← Κύπρος

ΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟ: M. L. PROPERTY SOLUTIONS LTD ν. Χατζηκυριάκου, Αρ. Αίτησης Πτώχευσης: 6/20, 23/10/2020

ΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟ: M. L. PROPERTY SOLUTIONS LTD ν. Χατζηκυριάκου, Αρ. Αίτησης Πτώχευσης: 6/20, 23/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A467 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Πτώχευσης: 6/20 Εν Πτωχεύσει: XXXXX Χατζηκυριάκου ΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟ: M. L. PROPERTY SOLUTIONS LTD, ΑΙΤΗΤΕΣ Αίτηση ημερ. 11.6.20 για ακύρωση και/ή παραμερισμό και/ή αναστολή εκδίκασης της αίτησης πτώχευσης με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό μέχρι εκδίκασης της Πολιτικής Έφεσης Ε 36/17 και/ή μέχρι νεότερων διαταγών του Δικαστηρίου Ημερομηνία: 23 Οκτωβρίου 2020 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ : Για τον Αιτητή: Ο κ. Α. Γεωργίου, για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η Αίτηση: Η κα Α. Λιβέρα, για Ανδρέου και Χατζηχριστοφής Δ.Ε.Π.Ε. ----------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 22.5.20 οι δικηγόροι των πιστωτών- αιτητών M. L. Property Solutions Ltd καταχώρησαν την αίτηση πτώχευσης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο με την οποία ζητούν από το Δικαστήριο όπως εκδώσει διάταγμα πτώχευσης εναντίον του XXXXX Χατζηκυριάκου από τη Λευκωσία. Στην αίτησή τους αναφέρουν ότι ο XXXXX Χατζηκυριάκου για διάστημα πέραν των τελευταίων έξι μηνών πριν την καταχώρηση της αίτησης πτώχευσης διέμενε και είχε την εργασία του στη Λευκωσία, στην οδό XXXXX

  1. Αναφέρουν επίσης ότι ο XXXXX Χατζηκυριάκου οφείλει στους αιτητές το ποσό των €306.838,49 πλέον τόκο 4% μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές ετησίως, κάθε 30/06 και 31/12, σύμφωνα με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 1.6.16 στα πλαίσια της αγωγής 8069/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και τα διατάγματα ημερ. 7.2.17, 15.3.17, 22.2.19, 25.2.19, και 31.5.19, μείον της αξίας του διαμερίσματος με αριθμό 201 και του καλυμμένου χώρου στάθμευσης αριθμός 201 στην οικοδομή «XXXXX», των οποίων ο οφειλέτης παρέδωσε ελεύθερη την κατοχή στους αιτητές στις 30.3.17 κατόπιν έκδοσης εντάλματος παράδοσης κατοχής, η αξία του οποίου, βάση έκθεσης εκτίμησης ημερ. 15.7.19, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από τον καθ' ου η αίτηση, ανερχόταν σε €188.000, πλέον τα έξοδα ειδοποίησης πτώχευσης που εκκρεμούν για υπολογισμό από το Πρωτοκολλητείο Λευκωσίας. Σύμφωνα με το διάταγμα ημερ. 22.2.19 θα υπήρχε αναστολή εκτέλεσης της απόφασης της αγωγής, νοουμένου ότι εντός 30 ημερών οι εναγόμενοι (ο καθ' ου η αίτηση και η μητέρα του) θα παρείχαν στους αιτητές τραπεζική εγγύηση για το εναντίον τους επιδικασθέν ποσό και ότι επίσης εντός 30 ημερών θα πληρώνονταν στους δικηγόρους των αιτητών τα έξοδα της απόφασης 1.6.
  2. Κανένας από τους πιο πάνω όρους αναστολής δεν έχει τιμηθεί. Είναι περαιτέρω η θέση των αιτητών ότι δεν έχουν καμία ασφάλεια επί της περιουσίας του χρεώστη τους ή οποιουδήποτε μέρους αυτής για την πληρωμή των ποσών που οφείλονται και ότι ο XXXXX Χατζηκυριάκου εντός τριών μηνών από την υποβολή της αίτησης πτώχευσης διέπραξε την ακόλουθη πράξη πτώχευσης, δηλαδή στις 17.2.20 του επιδόθηκε η υπ' αριθμό 10/20 ειδοποίηση πτώχευσης και παρέλειψε να συμμορφωθεί προς τις πρόνοιές της. Νομική βάση της αίτησης είναι ο περί Πτωχεύσεως Νόμος, Κεφ.5, άρθρα 2-6 και 87, οι Περί Πτωχευτικών Κανονισμοί 2, 4-7, 16, 25, 44, 45, 50 και 51 και οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση επιδόθηκε στον καθ' ου η αίτηση, τον Επίσημο Παραλήπτη, τον Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, τον Διευθυντή του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας, τον Γενικό Διευθυντή του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και τον Διευθυντή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών και συνοδεύεται από σχετική οπισθογράφηση. Στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, την οποία ορκίζεται ο XXXXX Λιβέρας ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία των αιτητών, επιβεβαιώνει τα όσα αναφέρονται στην αίτηση αναφορικά με τα ποσά που οφείλει ο καθ' ου η αίτηση στους αιτητές με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 1.6.16 και τα διατάγματα, μείον της αξίας του διαμερίσματος που αναφέρεται μαζί με τον χώρο στάθμευσης, τα οποία ο αιτητής έχει παραδώσει με ελεύθερη κατοχή στους αιτητές στις 30.3.17 κατόπιν έκδοσης εντάλματος παράδοσης κατοχής, πλέον έξοδα και δηλώνει πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους αιτητές να προβεί σε αυτήν. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α δέσμη εγγράφων που αφορούν την απόφαση στην αγωγή 8069/14 ημερομηνίας 1.6.16, καθώς και τα διάφορα διατάγματα, στα οποία αναφέρεται. Επισυνάπτει επίσης ως Τεκμήριο Β πρωτότυπο πιστοποιητικό αναφορικά με τον καθ' ου η αίτηση, με το οποίο πιστοποιείται ότι δεν έχει υποβληθεί αίτηση ούτε και βρίσκεται σε ισχύ προσωπικό σχέδιο αποπληρωμής ή προστατευτικό διάταγμα σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου του
