← Κύπρος

Αναφορικά με την Αίτηση του Μιχαηλίδη ν. Αναφορικά με την εταιρεία Οργανισμός Συγκοινωνιών Επαρχίας Λευκωσίας (ΟΣΕΛ) Λίμιτεδ, Αρ. Αίτησης: 463/20, 8/1

Αναφορικά με την Αίτηση του Μιχαηλίδη ν. Αναφορικά με την εταιρεία Οργανισμός Συγκοινωνιών Επαρχίας Λευκωσίας (ΟΣΕΛ) Λίμιτεδ, Αρ. Αίτησης: 463/20, 8/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A452 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 463/20 Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113 και Αναφορικά με την Αίτηση του XXXXX Μιχαηλίδη, από το XXXXX Λευκωσία, για την Εκκαθάριση και/ή Διάλυση της Εταιρείας Οργανισμός Συγκοινωνιών Επαρχίας Λευκωσίας (ΟΣΕΛ) Λίμιτεδ και Αναφορικά με την εταιρεία Οργανισμός Συγκοινωνιών Επαρχίας Λευκωσίας (ΟΣΕΛ) Λίμιτεδ ----------------------------------------------------------------------------------------------- Απόφαση για διαγραφή και ή παραμερισμό της αίτησης εκκαθάρισης ημερ. 5.8.20 Ημερομηνία: 8 Οκτωβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: Ο κ. Μ. Νικολάου, για Τάσος Παπαδόπουλος και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για τους Καθ' ων η Αίτηση: Ο κ. Π. Αγαπητός, για Π. Αγαπητός Δ.Ε.Π.Ε. και για δρ Κ. Χρυσοστομίδης και Σία Δ.Ε.Π.Ε. -------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Για να γίνει καλύτερα κατανοητή η παρούσα απόφαση, κρίνω ορθό όπως σε συντομία εξηγήσω το πλήρες ιστορικό της αίτησης υπό εκδίκαση. Στις 10.7.20 καταχωρήθηκε από τον XXXXX Μιχαηλίδη από το XXXXX, αίτηση για εκκαθάριση και ή διάλυση της εταιρείας Οργανισμός Συγκοινωνιών Επαρχίας Λευκωσίας (ΟΣΕΛ) Λίμιτεδ. Συνοπτικά στην αίτησή του ο XXXXX Μιχαηλίδης, ο οποίος είναι εκ των μετόχων του ΟΣΕΛ, ισχυρίζεται ότι στις 15.1.16 επέδωσε στο εγγεγραμμένο γραφείο και συγκεκριμένα στην Γραμματέα του ΟΣΕΛ επιστολή και ή επίσημη απαίτηση βάσει των προνοιών των άρθρων 211(στ) και 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, με την οποία καλούσε τον ΟΣΕΛ όπως εξοφλήσει προς αυτόν το οφειλόμενο ποσό των €378.665,11 πλέον Φ.Π.Α. Σημειώνει στην επιστολή του ότι εάν αρνηθούν ή αποτύχουν ή αμελήσουν να εξοφλήσουν το πιο πάνω ποσό εντός 21 ημερών από την παράδοση της επιστολής απάντησης, δεν θα έχει άλλη επιλογή από το να λάβει όλα τα διαθέσιμα νομικά μέτρα εναντίον τους. Είναι η θέση του ότι παρά το γεγονός ότι παρήλθαν τρεις εβδομάδες από την επίδοση της απαίτησης, ο ΟΣΕΛ παραλείπει να εξοφλήσει και να ικανοποιήσει την απαίτηση του αιτητή. Είναι επίσης η θέση του ότι ο ΟΣΕΛ αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσκολίες, με αποτέλεσμα να οφείλει και σε άλλα πρόσωπα διάφορα ποσά, διεκδίκησε να του κατακυρωθούν 4 από τις 6 νέες συμβάσεις του δημοσίου για παροχή δημοσίων μεταφορών, καθώς και οι υπεραστικές διαδρομές σε σχετικό διαγωνισμό, δεν του κατακυρώθηκε καμία σύμβαση και οι προσφυγές με τις οποίες αποπειράθηκε να προσβάλει τις αποφάσεις κατακύρωσης των προσφορών σε άλλα πρόσωπα, απορρίφθηκαν. Είναι επίσης η θέση του ότι ο ΟΣΕΛ του οφείλει το ποσό των €378.665,11 πλέον ΦΠΑ και αυτό είναι παραδεκτό από τον ΟΣΕΛ ότι του το οφείλει, καθότι αφορά ποσό που οφείλεται για ενοίκια λεωφορείων του αιτητή, που έχουν ενταχθεί στον στόλο του ΟΣΕΛ από τις 5.7.10 και με τα οποία ο ΟΣΕΛ παρέχει υπηρεσίες δυνάμει σύμβασης ανάθεσης από Τμήμα Οδικών Μεταφορών και επαναλαμβάνει ότι αποτελεί ποσό, το οποίο ο ΟΣΕΛ έχει ήδη αναγνωρίσει ότι του οφείλει. Αναφέρει ότι το εν λόγω ποσό είχε συμπεριληφθεί στην ανταπαίτησή του στην αγωγή 5391/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και πάλι όμως ως εκκαθαρισμένη απαίτηση, που είναι παραδεκτή από τον ΟΣΕΛ. Με βάση τα πιο πάνω, είναι η θέση του ότι ο ΟΣΕΛ είναι ανίκανος να πληρώσει τα χρέη του και υπό τις περιστάσεις είναι δίκαιο και πρέπον όπως εκκαθαριστεί και ή διαλυθεί. Ζητά συνεπώς όπως η εταιρεία ΟΣΕΛ εκκαθαριστεί και ή διαλυθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113 και όπως η σχετική αίτηση δημοσιευθεί, όπως και έξοδα και ΦΠΑ. Βάση της αίτησης είναι οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, άρθρα του περί Εταιρειών Νόμου, οι περί Εταιρειών Διαδικαστικοί Κανονισμοί, οι περί Εταιρειών (Εκκαθάρισης) Κανονισμοί του 33, η νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων, οι συμφυείς εξουσίες και η διακριτική εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του Τάσου Μιχαηλίδη, και έχει επιδοθεί στον ΟΣΕΛ και στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη. Στην ένορκή του δήλωση, ο XXXXX Μιχαηλίδης αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα από πληροφορίες και έγγραφα που συνέλεξε και έχει στην κατοχή του και από την προσωπική εμπλοκή του στην υπόθεση ως πιστωτής του ΟΣΕΛ. Δηλώνει ότι όλα τα γεγονότα που αναφέρει είναι αληθή και ορθά. Βεβαιώνει την οφειλή του ΟΣΕΛ προς τον ίδιο, η οποία εξακολουθεί να οφείλεται μέχρι σήμερα και αναφέρει ότι παρά τις επανειλημμένες παραδοχές του ΟΣΕΛ στον ίδιο προσωπικά, ότι το εν λόγω ποσό του οφείλεται, καθώς και τις υποσχέσεις των αξιωματούχων του ΟΣΕΛ ότι θα του καταβληθεί το πιο πάνω ποσό, μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει κάτι τέτοιο. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ του και του ΟΣΕΛ, που ως η θέση του, αποδεικνύει τις παραδοχές του ΟΣΕΛ για το ποσό που αξιώνει και τις υποσχέσεις του ότι θα το πλήρωναν. Αναφέρει επίσης ότι στις 15.1.16 επιδόθηκε δια χειρός στην Γραμματέα του ΟΣΕΛ επιστολή και ή επίσημη απαίτηση του ιδίου προς τον ΟΣΕΛ για το ποσό που του οφείλεται, αναφέροντας ότι εάν σε 21 μέρες δεν του πληρωθεί το ποσό που του οφείλεται, θα λάβει νομικά μέτρα εναντίον τους, το Τεκμήριο

  1. Είναι η θέση του ότι ο ΟΣΕΛ αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσκολίες, οφείλει σε διάφορα πρόσωπα διάφορα ποσά, η σύμβαση ανάθεσης ημερομηνίας 2.12.19 έληξε και δεν ανανεώθηκε, ούτε και ανατέθηκε στον ΟΣΕΛ οποιαδήποτε νέα σύμβαση δημοσίων επιβατικών μεταφορών, ενώ άλλη σύμβαση που εκτελούσε ΟΣΕΛ στη Λευκωσία ανατέθηκε σε άλλο πρόσωπο. Επαναλαμβάνει ότι το ποσό των €378.665,11 πλέον ΦΠΑ είναι παραδεκτό από τον ΟΣΕΛ ότι του οφείλεται, καθότι αφορά ενοίκια δικών του λεωφορείων που είχαν ενταχθεί στον στόλο του ΟΣΕΛ από τις 5.7.10 και με τα οποία ο ΟΣΕΛ εκτελούσε την σύμβαση ανάθεσης που του είχε κατοχυρωθεί από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών στις 2.12.
  2. Επιμένει ότι το ποσό αυτό έχει αναγνωριστεί από τον ΟΣΕΛ ότι του οφείλεται. Όπως περαιτέρω αναφέρει στην ένορκη του δήλωση, μετά την επίδοση της επίσημης απαίτησης Τεκμήριο 2, κατόπιν παράκλησης και υπόδειξης του ΟΣΕΛ υπέβαλε στον ΟΣΕΛ και σε πρόσωπα που ενεργούν εκ μέρους του, το σχετικό τιμολόγιο που φέρει αριθμό Α125018, Τεκμήριο 3, το οποίο και πάλι παρέμεινε απλήρωτο. Είναι η θέση του ότι στις επικοινωνίες και αλληλογραφίες που είχε με τον ΟΣΕΛ, ουδέποτε ο ΟΣΕΛ αρνήθηκε το ύψος του συγκεκριμένου ποσού, ούτε και το γεγονός ότι το ποσό αυτό του οφείλεται, απλά προέβαλε διάφορες δικαιολογίες καθυστέρησης. Παρά το ότι ο ΟΣΕΛ έχει αναγνωρίσει την οφειλή του προς τον αιτητή, σε αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων του και των δικηγόρων του ΟΣΕΛ, και επισυνάπτει σχετικά διάφορες επιστολές ως Τεκμήρια 4(α), (β) και (γ) διάφορες επιστολές που ανταλλάγησαν μεταξύ των δικηγόρων του και των δικηγόρων του ΟΣΕΛ, οι δικηγόροι του ΟΣΕΛ προσπάθησαν να εκμαιεύσουν την παραίτησή του από δικαιώματα που έχει και προφασίστηκαν ότι δεν αποδέχονται το Τεκμήριο 3 λόγω της περιγραφής του. Προέβαλαν διάφορες δικαιολογίες για τη μη καταβολή του ποσού, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν αμφισβητούν το αναγνωρισμένο ποσό. Επισυνάπτει επίσης τελευταία αλληλογραφία των δικηγόρων του με τους δικηγόρους του ΟΣΕΛ, Τεκμήρια 4(α), (β) και (γ), στην οποία ο ΟΣΕΛ ισχυρίζεται το ποσό των €378.665,11 πλέον ΦΠΑ δεν είναι εκκαθαρισμένη απαίτηση, σε ξεκάθαρη αντίθεση με τα όσα έλεγαν στη προηγούμενη αλληλογραφία τους και σε όσα αποδέχθηκαν γραπτώς. Ενόψει των ανωτέρω αιτείται ως η αίτηση. Μετά την επίδοση της αίτησης στον ΟΣΕΛ και τον Έφορο Εταιρειών, δεν υπήρξε εμφάνιση από τον Έφορο Εταιρειών, ενώ εμφανίστηκε δικηγόρος εκ μέρους του ΟΣΕΛ, ο οποίος ζήτησε χρόνο να καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση αναφέροντας ότι είχε πρόθεση να καταχωρήσει και αίτηση για διαγραφή της αίτησης εκκαθάρισης της εταιρείας. Μέσα από τον φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι στις 5.8.20 καταχωρήθηκε εκ μέρους του ΟΣΕΛ μονομερής αίτηση, με την οποία ζητούσαν διατάγματα του Δικαστηρίου για αποπαγοποίηση συγκεκριμένων τραπεζικών λογαριασμών του ΟΣΕΛ που τηρούνται στην Τράπεζα Κύπρου και να επιτρέπεται όπως οι πληρωμές του ΟΣΕΛ να γίνονται από την Τράπεζα Κύπρου μέχρι την τελική εκδίκαση της αίτησης διάλυσης ή και νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την εν λόγω αίτηση, χρειαζόταν να εκδοθούν τα διατάγματα αυτά για να μπορεί να λειτουργεί η εταιρεία και επίσης αναφέρει ότι ο Αιτητής έχει ζητήσει οδηγίες για δημοσίευση της αίτησης εκκαθάρισης, κάτι που δεν θα πρέπει στο παρόν στάδιο να επιτραπεί από το Δικαστήριο με το δεδομένο ότι ο ΟΣΕΛ είχε ήδη δηλώσει στο Δικαστήριο την πρόθεση του να καταχωρήσει αίτηση για διαγραφή και παραμερισμό της αίτησης διάλυσης που έχει καταχωρήσει ο Αιτητής κατά του ΟΣΕΛ. Όντως στις 5.8.20 καταχωρήθηκε από τον ΟΣΕΛ αίτηση διά κλήσεως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τη διαγραφή και τον παραμερισμό της αίτησης εκκαθάρισης εναντίον του ΟΣΕΛ, λόγω μη αποκάλυψης λογικής αιτίας για έγερση της και ή ως επιπόλαια και ενοχλητική και ή λόγω κατάχρησης της διαδικασίας και ή λόγω πολλαπλότητας δικαστικών διαδικασιών ισχυριζόμενοι ότι το χρέος, στο οποίο βασίζεται η αίτηση εκκαθάρισης, εγείρεται ως ανταπαίτηση στα πλαίσια της αγωγής 5391/15 που Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και ή λόγω του ότι το ισχυριζόμενο χρέος στο οποίο βασίζεται η αίτηση τελεί υπό αμφισβήτηση και δεν συνιστά εκκαθαρισμένη απαίτηση. Ζητούν επίσης διάταγμα που να απαγορεύει και να εμποδίζει τον Αιτητή να προβεί σε δημοσίευση ή κοινοποίηση της αίτησης εκκαθάρισης. Βάσει της αίτησης είναι άρθρα του περί Εταιρειών Νόμου, οι περί Εταιρειών Διαδικαστικοί Κανονισμοί, οι περί Εταιρειών (Εκκαθάρισης) Κανονισμοί του 33, το Άρθρο 30 του Συντάγματος, οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, το δίκαιο της επιείκειας και των κανόνων του κοινοδικαίου, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η διακριτική ευχέρεια και οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση, περιγράφονται στην ένορκη δήλωση του δικηγόρου XXXXX Ματθαίου, ο οποίος είναι ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΣΕΛ από τον Φεβρουάριο του 2019, προηγουμένως ήταν Αντιπρόεδρος, και πριν από αυτό απλό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, και γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Σε αυτήν απορρίπτει τη θέση του XXXXX Μιχαηλίδη ότι ο ΟΣΕΛ είχε αναγνωρίσει το επίδικο χρέος. Προωθεί τη θέση ότι η καταχώρηση της αίτησης διάλυσης από τον XXXXX Μιχαηλίδη γίνεται καταχρηστικά, εκδικητικά και κακόβουλα και σκοπό έχει να πλήξει ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα του ΟΣΕΛ. Αναφέρει ότι η αξίωση που προβάλλει ο Αιτητής, εγείρεται ως ανταπαίτηση σε υφιστάμενη δικαστική διαδικασία, τέλει υπό αμφισβήτηση και δεν συνιστά εκκαθαρισμένη απαίτηση και επισυνάπτει αντίγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των εναγομένων, μεταξύ των οποίων είναι και ο XXXXX Μιχαηλίδης στην αγωγή 5391/
  3. Όπως επίσης αναφέρει, η Απάντηση στην Υπεράσπιση και η Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση του ΟΣΕΛ δεν καταχωρήθηκε ακόμα λόγω του τεράστιου όγκου των εγγράφων που απαιτούνται, τα οποία ήταν δύσκολο να μαζευτούν λόγω της έξαρσης της πανδημίας του COVID, αλλά γνωρίζει ότι ο ΟΣΕΛ έδωσε ρητές οδηγίες στους δικηγόρους του να αμφισβητήσουν όλες τις αξιώσεις του Αιτητή και αμφισβητούν ειδικά την εκ μέρους του Αιτητή ισχυριζόμενη εκκαθαρισμένη απαίτηση, στη βάση της οποίας εγείρεται, καταχρηστικά ως είναι η θέση του, η παρούσα αίτηση. Η ίδια αντίδραση υπήρξε και αναφορικά με το τιμολόγιο που απέστειλε ο Αιτητής στον ΟΣΕΛ, που ως η θέση του ρητά αναφέρθηκε στον Αιτητή ότι το τιμολόγιο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό και η πληρωμή του ποσού €378.665,11 απορρίπτεται. Είναι περεταίρω η θέση του ότι υπάρχει διαφορά προς επίλυση ανάμεσα στον ΟΣΕΛ και τον Αιτητή για το θέμα των ενοικίων που πρέπει να πληρωθούν από τον ΟΣΕΛ στον Αιτητή, καθώς και σε κάθε μέτοχο ξεχωριστά για την ενοικίαση των λεωφορείων τους, το οποίο είναι το επίδικο ζήτημα της αγωγής υπ' αριθμό 5391/15 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και δεν μπορεί να λυθεί στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Είναι επομένως η θέση του, ότι η αίτηση εκκαθάρισης δεν μπορεί να πετύχει και θα πρέπει να αφεθεί το αρμόδιο Δικαστήριο, δηλαδή το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στα πλαίσια της αγωγής 5391/15 να αποφασίσει για την απαίτηση του Αιτητή. Αναφέρει επίσης ότι ο Αιτητής προσπάθησε να αποκρύψει από το Δικαστήριο επιστολή των δικηγόρων του ΟΣΕΛ ημερομηνίας 16.2.16, με την οποία ο ΟΣΕΛ απορρίπτει ρητά την απαίτηση του Αιτητή για να δημιουργήσει στο Δικαστήριο τη λανθασμένη εντύπωση ότι η απάντηση του είναι παραδεκτή. Πιστεύει ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση δικαστικών διαδικασιών, πιστεύει ο Αιτητής γνωρίζει πολύ καλά ότι το ποσό που αξιώνει δεν είναι ούτε και μπορεί να θεωρηθεί αναγνωρισμένο, βέβαιο και εκκαθαρισμένο για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης, γι' αυτό και επέλεξε να καταχωρήσει Ανταπαίτηση στην αγωγή 5391/
  4. Αναφέρει ότι μεταξύ Αιτητή και ΟΣΕΛ υπήρξε πλειάδα δικαστικών διαδικασιών, τόσο αστικής, όσο και ποινικής φύσης, σε όλες εκ των οποίων είναι ξεκάθαρο ότι το ισχυριζόμενο χρέος δεν αποτελεί εκκαθαρισμένη απαίτηση. Αναφέρει ότι έχει καταχωρηθεί από τον ΟΣΕΛ πέραν της αγωγής 5391/15 και η αγωγή 5811/15, στις οποίες ο ΟΣΕΛ υποβάλλει συγκεκριμένες απαιτήσεις σε βάρος του Αιτητή και άλλων προσώπων, αναφέρει ότι και ο ίδιος ο Αιτητής έχει καταχωρήσει την αγωγή 1280/16 εναντίον του ΟΣΕΛ στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκαν προσωρινά διατάγματα που οριστικοποιήθηκαν και επισυνάπτει τα σχετικά δικόγραφα, και αναφέρει ότι είναι ολοφάνερο ότι μεταξύ του Αιτητή και του ΟΣΕΛ υπάρχουν πολλές και έντονες διαφορές. Η απαίτηση που προβάλλει ο Αιτητής στην παρούσα αίτηση σίγουρα δεν είναι εκκαθαρισμένη και σε καμιά περίπτωση παραδεκτή από τον ΟΣΕΛ και η ειδοποίηση απαίτησης στην οποία βασίζεται έχει σταλεί στις 15.1.16, ενώ η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε μόλις στις 10.7.
  5. Έκτοτε έχουν συμβεί σωρεία γεγονότων, τα οποία ο Αιτητής αποφεύγει εσκεμμένα να αναφέρει, και ειδικότερα, εσκεμμένα δεν επισύναψε στην αίτησή του την απάντηση των δικηγόρων του ΟΣΕΛ στην καλούμενη απαίτησή του, ημερομηνίας 16.2.16, αφήνοντας λανθασμένα την εντύπωση ότι ο ΟΣΕΛ αποδέχτηκε το εν λόγω ποσό, ενώ αντίθετα, με την επιστολή του ημερομηνίας 16/2/2016 σε απάντηση της επιστολής του Αιτητή ημερομηνίας 15/1/2016, ο ΟΣΕΛ ρητά απορρίπτει το ποσό που απαιτείται. Πιστεύει ακράδαντα ότι η καταχώρηση της παρούσας αίτησης είναι καταχρηστική, επαναλαμβάνει ότι το χρέος δεν είναι ούτε εκκαθαρισμένο, ούτε παραδεκτό. Επαναλαμβάνει τη θέση του ότι πρέπει να αφεθεί το αρμόδιο Δικαστήριο να εκδικάσει την αγωγή 5391/15 και να αποφασιστεί αν όντως υπάρχει ποσό που οφείλεται στον Αιτητή και ποιο είναι αυτό. Και από τις δύο πλευρές έχουν εκδοθεί διατάγματα στις αγωγές που καταχώρησαν, με αποτέλεσμα να έχει δημιουργηθεί πολυπλοκότητα και πολλαπλότητα δικαστικών διαδικασιών και είναι ξεκάθαρη η θέση του ότι η αίτηση εκκαθάρισης του ΟΣΕΛ που βασίζεται σε απαίτηση που είχε αποσταλεί πριν από πέντε και πλέον χρόνια, απαίτηση η οποία εν πάση περιπτώσει δεν είναι εκκαθαρισμένη και παραδεκτή από τον ΟΣΕΛ αλλά και τα γεγονότα που έχουν μεσολαβήσει έκτοτε και δη η καταχώρηση 3 άλλων αγωγών που εκκρεμούν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και η έκδοση ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων σε αυτές, καταδεικνύουν ότι η αίτηση εκκαθάρισης που έχει καταχωρήσει ο Αιτητής είναι εντελώς καταχρηστική. Θεωρεί επίσης ότι ακόμα και η ίδια η ειδοποίηση απαίτησης του ημερομηνίας 15/1/2016 δεν πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις του Νόμου, ειδικότερα σε αυτήν δεν αναφέρεται ότι αποστέλλεται δυνάμει των σχετικών Άρθρων του περί Εταιρειών Νόμου, ούτε και αναφέρει ο Αιτητής ότι προτίθεται να λάβει οποιαδήποτε μέτρα για την εκκαθάριση ή τη διάλυση της εταιρείας σε περίπτωση μη πληρωμής της απαίτησης του εντός 21 ημερών. Επαναλαμβάνει τη θέση του ότι η αίτηση έγινε κακόπιστα, καταχρηστικά και εκδικητικά και στόχος του Αιτητή είναι να προκληθεί πίεση στους υπόλοιπους μετόχους του ΟΣΕΛ από την προσπάθεια τους να τον απομακρύνουν από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΣΕΛ και προσπαθεί να διατηρηθεί στη θέση του, παρά τις παράνομες ενέργειες τις οποίες έχει υποπέσει. Καταληκτικά, πιστεύει ότι η υπό κρίση αίτηση πρέπει να πετύχει και το Δικαστήριο να διαγράψει την αίτηση εκκαθάρισης και να μην δώσει οδηγίες για δημοσίευσή της. Η αίτηση αυτή επιδόθηκε στον XXXXX Μιχαηλίδη, ο οποίος εμφανίστηκε μέσω συνηγόρου στο Δικαστήριο στις 17.8.
  6. Το Δικαστήριο αφού άκουσε τις θέσεις των δικηγόρων εκείνη τη μέρα αποφάσισε:
  7. Τυχόν διαταγή για δημοσίευση της αίτησης διάλυσης να παραμείνει μετά από την απόφαση της υπό κρίση αίτησης, και
  8. Η αίτηση για διαγραφή, δηλαδή η υπό κρίση αίτηση, να εκδικαστεί πριν από την κυρίως αίτηση, και
  9. Το προσωρινό διάταγμα αποπαγοποίησης των λογαριασμών του ΟΣΕΛ παραμείνει σε ισχύ μέχρι της αποπεράτωσης της παρούσας αίτησης. Ο XXXXX Μιχαηλίδης καταχώρησε ένσταση στην υπό κρίση αίτηση στις 27.8.
  10. Η νομική της βάση είναι η ίδια όπως και της αίτησης και σε αυτήν προβάλλει 15 λόγους ένστασης. Συνοπτικά είναι η θέση του ότι η αίτηση που καταχώρησε ο ΟΣΕΛ, η υπό κρίση αίτηση, είναι καταχρηστική και σκοπό έχει την παρέκκλιση της διαδικασίας και την καθυστέρησή της. Τα γεγονότα όπως τα έχει παραθέσει ο XXXXX Ματθαίου εκ μέρους του ΟΣΕΛ είναι λανθασμένα, με απώτερο σκοπό την παραπλάνηση και εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Όσα αναφέρονται στην ένσταση στην παρούσα αίτηση είναι και οι λόγοι ένστασης της κυρίως αίτησης. Επιμένει ότι η αίτηση εκκαθάρισης είναι καλόπιστη, ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση του χρέους εκ πλευράς του ΟΣΕΛ, ο χρόνος που επέλεξε ο ίδιος να καταχωρήσει την αίτηση ήταν ακριβώς για να μην δημιουργηθεί πρόβλημα στον ΟΣΕΛ όταν εξεταζόταν συμμετοχή του σε δημόσιο διαγωνισμό. Η υπό κρίση αίτηση για είναι αβάσιμη νομικά, δεν παρατίθεται κανένα στοιχείο που να δείχνει ότι ο ΟΣΕΛ είναι φερέγγυος, σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο μπορεί να διαγράψει μια αίτηση εκκαθάρισης μόνο όταν το περιεχόμενο της είναι ξεκάθαρα και οφθαλμοφανώς αβάσιμο, κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Η αίτηση αποσκοπεί να καθυστερήσει τον Αιτητή από το δικαίωμά του να προσφύγει στο Δικαστήριο και αναφέρει ότι η απαγόρευση της δημοσίευσης της αίτησης εμπίπτει μεν στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία όμως θα πρέπει να ασκηθεί εις βάρος του ΟΣΕΛ, καθότι υπάρχουν και άλλοι πιστωτές για εξίσου σημαντικά ποσά που θα πρέπει να ενημερωθούν για την καταχώρηση της αίτησης και υποστηρίζει ότι η δημοσίευση της αίτησης είναι αναγκαία για την προστασία του κοινού, των άλλων πιστωτών του ΟΣΕΛ καθώς και οποιωνδήποτε άλλων προσώπων συναλλάσσονται με αυτόν. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του XXXXX Μιχαηλίδη, ο οποίος αναφέρει ότι για να προβεί σε αυτήν έχει λάβει και νομική συμβουλή από τους δικηγόρους του. Υιοθετεί όλους τους λόγους ένστασης. Απορρίπτει όλους τους λόγους που περιέχονται στην υπό κρίση αίτηση και στην ένορκη δήλωση του XXXXX Ματθαίου. Πιστεύει ότι η αίτηση του ΟΣΕΛ πρέπει να απορριφθεί, αφού σκοπό έχει την παρέκκλιση της διαδικασίας και την καθυστέρησή της, είναι καταχρηστική και τα γεγονότα όπως προβάλλονται από τον XXXXX Ματθαίου παρουσιάζονται σκόπιμα με τέτοιο τρόπο για να παραπλανήσει και ή εξαπατήσει το Δικαστήριο. Επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης και ειδικά τον λόγο που επέλεξε το παρόν χρονικό διάστημα καταχώρησης της που ήταν καθαρά για να μην επηρεάσει δυσμενώς συμμετοχή του ΟΣΕΛ σε δημόσιο διαγωνισμό. Επαναλαμβάνει τη θέση ότι το ποσό που διεκδικεί αποτελεί εκκαθαρισμένη απαίτηση αποδεκτή από τον ΟΣΕΛ. Ισχυρίζεται ότι σε καμία περίπτωση ο ΟΣΕΛ δεν προέβαλε οποιοδήποτε στοιχείο που να δείχνει ότι είναι φερέγγυος. Αναφέρει ότι ακόμα ο ΟΣΕΛ δεν καταχώρησε ένσταση στην κυρίως αίτηση. Θεωρεί το γεγονός ότι έχει υποβάλει Ανταπαίτηση στα πλαίσια της αγωγής 5391/15 είναι άσχετο με την παρούσα διαδικασία, επιμένοντας ότι το ποσό αυτό αποτελεί παραδεκτή οφειλή, αναγνωρισμένη από τον ΟΣΕΛ, ο οποίος μέχρι και σήμερα δεν έχει καταχωρήσει Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση στην αγωγή 5391/15, παρά του ότι η Ανταπαίτηση έχει καταχωρηθεί εδώ και έναν χρόνο, άρα ουδέποτε αμφισβήτησε πραγματικά τα ποσά που ισχυρίζεται. Αρνείται τις θέσεις περί κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας από τον ίδιο. Θεωρεί το αιτούμενο διάταγμα που ζητά ο ΟΣΕΛ ως εξαιρετικό μέτρο που δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις. Αναφέρει ότι πέραν του λόγου που έχει ήδη προβάλει εξηγώντας την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησής του για εκκαθάριση, είχαν μεσολαβήσει επανειλημμένες προσπάθειες συνολικής διευθέτησης των διαφορών των μερών, με ανεπιτυχή κατάληξη, ότι ο ΟΣΕΛ στις διαπραγματεύσεις αυτές παραδεχόταν την έλλειψη ρευστότητας, όπως και το γεγονός ότι έκτοτε δεν του έχει κατακυρωθεί καμιά δημόσια σύμβαση για τα επόμενα 10 χρόνια, γεγονός που τον αφήνει χωρίς ουσιαστικές δραστηριότητες. Απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης Ματθαίου ως παντελώς ανυπόστατους και ζητά την απόρριψη της αίτησης. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τους καταχώρησαν στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας η κάθε πλευρά τη δική της θέση. Στη δική τους αγόρευση οι συνήγοροι του ΟΣΕΛ, αφού επαναλαμβάνουν το ιστορικό της υπόθεσης, όχι μόνο της υπό κρίση αίτησης, αλλά όλων των διαφορών μεταξύ των διαδίκων, αναφέρουν ότι παρά τις ρητές οδηγίες του Δικαστηρίου για μη δημοσίευση της αίτησης διάλυσης μέχρι να κριθεί από το Δικαστήριο η παρούσα αίτηση, ο Τάσος Μιχαηλίδης κακόπιστα και καταχρηστικά γνωστοποίησε την ύπαρξη της αίτησης διάλυσης στην Τράπεζα Κύπρου, όπου τηρούνται οι λογαριασμοί του ΟΣΕΛ, η οποία με τη σειρά της παγοποίησε πλήρως τους τραπεζικούς λογαριασμούς του ΟΣΕΛ, γεγονός που οδήγησε τον ΟΣΕΛ να καταχωρήσει μονομερή αίτηση για αποπαγοποίηση τους στις 5.8.20, για να μπορεί να λειτουργεί και να εκπληρώνει τις υφιστάμενες υποχρεώσεις του, θέση που δέχθηκε το Δικαστήριο στις 6.8.20 εκδίδοντας προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύει στην Τράπεζα Κύπρου να παγοποιεί την κίνηση των λογαριασμών του ΟΣΕΛ μέχρι ποσού €150.000 για τις τρέχουσες υποχρεώσεις του. Το προσωρινό διάταγμα επιδόθηκε στον Αιτητή, ο οποίος δήλωσε ότι θα καταχωρούσε ένσταση. Ο ΟΣΕΛ προέβη στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου και αναφέρει ότι κατά την εμφάνιση των πλευρών ενώπιον του Δικαστηρίου στις 17.8.20, συναποφασίστηκε ουσιαστικά όπως η παρούσα αίτηση προηγηθεί και εκδικαστεί πριν από τη μονομερή αίτηση για αποπαγοποίηση των λογαριασμών του ΟΣΕΛ. Επαναλαμβάνουν τη θέση τους ότι απορρίπτουν όλες τις θέσεις του Αιτητή, αναφέρουν ότι ο Αιτητής έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου πλειάδα άσχετων ισχυρισμών που δεν έχουν σχέση με την υπό κρίση διαδικασία, μόνο και μόνο για να δημιουργήσει εντυπώσεις και μάλιστα τα παρουσιάζει με παραπλανητικό και προκλητικό τρόπο. Σε ό,τι αφορά την παρούσα αίτηση αναφέρουν ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την αίτηση κατ' εφαρμογή της Δ.27 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Επαναλαμβάνουν τη θέση τους ότι η αίτηση διάλυσης είναι μια κραυγαλέα περίπτωση κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και θα πρέπει να απορριφθεί. Θεωρούν ότι ο ΟΣΕΛ είχε κάθε δικαίωμα να προβεί στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και να ζητήσει τον παραμερισμό της αίτησης εκκαθάρισης στο στάδιο που καταχώρησε την αίτηση πριν να περάσει το στάδιο που δεν θα ανατρέπονταν τα γεγονότα. Το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση δεν πρέπει να εξετάσει την ουσία του ζητήματος κατά πόσο ο ΟΣΕΛ μπορεί να αποπληρώσει τα χρέη του σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 211(ε) του Κεφ.
  11. Αυτό που το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει στην παρούσα, είναι κατά πόσο όντως υπάρχει κατάχρηση διαδικασίας λόγω πολλαπλότητας δικαστικών διαδικασιών και προώθηση παράλληλων ένδικων μέσων ταυτόχρονα και ειδικά το κατά πόσο ο Αιτητής είναι πιστωτής της εταιρείας σύμφωνα με τις πρόνοιες του νόμου, καίρια και καθοριστικά, πρέπει να αποφασίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τη θέση του ΟΣΕΛ ότι η απαίτηση στην οποία βασίζεται η αίτηση δεν είναι εκκαθαρισμένη και αμφισβητείται από τον ΟΣΕΛ. Επίσης έχουν τη θέση ότι η υπέρμετρη καθυστέρηση που έχει παρατηρηθεί από την αποστολή της ούτω καλούμενης ειδοποίησης απαίτησης, το γεγονός ότι στην όψη της δεν ικανοποιούνται οι τυπικές προϋποθέσεις για την ειδοποίηση απαίτησης και το ολοφάνερο ότι η καταχώρηση της αίτησης διάλυσης διαπνέεται από κακοπιστία και εκδικητικότητα ένεκα πολλών διαφορών ανάμεσα στις δύο πλευρές πρέπει να οδηγήσει το Δικαστήριο να αποδεχτεί την υπό κρίση αίτηση. Στην αγόρευσή τους οι συνήγοροι του ΟΣΕΛ αναπτύσσουν πλήρως τις θέσεις τους και παραπέμπουν το Δικαστήριο σε νομολογία. Αναφέρουν επίσης ότι η δημοσίευση της αίτησης εκκαθάρισης θα πλήξει ολοφάνερα τα δικαιώματα του ΟΣΕΛ για συμμετοχή σε οποιονδήποτε διαγωνισμό και επαναλαμβάνουν τη θέση τους ότι ο σκοπός του Αιτητή δεν είναι άλλος από το να ασκήσει πίεση στον ΟΣΕΛ να του εξοφλήσει τα κατ' ισχυρισμό του οφειλόμενα ποσά, τονίζοντας τη θέση τους ότι η ενέργεια του να γνωστοποιήσει στην Τράπεζα Κύπρου την καταχώρηση της αίτησης εκκαθάρισης, παρά τις περί αντιθέτου οδηγίες του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να παγοποιηθούν οι τραπεζικοί λογαριασμοί του ΟΣΕΛ, δείχνει την κακοπιστία του. Επαναλαμβάνουν τη θέση ότι θα πρέπει το Δικαστήριο να αφεθεί να εκδικάσει την αγωγή 5391/15, που εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η οποία και θα καθορίσει αν υπάρχουν χρέη που οφείλονται στον Αιτητή από τον ΟΣΕΛ καθώς και το ύψος τους. Ο Αιτητής εν πάση περιπτώσει είναι αμφίβολο κατά πόσο αυτήν τη στιγμή θεωρείται πιστωτής του ΟΣΕΛ και επομένως η αίτηση εκκαθάρισης που καταχώρησε είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Εν κατακλείδι οι δικηγόροι του ΟΣΕΛ θεωρούν ότι η παρούσα περίπτωση είναι μια κλασική περίπτωση όπου θα πρέπει το Δικαστήριο να εφαρμόσει τη νομολογία και τις διατάξεις της Δ.27 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και να εκδώσει διάταγμα διαγραφής ή και παραμερισμού της αίτησης εκκαθάρισης. Στη δική τους αγόρευση οι συνήγοροι του XXXXX Μιχαηλίδη επαναλαμβάνουν ότι επιδόθηκε δεόντως στο εγγεγραμμένο γραφείο του ΟΣΕΛ σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 212 (α) του περί Εταιρειών Νόμου, εκκαθαρισμένη απαίτηση, την οποία ο ΟΣΕΛ ουδέποτε αμφισβήτησε, απλά επικαλούνταν αδυναμία πληρωμής, αυτό καθιστά τον Τάσο Μιχαηλίδη πιστωτή του ΟΣΕΛ και με βάση τα χρόνια που μεσολάβησαν χωρίς να πληρώσει ο ΟΣΕΛ την παραδεκτή από αυτόν οφειλή, δημιουργήθηκε το Τεκμήριο ότι ο ΟΣΕΛ είναι αφερέγγυος. Επαναλαμβάνουν τη θέση τους ότι απορρίπτουν όλα όσα αναφέρει ο XXXXX Ματθαίου στην ένορκη του δήλωση, επαναλαμβάνουν τη θέση τους ότι ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τον ΟΣΕΛ το αναγνωρισμένο χρέος του στον XXXXX Μιχαηλίδη, ακόμα και σήμερα, εκτός από το πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, ο ΟΣΕΛ ουδέποτε αμφισβήτησε επίσημα την αναγνωρισμένη οφειλή του προς τον XXXXX Μιχαηλίδη και επαναλαμβάνουν ότι παρά την καταχώρηση Ανταπαίτησης από τον XXXXX Μιχαηλίδη στα πλαίσια της αγωγής 5391/15, ακόμα ο ΟΣΕΛ δεν έχει καταχωρήσει Υπεράσπιση του στην Ανταπαίτηση. Θεωρούν ότι η απαίτηση που υπέβαλε ο XXXXX Μιχαηλίδης το 2016 είναι πλήρως σύμφωνη με τα σχετικά άρθρα του περί Εταιρειών Νόμου, και ότι η νομολογία που αφορά την απόρριψη αιτήσεων που επικαλείται ο ΟΣΕΛ, δεν εφαρμόζεται στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Επαναλαμβάνουν τη θέση τους ότι το χρέος είναι παραδεκτό και o XXXXX Μιχαηλίδης έχει την ιδιότητα του πιστωτή επομένως είχε locus standi να καταχωρήσει την αίτηση εκκαθάρισης και δεν υπάρχει κατάχρηση δικαστικών διαδικασιών, αφού στην αγωγή 5391/15 ακόμα δεν καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση από τον ΟΣΕΛ και καταληκτικά είναι η θέση τους ότι η υπό κρίση αίτηση που καταχώρησε ο ΟΣΕΛ δεν μπορεί να έχει καμιά πιθανότητα επιτυχίας. Ο XXXXX Μιχαηλίδης καταχώρησε την αίτηση εκκαθάρισης όχι μόνο επί εκκαθαρισμένης, αλλά και επί παραδεκτής οφειλής και επομένως οι θεραπείες που ζητά ο ΟΣΕΛ με τα σημεία Α και Β της υπό κρίση αίτησης του δεν θα πρέπει να του χορηγηθούν και θα πρέπει να αφεθεί η αίτηση εκκαθάρισης να ακουστεί επί της ουσίας και συνεπώς αιτούνται την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης με έξοδα υπέρ τους και εναντίον του ΟΣΕΛ. Στην υπόθεση Charles Forte Investments Ltd v. Amanda

(1964)Ch.240 Court of Appeal αποφασίστηκε ότι η διάλυση εταιρείας αποτελεί δραστικό μέτρο και η επιδίωξη της μπορεί να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά. Συνεπώς, οποτεδήποτε υπάρχει η ευχέρεια παροχής διαζευκτικής θεραπείας, μπορεί εύλογα να διαγραφεί η αίτηση για διάλυση, στα πλαίσια της συμφυούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, εφόσον η αίτηση κρίνεται εκ προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι σχετικό: «The court has inherent jurisdiction to strike out a petition for winding up which is bound to fail, and to grant an injunction restraining the presentation of such petition». Αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση έγινε στην υπόθεση In Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ.246, όπου αποφασίστηκε ότι: «Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ορθά επισημαίνεται ότι διαγραφή αίτησης για διάλυση, όπως και κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Υποδεικνύεται επίσης στην πρωτόδικη απόφαση ότι το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η διαγραφή, αξιολογείται αυτοτελώς με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία η οποία το υποστηρίζει. (Βλ. Buttes Gas & Oil Co. v. Hammer [1975] 2 W.L.R.425). Σημειώνεται επίσης ότι η επίκληση της συμφυούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου· δηλαδή, χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς.» Στην υπόθεση Γίγας ν. Ουστά
(1994)1 Α.Α.Δ.1109 αποφασίστηκε ότι: «σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξης της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου.» Επίσης, στο σύγγραμμα «Applications to Wind up Companies» του Derek French σελ.221, αναφέρονται τα εξής: «An application to the Court for an Order striking out a petition [.] invoked the Court's inherent jurisdiction to prevent abuse of its process. This is so despite the existence of provisions in rules of court concerning abuse of process.» Σχετική επί του θέματος είναι η Αγγλική υπόθεση Re Martin Coulter Enterprises Ltd [1988] ΒCLC 12, 19 όπου αποφασίστηκε ότι: «The power to strike out proceedings on the ground that it is in abuse of the process of the court is founded on the principle that parties are not to be harassed by frivolous, vexatious or hopeless litigation.» Αντίστοιχα, στην υπόθεση Re A Company [1894] 2 Ch.349, 350 λέχθηκε ότι: «But the Court has an inherent jurisdiction to stay proceedings where they amount to an abuse of its process.» Στην Κυπριακή υπόθεση Alecos Constantinides v. 1. Ekdotiti Eteria Vima Ltd, κ.ά.
(1983)1A C.L.R.348, 349, το Ανώτατο έκρινε τα εξής: «This Court [.] has inherent power not only to restrain abuse of process, but also to secure obedience to the law; that associated with the power to restrain abuse is the undoubted power of the Court to control proceedings before it; that not only conduct diminishing the authority and constitutional role of the Courts may be stopped in the exercise of the inherent powers of the Court, but the exercise of rights given by law as well, whenever fraught with an ulterior motive; that the jurisdiction to restrain abuse of process is the only power available to the court to stop a party from subverting the course of justice.» Τέλος, στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλα
(1995)1 Α.Α.Δ.217, 222, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δεν συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Από τις πιο πάνω αυθεντίες προκύπτει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίσει αίτηση για εκκαθάριση εταιρείας, ασκείται στα πλαίσια της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου, όταν μια διαδικασία κριθεί καταχρηστική (abuse of process of the Court) και η σύμφυτη εξουσία είναι ανεξάρτητη από οποιουσδήποτε δικονομικούς κανονισμούς. Τονίζεται ότι η βάση της παρούσας αίτησης είναι οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και η Δ.27 Θ.3 και Δ.19 Θ.26 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Επομένως έχω την άποψη ότι το Δικαστήριο έχει την εξουσία να λάβει υπόψη του όλα τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του, προκειμένου να ασκήσει τις συμφυείς εξουσίες του, χωρίς να περιορίζεται αποκλειστικά στο περιεχόμενο της αίτησης διάλυσης για να αποφασίσει την εγκυρότητα της, όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση In Re Pelmako (ανωτέρω), στην οποία, σημειώνεται ότι η αίτηση για διαγραφή της αίτησης διάλυσης βασιζόταν στην Δ.19 Θ.26 και Δ.27 Θ.3. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο ΟΣΕΛ ζητά τη διαγραφή της αίτησης διάλυσης διότι, όπως ισχυρίζεται, εύλογα αμφισβητείται το κατ' ισχυρισμό χρέος του προς τον Αιτητή, το οποίο δεν είναι εκκαθαρισμένο και η αίτηση διάλυσης έχει καταχωρηθεί για αλλότριους σκοπούς και αποτελεί πρόδηλη κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Ανδρέας Χατζηγιάννης ν. C & J Kyprianou Promotions Ltd
(2010)1(Β) Α.Α.Δ.991, στη σελ.998-999 είναι σχετικό: «Όπως καθαρά διαφαίνεται από τις πρόνοιες του εδαφίου (α) του άρθρου 212, τις οποίες κατά κύριο λόγο επικαλείται ο εφεσείων, η γραπτή απαίτηση για καταβολή οφειλής που οφείλεται από εταιρεία, θα πρέπει να προέρχεται από "πιστωτή". Τίθεται επομένως ευθέως το ερώτημα ποίος θεωρείται "πιστωτής" ή πιο συγκεκριμένα κατά πόσο ο εφεσείων - αιτητής στην εκδικασθείσα αίτηση μπορούσε να θεωρηθεί ως "πιστωτής". Παρόμοιο θέμα που αφορούσε στη διακρίβωση του ποιος μπορεί να θεωρηθεί ως "πιστωτής" μέσα στην έννοια του επόμενου άρθρου που ακολουθεί, δηλαδή του άρθρου 213(ι) του Νόμου, το οποίο παραθέτει τη διαδικασία υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας, εξετάστηκε από το Εφετείο στη Σπανού v. G.I.P. Constructions Ltd
(1999)1(Α) Α.Α.Δ.315. Εξετάζοντας το θέμα τούτο, το Εφετείο, αφού υπενθύμισε ότι οι πρόνοιες του άρθρου 213
(1)του Κυπριακού περί Εταιρειών Νόμου ήταν ταυτόσημες με τις πρόνοιες του S.224
(1)του Αγγλικού Companies Act 1948, ανέφερε και τα εξής στη σελίδα 321 του τόμου αποφάσεων: "Ο όρος "πιστωτής", βάσει του ίδιου άρθρου του αγγλικού νόμου, δεν περιλαμβάνει "a person whose debt is substantially disputed even if the company is in fact insolvent" - πρόσωπο του οπoίου η οφειλή τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση ακόμα και αν η εταιρεία είναι στην πραγματικότητα αφερέγγυα (βλ. Mann v. Golastein [1968] 1 W.L.R.1091, Re Lympne Investments [1972] 1 W.L.R.523, Palmer's πιο πάνω, σελ.1127, παρ.85-14, Halsbury's Laws of England, 4th Ed., Vol.7, para.1004). Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο του οποίου αμφισβητείται αυτή τούτη η ιδιότητα του πιστωτή. Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο το οπoίο έχει βέβαιη απαίτηση για αποζημιώσεις οι οποίες όμως δεν είναι εκκαθαρισμένες (βλ. Re Pen - y -van Colliery Co. [1877] 6 Ch.D.477)". Όπως δε πρόσθεσε το Εφετείο στην ίδια απόφαση, έστω ακόμα και αν ένα μέρος της απαίτησης του αιτητή ήταν για εκκαθαρισμένες αποζημιώσεις, αυτός εστερείτο του απαραίτητου locus standi ώστε να αιτηθεί την εκκαθάριση της εταιρείας. Ακόμη και πού παλαιότερα τα Δικαστήρια ακολουθούσαν την ίδια σταθερή προσέγγιση επί του εξεταζόμενου θέματος. Όπως είχε λεχθεί και στην Αγγλική απόφαση στην υπόθεση New Travellers' Chambers Ltd v. Cheese and Green [1894] 70 LT 271 επανειλημμένα έχει αποφασισθεί ότι η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής. Εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους, όχι απλά του ύψους του, δεν πρέπει να υποβάλλεται τέτοια αίτηση. Ούτε και ασφαλώς είναι επιτρεπτό όπως χρησιμοποιείται καταχρηστικά η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει (Re a company [1992] 2 All E.R. 797).» Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση 2004, reissue, volume 7
(3)para 452 σημειώνονται τα ακόλουθα: «Who may not petition. . A winding-up order may not be made on a debt which is disputed in good faith by the company; the court must see that the dispute is based on a substantial ground. A dispute as to the precise amount due is not a sufficient answer to the petition. If there is a genuine dispute, the petition may be dismissed or stayed.» Η οφειλή προς τον πιστωτή θα πρέπει να είναι συγκεκριμένη και αδιαμφισβήτητη (βλ. Αναφορικά με την εταιρεία Loukos Manufacturers Ltd
(1998)1 A.A.Δ.2226) και Re James Millward & Co Ltd
(1940)Ch.333). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Palmer's "Company Precedents" Part 2 Winding Up, 17η έκδοση σελ.39: «A creditor of the company for a sum of money presently and unconditionally due and payable is unquestionably a creditor who can present a petition for winding up.» Στην υπόθεση Re a Company (No.,003079 of 1990) and other petitions
(1991)ΒCLC 235, 236 αποφασίστηκε ότι: «The test for determining whether the petition should be struck out is the same as that where there is an application to restrain the presentation of a petition or to restrain the advertisement of a petition on the grounds that there is a bona fide dispute on substantial grounds as to the company's liability to pay the debt with respect to which the winding-up order is sought. Accordingly, the Court could strike out a petition if, when the matter comes on for a substantive hearing, it is bound to be dismissed because the locus standi of the petitioner is disputed». Ο Αιτητής σε αίτηση παραμερισμού (ως η παρούσα), προς ικανοποίηση του ισχυρισμού του ότι υπάρχει γνήσια αμφισβήτηση του χρέους, έχει την υποχρέωση να δείξει ότι υπάρχει τουλάχιστον γνήσιο θέμα προς συζήτηση ("genuine triable issue"). Στην υπόθεση Abbey National Plc v. JSF Finance & Currency Exchange Co Ltd
(2006)EWCA Civ. 328 το Δικαστήριο έκρινε ότι: «In order to establish that there are substantial grounds for disputing the debt, the company should be able to show that its contention is fairly arguable and that there is prima facie evidence of the relevant facts to support its contention.» Επίσης στην υπόθεση IS Incorporation Ltd
(2005)EWHC 404 (Ch) at 87 LTL 29.3.05 αποφασίστηκε ότι: «...and I ought to restrain presentation of a winding up petition, even if (in the context of a summary judgment application) the defense could be regarded as "shadowy".» Στην περίπτωση που το Δικαστήριο θεωρεί ότι υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία κατά πόσο το χρέος οφείλεται ή όχι, τότε είναι η εταιρεία που θα πρέπει να επωφεληθεί από αυτή την αμφιβολία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την παρ.Α7-063 του Συγγράμματος Commercial Litigation Pre - emptive remedies" Sweet & Maxwell 2007: «On application by the company for an injunction to restrain the presentation of a winding up petition, the court must balance an unpaid creditors undoubted right to petition on the basis of an undisputed debt as against the company's right not to have its commercial standing and credit damaged, so being pressured into paying a debt which in not due. If there is doubt as to whether there is a genuine dispute as to whether the debt is owed or not, then it should be the company which is entitled to the benefit of it.» Όταν υπάρχει γνήσια αμφισβήτηση της οφειλής, τότε η εταιρεία δικαιωματικά μπορεί να παραμερίσει την αίτηση εκκαθάρισης εναντίον της. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Stonegate Securities Ltd v. Gregory
(1980)1 All E.R.241 είναι σχετικό: «Since there was a bona fide despute whether the money was presently due from the company to the defendant and there was evidence that the defendant was nonetheless threatening to present a petition on the basis that it was so due, the company was entitled as of right to an injuction restraining the defendant from presenting a petition for the winding up of the company on that basis.» Είναι περαιτέρω νομολογημένο ότι όταν εύλογα αμφισβητείται το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό, τότε η ενδεδειγμένη διαδικασία για σκοπούς εξακρίβωσης της οφειλής δεν μπορεί να είναι η αίτηση διάλυσης αλλά τα ζητήματα εξακρίβωσης της ύπαρξης της κατ' ισχυρισμό οφειλής, θα πρέπει να αποφασίζονται και επιλύονται στα πλαίσια πολιτικής αγωγής. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Stonegate Securities Ltd v. Grecory, (ανωτέρω) όπου αποφασίστηκε ότι: «winding-up proceedings are not suitable proceedings in which to determine a genuine dispute whether the company owes the sum in question.», Charles Forte Investments Ltd v. Amanda (ανωτέρω) όπου λέχθηκε ότι: «The petition to wind up was misconceived as there were alternative and more suitable remedies, namely, an action» και Mann v. Goldstein
(1968)1 WLR 1091, 1098-1099, όπου λέχθηκε ότι: «the winding up jurisdiction is not for the purpose of deciding a disputed debt.» Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Pennigton' s Company Law, 4η έκδοση, σελ.679: «if a creditor has reason to expect that the company will raise a plausible defence to his claim, his best course is to sue the company by action and to present a winding up petition when he has obtained judgment against it. The company will then be estopped by the judgment from disputing the petitioner's claim on its merits.» Έχει επίσης νομολογηθεί ότι κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου σε σχέση με την προώθηση αίτησης εκκαθάρισης εταιρείας, προκαλείται όταν η αίτηση εκκαθάρισης, καταχωρείται μεταξύ άλλων, με σκοπό την καταπίεση της εταιρείας, όταν καταχωρείται για κάποιον αλλότριο σκοπό ή όταν η διάλυση της εταιρείας δεν είναι προς το συμφέρον όλων των πιστωτών και συνεισφορέων της. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Cadiz Waterworks Co v. Barnett
(1874)LR 19 Eq 182 όπου αποφασίστηκε ότι: «And I beg to express my opinion that this Court ought not, and I think it will not [.] permit this winding-up process to be made a vehicle of oppression», Re Lympne Investments Ltd
(1972)2 All E.R.385 όπου αποφασίστηκε ότι: «The court must not be used as a debt collecting agency, nor as a means of bringing improper pressure to bear on a company», και Re A Company
(1894)2 Ch.349 όπου λέχθηκε ότι: «In my judgment, if I am satisfied that a petition is not presented in good faith and for the legitimate purpose of obtaining a winding-up order, but for other purposes, such as putting pressure on the company, I ought to stop it if its continuance is likely to cause damage to the company». Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Re Wheal Lovell Mining Co.
(1849)1 H.X TW 125, 128, RE Bellador Silk Ltd
(1965)1 All E.R.667, 672, και Re A. Debtor
(1955)2 All E.R.65 (C.A.). Μετά την παράθεση των πιο πάνω νομικών αρχών, το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο ο Αιτητής, που έχει και το βάρος απόδειξης, έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι εύλογα και γνήσια αμφισβητούν το ισχυριζόμενο χρέος. Έχει ήδη αναφερθεί ότι το Δικαστήριο έκρινε όπως το προσωρινό διάταγμα αποπαγοποίησης των λογαριασμών του ΟΣΕΛ παραμείνει σε ισχύ μέχρι της αποπεράτωσης της παρούσας αίτησης. Ο XXXXX Μιχαηλίδης καταχώρησε ένσταση στην υπό κρίση αίτηση στις 27.8.
  1. Η νομική της βάση είναι η ίδια όπως και της αίτησης και σε αυτήν προβάλλει 15 λόγους ένστασης. Συνοπτικά είναι η θέση του ότι η αίτηση που καταχώρησε ο ΟΣΕΛ, η υπό κρίση αίτηση, είναι καταχρηστική και σκοπό έχει την παρέλκυση της διαδικασίας και την καθυστέρησή της. Τα γεγονότα όπως τα έχει παραθέσει ο XXXXX Ματθαίου εκ μέρους του ΟΣΕΛ είναι λανθασμένα, με απώτερο σκοπό την παραπλάνηση και εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Όσα αναφέρονται στην ένσταση στην παρούσα αίτηση είναι και οι λόγοι ένστασης της κυρίως αίτησης. Επιμένει ότι η αίτηση εκκαθάρισης είναι καλόπιστη, ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση του χρέους εκ πλευράς του ΟΣΕΛ, ο χρόνος που επέλεξε ο ίδιος να καταχωρήσει την αίτηση ήταν ακριβώς για να μην δημιουργηθεί πρόβλημα στον ΟΣΕΛ όταν εξεταζόταν συμμετοχή του σε δημόσιο διαγωνισμό. Η υπό κρίση αίτηση είναι αβάσιμη νομικά, δεν παρατίθεται κανένα στοιχείο που να δείχνει ότι η καθ' ης η αίτηση είναι φερέγγυα. Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο μπορεί να διαγράψει μια αίτηση εκκαθάρισης μόνο όταν το περιεχόμενο της είναι ξεκάθαρα και οφθαλμοφανώς αβάσιμο, κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Η αίτηση αποσκοπεί να καθυστερήσει τον Αιτητή από το δικαίωμά του να προσφύγει στο Δικαστήριο και αναφέρει ότι η απαγόρευση της δημοσίευσης της αίτησης εμπίπτει μεν στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία όμως θα πρέπει να ασκηθεί εις βάρος του ΟΣΕΛ, καθότι υπάρχουν και άλλοι πιστωτές για εξίσου σημαντικά ποσά που θα πρέπει να ενημερωθούν για την καταχώρηση της αίτησης και υποστηρίζει ότι η δημοσίευση της αίτησης είναι αναγκαία για την προστασία του κοινού, των άλλων πιστωτών της εταιρείας, καθώς και οποιωνδήποτε άλλων προσώπων συναλλάσσονται με αυτήν. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του XXXXX Μιχαηλίδη, ο οποίος αναφέρει ότι για να προβεί σε αυτήν έχει λάβει και νομική συμβουλή από τους δικηγόρους του. Υιοθετεί όλους τους λόγους ένστασης. Απορρίπτει όλους τους λόγους που περιέχονται στην αίτηση και στην ένορκη δήλωση του XXXXX Ματθαίου. Πιστεύει ότι η αίτηση του ΟΣΕΛ πρέπει να απορριφθεί, αφού σκοπό έχει την παρέλκυση της διαδικασίας και την καθυστέρησή της. Είναι καταχρηστική και τα γεγονότα όπως προβάλλονται από τον XXXXX Ματθαίου παρουσιάζονται σκόπιμα με τέτοιο τρόπο για να παραπλανήσει και ή εξαπατήσει το Δικαστήριο. Επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης και αναφέρει ειδικά τον λόγο που επέλεξε το χρονικό διάστημα καταχώρησής της που ήταν για να μην επηρεάσει δυσμενώς συμμετοχή του ΟΣΕΛ σε δημόσιο διαγωνισμό. Επαναλαμβάνει τη θέση ότι το ποσό που διεκδικεί αποτελεί εκκαθαρισμένη απαίτηση αποδεκτή από τον ΟΣΕΛ. Ισχυρίζεται ότι σε καμία περίπτωση ο ΟΣΕΛ δεν προέβαλε οποιοδήποτε στοιχείο που να δείχνει ότι είναι φερέγγυος. Αναφέρει ότι ακόμα ο ΟΣΕΛ δεν καταχώρησε ένσταση στην κυρίως αίτηση. Θεωρεί το γεγονός ότι έχει υποβάλει Ανταπαίτηση στα πλαίσια της αγωγής 5391/15 άσχετο με την παρούσα διαδικασία, επιμένοντας ότι το ποσό αυτό αποτελεί παραδεκτή οφειλή, αναγνωρισμένη από τον ΟΣΕΛ, ο οποίος μέχρι και σήμερα δεν έχει καταχωρήσει Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση στην αγωγή 5391/15, παρά του ότι η Ανταπαίτηση έχει καταχωρηθεί εδώ και έναν χρόνο, άρα ουδέποτε αμφισβήτησε πραγματικά τα ποσά που ισχυρίζεται. Αρνείται τη θέση περί κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας από τον ίδιο. Θεωρεί το αιτούμενο διάταγμα που ζητά ο ΟΣΕΛ ως εξαιρετικό μέτρο που δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις. Αναφέρει ότι πέραν του λόγου που έχει ήδη προβάλει στην καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησής του για εκκαθάριση, είχαν μεσολαβήσει επανειλημμένες προσπάθειες συνολικής διευθέτησης των διαφορών των μερών, με ανεπιτυχή κατάληξη, ότι ο ΟΣΕΛ στις διαπραγματεύσεις αυτές παραδεχόταν την έλλειψη ρευστότητας, όπως και το γεγονός ότι έκτοτε δεν του έχει καταχωρηθεί καμιά δημόσια σύμβαση για τα επόμενα 10 χρόνια, γεγονός που τον αφήνει χωρίς ουσιαστικές δραστηριότητες. Απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης Ματθαίου ως παντελώς ανυπόστατους και ζητά την απόρριψη της αίτησης. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τους καταχώρησαν στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας η κάθε πλευρά τη δική της θέση. Στη δική τους αγόρευση οι συνήγοροι του ΟΣΕΛ, επαναλαμβάνουν το ιστορικό της υπόθεσης, όχι μόνο της υπό κρίση αίτησης, αλλά όλων των διαφορών μεταξύ των διαδίκων και αναφέρουν ότι παρά τις ρητές οδηγίες του Δικαστηρίου για μη δημοσίευση της αίτησης διάλυσης μέχρι να κριθεί από το Δικαστήριο η παρούσα αίτηση, ο XXXXX Μιχαηλίδης κακόπιστα και καταχρηστικά γνωστοποίησε την ύπαρξη της αίτησης διάλυσης στην Τράπεζα Κύπρου, όπου τηρούνται οι λογαριασμοί του ΟΣΕΛ, η οποία με τη σειρά της παγοποίησε πλήρως τους τραπεζικούς λογαριασμούς του ΟΣΕΛ, γεγονός που οδήγησε τον ΟΣΕΛ να καταχωρήσει μονομερή αίτηση για αποπαγοποίηση τους στις 5.8.20, για να μπορεί να λειτουργεί και να εκπληρώνει τις υφιστάμενες υποχρεώσεις του, θέση που δέχθηκε το Δικαστήριο στις 6.8.20 εκδίδοντας προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύει στην Τράπεζα Κύπρου να παγοποιεί την κίνηση των λογαριασμών του ΟΣΕΛ μέχρι ποσού €150.000 για τις τρέχουσες υποχρεώσεις του. Το προσωρινό διάταγμα επιδόθηκε στον Αιτητή, ο οποίος δήλωσε ότι θα καταχωρούσε ένσταση. Ο ΟΣΕΛ προέβη στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου και αναφέρει ότι κατά την εμφάνιση των πλευρών ενώπιον του Δικαστηρίου στις 17.8.20, συναποφασίστηκε ουσιαστικά όπως η παρούσα αίτηση προηγηθεί και εκδικαστεί πριν από τη μονομερή αίτηση για αποπαγοποίηση των λογαριασμών του ΟΣΕΛ. Επαναλαμβάνουν τη θέση τους ότι απορρίπτουν όλες τις θέσεις του Αιτητή, δηλαδή ότι ο Αιτητής έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου πλειάδα άσχετων ισχυρισμών που δεν έχουν σχέση με την υπό κρίση διαδικασία, μόνο και μόνο για να δημιουργήσει εντυπώσεις και μάλιστα τα παρουσιάζει με παραπλανητικό και προκλητικό τρόπο. Και σε ό,τι αφορά την παρούσα αίτηση αναφέρουν ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την αίτηση κατ' εφαρμογή της Δ.27 Θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Επαναλαμβάνουν τη θέση τους ότι η αίτηση διάλυσης είναι μια κραυγαλέα περίπτωση κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και θα πρέπει να απορριφθεί. Θεωρούν ότι ο ΟΣΕΛ είχε κάθε δικαίωμα να προβεί στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και να ζητήσει τον παραμερισμό της αίτησης εκκαθάρισης στο στάδιο που καταχώρησε την αίτηση, πριν να περάσει το στάδιο που δεν θα ανατρέπονταν τα γεγονότα. Το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση δεν πρέπει να εξετάσει την ουσία του ζητήματος κατά πόσο ο ΟΣΕΛ μπορεί να αποπληρώσει τα χρέη του σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 211(Ε) του Κεφ.
  2. Αυτό που το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει στην παρούσα, είναι κατά πόσο όντως υπάρχει κατάχρηση διαδικασίας λόγω πολλαπλότητας δικαστικών διαδικασιών και προώθηση παράλληλων ένδικων μέσων ταυτόχρονα και κυρίως την αμφισβήτηση τους κατά πόσο ο Αιτητής είναι πιστωτής του ΟΣΕΛ σύμφωνα με τις πρόνοιες του νόμου, όπως και το γεγονός ότι η απαίτηση στην οποία βασίζεται η αίτηση δεν είναι εκκαθαρισμένη και αμφισβητείται από τον ΟΣΕΛ. Επικαλούνται επίσης την υπέρμετρη καθυστέρηση που έχει παρατηρηθεί από την αποστολή της ειδοποίησης απαίτησης, το γεγονός ότι στην όψη της δεν ικανοποιούνται οι τυπικές προϋποθέσεις για την ειδοποίηση απαίτησης και το ολοφάνερο γεγονός ότι η καταχώρηση της αίτησης διάλυσης διαπνέεται από κακοπιστία και εκδικητικότητα ένεκα πολλών διαφορών ανάμεσα στις δύο πλευρές. Στην αγόρευσή τους οι συνήγοροι του ΟΣΕΛ αναπτύσσουν πλήρως τις θέσεις τους και παραπέμπουν το Δικαστήριο σε νομολογία. Αναφέρουν επίσης ότι η δημοσίευση της αίτησης εκκαθάρισης θα έπληγε ολοφάνερα τα δικαιώματα του ΟΣΕΛ για συμμετοχή σε οποιονδήποτε διαγωνισμό και επαναλαμβάνουν τη θέση τους ότι ο σκοπός του Αιτητή δεν είναι άλλος από το να ασκήσει πίεση στον ΟΣΕΛ να του ξοφλήσει τα κατ' ισχυρισμό του οφειλόμενα ποσά, τονίζοντας τη θέση τους ότι η ενέργεια του να γνωστοποιήσει στην Τράπεζα Κύπρου την καταχώρηση της αίτησης εκκαθάρισης παρά τις περί αντιθέτου οδηγίες του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να παγοποιηθούν οι τραπεζικοί λογαριασμοί του ΟΣΕΛ, δείχνει την κακοπιστία του. Επαναλαμβάνουν τη θέση ότι θα πρέπει το Δικαστήριο να αφεθεί να εκδικάσει την αγωγή 5391/15, που εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η οποία και θα καθορίσει αν υπάρχουν και ποια χρέη που οφείλονται στον αιτητή από τον ΟΣΕΛ. Ο Αιτητής εν πάση περιπτώσει είναι αμφίβολο κατά πόσο αυτήν τη στιγμή θεωρείται πιστωτής του ΟΣΕΛ και επομένως η αίτηση εκκαθάρισης που καταχώρησε είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Εν κατακλείδι οι δικηγόροι του ΟΣΕΛ θεωρούν ότι η παρούσα περίπτωση είναι μια κλασική περίπτωση όπου θα πρέπει το Δικαστήριο να εφαρμόσει τη νομολογία και τις διατάξεις της Δ.27 Θ3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και να εκδώσει διάταγμα διαγραφής ή και παραμερισμό της αίτησης εκκαθάρισης. Στη δική τους αγόρευση οι συνήγοροι του XXXXX Μιχαηλίδη επαναλαμβάνουν ότι επιδόθηκε δεόντως στο εγγεγραμμένο γραφείο του ΟΣΕΛ σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου, εκκαθαρισμένη απαίτηση, την οποία ο ΟΣΕΛ ουδέποτε αμφισβήτησε, απλά επικαλούνταν αδυναμία πληρωμής, αυτό καθιστά τον XXXXX Μιχαηλίδη πιστωτή του ΟΣΕΛ και με βάση τα χρόνια που μεσολάβησαν χωρίς να πληρώσει ο ΟΣΕΛ την παραδεκτή από αυτόν οφειλή, δημιουργεί το Τεκμήριο ότι ο ΟΣΕΛ είναι αφερέγγυος. Επαναλαμβάνουν τη θέση τους ότι σε καμιά περίπτωση όλα τα όσα αναφέρει ο XXXXX Ματθαίου στην ένορκη του δήλωση ισχύουν, ότι ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τον ΟΣΕΛ το αναγνωρισμένο χρέος στον XXXXX Μιχαηλίδη, ακόμα και σήμερα εκτός από το πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, ο ΟΣΕΛ ουδέποτε αμφισβήτησε επίσημα την αναγνωρισμένη οφειλή του προς τον XXXXX Μιχαηλίδη και επαναλαμβάνουν ότι παρά την καταχώρηση Ανταπαίτησης από τον XXXXX Μιχαηλίδη στα πλαίσια της αγωγής 5391/15, ακόμα ο ΟΣΕΛ δεν έχει καταχωρήσει Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Θεωρούν ότι η απαίτηση που υπέβαλε ο XXXXX Μιχαηλίδης το 2016 είναι πλήρως σύμφωνη με το σχετικό Άρθρο του περί Εταιρειών Νόμου και ότι η νομολογία που αφορά την απόρριψη αιτήσεων δεν εφαρμόζεται στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Επαναλαμβάνουν τη θέση τους ότι το χρέος είναι παραδεκτό και o XXXXX Μιχαηλίδης έχει την ιδιότητα του πιστωτή. Επομένως είχε locus standi να καταχωρήσει την αίτηση εκκαθάρισης και δεν υπάρχει κατάχρηση δικαστικών διαδικασιών, αφού στην αγωγή 5391/15 ακόμα δεν καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση από τον ΟΣΕΛ και καταληκτικά είναι η θέση τους ότι η υπό κρίση αίτηση που καταχώρησε ο ΟΣΕΛ δεν μπορεί να έχει καμιά πιθανότητα επιτυχίας. Ο XXXXX Μιχαηλίδης καταχώρησε την αίτηση εκκαθάρισης όχι μόνο επί εκκαθαρισμένης, αλλά και επί παραδεκτής οφειλής και επομένως οι θεραπείες που ζητά ο ΟΣΕΛ με τα σημεία Α και Β της υπό κρίση αίτησης δεν θα πρέπει να χορηγηθούν και πρέπει να αφεθεί η αίτηση εκκαθάρισης να ακουστεί επί της ουσίας και συνεπώς αιτούνται την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης με έξοδα υπέρ τους και εναντίον του XXXXX Μιχαηλίδη. Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές, η παράλειψη της εταιρείας να συμμορφωθεί με την ειδοποίηση του άρθρου 212 (α) του Κεφ.113 δεν συνιστά αμέλεια, εντός της έννοια της παρ.(α), όταν υπάρχει εύλογη αιτία για την παράλειψη. Τέτοια εύλογη αιτία αποτελεί η καλόπιστη και ουσιαστική αμφισβήτηση της απαίτησης. Η αίτηση για εκκαθάριση δεν αποτελεί το κατάλληλο πλαίσιο για εκδίκαση αμφισβητούμενης οφειλής, ούτε πρέπει να χρησιμοποιείται καταχρηστικά ως μοχλός πίεσης σε εταιρεία για να καταβάλει χρήματα, τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει. Το Δικαστήριο δεν αναμένεται στα πλαίσια της αίτησης διάλυσης να υπεισέλθει στην ουσία της υπεράσπισης που προβάλλει η εταιρεία. Αρκεί να διαπιστώσει ότι υφίσταται καλόπιστη ουσιαστική υπεράσπιση και σε τέτοια περίπτωση απορρίπτει την αίτηση ως καταχρηστική. Νέα αίτηση χωρεί μόνο μετά την επιτυχή έκβαση σχετικής αγωγής εναντίον της εταιρείας. Αδιαμφισβήτητα, ούτε και στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, το Δικαστήριο έχει την δικαιοδοσία να εκδικάσει την αμφισβητούμενη οφειλή, να αξιολογήσει τις δύο αντίθετες θέσεις όπως προβάλλονται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις των δύο πλευρών και να προβεί σε ανάλογα ευρήματα. Ό,τι μπορεί να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, στη βάση των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον του, είναι η ύπαρξη ή όχι εύλογης και γνήσιας αμφισβήτησης του ισχυριζόμενου χρέους. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, ως και τις θέσεις των δύο πλευρών, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου, χωρίς, επαναλαμβάνω, να υπεισέρχομαι στην ουσία των εκατέρωθεν ισχυρισμών, ότι οι Αιτητές, στη βάση ουσιαστικών λόγων, εύλογα και γνήσια αμφισβητούν το ισχυριζόμενο χρέος προς τους Καθ' ων η Αίτηση. Κρίνω ότι η διαφορά μεταξύ των Αιτητών και Καθ' ων η Αίτηση στην ουσία της, θα πρέπει να κριθεί με την κατάλληλη διαδικασία που είναι η αγωγή και μόνο όταν οι Καθ' ων η Αίτηση εξασφαλίσουν δικαστική απόφαση υπέρ τους, θα μπορούν να προχωρήσουν με αίτηση διάλυσης εναντίον των Αιτητών στα πλαίσια της οποίας οι Αιτητές θα κωλύονται πλέον να αμφισβητήσουν την απαίτηση στην ουσία της. Οι Αιτητές, υπό τα περιστατικά της υπόθεσης, κρίνω ότι έχουν ουσιαστική και καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους και δεν μπορούν να θεωρηθούν "πιστωτές". Η αίτηση διάλυσης, χρησιμοποιείται από τους Καθ' ων η Αίτηση ως μοχλός πίεσης και επομένως, με βάση τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, αυτή θα πρέπει να παραμεριστεί ως καταχρηστική. Στο Τεκμήριο 1 της κυρίως Αίτησης που είναι e-mail από μέλος του ΟΣΕΛ προς τον Αιτητή ημερομηνίας 15/11/2015 με θέμα «κατάσταση ενοικίων 2010-2015» ο Αιτητής αναφέρει ότι επισυνάπτει την κατάσταση ενοικίων (πρόκειται για κατάσταση ενοικίων λεωφορείων) που αναγνωρίστηκε από τον ΟΣΕΛ ότι οφείλεται προς τον ίδιο. Το τεκμήριο αυτό αναφέρει το εξής: «Αγαπητέ XXXXX, (προφανώς αναφέρεται στον Αιτητή XXXXX Μιχαηλίδη), επισυνάπτεται κατάσταση (δική μου υπογράμμιση) ως μιλήσαμε χθες», ακολουθεί μια κατάσταση για το χρόνια 2010-2013, και κάτω από την κατάσταση αυτή με τίτλο ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ υπάρχουν αρκετές σημειώσεις, ειδικότερα 10, σε σχέση τόσο με τα λεωφορεία αλλά και με τιμολόγια και πληρωμές ποσών. Η σημείωση 10, προφανώς επί της οποίας ο Αιτητής βασίζεται, αναφέρει τα ακόλουθα «Το τελικό υπόλοιπο που οφείλεται για την περίοδο από 5 Ιουλίου 2010 μέχρι 31 Οκτωβρίου 2015 ανέρχεται στο ποσό των € 378.66,11 πλέον ΦΠΑ» που είναι το ποσό που αξιώνει ο Αιτητής με την αίτηση του. Δεν γνωρίζουμε τι προηγήθηκε της αποστολής αυτού του e-mail και επίσης ενώ στις σημειώσεις ζητείται η έκδοση τιμολογίων για διάφορα ποσά από τον αιτητή η σημείωση 10 όπως έχει παραταθεί παρατεθεί πιο πάνω αναφέρει μόνον εκείνα που σημειώνω πιο πάνω, επαναλαμβάνω χωρίς να αποκαλυφθεί η πλήρης αλληλογραφία ή αναφορά και μόνον της λέξης οφείλεται δεν είναι αρκετή στο σημείο αυτό θεωρώ για να δικαιολογήσει την θέση του αιτητή περί εκκαθαρισμένης και παραδεκτή από πλευράς του ΟΣΕΛ απαίτησης. Ακολούθως ο Αιτητής ως τεκμήριο 2 στην κυρίως αίτηση επισυνάπτει την επιστολή του ημερομηνίας 15 Ιανουαρίου 2016 προς τον ΟΣΕΛ που επιδόθηκε στην Γραμματέα της εταιρείας με την οποία ζητά πληρωμή του ποσού των €378,665.11 πλέον ΦΠΑ. Σε αυτήν αναφέρει ότι «το ποσό αυτό έχει ήδη αναγνωριστεί από τον ΟΣΕΛ ως η παράγραφος 10, προφανώς εννοεί την σημείωση 10, της συνημμένης κατάστασης που έχετε στείλει για τα 27 λεωφορεία μου το οποίο παραμένει απλήρωτο και εξακολουθείτε να το οφείλεται σε μένα». Επισυνάπτει σε αυτή το τεκμήριο 1 της ένορκης του δήλωσης δηλαδή το e-mail στο οποίο να έχει γίνει αναφορά πιο πάνω. Στην επόμενη παράγραφο του τεκμηρίου 2,ο Αιτητής αναφέρει «Σε περίπτωση που αρνηθείτε και/ή αποτύχετε και/ή αμελήσετε να προβείτε σε εξόφληση του πιο πάνω ποσού εντός 21 ημερών από την παράδοση της παρούσας, δεν θα έχω άλλη επιλογή από το να λάβω όλα τα διαθέσιμα νομικά μέτρα εναντίον σας». Δηλώνει επίσης ότι η παρούσα επιστολή αποστέλλεται άνευ βλάβης των δικαιωμάτων του σε σχέση με άλλα ποσά που του οφείλονται. Στην εν λόγω επιστολή δεν γίνεται καμία απολύτως αναφορά σε άρθρα του περί Εταιρειών Νόμου και δη τα άρθρα 211(ε) και 212(α) και επίσης ο Αιτητής δεν αναφέρει σε αυτήν ότι προτίθεται να προβεί σε λήψη μέτρων για εκκαθάριση ή διάλυση της εταιρείας. Όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, στο τεκμήριο 2 αναφέρει μόνο «.....να λάβω όλα τα διαθέσιμα νομικά μέτρα εναντίον σας». Το τεκμήριο 3 στην κυρίως αίτηση είναι το τιμολόγιο που έχει εκδοθεί από τον Αιτητή προς τον ΟΣΕΛ φέρει αριθμό Α 125018 ημερομηνία 10 Φεβρουαρίου 2016 (μεταγενέστερη δηλαδή ημερομηνία της επιστολής/απαίτησης ημερομηνίας 15 Ιανουαρίου 2016 και μεταγενέστερης ημερομηνίας του σχετικού e-mail επί του οποίου βασίζεται που φέρει ημερομηνία 10 Νοεμβρίου 2016) κι σε αυτό στο σημείο αναφέρει ότι αφορά «ενοίκια λεωφορείων, ποσό το οποίο έχει αναγνωριστεί από την εταιρεία ως οφειλόμενο και άμεσα πληρωτέο» για €378,665.11 πλέον ΦΠΑ, ολικό ποσό €450.611,48 και το οποίο φέρει την υπογραφή στη θέση του αγοραστή/παραλήπτη της XXXXX Καστορή που όπως φαίνεται και από το τεκμήριο 2 είναι Διευθύντρια της εταιρείας TPLAW SECRETARIAL LTD η οποία είναι η Γραμματέας του ΟΣΕΛ. Ακολουθούν, πάντοτε μιλώντας για την κυρίως αίτηση, ως τεκμήρια 4 Α Β και Γ επιστολές του Αιτητή και του δικηγόρου του προς τον ΟΣΕΛ με τις οποίες επιμένουν ότι το ποσό το οποίο διεκδικούν έχει αναγνωριστεί από τον ΟΣΕΛ παρά τη θέση του ΟΣΕΛ ότι το αρνείται, και επιμένουν ότι είναι ποσό το οποίο είναι εκκαθαρισμένη απαίτηση. Τα τεκμήρια 5 Α Β και Γ είναι επιστολές των δικηγόρων του ΟΣΕΛ προς το δικηγόρο του Αιτητή με τις οποίες επαναλαμβάνουν την θέση τους ότι το ποσό που αφορά η παρούσα αίτηση αποτελεί επίδικο θέμα στην Αγωγή 5391/15 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, εγείρεται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του Αιτητή, απορρίπτουν τις απαιτήσεις του Αιτητή στην ολότητα τους και επιμένουν ότι δεν είναι ούτε εκκαθαρισμένη, ούτε ξεκάθαρη, ούτε αποδεκτή η απαίτηση και η αξίωσή του Αιτητή. Ο Αιτητής επαναλαμβάνει μέσω των δικηγόρων του τα όσα αναφέρει στην αίτηση του, ότι δηλαδή ΟΣΕΛ ουδέποτε αμφισβήτησε τα εν λόγω ποσά και μάλιστα σε συνάντηση ημερομηνίας 2 Οκτωβρίου 2019 αποδέχτηκε το εν λόγω πόσο, η οφειλή πάντοτε ήταν παραδεχτή από τον ΟΣΕΛ γι' αυτό και του ζήτησαν να εκδώσει σχετικό τιμολόγιο. Αναφέρει επίσης ότι σε όλες τις δικαστικές διαδικασίες που εκκρεμούν, η συγκεκριμένη οφειλή ουδέποτε έτυχε αμφισβήτησης από τον ΟΣΕΛ και επισυνάπτει ενδιάμεση απόφαση του Λ. Καλογήρου Π.Ε.Δ. σε αίτηση για interim order στα πλαίσια της αγωγής 5391/15 ημερομηνίας 29.6.16 όπου στη σελίδα 23 αναφέρει «.....αιτητές φαίνεται να του οφείλουν ένα πολύ μεγάλο ποσό το οποίο δεν αμφισβητήθηκε....». Την ίδια μέρα με την καταχώριση της υπό εκδίκαση αίτησης, όπως έχει ήδη αναφερθεί, καταχωρήθηκε και μονομερής αίτηση από τον ΟΣΕΛ για αποπαγοποίηση των λογαριασμών του ΟΣΕΛ, στην οποία πολύ συνοπτικά αναφέρουν ότι παρόλο που το Δικαστήριο είχε δώσει οδηγίες να μην δημοσιευτεί η αίτηση διάλυσης, ο Αιτητής κοινοποίησε την αίτηση διάλυσης στην Τράπεζα Κύπρου όπου ο ΟΣΕΛ διατηρεί τους λογαριασμούς του, που είχε ως αποτέλεσμα το πάγωμα των λογαριασμών του ΟΣΕΛ. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την εν λόγω αίτηση, την οποία και πάλι ορκίζεται ο δικηγόρος Χρ. Ματθαίου, εξήγα σε αυτήν την οικονομική κατάσταση του ΟΣΕΛ, τις υποχρεώσεις του και την περιουσία που διαθέτει, ενώ στην παράγραφο 21 της ένορκης δήλωσης του Χρ. Ματθαίου, προκύπτει ξεκάθαρα η αμφισβήτηση της αξίωσης του Αιτητή από τον ΟΣΕΛ η οποία, όπως αναφέρει ο Ματθαίου, θα αποφασιστεί στα πλαίσια της αγωγής 5391/15 στην οποία εγείρεται ως Ανταπαίτηση. Επίσης ο Χρ. Ματθαίου στην ένορκη του δήλωση, αναφέρει ότι το χρονικό σημείο υποβολής της αίτησης διάλυσης δεν είναι τυχαίο αφού ο ΟΣΕΛ προτίθεται να υποβάλει προσφορές για τα δρομολόγια Λεμεσού και Πάφου, άρα γίνεται κακόπιστα και για να ασκηθεί πίεση στον ΟΣΕΛ από τον Αιτητή να προβεί σε ανεπιθύμητη διευθέτηση του ισχυριζόμενου χρέους. Η επίδικη και υπό κρίση αίτηση εκτός από τους περί Εταιρειών κανονισμούς και τα σχετικά άρθρα του Κεφ.113 έχει επίσης ως νομική βάση και την Δ.27 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αλλά και τις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Έχουν αναφερθεί με λεπτομέρεια ήδη πιο πάνω, όλα όσα αναφέρονται στην υπό κρίση αίτηση τόσο στο σώμα της όσο και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και τα τεκμήρια που έχουν επισυναφθεί σε αυτήν όπως επίσης και στην ένσταση που έχει καταχωρηθεί στην υπό κρίση αίτηση μαζί με την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και τα σχετικά τεκμήρια. Οι ερωτήσεις που το Δικαστήριο έχει να απαντήσει στην παρούσα αίτηση είναι οι ακόλουθες: - είναι η απαίτηση του Αιτητή εκκαθαρισμένη απαίτηση στα πλαίσια των σχετικών άρθρων του περί Εταιρειών Νόμου; - τι σημασία έχει το γεγονός ότι η επιστολή που παραδόθηκε από τον Αιτητή στη Γραμματέα του ΟΣΕΛ και που ο ίδιος αναφέρει ότι είναι η επίσημη απαίτηση του στην βάσει του άρθρου 212 (α) του περί Εταιρειών Νόμου, παραδόθηκε στον ΟΣΕΛ στις 15 Ιανουαρίου 2016 και η αίτηση εκκαθάρισης φέρει ημερομηνία καταχώρησης 10 Ιουλίου 2020, δηλαδή 5.5 χρόνια μετά. - άλλο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί και έχει άμεση σχέση με το κατά πόσο η απαίτηση του Αιτητή μπορεί να θεωρηθεί ως εκκαθαρισμένη και παραδεκτή ως οι ισχυρισμοί του, είναι το γεγονός ότι εκκρεμούν μεταξύ των μερών πολλές δικαστικές διαδικασίες στις οποίες το ποσό που αξιώνει ο Αιτητής με την υπό κρίση αίτηση, είναι επίδικο. - συνυφασμένο με το ερώτημα του χρόνου που έχει τεθεί πιο πάνω, είναι επίσης και η θέση που προβάλλει ο ΟΣΕΛ ότι εν πάση περιπτώσει η ειδοποίηση απαίτησης, όπως ο Αιτητής την αποκαλεί, την οποία έστειλε στον ΟΣΕΛ το 2016, είναι πρόωρη καθότι στάληκε πριν από την έκδοση του σχετικού τιμολογίου και συνεπώς πριν να γίνει πληρωτέο και απαιτητό το ποσό. - πρέπει επίσης να ασχοληθεί το Δικαστήριο με το θέμα ότι δεν έχει αποκαλυφθεί από τον Αιτητή η επιστολή του ΟΣΕΛ ημερομηνίας 15 Φεβρουαρίου 2016, την οποία αποκαλύπτει από τη δική του πλευρά ο ΟΣΕΛ στην ένσταση του, με την οποία ως η θέση τους αμφισβητούν την απαίτηση του Αιτητή, και το γεγονός ότι ακόμα και μετά την αποκάλυψη της από πλευράς ΟΣΕΛ, ο Αιτητής δεν απαντά καθόλου ούτε κάνει οποιαδήποτε αναφορά σε αυτή. - τέλος, θα πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα κατά πόσον οι περιστάσεις και ο χρόνος που ο Αιτητής επέλεξε να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση καταδεικνύει από πλευράς του κακοπιστία και εκδικητικότητα, ως ισχυρίζεται ο ΟΣΕΛ. Σε ό,τι αφορά την απαίτηση που ισχυρίζεται ο Καθ´ ου η Αίτηση στην υπό κρίση αίτηση (δηλ. ο XXXXX Μιχαηλίδης) ότι απέστειλε στους Αιτητές της παρούσας αίτησης (δηλ. τον ΟΣΕΛ), έχοντας κατά νου όλα όσα έχω πιο πάνω παραθέσει, παρατηρώ ότι υπάρχουν τα εξής προβλήματα: - Δεν υπάρχει καμία αναφορά στην εν λόγω επιστολή/απαίτηση στα άρθρα του περί Εταιρειών Νομού επί των οποίων βασίζεται. - Δεν υπάρχει καμιά ρητή αναφορά στην επιστολή/απαίτηση ότι μεταξύ των νομικών μέτρων που ο Αιτητής μπορεί να λάβει, περιλαμβάνεται και η καταχώρηση αίτησης/ διάλυσης / εκκαθάρισης της εταιρείας. - Η επιστολή/απαίτηση, όπως πάντα την αποκαλεί ο Καθ' ου η Αίτηση στην υπό κρίση αίτηση, έχει αποσταλεί στον ΟΣΕΛ προτού εκδοθεί το σχετικό τιμολόγιο για το ποσό που απαιτείται και το οποίο σαφέστατα φέρει ημερομηνία μεταγενέστερη και της επιστολής/απαίτησης και φυσικά και της επίδοσης της. - Από την ημερομηνία που συντάχτηκε και παραδόθηκε η επιστολή/απαίτηση, πάντα σύμφωνα με τον XXXXX Μιχαηλίδη, και την επίδοση της στον ΟΣΕΛ, έχουν παρέλθει 5.5 και πλέον χρόνια. Θεωρώ ότι ο χρόνος αυτός σαφέστατα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εύλογος χρόνος για να στηρίζεται ο Αιτητής στην εν λόγω επιστολή, πέραν των άλλων όλων προβλημάτων που η εν λόγω επιστολή / απαίτηση παρουσιάζει, ως τα έχω πιο πάνω αναφέρει. Η δε δικαιολογία που προβάλλει ο XXXXX Μιχαηλίδης για το χρόνο που έχει παρέλθει μέχρι την καταχώρηση της αίτησης διάλυσης, ότι δήθεν δεν ήθελε να προκαλέσει περισσότερα προβλήματα στον ΟΣΕΛ ενόψει των συμβάσεων που υπήρχαν ήδη σε ισχύ και εκτελούσε, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον χρόνο που υπέβαλε την επίδικη αίτηση διάλυσης αφού, όπως η ΟΣΕΛ αναφέρει, σε αυτό το χρονικό διάστημα εκκρεμούσαν ήδη προσφορές που είχε υποβάλει για τα Δρομολόγια Λεμεσού και Πάφου. Επομένως το υπερβολικά μακρύ αυτό χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει για ένα τόσο δραστικό μέτρο όπως είναι η καταχώρηση αίτησης διάλυσης μιας εταιρείας, πέραν του ότι είναι από μόνο του αδικαιολόγητο, θεωρώ ότι δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με βάση τα όσα ο ίδιος ο Καθ' ου η Αίτηση στην υπό κρίση αίτηση, αναφέρει. Επομένως θεωρώ ότι η απαίτηση επί της οποίας ο XXXXX Μιχαηλίδης στηρίζεται ως βάση για καταχώρηση της αίτησης διάλυσης, δεν είναι ορθή νομικά αλλά και λόγω του χρόνου που έχει παρέλθει, που είναι αδικαιολόγητος, δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση της κυρίως αίτησης. Σε ό,τι αφορά το θέμα του κατά πόσο η απαίτηση του XXXXX Μιχαηλίδη είναι εκκαθαρισμένη και αποδεκτή από τον ΟΣΕΛ που είναι, μαζί βέβαια με τον τύπο της επιστολής/απαίτησης που στάληκε, το σημαντικότερο σημείο στην υπό κρίση αίτηση και απαραίτητη προϋπόθεση για καταχώρηση αίτησης διάλυσης, αναφέρω ότι είναι ξεκάθαρη η θέση του ΟΣΕΛ και στις δύο ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις αιτήσεις ημερ. 5.8.20, δηλαδή την αίτηση υπό κρίση, όπως και την αίτηση για αποπαγοποίηση των λογαριασμών του ΟΣΕΛ, τι οποίες υπογράφει ο δικηγόρος XXXXX Ματθαίου, ότι ο ΟΣΕΛ αρνείται τη θέση ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, επαναλαμβάνει ότι η απαίτηση του XXXXX Μιχαηλίδη τελεί υπό αμφισβήτηση και δεν είναι παραδεκτή από τον ΟΣΕΛ και αποδίδει σε αυτόν κακοπιστία για το χρόνο υποβολής της αίτησης και κατάχρηση δικαστικών διαδικασιών. Στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την αίτηση για αποπαγοποίηση λογαριασμών ο XXXXX Ματθαίου παραδέχεται ότι υπήρξε μείωση του κύκλου εργασιών του ΟΣΕΛ με την απώλεια των συμβάσεων για την επαρχία Λευκωσίας αλλά αναφέρει ότι ο ΟΣΕΛ διαθέτει τραπεζικούς λογαριασμούς με υπόλοιπα πολύ μεγαλύτερα του ισχυριζόμενου χρέους, δεν οφείλει χρήματα προς οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα και κατέχει σημαντικής αξίας κινητή και ακίνητη περιουσία, συγκεκριμένα μεγάλο αριθμό λεωφορείων και δύο ακίνητα για τα οποία έχουν γίνει εκθέσεις εκτίμησης από τον ελεγκτικό οίκο ΕΥ και είναι μεγάλης χρηματικής αξίας, τις οποίες και επισυνάπτει. Αναφέρει επίσης ότι η μείωση κύκλου εργασιών του ΟΣΕΛ εξυπακούεται και μείωση των εξόδων του και αναφέρει ότι ο ΟΣΕΛ θα διεκδικήσει και θα υποβάλει προσφορές για να του κατακυρωθούν άλλες συμβάσεις για τις επαρχίες Λεμεσού και Πάφου. Είναι για αυτό το λόγο που αναφέρει ότι ο Αιτητής έχει καταχωρήσει την αίτηση διάλυσης κακόπιστα σε ό,τι αφορά τον χρόνο που επέλεξε για να την καταχωρήσει. Επαναλαμβάνει όπως έχει ήδη αναφερθεί ότι η απαίτηση του XXXXX Μιχαηλίδη αμφισβητείται από τον ΟΣΕΛ. Στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, ο ενόρκως δηλών XXXXX Ματθαίου, επικεντρώνεται στην αμφισβήτηση της αξίωσης του XXXXX Μιχαηλίδη. Ως πρώτη θέση προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η αξίωση του XXXXX Μιχαηλίδη η οποία τελεί υπό αμφισβήτηση από τον ΟΣΕΛ εγείρεται ως Ανταπαίτηση σε υφιστάμενη δικαστική διαδικασία, είναι συγκεκριμένα επίδικο ζήτημα στην αγωγή 5391/15 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και αναφέρει επίσης ότι μεταξύ του Αιτητή και του ΟΣΕΛ εκκρεμούν άλλες δύο αγωγές η 5811/15 και η 1280/16 κάτι που δείχνει την πολυπλοκότητα του ζητήματος και σίγουρα τη μη παραδοχή της αξίωσης του XXXXX Μιχαηλίδη από τον ΟΣΕΛ, ενώ παράλληλα επαναλαμβάνει τη θέση του περί κατάχρησης διαδικασιών και πολλαπλότητας διαδικασιών μεταξύ των μερών. Αναφέρει επίσης ότι στο ποσό που αξιώνει ο Αιτητής και ισχυρίζεται ότι αποτελεί παραδεκτή εκ πλευράς ΟΣΕΛ απαίτηση περιλαμβάνεται ποσό για περίοδο που η ενοικίαση των λεωφορείων του Αιτητή από τον ΟΣΕΛ είχε τερματιστεί εξαιτίας των δικών του (δηλαδή του Αιτητή) πράξεων. Όπως περαιτέρω αναφέρει ο Χρ. Ματθαίου στην ένορκη του δήλωση ο ΟΣΕΛ δεν καταχώρησε ακόμα Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση του XXXXX Μιχαηλίδη στην αγωγή 5391/15 λόγω των περιστάσεων που υπάρχουν και διαμορφώθηκαν λόγω του covid-19, αλλά έχουν δοθεί σαφείς οδηγίες στους δικηγόρους τους να αμφισβητήσουν αυτή την απαίτηση. Αναφέρει επίσης ότι μόλις ο Αιτητής XXXXX Μιχαηλίδης απέστειλε το σχετικό τιμολόγιο στον ΟΣΕΛ, Τεκμήριο 3 στην κυρίως αίτηση που φέρει ημερομηνία 10.2.16 και παραλήφθηκε εκ μέρους του ΟΣΕΛ στις 11.2.16, σαφέστατα μετά την επιστολή/απαίτηση όπως την ονομάζει ο XXXXX Μιχαηλίδης ημερ. 15.1.16 που επιδόθηκε στον ΟΣΕΛ την ίδια ημερομηνία, ο ΟΣΕΛ έστειλε στους συνήγορους του XXXXX Μιχαηλίδη επιστολή ημερ. 15.2.16 την οποία ο XXXXX Ματθαίου επισυνάπτει ως Τεκμήριο στην ένορκη του δήλωση στην υπό κρίση αίτηση στην οποία ο ΟΣΕΛ αναφέρεται ξεκάθαρα στο τιμολόγιο με αριθμό Α125018 ημερ. 10.2.16 που είναι όπως έχει ήδη αναφερθεί το επίδικο τιμολόγιο και το Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του XXXXX Μιχαηλίδη στην κυρίως αίτηση, και του γνωστοποιούν ότι η υπογραφή του τιμολογίου στη θέση «αγοραστής ή παραλήπτης» που τέθηκε από τη XXXXX Καστορή στις 11.2.16 έγινε αποκλειστικά για σκοπούς επιβεβαίωσης παραλαβής του τιμολογίου και σε καμία περίπτωση η εν λόγω υπογραφή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποδοχή ή έγκριση του περιεχομένου του ή των ποσών που αναγράφονται σε αυτό ή ότι δημιουργείται με την υπογραφή αυτή οποιαδήποτε υποχρέωση ή ευθύνη στους πελάτες μας για εξόφληση του. Περαιτέρω αναφέρουν ότι μετά από εξέταση των τιμολογίων παρατηρούν ότι αυτά είναι «ευχολόγια και περιλαμβάνουν εντελώς επιδερμική, γενικόλογη και αόριστη περιγραφή για τα ποσά της απαίτησης του Τ. Μιχαηλίδη αφού δεν καθορίζουν τις υπηρεσίες ή την περίοδο των ενοικίων τα οποία αφορούν ή τα οχήματα που χρησιμοποιήθηκαν για τις υπηρεσίες που παρασχέθηκαν στον ΟΣΕΛ». Περαιτέρω αρνούνται την περιγραφή που περιέχεται στο συγκεκριμένο τιμολόγιο και ειδικότερα τη θέση του Τ. Μιχαηλίδη ότι το ποσό των €378.665,11 πλέον Φ.Π.Α. έχει αναγνωριστεί από τον ΟΣΕΛ ως οφειλόμενο και άμεσα πληρωτέο προς αυτόν. Σημειώνω ότι την εν λόγω επιστολή ο Αιτητής Τ. Μιχαηλίδης όχι μόνο δεν την έχει αποκαλύψει ούτε στην αίτηση εκκαθάρισης που έχει καταχωρήσει, ούτε στην ένσταση του στην υπό κρίση αίτηση, αλλά ούτε και κάνει οποιαδήποτε αναφορά σε αυτή. Περαιτέρω, οι δικηγόροι του ΟΣΕΛ στην επιστολή ημερ. 15.2.16 αναφέρουν στο δικηγόρο του Τ. Μιχαηλίδη ότι «η καταβολή οποιουδήποτε ποσού προς τον πελάτη σας ως ενοίκια δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό που ο ΟΣΕΛ οφείλει να καταβάλει με βάση τις συμφωνημένες τιμές με την αναθέτουσα αρχή και συνεπώς ο πελάτης σας δεν νομιμοποιείται ούτε δικαιούται να απαιτεί επιπρόσθετες πληρωμές από τον ΟΣΕΛ με τη διόγκωση των ποσών των ενοικίων του πέραν των συμφωνημένων τιμών με την αναθέτουσα αρχή.» Τέλος, στην ίδια επιστολή οι δικηγόροι του ΟΣΕΛ καθιστούν σαφή τη θέση τους ότι το τιμολόγιο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό από τον ΟΣΕΛ, η πληρωμή του αξιούμενου ποσού των €378.655,11, πλέον Φ.Π.Α. με βάση την περιγραφή στο τιμολόγιο Α125018 απορρίπτεται και σημειώνουν επίσης ότι η άρνηση του ΟΣΕΛ να προχωρήσει με την πληρωμή του εν λόγω τιμολογίου βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο ΟΣΕΛ αδυνατεί να εκπληρώσει οποιεσδήποτε υποχρεώσεις του προς τον XXXXX Μιχαηλίδη και επαναλαμβάνει τη θέση του ότι η υποβολή τιμολογίων που μπορεί να γίνει αποδεκτή από τον ΟΣΕΛ αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την καταβολή οποιωνδήποτε ποσών που ο πελάτης σας νομιμοποιείται και/ή δικαιούται να εισπράξει από τον ΟΣΕΛ σύμφωνα με τις τιμές που έχουν συμφωνηθεί με την αναθέτουσα αρχή. Είναι σαφές κατά την άποψη μου από τα πιο πάνω ότι η θέση του XXXXX Μιχαηλίδη ότι η απαίτηση του αποτελεί εκκαθαρισμένη απαίτηση η οποία ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τον ΟΣΕΛ, δεν ευσταθεί και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Υπήρξε σαφέστατη αμφισβήτηση του επίδικου τιμολογίου από τον ΟΣΕΛ για σειρά λόγων που έχουν παρατεθεί πιο πάνω με επιστολή του ΟΣΕΛ αμέσως μετά την παραλαβή του τιμολογίου, που επαναλαμβάνω ο XXXXX Μιχαηλίδης δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο και ούτε απάντησε σε αυτήν μετά την αποκάλυψη της από τον ΟΣΕΛ στους λόγους ένστασης του στην παρούσα αίτηση. Περαιτέρω, η απόφαση του Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. στην αγωγή 5391/15 στα πλαίσια εκδίκασης αίτησης ημερ. 3.11.15 για προσωρινά διατάγματα ημερ. 29.6.16 και η θέση που εκφράζει το Δικαστήριο στη σελ.23 της εν λόγω απόφασης όπου αναφέρει «δεν παραγνωρίζεται βεβαίως το γεγονός πως με βάση τη μαρτυρία που παρουσίασε ο Καθ' ου 1 (XXXXX Μιχαηλίδης) οι Αιτητές (ΟΣΕΛ) φαίνεται να του οφείλουν ένα πολύ μεγάλυ ποσό το οποίο μάλιστα δεν αμφισβητήθηκε, πρόκειται ομολογουμένως για ένα πολύ σημαντικό ποσό ύψους €378.665,11 .» (δική μου υπογράμμιση) κατά την άποψη μου δεν ενισχύει τη θέση του Αιτητή ότι το ποσό αυτό είναι παραδεκτό από τον ΟΣΕΛ αφού η εν λόγω απόφαση στηρίχθηκε στα πλαίσια των επίδικων θεμάτων προς εκδίκαση σε εκείνο στο στάδιο σε εκείνη την αγωγή και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου δεσμευτικό για την όλη εκδίκαση της εν λόγω υπόθεσης. Εν κατακλείδι, έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω καταλήγω ως εξής: Η απαίτηση όπως ο XXXXX Μιχαηλίδης την αποκαλεί, δηλαδή η επιστολή Τεκμήριο 2 στην κυρίως αίτηση ημερ. 15.6.16 δεν αποτελεί ορθή απαίτηση στα πλαίσια του Κεφ. 113, τόσο γιατί δεν αναφέρεται καθόλου στα άρθρα του νόμου επί του οποίου βασίζεται αλλά και επειδή δεν αναφέρει ότι στα νομικά μέτρα που ο Αιτητής προτίθεται να συμπεριλάβει περιλαμβάνεται και η αίτηση διάλυσης της εταιρείας. Επίσης η απαίτηση είναι πρόωρη αφού προηγήθηκε της επίδοσης του σχετικού τιμολογίου που την αφορά που φέρει αριθμό Α125018 ημερ. έκδοσης 10.2.16 και παραλήφθηκε εκ μέρους του ΟΣΕΛ στις 11.2.16, ενώ η επιστολή απαίτησης όπως την αναφέρει ο Τάσος Μιχαηλίδης φέρει ημερομηνία 15.1.16, δηλαδή προγενέστερη της έκδοσης του τιμολογίου επί του οποίου βασίζεται. Το Τεκμήριο 1 στην κυρίως αίτηση που αποτελεί αλληλογραφία μέσω e-mail μεταξύ του Αιτητή και του XXXXX Χαραλάμπους εκ μέρους του ΟΣΕΛ τιτλοφορείται «κατάσταση Ενοικίων 2010-2015», φέρει ημερομηνία 10.11.15, δεν γνωρίζουμε σε τι ακριβώς αναφέρεται αφού στην καλυπτική επιστολή η μόνη αναφορά είναι «επισυνάπτεται κατάσταση ενοικίων όπως μιλήσαμε χθες» υπάρχουν 10 σημειώσεις μετά από την κατάσταση ενοικίων που αφορά τα έτη 2010-2013 και στη σημείωση 10 αναφέρεται «το τελικό υπόλοιπο που οφείλετε για την περίοδο από 5.7.10 μέχρι 31.10.15 ανέρχεται στο ποσό των €378.665,11, πλέον Φ.Π.Α.» χωρίς να εξηγείται οτιδήποτε περαιτέρω. Αναφορικά με την υπογραφή της XXXXX Καστορή στις 11.2.16 στο τιμολόγιο Α125018 το οποίο ούτως ή άλλως στάληκε μετά την, όπως ο Αιτητής την αποκαλεί, επιστολή απαίτησης, έχει εξηγηθεί από τον ΟΣΕΛ ο λόγος για τον οποίο έχει τεθεί και θεωρώ ότι θα πρέπει να αποφασιστεί το θέμα αυτό στα πλαίσια της αγωγής που εκκρεμεί μεταξύ τους στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ως επίδικο θέμα. Όλες επίσης οι θέσεις του ΟΣΕΛ οι οποίες κοινοποιήθηκαν στον Αιτητή με την επιστολή ημερ. 15.2.16 η οποία όπως έχω ήδη αναφέρει αποκαλύφθηκε μόνο από τον ΟΣΕΛ και την οποία ο XXXXX Μιχαηλίδης ούτε σχολιάζει, καταδεικνύει ότι στην αγωγή 5391/15 υπάρχει πλειάδα επίδικων και αμφισβητούμενων ζητημάτων μεταξύ των διαδίκων στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η απαίτηση του Τάσου Μιχαηλίδη που αποτελεί τη βάση της κυρίως αίτησης, οι οποίες και θα πρέπει να αποφασιστούν στα πλαίσια των αγωγών που εκκρεμούν στα Δικαστήρια. Έχω ήδη αναφέρει ότι ο Αιτητής υπέδειξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της κυρίως αίτησης σε σχέση με την ημερομηνία επίδοσης της απαίτησης όπως ο ίδιος την αποκαλεί χωρίς να προβάλλει ικανοποιητική δικαιολογία για το γεγονός αυτό, έχουν παρέλθει 5,5 και πλέον χρόνια, που κατά την άποψη μου αποτελεί υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα για να μπορεί να δικαιολογηθεί ούτως ή άλλως, αλλά και η θέση που έχει προβάλει ότι δήθεν δεν ήθελε να προκαλέσει αναστάτωση στις υφιστάμενες συμβάσεις που εκτελούσε ο ΟΣΕΛ έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη χρονική περίοδο που επέλεξε να καταχωρήσει την αίτηση του που ήταν η περίοδος που ο ΟΣΕΛ επέβαλε προσφορές για τα δρομολόγια Λεμεσού και Πάφου. Ενόψει όλων των ανωτέρω, είναι η άποψη μου ότι η αίτηση του Αιτητή ημερ. 5.8.20 για διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τη διαγραφή και/ή τον παραμερισμό της με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αίτησης εκκαθάρισης αναφορικά με τον ΟΣΕΛ, αλλά και διάταγμα που να απαγορεύει στον XXXXX Μιχαηλίδη να προβεί σε οποιαδήποτε δημοσίευση ή κοινοποίηση της εν λόγω αίτησης εκκαθάρισης επιτυγχάνει και εγκρίνεται. Επομένως, εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι Α και Β της αίτησης. Κατ' ακολουθία, η αίτηση διάλυσης ημερ. 10.7.20 παραμερίζεται και απορρίπτεται. Σε ό,τι αφορά τη μονομερή αίτηση του ΟΣΕΛ ημερ. 5.8.20, ενόψει των ανωτέρω, και αυτή απορρίπτεται αφού πλέον έχει καταστεί άνευ αντικειμένου. Επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών στην υπό κρίση αίτηση (ΟΣΕΛ) και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση (Αιτητή στην κυρίως αίτηση XXXXX Μιχαηλίδη) τα έξοδα της διαδικασίας όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................... Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.