← Κύπρος

ΜΑΡΙΑ Π. ΑΝΤΩΝΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. ν. Ελευθερίου, Γενική Αίτηση: 474/2019, 29/10/2020

ΜΑΡΙΑ Π. ΑΝΤΩΝΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. ν. Ελευθερίου, Γενική Αίτηση: 474/2019, 29/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A474 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Γενική Αίτηση: 474Α/2019 Σε ότι αφορά την υπ' αριθμόν 10/2013 υπόθεση και την εκδοθείσα απόφαση ημερομηνίας 26/09/2014 της Επιτροπής καθορισμού Εξωδικαστηριακής Αμοιβής του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και Σε ότι αφορά τον περί Δικηγόρων Νόμο, (Κεφ. 2) όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα [Κανονισμοί με βάση το άρθρο 24

(1)(Β) και (ΙΒ) του περί Δικηγόρων Νόμου (Κεφ.2)] και Σε ότι αφορά τους περί Επίλυσης Διαφορών που προκύπτουν από Παροχή Υπηρεσιών των Ασκούντων Δικηγορία (Εξωδικαστηριακές Υποθέσεις) Κανονισμοί 2018, Κ.Δ.Π. 171/2018 και Σε ότι αφορά την αίτηση των: ΜΑΡΙΑ Π. ΑΝΤΩΝΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Αιτήτριας και XXXXX Ν. Ελευθερίου Καθ' ης η αίτηση ______________________________________________________________________ Αίτηση ημερομηνίας 29/11/2019 για εγγραφή της απόφασης ημερομηνίας 26/09/2014 Ημερομηνία: 29 Οκτωβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κα Μ. Αντωνίου για ΜΑΡΙΑ Π. ΑΝΤΩΝΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Γ. Καλαπαλίκη ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή: Στις 26 Σεπτεμβρίου 2014 η Επιτροπή Καθορισμού Δικηγορικής Αμοιβής του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου (στο εξής η «Επιτροπή»), πιστοποίησε ως οφειλόμενη αμοιβή από την Καθ' ης η Αίτηση προς την Αιτήτρια για διάφορες εξωδικαστηριακές υπηρεσίες που η Αιτήτρια προσέφερε στην Καθ' ης η Αίτηση, το ποσό των €500. Με την υπό κρίση Αίτηση η οποία καταχωρίστηκε στις 29/11/2019 η Αιτήτρια επιδιώκει την άδεια του Δικαστηρίου για εγγραφή και εκτέλεση της εν λόγω απόφασης της Επιτροπής στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η αίτηση βασίζεται στον Περί Δικηγόρων Νόμο, Κεφ. 2, άρθρο 24
(1)(β) (ιβ), στους περί Επίλυσης Διαφορών που προκύπτουν από Παροχή Υπηρεσιών των Ασκούντων Δικηγορία (Εξωδικαστηριακές Υποθέσεις) Κανονισμούς του 2018, Κ.Δ.Π. 171/2018, άρθρα 11, 14 και 16, στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.36, Δ.47, Δ.48 και Δ.64, στη Νομολογία των Δικαστηρίων, στις γενικές αρχές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η υπό κρίση αίτηση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. XXXXX Γάργαλη (στο εξής ο «ΠΓ») ημερομηνίας 29/11/2019, δικηγόρου στην Αιτήτρια στην οποία επισυνάπτεται το πρωτότυπο της απόφασης της Επιτροπής ημερομηνίας 26 Σεπτεμβρίου 2014 για την πιστοποίηση αμοιβής της Αιτήτριας (στο εξής η «Απόφαση»), όπως επίσης και επιστολή της Αιτήτριας προς τον δικηγόρο της Καθ' ης η Αίτηση ημερομηνίας 9/05/2019 με την καλείτο η Καθ' ης η Αίτηση να καταβάλει εντός 10 ημερών το ποσό της Απόφασης. Ο ΠΓ αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι είχε καταχωριστεί σχετική υπόθεση ενώπιον της Επιτροπής η οποία μετά από ακροαματική διαδικασία στην οποία συμμετείχε και η Καθ' ης η Αίτηση εξέδωσε την Απόφαση. Αναφέρει επίσης ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Αιτήτριας τόσο προς την Καθ' ης η Αίτηση όσο και προς τον δικηγόρο της κανένα ποσό δεν καταβλήθηκε από αυτήν μετά την έκδοση της Απόφασης. Στις 4/06/2020 η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρισε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης (στο εξής η «Ένσταση»), η οποία βασίζεται στον Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012 (66(I)/2012), άρθρο 3, άρθρο 7
(2), στον Περί Δικηγόρων Νόμο, Κεφ. 2, άρθρο 24