  3. Η δέσμη Τεκμήριο Α αποτελείται από το αντίγραφο της απόφασης στην αγωγή 8069/14 ημερ. 1.6.16 με ενάγοντες τους αιτητές και εναγόμενους τον καθ' ου η αίτηση και τη μητέρα του XXXXX Χατζηκυριάκου, η οποία εκδόθηκε ερήμην των εναγόμενων, η οποία αφορά το ποσό που οφείλεται και διάφορα διατάγματα αναφορικά με το επίδικο διαμέρισμα συμπεριλαμβανομένου και διατάγματος για την παράδοσή του. Επισυνάπτει επίσης απόφαση ημερ. 7.2.17 σε αίτηση ημερ. 20.7.16 από τον καθ' ου η αίτηση και τη μητέρα του η οποία απορρίφθηκε με έξοδα εναντίον τους. Επισυνάπτονται επίσης το διάταγμα ημερ. 15.3.17 σε μονομερή αίτηση ημερ. 3.2.17 από τους αιτητές, με την οποία το Δικαστήριο διέταξε την έκδοση και εκτέλεση εντάλματος κατοχής εναντίον του καθ' ου η αίτηση για επανάκτηση του επίδικου διαμερίσματος μετά του χώρου στάθμευσης, και απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.2.19 σε αίτηση ημερ. 13.4.17 που έχει υποβληθεί από τους εναγόμενους στην αγωγή 8069/14, με την οποία ζητούσαν διάταγμα που να αναστέλλει την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 1.6.16 εκκρεμούσης της έφεσης που είχαν καταχωρήσει. Το Δικαστήριο διέταξε αναστολή εκτέλεσης μέχρι της εκδίκασης της έφεσης αλλά έθεσε δύο όρους στους εναγόμενους/αιτητές:

(1)εντός 30 ημερών από την ημερομηνία της απόφασης, δηλαδή 22.2.19, να παράσχουν στους ενάγοντες τραπεζική εγγύηση για το εναντίον τους επιδικασθέν ποσό και
(2)εντός 30 ημερών από 22.2.19 να πληρώσουν στους δικηγόρους των εναγόντων τα έξοδα που έχουν επιδικασθεί εναντίον τους με την απόφαση 1.6.16 και επίσης επέβαλε όρο στους ενάγοντες που θα εισπράξουν τα λεφτά που αφορούν τα έξοδα, ότι θα συμμορφωθούν αμέσως με οποιανδήποτε διαταγή του Εφετείου αναφορικά με το ποσό των εξόδων. Το Δικαστήριο επίσης σημειώνει στην απόφασή του ότι αν οι εναγόμενοι/αιτητές δεν συμμορφωθούν με τους όρους αναστολής που έχουν επιβληθεί, τότε η απόφαση ημερομηνίας 01/06/16 υπόκειται αμέσως σε εκτέλεση. Όπως φαίνεται, ο καθ' ου η αίτηση δεν υλοποίησε τους όρους που υπέβαλε το Δικαστήριο και καταχώρησε στις 13.4.17 αίτηση για έκδοση διατάγματος που να αναστέλλει την εκτέλεση του εντάλματος ανάκτησης κατοχής αριθμός 506/17, η οποία απορρίφθηκε στις 25.2.
  1. Με αίτηση τους ημερ. 16.5.19 οι ενάγοντες/αιτητές πέτυχαν την έκδοση διατάγματος ημερομηνίας 31.5.19 για άμεση εκτέλεση του εντάλματος παράδοσης κατοχής με αριθμό 506/
  2. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ως Τεκμήριο Β επισυνάπτεται το πιστοποιητικό του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, Υπηρεσία Αφερεγγυότητας, ότι εναντίον του καθ' ου η αίτηση δεν έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής ή πτώχευσης. Στην αίτηση πτώχευσης αρ. 6/20 ο καθ' ου η αίτηση αντέδρασε καταχωρώντας αίτηση ημερ. 11.6.20, την υπό κρίση αίτηση, σύμφωνα με την οποία ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή να παραμερίζει και/ή να αναστέλλει την αίτηση πτώχευσης αρ. 6/20 ημερ. 22.5.20 μέχρι εκδίκασης της έφεσης Ε36/17 και έκδοσης απόφασης σε αυτήν ή μέχρι νεότερων διαταγών του Δικαστηρίου στη βάση του ότι το ισχυριζόμενο χρέος στο οποίο βασίζεται η αίτηση πτώχευσης τελεί υπό αμφισβήτηση στα πλαίσια της έφεσης και δεν συνιστά ξεκαθαρισμένο και ρευστοποιημένο και άμεσα πληρωτέο ποσό. Βάση της αίτησης είναι άρθρα του περί Πτωχεύσεως Νόμου, οι περί Πτωχεύσεως Κανονισμοί, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, οι εγγενείς εξουσίες και η πρακτική του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του αιτητή XXXXX Χατζηκυριάκου, στην οποία δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά όλα τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται, αναφέρει ότι η αίτηση πτώχευσης θα πρέπει να ακυρωθεί και/ή να παραμεριστεί ενόψει του ότι εκκρεμεί η έφεση 36/17 εναντίον της πρωτόδικης απόφασης ημερ. 1.6.16, η οποία αν επιτύχει, αυτόματα δεν θα υφίσταται η επίμαχη απόφαση ημερ. 1.6.16 στη βάση της οποίας καταχωρήθηκε η αίτηση πτώχευσης. Αναφέρει ότι η απόφαση 1.6.16 εκδόθηκε ερήμην εναντίον τόσο του ιδίου όσο και της μητέρας του, XXXXX Χατζηκυριάκου, και εξ' όσων