← Κύπρος

Σταύρου ν. Καττιρτζής, Αρ. Αγωγής: 1588/2019, 12/10/2020

Σταύρου ν. Καττιρτζής, Αρ. Αγωγής: 1588/2019, 12/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A457 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1588/2019 Μεταξύ: XXXXXX Σταύρου Ενάγουσα -και- XXXXX Καττιρτζής Εναγόμενος --------------- Ημερομηνία: 12 Οκτωβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα- Αιτήτρια: κος Γιώργος Χριστοδούλου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο - Καθ'ου η Αίτηση: κος Χρίστος Νεοφύτου για Νεοφύτου και Νεοφύτου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση ημερ. 20/09/2019 για έκδοση συνοπτικής απόφασης) Με την παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα αιτείται ποσό €10,800 ως ενοίκια ή αποζημίωση από τον πρώην σύζυγό της και διάταγμα ανάκτησης κατοχής οικίας στη Λευκωσία. Σε περίληψη, με βάση το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, τα γεγονότα της αγωγής έχουν ως ακολούθως:

  1. Η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος έλαβαν διαζύγιο, το οποίο εκδόθηκε στις 08/06/
  2. Προηγουμένως, περί την 07/01/2014 η Ενάγουσα αναγκάστηκε να φύγει από τη συζυγική οικία και εκ τότε η συμβίωση τους διακόπηκε και επήλθε πλήρης διάσταση στις μεταξύ τους σχέσεις. Η Αιτήτρια με τα τέκνα της μετακόμισαν σε άλλη διεύθυνση, ενώ ο Εναγόμενος παρέμεινε εντός της οικίας στην οποία διαμένει μέχρι σήμερα.
  3. Η οικία από την αρχική έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα της Ενάγουσας και μετά την έκδοση του διαζυγίου ο Εναγόμενος δεν διεκδίκησε οποιοδήποτε μερίδιο από την οικία, αλλά ούτε και καταχώρησε ή εκκρεμεί οποιαδήποτε αίτηση περιουσιακών διαφορών στο αρμόδιο Οικογενειακό Δικαστήριο.
  4. Επανειλημμένα η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή στον Εναγόμενο με την οποία τον καλούσε να της παραδώσει την οικία και με την παρέλευση 3 ετών από την έκδοση του διαζυγίου, του γνωστοποιούσε ότι εφόσον παρέλειπε να της παραδώσει την οικία, τότε θα έπρεπε να καταβάλει εύλογο ενοίκιο για το ποσό των €900 μηνιαίως, κάτι το οποίο ο Εναγόμενος αρνήθηκε. Στην Yπεράσπιση του, η οποία καταχωρήθηκε στις 16/9/19 , ο Εναγόμενος αφού εγείρει διάφορες προδικαστικές ενστάσεις (κατάχρηση διαδικασίας, μη αποκάλυψη αγώγιμου δικαιώματος κ.τ.λ.) και αφού παραδέχεται το γεγονός ότι υπήρξαν παντρεμένοι και είχαν εγκατασταθεί στην ρηθείσα κατοικία μαζί με την Ενάγουσα, ισχυρίζεται ότι πίσω από τη διάστασή τους υπήρξαν άλλοι λόγοι. Τελικά η αρχική οικία ήταν εγγεγραμμένη επ' ονόματι των δύο, αλλά για διάφορους λόγους ο Εναγόμενος μεταβίβασε την οικία στην Ενάγουσα. Το εν λόγω ακίνητο αποκτήθηκε πριν το γάμο ή και κατά τον γάμο ή και μετά το γάμο και γι' αυτό η σύμβαση δανείου ημερ. 29/05/2009 καταρτίστηκε στο όνομα και των δύο διαδίκων όπως και άλλο δάνειο. Οι δόσεις πληρώνονταν αποκλειστικά από τον Εναγόμενο καθότι η Ενάγουσα δεν εργαζόταν. Ο ίδιος ο Εναγόμενος είχε δικαίωμα να διαμένει στην εν λόγω κατοικία μαζί με τα τέκνα του τα οποία μένουν εκεί και συνείσφερε στον μέγιστο βαθμό για την εν λόγω οικία. Επιπρόσθετα της όποιας προσφοράς από τον ίδιο για την οικία έλαβε υπό την ιδιότητα του ως εκτοπισμένος και σχετική χορηγία ύψους €13,
  5. Ο ίδιος προσπαθεί να καταβάλει μηνιαίες δόσεις προς εξόφληση δανείου προς εξυπηρέτηση και των δύο μερών. Ο Εναγόμενος εξέφρασε τη θετική του άποψη σε ένταξη των διαδίκων στο σχέδιο «ΕΣΤΙΑ» για αποπληρωμή δανείου, υπό τον όρο ότι θα μεταβιβαζόταν η οικία στα ανήλικα τέκνα, κάτι στο οποίο δεν συναίνεσε η Ενάγουσα. Ο Ενάγοντας επίσης εγείρει ανταπαίτηση ζητώντας διάταγμα μεταβίβασης της οικίας στα τέκνα τους. Στην παρούσα, υπό κρίση Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης με βάση τη Διαταγή 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας σε σχέση με μέρος της απαίτησης που αφορά αποκλειστικά στην ανάκτηση κατοχής οικίας, η Ενάγουσα - Αιτήτρια, αφού επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους αναφερόμενους στην Έκθεση Απαίτησής της ισχυρισμούς της, εισηγείται ότι δεν υπάρχει ουσιαστικά υπεράσπιση για τον Εναγόμενο, αφού έχουν παρέλθει 4 χρόνια από την έκδοση του διαζυγίου και δεν έχει καταχωρηθεί-επιδοθεί αίτηση περιουσιακών διαφορών και τονίζει ότι η ίδια έχει ζητήσει την παράδοση της ελεύθερης κατοχής της οικίας από τον Εναγόμενο, κάτι το οποίο ο τελευταίος αρνείται (επισυνάπτονται ως Τεκμήρια διάφορες επιστολές των μερών). Σε Ειδοποίηση Πρόθεσης Kαταχώρησης Ένστασής του, ο Εναγόμενος Καθ' ου η Αίτηση προβάλλει διάφορους Λόγους Ένστασης και συγκεκριμένα ότι δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις της Διαταγής 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ότι υπάρχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας, ότι η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα τεκμήρια αυτής δεν είναι επαρκής για την έκδοση της απόφασης, ότι η Αίτηση είναι κακόπιστη, παράτυπη και αντικανονική, ότι υπάρχει βάση για την έγερση ανταπαίτησης, ότι υπήρξε καθυστερημένη η υποβολή της αίτησης (καταχωρήθηκε 2 μήνες μετά από την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης) και ότι τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση είναι αναληθή και παραπλανητικά. Στην Ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση, ο Εναγόμενος ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του στην Έκθεση Απαίτησης και εισηγείται ότι ως και οι δικηγόροι του τον συμβουλεύουν, η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Αναφέρει ότι η επίδικη οικία ήταν αρχικά εγγεγραμμένη στο όνομα και των δύο τους, ένεκα όμως της σχέσης τους και αφού πήραν κρατική βοήθεια για την ανέγερσή της, μεταβίβασε το μερίδιό του για την οικία. Το εν λόγω ακίνητο αποκτήθηκε μετά το γάμο τους και γι' αυτό η πρώτη σύμβαση δανείου συνήφθηκε για ποσό €250,000 το 2009 καθώς και άλλο δάνειο. Οι δόσεις των δανείων πληρώνονται από εκείνον. Το επίδικο ακίνητο αποκτήθηκε μετά το γάμο τους κι έχει κάθε δικαίωμα να διαμένει ο ίδιος εκεί μαζί με τα ανήλικά τέκνα του που διαμένουν στην εν λόγω κατοικία. O ίδιος εισηγήθηκε στην Αιτήτρια-Ενάγουσα να ενταχθούν σε σχέδιο «Εστία» και να μεταβιβαστεί η οικία στα τέκνα τους, κάτι που δείχνει ότι η Αιτήτρια δεν ενδιαφερόταν αν η οικία θα πωλείτο στην Τράπεζα. Ξεκινώ από τους Λόγους Ένστασης. Με τη Γραπτή Αγόρευση του Καθ'ου η Αίτηση- Εναγόμενου, ουσιαστικά αυτοί περιορίζονται στα ακόλουθα:
  6. Ότι η Αιτήτρια προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο
  7. Ότι με την Υπεράσπιση εγείρονται ζητήματα που πρέπει, καθότι θα είναι υπόλογος για στεγαστικό δάνειο και θα του προκληθεί τεράστια αδικία
  8. Η Ενάγουσα δεν προσέρχεται με καθαρά χέρια και φέρνει εξ απροόπτου τον Εναγόμενο. Η στάση της είναι καταχρηστική και δεν είχε αρχικά ζητήσει πληρωμή ενοικίου από τον Εναγόμενο ενώ ήταν η ίδια που εγκατέλειψε την κατοικία τους. να εξεταστούν
  9. Υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης, η οποία και καταχωρήθηκε μετά την καταχωρηση υπεράσπισης εκ μέρους του Εναγομένου και δεν δικαιολογείται σχετικά. Οι τρεις πρώτοι λόγοι θα εξεταστούν μέσα στα πλαίσια εξέτασης του κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, εάν προχωρήσω στο να εξετάσω την ουσία της Αίτησης, αφού κατά προτεραιότητα εξετάσω το εάν υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης, η οποία να την καθιστά ανεπίτρεπτη. Κατ' αρχήν επισημαίνω ότι η καταχώρηση υπεράσπισης από μόνη της, δεν εμποδίζει την πλευρά της Ενάγουσας να προωθεί την Αίτησή της και δεν καθιστά αυτήν καταχρηστική[1]. Δεν αποστερεί, σύμφωνα με τη νομολογία η καταχώρηση υπεράσπισης από έναν Εναγόμενο, από τον Ενάγοντα να αιτηθεί έκδοση συνοπτικής απόφασης, στην κατάλληλη περίπτωση (βλ. Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου

(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 408 ). Υπήρξε δε περίπτωση όπου αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, καταχωρήθηκε επιτυχώς 15 μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής Atlaspantou Co Ltd ν. Angelos Nicolaides Holdings Ltd εμπορευόμενη και με την εμπορική επωνυμία και/ή την ονομασία Α. Nicolaides Holdings Ltd
(2013)1 ΑΑΔ 2553). Η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε 2 μήνες μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους των Αιτητών, αλλά καταχωρήθηκε λίγο μετά τη λήξη των δικαστικών διακοπών (δηλαδή 11 μέρες μετά τις 9/10/19). Καταχωρούνται μεν αιτήσεις σε καλοκαιρινές περιόδους , αλλά δεν μπορεί το Δικαστήριο να μη λάβει υπόψη του αυτό το γεγονός, ώστε να θεωρήσει ότι δεν υπήρξε κάποια ιδιαίτερη καθυστέρηση. Δεν θεωρώ ότι υπό αυτές τις περιστάσεις που μιλούν από μόνες τους ότι χρειάζεται να δοθεί κάποια ιδιαίτερη δικαιολογία στο Δικαστήριο για την καταχώρηση της Αίτησης μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης όπως εισηγείται η πλευρά του Καθ΄'ου η Αίτηση. Υπό τας συνθήκας λοιπόν θεωρώ επιτρεπτή την Αίτηση και προχωρώ στο να εξετάσω την ουσία αυτής. Οι γενικές αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικών αποφάσεων μετά από σχετική Αίτηση, συνοψίζονται στην Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818 ως ακολούθως: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Τrans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 A.A.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment &�Finance Ltd.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408). Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής:- (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, Κ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση. Με το ίδιο θέμα δηλαδή το τι πρέπει να περιέχει μια ένορκη δήλωση για συνοπτική απόφαση, ιδιαίτερα εκεί που ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, είναι και τα όσα αναφέρονται στη προαναφερθείσα υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ σελ. 790-794 (απόφαση πλειοψηφίας) όπου δίνονται και παραδείγματα (με αναφορά σε αγγλικές αποφάσεις) πότε μια ένορκη δήλωση κρίθηκε ικανοποιητική και πότε όχι. Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω). Επίσης ο Εναγόμενος/καθού η αίτηση πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιό μέρος από την απαίτηση του Ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. γενικά τη Δ.18, Κ.3 και την υπόθεση Hermes Ins. Co Ltd v. Julios Theodorides πιο πάνω, σελ. 338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του). Από τη στιγμή που ο Ενάγων/Αιτητής ικανοποιεί τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε (όπως ήδη αναφέραμε) το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο/καθού η αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (Βλ. επίσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος,
(1989)1 A.A.Δ. 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ., σελ. 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.)) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ., σελ. 239). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Rck Sports v. Persona Advertising Ltd ο Δικαστής Καλλής με αναφορά στο Αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 διατύπωσε τις αρχές ως εξής: «Αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης: Συνοψίζονται ως πιο κάτω στο Annual Practice, 1967, σελ. 121: `H εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones [1984] A.C. 122). Aποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72, Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18, Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198, Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C,P.D. 213, Ray v. Banker, 4 Ex.D.279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone [1894] A.C. 122, Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A. Jacobs n. Booth' s Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262 H.L., Lindsay v. Martin, 5 T.L.R. 322)." Με βάση τις πιο πάνω αρχές, θεωρώ ότι με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, ότι η Αίτηση με την Ένορκη Δήλωση της Ενάγουσας ως έχει, πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18. Έχει καταχωρηθηεί κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο, επαληθεύεται με Ένορκη Δήλωση το αγώγιμο δικαίωμα και βεβαιώνεται ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην Αγωγή. Θα αναφερθώ ειδικά στο αγώγιμο δικαίωμα. Πρόκειται για παράνομη επέμβαση σε ακίνητη περιουσία που δεν αμφισβητείται ότι είναι εγγεγραμμένη στο όνομα της Ενάγουσας και ζητείται, μεταξύ άλλων -και είναι και το αντικείμενο της αιτούμενης απόφασης- η ανάκτηση της κατοχής της. Η πλευρά της Ενάγουσας με παραπέμπει στην CH ARESTI ESTATES LIMITED κ.α. ν. LOUCAS KYPRIANOU & CO ENTERPRISES LTD, Πολ. Έφεση 68/11, απόφαση ημερομηνίας 21/10/2016 και σε διάφορες πρωτόδικες αποφάσεις όπου συνάδελφοί μου έχουν εγκρίνει αιτήματα για ανάκτηση γης. Η κατοχή ακινήτου χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, συνιστά παράνομη επέμβαση (βλ. άρθρο 43
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 και βλ. επίσης σχετικά Αρτέμης & Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις, σελ. 131). Συνεπώς, το βάρος έχει μετατεθεί στον Εναγόμενο για να αποδείξει ότι διαθέτει συζητήσιμη υπεράσπιση. Κρίνω ότι κανένας από τους ισχυρισμούς του Εναγομένου, δεν μπορεί να θεμελιώσει κάποια, έστω υποτυπώδη Υπεράσπιση. Εξηγώ. Τα όσα αναφέρονται σε σχέση με δάνεια που λήφθηκαν, μεταβίβαση οικίας από τον έναν σύζυγο στον άλλον κλπ, ανάγονται σε περιουσιακές διαφορές που προέκυψαν μεταξύ συζύγων και αρμόδιο Δικαστήριο για να επιληφθεί αυτών των ζητημάτων σύμφωνα με τη νομοθεσία είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο και υπάρχει δε και καθορισμένη στο Νόμο προθεσμία προς τούτο. Στον Περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο αρ. 232/1991 ορίζονται στο άρθρο 2 οι όροι "περιουσία"(«κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους») και "συνεισφορά" (« οποιασδήποτε μορφής συνεισφορά των συζύγων στην απόκτηση ή τη δημιουργία περιουσίας και περιλαμβάνει τη φροντίδα της οικογενειακής εστίας και των μελών της οικογένειας.») Σύμφωνα με το άρθρο 14 του ίδιου Νόμου: « 14.-
(1)Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσο συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.» Ως Δικαστήριο ορίζεται στον εν λόγω Νόμο (άρθρο 2) το Οικογενειακό Δικαστήριο. Το άρθρο 15 του Νόμου, προβλέπει ότι η αξίωση βάση του άρθρου 14 παραγράφεται 3 χρόνια μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου. Η αξίωση της Ενάγουσας βασίζεται σε παράνομη επέμβαση σε περιουσία. Πρόκειται για περιουσία που είναι ιδιοκτησία της Ενάγουσας. Οιεσδήποτε αξιώσεις του Εναγομένου εναντίον της Ενάγουσας σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις που αναλήφθηκαν κατά την περίοδο της έγγαμης σχέσης του με την Ενάγουσα, δεν είναι σε αυτό το Δικαστήριο που θα κριθούν και στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας. Στην παρούσα υπόθεση, για τους όποιους δικούς της λόγους, η Ενάγουσα δεν συμφωνεί στο να βρίσκεται εντός της περιουσίας αυτής ο Εναγόμενος. Το δικαίωμά της αυτό δεν μεταβάλλεται και δεν επηρεάζεται ακόμη και αν στη συγκεκριμένη κατοικία διαμένουν (ως ο Εναγόμενος ισχυρίζεται) και τα τέκνα τους. Δεν θεωρώ ότι η Ενάγουσα έχει προβεί σε οιαδήποτε κατάχρηση ή ότι έχει προσπαθήσει να παραπλανήσει το Δικαστήριο ή ότι δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Ούτε ότι οφείλει να εξηγήσει γιατί για τον όποιο λόγο δεν καταχώρησε αίτηση περιουσιακών διαφορών στο Οικογενειακό Δικαστήριο ή γιατί περίμενε, αν περίμενε, να παρέλθει άπρακτο το διάστημα των 3 ετών από τη λύση του γάμου της και μετά να ζητήσει την κατοχή. Το ουσιώδες είναι ότι πρόκειται για δική της περιουσία και μπορεί να την διαθέσει όπως αυτή επιθυμεί. Από τη στιγμή που δεν είναι δεσμευμένη από κάποια συγκεκριμένη συμφωνία με τον Εναγόμενο, ακόμη και αν τυχόν του επέτρεψε να παραμείνει στην κατοικία για κάποιο διάστημα, δικαιούται να λάβει κατοχή της περιουσίας της. Έχει εκφράσει σαφώς την επιθυμία της αυτή ως φαίνεται σε αρκετές επιστολές με τις οποίες τον καλεί να της παραδώσει την κατοχή (Τεκμήρια 3,5,6,7 της Ένορκής της Δήλωσης) Ανακεφαλαιώνοντας, με βάση τα πιο πάνω, δεν εντοπίζω κάποια υποτυπώδη ή συζητήσιμη υπεράσπιση για τον Εναγόμενο ή την ύπαρξη τέτοιων ισχυρισμών του που να του δίνουν το δικαίωμα υπεράσπισης υπό τας περιστάσεις. Ούτε, προκύπτει κάποια υπεράσπιση που να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (Λαζάρου ν. Μακεδόνας
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 ) η οποία να με οδηγεί στο να του επιτρέψω να ακουστεί. Ούτε η ύπαρξη ανταπαίτησης μεταβάλλει την ουσία των πραγμάτων (ακόμη και λαμβάνοντας υπόψη την Vidisava Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ 22, 28, σύμφωνα με την οποίαν καλόπιστη ανταπαίτηση μπορεί να θεωρηθεί ως υπεράσπιση στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση). Η ανταπαίτηση, ως αυτή προβάλλεται, συνιστά αξίωση που προβάλλεται υπέρ άλλων προσώπων και δεν έχει νομικό έρεισμα, αλλά ούτε και μπορεί να έχει εφαρμογή στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής. Με βάση τα ανωτέρω, η Αίτηση επιτυγχάνει με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας-Αιτήτριας ως θα υπολογιστούν από τον/την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εκδίδεται απόφαση περιέχουσα διάταγμα ανάκτησης κατοχής με το οποίο ο Εναγόμενος διατάσσεται όπως εκκενώσει και παραδώσει στην Ενάγουσα κενή και ελεύθερη κατοχή της οικίας επί της οδού XXXXX 5, XXXXX, Λευκωσία, εντός 90 ημερών από την επίδοση σε αυτόν του σχετικού διατάγματος (διάστημα που κρίνεται από το Δικαστήριο ως εύλογο λαμβανομένων υπόψη των σημερινών ιδιάζουσων συνθηκών της πανδημίας). Με δεδομένο ότι μέρος της Αγωγής καθώς και η ανταπαίτηση θα παραμείνουν εκκρεμείς , δεν εκδίδεται άλλη διαταγή εξόδων. ............................... Ξενής Ξενοφώντος Επαρχιακός Δικαστής [1] Σύμφωνα με το Annual Practice 1958 σελ. 260: «But it is clear that the plaintiff may apply for a summary judgment even after defence delivered» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.