει από το αρχικό στάδιο (μέσω της Ένορκης Δήλωσης Καμάσα) το έγγραφο που επιδιώκουν στο παρόν στάδιο να παρουσιάσουν. Όχι μόνο δεν θεώρησαν αναγκαίο να πράξουν κάτι τέτοιο αλλά η θέση τους στην Ένορκη Δήλωση Καμάσα ήταν ότι δεν είχε τεθεί ποτέ θέμα υπόδειξης από τον αρχιτέκτονα οποιασδήποτε καθυστέρησης εκ μέρους τους. Οι παράγραφοι 1-4 και 16-18 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης έχουν περιεχόμενο εισαγωγικό και συμπερασματικό αντίστοιχα των αναφορών για τις οποίες επιδιώχθηκε με την υπό κρίση αίτηση η λήψη άδειας για την παρουσίαση τους μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ενόψει της μη κατάδειξης καλού λόγου για την παρουσίαση των υπόλοιπων παραγράφων της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, παρέλκει η ενασχόληση του Δικαστηρίου με αυτές. Κατάληξη Υπό το φως των όσων έχω εξηγήσει ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα και, συνεπώς, τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτηση/Εναγομένων 1 και εναντίον των Αιτητών/Εναγόντων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.