(1)(ια) (ιβ), στους περί Επίλυσης Διαφορών που προκύπτουν από Παροχή Υπηρεσιών των Ασκούντων Δικηγορία (Εξωδικαστηριακές Υποθέσεις) Κανονισμούς του 2018, στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.36, Δ.39, Δ.48 ΘΘ 3, 4 στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Ένσταση εμπεριέχει 5 λόγους ένστασης και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Καθ' ης η Αίτηση ίδιας ημερομηνίας. Παρατίθεται στο σημείο αυτό μία σύνοψη των λόγων ένστασης της Καθ' ης η Αίτηση. Προβάλλεται η θέση ότι έχε υπάρξει εξόφληση της αμοιβής της Αιτήτριας αφού κατέβαλε σε αυτήν κάθε οφειλόμενο ποσό. Προβάλλεται επίσης ως λόγος ένστασης ότι η απαίτηση της Αιτήτριας η οποία πιστοποιήθηκε με την Απόφαση της οποίας ζητείται η εγγραφή με την υπό κρίση Αίτηση έχει παραγραφεί. Επικαλείται επίσης την αρχή της ολιγωρίας (laches) καθώς και ότι η υπό κρίση Αίτηση έχει καταχωριστεί εκδικητικά. Στην ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση η Καθ' ης η Αίτηση αναφέρει ότι στο πλαίσιο της διαδικασίας που εκτυλίχθηκε ενώπιον της Επιτροπής η ίδια προέβη σε εξόφληση της Αιτήτριας παραδίδοντας μετρητά στη δικηγόρο Μαρία Π. Αντωνίου στην παρουσία της διευθύντριας του γραφείου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου την οποία κατονομάζει. Αναφέρει ότι δεν της δόθηκε οποιαδήποτε απόδειξη και ότι η ίδια θεωρούσε ότι η πληρωμή ενώπιον της διευθύντριας του γραφείου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου ήταν αρκετή απόδειξη πληρωμής. Επιχειρηματολογεί λέγοντας ότι είναι για αυτόν τον λόγο που από την ημερομηνία έκδοσης της Απόφασης μέχρι και την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης, η Αιτήτρια δεν προέβη σε οποιοδήποτε διάβημα για την είσπραξη της απαίτησης της. Περαιτέρω, αναφέρει ότι εξ όσων την συμβουλεύει η δικηγόρος της, η απαίτηση της Αιτήτριας αλλά και το δικαίωμα της για εγγραφή της Απόφασης έχει παραγραφεί γιατί έχουν συμπληρωθεί 3 χρόνια από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Περί Παραγραφής Νόμου που ήταν η 1/1/2016 και ότι εφαρμόζεται η αρχή της ολιγωρίας (laches). Τέλος, αναφέρει ότι η υπό κρίση Αίτηση είναι εκδικητική γιατί καταχωρίστηκε αφού αναγκάστηκε η Αιτήτρια να πληρώσει συγκεκριμένο ποσό που η Αιτήτρια όφειλε στην ίδια και το οποίο πληρώθηκε στις 11/11/2019. Νομική Πτυχή: Αφετηρία αποτελεί ο περί Δικηγόρων Νόμος, Κεφ. 2, ο οποίος προβλέπει, στο άρθρο 24
(1)(ια) αυτού, ότι το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου έχει, μεταξύ άλλων, την εξουσία: «(ια) τηρουμένων των αρχών του ελεύθερου και υγιούς ανταγωνισμού, να ρυθμίζει τον τρόπο και τη διαδικασία επίλυσης των διαφορών που προκύπτουν αναφορικά με τις αμοιβές των δικηγόρων για εξωδικαστηριακές υποθέσεις·» και έχει, περαιτέρω, την εξουσία, δυνάμει της παραγράφου (ιβ) του ιδίου εδαφίου: «(ιβ) vα εκδίδει καvovισμoύς πoυ vα ρυθμίζoυv και vα καθoρίζoυv oπoιoδήπoτε από τα πιo πάvω θέματα, υπό τηv επιφύλαξη ότι oι καvovισμoί αυτoί θα εγκριθoύv από τηv πλειoψηφία της γεvικής συvέλευσης τωv δικηγόρωv·». Το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου άσκησε τις εξουσίες που χορηγήθηκαν σε αυτό δυνάμει του άρθρου 24 περί Δικηγόρων Νόμου, Κεφ. 2 και εξέδωσε τους περί Επίλυσης Διαφορών που προκύπτουν από Παροχή Υπηρεσιών των Ασκούντων Δικηγορία (Εξωδικαστηριακές Υποθέσεις) Κανονισμούς του 2018, Κ.Δ.Π. 171/2018 (στο εξής οι «Κανονισμοί»), οι οποίοι δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 29/06/2018. Την ίδια μέρα, οι προηγούμενοι κανονισμοί που ήταν μέχρι τότε σε ισχύ και πιο συγκεκριμένα οι περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορία (Εξωδικαστηριακές Υποθέσεις) Κανονισμοί του 1985 έως 2017, καταργήθηκαν με την Κ.Δ.Π. 172/2018 (στο εξής οι «Καταργηθέντες Κανονισμοί»). Σύμφωνα με τις πρόνοιες των Κανονισμών και πιο συγκεκριμένα το άρθρο 3 αυτών, οι Κανονισμοί εφαρμόζονται μόνο για παροχή υπηρεσιών από δικηγόρους για την αμοιβή των οποίων δεν υπάρχει καμία πρόνοια σε οποιουσδήποτε Διαδικαστικούς Κανονισμούς που εκδόθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο και περιλαμβάνει αστικές και ποινικές διαδικασίες. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 11 κάθε δικηγόρος δύναται να ζητήσει πιστοποίηση της αμοιβής του από το Συμβούλιο. Σύμφωνα δε με το άρθρο 13 των Κανονισμών, για σκοπούς διευκόλυνσης της εφαρμογής των Κανονισμών ιδρύεται Επιτροπή Επίλυσης Διαφορών που προκύπτουν από παροχή υπηρεσιών των ασκούντων δικηγορία (Εξωδικαστηριακές Υποθέσεις). Το άρθρο 14 που εδώ ενδιαφέρει αναφέρει τα ακόλουθα: «Οι αποφάσεις της Επιτροπής αυτής υπέχουν θέση Διαιτητικών αποφάσεων ή αποφάσεων Διαιτητού και οιοσδήποτε από τους διαδίκους έχει το δικαίωμα να ζητήσει με αίτησή του στο Επαρχιακό Δικαστήριο την εγγραφή τους και επίσης όπως αυτές εκτελεστούν με την προβλεπόμενη διαδικασία και τους τρόπους εκτέλεσης, όπως ισχύει και στις άλλες αποφάσεις των Επαρχιακών Δικαστηρίων». Το περιεχόμενο του άρθρου 14 είναι το ίδιο με το περιεχόμενο του άρθρου 16Α των Καταργηθέντων Κανονισμών. Σε σχέση με τη φύση της υπό κρίση διαδικασίας σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Μοντάνιος & Μοντάνιος ν. Αρτέμιδος Κωνσταντίνου Τουμαζή κ.ά.
(2005)1(Α) ΑΑΔ 333, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη κατάληξη ότι δεν υπήρχε πεδίο εφαρμογής των προνοιών του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 και ότι επομένως ορθά, στο πλαίσιο αίτησης παραμερισμού της απόφασης της επιτροπής, είχε κριθεί ότι δεν υπήρχε δικαιοδοσία παραμερισμού της απόφασης της επιτροπής στη βάση των προνοιών του Κεφ. 4 που παρέχουν τέτοια δυνατότητα. Λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Η κατάληξη, όμως, ότι ο Κανονισμός 16(Α) αναφέρεται μόνο στην εγγραφή και εκτέλεση των αποφάσεων της Επιτροπής είναι ορθή. Ο Κανονισμός, με σαφήνεια, προσδιορίζει τα ζητήματα που ρυθμίζει. Ο τίτλος του Κανονισμού 16(Α) είναι ενδεικτικός σε ό,τι ο νομοθέτης ήθελε να ρυθμίσει. Εάν σκοπός του νομοθέτη ήταν οι αποφάσεις της Επιτροπής να υπέχουν θέση αποφάσεων κατ' εφαρμογή του ΚΕΦ. 4 και του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, (Ν. 14/60), δεν υπήρχε λόγος αναφοράς μόνο σε εγγραφή και εκτέλεση των αποφάσεων». Στην υπόθεση Αναφορικά με την Cyllenius Holdings Ltd κ.ά
(2008)1 ΑΑΔ 272, με αναφορά στην Μοντάνιος & Μοντάνιος (ανωτέρω) λέχθηκε από τον έντιμο Δικαστή Αρτέμη στο πλαίσιο Αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari προς ακύρωση απόφασης της Επιτροπής Καθορισμού Δικηγορικής Αμοιβής του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου με την οποία καθορίστηκε εξωδικαστηριακή δικηγορική αμοιβή, την οποία απέρριψε ως πρόωρη ότι: «Πρόβαλε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών, με αναφορά στην υπόθεση Μοντάνιος & Μοντάνιος ν. Τουμαζή κ.ά., ότι κατά την εγγραφή της απόφασης η εξουσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου για έλεγχο δεν υπάρχει, αφού η αρμοδιότητα της είναι δέσμια. Έτσι, εάν ζητηθεί εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης από το Επαρχιακό Δικαστήριο η παρουσία των αιτητών θα είναι μόνο τυπική. Διαφωνώ με την πιο πάνω θέση, αφού κατά την άποψη μου, η θέση αυτή προκύπτει από λανθασμένη ερμηνεία της πιο πάνω απόφασης. .. Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι, το τι αποφασίστηκε, είναι ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής δεν υπέχουν θέση αποφάσεων με βάση τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.4 και τον περί Δικαστηρίων Νόμο, ώστε να ισχύουν οι πρόνοιες που αφορούν διαιτητικές αποφάσεις. Είναι η άποψη μου ότι, εάν οι Καθ΄ων η Αίτηση αιτηθούν την εγγραφή για εκτέλεση της επίδικης απόφασης, τότε οι αιτητές θα μπορούσαν να εμφανισθούν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου και η εμφάνιση τους αυτή δεν θα ήταν τυπική αλλά θα μπορούσαν να προβάλουν όλα τα επιχειρήματά τους και τους ισχυρισμούς τους για παρανομία, τόσο όσον αφορά τις συνταγματικές πρόνοιες στις οποίες βασίζουν τη θέση τους, όσο και τον ισχυρισμό τους για την ακυρότητα των Κανονισμών. Σε τέτοια περίπτωση, το Επαρχιακό Δικαστήριο θα μπορούσε να εγγράψει την απόφαση μόνο αν θα απέρριπτε τις θέσεις και τα επιχειρήματα των Αιτητών. Το γεγονός ότι δεν ισχύουν οι πρόνοιες που αφορούν τον παραμερισμό Διαιτητικής απόφασης, σε αυτή την περίπτωση δεν αποκλείει το Δικαστήριο, ασχέτως των προνοιών αυτών και χωρίς να βασίζεται σε αυτές, να κρίνει κατά πόσο θα πρέπει να εγγραφεί ή όχι η απόφαση. Οι Καθ' ων η Αίτηση, μόνο με την εγγραφή της απόφασης θα μπορούσαν να προβούν σε εκτέλεση. Χωρίς αυτή, θα μπορούσαν