Foremost Industries Ltd κ.α. ν. Alpheus Ltd κ.α., Aρ. Αγωγής: 3379/2018, 12/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A456 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕYΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 3379/2018 Μεταξύ:
- Foremost Industries Ltd
- Foremost Industries LP
- Universal Industries (Foremost) Corp.
- Foremost Universal LP
- Foremost (Cyprus) Ltd
- Maloney Industries (Cyprus) Ltd Εναγoυσών v.
- Alpheus Ltd
- . Βαριάνου
- C. Varianos Co Ltd
- . Σαρρή
- Πολάκης Σαρρής & Σια ΔΕΠΕ
- Bank of Cyprus Public Company Ltd
- Hellenic Bank Public Company Ltd
- Gulf Islands Eco Tours Ltd
- Sky Towers Enterprises Inc
- Willer Company Ltd
- . Chernyk
- . Breen
- 849183 Alberta Ltd Εναγομένων Αίτηση για διατάγματα αποκάλυψης και ιχνηλάτησης ημ. 27.12.18 Ημερομηνία: 12 Οκτωβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τις Ενάγουσες - Αιτήτριες: κ. Χ. Παρασκευά για Χρίστος Παρασκευά ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1-5, 9 και 10 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Γ. Τριλλίδης για Πολάκης Σαρρής & Σια ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη 6 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Χ. Ιωσήφ για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη 7 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Κ. Κωσταρά για Γεωργιάδης & Πελίδης ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 8 και 11-13 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Ι. Δαυίδ για Γιώργος Χαραλαμπίδης & Σια ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 10.12.18 οι Ενάγουσες καταχώρισαν γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο ζητούν από τους Εναγόμενους 1-4, 6 και 7 διατάγματα αποκάλυψης και ιχνηλάτησης καθώς επίσης και χρήσης των εν λόγω πληροφοριών και στοιχείων σε οποιαδήποτε αστική διαδικασία εκκρεμεί ή θα καταχωριστεί εντός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων και ή στο εξωτερικό, συμπεριλαμβανομένων των Αγωγών 1701-17320 και 1501-03872 οι οποίες εκκρεμούν στην Αλμπέρτα του Καναδά. Στις 27.12.18 οι Ενάγουσες - Αιτήτριες καταχώρισαν την υπό κρίση δια κλήσεως Αίτηση με την οποία ζητούν την έκδοση των ίδιων διαταγμάτων. Μετά την επίδοση της Αίτησης, όλοι οι Εναγόμενοι καταχώρισαν ένσταση. Σημειώνεται ότι κατά την ημερομηνία ακρόασης της Αίτησης, ο δικηγόρος των Εναγουσών - Αιτητριών δήλωσε πως δεν προωθεί την Αίτηση εναντίον της Εναγομένης 1 και αναφορικά με αυτή παρέμεινε προς απόφαση μόνο το θέμα των εξόδων λόγω διαφωνίας των δικηγόρων των δύο πλευρών. Επιπρόσθετα δήλωσε πως δεν προτίθεται να χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε πληροφορία ήθελε αποκαλυφθεί στα πλαίσια ενδεχόμενης έγκρισης της Αίτησης, σε δικαστική διαδικασία στο εξωτερικό, συμπεριλαμβανομένων των δύο προαναφερόμενων Αγωγών στον Καναδά, εκτός αν λάβει σχετική άδεια από το Δικαστήριο. Επομένως η ακρόαση της Αίτησης προχώρησε για τους υπόλοιπους Εναγόμενους. Ι. Μαρτυρία προς υποστήριξη της Αίτησης και των Ενστάσεων Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. JPG (εφεξής «ο JPG»), διευθυντή της Ενάγουσας
- Στην εν λόγω ένορκη δήλωση γίνεται περιγραφή των διαδίκων και αναφορά στα γεγονότα που οδήγησαν στην επίδικη διαφορά και στην καταχώριση των δύο προαναφερόμενων Αγωγών στον Καναδά καθώς επίσης και στον σκοπό και στην αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Στην ένορκη του δήλωση ο JPG βασικά αναφέρει τα ακόλουθα:
(1)Οι Ενάγουσες 1 και 3 είναι εταιρείες και οι Ενάγουσες 2 και 4 είναι συνεταιρισμοί οι οποίοι έχουν δεόντως συσταθεί σύμφωνα με τους νόμους της Αλμπέρτα του Καναδά. Οι συνέταιροι της Ενάγουσας 2 είναι η Ενάγουσα 1 και το Foremost Commercial Trust. Οι συνέταιροι της Ενάγουσας 4 είναι η Ενάγουσα 3 και το Foremost Commercial Trust. Οι Ενάγουσες 5 και 6 είναι εταιρείες δεόντως συσταθείσες σύμφωνα με την Κυπριακή νομοθεσία. Η Ενάγουσα 2 είναι η τελική δικαιούχος-ιδιοκτήτης της 958499 Alberta Ltd, η οποία με τη σειρά της είναι η τελική ιδιοκτήτης των Εναγουσών 5 και 6. Η Εναγομένη 4 είναι μια εκ των διευθυντών της Ενάγουσας 6.
(2)O πραγματικός τελικός δικαιούχος όλων των προαναφερόμενων νομικών προσώπων Foremost είναι το Ταμείο Εσόδων της Foremost το οποίο είναι ανοικτό αμοιβαίο ταμείο χωρίς νομική προσωπικότητα συσταθέν με βάση τους νόμους της Αλμπέρτα και του οποίου ο JPG είναι καταπιστευματοδόχος. Οι Ενάγουσες ασχολούνται με τον σχεδιασμό, την κατασκευή και την πώληση εξοπλισμού για χρήση στη βιομηχανία πετρελαίου.
(3)Η Εναγομένη 1 (εφεξής «η Alpheus») είναι εταιρεία δεόντως συσταθείσα σύμφωνα με τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Διευθυντής της ήταν ο Εναγόμενος 2 μέχρι και τις 15.5.14 ο οποίος παραμένει ως ο ονομαστικός μέτοχος της. Η Alpheus διεγράφη από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών το 2015 κατόπιν εντολής του Εναγομένου 11 προς τον Εναγόμενο
- Κατόπιν αίτησης της Foremost, εκδόθηκε διάταγμα επαναφοράς της στις 9.7.
- Ο Εναγόμενος 2 και η Εναγομένη 3, διευθυντής της οποίας είναι ο Εναγόμενος 2, ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο οι διορισμένοι λογιστές της Alpheus. Η Εναγομένη 4 είναι δικηγόρος και μια εκ των διευθυντών της δικηγορικής εταιρείας Εναγομένης 5 και έχουν ενεργήσει ως νομικοί σύμβουλοι της Foremost. Η Εναγομένη 4 ήταν και εξακολουθεί να είναι ονομαστική διευθύντρια της Εναγομένης 9 (εφεξής «η Sky»). Η Εναγομένη 8 (εφεξής «η Eco») είναι εταιρεία δεόντως συσταθείσα στον Καναδά. Η Εναγομένη 9 είναι εταιρεία δεόντως συσταθείσα στον Παναμά. Η Εναγομένη 10 (εφεξής «η Willer») είναι εταιρεία δεόντως συσταθείσα στο Μπελίζ. Οι Εναγόμενοι 11 και 12 είναι Καναδοί πολίτες και κατοικούν στον Καναδά. Η Εναγομένη 13 (εφεξής «η Alberta ») είναι εταιρεία δεόντως συσταθείσα στον Καναδά.
(4)Ο Εναγόμενος 11 εργοδοτείτο στη Foremost από το 2003 και από το 2012 ήταν Υποδιευθυντής της μέχρι και την παραίτηση του το 2014. Ήταν υπεύθυνος για όλες τις πωλήσεις στη Ρωσία και έδινε αναφορά στον Εναγόμενο 12 ο οποίος ήταν ο Πρόεδρος και Εκτελεστικός Διευθυντής της Foremost, είχε άμεσο εποπτικό έλεγχο όλων των εταιρειών της Foremost και λογοδοτούσε στο Συμβούλιο των Καταπιστευματοδόχων του Ταμείου της Foremost.
(5)Οι απολαβές των δύο αυτών προσώπων καθορίζονταν και εγκρίνονταν από το Συμβούλιο της Foremost και περιλάμβαναν μισθό και προμήθειες επί ποσοστού των πωλήσεων.
(6)Μεταξύ των ετών 2006-2014 η Foremost προέβη σε πολυάριθμες πωλήσεις εξοπλισμού και εξαρτημάτων προς πελάτες στη Ρωσία και οι Εναγόμενοι 11 και 12 έλαβαν αμοιβή αντιπροσώπου για νόμιμες υπηρεσίες που προσφέρονταν από Κύπριους και Ρώσους, αλλά και μη εγκεκριμένες αμοιβές μέσω εταιρειών οι οποίες τους ανήκαν ή τις έλεγχαν, συμπεριλαμβανομένων των Εναγομένων 1, 8-10 και 13, αποκομίζοντας κέρδος προς αντίστοιχη ζημιά στη Foremost. Ουσιαστικά οι Εναγόμενοι 11 και 12 ενήργησαν σε συμφωνία μεταξύ τους και κατά παράβαση των εργασιακών τους καθηκόντων και των καθηκόντων επιμέλειας και εμπιστοσύνης. Αυτές οι μη εγκεκριμένες αμοιβές αποκαλύφθηκαν από τη Foremost εξ ου και τερμάτισε την απασχόληση του Εναγομένου 12 το 2014 ενώ ένα μήνα αργότερα παραιτήθηκε ο Εναγόμενος 11.
(7)Το 2015 ο Εναγόμενος 12 καταχώρισε την Αγωγή 1701-17320 (εφεξής «η Αγωγή Breen») εναντίον της Foremost και η τελευταία καταχώρισε υπεράσπιση και ανταπαίτηση για ισχυριζόμενη παράβαση καθηκόντων εμπιστοσύνης και επιμέλειας και των καθηκόντων του ως εργοδοτούμενου προς τη Foremost. Η ανταπαίτηση περιλαμβάνει βασικά τις ίδιες αξιώσεις για απόσπαση και υπεξαίρεση χρημάτων της Foremost όπως στην Αγωγή 1501-03872 (εφεξής «η Αγωγή Chernyk»), για την οποία γίνεται αναφορά αμέσως κατωτέρω.
(8)Το 2017 η Foremost ήγειρε την Αγωγή Chernyk εναντίον του Εναγομένου 11 και των Εναγομένων 1, 2, 8 και 10 ως επίσης και εναντίον της εταιρείας ABC Corporation, για παράβαση συμφωνίας, παράβαση καθήκοντος επιμέλειας και εμπιστοσύνης και αδικαιολόγητο πλουτισμό. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, τα αξιούμενα ποσά μεταφέρθηκαν από τη Foremost, κατόπιν εντολών των Εναγομένων 11 και 12, στις Εναγόμενες 1 και 8-10 οι οποίες ανήκαν ή ελέγχονταν από τους Εναγόμενους 11 και 12 και οι οποίοι κατεύθυναν τη δημιουργία μυστικών λογαριασμών στην Κύπρο και στο εξωτερικό μέσω εταιρειών στην Κύπρο και στο εξωτερικό για την πληρωμή αμοιβών οι οποίες δεν είχαν αποκαλυφθεί ούτε και είχαν εξουσιοδοτηθεί, σε αντίθεση με άλλες εγκεκριμένες αμοιβές για υπηρεσίες οι οποίες όντως είχαν προσφερθεί προς τη Foremost.
(9)Οι έρευνες του Συμβουλίου της Foremost αποκάλυψαν τις ακόλουθες συναλλαγές σχετικά με μη εγκεκριμένες αμοιβές, όπως εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης της Foremost στην Αγωγή Chernyk: (
- i)Στις 29.9.06 η Foremost μεταβίβασε US$61.180 στην Eco έναντι τιμολογίου. (
- ii)Στις 26.6.08 η Foremost μεταβίβασε US$65.080 στον λογαριασμό της Εναγομένης 3 και, κατόπιν οδηγιών του Εναγομένου 11, ο Εναγόμενος 2 μετέφερε το ποσό των US$60.000 στην Eco. (iii) Στις 3.11.09 η Foremost μεταβίβασε US$200.000 στη Willer η οποία απέστειλε επιστολή προς τον Εναγόμενο 11 δηλώνοντας ότι το εν λόγω ποσό θα καταβληθεί ως προμήθεια από τη Foremost έναντι τιμολογίου στην εταιρεία Ros. (
- iv)Στις 26.4.10 η Foremost μεταβίβασε US$215.000 στη Willer έναντι τιμολογίου. (
- v)Στις 15.12.11 η Foremost μεταβίβασε US$78.000 στην Alpheus έναντι τιμολογίου. (
- vi)Στις 27.4.12 η Foremost μεταβίβασε US$35.000 στην Alpheus ως αμοιβή αντιπροσώπου έναντι τιμολογίου ενώ προκύπτει μέσα από αλληλογραφία του Εναγομένου 12 πως αυτό το ποσό ήταν προμήθεια-φιλοδώρημα προς τον Εναγόμενο 11. (vii) Στις 19.7.13 εκδόθηκε τιμολόγιο για την πληρωμή US$100.000 στον VK και US$47.250 στην Eco. Η εντολή για πληρωμή υπεγράφη από τον Εναγόμενο 11. (viii) Στις 22.7.13 η Foremost μετέφερε US$150.000 στον τραπεζικό λογαριασμό πελατών της Εναγομένης 5 το οποίο φέρεται ως αμοιβή αντιπροσώπου και από το οποίο οι US$47.250 μεταφέρθηκαν στην Eco.
(10)Τον Μάρτιο του 2013 ιδρύθηκε η Sky από τους Εναγόμενους 11 και 12 για να καλύψουν την πληρωμή των μη εγκεκριμένων αμοιβών και έτσι διευθέτησαν τη σύναψη συμφωνίας αντιπροσώπου μεταξύ της Sky και της Foremost, εκ μέρους της οποίας την υπέγραψε ο Εναγόμενος 11, ενώ στην ουσία η Sky δεν παρείχε ποτέ καλόπιστες υπηρεσίες προς τη Foremost.
(11)Από εσωτερικό έλεγχο εγγράφων της Foremost, διαπιστώθηκαν οι ακόλουθες μεταφορές χρημάτων στη Sky: (
- i)Στις 10.1.14 η Foremost μεταβίβασε US$66.818 στη Sky έναντι τιμολογίου εκδοθέντος κατόπιν οδηγιών των Εναγομένων 11 και 12. (
- ii)Στις 10.1.14 η Foremost πλήρωσε US$216.000 ως αμοιβή αντιπροσώπου στη Sky. (iii) Στις 4.4.14 η Foremost πλήρωσε US$342.665 προς τη Sky και κάποιον VK ο οποίος έλαβε το ½ περίπου του ποσού, ήτοι US$155.000, ως νόμιμη πληρωμή αντιπροσώπου. O Εναγόμενος 2 επιβεβαίωσε την πιο πάνω πληρωμή. Κατόπιν αιτήματος του κ. M, ενός εκ των καταπιστευματοδόχων του Συμβουλίου της Foremost, προς τον Εναγόμενο 11, το υπόλοιπο ½ περίπου του ποσού, ήτοι US$155.000, επιστράφηκε από τη Sky στη Foremost. Σύμφωνα με τα εκδοθέντα τιμολόγια, διαφαίνεται ότι οι πιο πάνω μη εγκεκριμένες αμοιβές μεταφέρθηκαν από τη Foremost στον τραπεζικό λογαριασμό πελατών της Εναγομένης 5.
(12)Μετά την αποκάλυψη των ανωτέρω πληροφοριών, η Foremost προσπάθησε να συλλέξει περισσότερες πληροφορίες για να διαπιστώσει τους τελικούς δικαιούχους των εταιρειών, το ακριβές ποσό των μη εγκεκριμένων αμοιβών, τη διαδρομή των κεφαλαίων και τον τελικό προορισμό τους.
(13)Με βάση πληροφόρηση από τον Εναγόμενο 2, ο Εναγόμενος 11 ήταν ο τελικός πραγματικός δικαιούχος της Alpheus και της Sky. Ο Εναγόμενος 2 αρνήθηκε να παρουσιάσει οποιαδήποτε τραπεζικά ή λογιστικά αρχεία σχετικά με τις μη εγκεκριμένες αμοιβές στην Alpheus, στη Sky και στη Willer, επικαλούμενος τη σχέση εμπιστευτικότητας ως λογιστής.
(14)Πριν καν την καταχώριση της Αγωγής Chernyk, στα πλαίσια της Αγωγής Breen, στάληκε επιστολή προς τον Εναγόμενο 11 για αποκάλυψη, στην οποία ουδέποτε απάντησε. Ακολούθως η Foremost επικοινώνησε μαζί του ζητώντας τη συνεργασία του. Ενώ αρχικώς ο Εναγόμενος 11 δήλωσε επιθυμία να συνεργαστεί, τελικώς λόγω ενδεχόμενης παραγραφής των απαιτήσεων αναφορικά με τις μη εγκεκριμένες αμοιβές, η Foremost καταχώρισε την Αγωγή Chernyk. Ακολούθησαν διάφορες προσπάθειες συνεργασίας της Foremost με τον Εναγόμενο 11 για αποκάλυψη στοιχείων, οι οποίες όμως δεν απέφεραν οποιοδήποτε αποτέλεσμα, αντιθέτως δόθηκε η απάντηση ότι ο Εναγόμενος 11 δεν είχε έλεγχο επί των προαναφερόμενων εταιρειών. Μάλιστα, περί τα τέλη του 2017 η δικηγόρος του Εναγομένου 11 με επιστολή της δήλωσε ότι ο Εναγόμενος 11 αδυνατεί να δώσει εντολή στον Εναγόμενο 2 ή στην Εναγομένη 5 να αποκαλύψει τα αρχεία της Alpheus ή της Sky, καθότι αυτός ουδέποτε είχε τον έλεγχο αυτών και δεν είχε γνώση για μη εγκεκριμένες αμοιβές.
(15)Η Foremost αποτάθηκε στους Εναγόμενους 2 και 4 για πληροφορίες, χωρίς όμως και πάλι οποιοδήποτε αποτέλεσμα.
(16)Υπάρχει η δυνατότητα αιτήματος για αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο πρόσωπο σύμφωνα με τους νόμους της Αλμπέρτα και τέτοιο διάταγμα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, περιορίζεται στη λήψη μαρτυρίας αναφορικά με τις δύο Αγωγές που εκκρεμούν στην Αλμπέρτα και είναι εφαρμοστέο μόνο στην Αλμπέρτα και όχι σε διαδικασία σε αλλοδαπή δικαιοδοσία. Για ξένες χώρες η λήψη πληροφοριών γίνεται μέσω επιστολής από το Δικαστήριο με την υποβοήθηση των Καναδικών Προξενικών Αρχών στη βάση και εφαρμόζοντας το αλλοδαπό δίκαιο, όμως τέτοια διαδικασία είναι ασαφής και πολύ δύσκολο να προωθηθεί.
(17)Ο σκοπός των αιτούμενων διαταγμάτων είναι να αποκαλυφθούν όλα τα πρόσωπα, Κύπριοι ή αλλοδαποί, οι οποίοι εμπλέκονται στην αδικοπραξία εναντίον των Εναγουσών και ο βαθμός εμπλοκής τους, ούτως ώστε να εγερθούν και άλλες διαδικασίες, να εντοπιστούν τα χρήματα τα οποία οι Ενάγουσες θεωρούν ότι τους ανήκουν, να εντοπιστούν τα πρόσωπα στα οποία έχουν μεταφερθεί και να δικογραφηθούν και υποστηριχθούν πλήρως οι θέσεις των Εναγουσών στις δύο Αγωγές στην Αλμπέρτα.
(18)Ως εκ τούτου πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στις ενστάσεις εγείρονται διάφοροι λόγοι ένστασης, εκ των οποίων οι ακόλουθοι είναι οι κύριοι και ως επί το πλείστον κοινοί:
- Η Αίτηση είναι απορριπτέα καθότι γίνεται προς υποβοήθηση αλλοδαπών δικαστικών διαδικασιών.
- Οι Εναγόμενες 9 και 10 δεν είναι Κυπριακές εταιρείες και επομένως το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να διατάξει την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αναφορικά με αυτές.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Οι Εναγόμενοι 2-7 δεσμεύονται από το απόρρητο και ή σχέση εμπιστευτικότητας λόγω της επαγγελματικής τους ιδιότητας ως προς την αποκάλυψη πληροφοριών.
- Σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι οι Ενάγουσες έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων, αυτό έχει διαγραφεί.
- Υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης.
- Η αιτούμενη αποκάλυψη είναι ευρύτατου φάσματος και αποσκοπεί στη γενικευμένη και σαρωτική αποκάλυψη και ως τέτοια εκφεύγει του πεδίου των διαταγμάτων αποκάλυψης.
- Με την Αίτηση επιδιώκεται η αλίευση μαρτυρίας.
- Τα αιτούμενα με την Αίτηση διατάγματα είναι πανομοιότυπα με τις αξιούμενες θεραπείες στην Αγωγή και επομένως σε περίπτωση έκδοσης τους η Αγωγή θα καταστεί άνευ αντικειμένου.
- Δεν είναι αναγκαίες οι αιτούμενες πληροφορίες καθότι οι Ενάγουσες παραδέχονται ότι γνωρίζουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, ήτοι τους αδικοπραγούντες, τα ποσά και τις ημερομηνίες πληρωμής τους.
- Οι Ενάγουσες δεν εξάντλησαν όλες τις πηγές πληροφόρησης τους. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η ένσταση των Εναγομένων 2-5, 9 και 10 περιέχονται στις συνημμένες σε αυτή ένορκες δηλώσεις των Εναγομένων 2 και
- Στην ένορκη του δήλωση ο Εναγόμενος 2 αναφέρει ότι είναι εγκεκριμένος λογιστής από το 1993 και ότι από το 2004 ίδρυσε ελεγκτικό γραφείο το οποίο σήμερα ονομάζεται C. Varianos Co Ltd, η Εναγομένη 3 της οποίας είναι ο μοναδικός διευθυντής και μέτοχος. Αναφέρει ότι η Ενάγουσα 5 και γενικά όλος ο όμιλος των εταιρειών Foremost ήταν από τους πρώτους πελάτες του γραφείου του το οποίο ανέλαβε την τήρηση των λογιστικών βιβλίων της και τη λογιστική επιτήρηση του Ρωσικού γραφείου, του οποίου διευθυντής και επικεφαλής των πωλήσεων ήταν ο Εναγόμενος
- Λόγω αυτής της ιδιότητας ο Εναγόμενος 2 αναφέρει πως γνωρίζει τον τρόπο λειτουργίας της εταιρείας στον τομέα της αγοράς μηχανημάτων για τη βιομηχανία πετρελαίου στη Ρωσία, που ήταν μέσω προσφορών και με τη χρήση μεσαζόντων δυνάμει γραπτών συμφωνιών. Συγκεκριμένα, σύμφωνα πάντα με τον Εναγόμενο 2, οι προσφορές αξιολογούνται από την εταιρεία αλλά το κριτήριο δεν είναι πάντοτε η χαμηλότερη τιμή αλλά και η φήμη και εμπειρία της κατασκευάστριας εταιρείας. Εταιρείες του μεγέθους του ομίλου Foremost χρησιμοποιούν μεσάζοντες για να λάβουν μέρος στις προσφορές δυνάμει γραπτών συμφωνιών όχι με τους μεσάζοντες αλλά με τρίτη φίλια εταιρεία η οποία δημιουργείτο για αυτόν ακριβώς τον σκοπό και ήταν υπό τον έλεγχο της Εναγομένης 3 για σκοπούς προστασίας της ανωνυμίας των μεσαζόντων και του ίδιου του ομίλου Foremost. Οι πληρωμές στους μεσάζοντες γίνονταν από τον Καναδά προς αυτές τις εταιρείες. Ο κύριος σύνδεσμος με τους μεσάζοντες ήταν ο Εναγόμενος 11, ως διευθυντής του γραφείου στη Μόσχα, οι διαπραγματεύσεις με τους μεσάζοντες γίνονταν από αυτόν και συμφωνούνταν και οι αμοιβές (προμήθεια). Οι προμήθειες ήταν πάντοτε προεγκριμένες, ως ποσοστό επί των πωλήσεων, και γίνονταν από την εταιρεία μόνο αφού εξοφλούσε πλήρως τη Foremost. Αφού οι αγοραστές ξοφλούσαν τη Foremost, τότε ο Εναγόμενος 11 έστελνε αίτημα στον Καναδά για να γίνει το ανάλογο έμβασμα από τη φίλια εταιρεία και μετά έδινε οδηγίες για το πού θα διοχετεύονταν τα χρήματα για εξόφληση των μεσαζόντων. Επομένως, σύμφωνα πάντα με τον Εναγόμενο 2, οι Ενάγουσες γνώριζαν εξαρχής ότι θα δώσουν προμήθειες, ήξεραν και συμφωνούσαν εκ των προτέρων το ποσό χωρίς όμως να γνωρίζουν ποιος είναι ο τελικός αποδέκτης αυτών, πρακτική η οποία ακολουθείται μέχρι και σήμερα. Ως τέτοιες φίλιες εταιρείες ήταν οι Εναγόμενες 1 και 9 και χρησιμοποιείτο ο λογαριασμός πελατών της Εναγομένης 3 με την Εναγομένη
- Ο Εναγόμενος 2 αρνείται τους ισχυρισμούς του JPG και ισχυρίζεται ότι οι Ενάγουσες γνώριζαν από το 2014 την όλη κατάσταση και επέδειξαν ολιγωρία για τόσα χρόνια, ενώ έχουν στην κατοχή τους όλες τις πληροφορίες για να αποφασίσουν εναντίον ποίων και πού θα στραφούν. Ο Εναγόμενος 2 αναφέρει ότι ουδέποτε έλαβε οδηγίες από τον Εναγόμενο 12 παρά μόνο από τον Εναγόμενο 11 και ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο επρόκειτο για μη εγκεκριμένες αμοιβές, γνωρίζει όμως ότι όταν γίνονταν οι μεταφορές τα ποσά ήταν εγκεκριμένα. Ακολούθως επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Η Εναγομένη 4, δικηγόρος και συνέταιρος στην Εναγομένη 5, με τη σειρά της αρνείται τους ισχυρισμούς του JPG και αναφέρεται στις διάφορες επικοινωνίες της με τον Κύπριο δικηγόρο των Εναγουσών και την υπογραφή εκ μέρους της διοριστήριων δικηγόρου για τις Ενάγουσες 5 και 6 για να ανακαλύψει ότι αυτά αφορούσαν την έγερση της παρούσας Αγωγής και μάλιστα εναντίον της ιδίας και της Εναγομένης
- Η Εναγομένη 4 αναφέρει επίσης πως η κατάθεση χρημάτων στον λογαριασμό πελατών της Εναγομένης 5 είναι η συνήθης πρακτική, πως η αναφερθείσα από τον JPG τέτοια πληρωμή έγινε κατόπιν εντολής της Ενάγουσας 1 και πως οι Ενάγουσες γνωρίζουν πλήρως όλες τις λεπτομέρειες αναφορικά με το εν λόγω προαναφερόμενο ποσό, ήτοι πού κατατέθηκε, πότε, πώς, σε ποιους και με ποιανού την εντολή διανεμήθηκε. Η ένσταση της Εναγομένης 6 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΧΚ (εφεξής «ο ΧΚ»), Λειτουργού Χορηγήσεων Μικρών Επιχειρήσεων στην Εναγομένη
- Ο ΧΚ βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Αντίστοιχα και η ΒΑ (εφεξής «η ΒΑ»), Λειτουργός Τμήματος Παρακολούθησης Λογαριασμών Κέντρου Διεθνών Επιχειρήσεων Λευκωσίας, της Εναγομένης 7, η οποία προβαίνει σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης της Εναγομένης 7, επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση των Εναγομένων 8 και 11-13 περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις των Εναγομένων 11 και 12 και της κας LYP (εφεξής «η LYP»). Στην ένορκη του δήλωση ο Εναγόμενος 11 παραδέχεται ότι κατά την εργοδότηση του στη Foremost, ο Εναγόμενος 11 ήταν ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Ενάγουσας 1, ο ίδιος έδινε αναφορά στον Εναγόμενο 12 και ο τελευταίος στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ενάγουσας 1, του Ταμείου και ή της TOM Capital. Ουσιαστικά ισχυρίζεται πως η εργοδότηση του στη Foremost τερματίστηκε στις 27.3.14 και λίγο αργότερα η τελευταία του ζήτησε να παραιτηθεί, οπότε και αντιλήφθηκε ότι αν δεν το έπραττε η Foremost θα τερμάτιζε την εργοδότηση του. Μετά την αποχώρηση του Εναγομένου 12, τη θέση του ανέλαβε ο κ. M τον οποίο ο Εναγόμενος 11 βοήθησε πλήρως για μια ομαλή μετάβαση στην εταιρεία. Ο Εναγόμενος 11 ισχυρίζεται πως αφού πληροφορήθηκε για την Αγωγή στην Αλμπέρτα εναντίον του το 2017, ο δικηγόρος της Foremost άσκησε πίεση προς αυτόν για να συνεργαστεί με την εταιρεία και να δώσει πληροφορίες για τον Εναγόμενο 12 σε αντάλλαγμα τη διακοπή της Αγωγής εναντίον του. Σύμφωνα πάντα με τον Εναγόμενο 11, είχαν ήδη περάσει 3 ½ χρόνια από την αποχώρηση του από την εταιρεία, είχε συνταξιοδοτηθεί και δεν επιθυμούσε οποιαδήποτε εμπλοκή σε δικαστική διαδικασία. Ο Εναγόμενος 11 είχε αρκετές συναντήσεις και με τον JPG ο οποίος επίσης τον πίεζε να συνεργαστεί όμως ο Εναγόμενος 11 δεν δέχθηκε αυτόν τον εκβιασμό και αποφάσισε να προχωρήσει με καταχώριση υπεράσπισης και ανταπαίτησης στην Αγωγή εναντίον του αναφορικά με τον τερματισμό της εργοδότησης του. Ο Εναγόμενος 11 παραθέτει τα διάφορα διαδικαστικά διαβήματα στα πλαίσια της Αγωγής Chernyk, ήτοι αίτημα για λεπτομέρειες, προσεπίκληση τριτοδιαδίκου και καταχώριση ένορκων δηλώσεων αποκάλυψης αρχείων και αναφέρει ότι ούτε ο ίδιος ούτε και η Foremost εξετάστηκαν για σκοπούς αποκάλυψης. Ακολούθως ο Εναγόμενος 11, στηριζόμενος στη νομική συμβουλή της κας C, επεξηγεί γιατί η Αγωγή Chernyk έχει παραγραφεί αφού είχαν περάσει δύο έτη από την ημερομηνία που η Foremost έμαθε ή έπρεπε να είχε μάθει για την αξίωση της. Τέλος, ο Εναγόμενος 11 αρνείται κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς του JPG περί μη εγκεκριμένων αμοιβών και αναφέρει τα εξής: 1) Κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του ο Εναγόμενος 11 λάμβανε βασικό μισθό συν προμήθειες, αμοιβές για συμβουλευτικές υπηρεσίες κ.λπ. 2) Ο γενικός κανόνας ήταν ότι θα πληρωνόταν μόνο αν η Foremost λάμβανε το απαιτούμενο περιθώριο κέρδους, όπως καθοριζόταν στις συμβάσεις πωλήσεων. Όσα ποσά έλαβε ήταν εγκεκριμένα από τη Foremost, το Ταμείο ή την Tom Capital η οποία ήταν η τελική δικαιούχος του Ταμείου. 3) Όταν η Foremost κατάφερνε να διαπραγματευτεί με επιτυχία και να συνάψει σύμβαση πώλησης εξοπλισμού πετρελαιοφόρων, ο Εναγόμενος 11 ετοίμαζε ένα λογιστικό πίνακα ο οποίος παρουσίαζε τα ποσά που έπρεπε να καταβληθούν στη Foremost δυνάμει της σύμβασης και τα ποσά που έπρεπε να διανεμηθούν σε άλλα πρόσωπα, όπως έξοδα πρακτορεύσεων και μεσιτείας. Ως εκ τούτου διαφαίνεται ότι τα έξοδα πρακτορεύσεων και μεσιτείας ήταν γνωστά και εγκρίνονταν από τη Foremost. Μάλιστα, μόνο αφού η Foremost πληρωνόταν, καταβάλλονταν έξοδα πρακτορεύσεων και μεσιτείας. 4) Η Foremost γνώριζε ότι υπήρχαν εταιρείες σε αλλοδαπές δικαιοδοσίες προς διευκόλυνση των επιχειρήσεων της στο εξωτερικό και η Foremost ενέκρινε όλα τα ποσά που καταβάλλονταν στο εξωτερικό, αρνούμενος ότι ο ίδιος άνοιξε μυστικό λογαριασμό ή ότι υπήρχαν μη εγκεκριμένα ποσά. Ο Εναγόμενος 12 στη δική του ένορκη δήλωση, ισχυρίζεται ότι η Foremost τερμάτισε τη σύμβαση απασχόλησης του χωρίς αιτία στις 27.3.14 χωρίς να του καταβάλει αποζημίωση, η οποία περιλάμβανε αποζημίωση λόγω τερματισμού και επιπρόσθετες πληρωμές πριμ, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να καταχωρίσει την Αγωγή Breen. Σύμφωνα με νομική συμβουλή του δικηγόρου του, πιστεύει ότι η ανταπαίτηση καταχωρίστηκε για να τον εκφοβίσει και αποθαρρύνει από την προώθηση της απαίτησης του. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι ενήργησε καλή τη πίστη κατά τη διάρκεια των 14 ετών της απασχόλησης του στη Foremost και ότι στα πλαίσια της Αγωγής Breen, υπεβλήθη για συνολικά οκτώ μέρες σε αντεξέταση για σκοπούς αποκάλυψης, δεν έχουν υποβληθεί αιτήσεις για περαιτέρω έγγραφα ή εξέταση, πλην μιας αίτησης για συγκεκριμένο έγγραφο η οποία εκκρεμεί από το 2018, τα δικονομικά διαβήματα έχουν ολοκληρωθεί και η Αγωγή έχει οριστεί για ακρόαση μεταξύ 22.4-20.5.
- Ο Εναγόμενος 12 αναφέρεται σε ακόμα μια Αγωγή η οποία καταχωρίστηκε κατόπιν της ίδιας ακριβώς εκφοβιστικής στάσης της Foremost και η οποία τελικώς διευθετήθηκε με πολλή καθυστέρηση και κατόπιν καταβολής μεγάλου ποσού ως εξόδων. Ο Εναγόμενος 12 αποδίδει την προσεπίκληση του ως τριτοδιαδίκου στην Αγωγή Breen στην ίδια στάση της Foremost. Ο Εναγόμενος 12 ισχυρίζεται ότι η Foremost είχε συμβάσεις μεσιτείας πολύ πριν την απασχόληση του ιδίου εκεί και ότι ποτέ δεν απαιτείτο η έγκριση του Συμβουλίου για την πληρωμή εξόδων μεσιτείας παρόλο που αυτό ήταν σε γνώση του. Ο Εναγόμενος 12 ισχυρίζεται ότι όσα ποσά πληρώθηκαν αφορούν νόμιμες υπηρεσίες και αρνείται οποιαδήποτε γνώση ή ανάμειξη με τις εταιρείες Alpheus, Sky, Willer και Eco. Αναγνωρίζει ότι ο Εναγόμενος 11 κατείχε και ήλεγχε την Εναγομένη 8 και ότι ο ίδιος κατείχε και ήλεγχε μόνο την Εναγομένη 13 στην οποία κατατέθηκαν μόνο τα προαναφερόμενα ποσά προμηθειών πριμ. Αναφέρει ακόμα πως δεν έχει οποιαδήποτε εμπορική σχέση με τις Εναγόμενες τράπεζες και τους Εναγόμενους 2 και
- Ακολούθως ο Εναγόμενος 12 σχολιάζει κάθε ισχυρισμό της ένορκης δήλωσης του JPG, ισχυριζόμενος ότι η Alpheus και η Sky λειτουργούσαν ως πράκτορες της Foremost δυνάμει σύμβασης χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει ή εμπλέκεται και ότι η παρούσα Αίτηση υποβάλλεται καταχρηστικά και θα πρέπει να απορριφθεί. Η LYP, δικηγόρος στην Αλμπέρτα, στη δική της ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των Εναγομένων 8 και 11-13, κατ΄ αρχάς δηλώνει ότι δεν έχει οποιαδήποτε ανάμειξη με τις δύο Αγωγές στην Αλμπέρτα. Ακολούθως ισχυρίζεται ότι από τη στιγμή που η Foremost δεν πληροί το κριτήριο της μη ύπαρξης άλλης διαθέσιμης πηγής πληροφοριών στην Αλμπέρτα, τότε δεν πληροί αυτό το κριτήριο ούτε και στην Κύπρο. Η LYP επαναλαμβάνει ότι, από τη στιγμή που οι αιτούμενες πληροφορίες προορίζονται για χρήση στα Δικαστήρια της Αλμπέρτα, ο πιο εφαρμόσιμος τρόπος απόκτησης τους είναι με ερωτήσεις προς τους ίδιους τους Εναγόμενους κατά τη διαδικασία αποκάλυψης στην Αλμπέρτα. Η LYP εξηγεί πως η Αγωγή Breen έχει ήδη οριστεί για ακρόαση και επομένως θεωρείται ότι οι εκεί Εναγόμενες - Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσες γνωρίζουν όλα τα στοιχεία τα οποία σκοπεύουν να προσκομίσουν στη δίκη. Παραθέτει όλα τα έγγραφα που έχουν καταχωριστεί στην Αγωγή Chernyk για να καταδείξει ότι και σε αυτή η Foremost κατέχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία και πληροφορίες ενώ ισχυρίζεται ότι εκκρεμεί ακόμα η διαδικασία αποκάλυψης εναντίον του Chernyk και επομένως τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης δεν είναι απαραίτητα. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του JPG, η οποία καταχωρίστηκε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, αναφέρει ότι μετά από μεγάλες προσπάθειες κατάφερε να έχει τηλεφωνικές συνομιλίες με τον Εναγόμενο 11, ο οποίος παραδέχθηκε τη συμμετοχή του στις εν λόγω οντότητες, ότι έλαβε όλες τις οδηγίες απ΄ ευθείας από τον Εναγόμενο 12 και ότι αντιλαμβανόταν πως το Διοικητικό Συμβούλιο της Foremost γνώριζε για αυτές τις συναλλαγές. Τα ποσά στα οποία αναφέρθηκε δεν συμφωνούσαν σε κάθε τηλεφωνική επικοινωνία ούτε και με τα αρχεία της Foremost, δεν τα εξήγησε λεπτομερώς και παρόλο που ανέλαβε να το πράξει εντούτοις ουδέποτε επανήλθε επί αυτού. Μάλιστα ο Εναγόμενος 11 του αποκάλυψε ότι παραιτήθηκε λίγο μετά την παραίτηση του Εναγομένου 12 επειδή δεχόταν ερωτήσεις για τις προσβαλλόμενες συναλλαγές, οντότητες και λογαριασμούς. Ο JPG δέχεται ότι αν ο Εναγόμενος 11 συνεργαζόταν και έδινε τα αρχεία με τις συναλλαγές, τότε δεν θα κινούσαν αγωγή εναντίον του και θα σύναπταν συμφωνία απαλλαγής του για προστασία του, όμως μετά από καθυστέρηση ο Εναγόμενος 11 αρνήθηκε να συνεργαστεί. Ο JPG αναφέρεται σε τηλεφώνημα μεταξύ τους στις 28.2.19 όταν ο Εναγόμενος 11 του είπε ότι από ποσό εκ US$235.000, ποσά εκ US$100.000 και US$30.000 πήγαν μυστικά στον Εναγόμενο 12 και ότι υπάρχουν έγγραφα αλλά αρνήθηκε να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες. Την παραλαβή ποσού εκ US$30.000 αποκάλυψε και ο Εναγόμενος 2 ο οποίος μάλιστα αναγνώρισε την απ΄ ευθείας πληρωμή ποσών στους Εναγόμενους 11 και 12 και δήλωσε ότι θα έδειχνε στο γραφείο του αυτά τα στοιχεία σε εκπροσώπους της Foremost. Σε συζήτηση μεταξύ του JPG και του Εναγομένου 11 για τις νομικές διαδικασίες στην Κύπρο, ο Εναγόμενος 11 φοβόταν για τη σωματική του ακεραιότητα, κάτι το οποίο ο JPG θεωρεί τέχνασμα του για να εκφοβίσει τους ανθρώπους στη Foremost για να μην καταχωρίσουν την παρούσα Αγωγή στην Κύπρο. Ο JPG ισχυρίζεται επίσης πως το Διοικητικό Συμβούλιο της Foremost γνώριζε για τη συμβατική συμμετοχή τρίτων εκπροσώπων πωλήσεων στη Ρωσία, όμως δεν είχαν πληροφόρηση ότι αυτές οι οντότητες ελέγχονταν από τον Εναγόμενο 11 και ότι γίνονταν πληρωμές προς τους Εναγόμενους 11 και
- Αυτό ήταν ένα ενορχηστρωμένο σχέδιο των δύο αυτών Εναγομένων ούτως ώστε να λαμβάνουν πρόσθετη και μη εξουσιοδοτημένη αποζημίωση. Ο JPG απορρίπτει και τον ισχυρισμό περί παραγραφής, λέγοντας ότι ο χρόνος ξεκινά από την ημερομηνία εντοπισμού της ζημιάς και ότι γνώριζαν κάποια στοιχεία περί τον Νοέμβριο του 2015 τα οποία συμπεριλήφθηκαν στη διαδικασία αποκάλυψης στην Αγωγή Breen και σταδιακά αποκαλύπτονταν στοιχεία, κυρίως από το 2016 μέχρι και το 2017, στα πλαίσια της δίκης εναντίον του Breen και σε συνομιλίες με τους Εναγόμενους 2 και 11, εξ ου και τον Μάιο του 2017 κινήθηκε η Αγωγή Chernyk. Επεξηγεί πως η Αγωγή Chernyk δεν έχει παραγραφεί ενώ για την Αγωγή Breen δεν τίθεται θέμα παραγραφής όπου καταχωρείται ανταπαίτηση. Τέλος, ο JPG αντικρούει τους ισχυρισμούς περί καθυστέρησης και ή κατάχρησης ως προς την υποβολή της παρούσας Αίτησης. Ισχυρίζεται ακόμα πως η Foremost εξάντλησε όλες τις ουσιαστικές δυνατότητες για λήψη αρχείων, καθότι οι Εναγόμενοι 11 και 12 στις αντίστοιχες διαδικασίες στην Αλμπέρτα αρνήθηκαν ότι συνδέονται με τις υπό κρίση συναλλαγές οντότητες και λογαριασμούς και σε αυτή τη βάση δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε αρχεία. Και ο Εναγόμενος 2 καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, στην οποία βασικά αρνείται και απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι ο ίδιος είπε για την παραλαβή ποσού εκ US$30.000 από τον Εναγόμενο 12, αγνοεί κατά πόσο οι Εναγόμενοι 11 και 12 έλαβαν χρήματα και απορρίπτει ότι δέχθηκε να δείξει οποιαδήποτε έγγραφα ή ότι αναγνώρισε λήψη χρημάτων από τον Εναγόμενο
- Αντιθέτως ισχυρίζεται ότι τους αρνήθηκε να αποκαλύψει τραπεζικούς λογαριασμούς και τους προέτρεψε να ακολουθήσουν τη δικαστική οδό. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δικηγόροι όλων των πλευρών. ΙΙ. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση αίτηση αφορά σε διατάγματα αποκάλυψης τα οποία εκδίδονται με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας και τα οποία έχουν καθιερωθεί μέσα από τις Αγγλικές αποφάσεις Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners of Customs & Excise
(1973)2 All E.R. 943 και Banker's Trust v. Shabira
(1980)1 W.L.R. 1274. Οι εν λόγω αποφάσεις έχουν υιοθετηθεί και εφαρμοστεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε αριθμό αποφάσεων, στις οποίες αναγνωρίστηκε ότι για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν τόσο οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου όσο και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις έκδοσης των διαταγμάτων αποκάλυψης. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά.
(2012)1(B) Α.Α.Δ. 1403. Όπως είναι καθιερωμένο, το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R. 557, το θέμα δεν τελειώνει εδώ, και το Δικαστήριο πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο αποτελεί την κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντα στην αγωγή. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ.
- Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
- Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Χάρη Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. Η φιλοσοφία πίσω από την αναγκαιότητα διάπλασης και συνεχούς εξέλιξης του δικαίου, μέσα από τις αρχές της επιείκειας, για την αντιμετώπιση των απαιτήσεων της ραγδαία αναπτυσσόμενης επιχειρηματικής και οικονομικής δραστηριότητας τόσο τοπικώς αλλά και διεθνώς, όπως αυτή προκύπτει μέσα από την έκδοση των διαταγμάτων αποκάλυψης γνωστών ως Norwich Pharmacal, αναλύεται με ιδιαίτερη λεπτομέρεια στην απόφαση στην προαναφερθείσα υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά. (ανωτέρω). Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως ήταν τότε, κ. Ναθαναήλ, το οποίο περιέχει καθοδηγητική σύνοψη των νομικών αρχών που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων: «Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan
(1871)L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε ένα άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω - , η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd
(1997)1 WLR 1309. Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela
(1994)Q.B. 366). Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc
(2003)EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: «(
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(
- i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ΄ ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
- ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» ΙΙΙ. Νομότυπο Ενόρκων Δηλώσεων Εναγομένων 11 και 12 και LYP Το πρώτο ζήτημα το οποίο χρήζει εξέτασης είναι το νομότυπο των ενόρκων δηλώσεων των Εναγομένων 11 και 12 και της LYP που συνοδεύουν την ένσταση των Εναγομένων 8 και 11-13. Αυτό ηγέρθη υπό μορφή προδικαστικής ένστασης στα πλαίσια της αγόρευσης του δικηγόρου των Εναγουσών, ήτοι πως αυτές δεν μπορούν να ληφθούν υπόψιν καθότι οι ενόρκως δηλούντες οι οποίοι είναι Καναδοί διαμένοντες στον Καναδά, δεν ορκίστηκαν ενώπιον Προξενείου της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά ενώπιον Πιστοποιούντος Υπαλλήλου. Η Δ.39 θ.17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διέπει το ζήτημα των ενόρκων δηλώσεων και προνοεί τα ακόλουθα: «Any affidavit, declaration or affirmation may be sworn or taken in Great Britain, Ireland or the Channel Islands or in any British Colony, Possession, Protectorate or Mandated Territory or other place under the dominion of Her Majesty in foreign parts before any Court, Judge, notary public, or person lawfully authorized to administer oaths in any such Colony, Possession, Protectorate, Mandated Territory or other place under the dominion of Her Majesty, or may be sworn or taken before any of Her Majesty's Consuls or Vice-Consuls in any foreign parts outside Her Majesty's Dominions, and the Judges and other officers of the Cyprus Courts shall take judicial notice of the seal or signature as the case may be of any such Court, Judge, notary public, person, Consul or Vice-Consul appended or subscribed to any such affidavit, declaration or affirmation or to any other document, and shall allow the same as regards its form to be used in a Cyprus Court without further proof but subject always as regards admissibility of its contents to the Rules of evidence.» Η εφαρμογή της εν λόγω δικονομικής πρόνοιας μετά την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση General Engineering Co. Ltd. v. Seddon Atkinson Vehicles Ltd
(1975)1 C.L.R. 278, η οποία αφορούσε αίτηση για παράταση χρόνου καταχώρισης αίτησης για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος. Η αίτηση συνοδευόταν από ένορκη δήλωση η οποία είχε γίνει ενώπιον Πιστοποιούντος Υπαλλήλου στην Αγγλία και όχι ενώπιον Δικαστηρίου στην Κύπρο. Οι εφεσείοντες υποστήριξαν πως η αίτηση είχε εγκριθεί παράτυπα καθότι δεν συνοδευόταν από έγκυρη και νομότυπη ένορκη δήλωση. Το Εφετείο αποφάσισε ότι παρά την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας και του ότι ανήκει στην Κοινοπολιτεία, δεν υπήρχε οτιδήποτε που να οδηγεί στην παύση ισχύος της εν λόγω δικονομικής πρόνοιας ή στη διαμόρφωση της, ούτως ώστε αυτή να μην εξακολουθεί να ισχύει ως έχει. Για σκοπούς της παρούσας είναι χρήσιμη η ανάλυση του θ.17 ως εξής: «We revert now to the application, in the circumstances of the present case, of the said rule 17: It is to be noted that it relates, in effect, to three different categories of documents executed outside Cyprus; first, it renders receivable, as validly sworn, an affidavit, declaration or affirmation sworn or taken in Great Britain, Ireland or the Channel Islands; secondly, it makes similar provision in relation to an affidavit, declaration or affirmation in any British Colony, Possession, Protectorate or Mandated Territory or other place under the dominion of "Her Majesty in foreign parts", and it is only in relation to this second category of documents that it is mentioned that the oath is to be taken before a Court, judge, notary public, or otherwise lawfully authorised person; and, thirdly, it covers likewise affidavits, declarations or affirmations sworn in "any foreign parts" before a Consul or Vice-Consul. We leave open the question as to what would have been the position now, when Cyprus is an independent State, if the affidavit before us had belonged to either of the latter two, out of the three aforementioned, categories of documents. We are only concerned with the first of such categories, to which this affidavit clearly belongs; and we find that it is not inconsistent with our Constitution, and, in particular, with the status of Cyprus as an independent State, to continue to have in our Civil Procedure Rules a provision, such as that in the first part of rule 17, to the effect that an affidavit is receivable as valid if sworn in Great Britain, Ireland or the Channel Islands (in which, of course, is included England).» Στο πιο πάνω απόσπασμα περιέχεται μεν η ανάλυση του Εφετείου ως προς το πεδίο και τον τρόπο εφαρμογής της Δ.39 θ.17, χωρίς όμως να αποτέλεσε αντικείμενο της εν λόγω απόφασης το νομότυπο ένορκης δήλωσης η οποία γίνεται σε άλλη ξένη χώρα, όπως η υπό κρίση περίπτωση. Διαφαίνεται πως σε τέτοια περίπτωση η ένορκη δήλωση θα πρέπει να γίνεται ενώπιον Προξενείου, κάτι το οποίο σαφώς δεν έχει συμβεί στην παρούσα περίπτωση. Αξίζει να σημειωθεί όμως η παρατήρηση του Εφετείου πως η ένορκη δήλωση, αντικείμενο της εν λόγω υπόθεσης, κρίθηκε ως νομότυπη αλλά πως σε περίπτωση που αυτή θεωρείτο μη νομότυπη, το θέμα θα θεωρείτο ως απλή παρατυπία θεραπεύσιμη με βάση τη Δ.64 και χωρίς οποιαδήποτε ιδιαίτερη σημασία. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «We do not think that there has actually occurred any irregularity in a matter of substance in relation to the filing of the application to set aside the writ of summons; and, in any event, an irregularity, in this respect, could be treated, under Order 64 of the Civil Procedure Rules, as being of no real significance. The basic reason for reaching such a view is the fact that, strictly speaking, no extension was necessary for the purpose of filing the application to set aside the writ of summons. . In the present case it is quite obvious from the whole conduct of the respondents, including the aforesaid applications for extension of time and the reasons given for them, that they never waived their objection to the jurisdiction of the court below.» Ο δικηγόρος των Εναγουσών αναφέρθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Ε. Philippou Ltd. v. Littner Hampton Ltd.
(1984)1 C.L.R. 716, στην οποία αποφασίστηκε ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας ως αυτοί ίσχυαν κατά την ημερομηνία λειτουργίας του Συντάγματος και μέχρι την τροποποίηση, προσθήκη ή κατάργηση τους από οποιονδήποτε νόμο δυνάμει του Συντάγματος, παραμένουν σε ισχύ με τις αναγκαίες διαφοροποιήσεις ως αυτές είναι αναγκαίες για να συνάδουν με το Σύνταγμα. Σε αυτό το πλαίσιο κρίθηκε ότι η Δ.6 θ.6, εκεί όπου αναφέρεται σε μη Άγγλο υπήκοο, να αναφέρεται σε μη Κύπριο υπήκοο. Ακόμα και σε περίπτωση που ήθελε εφαρμοστεί η ίδια αρχή ούτως ώστε η Δ.39 θ.17 να διαβάζεται με την αντικατάσταση της Αγγλίας με την Κύπρο, θεωρώ ότι η πιστοποίηση των τριών ενόρκων δηλώσεων από Πιστοποιούντα Υπάλληλο και όχι ενώπιον του Προξενείου, δεν καθιστά αυτές άκυρες αλλά ότι πρόκειται για παρατυπία θεραπεύσιμη δυνάμει της Δ.64. Είναι σημαντικό να λεχθεί πως η εν λόγω δικονομική πρόνοια δεν επιβάλλει υποχρέωση όπως οι εν λόγω ένορκες δηλώσεις να γίνονται με τον τρόπο που περιγράφεται σε αυτή αλλά πως παρέχει τη δυνατότητα να γίνονται με αυτόν τον τρόπο εξ ου και χρησιμοποιείται η λέξη «may» και όχι η επιτακτική λέξη «shall». Πριν την τροποποίηση της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τα Δικαστήρια προέβαιναν στη διάκριση μεταξύ άκυρης και απλά παράτυπης διαδικασίας. Με την τροποποίηση της Δ.64 μέσω του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1995, επήλθε η κατάργηση αυτής της διάκρισης. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366, οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία δύναται να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.64 η οποία παρέχει διακριτική ευχέρεια διάσωσης στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση θεωρούντο άκυρα. Στην εν λόγω υπόθεση οι εφεσείοντες παρέλειψαν να στηρίξουν την αίτηση παρακοής στο άρθρο 42 του Ν.14/60 ενώ περιέλαβαν στη νομική βάση αυτής τη Δ.42Α. Το Εφετείο επισήμανε ότι το άρθρο 42 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τη χορήγηση της επίδικης θεραπείας και η Δ.42Α το δικονομικό δίκαιο, και επικαλούμενο την υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 και το επιτακτικό λεκτικό της Δ.48 θ.1, θεώρησε ότι η επίκληση του άρθρου 42 ήταν επιβεβλημένη για την έγκυρη στοιχειοθέτηση της επίδικης αίτησης. Το Εφετείο έθεσε τα κριτήρια με βάση τα οποία το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο θα θεραπεύσει τέτοια παρατυπία στο ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Στην κρινόμενη περίπτωση πρόκειται απλώς για μη συμμόρφωση με τους θεσμούς - την Δ.48 θ.
- Δεν πρόκειται για ουσιώδη ή θεμελιώδη παράλειψη ούτε για παραβίαση βασικών νομικών αρχών. Ακολουθεί πως η σημειωθείσα παράλειψη ισοδυναμεί με παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη. Πώς όμως επιτυγχάνεται η θεραπεία και μάλιστα σε περιπτώσεις, όπως η παρούσα, όπου η άλλη πλευρά δεν έχει εγείρει θέμα ακυρότητας ή παρατυπίας; Και ποιοί είναι οι παράγοντες που ασκούν επιρροή στην άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου όταν εξετάζει τα ζητήματα παρατυπίας; Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520, 521,
- Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 - και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
- Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
- Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
- Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
- Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
- Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον".» Τελικώς αποφασίστηκε ότι η εν λόγω παράλειψη ήταν παρατυπία η οποία μπορούσε να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.
- Το Εφετείο έλαβε υπόψιν το γεγονός ότι η άλλη πλευρά δεν υπέστη δυσμενή επηρεασμό καθότι έλαβε μέρος στη διαδικασία χωρίς να είχε εγείρει θέμα παρατυπίας. Η υπόθεση Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Aρ. 2)
(2009)1(Α) Α.Α.Δ 356, η οποία αφορούσε παράλειψη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες της Δ.2 θ.10, περιέχει επίσης χρήσιμη ανάλυση για τον σκοπό και τον τρόπο εφαρμογής της Δ.64 στο ακόλουθο απόσπασμα: «Ο σκοπός της νέας Δ.64 είναι η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ άκυρου και αντικανονικού μέτρου, εξισώνοντας έτσι κάθε μορφή παρέκκλισης από τους θεσμούς με αντικανονικότητα δυνάμενη να θεραπευθεί. Το θέμα παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου .. Η θεραπεία αυτή επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και η οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους Θεσμούς θα πρέπει να αντιμετωπίζεται έγκαιρα. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στη λήψη διορθωτικών μέτρων, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος που αναλαμβάνει ο αιτητής να πείσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελός του. ..» Είναι λοιπόν φανερό ότι σε περιπτώσεις που πριν την τροποποίηση της Δ.64 το δικαστήριο, με βάση τη νομολογία που ίσχυε τότε, ήταν υπόχρεο να καταλήξει ότι κάποια παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς οδηγούσε σε ακυρότητα, με τη νέα Δ.64 έχει διακριτική εξουσία να θεωρήσει την μη συμμόρφωση ως απλή παρατυπία, που δεν οδηγεί κατ' ανάγκη σε ακυρότητα.» Η εν λόγω δικονομική πρόνοια έτυχε εξέτασης και στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα, Πολ. Έφ. Ε21/13, ημ. 11.11.
- Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, αρχικά επισημαίνω ότι η Δ.64 περιλαμβάνεται στη νομική βάση της ένστασης των Εναγομένων 8 και 11-
- Επιπλέον, με βάση το λεκτικό της Δ.39 θ.17, από τη στιγμή που οι ένορκες δηλώσεις έγιναν ενώπιον προσώπου το οποίο κατέχει μια επίσημη ιδιότητα και μάλιστα περιλαμβάνεται στη Δ.39 θ.17 ως αρμόδιο για να πιστοποιεί ένορκες δηλώσεις, το γεγονός ότι αυτές δεν έγιναν σε Προξενείο αποτελεί καθαρά τυπικό ζήτημα το οποίο ουδόλως επηρεάζει την εγκυρότητα των ενόρκων δηλώσεων. Επιπρόσθετα το Δικαστήριο θεωρεί ότι αυτό δεν επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα των Εναγουσών οι οποίες προωθούν την Αίτηση τους, μάλιστα καταχώρισαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση εις απάντηση των ισχυρισμών των εν λόγω ενόρκως δηλούντων Εναγομένων 11 και 12, χωρίς προηγουμένως να θέσουν ζήτημα για το μη νομότυπο αυτών των ενόρκων δηλώσεων, και είχαν κάθε δυνατότητα να προβάλουν τις θέσεις τους επί των ισχυρισμών αυτών και γενικότερα όλων των ζητημάτων που αφορούν την υπό κρίση Αίτηση τους. Τέλος, η υπόθεση Ανδρέας Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ κ.ά. v. Arizona Trading Co. Ltd.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1354, στην οποία παρέπεμψε ο δικηγόρος των Εναγουσών, σαφώς διαχωρίζεται από την υπό κρίση περίπτωση καθότι εκεί δεν υπήρχε καν βεβαίωση από τον Πρωτοκολλητή ως προς την ένορκη δήλωση, καθιστώντας το έγγραφο χωρίς αποδεικτική αξία. Στην προκειμένη περίπτωση, υπάρχει βεβαίωση τρίτου προσώπου και δη Πιστοποιούντος Υπαλλήλου πως η ένορκη δήλωση έγινε ενώπιον του και η ιδιότητα του οποίου ουδέποτε αμφισβητήθηκε. Ως εκ τούτου θεωρώ αυτή την παράλειψη ως απλή παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη με την έκδοση σχετικού διατάγματος άρσης της παρατυπίας, το οποίο και εκδίδεται, δυνάμει της Δ.64 και σύμφωνα με την υπόθεση Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου (ανωτέρω). IV. Ταυτόσημες Αιτούμενες Θεραπείες στην Αίτηση και στην Αγωγή Η νομική αρχή που καθιερώθηκε στην υπόθεση Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners of Customs & Excise (ανωτέρω) αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής, η οποία μπορεί να προωθηθεί με αγωγή, όπως και έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Εδώ είναι κατάλληλο στάδιο για να εξεταστεί ο λόγος ένστασης πως οι αιτούμενες με την Αίτηση θεραπείες είναι πανομοιότυπες με τις θεραπείες που ζητούνται με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο. Αυτό το θέμα έτυχε εξέτασης στην υπόθεση Avila Management (ανωτέρω) στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τέθηκε επίσης ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ' αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015).» Η ίδια νομική προσέγγιση παρατηρείται και στη μεταγενέστερη υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.ά. v. Abramchyk κ.ά.
(2014)1(A) Α.Α.Δ. 118. Στην εν λόγω υπόθεση γίνεται παραπομπή στις Parico Aluminium Designs v. Muskita Aliminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 A.A.Δ. 2015 και Κουνούνα ν. F & A Simonos Ltd
(2002)1(Β) A.A.Δ. 1361, στις οποίες λέχθηκε πως το ζήτημα παροχής ταυτόσημων θεραπειών με την αγωγή, δεν αποκλείεται και πως αυτό πάντοτε εξετάζεται ως προς τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και αποτελεί ζήτημα ειδικών περιστάσεων. Με γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές και με βάση τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, το Δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει πως το γεγονός ότι οι αιτούμενες με την Αίτηση θεραπείες είναι ταυτόσημες με τις θεραπείες που ζητούνται με την Αγωγή απαγορεύει και αποκλείει αφ΄ εαυτού τη χορήγηση τους στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο και δεν θα αποτελούσε λόγο για τη μη έγκριση της Αίτησης. V. Σοβαρό Ζήτημα προς Εκδίκαση Με βάση το περιεχόμενο της γενικής οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος, καθώς και της ένορκης δήλωσης του JPG, διαφαίνεται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, το οποίο έγκειται ακριβώς στη φύση της Αγωγής και στο κατά πόσο δικαιολογούνται τα διατάγματα και αφορά ένα πλέγμα αριθμού εταιρειών, πληρωμών, εγγράφων, τραπεζικών λογαριασμών και άλλων στοιχείων. VI. Ορατή Πιθανότητα Επιτυχίας - Αδικοπραξία Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, διαφαίνεται πως βασικός ισχυρισμός του JPG είναι ότι οι Εναγόμενοι 11 και 12, εκμεταλλευόμενοι την εργοδότηση και επαγγελματική τους ιδιότητα και σχέση με τον όμιλο Foremost και στα πλαίσια παροχής από τρίτους υπηρεσιών προς τον όμιλο, ίδρυσαν εταιρείες στην Κύπρο και στο εξωτερικό οι οποίες τους ανήκαν και ή τις έλεγχαν και στις οποίες διοχέτευαν μη εγκεκριμένες αμοιβές για υπηρεσίες οι οποίες είτε παρέχονταν είτε δεν παρέχονταν προς τον όμιλο. Σύμφωνα με τον JPG, τέτοιες εταιρείες είναι οι Εναγόμενες 1, 8-10 και 13 κάποιες εκ των οποίων χρησιμοποιούνταν για αυτόν τον σκοπό μέσω των Εναγομένων 2-
- Στοιχεία τέτοιων μη εγκεκριμένων αμοιβών παρέχονται στην ένορκη δήλωση του JPG ως επίσης περιγράφονται και στην έκθεση απαίτησης στην Αγωγή Chernyk στον Καναδά. Οι Εναγόμενοι 2 και 4 αναγνωρίζουν την ύπαρξη των εν λόγω εταιρειών ενώ η περιγραφή από τον Εναγόμενο 2 του τρόπου λειτουργίας και συναλλαγών του ομίλου Foremost αποκαλύπτει τη σύσταση και ύπαρξη εταιρειών σε διάφορες δικαιοδοσίες και οι οποίες λάμβαναν προμήθεια για υπηρεσίες παρασχεθείσες προς τον όμιλο, χωρίς όμως η ταυτότητα τους να ήταν γνωστή προς τον όμιλο. Υπενθυμίζεται ότι ο Εναγόμενος 2 αναγνώρισε πως οι Εναγόμενες 1 και 9 είναι φίλιες εταιρείες στις οποίες πληρώθηκαν χρήματα μέσω του λογαριασμού πελατών της Εναγομένης 3 και ότι η τελευταία ήλεγχε τις φίλιες εταιρείες. Ο Εναγόμενος 12 επίσης αναγνώρισε ότι οι Εναγόμενες 1 και 9 λειτουργούσαν ως πράκτορες της Foremost. H Εναγομένη 4 δέχεται την πληρωμή προς την Εναγομένη 9 μέσω του λογαριασμού πελατών της Εναγομένης
- Ο Εναγόμενος 11 με τη σειρά του επιβεβαίωσε πως τα ποσά πρακτορεύσεων και μεσιτείας ήταν γνωστά και εγκρίνονταν από τη Foremost προσθέτοντας ότι αυτός παρέδιδε τα στοιχεία στο Συμβούλιο του ομίλου μέσω πινάκων τους οποίους ετοίμαζε ο ίδιος. Ο Εναγόμενος 12 παρουσιάζει μια κάπως διαφοροποιημένη θέση, ήτοι πως ουδέποτε απαιτείτο η έγκριση του Συμβουλίου για την πληρωμή εξόδων μεσιτείας παρόλο που αυτό ήταν σε γνώση του. Υπενθυμίζεται επίσης ότι υπάρχουν και αντιφατικοί ισχυρισμοί μεταξύ των Εναγομένων αναφορικά με τη σχέση των Εναγομένων 11 και 12 με τις Εναγόμενες 1 και 8-
- Ο Εναγόμενος 11 παραδέχεται ότι υπήρχαν εταιρείες σε αλλοδαπές δικαιοδοσίες προς διευκόλυνση των επιχειρήσεων της Foremost στο εξωτερικό και στις οποίες πληρώθηκαν ποσά και ο Εναγόμενος 12 παραδέχεται ότι ελέγχει την Εναγομένη 13 στην οποία πληρώθηκαν ποσά. Πέραν των ως άνω ισχυρισμών και παρά την άρνηση των Εναγομένων 11 και 12 ως προς τη λήψη μη εγκεκριμένων αμοιβών και την αναφορά τους σε καταπιεστική και εκβιαστική στάση του ομίλου, εντούτοις για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι Ενάγουσες έχουν προσφέρει τέτοια μαρτυρία η οποία τείνει να καταδείξει αδικοπραξία εις βάρος των Εναγουσών μέσω της παράβασης συμφωνίας εργοδότησης, παράβασης καθήκοντος επιμέλειας και εμπιστοσύνης και αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ακόμα και σε περίπτωση που ήταν σε γνώση του Συμβουλίου της Foremost η σύναψη συμβολαίων μεσιτείας με τρίτες εταιρείες, η ταυτότητα των οποίων ήταν άγνωστη σε αυτό, εντούτοις αυτό δεν συνεπάγεται από μόνο του πως οι πληρωμές αφορούσαν νόμιμες και εγκεκριμένες αμοιβές και για υπηρεσίες οι οποίες είχαν όντως παρασχεθεί. Όπως διατείνεται ο JPG, η αμοιβή των Εναγομένων 11 και 12 ήταν συμφωνημένη και καθορισμένη και αυτοί, χρησιμοποιώντας και καταχρώμενοι την ιδιότητα τους, σχεδίασαν το ως άνω περιγραφόμενο σχέδιο με τις φαινομενικές πληρωμές αντιπροσώπων χωρίς την έγκριση του Συμβουλίου της Foremost και μη εγκεκριμένων αμοιβών και με απώτερο σκοπό την αποκόμιση περισσότερου κέρδους και εις βάρος των Εναγουσών και κατά παράβαση των εργασιακών τους καθηκόντων και των καθηκόντων επιμέλειας και εμπιστοσύνης. Εδώ χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση United Co Rusal plc and others v. HSBC Bank plc
(2011)EWHC 404 (QB), στην οποία υιοθετήθηκε η αρχή που αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Bols Distileries BV v. Superior Yacht Services Ltd
(2007)1 W.R.L.12, ότι δηλαδή το κριτήριο είναι κατά πόσον ο ενάγων έχει πολύ καλύτερο επιχείρημα («a much better argument») από τον εναγόμενο. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Disclosure of Information, Norwich Pharmacal and Related Principles, των Bushell και Moore, έκδοση 2013, σελ. 107, παρ. 8.5, η υπόθεση Rusal είναι η πρώτη και μοναδική πρόσφατη υπόθεση η οποία πραγματεύεται το επίπεδο απόδειξης αναφορικά με την αδικοπραξία και στην οποία καθιερώθηκε το κριτήριο της ύπαρξης καλής συζητήσιμης υπόθεσης («good arguable case») συνδεόμενης με την προβολή του καλύτερου επιχειρήματος. Παρόλο που κάποιοι από τους ισχυρισμούς του JPG έχουν αντικρουστεί από τους Καθ΄ ων η Αίτηση, εντούτοις το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι Ενάγουσες έχουν προσκομίσει μαρτυρία η οποία στο σύνολο της δεικνύει ότι έχει καλή συζητήσιμη υπόθεση. Τονίζεται δε ότι οι πράξεις που αποδίδονται στους αδικοπραγούντες αφορούν στην παροχή ή μη υπηρεσιών προς τον όμιλο Foremost, στη σύναψη διαφόρων συμφωνιών πώλησης και προμήθειας, στην ίδρυση εταιρειών και στη διοχέτευση προς αυτές μη εγκεκριμένων αμοιβών προς όφελος των αδικοπραγούντων και εις βάρος των Εναγουσών, σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία εκ μέρους των Εναγουσών. Οι δε Εναγόμενοι αναγνωρίζουν την ύπαρξη συμφωνιών και την πληρωμή προμηθειών καθώς επίσης και τη σχέση των Εναγομένων 11 και 12 με τις συμφωνίες και την πληρωμή ως επίσης και με κάποιες Εναγόμενες εταιρείες στις οποίες έχουν καταβληθεί ποσά, ενώ προβάλλουν αντιφατικούς ισχυρισμούς ως προς τη σχέση τους με κάποιες των εταιρειών και ως προς τον τρόπο λειτουργίας αυτού του τρόπου εργασιών του ομίλου Foremost. VII. Ανάμειξη των Εναγομένων στην Αδικοπραξία Όπως έχει αναγνωριστεί στις υποθέσεις British Steel Corp. v. Granada Television Ltd
(1981)1 All E.R. 417 και Harrington v. North Polytechnic
(1984)3 All E.R. 666, αγωγή για διατάγματα αποκάλυψης δύναται να εγερθεί εναντίον των προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω και αν οι ίδιοι δεν έχουν προσωπική ευθύνη. Σύμφωνα με την υπόθεση Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)UKHL 29, η δικαιοδοσία έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal δεν εξαρτάται από το κατά πόσο το διάταγμα στρέφεται εναντίον του αδικοπραγούντος ή παραβάτη των συμβατικών του υποχρεώσεων. Είναι ικανοποιητικό να αποδειχθεί ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται το διάταγμα έλαβε μέρος ή αναμίχθηκε στην παράνομη πράξη η οποία συνιστά τη βάση της αίτησης για αποκάλυψη. Στο σύγγραμμα Disclosure of Information, Norwich Pharmacal and Related Principles, των Bushell και Moore, έκδοση 2013, σελ. 97-101, παρ. 8.1-8.2, γίνεται μια διαφωτιστική ανάλυση των υποθέσεων Norwich Pharmacal και Ashworth και άλλων, με ιδιαίτερη έμφαση στην Ashworth ως την αυθεντία αναφορικά με το θέμα της ανάμειξης («involvement»). Η τελική κατάληξη είναι πως αποδίδεται ευρεία ερμηνεία στον όρο «ανάμειξη», ο οποίος δεν περιορίζεται μόνο σε ανάμειξη στην ίδια την αδικοπραξία αλλά και σε μια αλυσίδα γεγονότων τα οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την αδικοπραξία. Εξ ου και έχει κριθεί, μεταξύ άλλων, ικανοποιητική η ανάμειξη δικηγορικού γραφείου το οποίο εμπλέκεται στη σύσταση και εγγραφή μιας τελικής εταιρείας («target company») και το οποίο επιθεωρεί έγγραφα προς τον σκοπό αυτό (Kalmneft
(2002)1 Lloyd's Rep. 417), δικηγορικού γραφείου το οποίο εμπλέκεται στην ετοιμασία εγγράφων τα οποία (εν αγνοία του δικηγόρου) αποτελούν μέρος της αδικοπραξίας (Rusal, ανωτέρω), και του προμηθευτή υπηρεσιών διαδικτύου ο οποίος προμήθευσε τον λογαριασμό που χρησιμοποιήθηκε για ισχυριζόμενες αδικοπραξίες (Media CAT v. Adams
(2011)EWPCC 6). Γίνεται επίσης παραπομπή σε άλλες δικαιοδοσίες, στις οποίες παροχέας υπηρεσιών γραμματέως σε εταιρεία κρίθηκε ότι είχε ανάμειξη στις αδικοπραξίες της εταιρείας (Secilpar v. Fiduciary Trust (200-04) Gib LR 463), λογιστικό γραφείο και παροχέας υπηρεσιών στο εν λόγω λογιστικό γραφείο κρίθηκαν ότι είχαν ανάμειξη στη σύσταση υπεράκτιων εταιρειών δίδοντας έτσι τη δυνατότητα λειτουργίας ενός σχεδίου αδικοπραξιών (Danone Asia Pte v. SB Chow & Co
(2009)1 HKLRD 470), καθώς επίσης και παροχέας υπηρεσιών εγγεγραμμένων αντιπροσώπων (registered agent services) (JSC BTA Bank v. Fidelity Corporate Services Ltd, HCVAP 2010/35). Το ακόλουθο απόσπασμα από την τελευταία υπόθεση είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό: «Applying the law to the facts in this case, I am satisfied that the respondents by virtue of their very role in providing registered agent services to the companies, a role which is voluntary, cannot on any view be considered as mere onlookers. The companies that they formed are said to have been mere vehicles created for the purpose of defrauding the [applicant] Bank. The respondents, by incorporating and maintain those vehicles, thereby facilitated, albeit innocently, the commission of the fraud and as such were involved in the fraud perpetrated against the Bank . Registered agents and registered office service providers who are used by others to create and maintain for them corporate vehicles for the purpose of effecting fraud must expect that in due course the victims will come to them seeking discovery of the names and addresses and other information and documents that will enable the perpetrators to be discovered and the misappropriated assets traced.» Οι Αιτητές ζητούν τις πληροφορίες από τους Εναγόμενους 2-4, 6 και
- Ο Εναγόμενος 2 είναι ο ονομαστικός μέτοχος της Εναγομένης
- Η Εναγομένη 3 είναι οι λογιστές της Foremost στην Κύπρο και φέρονται αφενός να έλαβαν οδηγίες για τη μεταφορά των ισχυριζόμενων μη εγκεκριμένων αμοιβών από τους Εναγόμενους 11 και 12 και αφετέρου να είχαν τον έλεγχο των φίλιων εταιρειών. Με παραδοχή του ιδίου του Εναγομένου 2, οι Εναγόμενες 1 και 9 ήταν φίλιες εταιρείες οι οποίες παρείχαν συνδρομή ως μεσάζοντες και έλαβαν προμήθεια η οποία καταβλήθηκε στον λογαριασμό της Εναγομένης 3 με την Εναγομένη
- Η Εναγομένη 4 ήταν η ονομαστική διευθύντρια της Εναγομένης 9 η οποία φέρεται να ανήκει και ή ελέγχεται από τον Εναγόμενο 11 ο οποίος υπέγραψε συμφωνία αντιπροσώπου μεταξύ αυτής και της Foremost. Στην Εναγομένη 9 καταβλήθηκαν οι ισχυριζόμενες μη εγκεκριμένες αμοιβές μέσω του λογαριασμού πελατών της Εναγομένης 5 (στην οποία η Εναγομένη 4 είναι συνέταιρος) τον οποίο διατηρεί στην Εναγομένη
- Σύμφωνα με τα τιμολόγια της Alpheus, Τεκμήρια 30 και 31 στην ένορκη δήλωση του JPG, διαφαίνεται ότι αυτή διατηρούσε λογαριασμό στην Εναγομένη 6 στον οποίο έγιναν πληρωμές. Κατ΄ αρχάς θεωρώ ότι η μη προώθηση της Αίτησης, έστω και στο καθυστερημένο στάδιο της ακρόασης, αναφορικά με την Εναγομένη 1, δεν συνιστά οποιοδήποτε κώλυμα στην προώθηση αυτής εναντίον των υπόλοιπων Εναγομένων. Ούτε και έχει διαφανεί ότι αυτή η στάση των Εναγουσών διακατέχεται από αλλότρια κίνητρα. Με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του JPG και τα όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ ότι έχει καταδειχθεί η εμπλοκή των Εναγομένων 2-4, 6 και 7, ενδεχομένως ως ανυπαίτιων αθώων τρίτων, στον ως άνω περιγραφόμενο τρόπο δράσης των Εναγομένων 11 και
- Συγκεκριμένα, διαφαίνεται ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 γνώριζαν τον τρόπο λειτουργίας και συναλλαγών του ομίλου Foremost και εκτελούσαν εντολές πληρωμών για προμήθειες, συμπεριλαμβανομένων των ισχυριζόμενων μη εγκεκριμένων αμοιβών, χρησιμοποιώντας τον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγομένης 3 η οποία είχε επίσης τον έλεγχο των φίλιων εταιρειών. Επίσης διαφαίνεται ότι η Εναγομένη 4 ήταν η ονομαστική διευθύντρια της Εναγομένης 9, η οποία φέρεται να αποτελούσε όχημα μεταφοράς ποσών για ισχυριζόμενες μη εγκεκριμένες αμοιβές και μάλιστα πάλι μέσω του λογαριασμού πελατών της Εναγομένης
- Οι Εναγόμενοι 2-4 ενεργούσαν βάσει οδηγιών των Εναγομένων 11 και 12 οι οποίοι φέρονται ως βασικοί συνεργάτες στο όλο αυτό σχέδιο. Οι δε Εναγόμενες 6 και 7 είναι τα τραπεζικά ιδρύματα στα οποία διατηρούνταν οι προαναφερόμενοι λογαριασμοί των Εναγομένων 3 και 5 αντίστοιχα και επομένως φέρονται να συνέβαλαν στη μεταφορά των υπό κρίση ποσών. Περαιτέρω έχει καταδειχθεί ότι η Εναγομένη 1 διατηρούσε λογαριασμό στην Εναγομένη 6 στον οποίο έγιναν πληρωμές δυνάμει εκδοθέντων τιμολογίων για ισχυριζόμενες μη εγκεκριμένες αμοιβές. Η ως άνω περιγραφόμενη ιδιότητα και εμπλοκή του καθενός εξ αυτών, τείνει να καταδείξει ότι αυτοί συνέδραμαν στη διακίνηση των ισχυριζόμενων μη εγκεκριμένων αμοιβών, και έτσι φαίνεται να γνωρίζουν τα ακριβή ποσά, τις ημερομηνίες των μεταφορών, τα πρόσωπα που έδωσαν τις οδηγίες για αυτές τις μεταφορές, τον σκοπό των μεταφορών και τι αφορούσαν, σε ποιους έγιναν οι μεταφορές, και ποια είναι τα πρόσωπα που είναι οι τελικοί δικαιούχοι των εν λόγω ποσών. Με αυτή την εμπλοκή και υπό αυτή την ιδιότητα τους, το διάταγμα Norwich Pharmacal μπορεί να στραφεί εναντίον των Εναγομένων 2-4, 6 και
- VIII. Αναγκαιότητα Παροχής Αιτούμενων Πληροφοριών Το κριτήριο της αναγκαιότητας παροχής των αιτούμενων πληροφοριών συνδέεται άμεσα με τη νομιμότητα του σκοπού για τον οποίον αυτές ζητούνται και το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψιν κατά πόσον η αιτούμενη θεραπεία κρίνεται αναγκαία για την ικανοποίηση ενός τέτοιου νόμιμου σκοπού. Η απόφαση Norwich Pharmacal (ανωτέρω) ασχολήθηκε με το κατά πόσον η αποκάλυψη της ταυτότητας του κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραγούντος ήταν πληροφορία η οποία θα παρείχε τη δυνατότητα στον αιτητή να εγείρει νομική διαδικασία. Η εμβέλεια αυτής της δικαιοδοσίας έχει έκτοτε διευρυνθεί με τη σημαντικότερη εξέλιξη να καλύπτει την αναγκαιότητα αποκάλυψης του υπολειπόμενου κομματιού του παζλ («missing piece of the jigsaw»). Σχετικές είναι οι υποθέσεις P v. T
(1997)1 W.L.R. 309 και Mitsui v. Nexen Petroleum
(2005)EWHC
- Στην υπόθεση Page Directors Ltd κ.ά., Πολ. Αίτ. Αρ. 118/15, ημ. 12.10.15, τονίστηκε πως «τα διατάγματα Norwich επενεργούν ως βοηθητικό μέσο για την ανεύρεση και εξιχνίαση πληροφοριών που είναι αναγκαίες, τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του ή των κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραγούντων, όσο και την υποβοήθηση ανεύρεσης γεγονότων και μαρτυρίας για την ενδεχόμενη έγερση αγωγής». Η πλευρά των Εναγόντων θεωρεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αναγκαία για να αποκαλυφθούν όλα τα πρόσωπα, Κύπριοι ή αλλοδαποί, οι οποίοι εμπλέκονται στην αδικοπραξία εναντίον των Εναγουσών και ο βαθμός εμπλοκής τους, ούτως ώστε να εγερθούν και άλλες διαδικασίες, να εντοπιστούν τα χρήματα τα οποία οι Ενάγουσες θεωρούν ότι τους ανήκουν και να εντοπιστούν τα πρόσωπα στα οποία έχουν μεταφερθεί και να δικογραφηθούν και υποστηριχθούν πλήρως οι θέσεις των Εναγουσών στις δύο Αγωγές στην Αλμπέρτα. Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης, κατ΄ αρχάς επισημαίνεται ότι οι Ενάγουσες ήδη κατέχουν αρκετές πληροφορίες αναφορικά με τις ισχυριζόμενες μη εγκεκριμένες αμοιβές, ήτοι τα ποσά αυτών, πού και πώς πληρώθηκαν, εξ ου και αυτές έχουν περιληφθεί και περιγράφονται στην έκθεση απαίτησης στην Αγωγή Chernyk. Αυτό καταδεικνύεται και μέσα από τα έγγραφα τα οποία επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του JPG τα οποία αφορούν τιμολόγια, μεταφορές ποσών και συμφωνίες. Ταυτόχρονα όμως, είναι σαφές ότι η ταυτότητα των προσώπων που έδωσαν τις οδηγίες πληρωμής και αυτών που είναι οι τελικοί δικαιούχοι των νομικών προσώπων, Εναγομένων 1, 8-10 και 13, στα οποία φέρονται να έγιναν οι πληρωμές, δεν έχουν καταστεί γνωστά με πληρότητα και βεβαιότητα προς τις Ενάγουσες. Επίσης άγνωστο παραμένει το κατά πόσο έγιναν και άλλες τέτοιες πληρωμές προς τις εν λόγω εταιρείες, για τις οποίες οι Ενάγουσες δεν έχουν στοιχεία και πληροφορίες. Επομένως, θεωρώ ότι υπολείπονται κάποιες πληροφορίες ούτως ώστε να υπάρχει μια ολοκληρωμένη και συμπληρωμένη εικόνα του συνόλου της συμπεριφοράς που αποδίδεται στους Εναγόμενους 11 και 12 και στις Εναγόμενες εταιρείες και γενικότερα του συνόλου των συναλλαγών στα πλαίσια της ισχυριζόμενης παράτυπης και αδικαιολόγητης αποξένωσης χρημάτων των Εναγουσών και της πρόκλησης αντίστοιχης ζημιάς σε αυτές. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι οι αιτούμενες πληροφορίες στον βαθμό που αποσκοπούν στην αποκάλυψη των ανωτέρω επιπλέον στοιχείων είναι αναγκαίες για να δώσουν την πλήρη εικόνα αναφορικά με όλα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, φυσικά και νομικά, και να είναι δυνατή η έγερση και προώθηση διαδικασιών στην Κύπρο και ή στο εξωτερικό εναντίον των υπόλοιπων φερόμενων ως αδικοπραγούντων. Με άλλα λόγια ικανοποιούμαι ότι μέρος των πληροφοριών που ζητούνται με τα αιτούμενα διατάγματα είναι αναγκαίο για να καταδείξει την ταυτότητα τυχόν εμπλεκόμενων προσώπων, τη συμμετοχή τους και τον βαθμό αυτής της ισχυριζόμενης αδικοπραξίας εις βάρος των Εναγουσών. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί ότι ο ισχυρισμός της Εναγομένης 6 πως οι αιτούμενες πληροφορίες δεν κρίνονται αναγκαίες λόγω της μη καταχώρισης έκθεσης απαίτησης δεν κρίνεται βάσιμος καθότι δεν βρίσκει έρεισμα στην πιο πάνω νομολογία που αφορά σε τέτοιας φύσης ενδιάμεσα διατάγματα αποκάλυψης. Σημειώνεται ότι οι αποφάσεις στις οποίες παρέπεμψε ο δικηγόρος της Εναγομένης 6 στην αγόρευση του αφορούν το θέμα της αποκάλυψης εγγράφων στα πλαίσια της δίκης και σύμφωνα με τη Δ.28 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και σαφώς η υπό κρίση περίπτωση δεν εμπίπτει εντός της εν λόγω δικονομικής πρόνοιας. Πέραν των πιο πάνω διαπιστώσεων του Δικαστηρίου, οι αιτούμενες πληροφορίες οι οποίες κρίνεται δικαιολογημένο να δοθούν είναι περιορισμένες και όχι στον βαθμό που ζητείται με τα αιτούμενα διατάγματα, τόσο ως προς τον σκοπό για τον οποίο αυτές ζητούνται όσο και ως προς τη φύση και έκταση τους. Κατ΄ αρχάς η διαδικασία στην Αγωγή Breen είναι σε τέτοιο προχωρημένο στάδιο, ήτοι έχει ήδη οριστεί για ακρόαση, μετά και την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποκάλυψης, που θεωρώ ότι οποιοδήποτε αίτημα για αποκάλυψη δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό εκτός από την αλίευση μαρτυρίας η οποία θα χρησιμοποιηθεί στα πλαίσια της δίκης, κάτι το οποίο ξεφεύγει του σκοπού έκδοσης τέτοιας φύσης διαταγμάτων. Αναφορικά με την Αγωγή Chernyk, αυτή βρίσκεται ακόμα σε προκαταρκτικό στάδιο και ακόμα δεν έχει γίνει η διαδικασία αποκάλυψης στα πλαίσια της. Επιπλέον, με δεδομένη και τη δυνατότητα υποβολής αίτησης για περαιτέρω αποκάλυψη, για σκοπούς πάντοτε της συγκεκριμένης Αγωγής, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ίδιου του JPG, θεωρώ ότι οποιοδήποτε αίτημα για παροχή πληροφοριών για την εν λόγω Αγωγή είναι πρόωρο και εν πάση περιπτώσει αχρείαστο. Άλλωστε, η έγερση της Αγωγής υποδηλοί την κατοχή επαρκών στοιχείων προς καταχώριση και προώθηση της απαίτησης των Εναγουσών. Δεδομένης αυτής της κατάληξης του Δικαστηρίου, δεν καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τον λόγο ένστασης περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος στην Αγωγή Breen. Παρά ταύτα το Δικαστήριο επιθυμεί να αναφέρει ότι δεν είναι σε θέση στο παρόν στάδιο να προβεί σε τέτοιο συμπέρασμα, από τη στιγμή που έχει προσαχθεί αντικρουστική μαρτυρία από την πλευρά των Εναγουσών πως ο χρόνος ξεκινά από την ημερομηνία εντοπισμού της ζημιάς ενώ για την Αγωγή Breen δεν τίθεται θέμα παραγραφής όπου καταχωρείται ανταπαίτηση. Ως εκ τούτου ικανοποιούμαι ότι οι αιτούμενες πληροφορίες δύνανται να δοθούν μόνο για τον εντοπισμό ενδεχομένως και άλλων αδικοπραγούντων και περαιτέρω στοιχείων για σκοπούς έγερσης Αγωγής εντός ή εκτός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Εδώ είναι κατάλληλο το σημείο να λεχθεί πως η ανησυχία του JPG, όπως εκφράζεται στην ένορκη του δήλωση περί της πιθανότητας απώλειας και ή καταστροφής των αιτούμενων πληροφοριών δεν κρίνεται βάσιμη. Ο JPG αποδίδει αυτή την ανησυχία σε διάφορες ενέργειες των Εναγομένων, όπως την ενέργεια του Εναγομένου 2 να προβεί σε διαγραφή της Εναγομένης 1 αλλά την άρνηση του να αιτείτο την επαναφορά της, την άρνηση του Εναγομένου 11 να συνεργαστεί με τις Ενάγουσες και να παράσχει πληροφορίες και τη χρήση πολλών και μυστικών εταιρειών και πολλών τραπεζικών λογαριασμών σε διάφορες δικαιοδοσίες. Αυτές οι ενέργειες δεν είναι τέτοιες που να οδηγούν σε εύλογη ανησυχία περί καταστροφής των πληροφοριών, ειδικότερα λαμβανομένου υπόψιν του χρονικού σταδίου στο οποίο αυτές ζητούνται και μετά την πάροδο τουλάχιστον πέραν των τεσσάρων ετών από την καταχώριση της Αγωγής Chernyk και την αποκάλυψη της γνώσης των Εναγουσών για το ισχυριζόμενο δόλιο σχέδιο εις βάρος τους. Αναφορικά με τη φύση και έκταση των αιτούμενων πληροφοριών οι οποίες κρίνεται δικαιολογημένο να δοθούν, αυτό θα απασχολήσει αμέσως κατωτέρω στο κεφάλαιο που αφορά στο εύρος των πληροφοριών. IX. Εύρος Πληροφοριών Ο λόγος ένστασης πως τα αιτούμενα διατάγματα αφορούν ευρύ φάσμα πληροφοριών και αποσκοπούν σε μια σαρωτική αποκάλυψη απαντάται εν μέρει από τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου πως οι Ενάγουσες δικαιούνται μόνο σε μέρος των αιτούμενων πληροφοριών. Είναι γεγονός ότι οι Ενάγουσες αιτούνται ευρύτατο φάσμα πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων όλων των στοιχείων αναφορικά με τους τελικούς δικαιούχους των Εναγομένων 1, 8-10 και 13, όλους τους λογαριασμούς τους που διατηρούσαν και διατηρούν στην Κύπρο και ή στο εξωτερικό, είτε άμεσα είτε έμμεσα, και την πορεία διακίνησης αυτών, όλες τις εντολές αναφορικά με τη λειτουργία αυτών των λογαριασμών και ακόμα όλα τα έγγραφα που μαρτυρούν τα ανωτέρω. Σαφώς οι αιτούμενες πληροφορίες καλύπτουν ένα πεδίο το οποίο ξεφεύγει του πλαισίου παροχής πληροφοριών με βάση διάταγμα αποκάλυψης, καθότι ζητούνται πληροφορίες και στοιχεία αναφορικά με τους Εναγόμενους εναντίον των οποίων εκκρεμούν οι απαιτήσεις των Εναγουσών στον Καναδά, και επομένως αυτές κατέχουν τα απαραίτητα στοιχεία (πέραν του ότι στην Αγωγή Breen ολοκληρώθηκε και η διαδικασία αποκάλυψης ενώ στην Αγωγή Chernyk εκκρεμεί). Σε αυτό το πλαίσιο θεωρώ ότι δεν δικαιολογείται το αίτημα για την αποκάλυψη των τραπεζικών λογαριασμών που οι Εναγόμενοι 11 και 12 τυχόν να διατηρούν στις Εναγόμενες 6 και
- Πρόκειται για φυσικά πρόσωπα εναντίον των οποίων έχουν ήδη εγερθεί και εκκρεμούν δικαστικές διαδικασίες στον Καναδά και εν πάση περιπτώσει αυτό το αίτημα ενδεχομένως να αποσκοπεί και στην έκδοση διατάγματος ιχνηλάτησης, το οποίο θα τύχει εξέτασης κατωτέρω. Επιπλέον, ζητούνται στοιχεία τα οποία ξεφεύγουν από το πλαίσιο της ισχυριζόμενης αδικοπραξίας, καθότι ζητούνται όλων των ειδών πληροφορίες και έγγραφα για όλους τους λογαριασμούς, ολόκληρη τη διακίνηση αυτών και τους λόγους της καθεμιάς εξ αυτών. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι θεωρώ πως η αποκάλυψη των πληροφοριών αποσκοπεί στον εντοπισμό τυχόν άλλων αδικοπραγούντων για σκοπούς έγερσης Αγωγής, και όχι στην άμεση λήψη μέτρων για παγοποίηση περιουσίας λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει από την ημερομηνία που το όλο θέμα ήρθε στην επιφάνεια και καταχωρίστηκε η ανταπαίτηση στην Αγωγή Breen. Άλλωστε δεν έχει προβληθεί ισχυρισμός για τέτοια πρόθεση από τις Ενάγουσες. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου δεν οδηγούν δίχως άλλο σε απόρριψη της Αίτησης ως καταχρηστικής, ως η εισήγηση της δικηγόρου των Εναγομένων 8 και 11-13, από τη στιγμή που το Δικαστήριο κρίνει ότι πράγματι υφίσταται ανάγκη αποκάλυψης μέρους των αιτούμενων πληροφοριών. Ενόψει της κατάληξης του Δικαστηρίου ότι αφενός οι αιτούμενες πληροφορίες δεν αφορούν στις Αγωγές του Καναδά και αφετέρου ότι μόνο οι πληροφορίες που αφορούν και συνδέονται με μη εγκεκριμένες αμοιβές είναι αναγκαίες να δοθούν, και με δεδομένη την ιδιότητα και καταδειχθείσα ανάμειξη των Εναγομένων 2-4, 6 και 7, τότε θεωρώ ότι έχει καταδειχθεί πως οι Ενάγουσες δικαιούνται μόνο στις πιο κάτω πληροφορίες: · Η ταυτότητα των προσώπων που είναι οι τελικοί δικαιούχοι της Εναγομένης 1 η οποία είναι Κυπριακή εταιρεία και της Εναγομένης 9 της οποίας ονομαστική διευθυντής είναι η Εναγομένη
- · Η ύπαρξη οποιωνδήποτε λογαριασμών στις Εναγόμενες 6 και 7 των Εναγομένων 1, 8-10 και 13, στις οποίες φέρεται να κατέληξαν πληρωμές με βάση τις ισχυριζόμενες μη εγκεκριμένες αμοιβές. · Σε περίπτωση ύπαρξης τέτοιων λογαριασμών, η ταυτότητα των προσώπων που έδωσαν εντολή για το άνοιγμα τους, που δικαιούνται να υπογράφουν εκ μέρους τους αναφορικά με τη διαχείριση των εν λόγω λογαριασμών και που φέρονται ως οι τελικοί δικαιούχοι των εταιρειών. · Σε περίπτωση ύπαρξης τέτοιων λογαριασμών, οποιεσδήποτε πληρωμές και ή εμβάσματα έγιναν στους εν λόγω λογαριασμούς που συνδέονται με αμοιβές του ομίλου Foremost. · Οποιεσδήποτε άλλες πληρωμές και ή εμβάσματα έγιναν με εντολές προς τους Εναγόμενους 2 και 3, είτε μέσω του λογαριασμού της Εναγομένης 3 είτε άλλως πως, αναφορικά με αμοιβές του ομίλου Foremost προς οποιαδήποτε των Εναγομένων 1, 8-10 και
- · Οποιεσδήποτε άλλες πληρωμές και ή εμβάσματα έγιναν με εντολές προς την Εναγομένη 4, είτε μέσω του λογαριασμού της Εναγομένης 5 είτε άλλως πως, αναφορικά με αμοιβές του ομίλου Foremost προς οποιαδήποτε των Εναγομένων 1, 8-10 και
- Δεν θεωρώ ότι δικαιολογείται ή είναι απαραίτητο σε ένα τέτοιο στάδιο να δοθούν έγγραφα με την αιτιολόγηση των πληρωμών (π.χ. τιμολόγια κ.λπ.). Χ. Πρόσωπα τα οποία δύνανται να δώσουν τις αιτούμενες πληροφορίες Έχει ήδη λεχθεί ότι τα αιτητικά στρέφονται εναντίον των Εναγομένων 2-4, 6 και
- Θεωρώ ότι ορθώς απευθύνονται σε αυτούς λόγω της ιδιότητας, γνώσης και ανάμειξης τους ο καθένας ξεχωριστά, όπως αναλύεται ανωτέρω. Το Δικαστήριο δεν υιοθετεί τον κοινό λόγο ένστασης των Εναγομένων 6 και 7 πως από τη στιγμή που ήθελε διαταχθεί η παροχή πληροφοριών από τους υπόλοιπους Εναγόμενους, δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό και η παροχή πληροφοριών από τις ίδιες. Και τούτο, καθότι ο κάθε Εναγόμενος έχει διαφορετική ιδιότητα και ανάμειξη και πιθανόν να δύναται να αποκαλύψει διαφορετικές πληροφορίες όπως έχει διαφανεί από τις πληροφορίες οι οποίες θεωρούνται αναγκαίο όπως παρασχεθούν. Με άλλα λόγια, οι πληροφορίες που ζητείται να αποκαλυφθούν από τους Εναγόμενους 2-4 δεν ταυτίζονται απαραιτήτως με αυτές που ζητείται να αποκαλυφθούν από τις Εναγόμενες 6 και 7, με την εξής επισήμανση. Οι αιτούμενες από την Εναγομένη 3 πληροφορίες αναφορικά με τη χρήση του λογαριασμού πελατών της σε συνάρτηση με τις Εναγόμενες 1, 8-10 και 13, ταυτίζονται με μέρος των αιτούμενων πληροφοριών από την Εναγομένη 6 και επομένως κρίνεται προτιμότερο όπως διαταχθεί να τις δώσει η Εναγομένη
- Επίσης, ενώ ζητούνται πληροφορίες από την Εναγομένη 7 αναφορικά με τον λογαριασμό πελατών της Εναγομένης 5 σε συνάρτηση με τις Εναγόμενες 1, 8-10 και 13, είναι άξιον απορίας γιατί δεν ζητείται τέτοια πληροφορία από την ίδια την Εναγομένη 5 παρά μόνο από την Εναγομένη
- Επιπλέον τυχόν έκδοση διατάγματος αποκάλυψης από την Εναγομένη 7 αναφορικά με οποιαδήποτε πληρωμή αφορά στον όμιλο Foremost καλύπτει και αυτό το σκέλος των πληροφορικών σε περίπτωση που οποιαδήποτε τέτοια πληρωμή έγινε μέσω του λογαριασμού πελατών της Εναγομένης
- ΧΙ. Άλλος Διαθέσιμος Τρόπος Παροχής των Αιτούμενων Πληροφοριών Αποτελεί λόγο ένστασης ότι οι αιτούμενες πληροφορίες δύνανται να ληφθούν με άλλο τρόπο και δη μέσω των διαδικασιών των Αγωγών στον Καναδά. Είναι γεγονός ότι σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι υπάρχει διαθέσιμος τρόπος παροχής των αιτούμενων πληροφοριών τότε το Δικαστήριο είναι διστακτικό στο να εκδώσει σχετικό διάταγμα. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Avila Management (ανωτέρω). Αντίστοιχη ήταν η προσέγγιση στην Αγγλική υπόθεση United Co Rusal Plc and others V. HSBC Bank Plc (ανωτέρω): «[152] The CT Discovery Proceedings were heard on 24 February and resulted in an order in favour of Rusal and against Trafigura AG. Counsel for Rusal stated that it is by no means clear that Trafigura AG has access to "all the relevant documentation", and that in those proceedings Trafigura AG had adopted the position that it did not have the relevant documents, and was not involved in the Trafigura Deal. Until Trafigura AG have complied with that order, it seems to me that outcome of the CT Discovery Proceedings provides a further ground for the conclusion that an order against Debevoise is not necessary at the present time.» Σύμφωνα με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με τη διαδικασία αποκάλυψης στον Καναδά, διαφαίνεται πως η όποια διαδικασία βασικά περιορίζεται στην παροχή πληροφοριών σε σχέση με τις διαδικασίας που εκκρεμούν στον Καναδά ενώ η όποια διαδικασία για παροχή πληροφοριών για ξένες χώρες γίνεται με την υποβοήθηση των Καναδικών Προξενικών Αρχών κατ΄ εφαρμογή του Καναδικού δικαίου και τέτοια διαδικασία είναι πολύ δύσκολο να προωθηθεί. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ ότι η παράλειψη προσπάθειας εξασφάλισης των αιτούμενων πληροφοριών αναφορικά με την υπό κρίση διαδικασία ενώπιον των Καναδικών Δικαστηρίων δεν εμποδίζει τις Ενάγουσες από την έγερση της παρούσας Αγωγής και προώθηση της παρούσας Αίτησης. Από τη στιγμή που η αντίστοιχη διαδικασία θα αποδεικνύετο πολύ δύσκολη, τότε θεωρώ δικαιολογημένη την ενέργεια των Εναγουσών να επιδιώξουν τέτοια διαδικασία στην Κύπρο εφόσον αυτή αφορά και απευθύνεται και σε Κύπριους διαδίκους και περιορίζεται μόνο για σκοπούς έγερσης ενδεχομένων άλλων ανεξάρτητων διαδικασιών στην Κύπρο και ή στο εξωτερικό. Αυτή η θέση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Mitsui v. Nexen Petroleum (ανωτέρω), στο οποίο γίνεται αναφορά στο κριτήριο της αναγκαιότητας σε συνάρτηση με την απουσία άλλου διαθέσιμου πρακτικού τρόπου εξασφάλισης της πληροφορίας: «[24] In my judgment despite the argument of Mr Carr that there is no authority directly in point, it is clear that the exercise of the jurisdiction of the court under Norwich Pharmacal against third parties who are mere witnesses innocent of any participation in the wrongdoing being investigated is a remedy of last resort. (It is the Claimant's case that the Defendant is such an innocent third party.) The jurisdiction is only to be exercised if the innocent third parties are the only practicable source of information. The whole basis of the jurisdiction against them is that, unless and until they disclose what they know, there can be no litigation in which they can give evidence: see eg Lord Kilbrandon in Norwich Pharmacal and 203B and 205G. Whilst there is a public interest in achieving justice between disputing parties, there is also a public interest in not involving third parties if this can be avoided: see Sir John Donaldson MR in Harrington v Polytechnic of North London [1984] 3 All ER 666, [1984] 1 WLR 1293 at 1299 F-G. The jurisdiction is both exceptional and only to be exercised when it is necessary: Lord Woolf CJ in Ashworth Hospital Authority v MGN Ltd [2002] 1 WLR 2033 at
- The necessity required to justify exercise of this intrusive jurisdiction is a necessity arising from the absence of any other practicable means of obtaining the essential information.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η υπόθεση Rugby Football Union v. Consolidated Information Services Ltd (formerly Viagogo Ltd) (in liquidation)
(2012)UKSC 55, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «[16] The need to order disclosure will be found to exist only if it is a "necessary and proportionate response in all the circumstances": Ashworth at paras 36, 57 per Lord Woolf CJ The test of necessity does not require the remedy to be one of last resort: R (Mohamed) v Secretary of State for Foreign and Commonwealth Affairs (No 1) [2008] EWHC 2048 (Admin), [2009] 1 WLR 2579, para 94. [17] The essential purpose of the remedy is to do justice.» H υπόθεση R (on the application of Omar and others) v. Secretary of State for Foreign and Commonwealth Affairs
(2013)EWCA Civ 118, στην οποία παράπεμψε ο δικηγόρος των Εναγομένων 1-5, 9 και 10 διαφοροποιείται ως προς τα γεγονότα καθότι εκεί κρίθηκε ότι η απόφαση για τη μη υποβολή αιτήματος για λήψη πληροφοριών από το Δικαστήριο της Ουγκάντα βασίστηκε στο ότι τυχόν αποκάλυψη θα οδηγούσε σε πιθανή αποκάλυψη κατασκευασμένων εγγράφων ή σε καμία αποκάλυψη με σκοπό τη δημιουργία μιας ψεύτικης υπόθεσης, κάτι το οποίο κρίθηκε ότι δεν αποτελούσε επαρκή δικαιολογία. ΧΙΙ. Καθυστέρηση στην Καταχώριση Αίτησης Εγείρεται ως λόγος ένστασης η καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας Αίτησης. Σχετική ως προς το θέμα της καθυστέρησης είναι η Αγγλική υπόθεση Ramilos Trading v. Buyanovsky
(2016)EWHC 3175 (Comm.), στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «
- Furthermore, I agree with Mr Chapman QC that this is the stalest of stale allegations. It derives from the claimant's reading of the 2011 accounts which were approved on 31 May 2012 and to which the claimant would have had access at the time. If there were anything in the point, the claimant could and should have made it long ago and it is not an appropriate use of the Norwich Pharmacal jurisdiction to seek evidence now in relation to such a stale allegation. The delay in bringing the application on this Ground is yet another reason for refusing relief.» Είναι γεγονός ότι η εδώ Ενάγουσα 1, Εναγομένη στην Αγωγή Breen, καταχώρισε ανταπαίτηση στην εν λόγω Αγωγή το 2015 στηριζόμενη στις βάσεις ως και η απαίτηση των Εναγουσών στην Αγωγή Chernyk. Αυτό υποδηλοί πως οι Ενάγουσες γνώριζαν από το 2015 για την ισχυριζόμενη συμπεριφορά των Εναγομένων 11 και
- Παρά ταύτα, με μια ανάγνωση της ανταπαίτησης διαφαίνεται ότι οι Ενάγουσες δεν συμπεριλαμβάνουν τα στοιχεία των ως άνω πληρωμών όπως αυτές αναφέρονται και στην ένορκη δήλωση του JPG και εκτίθενται ανωτέρω. Αυτό καταδεικνύει ότι κατά το 2015 οι Ενάγουσες δεν είχαν την εικόνα των γεγονότων, η οποία φαίνεται να αποκρυσταλλώθηκε με τα ως άνω στοιχεία το 2017 εξ ου και αποτέλεσαν το αντικείμενο αναφοράς στην Αγωγή Chernyk. Αυτή η διαπίστωση βρίσκει έρεισμα και στους ισχυρισμούς του ίδιου του JPG ο οποίος στη συμπληρωματική ένορκη του δήλωση αναφέρεται στις ενέργειες στις οποίες οι Ενάγουσες προέβησαν για την εξασφάλιση στοιχείων μέχρι και την καταχώριση της Αγωγής Chernyk. Ταυτόχρονα, μέσα από τους ισχυρισμούς του JPG διαφαίνονται οι προσπάθειες και ενέργειες των Εναγουσών, κυρίως μέσω των Εναγομένων 2 και 11, να εφοδιαστούν με περαιτέρω στοιχεία και πληροφορίες αναφορικά με τις ισχυριζόμενες πληρωμές μη εγκεκριμένων αμοιβών, οι οποίες δεν απέφεραν θετικό αποτέλεσμα. Αντιθέτως ακολούθησε η καταχώριση της Αγωγής Chernyk και ένα χρόνο αργότερα η καταχώριση της παρούσας Αγωγής. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι οι Ενάγουσες επέδειξαν οποιαδήποτε καθυστέρηση και ή ολιγωρία αναφορικά με τις προσπάθειες εξασφάλισης των αιτούμενων πληροφοριών ούτως ώστε να εμποδίζονται να προωθούν την παρούσα Αίτηση στο παρόν στάδιο. ΧΙΙΙ. Σχέση Εμπιστοσύνης - Τραπεζικό Απόρρητο Οι Εναγόμενοι προβάλλουν ως λόγο ένστασης ότι δεσμεύονται από συμβατική και ή άλλη σχέση εμπιστοσύνης να μην αποκαλύψουν οποιαδήποτε στοιχεία πελάτων τους. Η Εναγομένη 6 επικαλείται επίσης το άρθρο 29 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου Ν.66(Ι)/
- Στην υπό κρίση περίπτωση, λαμβάνω υπόψιν τη φύση των αιτούμενων πληροφοριών και τον σκοπό αναζήτησης αυτών, που δεν είναι άλλος από την καταστολή απατηλών πράξεων οι οποίες φαίνεται να διαπράχθηκαν εις βάρος των Εναγουσών προκαλώντας σε αυτές σημαντική ζημιά. Με αυτό το δεδομένο, υπάρχει δημόσιο συμφέρον για την αποκάλυψη το οποίο υπερτερεί έναντι της προστασίας της σχέσης εμπιστευτικότητας μεταξύ τράπεζας και πελάτη. Η εν λόγω διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση Banker's Trust v. Shabira (ανωτέρω) και το ακόλουθο διαφωτιστικό απόσπασμα: «The plaintiff who has been defrauded has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Lord Atkin's words, to lift the latch of the banker's door: see Banque Belge pour l' Entranger v. Hambrouck [1921] 1 K.B. 321,
- The customer, who has prima facie been guilty of fraud, cannot bolt the door against him. Owing to his fraud, he is disentitled from relying on the confidential relationship between him and the bank: see Initial Services Ltd v. Putterill [1968] 1 Q.B. 396,
- If the plaintiff's equity is to be of any avail, he must be given access to the bank's books and document - for that is the only way of tracing the money or knowing what has happened to it: see Mediterranea Raffineria Siciliana Petroli S.p.a. v. Mabanaft G.m.b.h. (unreported). So the court, in order to give effect to equity, will be prepared in a proper case to make an order on the bank for their discovery.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση I.B.L. v. Planet
(1990)J.L.R. 294, η οποία παραπέμπει στην υπόθεση Norwich Pharmacal επί του θέματος, ως εξής: «The issue of confidentiality was considered in the Norwich Pharmacal case. The court was entitled to order discovery of documents for the purpose of legal proceedings if the public interest in the administration of justice required it. The court found that in the circumstances of the case the public interest in the confidentiality of the information was outweighed by the interests of justice. The court applies the incidental test in the present case. Of course, we have weighed confidentiality in the balance in reaching our decision. But we do not share Mr O'Connell's fears for the future of the finance industry. Confidentiality depends upon legitimate private business affairs being properly conducted, Here, there is strong prima facie case to the contrary. » Ο δικηγόρος των Εναγομένων 2-5, 9 και 10 για την Εναγομένη 4 αναφέρθηκε στο άρθρο 13 των περί Δεοντολογίας των Δικηγόρων Κανονισμών 2002 και γενικότερα στο επαγγελματικό δικηγορικό απόρρητο. Σχετικές επί τούτου είναι οι υποθέσεις Hilton v. D IV LLP and others
(2015)EWHC 2 (Ch), United Company Rusal plc and others v HSBC Bank plc (ανωτέρω) και JSC BTA Bank v Solodchenko and others
(2011)EWHC 2163 (Ch). Θεωρώ ότι οι εν λόγω υποθέσεις διαχωρίζονται από την παρούσα καθότι η Εναγομένη 4 εμπλέκεται στα υπό κρίση γεγονότα υπό την ιδιότητα της ως διευθύντρια της Εναγομένης 9 και είναι υπό αυτή την ιδιότητα που της ζητούνται οι πληροφορίες, ανεξαρτήτως του ότι ζητούνται πληροφορίες για την πιθανή χρήση του λογαριασμού πελατών της Εναγομένης
- Άλλωστε, όπως ορθώς επισημαίνει ο δικηγόρος το Δικαστήριο είναι πολύ προσεκτικό και επιφυλακτικό στην έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης έναντι δικηγόρων, όμως αυτά δύνανται να εκδοθούν ακόμα και έναντι αθώων δικηγόρων σε περιπτώσεις δόλου ή απάτης. Χρήσιμο είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Rusal (ανωτέρω): «[73] In my judgment, what applies to banks with offices in more than one jurisdiction must apply to law firms with offices in more than one jurisdiction. So in considering whether a respondent law firm has become involved in wrongdoing, it is necessary to consider whether the lawyers in the office in England and Wales have become involved. It will not be enough that the lawyers in some other office have become involved. . [150] Norwich Pharmacal orders are always exceptional, because they interfere with the rights of third parties who are not said to have done anything wrong. Where the third parties are lawyers in a professional relationship with the alleged wrongdoer, then the case must be all the more exceptional. The facts of reported cases appear to suggest that an appropriate case for an order against an innocent lawyer will be likely to be a case where fraud is alleged against the client.» Αναφορικά με τους Εναγόμενους 2 και 3, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 5 του Εγχειριδίου Μελών του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου αναφορικά με το επαγγελματικό απόρρητο, όμως θεωρώ ότι η ως άνω αναφερόμενη νομολογία επιτρέπει την έκδοση διατάγματος αποκάλυψης πληροφοριών και από λογιστή νοουμένου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις ως προς τούτο. ΧIV. Προσωπικά Δεδομένα H προβολή λόγου ένστασης της Εναγομένης 7 ως προς την προστασία των προσωπικών δεδομένων βάσει του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδοµένων Αυτών Ν.125(Ι)/18δεν διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ως προς την αναγκαιότητα παροχής των πληροφοριών λόγω δημοσίου συμφέροντος σε τέτοιας φύσης υποθέσεις όπου φαίνεται να υπάρχει δόλος, απάτη και κατάχρηση σχέσης εμπιστοσύνης. Κατ΄ αρχάς ο Νόμος αφορά μόνο σε φυσικά πρόσωπα. Άλλωστε, το άρθρο 6 του ΕΕ2016/679, προς συμμόρφωση του οποίου θεσπίστηκε ο Ν.125(Ι)/18επιτρέπει ως νόμιμη την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων για προστασία έννομων συμφερόντων τρίτου όπου υπερτερούν έναντι των συμφερόντων των ατόμων στα οποία αφορούν τα δεδομένα και εδώ σαφώς υπερτερεί το δημόσιο συμφέρον όπου αυτά τα πρόσωπα φαίνεται να εμπλέκονται σε δόλιες και απατηλές ενέργειες. XV. Δυσκολία ή Αδυναμία Απονομής Πλήρους Δικαιοσύνης Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται πως χωρίς την παροχή των πληροφοριών σε αυτό το στάδιο θα είναι δύσκολη αν όχι αδύνατη η έγερση Aγωγής και η μέσω αυτής αξίωση προστασίας των δικαιωμάτων των Εναγουσών. Υπό αυτή την έννοια θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο καθότι ελλοχεύει αυτονόητος κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημιάς λόγω του μεσολαβούντος χρόνου. ΧVΙ. Ισοζύγιο Ευχέρειας Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι στην προκειμένη περίπτωση το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Εναγουσών οι οποίες προσπαθούν να λάβουν τις απαραίτητες πληροφορίες για ένα ισχυριζόμενο απατηλό σχέδιο εις βάρος τους το οποίο τους προκάλεσε τεράστια ζημιά και για την οποία επιθυμούν να λάβουν δικαστικά μέτρα, έναντι οποιωνδήποτε προσώπων ήθελε καταδειχθεί ότι έχουν ανάμειξη και εμπλοκή. ΧVIΙ. Κατάληξη επί του Αιτούμενου Διατάγματος Αποκάλυψης Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι συντρέχουν σωρευτικά τόσο οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 όσο και αυτές για την έκδοση του διατάγματος Norwich Pharmacal στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης στον περιορισμένο βαθμό όπως επεξηγείται ανωτέρω. Υπό το φως των δεδομένων της παρούσας Αίτησης, δεν έχει καταδειχθεί με οποιονδήποτε τρόπο ότι αυτή είναι καταχρηστική. XVIII. Αιτούμενες πληροφορίες δυνάμει της υπόθεσης Banker's Trust Πέραν των πιο πάνω έχει επίσης απασχολήσει το Δικαστήριο το κατά πόσον η Αίτηση θα μπορούσε να εγκριθεί βάσει της υπόθεσης Banker's Trust, η οποία ουσιαστικά στοχεύει στην ιχνηλάτηση της περιουσίας. Στην εν λόγω υπόθεση αναγνωρίστηκε η δυνατότητα χορήγησης αποκάλυψης με βάση και πάλι τις αρχές της επιείκειας ως ακολούθως: «The plaintiff who has been defrauded has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Lord Atkin's words, to lift the latch of the banker's door: see Banque Belge pour l' Entranger v. Hambrouck [1921] 1 K.B. 321,
- The customer, who has prima facie been guilty of fraud, cannot bolt the door against him. Owing to his fraud, he is disentitled from relying on the confidential relationship between him and the bank: see Initial Services Ltd v. Putterill [1968] 1 Q.B. 396,
- If the plaintiff's equity is to be of any avail, he must be given access to the bank's books and document - for that is the only way of tracing the money or knowing what has happened to it: see Mediterranea Raffineria Siciliana Petroli S.p.a. v. Mabanaft G.m.b.h. (unreported). So the court, in order to give effect to equity, will be prepared in a proper case to make an order on the bank for their discovery.» Τόσο η νομολογία όσο και τα συγγράμματα διακρίνουν μεταξύ των διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal και των διαταγμάτων ιχνηλάτησης τύπου Banker's Trust. Αυτή η διάκριση αναφέρεται στο ακόλουθο απόσπασμα στο σύγγραμμα Commercial Fraud in Civil Matters, Paul MacGrath QC, 2η έκδοση, παρ. 15.158: «Unlike Norwich Pharmacal orders, where the wrongdoing can take on a wide range of forms, Bankers Trust orders are only concerned with the tracing of assets as part of the assertion of a proprietary claim by the applicant or the assertion of accessory liability (such as dishonest assistance) premised upon the movement of assets to which the claimant asserts a proprietary interest. No other manner of wrongdoing can form the basis of an applicant for a Bankers Trust order.» Στο σύγγραμμα Commercial Injunctions, Steven Gee, 5η έκδοση, σελ. 695, αναφέρονται τα ακόλουθα: «The Court has an equitable jurisdiction to find out what has happened to missing trust funds: 'A Court of equity has never hesitated to use the strongest powers to protect and preserve a trust fund in interlocutory proceedings on the basis that, if the trust fund disappears by the time the action comes to trial, equity will have been invoked in vain'. This is a separate principle from the Norwich Pharmacal principle and has a different purpose. It enables orders to be made against a defendant and against innocent third parties for the purpose of protecting the claimant's substantive rights to the fund. The courts have adopted this principle in tracing actions for justifying interlocutory orders made at any stage of the proceedings requiring those who may have information (including documents) about what has happened to particular assets, and who have been involved in their disposal, to provide that information to the claimant. This has included orders made against banks for disclosure of information about assets. When the claimant has the right to shares in a company and the assets in the company have gone missing, the court can disregard the corporate veil and grant orders designed to reveal what has happened to the company's assets or their proceeds. There is also the Norwich Pharmacal principle. In a case in which trust assets have been transferred and are missing, both principles can apply.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Murphy v. Murphy
(1999)1 W.L.R. 282, στην οποία γίνεται η σαφής διάκριση μεταξύ των δικαιοδοσιών Norwich Pharmacal και Banker's Trust. Έχοντας υπόψιν τον σκοπό της έκδοσης διατάγματος ιχνηλάτησης, που είναι βασικά ο εντοπισμός της περιουσίας και η διατήρηση της μέχρι τη δίκη, και το σύνολο των περιστάσεων της υπό κρίση περίπτωσης και ειδικότερα το γεγονός ότι οι Ενάγουσες γνωρίζουν εδώ και αρκετό χρονικό διάστημα για την ισχυριζόμενη αδικοπραξία εις βάρος τους και μάλιστα έχουν εγείρει αγωγές, το Δικαστήριο θεωρεί πως η αποκάλυψη όλων και ακόμα οποιωνδήποτε των αιτούμενων πληροφοριών εκφεύγει του σκοπού έκδοσης διατάγματος τύπου Banker's Trust αλλά και της προβλεπόμενης χρήσης αυτών η οποία πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στον εντοπισμό και την προστασία της περιουσίας. XΙΧ. Τελική Κατάληξη Για όλους τους λόγους οι οποίοι εκτίθενται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθούν διατάγματα αποκάλυψης για τον σκοπό και στον περιορισμένο βαθμό και έκταση όπως αναφέρεται ανωτέρω ενώ δεν δικαιολογείται η έκδοση διαταγμάτων ιχνηλάτησης. Επομένως, με γνώμονα την κατάληξη του Δικαστηρίου σε συνδυασμό με τη φύση των αιτητικών για καθένα των Εναγομένων, εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα:
(1)Διάταγμα με το οποίο ο Εναγόμενος 2 διατάσσεται να ετοιμάσει και επιδώσει στους δικηγόρους των Εναγουσών ένορκη δήλωση από τον ίδιο και ή εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του με την οποία να αποκαλύπτει και δηλώνει (
- i)Τα ονόματα και πλήρη στοιχεία των προσώπων τα οποία φαίνονται ως οι τελικοί δικαιούχοι της Εναγομένης 1. (
- ii)Όλες τις εντολές πληρωμής και τις πληρωμές, μεταφορές και ή εμβάσματα (πλην των όσων αφορούν στις Αγωγές Breen και Chernyk) στα οποία προέβη είτε μέσω του λογαριασμού πελατών της Εναγομένης 3 είτε άλλως πως στην Εναγομένη 1, και τα πρόσωπα τα οποία έδωσαν αυτές τις εντολές, τις ημερομηνίες των εντολών και των πληρωμών, μεταφορών και ή εμβασμάτων και τα ποσά αυτών, και τα οποία έχουν σχέση με τον όμιλο Foremost και ή με οποιαδήποτε πληρωμή προμήθειας (commission fee) και ή με οποιαδήποτε πληρωμή αμοιβής και ή προμήθειας αντιπροσώπου (agent or representative fee), και ή με άλλη παρόμοια αμοιβή ή πληρωμή.
(2)Διάταγμα με το οποίο η Εναγομένη 3 διατάσσεται να ετοιμάσει και επιδώσει στους δικηγόρους των Εναγουσών ένορκη δήλωση από διευθυντή και ή εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο και ή υπάλληλο της με την οποία να αποκαλύπτει και δηλώνει (i) Όλες τις εντολές πληρωμής και τις πληρωμές, μεταφορές και ή εμβάσματα (πλην των όσων αφορούν στις Αγωγές Breen και Chernyk) στα οποία προέβη είτε μέσω του λογαριασμού πελατών της είτε άλλως πως στις Εναγόμενες 8-10 και 13 και ή σε οποιαδήποτε εξ αυτών, και τα πρόσωπα τα οποία έδωσαν αυτές τις εντολές, τις ημερομηνίες των εντολών και των πληρωμών, μεταφορών και ή εμβασμάτων και τα ποσά αυτών, και τα οποία έχουν σχέση με τον όμιλο Foremost και ή με οποιαδήποτε πληρωμή προμήθειας (commission fee) και ή με οποιαδήποτε πληρωμή αμοιβής και ή προμήθειας αντιπροσώπου (agent or representative fee), και ή με άλλη παρόμοια αμοιβή ή πληρωμή.
(3)Διάταγμα με το οποίo η Εναγομένη 4 διατάσσεται να ετοιμάσει και επιδώσει στους δικηγόρους των Εναγουσών ένορκη δήλωση από την ίδια και ή εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο της με την οποία να αποκαλύπτει και δηλώνει (
- i)Τα ονόματα και πλήρη στοιχεία των προσώπων τα οποία φαίνονται ως οι τελικοί δικαιούχοι της Εναγομένης 9. (
- ii)Όλες τις εντολές πληρωμής και τις πληρωμές, μεταφορές και ή εμβάσματα (πλην των όσων αφορούν στις Αγωγές Breen και Chernyk) στα οποία προέβη είτε μέσω του λογαριασμού πελατών της Εναγομένης 5 είτε άλλως πως στην Εναγομένη 9, και τα πρόσωπα τα οποία έδωσαν αυτές τις εντολές, τις ημερομηνίες των εντολών και των πληρωμών, μεταφορών και ή εμβασμάτων και τα ποσά αυτών, και τα οποία έχουν σχέση με τον όμιλο Foremost και ή με οποιαδήποτε πληρωμή προμήθειας (commission fee) και ή με οποιαδήποτε πληρωμή αμοιβής και ή προμήθειας αντιπροσώπου (agent or representative fee), και ή με άλλη παρόμοια αμοιβή ή πληρωμή.
(4)Διάταγμα με το οποίο η Εναγομένη 6 διατάσσεται να ετοιμάσει και επιδώσει στους δικηγόρους των Εναγουσών ένορκη δήλωση από διευθυντή και ή εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο και ή υπάλληλο της με την οποία να αποκαλύπτει και δηλώνει (i) Όλους τους λογαριασμούς που τυχόν κατείχαν και ή κατέχουν οι Εναγόμενες 1, 8-10 και 13 και ή οποιαδήποτε εξ αυτών μαζί της. (iii) Σε περίπτωση που υπάρχουν τέτοιοι λογαριασμοί, τις εντολές για άνοιγμα αυτών, τις εντολές πληρωμής, τα πρόσωπα τα οποία έδωσαν αυτές τις εντολές, τα πρόσωπα που έχουν δικαίωμα υπογραφής για αυτούς τους λογαριασμούς, τις ημερομηνίες των εντολών και των πληρωμών και τα ποσά των πληρωμών, μεταφορών και ή εμβασμάτων και τα οποία έχουν σχέση με τον όμιλο Foremost και ή με οποιαδήποτε πληρωμή προμήθειας (commission fee) και ή με οποιαδήποτε πληρωμή αμοιβής και ή προμήθειας αντιπροσώπου (agent or representative fee), και ή με άλλη παρόμοια αμοιβή ή πληρωμή, καθώς επίσης και τα πρόσωπα που τυχόν φέρονται ως οι τελικοί δικαιούχοι των εν λόγω Εναγομένων και πλήρη στοιχεία αυτών.
(5)Διάταγμα με το οποίο η Εναγομένη 7 διατάσσεται να ετοιμάσει και επιδώσει στους δικηγόρους των Εναγουσών ένορκη δήλωση από διευθυντή και ή εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο και ή υπάλληλο της με την οποία να αποκαλύπτει και δηλώνει (
- ii)Όλους τους λογαριασμούς που τυχόν κατείχαν και ή κατέχουν οι Εναγόμενες 1, 8-10 και 13 και ή οποιαδήποτε εξ αυτών μαζί της. (
- iv)Σε περίπτωση που υπάρχουν τέτοιοι λογαριασμοί, τις εντολές για άνοιγμα αυτών, τις εντολές πληρωμής, τα πρόσωπα τα οποία έδωσαν αυτές τις εντολές, τα πρόσωπα που έχουν δικαίωμα υπογραφής για αυτούς τους λογαριασμούς, τις ημερομηνίες των εντολών και των πληρωμών και τα ποσά των πληρωμών, μεταφορών και ή εμβασμάτων και τα οποία έχουν σχέση με τον όμιλο Foremost και ή με οποιαδήποτε πληρωμή προμήθειας (commission fee) και ή με οποιαδήποτε πληρωμή αμοιβής και ή προμήθειας αντιπροσώπου (agent or representative fee), και ή με άλλη παρόμοια αμοιβή ή πληρωμή, καθώς επίσης και τα πρόσωπα που τυχόν φέρονται ως οι τελικοί δικαιούχοι των εν λόγω Εναγομένων και πλήρη στοιχεία αυτών. Ο χρόνος συμμόρφωσης καθορίζεται σε 90 μέρες από την επίδοση των διαταγμάτων, όπως αιτούνται οι Εναγόμενες 6 και 7 και κρίνεται δικαιολογημένος χρόνος. Καθοδηγούμενη και πάλι από την απόφαση στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά (ανωτέρω) και λαμβάνοντας υπόψιν αφενός τις αναφορές των Εναγομένων 6 και 7 ως προς την κάλυψη των εξόδων που πιθανόν να προκύψουν αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα (οι οποίες δεν αντικρούστηκαν με οποιονδήποτε τρόπο από τις Ενάγουσες) και αφετέρου την εμπλοκή των εν λόγω Εναγομένων όπως αυτή παρουσιάζεται από την πλευρά των Εναγουσών, ως επίσης και τη δήλωση του δικηγόρου των Εναγουσών, τα εν λόγω διατάγματα εκδίδονται υπό τους ακόλουθους όρους:
(1)Οι Ενάγουσες αναλαμβάνουν όπως καλύψουν τις Εναγόμενες 6 και 7 για οποιαδήποτε έξοδα αυτές ήθελαν υποστεί λόγω της συμμόρφωσης τους προς τα εν λόγω διατάγματα.
(2)Οι Ενάγουσες αναλαμβάνουν όπως μη χρησιμοποιήσουν οποιαδήποτε πληροφορία και ή στοιχείο και ή έγγραφο ήθελε αποκαλυφθεί στα πλαίσια των εν λόγω διαταγμάτων για οποιονδήποτε άλλο σκοπό εκτός από τον σκοπό που αναφέρεται στην παράγραφο Γ της Αίτησης, ήτοι προς υποστήριξη αγωγής και ή αγωγών και ή οποιασδήποτε άλλης αστικής διαδικασίας που θα καταχωριστεί και ή εγερθεί από τις Ενάγουσες στην Κύπρο για την προστασία των δικαιωμάτων της.
(3)Οι Ενάγουσες αναλαμβάνουν όπως μη χρησιμοποιήσουν οποιαδήποτε πληροφορία και ή στοιχείο και ή έγγραφο ήθελε αποκαλυφθεί στα πλαίσια των εν λόγω διαταγμάτων προς υποστήριξη αγωγής και ή αγωγών και ή οποιασδήποτε άλλης αστικής διαδικασίας που θα καταχωριστεί και ή εγερθεί από τις Ενάγουσες σε οποιαδήποτε αλλοδαπή δικαιοδοσία, παρά μόνο αν έχει προηγουμένως εξασφαλιστεί άδεια του Δικαστηρίου. Αναφορικά με τα έξοδα της Αίτησης, λαμβάνω υπόψιν την επιτυχία των Εναγουσών, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι Εναγόμενοι 2-4, 6 και 7 παρουσιάζονται ως διάδικοι και πάλι την εμπλοκή τους όπως αυτή παρουσιάζεται από την πλευρά των Εναγουσών καθώς επίσης και την ιδιότητα των εν λόγω Εναγομένων και τους λόγους για τους οποίους καταχώρισαν ένσταση. Έτσι κρίνω ότι η ορθότερη διαταγή είναι όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της. Αναφορικά με την Εναγομένη 1, αυτή καταχώρισε ένσταση και ο δικηγόρος της ετοιμάστηκε για την ακρόαση της Αίτησης με γραπτή αγόρευση για να πληροφορηθεί τη μέρα της ακρόασης ότι η Αίτηση δεν προωθείτο αναφορικά με αυτή. Υπό αυτές τις περιστάσεις θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως ακολουθηθεί ο γενικός κανόνας και τα έξοδα επιδικαστούν υπέρ της Εναγομένης 1 και εναντίον των Εναγουσών. Η θέση του δικηγόρου των Εναγουσών ότι δεν θα πρέπει να επιδικαστούν έξοδα υπέρ της από τη στιγμή που η Αίτηση εξακολουθεί να την αφορά δεν με βρίσκει σύμφωνη για τον λόγο ότι δεν επιζητείται πλέον οποιαδήποτε θεραπεία από τη συγκεκριμένη Εναγομένη. Ως εκ τούτου αναφορικά με την Εναγομένη 1, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της και εναντίον των Εναγουσών αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ......................... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο