CAC CORAL LIMITED ν. ΚΑΜΑΣΣΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4419/2012, 6786/2014, 23/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A442 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Α. Π. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4419/2012 ΜΕΤΑΞΥ: CAC CORAL LIMITED Ενάγουσας και
- XXXXX ΤΖΙΝΟ ΚΑΜΑΣΣΑ
- XXXXX ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Εναγόμενων --------------- Αρ. Αγωγής: 6786/2014 ΜΕΤΑΞΥ: CAC CORAL LIMITED Ενάγουσας και XXXXX ΣΠΥΡΙΔΩΝΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Εναγόμενου --------------- Ημερομηνία: 23 Σεπτεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα και στις δύο Αγωγές: κ. Χριστάκης Ν. Ματθαίου. Για τον Εναγόμενο 1 στην Αγωγή 4419/2012: κα. Στεφανία Δημητριάδη για κ.κ. Ανδρέα Χρ. Μάγο & Συνεργάτες. Για τον Εναγόμενο στην Αγωγή 6786/2014: κα. Άννα Χρίστου για κ.κ. Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Απαιτήσεις στις Αγωγές 4419/2012 και 6786/2014
- Με την αγωγή 4419/2012, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (η «Τράπεζα») απαιτεί από τους Εναγόμενους 1 και 2 το ποσό των €2552,88, πλέον τόκο προς 11,5% από 6/9/2002, με κεφαλαιοποίηση 2 φορές ετησίως, πλέον έξοδα.
- Η αγωγή βασίζεται σε σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης ημερ. 15/9/1994 μεταξύ της Τράπεζας και του Εναγομένου 1, ως πρωτοφειλέτη, και του Εναγομένου 2, ως εγγυητή. Το όριο πίστωσης είχε καθοριστεί στις Λ.Κ.
- Την 6/9/2002 η εν λόγω πίστωση ανακλήθηκε και ο πιστωτικός λογαριασμός έκλεισε. Η Τράπεζα με τον τερματισμό ενημέρωσε τους Εναγομένους 1 και 2 για την αύξηση του επιτοκίου στο 11,5% και τους κάλεσε όπως εξοφλήσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο εντός 7 ημερών. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειψαν να συμμορφωθούν.
- Η αγωγή 4419/2012 δεν επιδόθηκε στον Εναγόμενο 2 και δεν προωθήθηκε εναντίον του. Ακολούθως καταχωρίστηκε νέα αγωγή εναντίον του, η αγωγή 6786/2014, με την οποία η Τράπεζα απαιτούσε με βάση τις ίδιες συμφωνίες, το ποσό των €9863,16, πλέον τόκο προς 11,5% από 1/1/2013, με κεφαλαιοποίηση 2 φορές ετησίως, πλέον έξοδα.
- Μετά από αίτημα του Εναγομένου 1 ημερομηνίας 4/4/2017 οι αγωγές συνενώθηκαν με διάταγμα ημερομηνίας 24/10/
- Η Ενάγουσα, CAC CORAL LIMITED, υποκατέστησε την Τράπεζα, μετά από μεταβίβαση της εν λόγω πιστωτικής διευκόλυνσης προς όφελος της. Σχετική ειδοποίηση, δυνάμει του άρθρου 18
(4)του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή θέματα Νόμου, Ν.169(Ι)/2015, όπως τροποποιήθηκε, καταχωρίστηκε την 14/2/
- Για σκοπούς ευκολίας ο Εναγόμενος στην αγωγή 6786/2014 θα αναφέρεται ως Εναγόμενος
- Υπεράσπιση του Εναγομένου 1 (Αγωγή 4419/2012)
- Ο Εναγόμενος 1 αρνείται τη νομική ισχύ της συμφωνίας πιστωτικών διευκολύνσεων. Ισχυρίζεται ότι η απαίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη, αφού η συμφωνία ήταν προϊόν εξαναγκασμού και παραπλάνησης λόγω της δεσπόζουσας θέσης της Τράπεζας και γιατί οι όροι της δεν ήταν σύμφωνοι με το νόμο. Ως εκ τούτου αρνείται την οφειλή. Υπεράσπιση του Εναγομένου 2 (Αγωγή 6786/2014)
- Ο Εναγόμενος 2 αγνοεί και συνεπώς αρνείται τη συμφωνία πιστωτικής διευκόλυνσης που έγινε μεταξύ του Εναγομένου 1 και της Τράπεζας. Παραδέχεται ότι εγγυήθηκε την εν λόγω πιστωτική διευκόλυνση. Ισχυρίζεται όμως ότι δεν του δόθηκε επιστολή ενημέρωσης δυνάμει του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, Ν.197(Ι)/2003(«Ν.197(Ι)/2003»), ότι δεν του δόθηκαν λεπτομέρειες της συμφωνίας πιστωτικής διευκόλυνσης, ότι δεν ενημερώθηκε ποτέ για τη μη τήρηση των υποχρεώσεων του Εναγομένου 1, τον τερματισμό της συμφωνίας και της αλλαγής του επιτοκίου. Οι παραλείψεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα να απαλλαγεί από εγγυητής. Αρνείται επίσης το οφειλόμενο υπόλοιπο. Απάντηση της Τράπεζας (Αγωγή 6786/2014)
- Με την Απάντηση της η Τράπεζα στην ουσία αντιδικεί (joins issue) και αρνείται την παράβαση οποιασδήποτε νομοθεσίας ή υποχρέωσης. IΙ. Η ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
- Προς απόδειξη των θέσεων της η Ενάγουσα παρουσίασε δύο μάρτυρες, τον κ. XXXXX Κωνσταντίνου (ΜΕ1) και την κα. XXXXX Θεμιστοκλέους (ΜΕ 2). Από πλευράς Υπεράσπισης κατέθεσαν και οι δύο Εναγόμενοι.
- Πέραν των γραπτών δηλώσεων που υιοθέτησαν οι μάρτυρες (Τεκμήρια Α, Γ, Δ και Ε), κατατέθηκαν συνολικά 12 Τεκμήρια (Τεκμήρια Α1, Α2, Β, 1, 2, 3, 4Α - 4Γ (δέσμη), 5, 6Α - 6Β (δέσμη), 7, 8 και 9). Μη αμφισβητούμενα γεγονότα
- Κατά την παράθεση της μαρτυρίας αποτέλεσαν κοινές θέσεις των διαδίκων ή δεν αμφισβητήθηκαν, τα ακόλουθα γεγονότα:
(1)Την 15/9/1994 ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε με την Τράπεζα τη συμφωνία πιστωτικής διευκόλυνσης Τεκμήριο 1. Στο ίδιο έγγραφο περιλαμβάνεται συμφωνία εγγύησης και αποζημίωσης την οποία υπέγραψε ο Εναγόμενος 2.
