← Κύπρος

FAKAS CONSTRUCTIONS & DEVELOPMENTS LTD ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 482/2012, 24/9/2020

FAKAS CONSTRUCTIONS & DEVELOPMENTS LTD ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 482/2012, 24/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A443 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Eνώπιον: Μ. Αμπίζα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 482/2012 Μεταξύ: FAKAS CONSTRUCTIONS & DEVELOPMENTS LTD Eναγόντων και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων ----------------------- Ημερομηνία: 24 Σεπτεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Μ. Κυπριανού για Michael Kyprianou & Co LLC Για τους Εναγόμενους: κ. Χαραλάμπους για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. -------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή τους, οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων τα ακόλουθα: «Α. Δήλωση και/ή διαταγή του Δικαστηρίου ότι η γραπτή απαίτηση ημερ. 16.1.2012 που υπέβαλε η Εναγόμενη προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ για πληρωμή και/ή ρευστοποίηση της εγγυητικής επιστολής με αρ. XXXXX3289 ημερ. 16.12.2009 η οποία εκδόθηκε από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κατόπιν αίτησης της Ενάγουσας και με δικαιούχο την Εναγόμενη είναι παράνομη και ότι η Εναγόμενη δεν δικαιούτο σε πληρωμή βάσει της εν λόγω εγγυητικής. Β. Αποζημιώσεις ύψους €154.550,41 για παράβαση σύμβασης και/ή για αδικαιολόγητο πλουτισμό και/ή για παράνομη απαίτηση πληρωμής και/ή για παράνομη ρευστοποίηση της εγγυητικής επιστολής με αρ. XXXXX3289 ημερ. 16.12.2009 η οποία εκδόθηκε από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κατόπιν αίτησης της Ενάγουσας και με δικαιούχο την Εναγόμενη. Γ. Παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις. Δ. Νόμιμο τόκο επί κάθε ποσού που θα επιδικάσει το Δικαστήριο. Ε. Έξοδα και Φ.Π.Α.» Από τους εκατέρωθεν δικογραφημένους ισχυρισμούς προκύπτουν τα ακόλουθα: Αποτελεί κοινό έδαφος ότι οι Ενάγοντες κατήρτισαν συμφωνία πώλησης με κάποιον XXXXX Χριστοφή για την πώληση προς αυτόν ενός διαμερίσματος στη Λευκωσία έναντι του ποσού των €148.000 πλέον Φ.Π.Α. Είναι παραδεκτό ότι ο εν λόγω Χριστοφή, προς το σκοπό αγοράς του διαμερίσματος, συνήψε συμφωνία δανείου, ημερ. 18.11.2009, με τους Εναγόμενους, βάσει της οποίας οι Εναγόμενοι του παραχώρησαν δάνειο €140.