γνωρίζει η διαδικασία πτώχευσης θα κινηθεί και εναντίον της μητέρας του. Κάνει μία ιστορική αναδρομή στις καταχωρήσεις διάφορων αιτήσεων, ειδικά στο γεγονός ότι καταχώρησε αίτηση για παράταση χρόνου για καταχώρηση παραμερισμού της απόφασης, η οποία απερρίφθη στις 7.2.17 εναντίον της οποίας καταχώρησε την έφεση Ε36/17, η οποία και εκκρεμεί. Θέση του είναι ότι η απόφαση στην εν λόγω αγωγή, αν και γνωρίζει ότι δεν είναι το παρόν Δικαστήριο που πρέπει να την εξετάσει, είναι λανθασμένη γιατί με την εν λόγω απόφαση του ζητείται και να πληρώσει το ποσό του διαμερίσματος, αλλά και να παραδώσει το επίδικο διαμέρισμα, κάτι που την κάνει έκθετη σε απόρριψη και συνεπώς η έφεση του έχει μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας. Αναφέρει ότι καταχωρήθηκε εκ μέρους του αίτηση αναστολής εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 1.6.16, στην οποία πέτυχε την έκδοση σχετικού διατάγματος, αλλά το Δικαστήριο έθεσε κάποιους όρους, τους οποίους δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει και έτσι δεν ενεργοποιήθηκε η αναστολή. Είναι όμως η θέση του ότι, όπως και ο δικηγόρος του τον συμβουλεύει, το γεγονός ότι έγινε δεχτό το αίτημά του για αναστολή, αυτόματα καταδεικνύει τη βασιμότητα της έφεσης ή έστω την καλοπιστία και καλή προοπτική για επιτυχία της. Η έφεση δεν έχει ακόμα εκδικαστεί, ευρίσκεται στο στάδιο αναμονής ορισμού της. Εξ' όσων τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του οι πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης είναι πολύ καλές, αφού διατάσσεται και να πληρώσει το επίδικο ποσό που οφείλει, αλλά την ίδια ώρα διατάσσεται και να παραδώσει το διαμέρισμα που διέμενε με την οικογένειά του. Αναφέρει βεβαίως ότι λόγω του ότι δεν μπορούσε να εκπληρώσει τους όρους που του έθεσε το Δικαστήριο για την αναστολή της απόφασης, αναγκάστηκε να παραδώσει το διαμέρισμα στους αιτητές, οι οποίοι συνεπώς έχουν πάρει το αντικείμενο της συμφωνίας, αλλά εξακολουθούν να έχουν απαίτηση εναντίον του πολλών χιλιάδων ευρώ. Αναφέρει επίσης ότι, όπως τον συμβουλεύει ο δικηγόρος του, το Δικαστήριο που εκδίκασε την αίτηση παραμερισμού δεν εξέτασε όλες τις θέσεις που είχε προβάλει και δη δεν εξέτασε τους λόγους, για τους οποίους δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο όταν ήταν ορισμένη η υπόθεση στις 13.5.16 και ακολούθως 23.5.
  3. Περιγράφει πλήρως τα όσα προώθησε και ενώπιον του Δικαστηρίου που εκδίκασε την αγωγή 8069/14 στην υπό κρίση αίτηση για αναστολή της παρούσας διαδικασίας, τα οποία δεν αφορούν την παρούσα διαδικασία, αλλά αποτελούν το αντικείμενο της έφεσης Ε36/17 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Πιστεύει ότι έχει πολύ καλές πιθανότητες για να πετύχει η έφεση Ε36/17 που έχει καταχωρήσει και η επιτυχία της θα σημαίνει ότι δεν θα υφίσταται πλέον το θεμέλιο της παρούσας αίτησης πτώχευσης, αντίθετα ισχυρίζεται ότι αν το Δικαστήριο δεν εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα και η έφεση του επιτύχει, οι συνέπειες που θα δημιουργηθούν από την έκδοση διατάγματος πτώχευσης θα είναι καταλυτικές και μη αναστρέψιμες. Αναφέρει επίσης ότι σύμφωνα με τη συμβουλή των δικηγόρων του, είναι προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης να εκδοθεί διάταγμα παραμερισμού και/ή αναστολής της παρούσας διαδικασίας αίτησης πτώχευσης για να μην χάσει το κατακυρωμένο δικαίωμά του για εκδίκαση της έφεσης που έχει καταχωρήσει και σε περίπτωση επιτυχίας της να απολαύσει τους καρπούς της επιτυχίας της. Στην ένορκη του δήλωση επισυνάπτει ως τεκμήρια την Ε36/17 που έχει καταχωρήσει εναντίον της απόφασης ημερομηνίας 1.6.16 στην αγωγή 8069/14, την επίδοση της έφεσης στους αιτητές, την απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του ημερ. 20.7.16 για παράταση του χρόνου καταχώρησης αίτησης παραμερισμού και ακύρωσης της απόφασης ημερ. 1.6.19, ημερ. 7.2.19, την απόφαση ημερ. 1.6.17 με την οποία εκδόθηκε ερήμην του απόφαση, τα ex parte διατάγματα για έκδοση ανάκτησης κατοχής και εκτέλεσης εντάλματος κατοχής τα οποία επισυνάπτουν και οι αιτητές στη δική τους αίτηση και την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.2.19 με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του ημερ. 13.4.17 για έκδοση διατάγματος αναστολής της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 1.6.16 εκκρεμούσης της έφεσης. Οι πιστωτές του καθ' ου η αίτηση, αντέδρασαν καταχωρώντας ένσταση στην αίτηση ημερ. 22.5.20, την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτητής ζητά ακύρωση και/ή παραμερισμό και/ή αναστολή της αίτησης πτώχευσης 6/20 μέχρι εκδίκασης της πολιτικής έφεσης Ε36/17, στις 23.9.