(2)Ο Εναγόμενος 1 επίσης υπέγραψε επιστολή ημερομηνίας 15/9/1994 με την οποία αιτείτο παραχώρηση τρεχούμενου λογαριασμό ύψους Λ.Κ. 1000 (Τεκμήριο 2). Σύμφωνα με την εν λόγω επιστολή, ζητούσε το ποσό ως κεφάλαιο κινήσεως στην εργασία του (μεταξοτυπίες), προτείνοντας ως εξασφαλίσεις εκχώρηση ασφάλειας και την εγγύηση του Εναγομένου 2.
(3)Επί των συμφωνιών δηλώθηκε, από πλευράς Εναγομένου 1, ως διεύθυνση του, η οδός XXXXX 7, XXXXX, Λευκωσία και από πλευράς Εναγομένου 2, η οδός XXXXX 4, XXXXX, Λευκωσία. Από πλευράς Εναγομένου 1, έγινε δεκτό κατά την προφορική του μαρτυρία ότι η XXXXX 7 είναι η διεύθυνση διαμονής του μέχρι και σήμερα.
(4)Οι Εναγόμενοι 1 και 2, σε προγενέστερο της συμφωνίας χρόνο, ήταν συνέταιροι σε επιχείρηση μεταξοτυπίας. Αν και δεν ήταν ξεκάθαρο πότε τερματίστηκε ακριβώς αυτή η συνεργασία, αποτέλεσε κοινή τους θέση ότι η εν λόγω επιχείρηση καταστράφηκε από πυρκαγιά το 1993 και ότι κατά το χρόνο της υπογραφής των επίδικων συμφωνιών δραστηριοποιούνταν πλέον ξεχωριστά. Οι λόγοι που προέβαλαν, ο καθένας από τους Εναγομένους, της αναγκαιότητας σύναψης των συμφωνιών διαφέρουν και δεν είναι παραδεκτοί από την Ενάγουσα.
(5)Η μεταβίβαση της πιστωτικής διευκόλυνσης από την Τράπεζα στην Ενάγουσα, οι δημοσιεύσεις (Τεκμήριο Α1, Α2 και Β), ως επίσης και το locus standi της, δεν έτυχαν αμφισβήτησης από πλευράς Εναγομένων 1 και 2, οπότε και δεν θα γίνει περαιτέρω αναφορά.
- Για όλες τις πιο πάνω κοινές θέσεις προβαίνω και σε ανάλογα ευρήματα. Επίδικα θέματα
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 αμφισβητούν το οφειλόμενο ποσό και τον υπολογισμό του. Θέτουν ζητήματα παράνομων χρεώσεων και ανατοκισμών αφού, είναι η θέση τους, κατά τη σύναψη των συμφωνιών ίσχυε ο περί Τόκου Νόμος, Ν.2/77(«Ν.2/77») και όχι ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου, Ν.160(Ι)/99(«Ν.160(Ι)/99»). Αρνούνται επίσης τη λήψη των επιστολών γνωστοποίησης μεταβολής επιτοκίου και τερματισμού. Ισχυρίζονται ότι δεν τύγχαναν καθόλου ενημέρωσης για την κατάσταση του χρέους και θέτουν ζητήματα καθυστέρησης. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε επίσης ότι εξαναγκάστηκε να υπογράψει ως πρωτοφειλέτης για χρέος του Εναγομένου 2 οπότε και θα πρέπει να απαλλαγεί. Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι λόγω της μη επαρκούς ενημέρωσης του κατά την συνομολόγηση των συμφωνιών, της μεταβολής του επιτοκίου χωρίς να ενημερωθεί και να συγκατατεθεί και λόγω της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε θα πρέπει να απαλλαγεί από εγγυητής. Η μαρτυρία για την Ενάγουσα Η μαρτυρία του κ. XXXXX Κωνσταντίνου (ΜΕ 1)
- Ο ΜΕ 1 εργάζεται στη Διεύθυνση Οριστικών Καθυστερήσεων της Τράπεζας στο κλιμάκιο Λευκωσίας. Έλαβε γνώση των γεγονότων της υπόθεσης επειδή χειριζόταν στο σχετικό φάκελο. Κατέθεσε τις συμφωνίες (Τεκμήριο 1), την επιστολή - αίτηση του Εναγομένου 1 για πιστωτική διευκόλυνση (Τεκμήριο 2), τις δημοσιεύσεις για μεταβολές επιτοκίου (Τεκμήριο 3), τις προειδοποιητικές επιστολές (Τεκμήρια 4Α - Γ), την επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο 5) καταστάσεις λογαριασμού για την περίοδο 15/9/1994 - 6/9/2002 (Τεκμήριο 6Α) και καταστάσεις λογαριασμού για την περίοδο 30/9/2002 - 31/12/2018 (Τεκμήριο 6Β).
- Ως προς τις μεταβολές επιτοκίου προφορικά ανέφερε ότι στο Τεκμήριο 3 δεν περιλαμβανόταν μια αλλαγή επιτοκίου που έγινε την 30/6/
- Η μεταβολή όμως αναφερόταν στην κατάσταση λογαριασμού που είχε σταλεί. Η εν λόγω παράλειψη δεν μετέβαλλε την όλη οφειλή καθ' οιονδήποτε τρόπο. Οι υπόλοιπες μεταβολές δημοσιεύτηκαν στον εγχώριο Τύπο. Διαφώνησε ότι η Τράπεζα ενήργησε μονομερώς μεταβάλλοντας το επιτόκιο. Ήταν ενέργεια, ανέφερε, που επιτρεπόταν σύμφωνα με τον όρο 3 της συμφωνίας και τον νόμο.
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή των συμφωνιών. Διαχειρίστηκε τον φάκελο μετά τον τερματισμό. Αρνήθηκε υποβολή ότι ο Εναγόμενος 1 εξαναγκάστηκε να υπογράψει και ότι οι όροι δεν εξηγήθηκαν στον Εναγόμενο 2, παραπέμποντας στη συνήθη πρακτική της Τράπεζας.