βεβαίως να εγείρουν αγωγή εναντίον των Αιτητών, αξιούντες εύλογη αμοιβή για την εξωδικαστηριακή εργασία που τους πρόσφεραν. Το εύλογο δε της αμοιβής θα μπορούσε να αποφασισθεί, έχοντας ως κριτήριο τις προνοούμενες στους Κανονισμούς αμοιβές, καθώς και το ποσόν της πιστοποίησης, κάτι που θα μπορούσε να δοθεί ως μαρτυρία προς υποστήριξη της αξίωσής τους. Χωρίς όμως την εγγραφή, δεν θα μπορούσε η πιστοποίηση να αποτελέσει η ίδια τη βάση της αγωγής και της απαίτησης εναντίον των Αιτητών. Κρίνω, κατά συνέπεια, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής δεν ήταν οριστική και τελική πράξη, που καθόριζε και επηρέαζε τελεσίδικα τα δικαιώματα των διαδίκων. Η τελική πράξη θα ήταν η εγγραφή της απόφασης. (Δέστε, κατ' αναλογία, Pugachev
(2006)1 Α.Α.Δ. 353). (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Καθίσταται λοιπόν σαφές, ότι η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της υπό εξέταση διαδικασίας, δεν είναι τυπική και τo Δικαστήριο, μπορεί να ακούσει επιχειρήματα σε σχέση με ουσιαστικά κατ' ισχυρισμόν σφάλματα της απόφασης της επιτροπής ή ζητήματα που άπτονται της νομιμότητας ή εγκυρότητας της διαδικασίας που έλαβε χώρα ενώπιον της Επιτροπής ή ζητήματα συνταγματικότητας ή νομιμότητας των Κανονισμών στη βάση των οποίων εκδόθηκε η Απόφαση ή οποιοδήποτε άλλο επιχείρημα, το οποίο κατά τη θέση του διαδίκου που το προβάλλει θα πρέπει να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου προτού το Δικαστήριο κρίνει κατά πόσο θα πρέπει να εγγραφεί ή όχι η απόφαση. Καθίσταται, επίσης, σαφές κατά την κρίση μου, ότι δεν μπορούν να καθοριστούν εξαντλητικά οι λόγοι που δύναται ένας διάδικος να θέσει, στην κάθε περίπτωση, υπόψη του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της υπό εξέταση διαδικασίας. Επιβάλλεται, συνεπώς, ξεχωριστή εξέταση του κάθε θέματος για το οποίο ο Καθ' ου η Αίτηση προβάλλει ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί η εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης της επιτροπής μέσα στα πλαίσια των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Εξέταση υπό κρίση Αίτησης: Κατά την ακροαματική διαδικασία της υπό κρίση αίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Η επιχειρηματολογία των δύο συνηγόρων καταγράφεται λεπτομερώς στις γραπτές αγορεύσεις τις οποίες παρέδωσαν στο Δικαστήριο και για το λόγο αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Αναφορά στις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων θα γίνει εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Σημειώνω επίσης ότι η ακρόαση της υπό κρίση Αίτησης έγινε επί των ενόρκων δηλώσεων και δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει να εξετάσει κατά προτεραιότητα τον λόγο ένστασης που αφορά την παραγραφή εφόσον το θέμα αυτό άπτεται της ίδιας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί στην ουσία την υπό κρίση Αίτηση (βλ. Χατζηστυλλή ν. Παπαδήμα
(2000)1 Α.Α.Δ. 551 και Νεοφύτου v. Malak κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. 118/2012, ημερ. 21 Ιουνίου 2018). Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε στις 29/11/2019 και είναι σε συνάρτηση με αυτή την ημερομηνία που θα εξεταστεί ποιο είναι το νομοθέτημα που θα εφαρμοστεί για να αποφασιστεί το κατά πόσο η «απαίτηση» ή το «δικαίωμα εγγραφής» όπως το θέτει η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση έχει ή όχι παραγραφεί (βλ. Χαραλαμπίδης v. Louis Hotels Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 8/2013, ημερ. 4 Οκτωβρίου 2019: «το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος», Δημητρίου ν. Δημητρίου
(2012)1(Α) ΑΑΔ 834) όπου λέχθηκε ότι είναι «με αναφορά στο χρόνο καταχώρησης της αγωγής (που) εξετάζεται κατά πόσο η απαίτηση έχει εκ τούτου παραγραφεί.» και επίσης Όμηρος Χριστοδουλίδης ν Global Capital Securities and Financial Services Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 636). Στις 29/11/2019 λοιπόν που καταχωρήθηκε η υπό κρίση Αίτηση, στην κυπριακή έννομη τάξη είχε ήδη εισαχθεί ο Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012 (66(I)/2012) (στο εξής ο «Νόμος»), ο οποίος τέθηκε «σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2012» δυνάμει του αρχικού άρθρου 28. Στις 23/12/15 θεσπίστηκε ο τροποποιητικός Ν.207(Ι)/15, ο οποίος ουσιαστικά «μηδένισε το χρόνο» για σκοπούς παραγραφής αφού σύμφωνα με την τροποποίηση που έγινε στο άρθρο 3, καθορίστηκε νομοθετικά ότι έκτοτε θα θεωρείτο ότι «ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρείται από την 1η Ιανουαρίου 2016». Με κάθε σεβασμό προς την ευπαίδευτη συνήγορο της Αιτήτριας, δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση της, όπως αυτή υποστηρίχθηκε στην γραπτή της αγόρευση, ότι δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής ο Νόμος επειδή, όπως τέθηκε από την ίδια στην αγόρευση της, η υπό εξέταση διαδικασία δεν σχετίζεται με οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα των Αιτητών. Είναι προφανές ότι η εισήγηση αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στις πρόνοιες του Νόμου καθώς και στο τρόπο που αυτές τυγχάνουν ερμηνείας. Και εξηγώ. Στις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου (άρθρο 2) ο όρος αγωγή ορίζεται ως ακολούθως: «αγωγή» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Δικαστηρίων Νόμο και περιλαμβάνει ανταπαίτηση∙ Στον Περί Δικαστηρίων Νόμο τoυ 1960 (14/1960), στον οποίο ρητά παραπέμπει το εν λόγω άρθρο συναντούμε στις ερμηνευτικές διατάξεις τον ακόλουθο ορισμό της αγωγής: "αγωγή" σημαίvει πoλιτικήv διαδικασίαv αρχoμέvηv διά κλητηρίoυ εvτάλματoς ή κατά τoιoύτov άλλov τρόπov ως καθoρίζεται υπό διαδικαστικoύ καvovισμoύ. Το άρθρο 7
(2)του Νόμου στις πρόνοιες του οποίου φαίνεται να στηρίζει η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση τη θέση της περί παραγραφής της «απαίτησης» και του «δικαιώματος εγγραφής», όπως η ίδια το θέτει, αναφέρει τα ακόλουθα: «Καμιά αγωγή που αφορά σύμβαση ή οιονεί σύμβαση σε σχέση με συμφωνηθείσα ή εύλογη αμοιβή δικηγόρου, ιατρού, οδοντίατρου, αρχιτέκτονα, πολιτικού μηχανικού, εργολάβου, άλλου ανεξάρτητου επαγγελματία δεν εγείρεται μετά πάροδο τριών ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.» Όσον αφορά τον όρο «βάση της αγωγής» που καθορίζεται ως το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής, στις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου αναφέρονται τα ακόλουθα: «βάση της αγωγής» σημαίνει το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα στο οποίο αφορά η αγωγή∙ Είναι γεγονός ότι δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε πρόνοια στον Νόμο σε σχέση με την περίπτωση εγγραφής μίας απόφασης όπως για παράδειγμα εντοπίζεται στην Αγγλία, όπου στην αντίστοιχη νομοθεσία που είναι το Limitation Act 1980, στο άρθρο 7, αναφέρονται τα ακόλουθα: "An action to enforce an award, where the submission is not by instrument under seal, shall not be brought after the expiration of 6 years from the date on which the cause of action accrued." Κρίνω σκόπιμο στο στάδιο αυτό να αναφερθώ σε μία απόφαση του Court of Appeal στην υπόθεση National Ability SA - and - Tinna Oils & Chemicals Ltd [2009] EWCA Civ 1330, στην τέθηκε ζήτημα παραγραφής στο στάδιο όπου είχε γίνει αίτηση για εγγραφή μίας διαιτητικής απόφασης. Συγκεκριμένα, είχε εγερθεί το κατά πόσο μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 7 του Limitation Act 1980 στο πλαίσιο της αίτησης για εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Η απάντηση στο ερώτημα ήταν καταφατική. Το Εφετείο αναφέρθηκε στην ύπαρξη των δύο διαδικασιών που υπάρχουν στην Αγγλία σε σχέση με την εκτέλεση μίας διαιτητικής απόφασης, εξηγώντας ότι ο ένας τρόπος ο οποίος δεν χρησιμοποιείται συχνά είναι αυτός της καταχώρισης αγωγής και ο άλλος, ο οποίος είναι συχνότερος και πιο διαδεδομένος, είναι αυτός της καταχώρισης αίτησης ζητώντας την άδεια του Δικαστηρίου για την εκτέλεση της απόφασης με τον ίδιο τρόπο που εκτελείται μία απόφαση Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 26
(1)του Arbitration Act 1950[1] και το 66[2] του Arbitration Act