  4. Σύμφωνα με τους λόγους ένστασης, η αίτηση είναι παράτυπη, νομικά αντικανονική και βασίζεται σε λανθασμένους θεσμούς και άρθρα του περί Πτωχεύσεως Νόμου, οι εξ αποφάσεως πιστωτές του αιτητή, εταιρεία M. L. Property Solutions Ltd έχει να παίρνει από αυτόν σύμφωνα με τις αποφάσεις και τα διατάγματα του Δικαστηρίου μεγάλο ποσό χρημάτων, αφού αφαιρεθεί από αυτό η αξία του διαμερίσματος που παρέδωσε ο αιτητής στην εταιρεία με βάση έκθεση εκτίμησης, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, η απόφαση στην αγωγή ημερομηνίας 1.6.16, δεν εφεσιβλήθηκε, οι αιτητές ακολούθησαν πάντα την ορθή διαδικασία, ο αιτητής δεν προβάλλει κανέναν σοβαρό λόγο που να δικαιολογεί το αίτημά του, αντίθετα η αίτησή του βασίζεται σε γενικούς, αόριστους, ανυπόστατους και αβάσιμους ισχυρισμούς, ο αιτητής οφείλει ποσό πέραν των €15.000 στους εξ αποφάσεως πιστωτές και πρόκειται για εκκαθαρισμένο ποσό και έχει διαπράξει πράξη πτώχευσης. Είναι η θέση τους ότι το γεγονός ότι εκκρεμεί η Ε36/17 από τον αιτητή δεν αποτελεί επαρκή λόγο για έγκριση της παρούσας αίτησης και σημειώνουν ότι η έφεση δεν αφορά την απόφαση στην αγωγή ημερ. 1.6.16, αλλά την απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του χρεώστη για παραμερισμό της απόφασης. Όπως περεταίρω αναφέρουν, η ειδοποίηση πτώχευσης 10/20 επιδόθηκε στον χρεώστη δεόντως, ο οποίος δεν αντέδρασε με οποιονδήποτε τρόπο και περίμενε μέχρι το παρόν στάδιο για να προβεί στους ισχυρισμούς του, και αναφέρουν επίσης ότι ο αιτητής έχει καταφύγει σε πλειάδα ένδικων μέσων προσπαθώντας να σταματήσει, να αναστείλει και/ή να παραμερίσει τη διαδικασία εναντίον του χωρίς επιτυχία. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του XXXXX Λιβέρα, στην οποία επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης, αφού δηλώνει προσωπική γνώση των θεμάτων και πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους αιτητές να προβεί σε αυτήν, έχοντας λάβει και νομική συμβουλή από τους νομικούς του συμβούλους. Απορρίπτει το περιεχόμενο της αίτησης ημερομηνίας 11.6.20 για αναστολή εκ μέρους του αιτητή μαζί με την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, επαναλαμβάνει την ένορκή του δήλωση στην κυρίως αίτηση ημερ. 22.5.20, την οποία υιοθετεί πλήρως, θεωρεί ότι έχει εκδοθεί τελεσίδικη και άμεσα εκτελεστή απόφαση στην αγωγή 8069/14 την 1.6.16 για συγκεκριμένο ποσό, το ποσό αυτό οφείλεται στους πιστωτές αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα από τον αιτητή και την κυρία XXXXX Χατζηκυριάκου, το σημερινό υπόλοιπο που οφείλεται είναι €306.839,49 πλέον τόκο 4% ετησίως μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση 2 φορές ετησίως κάθε 30.6 και 31.12, αφού έχει αφαιρεθεί από το ποσό της απόφασης η αξία του διαμερίσματος, το οποίο ο αιτητής παρέδωσε στους πιστωτές του ελεύθερη την κατοχή στις 13.6.19 κατόπιν έκδοσης εντάλματος παράδοσης κατοχής, η αξία του οποίου σύμφωνα με έκθεση εκτίμησης που δεν αμφισβητήθηκε ούτε από τον αιτητή ούτε από τη XXXXX Χατζηκυριάκου ανερχόταν σε €188.000, και καταθέτει σχετικά ως Τεκμήρια 3 και 4 την έκθεση εκτίμησης και την κατάσταση λογαριασμού που φαίνεται ότι το οφειλόμενο ποσό έχει αφαιρεθεί από το εξ αποφάσεως χρέος. Αναφέρει ότι όσον αφορά την αξία του επίδικου ακινήτου οι αιτητές στην κυρίως αίτηση προέβηκαν σε δύο εκτιμήσεις από ανεξάρτητους εκτιμητές, βάση της μίας η αξία του ήταν €174.000, βάση της άλλης €188.000 και έλαβαν την υπόψη την υψηλότερη εκτίμηση προς όφελος του αιτητή και πίστωσαν τον λογαριασμό του με το ποσό αυτό. Επαναλαμβάνει ότι ο αιτητής δεν αντέδρασε με κανέναν τρόπο στην ειδοποίηση πτώχευσης 10/20 τονίζει ότι η έφεση Ε36/17 δεν στρέφεται εναντίον της απόφασης 1.6.16, αλλά εναντίον της απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του αιτητή για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 1.6.
  5. Αναφέρουν επίσης ότι ο αιτητής είχε την ευκαιρία της αναστολής της απόφασης σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 22.2.19 στη βάση δύο όρων, τους οποίους δεν κατάφερε να ικανοποιήσει, αναφέρει ότι μέχρι σήμερα οι πιστωτές δεν έχουν καταχωρήσει αίτηση πτώχευσης εναντίον της XXXXX Χατζηκυριάκου, αλλά και το γεγονός ότι ούτε αυτή μέχρι σήμερα έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό και επίσης ότι δεν έχει πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό έναντι της απόφασης εκτός από την αξία του διαμερίσματος που ως αναφέρεται πιο πάνω έχει αφαιρεθεί από το οφειλόμενο ποσό. Είναι τελικά η θέση του ότι όλοι οι ισχυρισμοί και θέσεις του αιτητή είναι παντελώς άσχετοι με την υπό κρίση αίτηση, δεν διαφαίνεται καμία καλή προοπτική της έφεσης, ο αιτητής έχει καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, καταχωρώντας πλειάδα αιτήσεων, οι οποίες έχουν απορριφθεί από το Δικαστήριο, και μάλιστα δεν ικανοποίησε τους όρους στη μοναδική αίτηση που είχε πετύχει, αυτή που αφορούσε την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Επαναλαμβάνει επίσης την πάγια νομική θέση ότι η αίτηση πτώχευσης δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης της απόφασης, αλλά σκοπός της είναι η προστασία και διασφάλιση της παρουσίας του χρεώστη για να ικανοποιηθούν οι πιστωτές του και θεωρεί ότι η αίτηση του αιτητή θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον του. Είναι η τελική του θέση ότι αν παρ' όλα αυτά το Δικαστήριο εγκρίνει την παρούσα αίτηση και διατάξει αναστολή ή παραμερισμό της αίτησης πτώχευσης 6/20 μέχρι την εκδίκαση της έφεσης Ε36/17, θα πρέπει να τεθούν όροι στο διάταγμα, δηλαδή ο Αιτητής στην υπό κρίση αίτηση να καταβάλει ολόκληρο το εξ αποφάσεως χρέος στο Δικαστήριο ως εγγύηση για αποπληρωμή αυτού αν αποτύχει η έφεση, όπως επίσης και να πληρωθούν τα έξοδα των δικηγόρων των αιτητών. Επισυνάπτει ξανά ως τεκμήρια τις προηγούμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου, την ένορκή του δήλωση στην κυρίως αίτηση, την έκθεση εκτίμηση των εκτιμητών Πολυβίου και Μουσκίδη για το επίδικο ακίνητο για το ποσό των €188.000, την κατάσταση λογαριασμού σύμφωνα με την οποία φαίνεται ότι το ποσό των €188.000 έχει αφαιρεθεί από το υπόλοιπο του λογαριασμού του αιτητή στην παρούσα αίτηση, όπως και αντίγραφο της ειδοποίησης πτώχευσης 10/20 και της επίδοσης της που έγινε προσωπικά στον ίδιο τον αιτητή. Στη γραπτή τους αγόρευση οι συνήγοροι του αιτητή προβαίνουν σε μία ιστορική αναδρομή των όσων έχουν συμβεί που οδήγησαν στην καταχώρηση της υπό κρίσης αίτησης και επαναλαμβάνουν τη θέση τους ότι θα πρέπει να ακυρωθεί και/ή να ανασταλεί η αίτηση πτώχευσης με αριθμό 6/20 ενόψει της έφεσης Ε36/17 καθότι σε περίπτωση επιτυχίας της εν λόγω έφεσης θα παραμεριστεί η απόφαση, στη βάση της οποίας διαπράχθηκε η ισχυριζόμενη πράξη πτώχευσης και η οποία επίσης αποτελεί το θεμέλιο της αίτησης πτώχευσης. Παραθέτουν κάτω από το κεφάλαιο «Νομική Πτυχή» στην αγόρευσή τους, τα άρθρα 6
(4)και 97 του περί Πτωχεύσεων Νόμου, καθώς και νομολογία που τα έχει ερμηνεύσει. Αναφέρονται επίσης σε αποσπάσματα από το σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 3, παράγραφος
  1. Είναι περαιτέρω η θέση τους ότι με τη νομολογία που έχουν παραθέσει, έχουν τεκμηριώσει ότι η επίδικη αίτηση τυγχάνει νομικής υποστήριξης και από αγγλικές, αλλά κυρίως από κυπριακές αποφάσεις και επαναλαμβάνουν τη θέση τους ότι η αίτηση πτώχευσης θα πρέπει να ακυρωθεί και/ή ανασταλεί τόσο λόγω του ότι το ισχυριζόμενο χρέος στο οποίο βασίζεται τελεί υπό αμφισβήτηση, έμμεσα μεν, ξεκάθαρα δε, στο πλαίσιο της έφεσης Ε36/17, ενώ παράλληλα η αναγνωρίζουν ότι η ύπαρξη της έφεσης από μόνη της δεν συνιστά επαρκή λόγο για έκδοση του διατάγματος αναστολής. Αναφέρουν ότι στην απόφαση για αίτηση για αναστολή που εκδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας το αιτούμενο διάταγμα είχε εκδοθεί από το Δικαστήριο, όμως τέθηκαν κάποιοι όροι για ενεργοποίησή του και συγκεκριμένα κατάθεση τραπεζικής εγγύησης για το ποσό της απόφασης και πληρωμή των εξόδων των δικηγόρων των εναγόντων, παρά τις προσπάθειες του ο αιτητής δεν κατόρθωσε να ενεργοποιήσει τους όρους της αναστολής, όμως προβάλλουν τη θέση ότι το γεγονός ότι έγινε δεχτό το αίτημα του αιτητή για αναστολή δείχνει τη βασιμότητα της έφεσης, η οποία ακόμα εκκρεμεί για ορισμό από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επαναλαμβάνουν όλα όσα και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρονται σε σχέση με τις πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης στην οποία εγείρονται τρεις λόγοι έφεσης και επίσης επαναλαμβάνουν τη θέση τους ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε εξετάσει δεόντως όλες τις θέσεις που είχαν προβληθεί προς υποστήριξη του αιτήματος παραμερισμού. Αναφέρουν επίσης ότι η Ε36/17 καταχωρήθηκε πριν την καταχώρηση της ειδοποίησης πτώχευσης και της αίτησης πτώχευσης και έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας και αν επιτύχει, η απόφαση πάνω στην οποία βασίζονται οι αιτητές και καταχώρησαν την ειδοποίηση πτώχευσης και την παρούσα αίτηση πτώχευσης, θα ανατραπεί πλήρως, ο χρεώστης θα απαλλαγεί από το εξ αποφάσεως χρέος του και θα μπορεί να προωθήσει την Υπεράσπισή του στο πλαίσιο της αγωγής 8069/14, η οποία θα πρέπει πλέον να επαναφερθεί και να δικαστεί επί της ουσίας. Αναφέρουν δε ότι δεν είναι δίκαιο να κηρυχθεί ο αιτητής ως πτωχεύσας προτού εκδικαστεί η έφεση και προτού αποφασίσει το Ανώτατο Δικαστήριο αν πράγματι οφείλει τα ποσά που του καταλογίζονται και τα οποία αμφισβητεί, και επίσης είναι ξεκάθαρο ότι αν η έφεση επιτύχει ενώ η παρούσα αίτηση απορριφθεί, θα προκύψει ανεπανόρθωτη, πραγματική και νομική ανωμαλία με καταλυτικές και μη αναστρέψιμες συνέπειες για τον χρεώστη. Επομένως, επαναλαμβάνουν τη θέση τους ότι είναι ασφαλές και σωστό και δίκαιο όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Προβαίνουν επίσης σε σχόλια για τους λόγους ένστασης, τους οποίους θεωρούν ότι δεν έχουν θεμελιωθεί οι ενιστάμενοι, το γεγονός ότι δεν έχει εφεσιβληθεί η απόφαση 1.6.16 δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να διατάξει την αιτούμενη αναστολή, και διαφωνούν με την ένορκη δήλωση του ενόρκως δηλούντος στην υπό κρίση αίτηση ότι η υπό κτίση αίτηση και η ένορκος δήλωση του χρεώστη δεν πληροί τις προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος ακύρωσης αναστολής πτώχευσης. Επαναλαμβάνουν ότι δεν είναι αίτηση αναστολής εκτέλεσης απόφασης που ζητά ο αιτητής, αφού άλλωστε η διαδικασία πτώχευσης δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης, αλλά εκείνο που ζητά είναι να αναμένεται η απόφαση του Εφετείου πριν προωθηθεί η παρούσα αίτηση. Επαναλαμβάνουν για την θέση των πιστωτών να καταχωρήσει ασφάλεια για πληρωμή του ποσού ο χρεώστης και να πληρώσει τα έξοδα, ότι γνωρίζουν ότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί, αφού έγινε και στο παρελθόν και είναι τελικά η θέση τους ότι η ύπαρξη της Ε36/17 αποτελεί ικανοποιητικό και επαρκή λόγο για ακύρωση και/ή αναστολή της πτωχευτικής διαδικασίας που προωθείται εναντίον του χρεώστη. Στη δική τους αγόρευση, οι εξ αποφάσεως πιστωτές/καθ' ων η αίτηση στην παρούσα αίτηση, υιοθετούν πλήρως όλους τους λόγους ένστασης που έχουν καταχωρήσει στην ένστασή τους και θεωρούν ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, γιατί ο χρεώστης/αιτητής δεν έχει δείξει κανέναν λόγο για αναστολή και/ή παραμερισμό της διαδικασίας, έχει διαπράξει πράξη πτώχευσης και υπάρχει εξασφαλισμένη απόφαση του Δικαστηρίου για ποσό πέραν των €15.
  2. Αναφέρουν επίσης ότι η έφεση στρέφεται εναντίον απορριπτικής απόφασης και με βάση τη νομολογία δεν μπορεί να επενεργεί σαν αναστολή εκτέλεσης διαδικασίας στην απόφαση που εφεσιβάλλεται και παραθέτουν σχετική νομολογία. Αφού παραθέτουν με τη σειρά τους το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης σε συντομία, αναφέρουν ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης και καταχωρείται καταχρηστικά, αφού ο χρεώστης έχει καταχωρήσει κάθε είδους αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, όλες εκ των οποίων έχουν απορριφθεί, και έχει διαπράξει πράξη πτώχευσης, αφού η ειδοποίηση πτώχευσής του είχε επιδοθεί δεόντως και δεν αντέδρασε καθόλου. Με αναφορά στη νομολογία στηρίζονται στην αρχή ότι η εξουσία αναστολής εκτέλεσης απόφασης πρέπει να ασκείται πάντοτε με φειδώ, ώστε να μην οδηγεί σε εξουδετέρωση της εφεσιβαλλόμενης απόφασης ή άλλου διατάγματος του Δικαστηρίου που σχετίζεται με την υπόθεση, όπως επίσης και την αρχή ότι ο επιτυχών διάδικος δεν θα πρέπει να στερείται χωρίς ουσιαστικό λόγο του καρπού της επιτυχίας του. Επαναλαμβάνουν τη θέση ότι πιστεύουν ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, αλλά αν το Δικαστήριο τη δεχθεί, τότε θα πρέπει να θέσει όρους στον χρεώστη και συγκεκριμένα να τον διατάξει να καταβάλει τραπεζική εγγύηση για όλο το ποσό της απόφασης και να πληρώσει επίσης τα έξοδα που έχουν επιδικασθεί εναντίον του. Είναι η τελική τους θέση ότι η αίτηση δεν πρέπει να έχει καμία απολύτως επιτυχία, εάν το Δικαστήριο εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα θα θέσει τους εξ αποφάσεως πιστωτές σε τρομερή αδικία, ανεπανόρθωτη ζημιά και δυσμένεια και δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να εκδοθεί υπό τις περιστάσεις το αιτούμενο διάταγμα με βάση την όλη πορεία της υπόθεσης και όλες τις ενέργειες που έχει λάβει μέχρι τώρα ο αιτητής/χρεώστης οι οποίες πλείστες όσες οδηγήθηκαν σε αποτυχία, ενώ για τη μοναδική που πέτυχε, ο ίδιος δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει τους όρους που έθεσε το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου βάσει της Δ.35 θ.18 έχουν επεξηγηθεί σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε κάποιες από τις οποίες θα γίνει ειδικότερη αναφορά στη συνέχεια. Προκύπτει από αυτές ότι το εν λόγω ζήτημα ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και ότι η απόφαση παραμένει ισχυρή και διατηρεί τον τελεσίδικο χαρακτήρα της μέχρι την ακύρωση, ή τροποποίηση της από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1989)1 C.L.R.592 λέχθηκαν τα εξής αναφορικά με τις προϋποθέσεις αναστολής απόφασης: «Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή πρωτόδικης απόφασης εξαρτάται από το αποτέλεσμα της εξισορρόπησης δύο εξίσου σημαντικών παραγόντων για την απονομή της δικαιοσύνης. Την διασφάλιση, αφενός, του τελεσίδικου χαρακτήρα της πρωτόδικης απόφασης και της απόδοσης στον διάδικο που έχει επιτύχει τον καρπόν της επιτυχίας του και την εξασφάλιση, αφετέρου, της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης». Οι δύο αυτοί παράγοντες εξισορροπούνται με γνώμονα τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης (βλ. Ιωσηφάκης ν. Αριστοδήμου
(1990)1 Α.Α.Δ.284). Η πιο πάνω αρχή επαναδιατυπώθηκε στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ.1147 όπου λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου: «Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο δικαστήριο από τη Δ.35 Θ. 18. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατ' εξοχή παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει η στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης». Οι αρχές που διέπουν το θέμα και έχουν καθοριστεί από τη νομολογία, συνοψίστηκαν ως ακολούθως στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ.1978: «Η νομική βάση της αίτησης για αναστολή είναι η Διαταγή 35 καν. 18. Οι αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα, εκπηγάζουν από τη νομολογία και μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: (α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης. ..... Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται επομένως στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης». Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd κ.ά. ν. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά. (Αρ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ.287, τονίστηκε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται έχοντας υπόψη ότι ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να αποστερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, τους καρπούς της επιτυχίας του και παράλληλα το ένδικο μέσο της έφεσης, που ασκείται δικαιωματικά, να μην χάνει την αποτελεσματικότητά του. Περαιτέρω στην ίδια υπόθεση αναφέρθηκαν ακόμη τα εξής: «Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι παράγοντας θετικός αλλά οριακής σημασίας. Η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι ο δεσπόζων και αποφασιστικός παράγων στην επίλυση τέτοιου ζητήματος. Μόνο η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων είναι δυνατόν να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής σε βάρος της πρώτης». Όπως υποδεικνύεται στην Αγγλική Δικαστική Πρακτική (Annual Practice) του 1958, στη σελίδα 1697 με αναφορά σε αγγλική νομολογία: «It is in the discretion of the Court to grant or refuse a stay and the Court will grant it where the special circumstances of the case so require (Becker - v - Earl´s Court Ltd
(1911)56 SJ 206; The Ratata [1897] P at p. 132; A. G. - v - Emerson
(1889)24 QBD pp.58,59).» Στην παράγραφο 451 του ιδίου συγγράμματος, υπό τον τίτλο "Stay of execution generally" αναφέρεται επίσης μεταξύ άλλων ότι: «. . . On the contrary, the court's inherent jurisdiction to stay the execution of a judgment or order is limited in its extent, and can only be exercised on grounds that are relevant to a stay of the enforcement proceedings themselves, and not to matters which may operate as a defence in law or relief in equity, for such matters must be specifically raised by way of defence in the action itself. The special circumstances which entitle the court to stay execution of a money judgment are circumstances which go to the enforcement of the judgment and not those which go to its validity or correctness». Αντικείμενο της αναστολής δυνάμει της Δ.35 θ.18 είναι η υποχρέωση ή το καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται αρχή η οποία επιβεβαιώνεται μέσα από την απόφαση Λύρας Nτίνος M. κ.ά. ν. Λαϊκή Kυπριακή Tράπεζα (Xρηματοδοτήσεις) Λτδ (Aρ.1)
(1997)1 Α.Α.Δ.1384). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Πατσαλοσαββής ν. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1989)1 Α.Α.Δ.(Ε)45, η συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση δικαστικής απόφασης συναρτάται άμεσα με τους σκοπούς για τους οποίους επιδιώκεται η αναστολή οι οποίοι και σαφώς θα πρέπει να εξυπηρετούν την σωστή απονομή της δικαιοσύνης και όχι την κατάχρηση δικαιοδοσίας και την αποστέρηση των δικαιωμάτων ενός διαδίκου που έχει επιτύχει με την έκδοση απόφασης υπέρ του. Με βάση τις αρχές της νομολογίας, όπως έχουν πιο πάνω αναφερθεί θα προσεγγιστεί η παρούσα αίτηση. Καταρχήν η θέση των πιστωτών/καθ' ων η αίτηση στη παρούσα διαδικασία ότι ο αιτητής/χρεώστης έχει προβεί σε σωρεία διαδικαστικών διαβημάτων, πλείστων των οποίων έχασε με έξοδα εναντίον του, ενώ τη μοναδική αίτηση που κέρδισε, αυτή της αναστολής της πρωτόδικης απόφασης χωρίς όμως να καταφέρει να εκπληρώσει τους όρους που τέθηκαν σε αυτή, τους οποίους ούτε εφεσίβαλε, φαίνεται εκ πρώτης όψεως να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Έχει ήδη γίνει πλήρης αναφορά πιο πάνω σε όλες τις αιτήσεις που καταχώρησε ο χρεώστης και το αποτέλεσμα τους. Αναφέρω όμως ότι όλες αυτές οι διαδικασίες αποτελούσαν διαδικαστικά διαβήματα, που με βάση τον Νόμο και τους κανονισμούς του επιτρεπόταν να χρησιμοποιήσει, γι' αυτό και δεν μπορώ να δεχτώ τον ισχυρισμό των πιστωτών ότι αυτά αποτελούν ένδειξη κακοπιστίας και κατάχρησης από πλευράς του χρεώστη. Όσον αφορά το θέμα επιτυχίας της έφεσης, είναι παράγοντας που με βάση τη νομολογία έχει οριακή σημασία και βεβαίως το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να εκ φέρει δεσμευτική γνώμη επί τούτου, καθότι δεν μπορεί το ίδιο να λειτουργήσει ως Εφετείο άλλου ομοβάθμιου του Δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε απόφαση. Έχει καταχωρηθεί μία έφεση στην οποία περιλαμβάνονται τρεις συνολικά λόγοι έφεσης. Σύμφωνα με τη νομολογία, κριτήριο για να διαταχθεί αναστολή είναι να έχουν καταδειχθεί τέτοιες καλές πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης στον απαιτούμενο μάλιστα βαθμό, που να υπάρχει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία της, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος. Σε αντίθεση με το πιο πάνω κριτήριο, ο ενόρκως δηλών, χρεώστης, περιορίζεται σε γενικές, αόριστες και ατεκμηρίωτες αναφορές περί καλών πιθανοτήτων επιτυχίας αναφέροντας ειδικά στην ένορκη δήλωση του ότι το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχτηκε την αίτηση του για αναστολή της διαδικασίας επιβάλλοντας του όρους που δεν κατάφερε να τιμήσει δείχνει ότι έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας η έφεση του, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Κρίνω ότι ο χρεώστης δεν έχει καταδείξει πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης του στον απαιτούμενο βαθμό. Σε κάθε όμως περίπτωση, ακόμα και αν ο χρεώστης είχε καλές πιθανότητες ή ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας στην έφεση του όπως ο ίδιος ο χρεώστης ισχυρίζεται, οι καλές πιθανότητες επιτυχίας δεν είναι καθοριστικής σημασίας ζήτημα και αποφασιστικής σημασίας παράγοντας ή κριτήριο για να επιτύχει το αίτημα αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης (βλ. Παπά v. Οικονομίδου κ.ά.
(2010)1(Α) Α.Α.Δ.58). Ούτε είχε θέση του χρεώστη ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι ολοφάνερα λανθασμένη επειδή τον διατάσσει και να πληρώσει μεγάλο ποσό χρημάτων και να παραδώσει το διαμέρισμα με βρίσκει σύμφωνη, αφού όπως έχει ήδη αναφερθεί το επίδικο διαμέρισμα παραδόθηκε από τον χρεώστη στους πιστωτές του, μετά που ο ίδιος απέτυχε να ικανοποιήσει τους όρους που του επέβαλε το Δικαστήριο εκδίδοντας διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, την οποία ο ίδιος ζήτησε, η αξία του διαμερίσματος αφαιρέθηκε από το επίδικου χρέος και μάλιστα οι πιστωτές του, έχοντας προβεί σε δύο εκτιμήσεις, χρησιμοποίησαν προς όφελος του χρεώστη αυτήν που κατεδείκνυε μεγαλύτερη αξία του διαμερίσματος και συνεπώς αφαίρεσαν από τον χρεωστικό λογαριασμό του το μεγαλύτερο ποσό από τις δύο εκθέσεις εκτίμησης. Είναι όντως γεγονός ότι σύμφωνα με τη νομολογία θα πρέπει να διασφαλίζεται ο τελεσίδικος χαρακτήρας μία πρωτόδικης απόφασης και να αποδίδονται στον διάδικο που έχει επιτύχει οι καρποί της επιτυχίας του αλλά από την άλλη να εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας της έφεσης. Το Δικαστήριο, το έργο που έχει να επιτελέσει είναι να εξισορροπήσει τους δύο αυτούς παράγοντες με γνώμονα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Είναι επίσης νομολογημένο ότι οι οικονομικές δυσχέρειες εξ αποφάσεως οφειλέτη να εκπληρώσουν υποχρεώσεις που πηγάζουν από την απόφαση, δεν μπορούν να προβληθούν ως λόγοι για τη χορήγηση αναστολής. Αν γινόταν δεκτή αυτή η πρόθεση ως θέμα αρχής, τότε οι επιπτώσεις, ιδιαίτερα σε μακρούς δικαστικούς αγώνες θα ήταν επικίνδυνα αρνητικές στην αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Ούτε η θέση του χρεώστη, ότι εάν το Δικαστήριο απορρίψει την υπό κρίση αίτηση και προχωρήσει η αίτηση πτώχευσης και εκδοθεί εναντίον του διάταγμα πτώχευσης, θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά θεωρώ ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η αίτηση πτώχευσης θα εκδικαστεί και είναι άγνωστο το αποτέλεσμα της. Να μην ξεχνούμε όμως, ότι ο χρεώστης διέπραξε πράξη πτώχευσης σύμφωνα με τους πιστωτές του, μη αντιδρώντας καθόλου στην ειδοποίηση πτώχευσης 10/20 που το επιδόθηκε προσωπικά, θέση την οποία ούτε καν αντέκρουσε ή έστω σχολίασε, Εν πάση περιπτώσει, και αν ακόμα εκδοθεί διάταγμα παραλάβής της περιουσίας του και τελικά δικαιωθεί από το Εφετείο, οι πιστωτές μπορούν να τον αποζημιώσουν πλήρως, να του επιστρέψουν ενδεχόμενα και το διαμέρισμα που τους παρέδωσε, δεν έγινε καμμιά αναφορά για διαδικασία πώλησης του με πλειστηριασμό, και να κάνει αίτηση για αποκατάσταση του. Είναι καταληκτικά η θέση μου ότι εν όψει της αποτυχίας του χρεώστη να πείσει το Δικαστήριο για όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτησή του, αλλά και για τους λόγους που ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για την αναστολή της παρούσας διαδικασίας, η αίτησή του είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και απορρίπτεται. Επιδικάζονται υπέρ των πιστωτών/καθ' ων η αίτηση και εναντίον του χρεώστη/αιτητή τα έξοδα της παρούσας αίτησης όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.