- Ως προς την κίνηση του εν λόγω λογαριασμού ανέφερε ότι από το 1998 και μετά δεν έγινε άλλη κατάθεση, δεν ήταν όμως σε θέση να γνωρίζει ποιος είχε κάνει αναλήψεις ή πληρωμές. Αρνήθηκε επίσης ότι οι χρεώσεις εξόδων ήταν παράτυπες.
- Οι επιστολές Τεκμήρια 4Α - Γ (ημερ. 4/10/2001, 29/1/2002 και 25/2/2002) και 5 (ημερ. 6/9/2002), στάλθηκαν στους Εναγόμενους με κανονικό ταχυδρομείο. Η αναγραφόμενη διεύθυνση για τον Εναγόμενο 1 ήταν η XXXXX 7 στα XXXXX και για τον Εναγόμενο 2, η XXXXX 32 στην XXXXX. Όλες οι καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήρια 6 Α - Β), αναγράφουν ως διεύθυνση του Εναγομένου 1 την XXXXX 7, XXXXX, Λευκωσία. Αυτές ήταν οι δηλωθείσες διευθύνσεις, ανέφερε. Η θέση του ήταν ότι οι Εναγόμενοι έλαβαν γνώση των επιστολών και αυτό φαινόταν και από την επιστολή Τεκμήριο 4Β, όπου γινόταν αναφορά στην προσωπική επαφή που είχαν με τον Εναγόμενο
- Η μαρτυρία της κας. XXXXX Θεμιστοκλέους (ΜΕ 2)
- Η ΜΕ 2 εργάζεται στην Τράπεζα από το
- Από το 2006 και μετά εργάζεται στη Διεύθυνση Οριστικών Καθυστερήσεων. Η ίδια, στα πλαίσια των καθηκόντων της, έλεγξε την ορθότητα των καταχωρίσεων των καταστάσεων λογαριασμού (Τεκμήρια 6Α - Β) τα οποία αποτελούν αντίγραφα των τραπεζικών βιβλίων της Τράπεζας. Αναφέρθηκε επίσης στις μεταβολές των επιτοκίων επιβεβαιώνοντας και τη μεταβολή που έγινε το 1997 και δεν αναφερόταν στο Τεκμήριο
- Κατέθεσε, κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου τους, αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού με επιτόκιο, αρχικά 8,5% και μετά 8% (από 18/7/1997), σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούνταν το συνολικό ποσό και τόκους που απαιτούσε.
- Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν ήταν παρούσα κατά τη σύναψη των εν λόγω συμφωνιών οπότε δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί σε σχέση με ισχυρισμούς του Εναγομένου 1, για εξαναγκασμό. Ούτε ήταν σε θέση να τοποθετηθεί ως προς την ορθότητα ή μη των διευθύνσεων των Εναγομένων. Η μαρτυρία της Υπεράσπισης Η μαρτυρία του Εναγομένου 1
- Ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ότι μετά τον τερματισμό της συνεργασίας του με τον Εναγόμενο 2 αποφάσισαν να μοιράσουν τα χρέη και περιουσία της εταιρείας από την οποία θα αποχωρούσε ο Εναγόμενος
- Ο Εναγόμενος 1 προχώρησε στη σύσταση άλλης εταιρείας η οποία δραστηριοποιείται μέχρι σήμερα. Κατά την ίδρυση της αυτή στεγαζόταν στην οδό XXXXX στο XXXXX (Τεκμήριο 8 - πιστοποιητικό εγγραφής του Φ.Π.Α. ημερ. 1/2/1993) και ακολούθως στη Βιομηχανική Λατσιών.
- Οι εγκαταστάσεις της παλαιότερη εταιρείας καταστράφηκαν από φωτιά το
- Η ασφαλιστική κάλυψη που είχε κάλυψε μέρος των χρεών της. Παρέμεινε υπόλοιπο ύψους Λ.Κ.
- Ο Εναγόμενος 1 χρειαζόταν να απαλλαγεί ακίνητη ιδιοκτησία του από υποθήκη η οποία εξασφάλιζε χρέη της προηγούμενης εταιρείας λόγω δανεισμού του από άλλη τράπεζα. Λόγω αδυναμίας του Εναγομένου 2 να κάνει προσωπικό δάνειο, αφού δεν είχε εξασφαλίσεις, υποχρεώθηκε ο ίδιος να υπογράψει ως πρωτοφειλέτης. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο διευθυντής του καταστήματος του είχε πει ότι ο Εναγόμενος 2, Λ.Κ.5 να πλήρωνε την εβδομάδα θα εξοφλούσε. Λόγω πίεσης που ένιωθε, αφού χρειαζόταν να αποδεσμεύσει το ακίνητο, υπέκυψε. Ουδέποτε έλαβε κατάσταση λογαριασμού ή άλλη ειδοποίηση. Ούτε έλαβε τις επιστολές Τεκμήρια 4Α - Γ και
- Μετά την επίδοση της αγωγής ζήτησε κατάσταση λογαριασμού και η Τράπεζα αρνήθηκε να του δώσει. Θεωρεί το ποσό υπέρογκο, αποτέλεσμα αδικαιολόγητης καθυστέρησης από πλευράς της Τράπεζας.
- Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο της Ενάγουσας ανέφερε ότι δεν θυμόταν να διάβασε το Τεκμήριο 1 ούτε κατήγγειλε ποτέ τη σύμβαση. Θεωρούσε, καλή τη πίστει, ότι ο Εναγόμενος 2 θα πλήρωνε. Ο ίδιος ουδέποτε κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό. Αν λάμβανε έγκαιρα ειδοποίηση θα πήγαινε να πληρώσει. Ο ίδιος έφυγε από την οδό Ολυμπίας το
- Ουδέποτε ενημέρωσε την Τράπεζα για τη νέα του διεύθυνση. Μίλησε όμως με τον ένοικο του υποστατικού στην Ολυμπίας και του είπε ότι ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε επιστολή απευθυνόμενη σ' αυτόν. Η συνήγορος του Εναγομένου 2 δεν τον αντεξέτασε. Η μαρτυρία του Εναγομένου 2
- Ο Εναγόμενος 2 ανέφερε ότι υπόγραψε ως εγγυητής τη συμφωνία Τεκμήριο 1 χωρίς όμως να του δοθούν προηγουμένως εξηγήσεις. Απλά του δόθηκε να υπογράψει. Αντεξεταζόμενος από τη συνήγορο του Εναγομένου 1 ανέφερε ότι το δάνειο λήφθηκε ώστε ο Εναγόμενος 1 να «βγάλει την εγγύηση» που είχε προς όφελος της εταιρείας που είχαν. Ο Εναγόμενος 2 έκανε δάνειο Λ.Κ. 2000 και ο Εναγόμενος 1 δάνειο Λ.Κ.