  1. Επιπροσθέτως δε, ο Χριστοφή, οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι υπέγραψαν, την ίδια ημερομηνία, έγγραφο εκχώρησης βάσει του οποίου τα δικαιώματα του Χριστοφή βάσει της συμφωνίας πώλησης εκχωρήθηκαν προς τους Εναγόμενους για εξασφάλιση αυτών σε περίπτωση που ο Χριστοφή δεν θα εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις που ανέλαβε έναντι των Εναγομένων βάσει της συμφωνίας δανείου. Επί του προκειμένου, είναι περαιτέρω θέση των Εναγομένων ότι η εξασφάλιση των Εναγομένων θα ήταν η μεταβίβαση του διαμερίσματος ελεύθερου από βάρος στον Χριστοφή και η υποθήκευση του από τον Χριστοφή προς όφελος των Εναγομένων. Περαιτέρω, κατά ή περί την 16.12.2009 οι Ενάγοντες γραπτώς και ανεκκλήτως ανέλαβαν δέσμευση και/ή αναγνώρισαν ότι το δάνειο είχε παραχωρηθεί ή θα παραχωρείτο στον Χριστοφή με όρο ότι μέχρι 31.12.2011 οι Ενάγοντες θα μεταβίβαζαν το διαμέρισμα στο όνομα του Χριστοφή και οι Εναγόμενοι θα λάμβαναν υποθήκη επ' αυτού. Είναι περαιτέρω παραδεκτό ότι οι Εναγόμενοι ζήτησαν από τον Χριστοφή όπως εξασφαλίσει εγγυητική επιστολή από Τράπεζα που να εγγυάται ότι μέχρι την 10.11.2010 οι Ενάγοντες θα εγγράψουν το διαμέρισμα ελεύθερο από οποιαδήποτε υποθήκη ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση στο όνομα του. Είναι ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι η εν λόγω εγγυητική επιστολή εκδόθηκε από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και ότι, βάσει αυτής, η εν λόγω Τράπεζα εγγυήθηκε τους Ενάγοντες μέχρι του ποσού των €140.000 πλέον τόκο, ότι μέχρι την 10.11.2010 οι Ενάγοντες θα εγγράψουν το διαμέρισμα ελεύθερο από οποιαδήποτε υποθήκη και ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση στο όνομα του Χριστοφή. Η εγγυητική εκδόθηκε αφού η εν λόγω Τράπεζα δέσμευσε σχετικό τραπεζικό λογαριασμό των Εναγόντων και/ή αφού έλαβε άλλες εξασφαλίσεις από τους Ενάγοντες. Η θέση των Εναγομένων είναι ότι η εν λόγω εγγυητική εκδόθηκε την 16.12.
  2. Είναι περαιτέρω παραδεκτό ότι την 10.11.2011 οι Ενάγοντες, με σχετική επιστολή που απέστειλαν στην Τράπεζα Κύπρου απαίτησαν, βάσει της εγγυητικής, πληρωμή του ποσού των €140.000 πλέον τόκο από 16.12.2009 μέχρι 29.5.2011 επικαλούμενοι ως λόγο ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν μέχρι την 10.11.2011 εγγράψει το διαμέρισμα στο όνομα του Χριστοφή. Είναι ισχυρισμός των Εναγόντων ότι οι Εναγόμενοι προέβηκαν στην πιο πάνω ενέργεια, να απαιτήσουν την ρευστοποίηση και πληρωμή της εγγυητικής, λόγω του ότι ο Χριστοφή δεν αποπλήρωνε το δάνειο που οι Εναγόμενοι του είχαν παραχωρήσει, ενώ οι Εναγόμενοι προβάλλουν ότι ο λόγος απαίτησης του ποσού της εγγυητικής ήταν ότι το διαμέρισμα δεν είχε μεταβιβασθεί ελεύθερο βάρους στον Χριστοφή ώστε ο τελευταίος να μπορέσει να το υποθηκεύσει ως όφειλε. Είναι παραδεκτό ότι την 9.12.2011 η εγγυητική τροποποιήθηκε εγγράφως με την επέκταση της ημερομηνίας λήξης της στην 15.2.2012 ενώ η ημερομηνία μεταβίβασης του ακινήτου που αναφέρεται στην εγγυητική επεκτάθηκε στην 15.1.
  3. Ταυτόχρονα, οι Εναγόμενοι απέσυραν την προηγούμενη τους απαίτηση για πληρωμή. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι την 11.1.2012, μέσω του δικηγόρου τους απέστειλαν επιστολή προς τους Εναγόμενους ότι παράνομα υπέβαλαν απαίτηση για πληρωμή της εγγυητικής και ότι αυτή δόθηκε για συγκεκριμένη ζημιά που οι Εναγόμενοι δυνατό να υποστούν από τυχόν μη έκδοση τίτλου και όχι ως εγγύηση για την υποχρέωση του πελάτη τους για αποπληρωμή του δανείου. Οι Εναγόμενοι δέχονται ότι έλαβαν τέτοια επιστολή. Είναι παραδεκτό ότι την 16.1.2012 οι Εναγόμενοι υπέβαλαν εκ νέου απαίτηση πληρωμής του ποσού των €140.000 πλέον τόκο από 16.12.2009 μέχρι 29.5.2011 βάσει της εγγυητικής, επικαλούμενοι ως λόγο ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν μέχρι την 15.1.2012 εγγράψει το διαμέρισμα ελεύθερο από οποιαδήποτε επιβάρυνση στο όνομα του Χριστοφή. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι βάσει της εν λόγω επιστολής, η Τράπεζα Κύπρου, ως ήταν υποχρεωμένη, προέβηκε στη ρευστοποίηση της εγγυητικής και στην πληρωμή του ποσού προς τους Εναγόμενους. Στη συνέχεια δε, χρέωσε με το ποσό των €154.550,41 (€140.000 πλέον τόκο) συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό των Εναγόντων. Υπό τις περιστάσεις οι Ενάγοντες υπέστηκαν ζημιά ύψους €154.550,
  4. Οι Εναγόμενοι αρνούνται κάτι τέτοιο. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός των Εναγόντων ότι η ενέργεια των Εναγομένων να απαιτήσει πληρωμή βάσει της εγγυητικής και να λάβει το εν λόγω ποσό είναι παράνομη και συνιστά παράβαση σύμβασης και παράβαση των όρων της εγγυητικής, ως λεπτομερώς αναφέρεται στις σχετικές λεπτομέρειες. Στη βάση επίσης των λεπτομερειών που παραθέτουν, ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι ενήργησαν δόλια, πράττοντας ως ανωτέρω, και ότι πλούτισαν άδικα και/ή αδικαιολόγητα εις βάρος των Εναγόντων. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δικαιούνται παραδειγματικές και ή τιμωρητικές και ή επαυξημένες αποζημιώσεις. Από την πλευρά τους οι Εναγόμενοι αρνούνται τους εν λόγω ισχυρισμούς των Εναγόντων στη βάση των αναφορών τους στην παράγραφο 14 της υπεράσπισή τους. Οι Ενάγοντες, κάλεσαν, ως μοναδικό μάρτυρα, τον κύριο μέτοχο και διευθυντή, κατά τον επίδικο χρόνο, των Εναγόντων, XXXXX Φάκα (ΜΕ). Ο ΜΕ, μέσω γραπτής του δήλωσης, την οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, παρέθεσε ανάλογους με την έκθεση απαίτησης ισχυρισμούς. Κατά τη μαρτυρία του, ο μάρτυρας κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου πιστοποιητικό σύστασης και αλλαγής ονόματος των Εναγόντων (Τεκμήρια 1 και 2), το ισχυριζόμενο πωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 3), τη συμφωνία στεγαστικού δανείου (Τεκμήριο 4) τη συμφωνία εκχώρησης δικαιωμάτων (Τεκμήριο 5), εγγυητική επιστολή με ημερομηνία 14.12.2009 (Τεκμήριο 6), την επιστολή ημερ. 10.11.11 (Τεκμήριο 7), την τροποποίηση της εγγυητικής επιστολής (Τεκμήριο 8), την επιστολή ημερ. 11.1.2012 (Τεκμήριο 9), την επιστολή απαίτησης ημερ. 16.1.2012 (Τεκμήριο 10), κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 11) και την επιστολή ημερ. 24.1.2012 (Τεκμήριο 12). Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕ αναγνώρισε και κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, πανομοιότυπο με το Τεκμήριο 3 πωλητήριο έγγραφο που φέρει ημερομηνία 18.6.2009 (Τεκμήριο 13) και πανομοιότυπη με το Τεκμήριο 6 εγγυητική επιστολή ημερ. 16.12.2009 (Τεκμήριο 14). Αναγνώρισε και κατέθεσε περαιτέρω έγγραφο ανέκκλητης δέσμευσης των Εναγόντων προς τους Εναγομένους ημερ 16.12.2009(Τεκμήριο 15) και αντίγραφο επιταγής των Εναγομένων (Τεκμήριο 16). Κατόπιν της μαρτυρίας του ΜΕ, οι δύο πλευρές κατέθεσαν, εκ συμφώνου, ως Τεκμήριο 17, κατάσταση τραπεζικού λογαριασμού των Εναγόντων, με παραδεχτό το γεγονός ότι την 26.1.2012 χρεώθηκε σε σχέση με την επίδικη εγγυητική επιστολή ο τραπεζικός λογαριασμός των Εναγόντων με το ποσό των €154.550,41.- Από την πλευρά τους, οι Εναγόμενοι προσκόμισαν τη μαρτυρία επίσης ενός μάρτυρα. Αυτή ήταν η XXXXX Σεργίου (ΜΥ), υπάλληλος των Εναγομένων. Η ΜΥ, μέσω γραπτής της δήλωσης την οποία κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, παρέθεσε ισχυρισμούς σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγομένων. Ήταν η θέση της ΜΥ ότι οι Εναγόμενοι ζήτησαν πληρωμή της εγγυητικής επειδή οι Ενάγοντες παρέλειψαν να μεταβιβάσουν το ακίνητο στον Χριστοφή, ούτως ώστε αυτός να το υποθηκεύσει προς όφελος των Εναγομένων. Η ζημιά των Εναγομένων από την παράλειψη των Εναγόντων να μεταβιβάσουν το διαμέρισμα στον Χριστοφή, συνίστατο στο ότι οι Εναγόμενοι απώλεσαν υποθήκη που θα είχαν ως εξασφάλιση για το δάνειο που παραχώρησαν στον Χριστοφή. Το υπόλοιπο του δανείου του Χριστοφή που εξοφλήθηκε με το ποσό της εγγυητικής την 26.1.2012 ήταν €146.534,
  5. Κατά τη μαρτυρία της, η ΜΥ κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου την επιστολή των Εναγομένων προς τον Χριστοφή ημερ. 19.10.2009 (Τεκμήριο 18), έγγραφο συμφωνίας ανάληψης υποχρέωσης υποθήκευσης ακινήτου (Τεκμήριο 19) και κατά την αντεξέταση της, κατάσταση του λογαριασμού δανείου του Χριστοφή (Τεκμήριο 20). Αντεξεταζόμενη, η ΜΥ εξήγησε την αναφορά της σε εξόφληση του ποσού των €146.534,43, ενώ οι Εναγόμενοι έλαβαν το ποσό των €154.550,41, με το ότι εξοφλήθηκε η πιστωτική κάρτα και παρατράβηγμα στο όνομα του Χριστοφή. Έχοντας καταγράψει τις δικογραφημένες θέσεις των πλευρών και έχοντας συνοψίσει την προσκομισθείσα μαρτυρία, θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω ότι το σύνολο της μαρτυρίας έχει μελετηθεί με προσοχή από το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της μελέτης της υπόθεσης και έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου. Το ίδιο ισχύει, ασφαλώς, και με τις αγορεύσεις των συνηγόρων το περιεχόμενο των οποίων δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετούσε να επαναλάβω. Η παρούσα υπόθεση, η οποία είναι αστική υπόθεση, κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 Α.Α.Δ. 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ.
  1. Είχα την ευκαιρία, κατά την ακροαματική διαδικασία, να παρακολουθήσω αμφότερους τους μάρτυρες, στη ζωντανή τους παρουσία, ενώ κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Είχα περαιτέρω την ευκαιρία, όπως ανέφερα και πιο πάνω, να μελετήσω με μεγάλη προσοχή το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, συμπεριλαμβανομένων των τεκμηρίων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Όμοιες είναι οι διαπιστώσεις μου και για τους δύο μάρτυρες. Παρέθεσαν στο Δικαστήριο με άνεση και σαφήνεια τα όσα είχαν να πουν και έδωσαν σαφώς την εντύπωση ότι γνήσια απέδωσαν με τα λεγόμενά τους αυτά που πίστευαν ότι ισχύουν στην παρούσα υπόθεση. Άλλωστε, ως προκύπτει από τα όσα αποτελούν παραδεχτά, σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις των πλευρών, και τα όσα προκύπτει να είναι αποδεχτά, ως γεγονότα, κατά την παράθεση της μαρτυρίας, το τι φαίνεται να αποτελεί σημείο διαφωνίας είναι η ερμηνεία των συμφωνιών που αφορούν την παρούσα υπόθεση και η άποψη της κάθε πλευράς για τη νομιμότητα και ορθότητα της ενέργειας των Εναγομένων να αναζητήσουν και να λάβουν το ποσό της εγγυητικής. Θέματα, φυσικά, που αποτελούν την ουσία της υπόθεσης, αποτελούν ζητήματα για τα οποία μόνο αρμόδιο να αποφασίσει είναι το Δικαστήριο και για τα οποία η άποψη του κάθε ενός από τους μάρτυρες δεν μπορεί να είναι αποδεχτή. Αναπόφευκτα, συνεπώς, τα όσα έχουν καταγραφεί ανωτέρω ως παραδεχτά, αποτελούν εύρημα του Δικαστηρίου. Προκύπτει, συνοπτικά, ότι οι Ενάγοντες, δυνάμει γραπτής συμφωνίας πώλησαν σε κάποιον Χριστοφή ένα διαμέρισμα έναντι του ποσού των €148.000.-. Το εν λόγω πρόσωπο, προς το σκοπό της εν λόγω αγοράς, έλαβε δάνειο από τους Εναγομένους ύψους €140.000.-. Οι Ενάγοντες πληρώθηκαν το τίμημα πώλησης του διαμερίσματος. Προς εξασφάλιση των Εναγομένων υπογράφτηκε συμφωνία εκχώρησης των δικαιωμάτων του αγοραστή προς τους Εναγομένους, ενώ ο αγοραστής ανέλαβε υποχρέωση υποθήκευσης του ακινήτου προς όφελος των Εναγομένων. Τη συμφωνία εκχώρησης δικαιωμάτων συνυπέγραψαν και οι Ενάγοντες, οι οποίοι επίσης, ως περαιτέρω εξασφάλιση των Εναγομένων, αιτήθηκαν προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ την έκδοση εγγυητικής επιστολής με δικαιούχο τους Εναγομένους, μέχρι ποσού €140.000.- πλέον τόκο, ότι μέχρι την 10.11.2011 οι Ενάγοντες θα εγγράψουν το πωληθέν ακίνητο ελεύθερο από οποιαδήποτε υποθήκη και/ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση στο όνομα του αγοραστή. Προκύπτει ότι η εγγυητική επιστολή είναι ημερομηνίας 16.12.
  2. Κατά την ίδια ημερομηνία, οι Ενάγοντες ανέκκλητα γραπτώς δεσμεύτηκαν έναντι των Εναγομένων, σύμφωνα με το Τεκμήριο 15, ότι μέχρι τις 31.12.2011 θα εκδοθεί χωριστός τίτλος για το εν λόγω ακίνητο και θα μεταβιβαστεί στο όνομα του εν λόγω Χριστοφή για να υποθηκευτεί προς όφελος των Εναγομένων. Στην εν λόγω δέσμευση γίνεται πρόνοια για τις επιπτώσεις μη τήρησης των υποχρεώσεων που αναφέρονται σ' αυτήν. Λόγω μη εγγραφής του διαμερίσματος επ' ονόματι του αγοραστή, οι Εναγόμενοι απαίτησαν πληρωμή της εγγυητικής, η οποία εν τέλει επεκτάθηκε χρονικά, για να ξαναγίνει απαίτηση πληρωμή της στις 16.1.2012, στη βάση του ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν μέχρι 15.1.2012 εγγράψει το διαμέρισμα επ' ονόματι του αγοραστή. Η Τράπεζα Κύπρου πλήρωσε στους Εναγόμενους το ποσό των €154.550,41, χρεώνοντας με το ίδιο ποσό λογαριασμό των Εναγόντων. Με το ποσό που πληρώθηκε στους Εναγομένους δυνάμει της εγγυητικής, εξοφλήθηκε το υπόλοιπο του δανείου του εν λόγω αγοραστή εξ €146.534,53 καθώς επίσης οφειλή του προς τους Εναγόμενους για πιστωτική κάρτα και παρατράβηγμα στο όνομα του. Ως καθίσταται αντιληπτό, από τη στιγμή που το πραγματικό υπόβαθρο έχει καθοριστεί ως ανωτέρω, καθοριστικό στοιχείο για την έκβαση της υπόθεσης αποτελεί η ερμηνεία και νομική επίπτωση των υπό κρίση συμφωνιών σε συνάρτηση με τις νομολογιακές αρχές που αφορούν το υπό κρίση θέμα. Είναι η θέση των Εναγόντων, ως προβάλλεται στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου τους, ότι ενώ η Τράπεζα Κύπρου ορθά έπραξε, προβαίνοντας στη σχετική πληρωμή προς τους Εναγόμενους, αφού νομικά ήταν δεσμευμένη να πράξει τούτο, οι Εναγόμενοι είχαν το δικαίωμα και απαιτήσουν πληρωμή βάσει της εγγυητικής επιστολής μόνο εάν, και στο βαθμό που, είχαν υποστεί ζημιά λόγω του ότι δεν έλαβε χώραν το γεγονός που αναφέρεται στην εγγυητική. Δηλαδή, οι Εναγόμενοι θα έπρεπε να καταδείξουν ότι υπέστηκαν ζημιά από τη μη εγγραφή του διαμερίσματος στο όνομα του Χριστοφή εντός του χρονικού πλαισίου που αναφερόταν στην εγγυητική. Κάτι το οποίο ούτε δικογράφησαν, ούτε συγκεκριμενοποίησαν. Επομένως, αποδοχή της προσέγγισης που ακολούθησαν οι Εναγόμενοι θα ισοδυναμούσε με την έγκριση ποινικής ρήτρας εναντίον των Εναγόντων. Οι Εναγόμενοι παράλληλα, ενήργησαν, σύμφωνα με τη θέση των Εναγόντων, ως εάν οι Ενάγοντες είχαν εγγυηθεί ότι ο Χριστοφή θα αποπλήρωνε το δάνειο του και συνάρτησαν το ποσό που απαίτησαν βάσει της εγγυητικής επιστολής με το υπόλοιπο του δανείου, χρησιμοποιώντας περαιτέρω το ποσό της εγγυητικής για να εξαλείψουν και άλλες μη σχετιζόμενες με τους Ενάγοντες οφειλές. Από την πλευρά του, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων, μέσω μιας λεπτομερούς ανάλυσης της νομολογίας και σε συνδυασμό των προνοιών της εγγυητικής και της ανέκκλητης δέσμευσης των Εναγόντων (Τεκμήριο 15) εισηγείται ότι η ζημιά των Εναγομένων είναι το υπόλοιπο του δανείου αφού το ποσό αυτό ήταν αποτέλεσμα γνήσιας προσπάθειας καθορισμού της ζημιάς ενόψει της αδυναμίας απόδειξης σε χρηματικούς όρους της ζημιάς απώλειας μιας υποθήκης. Επομένως, οι Ενάγοντες προκύπτει να δικαιούνται σε απόφαση για το ποσό των €8.015,88 πλέον τόκους, οι οποίοι εισηγείται ότι θα πρέπει να είναι από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Όσον αφορά τις εγγυητικές επιστολές, στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας ν. CAA Travel Media Ltd
(2008)1 A.A.Δ. 837 αναφέρθηκε ότι: «Η ευπαίδευτη πρωτόδικος δικαστής αναφέρθηκε στη νομική πτυχή των εγγυητικών επιστολών, όπως η επίδικη, και παρατήρησε ότι οι εγγυητικές επιστολές είναι έγγραφα υψίστης εμπορικής πίστης. Όπως τα αξιόγραφα, έτσι και οι εγγυητικές επιστολές μπορούν να αντιμετωπίζονται σαν χρήματα μετρητά. Οι εγγυητικές επιστολές έχουν αυτονομία και ανεξαρτησία και δεν επηρεάζονται από την αρχική συμφωνία την οποίαν διασφαλίζουν. Ο σκοπός τους δεν είναι η διασφάλιση της αρχικής συμφωνίας αλλά η διασφάλιση της αξιοπιστίας των συναλλαγών και της εμπορικής πίστης. Είναι θεμελιωμένο ότι η υποχρέωση της τράπεζας ή του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει την εγγυητική, προκύπτει αμέσως μόλις ο δικαιούχος ικανοποιήσει τους όρους και τις προϋποθέσεις που τέθηκαν για πληρωμή της εγγυητικής». Εις δε την υπόθεση Hellenic Bank Public Company Limited v. Alpha Panareti Public Limited
(2013)1B A.A.Δ. 1235, λέχθηκε ότι: «Είναι δεδομένη η αυτοτέλεια της εγγυητικής επιστολής που εκδόθηκε στις 14.2.2001 και σε αυτό το ζήτημα συμφωνούν και τα δύο μέρη, (Δέστε σχετικά το σύγγραμμα των Pollock & Mulla: Indian Contract and Specific Relief Acts 13η έκδ. Επαναδημοσίευση 2000, Τόμος Β', σελ. 1777-1793, καθώς και την υπόθεση Edward Owen Engg Ltd v. Barclays Bank Intl Ltd [1978] 1 All E.R. 976). Μια εγγυητική επιστολή εκδιδόμενη από τραπεζικό ίδρυμα αποτελεί στη βάση σαφούς νομολογίας ανέκκλητη επιβεβαίωση ότι θα πληρωθεί στη βάση των όρων της και γι' αυτό τα Δικαστήρια σπανίως επεμβαίνουν με την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων ώστε η εγγυητική να μην πληρωθεί ή να μην εκτελεσθεί. Οι εγγυητικές θεωρούνται στο εμπόριο ουσιαστικά ως μετρητά χρήματα και στην απουσία ισχυρότατου λόγου προς το αντίθετο δεν νοείται η μη πληρωμή ή η μη εκτέλεση της εγγυητικής. Ως τέτοιος λόγος έχει νομολογιακά αναγνωρισθεί μόνο η ύπαρξη δόλου που θα πρέπει να βαρύνει τον δικαιούχο της εγγυητικής και να είναι ταυτόχρονα και στη γνώση της τράπεζας.» Προκύπτει από συγγράμματα όπως το Paget's Law of Banking 15η έκδοση, παρ. 35.11 και υποθέσεις όπως η Cargill International SA and another v. Bangladesh Sugar and Food Industries Corp [1998] 2 All ER 405, στα οποία παρέπεμψε ο κ. Χαραλάμπους, ότι υφίσταται στη σύμβαση μεταξύ του δικαιούχου μιας εγγυητικής και του παρόχου της, εξυπακουόμενος όρος ότι ο δικαιούχος, ο οποίος έλαβε δυνάμει της εγγυητικής ποσό που υπερβαίνει το ποσό της πραγματικής ζημιάς που υπέστηκε, οφείλει να επιστρέψει την υπερπληρωμή. Ο δικαιούχος δικαιούται μόνο το τι έχει υποστεί ως πραγματική ζημιά. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Εναγόμενοι, οι οποίοι παραχώρησαν δάνειο στον αγοραστή ακινήτου των Εναγόντων, πέραν άλλων εξασφαλίσεων, όπως εκχώρηση δικαιωμάτων και ανάληψη υποχρέωσης υποθήκευσης του ακινήτου, αναζήτησαν και εξασφάλισαν εγγυητική επιστολή με την οποία η Τράπεζα Κύπρου εγγυήθηκε τους Ενάγοντες πωλητές ότι θα εγγράψουν το ακίνητο στο όνομα του αγοραστή ελεύθερο από υποθήκη ή άλλη επιβάρυνση μέχρι συγκεκριμένη ημερομηνία. Τόσο η φύση της συναλλαγής, όσο και το ρητό λεκτικό των συμφωνιών φανερώνει ότι το ζητούμενο ήταν η μέχρι συγκεκριμένη ημερομηνία μεταβίβαση, ώστε ο αγοραστής/δανειολήπτης να υποθηκεύσει το ακίνητο προς όφελος των Εναγομένων/δανειστών. Ανάλογη υποχρέωση οι Ενάγοντες έλαβαν έναντι των Εναγομένων με ανέκκλητη δέσμευση (Τεκμήριο 15) ίδιας ημερομηνίας με την εγγυητική. Στην οποία, μάλιστα, ανέλαβαν, ουσιαστικά, να είναι υπόλογοι έναντι των Εναγόντων για το υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου του αγοραστή. Επομένως, ορθή είναι η τοποθέτηση ότι η Τράπεζα Κύπρου ορθά κατέβαλε το ποσό της εν λόγω εγγυητικής αφού οι πρόνοιες της έδιδαν το δικαίωμα στους Εναγόμενους να αναζητήσουν ρευστοποίησή της. Από εκεί και πέρα το ζήτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο υφίσταται δικαίωμα στους Ενάγοντες και υποχρέωση στους Εναγόμενους στη βάση υπερπληρωμής. Προφανώς, λόγω της μη εγγραφής του διαμερίσματος στο όνομα του αγοραστή εντός του χρονικού πλαισίου που καθορίζεται στην εγγυητική, οι Ενάγοντες στερήθηκαν της ευχέρειας να έχουν εξασφάλιση υποθήκης προς όφελος τους. Ποια είναι η ζημιά από κάτι τέτοιο; Η απάντηση σε τέτοιο ερώτημα δεν περιορίζεται σε ένα ενδεχόμενο. Αν αναλογιστεί κανείς το ενδεχόμενο αποπληρωμής του δανείου από το δανειολήπτη, τότε δεν θα υφίστατο ζημιά. Αναλογιζόμενος, όμως, κανείς μη αποπληρωμή, τότε αναπόφευκτα η ζημιά εξαρτάται από το ύψος της οφειλής. Εξ ου και το πόσο της εγγύησης ορίστηκε μέχρι του ποσού του δανείου πλέον τόκους. Σε τέτοια πρόθεση των πλευρών συνηγορεί και η ανέκκλητη δέσμευση (Τεκμήριο 15) που φανερώνει την ξεκάθαρη πρόθεση να υπολογίσει (όχι ως ποινική ρήτρα) τη ζημιά των Εναγομένων, σε περίπτωση μη εγγραφής, στο ποσό του υπολοίπου του δανείου. Φρονώ ότι αντίθετη θεώρηση δεν θα απέδιδε λογική στην παραχώρηση τέτοιου είδους εγγυητικής, αφού τυχόν αναμονή για διαπίστωση μη αποπληρωμής του χρέους και ουσιαστικής αναγκαιότητας υποθήκης, θα οδηγούσε σε λήξη της ισχύος της εγγυητικής. Με δεδομένη, λοιπόν, τη φύση της εγγυητικής ως εξασφάλιση των δανειστών ώστε να αποκτήσουν την εξασφάλιση υποθήκης και με τα πιο πάνω δεδομένα, αποτελεί συμπέρασμα μου ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου του εν λόγω Χριστοφή αποτελεί το ποσό που οι εναγόμενοι είχαν δικαίωμα να απαιτήσουν με τη μη εκπλήρωση της υποχρέωσης που οριζόταν στην εγγυητική. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι όλη η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία λαμβάνεται υπόψη προς κατάληξη στα ευρήματα του Δικαστηρίου. Αναντίλεκτη παρέμεινε η αναφορά ότι το υπόλοιπο του δανείου την 26.1.2012 ήταν €146.534,53. Έγινε επίσης αποδεκτό ότι οι ενάγοντες έλαβαν το ποσό των €154.550,41 εξοφλώντας και πιστωτική κάρτα και παρατράβηγμα του αναφερόμενου δανειολήπτη. Επομένως, προκύπτει ότι οι Ενάγοντες έλαβαν ποσό €8.015,88 χωρίς να το δικαιούνται στο πλαίσιο της υπό κρίση συναλλαγής και συμφωνιών. Το ποσό αυτό από μόνοι τους οι Ενάγοντες θα έπρεπε να μην απαιτήσουν και να περιορίζονταν στο πραγματικά οφειλόμενο, δυνάμει του δανείου, ποσό πλέον τόκους. Επομένως, αυτό το ποσό οι Εναγόμενοι όφειλαν να επιστρέψουν στους Ενάγοντες. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, καταλήγω ότι οι Ενάγοντες έχουν πετύχει να αποδείξουν δικαίωμα μόνο στο πιο πάνω ποσό. Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των €8.015,88 πλέον νόμιμο τόκο επ' αυτού από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως πλέον τα έξοδα της παρούσας αγωγής, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, στην κλίμακα του ποσού της απόφασης, και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Μ. Αμπίζας, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.