  1. Το Εφετείο στη συνέχεια προέβη σε ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 7 του Limitation Act 1980 σε συνάρτηση με τις ερμηνευτικές διατάξεις του εν λόγω νομοθετήματος σε σχέση με τον ορισμό της αγωγής[3], ο οποίος προσομοιάζει με τον ορισμό που δίδεται στον όρο Αγωγή στον δικό μας Νόμο και κατέληξε ότι η αίτηση για εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ενέπιπτε στις πρόνοιες του άρθρου 7 Limitation Act 1980 και επομένως εφόσον είχε καταχωριστεί μετά την πάροδο της χρονικής προθεσμίας των 6 ετών από την ημέρα που προέκυψε η βάση της αγωγής (με αναφορά στο χρόνο κατά τον οποίο θα έπρεπε να πληρωθεί η διαιτητική απόφαση)[4] υπόκειτο σε παραγραφή και δεν μπορούσε να εγκριθεί. Λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα στην παράγραφο 9 της εν λόγω απόφασης:
  2. As an application under s.26 of the 1950 Act is clearly a proceeding in a court of law, it would at first sight appear to follow, as a matter of ordinary English, that an application under s.26 is an "action to enforce an award" within the meaning of s.7 of the Limitation Act. Certainly that has always been assumed to be the case. For example in Good Challenger Navegante S.A. v Metalexportimport S.A. [2003] EWCA Civ 1668, Clarke LJ (as he then was) recorded that it was common ground that when an ex parte application for leave was made under s.26, that was an action brought for the purposes of s.7 of the Limitation Act 1980; that was because such an application was an alternative to proceeding by way of writ or originating summons. It would make little sense for the period to be different, given that both were a means of enforcing an award. That same assumption was the basis on which a number of other decisions proceeded, including Agromet Motoimport v Maulden Engineering Co (Beds) [1985] 1 WLR 962 and International Bulk Shipping and Services Ltd v Minerals and Metals Trading Corporation [1996] 2 Lloyds Rep
  3. (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Επανέρχομαι στις πρόνοιες της δικής μας νομοθεσίας όπου στο άρθρο 4 του Νόμου γίνεται αναφορά σε γενικό χρόνο παραγραφής και αναφέρονται τα ακόλουθα: Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε οποιονδήποτε νόμο, καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την πάροδο δέκα ετών αφότου συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής. Στην υπό εξέταση περίπτωση, τυγχάνει, κατά την κρίση μου, εφαρμογής το άρθρο 4 του Νόμου και όχι το άρθρο 7
(2)του Νόμου όπως εισηγείται η πλευρά της Καθ' ης η Αίτησης το οποίο κάνει αναφορά σε συγκεκριμένη περίπτωση που είναι αυτή της σύμβασης ή οιονεί σύμβασης. Εν προκειμένω, έχει ληφθεί διάβημα μέσω μίας γενικής Αίτησης η οποία εμπίπτει στον ορισμό της «αγωγής» ως αυτός παρατίθεται πιο πάνω και από τη στιγμή που δεν υπάρχει αναφορά στον Νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση της εγγραφής απόφασης (η οποία, σύμφωνα με τους Κανονισμούς, υπέχει θέση διαιτητικής απόφασης), όπως υπάρχει για παράδειγμα στην Αγγλία, κρίνω ότι εφαρμόζεται υπό τις περιστάσεις, ο γενικός χρόνος παραγραφής ο οποίος καθορίζεται στα δέκα έτη από τη συμπλήρωση της βάσης της αγωγής. Το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα στο οποίο αφορά η υπό κρίση Αίτηση συνίσταται, κατά την κρίση μου, στην έκδοση της Απόφασης της Επιτροπής αφού είναι αυτό το γεγονός που ενεργοποίησε το δικαίωμα της Αιτήτριας να προβεί στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης. Όσον αφορά το χρονικό σημείο της συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής στην υπό εξέταση περίπτωση, αυτό κατά την κρίση μου, υπό το φως της ανάλυσης στην οποία έχω προβεί ανωτέρω με αναφορά και στα όσα έχουν νομολογηθεί στην National Ability SA - and - Tinna Oils & Chemicals Ltd (ανωτέρω), δεν μπορεί να είναι άλλο από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης της Επιτροπής με την οποία επιδικάστηκε συγκεκριμένο ποσό προς όφελος της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση. Ενόψει του ότι σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρείται από την 1/1/2016, καθίσταται σαφές ότι δεν έχουν παρέλθει τα δέκα έτη που αναφέρονται στο άρθρο 4 του Νόμου. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι ο σχετικός λόγος ένστασης είναι απορριπτέος και απορρίπτεται. Ο επόμενος λόγος ένστασης που θα τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο είναι αυτός της κατ' ισχυρισμό εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού από την Καθ' ης η Αίτηση. Παρά το γεγονός ότι δεν αντεξετάστηκε η Καθ' ης η Αίτηση επί τούτου του σημείου από την Αιτήτρια, για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια, ο ισχυρισμός αυτός παρουσιάζει εγγενείς αδυναμίες. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού της περί εξόφλησης, η Καθ' ης η Αίτηση κάνει αναφορά σε μία δήλωση που είχε γίνει ενώπιον της Επιτροπής από δικηγόρο της Αιτήτριας σύμφωνα με την οποία δεν θα επέμενε (η Αιτήτρια) στην ενώπιον της Επιτροπής διαδικασία, εάν και εφόσον, η Καθ' ης η Αίτηση κατέβαλλε κάποια ψηφισθέντα έξοδα τα οποία είχαν ψηφισθεί υπέρ της Αιτήτριας στο πλαίσιο δικαστηριακών υποθέσεων που χειρίστηκε για λογαριασμό της Καθ' ης η Αίτηση μείον κάποιο συγκεκριμένο ποσό το οποίο είχε ήδη καταβάλει η Καθ' ης η Αίτηση. Ισχυρίζεται η Καθ' ης η Αίτηση ότι μετά από αυτή τη δήλωση που έγινε ενώπιον της Επιτροπής, η ίδια κατέβαλε τα οφειλόμενα ποσά και επομένως κακώς καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση. Ούτε αυτός ο λόγος έχει περιθώρια επιτυχίας. Και εξηγώ. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της Απόφασης της Επιτροπής που επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 1 στην υπό κρίση Αίτηση, σχετική περί τούτου αναφορά γίνεται στις σελίδες 1 και 2 της Απόφασης. Γίνεται αναφορά στην Απόφαση της Επιτροπής στη δήλωση που έγινε από δικηγόρο της Αιτήτριας και στη σελίδα 2 της Απόφασης αναφέρεται ξεκάθαρα ότι επειδή η Καθ' ης η Αίτηση δεν κατέβαλε τα ποσά των ψηφισθέντων από το Δικαστήριο εξόδων, η Επιτροπή όρισε την υπόθεση για ακρόαση σε συγκεκριμένη ημερομηνία στην οποία μάλιστα η Καθ' ης η Αίτηση εμφανίστηκε και υπέβαλε αίτημα αναβολής λόγω κωλύματος του δικηγόρου της το οποίο και εγκρίθηκε. Από το περιεχόμενο της Απόφασης αυτό το οποίο φαίνεται να αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση, χωρίς επιτυχία, ήταν η παροχή υπηρεσιών που της προσέφερε η Αιτήτρια και η βασική θέση που προβλήθηκε από την Καθ' ης η Αίτηση, η οποία κλήθηκε και κατέθεσε ενώπιον της Επιτροπής, ήταν ότι οι εν λόγω υπηρεσίες αφορούσαν τις δικαστηριακές υποθέσεις τις οποίες είχε χειριστεί και όχι εξωδικαστηριακές υποθέσεις. Δεν προκύπτει από κανένα σημείο της Απόφασης της Επιτροπής να είχε προβάλει τη θέση που προβάλλει τώρα με την Ένσταση ότι δηλαδή μετά τη δήλωση ενώπιον της Επιτροπής είχε προβεί σε εξόφληση, κάτι που θα αναμένετο να πράξει ενώπιον της Επιτροπής η οποία ρητά αναφέρει στην Απόφαση της ότι ο λόγος που όρισε την υπόθεση για ακρόαση ήταν ακριβώς επειδή η Καθ' ης η Αίτηση δεν πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό παρά τη δήλωση από την πλευρά της Αιτήτριας. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι ο σχετικός λόγος ένστασης είναι απορριπτέος και απορρίπτεται. Προχωρώ να εξετάσω τη θέση ότι εφαρμόζεται εν προκειμένω η αρχή της ολιγωρίας (laches) και επομένως δεν θα πρέπει να εγκριθεί η υπό κρίση Αίτηση λόγω της καθυστέρησης στην προώθηση της. Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά επί τούτου. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της αρχής της ολιγωρίας (laches) διότι δεν επιδιώκεται οποιαδήποτε θεραπεία με βάση το δίκαιο της επιείκειας απ' όπου πηγάζει η εν λόγω αρχή και η οποία ρυθμίζει τις συνέπειες που προκύπτουν από την υπέρμετρη καθυστέρηση στην άσκηση δικαιωμάτων που έχουν ως αποκλειστική πηγή το δίκαιο της επιείκειας (βλ. Α.Τ.Η.Κ. ν. Κλεάνθους
(2013)1 Α.Α.Δ. 158, Χατζηγαβριήλ Μιχάλης ν. Ellinas Finance Public Company Ltd
(2013)1 ΑΑΔ 668 και Zερβός Παναγιώτης ν. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1 ΑΑΔ 2357). Περαιτέρω, στην Νατάσα Χριστοφίδου ν. Δημ. Παπαχρυσοστόμου ως Διαχειριστή της περιουσίας της Θεοφίλης Παπαδοπούλου
(2009)1 Α.Α.Δ. 1360 η οποία υιοθετήθηκε πρόσφατα στην Christakis Ioannou Merkis Services Ltd v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 126/12, ημερ. 10 Ιουλίου 2018, λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: Είναι θεμελιωμένο ότι ένας ενάγοντας θα πρέπει να προωθήσει την αξίωση του χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, σύμφωνα με το αξίωμα vigilantibus et non dormientibus lex succurrit. Το δίκαιο της επιεικείας δεν θέτει οποιοδήποτε συγκεκριμένο χρονικό όριο για την προώθηση ενός αγώγιμου δικαιώματος αλλά το δικαστήριο εξετάζει το ζήτημα υπό το φως των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Κατά την εξέταση αυτή, με σκοπό να αποφασιστεί το κατά πόσον υπήρξε τέτοια καθυστέρηση που να συνιστά κώλυμα στην προώθηση της υπόθεσης (laches) τα κύρια σημεία που λαμβάνονται υπόψη είναι: (α) Η συγκατάθεση του ενάγοντα στην παράβαση των δικαιωμάτων του από τον εναγόμενο, μετά που ο ενάγοντας έχει πλήρη γνώση των ουσιωδών γεγονότων, και (β) οποιαδήποτε αλλαγή έχει συμβεί, στο μεταξύ, στον εναγόμενο, η οποία τον επηρεάζει δυσμενώς. Θεωρείται γενικά άδικο να παρέχεται σε ένα ενάγοντα θεραπεία, όταν εκείνος με τη συμπεριφορά του έχει δείξει ότι αποποιήθηκε ή απεμπόλησε τα δικαιώματα του (Δέστε: Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 14, σελ. 641). Η υπεράσπιση όμως της καθυστέρησης (laches) επιτρέπεται μόνον εκεί όπου δεν προνοείται παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος, από το Νόμο. Αν προνοείται, από το Νόμο, παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος μετά από την παρέλευση κάποιου συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος τότε ο ενάγοντας δικαιούται στην πλήρη χρονική περίοδο, την οποίαν προβλέπει ο Νόμος, πριν καταστεί η αξίωση του μη προωθήσιμη (unenforceable) (Δέστε: Halsbury's, ανωτέρω, παράγραφος 1181, σελ. 641). Καθίσταται λοιπόν σαφές, ότι το δόγμα της ολιγωρίας (laches) έχει εφαρμογή μόνο στο δίκαιο της επιείκειας και όχι όταν προνοείται νομοθετική περίοδος παραγραφής (βλ. επίσης Κώστας Κυριάκου ν. Θεράποντα Αναστασίου
(2013)1 ΑΑΔ 148, 22 Ιανουαρίου 2013). Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι ο σχετικός λόγος ένστασης είναι απορριπτέος και απορρίπτεται. Προχωρώ να εξετάσω τον τελευταίο λόγο ένστασης της Καθ' ης η Αίτηση. Προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε εκδικητικά. Προς υποστήριξη του εν λόγω ισχυρισμού αναφέρει ότι επειδή έλαβε χώρα πληρωμή κάποιου ποσού το οποίο αναγκάστηκε η Αιτήτρια να πληρώσει σε αυτήν λίγες μέρες πριν την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης είναι για αυτόν τον λόγο που η Αιτήτρια καταχώρισε την υπό κρίση Αίτηση. Η γενικότητα και η αοριστία με την οποία προβάλλεται αυτή η θέση δεν αφήνουν περιθώρια επιτυχίας της. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι και αυτός ο λόγος ένστασης είναι απορριπτέος και απορρίπτεται. Κατάληξη: Για όλους τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, η αίτηση επιτυγχάνει και, επομένως, εκδίδεται διάταγμα ως το Α της Αίτησης. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα και, συνεπώς, τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] s.26
(1)"An award on an arbitration agreement may, by leave of the High Court or a judge thereof, be enforced in the same manner as a judgment or order to the same effect, and where leave is so given, judgment may be entered in terms of the award." [2] S.66 of the Arbitration Act 1996: "
(1)An award made by the tribunal pursuant to an arbitration agreement may, by leave of the court, be enforced in the same manner as a judgment or order of the court to the same effect.
(2)Where leave is so given, judgment may be entered in terms of the award." [3] S. 38 of the Limitation Act: ""Action" includes any proceeding in a court of law, including an ecclesiastical court." [4] Παράγραφος 4 της απόφασης: «4.The limitation period for an action on the award, as it is founded on the implied promise to pay, runs from the time the award should have been paid. Clearly more than six years had elapsed and so if the limitation provision of s.6 applied, then the claim was plainly time barred.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.