- Τα ποσά αυτά εξοφλούσαν προηγούμενα χρέη της εταιρείας τους. Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο της Ενάγουσας ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είχε άλλη επαφή ξανά με τον Εναγόμενο 1, ούτε προέβη σε οποιαδήποτε πληρωμή έναντι αφού το χρέος ήταν του Εναγομένου
- Τη δική του οφειλή έκανε μάλιστα 10 χρόνια να την εξοφλήσει. Δεν είχε χρήματα. Υπέγραψε με ελεύθερη βούληση τη συμφωνία χωρίς όμως να τη διαβάσει.
- Ουδέποτε συμφώνησε στη μεταβολή του επιτοκίου ούτε έλαβε τις επιστολές Τεκμήρια 4Α - Γ και
- Δεν έλαβε επίσης καμία κατάσταση λογαριασμού. Έλαβε γνώση μόνο της οφειλής όταν παρέλαβε την αγωγή Φαίνεται ότι στάλθηκαν στην XXXXX 32, διεύθυνση στην οποία ουδέποτε διέμενε. Την περίοδο 1993 - 1997 διέμενε στην οδό XXXXX 4, ακολούθως μετακόμισε στην οδό XXXXX 3, XXXXX, όπου και διέμενε μέχρι και το
- Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο της Ενάγουσας ανέφερε ότι μετακόμισε και σε άλλες τρεις διευθύνσεις (σε διπλανό σπίτι στη XXXXX μέχρι το 2004, μετά στην οδό XXXXX, περιοχή XXXXX και τέλος από το 2014 στην οδό XXXXX. Δέχθηκε τελικά ότι στην XXXXX 32 είχε κατάστημα όπου πωλούσε σάντουιτς για περίοδο 3 ετών χωρίς όμως να θυμάται στην ακριβή περίοδο. Αρνήθηκε τα διαλαμβανόμενα στην επιστολή Τεκμήριο 4Β και ότι είχε προσωπική επαφή με λειτουργούς της Τράπεζας.
- Η θέση του ήταν ότι το ποσό που απαιτείται υπερβαίνει το διπλάσιο του εγγυημένου, ο τερματισμός έγινε καθυστερημένα, ενώ οι αλλαγές του επιτοκίου συνιστούν ουσιώδεις μεταβολές στις οποίες δεν συναίνεσε. Λόγω της συμπεριφοράς της Τράπεζας θα πρέπει να απαλλαγεί. ΙΙΙ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Οι εισηγήσεις των Συνηγόρων
- Και οι τρείς συνήγοροι στις γραπτές εισηγήσεις τους αναφέρθηκαν στη μαρτυρία και σε νομολογία.
- Ο συνήγορος της Ενάγουσας ανέφερε ότι η Ενάγουσα απέδειξε τη σύναψη της σύμβασης, την παράβαση όρου, τον τερματισμό και την οφειλή (παρέπεμψε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν Χαραλάμπους κ.α.
(2010)1Β ΑΑΔ 829). Η μαρτυρία που παρουσιάστηκε ικανοποιεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 (παρέπεμψε στη Λαϊκή Τράπεζα ν Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1Α ΑΑΔ 479) και δεν αποσείστηκε. Καμία μαρτυρία παρασχέθηκε για υπερχρεώσεις (παρέπεμψε στην Παπαγεωργίου κ.α. ν Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1Β ΑΑΔ 961). 30. Η συνήγορος του Εναγομένου 1 εισηγήθηκε ότι κατά το χρόνο υπογραφής ίσχυε ο Ν.2/77και όχι ο Ν.160(Ι)/99ο οποίος δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση. Περαιτέρω ανέφερε, έχει καταδειχθεί αθέμιτη πίεση προς τον Εναγόμενο 1 (άρθρα 15, 16, 19 και 73 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149). Επίσης ανέφερε ότι δεν αποδείχθηκε η αποστολή των ειδοποιήσεων ενώ η Ενάγουσα δεν ικανοποίησε το απαιτούμενο μέτρο απόδειξης της υπόθεσης της (παρέπεμψε, μεταξύ άλλων, στην Σοφοκλέους ν Κυριάκου
(2010)1Α ΑΑΔ 665). 31. Η συνήγορος του Εναγομένου 2 ανέφερε ότι η Υπεράσπιση του εστιάζεται στα ακόλουθα σημεία:
(1)Η συμφωνία αφορούσε τυποποιημένο έγγραφο που δεν έτυχε διαπραγμάτευσης και περιείχε καταχρηστικούς όρους που δεν εξηγήθηκαν στον Εναγόμενο 2.
(2)Ο Εναγόμενος 2 ουδέποτε συμφώνησε στις εν λόγω μεταβολές επιτοκίου ούτε ενημερώθηκε. Οι εν λόγω χρεώσεις είναι εν πάση περιπτώσει παράνομες και μη συμφωνημένες. 32. Αφού αναφέρθηκε στη μαρτυρία και στις αρχές ερμηνείας των συμβάσεων (παρέπεμψε στις Amethyst Distributors Ltd v Ιεράς Μονής Κύκκου
(2011)1Α ΑΑΔ 199 και Καραολή κ.α. v Λαούρη κ.α.
(2008)1Α ΑΑΔ 225), εισηγήθηκε ότι η μεταβολή του επιτοκίου και η παράταση χρόνου συνιστούσε μεταβολή που απαλλάσσει τον εγγυητή (παρέπεμψε στα άρθρα 91 και 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 και στις Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν ΓΕ
(2004)1Α ΑΑΔ 83 και Triodos Bank N.V. v Dobbs [2005] EWCA Civ 630). Ο Εναγόμενος 2 δεν ειδοποιήθηκε για τις μεταβολές επιτοκίου ούτε για τη μη καταβολή της οφειλής. Σε κάθε περίπτωση η συμφωνία καλύπτεται από το Ν.2/77και όχι τον Ν.160(Ι)/99, αφού το άρθρο 3 του Ν. 160(Ι)/99 αναφέρεται σε οφειλέτη και όχι εγγυητή. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας 33. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την αντιπαρέβαλα και την εξέτασα στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας (βλ. Mustafa ν Κακουρή κ.α.
(2002)1Α ΑΑΔ 165, 172, Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, 1061), αλλά και των κοινά αποδεκτών θέσεων τις οποίες παρέθεσα πιο πάνω (§ 12
(1)-
(5)).
- Κοινώς αποδεκτά γεγονότα τα οποία επίσης είναι αξιόπιστα, μπορούν να αποτελέσουν τη βάση ελέγχου της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. A Guide for the Magistrate in the Commonwealth: Fundamental Principles and Recommended Practice, (Commonwealth Magistrates' and Judges' Association, January 2017) στη σελ. 83[1] και T. Bingham (LJ), The Judge as Juror: The Judicial Determination of Factual Issues, The Business of Judging, Selected Essays and Speeches (OUP 2000), σελ. 6[2]).
- Το Δικαστήριο διατηρεί πάντα την ευχέρεια, νοουμένου ότι η σχετική προσέγγιση του αιτιολογείται επαρκώς και ικανοποιητικά, να δεχθεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα, είτε στο σύνολο της είτε εν μέρει (βλ. Kades v Nicolaou a.o.
(1986)1 CLR 212, 216, Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 AAΔ 506, 528, Magistrato Gardens Ltd v ΓΕ
(2012)1Α ΑΑΔ 220, 231, Μελικίδης ν Παπαγεωργίου κ.α.
(2013)1Α ΑΑΔ 832, 844 και Λαγοποδίδης ν Αναστασιάδη κ.α., ECLI:CY:AD:2017:A180, Πολιτική Έφεση 250/2011, 18/5/2017). Αξιολόγηση κ. XXXXX Κωνσταντίνου (ΜΕ 1)
- Ο ΜΕ 1 παρουσίασε τα έγγραφα που στοιχειοθετούν την αξίωση. Η γνώση του πήγαζε από μελέτη του φακέλου της Τράπεζας. Σε σχέση με τα θέματα για τα οποία μαρτύρησε οι τοποθετήσεις κινούνταν σ' αυτό το πλαίσιο. Αν και δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή των συμφωνιών, οι οποίες δεν αμφισβητούνται, η θέση ότι ο Εναγόμενος 1 υπέστη πιέσεις τέθηκε αόριστα και χωρίς να του τεθούν προγενέστερη συμφωνία ή συμφωνίες με την Τράπεζα ή οφειλές προς αυτήν που να καταδείκνυαν τους ισχυρισμούς του Εναγομένου 1, ώστε να τίθεται εν αμφιβόλω το υπόβαθρο της μαρτυρίας του. Το ίδιο ισχύει και για τις θέσεις του που υποβλήθηκαν σε σχέση με τον Εναγόμενο
- Ο ΜΕ 1 μου έκανε γενικά καλή εντύπωση και τον κρίνω αξιόπιστο μάρτυρα. Από τη μαρτυρία του δέχομαι τα ακόλουθα:
(1)Οι επιστολές Τεκμήρια 4Α - Γ στάλθηκαν με απλό ταχυδρομείο στις διευθύνσεις που αναγράφονται πάνω σ' αυτές. Δέχομαι επίσης ότι και η επιστολή τερματισμού, Τεκμήριο 5 και οι καταστάσεις λογαριασμών, Τεκμήρια 6Α και Β επίσης στάλθηκαν στις αναγραφόμενες σ' αυτές διευθύνσεις με απλό ταχυδρομείο. Είναι γεγονός ότι η πληροφόρηση του για τον τρόπο αποστολής ήταν εξ ακοής αφού προερχόταν από το φάκελο και δεν ήταν ο ίδιος που τις ταχυδρόμησε. Κρίνω όμως ότι ήταν επαρκής μαρτυρία γεγονότων που να οδηγεί σε συμπέρασμα ταχυδρόμησης της (βλ. Alpha Bank Cyprus Ltd v Arena Motor Show Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση 84/2009, 2/10/2015).
(2)Οι αλλαγές του επιτοκίου, Τεκμήριο 3, δημοσιεύτηκαν με τον τρόπο που αναφέρεται στο εν λόγω Τεκμήριο, με δημοσιεύσεις δηλαδή στον εγχώριο Τύπο. Όσον αφορά τη μεταβολή του επιτοκίου την 18/7/1997, αυτή κοινοποιήθηκε με την κατάσταση λογαριασμού ημερ. 30/6/
- Αξιολόγηση κας XXXXX Θεμιστοκλέους (ΜΕ 2)
- Η μαρτυρία της ΜΕ 2 αφορούσε τις καταστάσεις λογαριασμών, Τεκμήρια 6Α και Β, ως επίσης και την αναδομημένη κατάσταση
- Σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9: 22.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.
(2)Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.
(3)Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση.» (Έμφασις δική μου) 40. Η ΜΕ 2 με τη μαρτυρία της (§§ 11 και 12 της γραπτής της δήλωσης) έχει ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις του άρθρου 22
(2)και
(3), ότι δηλαδή αποτελούν αντίγραφο τραπεζικού βιβλίου της Τράπεζας, ότι έχουν συγκριθεί με τις αρχικές καταχωρίσεις και διαπιστώθηκαν ως ορθές.
- Αναφέρθηκε επίσης με επαρκή λεπτομέρεια και ανάλυση στον τρόπο δημιουργίας του αναδομημένου λογαριασμού ο οποίος ζητήθηκε από το συνήγορο τους.
- Κρίνω τη μάρτυρα αξιόπιστη. Από τη μαρτυρία της επομένως δημιουργήθηκε μαχητό τεκμήριο ως προς την ορθότητα των καταχωρίσεων στους λογαριασμούς Τεκμήρια 6Α και Β, το οποίο δεν ανατράπηκε με αντεξέταση ή παρουσίαση άλλης μαρτυρίας (βλ. Alpha Bank Cyprus Ltd v Ζαλούμη κ.α., ECLI:CY:AD:2020:A123, Πολιτική Έφεση 149/2013, 14/4/2020, Εργατίδης κ.α. ν Bank of Cyprus Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση 11/2012, 11/12/2017, Φωτίου κ.α. ν Alpha Bank Cyprus Ltd v Ζαλούμη κ.α., Πολιτική Έφεση 39/2012, 3/5/2018 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α ΑΑΔ 479, 493).
- Αναφορικά με το Τεκμήριο 7, δέχομαι ότι αποτελεί ορθά αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού με μειωμένο επιτόκιο, η οποία πάλι δεν ανατράπηκε ή τέθηκε εν αμφιβόλω κατά την αντεξέταση της ή με παρουσίαση άλλης μαρτυρίας. Αξιολόγηση Εναγομένου 1
- Ο Εναγόμενος 1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του για εξαναγκασμό, αν και καλυπτόταν γενικά από το δικόγραφο του, δεν ήταν πειστική, αφού ακόμη και κατά τη δίκη δεν υποστηρίχθηκε από λεπτομέρειες από το δανεισμό που είχε η εταιρεία που συμμετείχε αυτός και ο Εναγόμενος 2 ούτε φαίνεται να έγινε ουσιαστική προσπάθεια εκ μέρους του εξεύρεσης τέτοιας μαρτυρίας. Περαιτέρω οι συνθήκες ήταν τέτοιες που θα μπορούσε να καταγγείλει μεταγενέστερα τη συμφωνία. Αντίθετα, σύμφωνα με τα λεχθέντα του, έδειξε πλήρη αδιαφορία. Μάλιστα όπως ο ίδιος παραδέχθηκε ουδέποτε ειδοποίησε την Τράπεζα για την αλλαγή της διεύθυνσης του. Η αναφορά του επίσης ότι, αν το γνώριζε πιο νωρίς θα πήγαινε να πληρώσει για να μην αυξηθεί το ποσό, δεν βρίσκει έρεισμα αν ληφθεί υπόψη ο χρόνος παρέλευσης από την καταχώριση της αγωγής και μετά. Ο Εναγόμενος 1 δεν κρίνεται αξιόπιστος και η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή. Αξιολόγηση Εναγομένου 2
- Ο Εναγόμενος 2 επίσης δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Οι αναφορές του σε σχέση με τις αλλαγές διευθύνσεων του ήταν εμφανώς αλληλοσυγκρουόμενες. Ενώ στην § 5 της γραπτής δήλωσης του ανέφερε ρητά ότι ουδέποτε διέμενε στην XXXXX 32, αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι διατηρούσε στην εν λόγω διεύθυνση επιχείρηση παρασκευής σάντουιτς. Ψευδόταν επομένως, με σκοπό να πείσει ότι δεν έλαβε τις αποσταλείσες επιστολές. Ο ισχυρισμός του επίσης ότι απλά υπέγραψε το έγγραφο χωρίς να του εξηγηθεί επίσης συγκρουόταν με την αρχική του τοποθέτηση ότι ο δανεισμός αφορούσε προηγούμενα χρέη της εταιρείας που είχαν και για τα οποία συμφώνησαν μεταξύ τους διαμοιρασμό. Ο ίδιος, όπως ισχυρίστηκε, εξόφλησε τη δική του ανάλογη οφειλή. Ως εκ τούτου ο Εναγόμενος 2 δεν κρίνεται αξιόπιστος και η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή. ΙV. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Πέραν των όσων αναφέρονται στην § 12
(1)-
(5), πιο πάνω, προβαίνω στα πιο κάτω ευρήματα. 47. Οι συμφωνίες πίστωσης και εγγύησης, Τεκμήριο 1, υπογράφηκαν από τους Εναγόμενους 1 και 2 χωρίς οποιοδήποτε εξαναγκασμό ή αθέμιτη πίεση. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 2 ουδεμία υποχρέωση περαιτέρω ενημέρωσης υφίστατο, ούτε μπορεί να λεχθεί ότι ο Ν.197(Ι)/2003 εφαρμοζόταν αναδρομικά (βλ. άρθρο 13
(1)του Ν. 197(Ι)/2003).
- Σύμφωνα με τον όρο 3 της συμφωνίας πιστωτικής διευκόλυνσης: «Οιονδήποτε χρεωστικόν υπόλοιπον του «Λογαριασμού» θα αποφέρη τόκον εις όφελος «της Τραπέζης» προς 8,50% (οκτώ & 50/100 τοις εκατόν) ετησίως, καταλογιζόμενον εις «τον οφειλέτην» ή καταβολλόμενον υπ' αυτού εκάστην 15ην Ιουνίου και 15ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Νοείται ότι εν περιπτώσει καθ' ήν το ανώτατον επιτρεπόμενον σήμερον υπό του νόμου επιτόκιον, ήθελε τροποποιηθή, τότε το ανώτατον επιτόκιον ως θα έχει τροποποιηθή διά νόμου θα υποκαθιστά αυτομάτως το ως άνω προνοούμενον επιτόκιον, εκτός εάν «η Τράπεζα» ήθελεν άλλως πως και ως θα έχει τροποποιηθή διά νόμου θα υποκαθιστά αυτομάτως το ως άνω προνοούμενον επιτόκιον, εκτός εάν «η Τράπεζα» ήθελεν άλλως πως και κατά την απόλυτον αυτής κρίσιν αποφασίσει οπότε και θα ειδοποιή προς τούτο εγγράφως «τον οφειλέτην».
- Κατά τη συνομολόγηση της συμφωνίας είχε εφαρμογή ο Ν.2/
- Όπως αναφέρθηκε στην Ξιούρουππας κ.α ν Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολ. Έφεση 386/2010, 15/11/2016, ο Ν.160(Ι)/99, ο οποίος κατήργησε τον Ν.2/77, τέθηκε σε ισχύ την 1/1/2001 (βλ. άρθρο 8) και δεν είναι αναδρομικός. Η συμφωνία όμως, τερματίστηκε μετά την εφαρμογή του Ν.160(Ι)/99 και ο προαναφερθείς όρος επέτρεπε τη μεταβολή του επιτοκίου. Όπως αναφέρθηκε στην Ξιούρουππας, ανωτέρω, για ανάλογη ρήτρα (Δ. Ναθαναήλ): «Έπεται ότι δεν είναι ο Νόµος που θεωρήθηκε ως έχων αναδροµική ισχύ, αλλά οι ίδιες οι συµφωνίες που περιείχαν συµβατικές µελλοντικές ρυθµίσεις.»
- Στην προκειμένη περίπτωση ενώ η συμφωνία ήταν σε ισχύ η Τράπεζα είχε τη δυνατότητα να μεταβάλει το επιτόκιο με τον τρόπο που το μετέβαλε. Διαφορετική θα ήταν η περίπτωση αν ο τερματισμός γινόταν πριν την 1/1/2001 (βλ. Evelthon Developments Ltd κ.α. ν Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2012)1Γ ΑΑΔ 2486, 2495).
- Πριν να τεθεί σε εφαρμογή ο Ν.160(Ι)/99, προηγήθηκε μείωση του επιτοκίου στο 8% την 18/7/1997 η οποία κοινοποιήθηκε με την κατάσταση λογαριασμού ημερ. 30/6/
- Ακολούθως με τις ανακοινώσεις που δημοσιεύτηκαν στον εγχώριο Τύπο και οι οποίες αναφέρονται στο Τεκμήριο 3 ανακοινώθηκαν από πλευράς Τράπεζας μεταβολές του επιτοκίου μετά την 1/1/
- Οι ανακοινώσεις έγιναν σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(γ) του Ν.160(Ι)/99 και δεν έτυχαν αμφισβήτησης από τους Εναγομένους 1 και
- Το επιτόκιο την 6/9/2002 ανήλθε στο 11,5% και κοινοποιήθηκε με την επιστολή τερματισμού.
- Όπως προανέφερα είναι δεκτό ότι στο Τεκμήριο 1 δηλώθηκαν ως διευθύνσεις, από πλευράς Εναγομένου 1, η οδός XXXXX 7, XXXXX, Λευκωσία και από πλευράς Εναγομένου 2, η οδός XXXXX 4, XXXXX, Λευκωσία. Οι προειδοποιητικές επιστολές Τεκμήρια 4Α - Γ (ημερ. 4/10/2001, 29/1/2002 και 25/2/2002 αντίστοιχα) και τερματισμού, Τεκμήριο 5 (ημερ. 6/9/2002), είχαν ως διευθύνσεις αποστολής, για τον Εναγόμενο 1, την XXXXX 7, για τον Εναγόμενο 2 την XXXXX 32, XXXXX. Οι καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 6Α - Β, είχαν ως διεύθυνση αποστολής για τον Εναγόμενο 1 την XXXXX
- Σύμφωνα με τον όρο
(12)της συμφωνίας πιστωτικής διευκόλυνσης (Τεκμήριο 1): «Πάσα ειδοποίησις αποστελλομένη υπό «της Τραπέζης» εις «τον οφειλέτην» δυνάμει της παρούσης συμφωνίας θα θεωρήται ως δεόντως ληφθείσα υπό «του οφειλέτου» και κατά την ημέραν της παραδόσεως ταύτης είτε προσωπικώς προς αυτόν είτε εις τον συνήθη τόπον εργασίας αυτού είτε εις την συνήθην κατοικίαν αυτού ή 24 ώρας μετά την ταχυδρόμησιν ταύτης εις την ακόλουθον διεύθυνσιν «του οφειλέτου» οδός Θερμοπυλών 7, Λατσιά, Λευκωσία.» 54. Περαιτέρω σύμφωνα με τον όρο
(9)του εγγράφου Εγγυήσεως και αποζημίωσης (Τεκμήριο 1): «Η υποχρέωσίς μου προς πληρωμήν θα άρχηται αφ' ής στιγμής, ειδοποιηθώ προς τούτο υπό «της Τραπέζης» δι' επιστολής ταχυδρομούμενης εις την διεύθυνσιν μου ή παραδιδομένης προσωπικώς εις εμέ εις τον συνήθη τόπον εργασίας μου ή εις την συνήθη κατοικίαν μου οδός Νίκου Ιωάννου 4, Καϊμακλί, Λευκωσία.»
- Από πλευράς Εναγομένου 1 είναι παραδεκτό ότι πάντοτε διέμενε στην οδό XXXXX
- Αυτή ήταν και η διεύθυνση που αναγραφόταν στη συμφωνία. Δέχθηκε επίσης ότι στην XXXXX 7 διατηρούσε την επιχείρηση του για κάποιο χρονικό διάστημα και ότι ουδέποτε ειδοποίησε την Τράπεζα για οποιαδήποτε αλλαγή στη διεύθυνση του. Παραπονείται ότι ουδέποτε έλαβε τις επιστολές και ότι θα έπρεπε να αποδειχθεί η παραλαβή τους. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η Τράπεζα όφειλε μόνο να αποδείξει την ταχυδρόμηση τους στην ορθή διεύθυνση (βλ. Arena Motor Show Ltd, ανωτέρω). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία υφίσταται τεκμήριο ότι επιστολή η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Πιττάκα ν Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1Γ ΑΑΔ 1895, 1907 και Theodorou v Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 CLR 9, 18). Στην προκειμένη περίπτωση δεν ανατράπηκε το μαχητό τεκμήριο ταχυδρομικής παράδοσης των Τεκμηρίων 4Α - Γ και 5 που δημιουργήθηκε, με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία. Το ίδιο ισχύει και για τις καταστάσεις λογαριασμών Τεκμήριο 6Α - Β που στάλθηκαν στην οδό XXXXX
- Η Τράπεζα δεν είχε υποχρέωση διερεύνησης τυχόν αλλαγής της διεύθυνσης του.
- Αναφορικά με τον Εναγόμενο 2, διαφάνηκε κατά την αντεξέταση του ότι σε κάποιο χρόνο διατηρούσε επιχείρηση στην XXXXX
- Η αναφορά στην επιστολή Τεκμήριο 4Β για προσωπική επαφή με τον εγγυητή, Εναγόμενο 2, είναι εξ ακοής. Από την άλλη δεν βλέπω το λόγο γιατί να συμπεριλήφθηκε ψευδώς τέτοια δήλωση τον συγκεκριμένο χρόνο σε μια, κατά τα άλλα, τυποποιημένη επιστολή προειδοποίησης. Δέχομαι επομένως ότι ο Εναγόμενος 2 είχε έλθει σε προσωπική επαφή με υπάλληλο της Τράπεζας σε σχέση με την οφειλή και ότι όντως λάμβανε τις επιστολές στην εν λόγω διεύθυνση. Έλαβε γνώση επομένως ότι ο Εναγόμενος 1 δεν ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις του.
- Συνάγεται επομένως, ότι με την επιστολή ημερομηνίας 6/9/2002, Τεκμήριο 5, επήλθε τερματισμός της πιστωτικής διευκόλυνσης (βλ. Lombard Natwest Ltd v Λαζαρίδη
(1999)1B ΑΑΔ 1465, 1473) και όλα τα ποσά τα οποία οφείλονταν μέχρι τότε κατέστησαν απαιτητά και πληρωτέα. Ταυτόχρονα οι Εναγόμενοι 1 και 2 ενημερώθηκαν για την αύξηση του επιτοκίου στο 11,5%. 58. Οι αναφορές του Εναγομένου 2 ότι η παροχή χρόνου, η όλη καθυστέρηση και η μεταβολή του τόκου συνιστούν λόγους απαλλαγής του είναι αβάσιμοι. Σύμφωνα με τον όρο
(3)του εγγράφου Εγγυήσεως και αποζημίωσης (Τεκμήριο 1): ««Η Τράπεζα» δύναται άνευ επηρεασμού καθ' οιονδήποτε τρόπον των δικαιωμάτων της δυνάμει της παρούσης και άνευ της γνώσεως ή συγκαταθέσεώς μου να τερματίζει, τροποποιεί, αυξάνει, ή ελαττώνει τας προς «τον οφειλέτην» χρηματοδοτήσεις, να παρέχη πίστωσιν χρόνου ή άλλας Τραπεζικός διευκολύνσεις εις «τον οφειλέτην», ή συγκατατίθεται εις οιανδήποτε τροποποίησιν των δικαιωμάτων αυτής ή δέχηται ή κάμνει οιονδήποτε συμβιβασμόν ή διευθέτησιν μετά «του οφειλέτου» και/ή απέχει από του να λαμβάνει οιαδήποτε διαβήματα εναντίον αυτού, να ανανεώνει και/ή εγκαταλείπει γραμμάτια, ομόλογα, συναλλαγματικάς και/ή άλλας διαπραγματεύσιμους αξίας και/ή άλλας εξασφαλίσεις «του οφειλέτου». Νοουμένου πάντοτε ότι η εγγύησίς μου εξικνείται μόνον μέχρι του ποσού των Λιρών Κύπρου ΧΙΛΙΩΝ ΜΟΝΟ (Λ.Λ. 1.000,00) πλέον τόκους, προμήθειας και έξοδα.»
- Όπως αναφέρθηκε στη Λοφίτης κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A494, Πολιτική Έφεση 220/2013, 27/11/2019, σε σχέση με την προστασία εγγυητών με βάση τα άρθρα 91, 93 και 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 (Δ. Οικονόμου): «Είναι όμως δυνατόν να περιλαμβάνονται πρόνοιες σε μια συμφωνία εγγύησης, με τις οποίες να αναγνωρίζεται δικαίωμα στο δανειστή να τροποποιήσει τη βασική συμφωνία του με τον πρωτοφειλέτη, ή να δώσει παράταση χρόνου, ή ακόμα και να απαλλάξει τον πρωτοφειλέτη, ή να προβεί και σε άλλες πράξεις που κατά την επιείκεια κανονικά θα οδηγούσαν σε απαλλαγή του εγγυητή. Σε τέτοια περίπτωση εξουδετερώνεται η προστασία που η επιείκεια, κατά τα άλλα, προσφέρει στον εγγυητή.»
- Ανάλογη προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην Ινδική νομολογία σε σχέση με τις αντίστοιχες διατάξεις του Ινδικού Κώδικα (βλ. Pollock & Mulla, The Indian Contract & Specific Relief Acts (15th edn LexisNexis 2017), Vol. 2, σελ. 1338[3]).
- Με βάση επίσης τα ενώπιον μου δεδομένα δεν προκύπτει ζήτημα καθυστέρησης που να ανάγεται στη συμπεριφορά της Ενάγουσας (ή της Τράπεζας). Ούτε υπάρχει ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία που να δίνει βάση τους ισχυρισμούς των Εναγομένων ότι έχουν επηρεαστεί δυσμενώς (βλ. ΑΤΗΚ ν Κλεάνθους
(2013)1Α ΑΑΔ 158). Αντίθετα είναι η δική τους συμπεριφορά που τους έχει φέρει πλέον σε δυσμενή θέση. 62. Τέλος δέχομαι ότι οι καταχωρίσεις στις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 6Α και Β έχουν αποδειχθεί με τη μαρτυρία της ΜΕ 2 και δεν έχουν αντικρουστεί κατά τρόπο συγκεκριμένο. Οι αναφορές σε χρεώσεις που δεν επιτρέπονταν επίσης έμειναν ασαφείς. Ο όρος
(4)της συμφωνίας πιστωτικής διευκόλυνσης επέτρεπε στην Τράπεζα να προβαίνει σε χρεώσεις και να τις αναθεωρεί, έστω και αν αρχικά δεν προβλεπόταν συγκεκριμένο ποσοστό χρέωσης.
- Ως εκ τούτου οι αγωγές της Ενάγουσας επιτυγχάνουν.
- Αναφορικά με την Αγωγή 4419/12 εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 1 για το ποσό των €2552,88 πλέον τόκο 11,5% από 6/9/2002 κεφαλαιοποιημένο στις 30/6 και 31/12 κάθε χρόνο μέχρι εξοφλήσεως.
- Αναφορικά με την Αγωγή 6784/14 εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €9863,16 πλέον τόκο 11,5% από 1/1/2013 κεφαλαιοποιημένο στις 30/6 και 31/12 κάθε χρόνο μέχρι εξοφλήσεως.
- Τα έξοδα και των δύο αγωγών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων. Ενόψει της ταυτοσημίας των επίδικων θεμάτων κρίνω ορθό, έχοντας κατά νου τη Δ.14, Θ.5[4] των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, όπως από την ημερομηνία συνένωσης των αγωγών και μετά επιδικαστεί ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ............... Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] 'As indicated in Fox v Percy there are other techniques for assessing the credibility and reliability of a witness other than that based on a personal assessment of demeanour:
- Assess the evidence of a witness by reference to undisputed or indisputable facts. The witness is likely to be considered to be unreliable if their evidence is, in any serious respect, inconsistent with those facts; ...' [2] 'The main tests needed to determine whether a witness is lying or not are, I think, the following, although their relative importance will vary widely from case to case:
(1)the consistency of the witness's evidence with what is agreed, or clearly shown by other evidence, to have occurred; ....' [3] The Supreme Court has set at rest the conflict by holding that a surety can waive all rights available to him under Chapter VIII because these are advantages for his benefit. A contract by the surety purporting to waive their rights conferred under sections 133-135, 139 and 141 does not defeat any provision of law, nor is unlawful, nor is it opposed to public policy.' [4] 'Where at the trial of a consolidated action it appears that the claims of the plaintiffs in the actions before consolidation or the defences of the defendants therein, as the case may be, are not conflicting, only one set of costs subsequent to the order for consolidation shall as a general rule be allowed.' cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο