← Κύπρος

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΘΕΟΔΩΡΟΥ κ.α. ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ κ.α., Αρ. Αίτησης Έφεσης: 290/2020, 2/10/2020

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΘΕΟΔΩΡΟΥ κ.α. ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ κ.α., Αρ. Αίτησης Έφεσης: 290/2020, 2/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A446 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Έφεσης: 290/2020 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 και επί τοις αφορώσι τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, και τις τροποποιήσεις αυτών. Μεταξύ:

  1. XXXXX ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
  2. XXXXX ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
  3. XXXXX ΘΕΟΔΩΡΟΥ
  4. XXXXX ΙΩΑΝΝΗ ΘΕΟΔΩΡΟΥ Αιτητές/Εφεσείοντες Και
  5. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
  6. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητοι Αίτηση ημερομηνίας 17/09/20 για έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων Ημερομηνία: 2/10/2020 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές- Εφεσείοντες: κ. Π. Αγαθοκλέους για Γερολέμου, Αγαθοκλέους & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση 1- Εφεσίβλητο: κα Μενοίκου Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2- Εφεσίβλητους: κ. Δ. Καλλής για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή: Οι Αιτητές-Εφεσείοντες (οι Αιτητές) καταχώρησαν την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Αίτηση-Έφεση (η Αίτηση-Έφεση) εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση στο πλαίσιο της οποίας επιδιώκουν την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την ακύρωση της απόφασης ή/και γνωστοποίησης του Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογικού γραφείου Λευκωσίας η οποία αφορά την αίτηση με αριθμό φακέλου ΑΝΠ 82/2020 με την οποία οι Καθ' ων η Αίτηση 2 αιτήθηκαν την μετεγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι τρίτου προσώπου. Επιδιώκουν επίσης την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τη διατήρηση της εγγραφής του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των Αιτητών. Στο πλαίσιο της Αίτησης-Έφεσης οι Αιτητές καταχώρησαν στις 17/09/20 και προώθησαν μονομερώς την υπό κρίση Αίτηση με την οποία επιδιώκουν την έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων που να απαγορεύουν στον Καθ' ου η Αίτηση 1 να προχωρήσει με την μετεγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι οποιουδήποτε τρίτου στο πλαίσιο της αίτησης με αριθμό φακέλου ΑΝΠ 82/2020 και να διατάσσουν τη διατήρηση της εγγραφής του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των Αιτητών μέχρι την εκδίκαση της Αίτησης-Έφεσης. Το Δικαστήριο επιλήφθηκε της υπό κρίση Αίτησης μονομερώς και αφού δεν ικανοποιήθηκε για την ύπαρξη του δικαιοδοτικού όρου του κατεπείγοντος ή άλλων εξαιρετικών περιστάσεων για την χορήγηση θεραπειών στην απουσία της άλλης πλευράς έδωσε οδηγίες επίδοσης της υπό κρίση Αίτηση στους Καθ' ων η Αίτηση. Στις 25/09/20 οι Καθ' ων η Αίτηση εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο ζητώντας χρόνο για καταχώριση ένστασης. Ενόψει του ότι επίκειται η μετεγγραφή του επίδικου ακινήτου σήμερα, το Δικαστήριο προγραμμάτισε την υπό κρίση Αίτηση για ακρόαση στις 30/09/20 δίδοντας οδηγίες για καταχώριση, στο μεσοδιάστημα, ένστασης από την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση. Ένσταση εν τέλει καταχώρησε μόνο η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση
  7. Η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση 1 δεν καταχώρησε ένσταση. Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση: Η υπό κρίση Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του αιτητή υπ' αριθμό 1, κ. XXXXX Παναγιώτη Θεοδώρου (ΙΘ). Ο ΙΘ αναφέρει ότι είναι ιδιοκτήτης μαζί με τους υπόλοιπους Αιτητές του επίδικου ακινήτου το οποίο έχει υποθηκευτεί δυνάμει σχετικής συμφωνίας υποθήκης προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση
  8. Αναφέρει επίσης ότι στο πλαίσιο της εν λόγω συμφωνίας υποθήκης έχει υποθηκευτεί και άλλο ακίνητο το οποίο δεν αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση Αίτησης. Αναφέρει ότι το ποσό του δανείου που παραχωρήθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση 2 και προς εξασφάλιση του οποίου υποθηκεύτηκαν τα εν λόγω ακίνητα ανερχόταν στο ποσό των €315.
  9. Αναφέρει επίσης ότι διατηρούν και άλλα δάνεια με την Καθ' ης η Αίτηση 2 για τα οποία έχει υποθηκευτεί άλλη περιουσία είτε προσωπική είτε των εταιρειών της ιδιοκτησίας τους. Εκκρεμεί επίσης και αγωγή μεταξύ των Καθ' ων η Αίτηση 2 και των Αιτητών καθώς και κάποιου νομικού προσώπου στο πλαίσιο της οποία αξιώνεται από τους Καθ' ων η Αίτηση 2 απόφαση για συγκεκριμένο ποσό και διατάγματα πώλησης ακινήτων τα οποία, όπως διευκρινίζει, δεν συνδέονται με την Αίτηση-Έφεση. Συνεχίζει λέγοντας ότι βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις από το 2016 με τους Καθ' ων η Αίτηση 2 για τη συνολική διευθέτηση των δανειακών υποχρεώσεων τους προς αυτούς. Αναφέρει επίσης ότι λόγω του ότι βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις, παρά το ότι είχε αρχίσει η διαδικασία του πλειστηριασμού σε σχέση με το επίδικο ακίνητο, είχαν εκδοθεί εκ συμφώνου διατάγματα αναστολής του πλειστηριασμού με αποτέλεσμα η ημερομηνία του πλειστηριασμού να μετατεθεί για τις 5/2/20, οπόταν και έλαβε χώρα ο πλειστηριασμός. Πραγματοποίησαν έρευνα στο Κτηματολόγιο και πληροφορήθηκαν ότι στις 5/6/20 είχε καταχωριστεί η ΑΝΠ 82/20 από τους Καθ' ων η Αίτηση 2 με την οποία ζητήθηκε η μετεγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι τρίτου προσώπου τα στοιχεία του οποίου δεν γνωρίζουν. Ο ΙΘ αναφέρει ότι ενημέρωσαν τους δικηγόρους τους οι οποίοι έσπευσαν να αποστείλουν επιστολή στις 20/07/20 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας θέτοντας σε προσοχή του Κτηματολογίου ότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του Μέρους VIA του Ν. 9/
  10. Εν τέλει, κατόπιν σχετικής υπενθύμισης από τους δικηγόρους τους, αναφέρει ότι το Κτηματολόγιο απέστειλε στους δικηγόρους τους την προσβαλλόμενη απόφαση/γνωστοποίηση η οποία αναφέρει τα ακόλουθα: «Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα και σε συνέχεια της αλληλογραφίας που είχαμε, έχω οδηγίες από το Διευθυντή του Τμήματος μας να σας πληροφορήσω ότι το Τμήμα μας θα προχωρήσει στην μετεγγραφή του εν λόγω ακινήτου, με βάση την αίτηση με αριθμό φακέλου ΑΝΠ82/2020, εκτός εάν εντός τριάντα

(30)ημερών, προσκομιστεί διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει άλλως πως». Συνεχίζει αναφέροντας ότι στις 24/07/20 έλαβαν όλοι οι Αιτητές επιστολή με την οποία ενημερώνονταν για την προτεινόμενη διάθεση του προϊόντος της πώλησης του επίδικου ακινήτου. Επισημαίνει ότι η εν λόγω επιστολή λήφθηκε από τους Αιτητές 5 και πλέον μήνες μετά τον πλειστηριασμό και ως εκ τούτου δεν τηρήθηκαν οι προθεσμίες που ορίζει το Μέρος VIA του Νόμου 9/1965 και συγκεκριμένα τα άρθρα 44Ι και 44ΙΒ. Εν συνεχεία έλαβαν στις 12/8/20 νέες επιστολές από τους Καθ' ων η Αίτηση 2 με τις οποίες ενημερώνονταν για την επικύρωση της διάθεσης του ενυπόθηκου ακινήτου. Αναφέρει ότι εξ όσων τον ενημέρωσαν οι δικηγόροι του οι προθεσμίες που τίθενται από τον Νόμο 9/1965 είναι αυστηρές και αποκλειστικές με αποτέλεσμα η μη τήρηση τους να επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας εξ υπαρχής. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, παραθέτει τις ανακοινώσεις του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου και το δελτίο τύπου των Καθ' ων η Αίτηση 2 προβάλλοντας τη θέση ότι όλες οι διαδικασίες πλειστηριασμού είχαν ανασταλεί και συνεπώς ακόμα και αν δεν έπασχε η διαδικασία κανένα διάβημα δεν θα έπρεπε να λάβει χώρα μέχρι τις 31/8/
  1. Επομένως οι Καθ' ων η Αίτηση 2 εμποδίζονταν, λέει, λόγω συμπεριφοράς, παραστάσεων και δηλώσεων από του να προχωρήσουν με οποιοδήποτε διάβημα πριν την παρέλευση της 31ης/8/
  2. Αναφέρει επίσης ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα οι Αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αφού ο νέος ιδιοκτήτης είναι πολύ πιθανό να αποξενώσει το επίδικο ακίνητο ή να το επιβαρύνει και σε τέτοια περίπτωση πιθανόν να επηρεαστούν δικαιώματα καλόπιστων τρίτων που θα πρέπει να ακουστούν στη διαδικασία. Ένσταση και Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει: Οι Καθ' ων η Αίτηση προέβαλαν συνολικά 19 λόγους ένστασης οι οποίοι συνοπτικά αφορούν στη μη πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60, στη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων, στην επίδειξη καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους των Αιτητών, στο ότι η Αίτηση-Έφεση είναι παντελώς ανυπόστατη και αβάσιμη, στη μη ύπαρξη όλων των αναγκαίων διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου, στη μη ύπαρξη οποιουδήποτε δυσμενούς επηρεασμού των Αιτητών, στο ότι επέδειξαν οι Αιτητές υπέρμετρη καθυστέρηση, στην επίδειξη καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους των Αιτητών. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Ανδρέου (ΑΑ), υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd, η οποία δυνάμει συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων με τους Καθ' ων η Αίτηση 2 ενεργεί για λογαριασμό των Καθ' ων η Αίτηση
  3. Εξηγεί ότι η διαδικασία για την εκποίηση του ενυπόθηκου επίδικου ακινήτου έλαβε χώρα δυνάμει των προνοιών του Μέρους VIA του Νόμου 9/
  4. Παραδέχεται ότι βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις με τους Αιτητές και ότι είχαν εκδοθεί διατάγματα αναστολής των πλειστηριασμών. Παραδέχεται τους ισχυρισμούς του ΙΘ περί μη τήρησης των προθεσμιών πλην όμως υποστηρίζει ότι κανένας δυσμενής επηρεασμός δεν προκλήθηκε στους Αιτητές συνεπείας της μη τήρησης των προθεσμιών με αποτέλεσμα το όλο ζήτημα να καθίσταται ακαδημαϊκό. Αναφέρει επίσης ότι η απάντηση που δόθηκε από το Κτηματολόγιο και η οποία προσβλήθηκε με την Αίτηση-Έφεση δεν μπορεί να εφεσιβληθεί αφού στην απάντηση του ο Διευθυντής δεν απάντησε επί της ουσίας ούτε εξέδωσε οποιαδήποτε διαταγή, ειδοποίηση ή απόφαση για να μπορεί να εφεσιβληθεί. Προβάλλει επίσης τη θέση ότι οι προθεσμίες που τίθενται στα άρθρα 44Ι και 44ΙΒ είναι ενδεικτικές εκτός εάν ορίζεται ότι είναι ανατρεπτικές και κάτι τέτοιο δεν ορίζεται στα εν λόγω άρθρα, με αποτέλεσμα το όλο ζήτημα να καθίσταται τυπικό και δευτερεύον. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι ήταν ελεύθεροι οι Αιτητές μετά τη λήψη των επιστολών που έλαβαν να ασκήσουν τα δικαιώματα τους που απορρέουν από το άρθρο 44Ι. Παραθέτει τις ανακοινώσεις σε σχέση με το θέμα της αναστολής των πλειστηριασμών το οποίο θίγουν οι Αιτητές και αναφέρει ότι το περιεχόμενο των εν λόγω ανακοινώσεων έχει παρερμηνευθεί από τους Αιτητές και δεν υπήρχε τίποτα που να εμπόδιζε τους Καθ' ων η Αίτηση 2 να προχωρήσουν αφού η συγκεκριμένη περίπτωση δεν ενέπιπτε στις πρόνοιες των εν λόγω ανακοινώσεων. Ισχυρίζεται ότι η όποια ζημιά των Αιτητών δεν είναι ανεπανόρθωτη αλλά μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και ότι οι Καθ' ων η Αίτηση είναι μεγάλος Οργανισμός με τεράστιο κύκλο εργασιών και δεν έχουν χαρακτηρισθεί ως αφερέγγυοι να καταβάλουν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις. Αντίθετα, σε περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα είναι οι Καθ' ων η Αίτηση 2 που θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αφού θα απωλέσουν το δικαίωμα που τους παρέχεται από την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου και δεν θα υπάρχει τρόπος να εισπράξουν ή να αποζημιωθούν αφού το οφειλόμενο ποσό λόγω των τόκων θα αυξάνεται. Ισχυρίζεται επίσης ότι η καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης είναι καταχρηστική και ότι το μοναδικό ένδικο διάβημα που είχαν οι Αιτητές στη διάθεση τους ήταν η καταχώρηση αίτησης με σκοπό την αμφισβήτηση της διανομής του προϊόντος της πώλησης. Καταληκτικά αναφέρει ότι η συμπεριφορά των Αιτητών σε όλα τα στάδια της διαδικασίας καταδεικνύει την άρνηση τους να συνεργαστούν και να αποπληρώσουν τις οφειλές τους. Αγορεύσεις: Κατά το στάδιο της ακρόασης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προβάλλοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω μελετήσει με προσοχή την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων ως αυτή εκτίθεται στις αγορεύσεις τους. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω την επιχειρηματολογία των συνηγόρων των διαδίκων και θα περιοριστώ σε αναφορές στις αγορεύσεις όπου και εάν κριθεί σκόπιμο στη συνέχεια, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται[1]. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας τα πιο κάτω γεγονότα, όπως προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν, είναι αναντίλεκτα και κρίνεται σκόπιμο όπως παρατεθούν για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των ζητημάτων που εγείρονται: Όπως είναι παραδεκτό και από τις δύο πλευρές η διαδικασία που έχει εν προκειμένω λάβει χώρα για την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου των Αιτητών είναι αυτή που προβλέπεται από το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 (ο Νόμος 9/1965). Παρενθετικά, αναφέρω στο σημείο αυτό ότι το υπό αναφορά Μέρος του Νόμου, εισήχθη με τον τροποποιητικό Νόμο 142(Ι)/
  5. Ως δε προκύπτει από την Αιτιολογική Έκθεση του σχετικού Νομοσχεδίου[2] η εισαγωγή του αποτελεί μνημονιακή προϋπόθεση και σκοπό είχε την επιτάχυνση των διαδικασιών εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων από τους ενυπόθηκους δανειστές, χωρίς την παρέμβαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Ενσωματώθηκε λοιπόν στο Νόμο μια πρόσθετη και ανεξάρτητη διαδικασία για εκποίηση ενυπόθηκου ακινήτου μέσω ιδιωτικού πλειστηριασμού χωρίς την ανάμιξη του Διευθυντή Κτηματολογίου αλλά εκείνη των εμπλεκομένων μερών, δηλαδή του ενυπόθηκου δανειστή, ενυπόθηκου οφειλέτη και άλλων ενδιαφερομένων μερών. Μετά δε την εισαγωγή του, το εν λόγω Μέρος τροποποιήθηκε με μεταγενέστερους Νόμους, με πιο ουσιαστικό τον Νόμο 87(Ι)/2018, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 13.7.2018 και ο οποίος επέφερε διάφορες αλλαγές οι οποίες δεν κρίνεται σκόπιμο να αναλυθούν για τους σκοπούς της υπό εκδίκαση αίτησης. Ο πλειστηριασμός είχε εκ συμφώνου ανασταλεί σε διάφορες ημερομηνίας και πραγματοποιήθηκε εν τέλει στις 5/2/
  6. Υπήρξε επιτυχών προσφοροδότης. Αυτό το οποίο προβάλλεται και είναι παραδεκτό από την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση 2 είναι ότι δεν έχουν τηρηθεί εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση 2 οι προθεσμίες που αναφέρονται στον Νόμο 9/1965 σε σχέση με το τελευταίο στάδιο της σχετικής διαδικασίας, δηλαδή την ενημέρωση των Αιτητών για την πώληση και διάθεση του προϊόντος που εισπράχθηκε από τον πλειστηριασμό, σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 44Ι και 44ΙΒ του Νόμου 9/
  7. Συγκεκριμένα, είναι η θέση των Αιτητών την οποία παραδέχονται οι Καθ' ων η Αίτηση 2 ότι η ενημέρωση των Αιτητών με σχετική προς τούτο ειδοποίηση έλαβε χώρα πέντε
(5)και πλέον μήνες από την ημερομηνία του πλειστηριασμού και όχι εντός τριάντα
(30)ημερών ως προνοεί το άρθρο 44Ι. Οι Αιτητές δεν αμφισβήτησαν την προτεινόμενη διάθεση του προϊόντος της πώλησης και επίσης έλαβαν επιστολές με τις οποίες ενημερώθηκαν ότι επικυρώθηκε η προτεινόμενη διάθεση του προϊόντος της πώλησης. Δεν αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο και ούτε αμφισβητείται η διάθεση του προϊόντος της πώλησης. Ούτε και προβάλλεται ισχυρισμός ότι συνεπεία της μη τήρησης της προθεσμίας αποστερήθηκαν του δικαιώματος τους οι Αιτητές να αμφισβητήσουν την προτεινόμενη διάθεση του προϊόντος της πώλησης. Με άλλα λόγια, δεν προβάλλεται η ύπαρξη οποιουδήποτε δυσμενούς επηρεασμού των Αιτητών σε σχέση με τον τρόπο που έγινε η διάθεση του προϊόντος της πώλησης, η οποία δεν αμφισβητείται. Το βασικό παράπονο των Αιτητών είναι αφενός μεν η μη τήρηση της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 44Ι του Ν. 9/1965 που κατά τη θέση τους επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας εξ υπαρχής και αφετέρου ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 2 ακόμα και αν δεν πάσχει η διαδικασία λόγω μη τήρησης της προθεσμίας, εμποδίζονταν να προχωρήσουν λόγω των ανακοινώσεων που είχαν ανά διαστήματα δημοσιευτεί περί αναστολής των πλειστηριασμών. Νομική Πτυχή - Εξέταση υπό κρίση Αίτησης: Οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι καλά γνωστές και συνοψίσθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Πολιτική Εφεση Αρ. E7/2018, ημερ. 21.3.2019, Κοζάκου κ.α. v. Ν. Νικολάου, Πολιτική Έφεση Αρ. E127/2013, ημερ. 13/6/2019 και Αντώνης και Φούλης Μιχαήλ Λίμιτεδ v Ιωαννίδη, Πολιτική Εφεση Αρ. Ε44/2014, ημερ. 16/7/2019. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της Λοϊζίδου (ανωτέρω) που υιοθετήθηκε στη Νικολάου και στην Φούλης (ανωτέρω): «Στο άρθρο 32
(1)αποτυπώνονται οι τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, προκειμένου να θεμελιώνεται η εξουσία προς έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η πρώτη αφορά το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συνδέθηκε, αρχικά από την καθοριστική επί του ζητήματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557, με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Θεωρήθηκε ότι ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί ο,τιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων». Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Η πιθανότητα επιτυχίας, η δεύτερη δηλαδή προϋπόθεση του άρθρου 32, χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή του στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως κατ΄ επανάληψη λέχθηκε, η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν ενδείκνυται, αρχή η οποία θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Εξέταση πρώτης προϋπόθεσης - Σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση: Στο στάδιο αυτό προέχει η εξέταση της θέσης της πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση 2 ότι η απάντηση που δόθηκε από την λειτουργό του Κτηματολογίου σε επιστολή των δικηγόρων των Αιτητών δεν μπορεί να εφεσιβληθεί αφού κατά τη θέση των Καθ' ων η Αίτηση 2, με την απάντηση αυτή δεν υπήρξε οποιαδήποτε απάντηση επί της ουσίας της επιστολής των Αιτητών, ούτε και έχει εκδοθεί κατά τη θέση τους οποιαδήποτε διαταγή, ειδοποίηση ή απόφαση για να μπορεί αυτή να εφεσιβληθεί. Στο στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών εισηγήθηκε ότι αφενός δεν είναι το σωστό στάδιο για να εξεταστεί το ζήτημα αυτό προβάλλοντας ότι πρόκειται για ζήτημα ουσίας και αφετέρου, ότι δεν υπάρχει σχετικός λόγος ένστασης στην αίτηση των Καθ' ων η αίτηση 2 με αποτέλεσμα να μην μπορεί το Δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα αυτό. Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η Αίτηση 2 εισηγήθηκε ότι το θέμα αυτό μπορεί και πρέπει να εξεταστεί στο παρόν στάδιο αφού πρόκειται κατά τη θέση του για ζήτημα δικαιοδοτικό και ως τέτοιο το Δικαστήριο θα μπορούσε να το εξετάσει ακόμα και αυτεπάγγελτα και ότι εν πάση περιπτώσει καλύπτεται το ζήτημα αυτό από τον λόγο ένστασης με αριθμό 14 στο πλαίσιο του οποίου προβάλλεται από την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση ότι η Αίτηση- Έφεση είναι παντελώς ανυπόστατη και/ή αβάσιμη. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου των Αιτητών. Το κατά πόσο η κατ' ισχυρισμό απόφαση η οποία αποτελεί το αντικείμενο της Αίτησης-Έφεσης στο πλαίσιο της οποίας έχει καταχωριστεί η υπό κρίση Αίτηση είναι ή όχι εφέσιμη συναρτάται άμεσα με το ζήτημα το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει στο πλαίσιο της εξέτασης πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, ήτοι τη νομική θεμελίωση της αξίωσης των Αιτητών. Η κυρίως Αίτηση λαμβάνει για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας τη μορφή δικογράφου στο οποίο το Δικαστήριο οφείλει να ανατρέξει για να διαπιστώσει κατά πόσο πληρείται ή όχι η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Επομένως, στην παρούσα, η κυρίως Αίτηση-Έφεση, καθώς και οι ένορκες δηλώσεις κατ΄ αναλογίαν προς τα πιο πάνω εφαρμοζόμενα στις αγωγές, συνιστούν το βάθρο επί του οποίου εξετάζεται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος. Επιπρόσθετα, παρά το γεγονός ότι, οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν συμπεριλάβει ξεχωριστό λόγο ένστασης ως προς το ότι η απάντηση που δόθηκε από την λειτουργό του Κτηματολογίου σε επιστολή των δικηγόρων των Αιτητών δεν μπορεί να εφεσιβληθεί γιατί δεν έχει εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή, ειδοποίηση ή απόφαση δυνάμει του Νόμου για να μπορεί αυτή να εφεσιβληθεί, εντούτοις, διαπιστώνω ότι η θέση τους αυτή συναρτάται με την ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης και συνεπώς μπορεί να εξεταστεί τόσο στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ένστασης όπου προβάλλεται από τους Καθ' ων η Αίτηση 2 ότι δεν έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60, όσο και στο πλαίσιο του του λόγου ένστασης υπ' αριθμό 14 όπου προβάλλεται ως λόγος ένστασης ότι η Αίτηση-Έφεση είναι αβάσιμη και ανυπόστατη. Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών με αναφορά στις πρόνοιες των άρθρων 51 και 14 του Νόμου εισηγήθηκε ότι εν προκειμένω, παρά το λακωνικό τρόπο απάντησης, το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 2/9/20 έχει τα χαρακτηριστικά της διαταγής/γνωστοποίησης/απόφασης του άρθρου 51 του Νόμου 9/1965 και επομένως το μοναδικό ένδικο μέσο που υπήρχε κατά την εισήγηση του ήταν αυτό το οποίο λήφθηκε εν προκειμένω, ήτοι η Αίτηση-Έφεση. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από τη γραπτή αγόρευση του συνήγορου του Αιτητή σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα: «..πρόκειται για μια απόφαση που έλαβε σε σχέση με αρμοδιότητα που έλκει από τον Ν. 9/1965, δηλαδή να προχωρήσει ή όχι με τη μεταβίβαση (βλ. α. 14 του Ν. 9/1965)».[3] Κρίνω επίσης σκόπιμο στο σημείο αυτό να παραθέσω αυτούσιο το λεκτικό των άρθρων 51 και 14 του Νόμου 9/1965 τα οποία έχει επικαλεστεί ο συνήγορος των Αιτητών αφού όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια το άρθρο 14 του Νόμου 9/1965 δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής. Το άρθρο 51 του Νόμου 9/1965 βρίσκεται στο Μέρος VII με τίτλο «ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ» και προνοεί τα εξής: Εφέσεις «51.-
(1)Παν πρόσωπον ούτινος τα νόμιμα συμφέροντα παραβλάπτονται εξ οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντού δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται εντός τριάκοντα ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν των άνω να υποβάλη έφεσιν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω( επί τούτω αι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου και των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών θα τυγχάνωσι, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμογής επί της τοιαύτης εφέσεως ως και επί εφέσεως ασκηθείσης δυνάμει των διατάξεων του ειρημένου Νόμου. Νοείται ότι το Ανώτατον Δικαστήριον δύναται να εκδώση Κανονισμούς δι' οιονδήποτε ζήτημα ή διαδικασίαν αγομένην ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44, ουδέν δικαστήριον επιλαμβάνεται αγωγών ή διαδικασιών εφ' οιουδήποτε ζητήματος αναφορικώς προς ο ο Διευθυντής κέκτηται εξουσίαν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πλην της περιπτώσεως καθ' ην ασκείται έφεσις ως προνοείται εν εδαφίω
(1).» (η υπογράμμιση και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Το άρθρο 14 του Νόμου 9/1965 βρίσκεται στο Μέρος III με τίτλο «ΓΕΝΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΦΟΡΩΣΑΙ ΕΙΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΩΝ Ή ΥΠΟΘΗΚΩΝ» και προνοεί τα εξής: Διακριτική εξουσία Διευθυντού 14. Ο Διευθυντής δύναται να αρνηθή να επιτρέψη την παρά του αρμοδίου λειτουργού Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου ή παραρτήματος αποδοχήν οιασδήποτε δηλώσεως μεταβιβάσεως ή υποθήκης ή, οσάκις τοιαύτη δήλωσις εγένετο εις Επαρχιακόν Κτηματολογικόν Γραφείον επαρχίας ετέρας ή της επαρχίας εν η κείται το ακίνητον ούτινος σκοπείται η μεταβίβασις ή υποθήκευσις ή εις παράρτημα τι, ο Διευθυντής δύναται να αρνηθή να εγγράψη την τοιαύτην μεταβίβασιν ή υποθήκευσιν εις οιανδήποτε των εφεξής περιστάσεων, ήτοι- (α) οσάκις εξ οιασδήποτε παρασχεθείσης πληροφορίας, προσαχθέντος αποδεικτικού στοιχείου ή βεβαιώσεως γενομένης κατ' απαίτησιν του Διευθυντού δυνάμει του άρθρου 13 ή εκ των πορισμάτων αυτοψίας διενεγηθείσης κατ' εντολήν του Διευθυντού δυνάμει του εδαφίου
(3)του προμνησθέντος άρθρου- (i) ο Διευθυντής έχη οιασδήποτε αμφιβολίας αναφορικώς προς ζήτημα τι εκ των αναφερομένων εν παραγράφοις (α), (β), (γ) και (δ) του εδαφίου
(1)του προμνησθέντος άρθρου (ii) ούτος κρίνη ότι κατά τι ουσιώδες αυτού στοιχείον το ακίνητον ούτινος σκοπείται η μεταβίβασις ή υποθήκευσις και η επ' αυτού κυριότης δεν συμπίπτουν μετά της εν τω κτηματικώ μητρώω διαλαμβανομένης περιγραφής (iii) εν περιπτώσει σκοπουμένης μεταβιβάσεως ακινήτου ο Διευθυντής είναι πεπεισμένος ότι υφίσταται συμφωνία περί επαναμεταβιβάσεως αυτού εις τον δικαιοπάροχον επί τη πληρωμή οιουδήποτε ποσού ή τω συμβάντι οιουδήποτε γεγονότος, ή ότι υφίσται ετέρα συμφωνία, όρος ή σύμφωνον, αντικείμενον ή μη συνάδον προς την φύσιν της μεταβιβάσεως (β) οσάκις δεν τηρείται οιαδήποτε των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή (γ) οσάκις η σκοπουμένη μεταβίβασις ή υποθήκευσις θα αντέβαινεν ή αντέκειτο προς τας διατάξεις οιουδήποτε ετέρου εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου. (η υπογράμμιση και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στο ίδιο μέρος του Νόμου 9/1965 και για σκοπούς καλύτερης κατανόησης του άρθρου 14 κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το λεκτικό του άρθρου 8 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: Διαδικασία δηλώσεως μεταβιβάσεως ή υποθήκης 8.-
(1)Πας όστις επιθυμεί να μεταβιβάση ή υποθηκεύση ή αποδεχθή μεταβίβασιν ή υποθήκην ακινήτου δέον όπως ομού μετά του προσώπου μεθ' ου συνεφώνησε την σκοπουμένην μεταβίβασιν ή υποθήκην παρουσιασθή εις το αρμόδιον Επαρχιακόν Κτηματολογικόν Γραφείον κατά τας καθοριζομένας υπό του άρθρου 46 ώρας εργασίας, και δηλώση την τοιαύτην μεταβίβασιν ή υποθήκην εις τον αρμόδιον λειτουργόν του ως είρηται Γραφείου διά- (α) της προσαγωγής και επικυρώσεως ενυπογράφου δηλώσεως ως προνοείται εν άρθρω 18 ή, αναλόγως της περιπτώσεως, εν άρθρω 21 (β) της προσαγωγής ετέρων εγγράφων άτινα προνοούνται υπό του παρόντος Νόμου ή άτινα ήθελον απαιτηθή υπό του Διευθυντού επί τω τέλει της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος ή οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ Νόμου (γ) της βεβαιώσεως των υπογραφών αυτού επί της δηλώσεως και επί παντός δελτίου, συνημμένου ή ετέρου εγγράφου φέροντος την υπογραφήν αυτού, διά δηλώσεως αυτού ότι αναγνωρίζει τας τοιαύτας υπογραφάς ως ιδίας επί τούτω τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ο αρμόδιος λειτουργός αποδέχεται την γενομένην δήλωσιν μεταβιβάσεως ή υποθήκης φυλάσσων την δήλωσιν και τα προμνησθέντα έγγραφα και σημειών ενυπογραφως επί του εγγράφου της δηλώσεως το γεγονός ότι η δήλωσις εγένετο ενώπιον αυτού και εγένετο αποδεκτή υπ' αυτού, ως και την ημερομηνίαν και τον χρόνον της δηλώσεως και της τοιαύτης αποδοχής. .....» (η υπογράμμιση και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Με βάση τη νομολογία, βασικό κριτήριο για την ερμηνεία ενός νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του Νομοθέτη. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ κ.ά. v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348, σκοπός της ερμηνείας του Νόμου είναι η ανεύρεση της πρόθεσης του Νομοθέτη. Οι λέξεις σε νομοθέτημα ερμηνεύονται κατ΄ αρχήν με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια τους αλλά και με βάση τα συμφραζόμενα, έχοντας υπόψη το αντικείμενο και τον σκοπό του Νόμου. Σύμφωνα με την υπόθεση Τροκκούδης v. Πέτρου κ.ά.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 683, όπου η γραμματική ερμηνεία νομοθετικής διάταξης, οδηγεί σε καταφανώς άτοπα αποτελέσματα και το λάθος στη διάρθρωση της νομοθεσίας είναι πασίδηλο, παρέχεται η δυνατότητα αποφυγής της ερμηνείας που θα οδηγούσε σε τέτοια αποτελέσματα. Τέλος, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Νικολάου v. Total Properties Ltd κ.ά.
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1358 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Συνιστά πάγια νομολογιακή αρχή ότι εκεί όπου το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές, τότε για σκοπούς διακρίβωσης του πραγματικού σκοπού του νομοθέτη, το μόνο αυθεντικό οδηγό αποτελεί το κείμενο του νόμου. Στις λέξεις θα πρέπει να αποδίδεται η φυσική και συνήθης έννοια τους και τα δικαστήρια οφείλουν να καταστήσουν το νόμο αποτελεσματικό, οποιεσδήποτε και αν είναι οι συνέπειες. Όπως πολύ εύστοχα λέχθηκε στην υπόθεση Ghalanos Distributors Ltd. v. Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 528, στη σελ. 533, «Το Δικαστήριο δεν κρίνει την πολιτική του Νόμου ούτε επιχειρεί με ερμηνευτικά μέσα να δώσει σοφότερη ή δικαιότερη λύση ή ακόμα πιο επιθυμητή από αυτήν που προβλέπει η διάταξη». (Βλ. επίσης, Κ.Ο.Τ. v. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86, Μακεδόνας v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 162, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ. κ.ά. v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348).» Δεν υπάρχει υπό τις περιστάσεις περιθώριο αποδοχής της εισήγησης της πλευράς των Αιτητών ότι η επιστολή που έλαβαν οι Αιτητές και την οποία προσέβαλαν με την Αίτηση-Έφεση που καταχώρησαν ήταν αποτέλεσμα ενάσκησης αρμοδιότητας του Διευθυντή την οποία έλκει από τις πρόνοιες του άρθρου 14 του Νόμου 9/1965 αφού είναι κατά την κρίση μου ξεκάθαρο και σαφές από το λεκτικό του Νόμου 9/1965 ότι το άρθρο αυτό εφαρμόζεται σε περιπτώσεις διαδικασιών δηλώσεων μεταβιβάσεως ή υποθήκης και η παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως τέτοια. Δεν έλαβε χώρα εν προκειμένω οποιαδήποτε διαδικασία δήλωσης μεταβίβασης ως η εν λόγω διαδικασία περιγράφεται με σαφές τρόπο στο άρθρο 8 του Νόμου 9/
  1. Οι καθ' ων η Αίτηση 2 δεν ενεργοποίησαν τις πρόνοιες του Μέρους ΙΙΙ του Νόμου 9/1965 για την μετεγγραφή του ενυπόθηκου ακινήτου αλλά ενεργοποίησαν τις πρόνοιες του Μέρους VIA υποβάλλοντας αίτηση για μετεγγραφή συμφώνως των προνοιών του άρθρου 44ΙΒ του Νόμου 9/
  2. Το σαφές λεκτικό του άρθρου 51 του Νόμου 9/1965 καθιστά υποκείμενη σε έφεση εντός της χρονικής προθεσμίας που εκεί αναφέρει οποιαδήποτε διαταγή, γνωστοποίηση ή απόφαση του Διευθυντή δυνάμει του παρόντος Νόμου. Καθίσταται, κατά την κρίση μου, σαφές ότι για να ενεργοποιηθούν οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου θα πρέπει να προβλέπεται στο Νόμο συγκεκριμένη διαδικασία η οποία να απολήγει στην έκδοση τέτοιας διαταγής, γνωστοποίησης ή απόφασης εκ μέρους του Διευθυντή όπως για παράδειγμα γίνεται με σαφές τρόπο στο Μέρος VIB του Νόμου 9/1965 με τίτλο ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΓΟΡΑΣΤΩΝ. Διαφορετικά θα ήταν αχρείαστη η επιτακτική από τον Νομοθέτη χρήση της φράσης «δυνάμει του παρόντος Νόμου». Σχετικές για παράδειγμα είναι οι πρόνοιες του άρθρου 44ΚΒ στο Μέρος VIB του Νόμου 9/1965 όπου προνοείται η διαδικασία για παροχή γνωστοποίησης από το διευθυντή με έγγραφη ειδοποίηση κατά τον τύπο "ΙΕ" προς τον αγοραστή, πωλητή, ενυπόθηκο δανειστή και/ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος, της πρόθεσής του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία της γνωστοποίησης. Περαιτέρω, προνοείται ότι σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της υποβληθείσας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου ένστασης, ο Διευθυντής προχωρεί σε έκδοση αιτιολογημένης απόφασης, την οποία κοινοποιεί στο ενιστάμενο πρόσωπο και στον αγοραστή, με την οποία πληροφορεί τον ενιστάμενο για τους λόγους απόρριψης της ένστασής του. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε από τους Αιτητές, ήτοι η αποστολή επιστολής στο Κτηματολόγιο και η απαντητική επιστολή που αποστάληκε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στους δικηγόρους των Αιτητών προς απάντηση της επιστολής που οι δικηγόροι των Αιτητών είχαν απευθύνει στο Κτηματολόγιο, δεν μπορεί κατά την κρίση μου να θεωρηθεί ότι βρίσκει έρεισμα σε οποιαδήποτε πρόνοια του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965 δυνάμει του οποίου προωθήθηκε η διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου με τρόπο ώστε να μπορεί κατ' επέκταση να θεωρηθεί ότι τα όσα απαντητικά ανέφερε η κτηματολογική λειτουργός στους δικηγόρους των Αιτητών συνιστούν διαταγή, γνωστοποίηση ή απόφαση του Διευθυντή δυνάμει του Νόμου και άρα εφέσιμη δυνάμει του άρθρου
  1. Αν αυτή ήταν η πρόθεση του Νομοθέτη (δηλαδή η θέσπιση συγκεκριμένης διαδικασίας υποβολής ενστάσεων ή παραπόνων προς αμφισβήτηση της μετεγγραφής του ενυπόθηκου ακινήτου στο όνομα του επιτυχόντος προσφοροδότη και η αξιολόγηση τους από το διευθυντή με έκδοση κάποιας διαταγής ή απόφασης ή ειδοποίησης ή γνωστοποίησης) τότε θα υπήρχαν ρητές και ξεκάθαρες πρόνοιες στο εν λόγω Μέρος όπως υπάρχουν στο Μέρος VIB του Νόμου 9/
  2. Αξίζει αναφοράς στο σημείο αυτό ότι με τον Νόμο 87(Ι)/2018, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 13.7.2018 καταργήθηκε το άρθρο 44ΙΓ του Ν. 9/1965, σύμφωνα με το οποίο ο ενυπόθηκος οφειλέτης, του οποίου τα έννοµα συµφέροντα παραβλάπτονταν από οποιαδήποτε ειδοποίηση ή πράξη, στα πλαίσια του Μέρους VIA, μπορούσε να καταχωρήσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο, που δείχνει και την πρόθεση του Νομοθέτη να περιορίσει την καταχώριση Αιτήσεων-Εφέσεων στο πλαίσιο του Μέρους που εδώ ενδιαφέρει (ήτοι το Μέρος VIA) μόνο στις περιπτώσεις που ρητά αναφέρει στις πρόνοιες των άρθρων του Μέρους αυτού. Αιτήσεις- Εφέσεις μπορούν να καταχωρούνται όπως και όταν προβλέπεται στη νομοθεσία. Εν προκειμένω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υφίσταται οποιαδήποτε νομοθετική πρόνοια η οποία να καθιστά το ηλεκτρονικό μήνυμα της λειτουργού του Κτηματολογίου το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της Αίτησης/Έφεσης (Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση) διαταγή, γνωστοποίηση ή απόφαση του Διευθυντή δυνάμει του Νόμου η οποία ως τέτοια, να υπόκειται σε έφεση δυνάμει των προνοιών του άρθρου 51 του Νόμου. Κρίνω ότι η καταχώριση της αίτησης-έφεσης δεν αποτελούσε το ενδεδειγμένο ένδικο μέσο για την αμφισβήτηση του περιεχομένου του ηλεκτρονικού μηνύματος της λειτουργού του Κτηματολογίου και ως εκ τούτου η προώθηση των οποιωνδήποτε δικαιωμάτων ή η επιδίωξη οποιασδήποτε θεραπείας εκ μέρους των Αιτητών δεν μπορούσε να αναζητηθεί με το ένδικο μέσο της Αίτησης-Έφεσης που προνοεί το άρθρο 51 του Ν. 9/1965, με αποτέλεσμα να μην ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, αυτή της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης των Αιτητών. Η πιο πάνω κατάληξη σφραγίζει και την πορεία της υπό κρίση Αίτησης η οποία δεν είναι άλλη από την απόρριψη της. Παρά την πιο πάνω κατάληξη, κρίνω σκόπιμο σε περίπτωση που αυτή ανατραπεί κατ' έφεση, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, να προχωρήσω και να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση ώστε να υπάρχει η Απόφαση του Δικαστηρίου επί όλων των ζητημάτων. Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω τις προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων: Σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση και Πιθανότητα Επιτυχίας: Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις είναι αλληλένδετες ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ένορκες δηλώσεις. Η πρώτη προϋπόθεση εξετάζεται σε σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης και η δεύτερη συσχετίζει τη νομική θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της αξίωσης. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας όπως αυτή εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έχει αμφισβητηθεί, αντιθέτως αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι προθεσμίες οι οποίες προνοούνται στο άρθρο 44Ι του Νόμου 9/1965 δεν έχουν τηρηθεί από τους Καθ' ων η Αίτηση
  3. Προβάλλεται από την πλευρά των Αιτητών η θέση ότι οι προθεσμίες που προβλέπονται στον Νόμο 9/1965 είναι αυστηρές και αποκλειστικές με αποτέλεσμα η μη τήρηση τους να επιφέρει εκ του Νόμου ακυρότητα της διαδικασίας εξ υπαρχής. Προβάλλεται επίσης η θέση ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 2 εμποδίζονταν λόγω συμπεριφοράς, παραστάσεων και δηλώσεων από το να προχωρήσουν με οποιοδήποτε διάβημα πριν την 31/8/2020 στη βάση των ανακοινώσεων των Καθ' ων η Αίτηση 2 περί αναστολής, σύμφωνα με τη θέση των Αιτητών, των διαδικασιών πλειστηριασμού μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία. Επομένως, ισχυρίζονται ότι δεν έπρεπε υπό τις περιστάσεις να προχωρήσει η διαδικασία και για αυτόν τον λόγο. Στην αντίπερα όχθη, οι Καθ' ων η Αίτηση 2 προβάλλουν τη δική τους εκδοχή αναφέροντας ότι ναι μεν δεν έχουν τηρηθεί οι προθεσμίες του εν λόγω άρθρου πλην όμως κανένας δυσμενής επηρεασμός δεν έχει προκληθεί στους Αιτητές εξαιτίας της μη τήρησης των προθεσμιών και δεν μπορεί η μη τήρηση της προθεσμίας να ακυρώσει τη διαδικασία. Περαιτέρω, προβάλλουν ότι οι ανακοινώσεις δεν είχαν το νόημα που οι Αιτητές αποδίδουν σε αυτές απορρίπτοντας τις περί τούτου θέσεις των Αιτητών. Σε ένα τέτοιο στάδιο όπου τα ζητήματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα θεωρώ ότι, υπό το φως των πιο πάνω, τα στοιχεία όπως η μη τήρηση των προθεσμιών που προνοούνται στο άρθρο 44Ι του Νόμου 9/1965 σε συνδυασμό με την αδιαμφησβήτητη παραδοχή των Καθ' ων η Αίτηση 2 περί της μη τήρησης των προθεσμιών του Νόμου 9/1965 καθώς και οι ανακοινώσεις στις οποίες οι δύο πλευρές αποδίδουν διαφορετικό νόημα είναι στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο αρκετά για σκοπούς αποκάλυψης συζητήσιμης υπόθεσης και κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Πρόκειται για ζητήματα τα οποία εγείρονται και τα οποία θα πρέπει να κριθούν στο πλαίσιο της Αίτησης-Έφεσης. Δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο: Είναι η θέση των Αιτητών ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και προχωρήσει η μετεγγραφή στο όνομα του επιτυχόντος προσφοροδότη, η ενδεχόμενη περαιτέρω αποξένωση ή επιβάρυνση εκ μέρους του επιτυχόντος προσφοροδότη, θα θέσει του Αιτητές σε πολύ δυσμενή θέση και θα περιπλέξει αχρείαστα τα πράγματα. Περαιτέρω, είναι η θέση τους ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα διατάγματα και πραγματοποιηθεί η μετεγγραφή θα σπαταληθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα αφού κατά τη θέση τους θα πρέπει να λάβει χώρα η ακύρωση της εγγραφής επ' ονόματι του επιτυχόντος προσφοροδότη, ενώ πιθανόν μέχρι τότε να γίνει περαιτέρω αποξένωση ή επιβάρυνση του ακινήτου, καθιστώντας την παρουσία καλόπιστων τρίτων στη διαδικασία επιτακτική. Η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση 2 προβάλλει τη θέση ότι η μη έκδοση των διαταγμάτων δεν θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Αιτητές και η όποια ζημιά τους μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Προβάλλουν επίσης τη θέση ότι είναι μεγάλος οργανισμός με τεράστιο κύκλο εργασιών και κεφαλαιουχική βάση και δεν έχουν χαρακτηρισθεί αφερέγγυοι να καταβάλουν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις. Ισχυρίζονται επίσης ότι σε περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα αυτοί είναι που θα υποστούν ζημιά αφού θα απωλέσουν κατά τη θέση τους το δικαίωμα που τους παρέχεται από την υποθήκη και δεν θα έχουν τρόπο να εισπράξουν ή αποζημιωθούν αφού το οφειλόμενο προς αυτούς ποσό λόγω των τόκων θα αυξάνεται. Κρίνω σκόπιμο στο στάδιο αυτό να παραθέσω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνήγορου των Αιτητών σε σχέση με το ζήτημα της ανεπανόρθωτης βλάβης σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων: «Ο κίνδυνος εν προκειμένω ως αναφέρεται στην Ε.Δ. που συνοδεύει την Αίτηση, είναι ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και προχωρήσει η μεταβίβαση επ' ονόματι του επιτυχόντος προσφοροδότη, οι Αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, καθώς ο νέος ιδιοκτήτης είναι πολύ πιθανό να αποξενώσει περαιτέρω ή/και επιβαρύνει το ακίνητο, παρά το ότι η διαδικασία του πλειστηριασμού πάσχει από ακυρότητα. Σε τέτοια περίπτωση, αμφιβάλλω κατά πόσο θα είναι πλέον εφικτό να αντιστραφεί η μεταβίβαση σε περίπτωση επιτυχίας της Αίτησης/Έφεσης».[4] Κρίνω ότι τα όσα έχουν αποφασισθεί πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Loucas Panayiotou Estates ltd κ.α v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε203/2013, ημερ. 11/09/2019, σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση έχουν εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Τα όσα έθεσαν μάλιστα ενώπιον του Δικαστηρίου στην Loucas οι Αιτητές προς υποστήριξη της θέσης τους για την ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης προσομοιάζουν με τα όσα έθεσαν οι Αιτητές ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Στην Loucas (ανωτέρω) οι εφεσίβλητοι είχαν καταχωρίσει, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, αγωγή εναντίον των εφεσειόντων με την οποία αξίωναν διάφορα ποσά δυνάμει έγγραφης συμφωνίας παρατραβήγματος, δανείου, εγγυήσεως και ενυπόθηκης εγγύησης. Περαιτέρω, ζητήθηκε εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων. Οι εφεσείοντες καταχώρισαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση αξιώνοντας, μεταξύ άλλων, διάταγμα κηρύξεως των συμφωνιών ως άκυρων ή ακυρώσιμων, όπως και ακύρωση αριθμού υποθηκών που υφίσταντο προς όφελος των εφεσιβλήτων. Στη συνέχεια, οι εφεσείοντες καταχώρισαν αίτηση για προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους εφεσιβλήτους να «προβούν σε οποιεσδήποτε ενέργειες με σκοπό την αποξένωση και/ή πώληση και/ή μεταβίβαση και/ή εκποίηση αριθμών υποθηκών» οι οποίες βαρύνουν ακίνητα, περιουσίας των εφεσειόντων. Το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε ότι πληρούνταν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, (Ν. 14/60), πλην όμως, απεφάνθη ότι η τρίτη προϋπόθεση ότι, δηλαδή, θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα, δεν πληρείτο. Το δικαστήριο ανέφερε στην απόφαση του ότι τα δικαιώματα των εφεσειόντων, σε περίπτωση επιτυχίας στην ανταπαίτηση τους, κατοχυρώνονται με την επιδίκαση αποζημιώσεων, καθώς και ότι ο υπολογισμός της ζημιάς των εφεσειόντων θα είναι δυνατός και εύκολος και επομένως η επιδίκαση αποζημιώσεων θα μπορούσε ν' αποτελέσει επαρκή θεραπεία γι' αυτούς. Είχε επί τούτου αποφασίσει το δικαστήριο ότι εκείνο που έχει σημασία δεν είναι ο σοβαρός κίνδυνος να καταλήξει ανεπιστρεπτί η ενυπόθηκη ακίνητη ιδιοκτησία των εφεσειόντων σε χέρια τρίτων, αλλά η αποκατάσταση της ζημιάς τους που θα ήταν επαρκής υπό μορφή αποζημίωσης. Οι εφεσείοντες προσέβαλαν αυτήν την κατάληξη του Πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: Η πιο πάνω νομολογία σαφώς προσδιορίζει ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την υποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των αιτητών. Το θέμα αυτό, βεβαίως, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και συμπεριλαμβάνονται μέσα στην ένορκη δήλωση, επί του προκειμένου, των εφεσειόντων. Στην ένορκη δήλωση του xxx Παναγιώτου που κατατέθηκε για σκοπούς υποστήριξης της δια κλήσεως αίτησης, αναφέρονται τα εξής: ″
  4. Πιστεύω ότι υπάρχει καλή υπεράσπιση και ανταπαίτηση εις βάρος των εναγόντων και ότι έχουμε καλή πιθανότητα επιτυχίας, είναι αναγκαία δε η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, γιατί μόνο έτσι θα διασφαλιστεί η ακίνητη περιουσία των Εναγομένων σε περίπτωση που απορριφθεί η Αγωγή των Εναγόντων και πετύχει η ανταπαίτηση μας. Σε διαφορετική περίπτωση θα είναι αδύνατη η παραμονή της ιδιοκτησίας της ακίνητης περιουσίας των Εναγομένων στα ονόματα τους, αφού υπάρχει σοβαρός και άμεσος κίνδυνος πώλησης των επιδίκων ακινήτων σε τρίτα πρόσωπα και σε περίπτωση αποξένωσης τους δεν θα υπάρχει δυνατότητα επιστροφής τους στους Εναγόμενους ιδιοκτήτες τους.″ Είναι έκδηλο από το περιεχόμενο της πιο πάνω παραγράφου ότι η επίκληση της «παραμονής της ιδιοκτησίας» στους εφεσείοντες, ως παράγοντας έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος, είναι ασαφής, αόριστη και ελλιπής. Δεν επεκτείνεται, με οποιοδήποτε τρόπο, και δεν ικανοποιείται η αναγκαία βάση για την «ζημιά» την οποία θα υποστούν οι εφεσείοντες σε περίπτωση μη έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος. Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης. (Η υπογράμμιση και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Χωρίς να παραγνωρίζω το δικαίωμα των Αιτητών στην περιουσία τους ταυτόχρονα λέω ότι ο κίνδυνος απώλειας του ενυπόθηκου ακινήτου και το δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση 2 να πωλήσουν το ενυπόθηκο ακίνητο εάν και εφόσον τα εξασφαλιζόμενα με τις επίδικες υποθήκες ποσά δεν καταβάλλονταν, το οποίο (δικαίωμα) οι ίδιοι οι Αιτητές έδωσαν στους Καθ' ων η Αίτηση 2 υπήρχε πάντοτε από την αρχή της συμβατικής σχέσης των μερών. Με άλλα λόγια, από τη στιγμή που οι Αιτητές προς εξασφάλιση των επίδικων Συμβάσεων πιστωτικών Διευκολύνσεων υποθήκευσαν την ακίνητη τους ιδιοκτησία προφανώς γνώριζαν, ή όφειλαν να γνωρίζουν, για το ενδεχόμενο εκποίησης της προς αποπληρωμή των εξασφαλιζόμενων με αυτή ποσών. Επισημαίνεται, περαιτέρω, ότι δεν έχει προβληθεί η θέση από τους Αιτητές ότι η οικονομική κατάσταση της Καθ' ων η Αίτηση είναι τέτοια ώστε να μην μπορεί να ικανοποιήσει τυχόν απαίτηση τους για αποζημίωση ή ότι οι Καθ΄ης η Αίτηση 2 είναι αφερέγγυα. Αντίθετα, η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση 2 ισχυρίζεται ότι αποτελεί ένα καθόλα φερέγγυο τραπεζικό ίδρυμα, κάτι που η πλευρά των Αιτητών δεν έχει αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο, με συνεπακόλουθο να υφίσταται οικονομική δυνατότητα αποζημίωσης των Αιτητών στην περίπτωση που καταστεί κάτι τέτοιο αναγκαίο. Ως εκ τούτου, κρίνω πως ούτε και η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται στην παρούσα περίπτωση, ότι δηλαδή οι Αιτητές χωρίς την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο. Τα όσα δε ισχυρίζονται οι Αιτητές περί περιπλοκής της διαδικασίας ως εκ της ενδεχόμενης ανάγκης να ακουστούν τρίτα ενδιαφερόμενα πρόσωπα στο πλαίσιο της Αίτησης-Έφεσης σε καμία περίπτωση δεν αρκούν για την ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, κρίνω πως στην προκείμενη περίπτωση και για όλους τους λόγους που αναλύονται ανωτέρω, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση
  5. Και τούτο γιατί κατά την κρίση μου, η ζημιά που θα υποστούν οι Καθ' ων η αίτηση σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων με την αφαίρεση του συμβατικού δικαιώματος τους να προχωρήσουν με την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, είναι πολύ μεγαλύτερη από τη ζημιά που θα υποστούν οι Αιτητές, λαμβανομένης υπόψη της κατάληξης του Δικαστηρίου ότι αυτοί σαφώς θα μπορούν να αποζημιωθούν από τους Καθ' ων η αίτηση
  6. Στην κατάληξη μου αυτή έλαβα επίσης υπόψη μου το γεγονός ότι δεν υπάρχει άρνηση από μέρους των Αιτητών της οφειλής τους προς τους Καθ' ων η Αίτηση 2, ότι δεν επικαλούνται οι Αιτητές ότι μη τήρηση της προθεσμίας ενημέρωσης τους για την προτεινόμενη διάθεση του προϊόντος της πώλησης επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο το δικαίωμα του να προσβάλουν την προτεινόμενη διάθεση του προϊόντος της πώλησης, το γεγονός ότι δεν επικαλούνται αμφισβήτηση της διάθεσης που έγινε, το γεγονός ότι διακυβεύονται δικαιώματα τρίτου προσώπου, ήτοι του επιτυχόντος προσφοροδότη τα στοιχεία του οποίου παρέμειναν άγνωστα στο Δικαστήριο καθώς και τη συνεχόμενη αύξηση του οφειλόμενου ποσού λόγω των τόκων μέχρι εξοφλήσεως. Επιμέρους ζητήματα που έχουν εγερθεί: Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να κάνω μία σύντομη αναφορά σε κάποια επιμέρους ζητήματα τα οποία έχουν εγερθεί από την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση
  7. Σε σχέση με το θέμα των προθεσμιών, προβλήθηκε η θέση ότι οι προθεσμίες του Νόμου 9/1965 είναι ενδεικτικές και όχι ανατρεπτικές και ως εκ τούτου η μη τήρηση των προθεσμιών δεν επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Αναφέρω απλώς ότι δεν είναι επί του παρόντος να εξεταστεί το ζήτημα αυτό αφού πρόκειται για θέμα το οποίο θα μπορεί να εξεταστεί μόνο στο πλαίσιο της Αίτησης-Έφεσης. Υπήρξε επίσης ισχυρισμός ότι δεν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι αφού δεν συμμετείχε στη διαδικασία ο επιτυχών προσφοροδότης και ως εκ τούτου δεν έχει δικαιοδοσία το Δικαστήριο να επιληφθεί της υπό κρίση Αίτηση. Το Δικαστήριο παραπέμφθηκε σε νομολογία[5] σύμφωνα με την οποία όταν το αντικείμενο της αγωγής είναι ακίνητη ιδιοκτησία τότε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα πρέπει να συνενώνονται ως διάδικοι στην αγωγή. Η εισήγηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και η παρούσα περίπτωση διαφοροποιείται από τις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο παραπέμφθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Καθ' ων η Αίτηση 2 αφού δεν τίθεται στην προκείμενη περίπτωση θέμα συνιδιοκτησίας με αντικείμενο της διαδικασίας που κινεί ένας συνιδιοκτήτης ακίνητου χωρίς να συνενώνει ως διάδικο τους λοιπούς συνιδιοκτήτες τους, όταν το αποτέλεσμα της διαδικασίας επηρεάζει με αδιαμφησβήτητο τρόπο το μερίδιο της ιδιοκτησίας των συνιδιοκτητών. Εν προκειμένω, το γεγονός ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων μπορεί να επηρεάσει τα δικαιώματα τρίτων προσώπων (και συγκεκριμένα του επιτυχόντος προσφοροδότη), όπως προκύπτει από την πιο πάνω ανάλυση, δεν αποστερεί από το Δικαστήριο την εξουσία να εξετάσει την υπό κρίση Αίτηση. Το ζήτημα ενδεχόμενου επηρεασμού τρίτων προσώπων, όπως προκύπτει από την πιο πάνω ανάλυση στην οποίες προέβη το Δικαστήριο, έχει ληφθεί υπόψη και αξιολογηθεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο του εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου. Οι ισχυρισμοί περί μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, λανθασμένου τίτλου καθώς και κατάχρησης εκ μέρους των Αιτητών δεν εξειδικεύθηκαν με επαρκή και κατατοπιστικό τρόπο με αποτέλεσμα να παραμείνουν μετέωροι και ως τέτοιοι, υποκείμενοι σε απόρριψη. Κατάληξη: Στη βάση όλων των πιο πάνω, καταλήγω πως η υπό κρίση Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της υπό κρίση Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, τα έξοδα της υπό κρίση Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [2] βλ. Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, Παράρτημα Έκτο, ημερ. 5.11.2014 [3] Σελ. 5 του γραπτού κειμένου της αγόρευσης των Αιτητών [4] Σελίδα 8 του γραπτού κειμένου της αγόρευσης των Αιτητών [5] Ανθή Χαραλάμπου Γεωργιάδου v. Κωνσταντίας Χαρ. Γεωργιάδη,
(1999)1 ΑΑΔ 1210 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.