← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Alta Abidi Residence Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 3702/19, 23/10/2020

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Alta Abidi Residence Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 3702/19, 23/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A468 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3702/19 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και

  1. Alta Abidi Residence Ltd
  2. XXXXX Χριστοδούλου
  3. XXXXX Μιχαηλίδης Εναγομένων ----------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση των Εναγομένων 1, 2 και 3/Αιτητών ημερ. 23.1.20 για εκδίκαση νομικού σημείου προδικαστικά Ημερομηνία: 23 Οκτωβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 1-3/Αιτητές: Ο κ. Γ. Αγγελίδης, για Π. Αγγελίδης και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση: Ο κ. Ν. Καλλένος, για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. -------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο που καταχωρήθηκε στις 18.11.19 η Ενάγουσα, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, αξιώνει εναντίον των τριών πιο πάνω αναφερόμενων Εναγομένων: (α) το ποσό των €673.786,54, πλέον τόκους, (β) το ποσό των €358.212,12 πλέον τόκους, (γ) την πώληση ενυπόθηκων κτημάτων και έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. Είναι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας στην Έκθεση Απαίτησής της ότι έγινε συμφωνία μεταξύ της και των Εναγομένων 1 στις 28.11.07, για παραχώρηση σε αυτούς δανείου, ύψους €410.000,00, υπό την εγγύηση και/ή κάλυψη των Εναγομένων 2 και 3 και υπό συγκεκριμένους όρους, τους οποίους με λεπτομέρεια αναγράφουν στην Έκθεση Απαίτησης. Είναι περαιτέρω η θέση τους ότι στις 30.12.09, δυνάμει άλλης απόφασης/έγκρισης και τροποποιητικής συμφωνίας, ημερ. 31.12.09, συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών η παράταση αποπληρωμής του δανείου για έναν χρόνο, η διαγραφή των καθυστερήσεων και πληρωτέο εφάπαξ το ποσό την 1.12.
  4. Επίσης, συμφωνήθηκε η μεταβολή του επιτοκίου και ότι στο μεταξύ θα καταβάλλονταν μηνιαίως οι τόκοι. Ισχυρίζονται ακολούθως ότι στις 8.4.11, δυνάμει άλλης απόφασης/έγκρισης, έγινε άλλη τροποποιητική συμφωνία στις 15.4.11, την οποία οι Εναγόμενοι 1 αποδέχθηκαν ενυπόγραφα, με την οποία συμφωνήθηκε η παράταση αποπληρωμής του δανείου για δύο χρόνια, δηλαδή την 1.12.12, η διαγραφή των καθυστερήσεων και μεταβολή του επιτοκίου. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι, εκτός εάν η Ενάγουσα ζητούσε άμεση εξόφληση, η αποπληρωμή του δανείου θα γινόταν εφάπαξ την ημερομηνία λήξης του δανείου, δηλαδή 8.4.12 και πάλι με συμφωνημένο όρο ότι οι τόκοι του δανείου θα πληρώνονταν. Στις 24.5.12, λήφθηκε άλλη απόφαση/έγκριση, η οποία μεταφέρθηκε σε γραπτή συμφωνία, ημερ. 29.6.12 δυνάμει της οποίας η Ενάγουσα παραχώρησε στους Εναγόμενους 1 υπό την εγγύηση και/ή κάλυψη των Εναγομένων 2 και 3 δάνειο €215.000,00 υπό συγκεκριμένους όρους, τους οποίους και πάλι εξειδικεύουν στην Έκθεση Απαίτησής τους. Ισχυρίζονται επίσης ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν προσωπικά και αλληλέγγυα με τους πρωτοφειλέτες, Εναγομένους 1, την πληρωμή του πιο πάνω ποσού με τους αναλογούντες τόκους αποδεχόμενοι πλήρως όλους τους όρους της συμφωνίας. Σύμφωνα πάντα με την Έκθεση Απαίτησης και τη θέση της Ενάγουσας, προς περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση όλων των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 προς αυτήν, οι Εναγόμενοι 1 και ο Εναγόμενος 3, υποθήκευσαν προς όφελος της Τράπεζας 3 κτήματά τους με βάση τις υποθήκες Υ.XXXXX/2007, Υ. XXXXX/2007 και Υ. XXXXX/2011 και ακολουθεί η περιγραφή των κτημάτων που βρίσκονται στη Λευκωσία. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι παραχώρησαν στους Εναγόμενους 1 τις πιο πάνω χρηματικές διευκολύνσεις, αλλά οι Εναγόμενοι 1 παρέβηκαν τους όρους των μεταξύ τους συμφωνιών, με αποτέλεσμα να υπάρχουν σήμερα υπόλοιπα οφειλόμενα τα ποσά που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, πλέον τόκους και κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως κάθε 30.6 και 31.
  5. Είναι περαιτέρω η θέση τους ότι, παρόλο που επανειλημμένα ειδοποίησαν τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 με επιστολές τους, ημερ. 4.6.15, 21.11.18 και 15.3.19 και τους κάλεσαν όπως εξοφλήσουν τις καθυστερήσεις των δανείων τους, οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 αμέλησαν να ανταποκριθούν. Έτσι, η Ενάγουσα με επιστολή, ημερομηνίας 8.7.19, τερμάτισε τις συμφωνίες των δανείων και καταχώρησε την παρούσα αγωγή, με την οποία, ως έχει αναφερθεί, αξιώνονται τα πιο πάνω ποσά, πλέον τόκοι και κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως, όπως και διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάσσεται η πώληση των τριών ενυπόθηκων κτημάτων, όπως έχουν περιγραφεί πιο πάνω, προς ικανοποίηση της απαίτησης, πλέον τα έξοδα της αγωγής, πλέον Φ.Π.Α. και έξοδα επίδοσης. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 καταχώρησαν εμφάνιση μέσω δικηγόρων στις 4.12.19 και στις 13.12.19, καταχώρησαν την Υπεράσπισή τους. Σε αυτή εγείρουν την εξής προδικαστική ένσταση: «Η ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή είναι καταχρηστική αφού η Εναγόμενη 1 έχει εγείρει την αγωγή υπ' αριθμό XXXXX/17 εναντίον της Ενάγουσας στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, η οποία προηγείται της καταχώρησης της ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και που αφορά τα ίδια επίδικα θέματα και/ή τα ίδια δάνεια. Συνεπώς η Ενάγουσα έπρεπε να εγείρει τις αξιώσεις της υπό μορφή ανταπαιτήσεως στα πλαίσια της ήδη καταχωρηθέν αγωγής με αριθμό XXXXX/17 και η αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο πρέπει να απορριφθεί για την εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου και εξασφάλισης των συμφερόντων της δικαιοσύνης.» Χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω προδικαστικής τους ένστασης, οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 προχωρούν και προβάλλουν την υπεράσπισή τους, στην οποία αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας στην Έκθεση Απαίτησής της, εκτός εκείνους που ρητά παραδέχονται. Επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς που οι ίδιοι εκθέτουν στην Έκθεση Απαίτησής τους στην αγωγή υπ' αριθμό XXXXX/17, η οποία αφορά, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, τα ίδια επίδικα θέματα και/ή δάνεια και καταχωρήθηκε από τους Εναγόμενους 1 και 3 εναντίον της Ενάγουσας πριν να καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή. Ισχυρίζονται ότι οι όροι των δανείων είναι καταχρηστικοί και παράνομοι, ότι η Ενάγουσα ερμήνευσε τους όρους των δανείων με τρόπο που να χρεώνει την Εναγόμενη 1 και τους Εναγόμενους 2 και 3 με τόκους χωρίς τη συγκατάθεσή τους και πέραν του συμφωνηθέντος βασικού επιτοκίου, παράνομα χρέωσε τους διάφορους λογαριασμούς τους με έξοδα, παράνομα επέβαλε σε αυτούς τόκους υπερημερίας και διάφορες επιβαρύνσεις που ανέρχονται σε μεγάλο χρηματικό ποσό. Ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα παράνομα και αυθαίρετα ανατόκιζε και υπερτόκιζε και χρέωνε παράνομα και καταχρηστικά τόκους σε όλες τις συμφωνίες. Είχε γίνει μεταξύ τους συμφωνία για χορήγηση δεύτερου δανείου, το οποίο αφορούσε αγορά ακινήτου, στο οποίο θα ανεγειρόταν πολυκατοικία για ποσό 500.000 ευρώ και η Ενάγουσα αρνήθηκε αδικαιολόγητα, παράνομα και αντισυμβατικά να χορηγήσει στην Εναγόμενη 1 το εν λόγω δάνειο και είναι η θέση τους ότι λόγω αυτής της άρνησης της Ενάγουσας υπέστησαν ζημιές, τις οποίες εξειδικεύουν. Είναι γενικότερα η θέση τους ότι οι συμφωνίες μεταξύ τους και της Ενάγουσας διέπονται από καταχρηστικούς και παράνομους όρους και θα αναφερθούν για τα πιο πάνω θέματα λεπτομερώς κατά την ακρόαση της αγωγής. Ειδικότερα είναι η θέση τους ότι τα δάνεια εξασφαλίζονταν με τις υποθήκες που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, ιδιοκτησίας του Εναγόμενου 3, τις οποίες οι Εναγόμενοι θεωρούν ως άκυρες, λόγω των παράνομων ενεργειών εκ μέρους της Ενάγουσας και λόγω ψευδών και αμελών παραστάσεων εκ μέρους της περί μεγαλύτερης αξίας των ενυπόθηκων ακινήτων από την πραγματική και/ή τη σημερινή τους αξία, κάτι που έπεισε τους Εναγόμενους να υποθηκεύσουν τα εν λόγω ακίνητα. Είναι επομένως η θέση τους ότι οι υποθήκες είναι άκυρες και παράνομες και συνεπώς η Ενάγουσα δεν δικαιούται να έχει οποιανδήποτε απαίτηση ούτε και αξίωση να έχει ως υποθήκη τα εν λόγω ακίνητα ούτε και να εκποιήσει την εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία. Είναι επίσης η θέση τους ότι οι υπάλληλοι της Ενάγουσας προέβηκαν σε αμελείς, δόλιες, τόσο προφορικές, όσο και γραπτές παραστάσεις, μέσω των υπαλλήλων τους προς τους Εναγόμενους, γι' αυτό και οι εν λόγω υποθήκες υπογράφησαν από τους Εναγόμενους. Είναι περαιτέρω η θέση τους ότι εξαιτίας των δόλιων ενεργειών της Ενάγουσας, με τις οποίες αναγκάστηκαν να υποθηκεύσουν τα εν λόγω ακίνητα, έχασαν σημαντικό ποσό και υπέστησαν ζημιές, αφού δεν είχαν τη δυνατότητα ούτε να πωλήσουν ούτε να ενοικιάσουν τα εν λόγω ακίνητα και προβαίνουν σε λεπτομερή παράθεση των ισχυριζόμενων παραβάσεων σύμβασης εκ μέρους της Εναγόμενης. Είναι συνολικά η θέση τους ότι όλες οι συμβάσεις για χορήγηση δανείων που έχουν υπογραφεί μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένων, όπως και όλες οι συμβάσεις υποθήκης είναι άκυρες και παράνομες, έχουν ετοιμαστεί από την Ενάγουσα με δυσμενείς όρους σε ό,τι αφορά τους Εναγόμενους. Η Ενάγουσα, εν πάση περιπτώσει, χρέωνε τους Εναγόμενους με τόκους και άλλα ποσά, τα οποία ουδέποτε υπήρξαν αντικείμενο των μεταξύ τους συμφωνιών και/ή σε αντίθεση με τον Νόμο, όλοι οι όροι των συμφωνιών είναι άκυροι και καταχρηστικοί και δεν μπορεί να τους επικαλείται η Ενάγουσα σε βάρος των Εναγομένων. Είναι η θέση τους ότι όλες οι συμφωνίες θα πρέπει να ερμηνεύονται στη βάση της αρχής του ''contra proferentem'' και ότι η Ενάγουσα από μόνη της μετέβαλλε τους όρους των συμφωνιών, χωρίς να συγκατατίθενται σε αυτούς οι Εναγόμενοι
  6. Αν οποιοδήποτε από τα δάνεια παρουσιάζει καθυστέρηση, αυτό οφείλεται σε ενέργειες της Ενάγουσας που χρέωνε αντισυμβατικά μεγάλα ποσά τόκων και σίγουρα εκτός των συμφωνηθέντων και καταληκτικά απορρίπτουν όλες τις αξιώσεις της Ενάγουσας. Ισχυρίζονται ότι δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής, ότι η παρούσα αγωγή είναι καταχρηστική, αφού οι Εναγόμενοι 1 και 3 έχουν ήδη εγείρει την αγωγή XXXXX/17 εναντίον της Ενάγουσας στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, η οποία αφορά τα ίδια επίδικα θέματα και συνεπώς προηγείται της παρούσας και αιτούνται την απόρριψή της ως νομικά αβάσιμη και ουσιαστικά αστήρικτη με έξοδα εις βάρος της Ενάγουσας. Στις 23.1.20, καταχωρήθηκε από τους Εναγόμενους/Αιτητές η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν ''Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον και επιτρέπον όπως το νομικό σημείο και/ή η προδικαστική ένσταση που έχει εγερθεί στο σημείο A της Έκθεσης Υπεράσπισης προδικαστεί και/ή αποφασιστεί από το Δικαστήριο πριν την ακρόαση ολόκληρης της ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής''. Βάση της αίτησης είναι οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, ιδιαίτερα η Δ.27 θθ.1‑4, η Δ.48 θθ.1‑4, 7 και 9, οι αρχές του Δικαίου της επιείκειας, η νομολογία, η συμφυείς εξουσίες, η γενική πρακτική και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του XXXXX Γεωργίου, ο οποίος δηλώνει ότι είναι ασκούμενος δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο Π. Αγγελίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρους των Εναγομένων/Αιτητών, έχει προσωπική γνώση της υπόθεσης από μελέτη του φακέλου και έχει λάβει ενημέρωση από τον δικηγόρο που χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση. Έχει μελετήσει τα γεγονότα και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους Εναγόμενους 1-3/Αιτητές να προβεί στην παρούσα ένορκο δήλωση. Εξηγεί ότι ο ίδιος προβαίνει στην ένορκη δήλωση αντί των Εναγομένων 1-3/Αιτητών, γιατί αυτή αφορά καθαρά νομικά θέματα, δηλαδή θέματα κωλύματος λόγω δεδικασμένου (res judicata) ή του λεγόμενου ''issue estoppel'' και η απόφαση του Δικαστηρίου επί αυτών θα οδηγήσει στην απόρριψη όλης της αγωγής ή ουσιώδες μέρους αυτής σε περίπτωση επιτυχίας της παρούσας αίτησης. Είναι η θέση του ότι με την επιτυχία της παρούσας αίτησης θα οδηγηθεί ολόκληρη η αγωγή σε απόρριψη. Επαναλαμβάνει ότι η αίτηση γίνεται για εκδίκαση του προδικαστικού σημείου που εκτίθεται στην παράγραφο A της Υπεράσπισης των Εναγομένων 1-3/Αιτητών και συγκεκριμένα ο ισχυρισμός ότι τα θέματα που εγείρονται με την παρούσα αγωγή έχουν εγερθεί σε προηγηθείσα αγωγή, με αριθμό XXXXX/17, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, όπου Ενάγοντες είναι οι Εναγόμενοι 1 και 3 και επισυνάπτει σχετικά αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης στην αγωγή XXXXX/17, μαζί με την επίδοσή του ως Τεκμήριο
  7. Είναι η θέση του ότι όσα εγείρει η Ενάγουσα με την παρούσα αγωγή θα έπρεπε να είχαν εγερθεί διά Ανταπαιτήσεως στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/17, ότι η Ενάγουσα καταχρηστικά καταχώρησε ξεχωριστή αγωγή, κάτι που οδηγεί σε κατάχρηση της διαδικασίας και πολλαπλότητα διαδικασίας, γι' αυτό και θα πρέπει να απορριφθεί. Είναι η θέση του ότι είναι ξεκάθαρο ότι οι δύο αγωγές αφορούν τα ίδια δάνεια και λογαριασμούς και παρόλο που ο Εναγόμενος 2 στην παρούσα αγωγή δεν είναι διάδικος στην αγωγή XXXXX/17, η Ενάγουσα μπορούσε να κινηθεί στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής διά Ανταπαιτήσεως, καθιστώντας τον με αυτόν τον τρόπο διάδικο εν λόγω αγωγή. Είναι καταληκτικά η θέση του ότι είναι απαραίτητο όπως το νομικό σημείο ‑ προδικαστική ένσταση που έχει εγερθεί στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγομένων/Αιτητών προδικαστεί και αποφασιστεί από το Δικαστήριο πριν την ακρόαση της αγωγής, ούτως ώστε να εξοικονομηθεί ο χρόνος του Δικαστηρίου, αφού διαφορετικά θα υπάρξει πολλαπλότητα και κατάχρηση της διαδικασίας. Στην αίτηση των Εναγομένων/Αιτητών ημερ. 21.3.20 έχει καταχωρηθεί ένσταση από την Ενάγουσα. Σε αυτήν περιλαμβάνονται 24 λόγοι ένστασης. Συνοπτικά είναι η θέση της ότι η αίτηση και η ένορκη δήλωση του Ν. Γεωργίου που την συνοδεύει είναι παράτυπες και αβάσιμες και αντίθετες με τους διαδικαστικούς κανονισμούς, δεν υπάρχει το αναγκαίο νομικό και πραγματικό υπόβαθρο που να δικαιολογεί και να δίνει εξουσία στο Δικαστήριο να εξετάσει τα ζητούμενα διατάγματα, είναι πρόωρη, καθότι δεν υπάρχει συναίνεση ως προς τα γεγονότα ως απαιτείται σύμφωνα με τη Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνεπώς δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.
  8. Όπως επίσης αναφέρουν, το ζήτημα που εγείρεται προδικαστικά από τους Εναγόμενους/Αιτητές στο σημείο A της Υπεράσπισής τους και τα γεγονότα, στα οποία στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση, χρήζουν διευκρίνισης, είναι αμφισβητούμενα και μη παραδεκτά και το Δικαστήριο θα πρέπει να ακούσει μαρτυρία για να αποφασίσει την προδικαστική ένσταση. Οι Αιτητές παρεμποδίζονται, λόγω της συμπεριφοράς της διαγωγής και των παραστάσεών τους, τόσο προφορικών, όσο και γραπτών, από το να προωθούν την παρούσα αγωγή, καθότι έχουν καταχωρήσει στις 4.12.19, εμφάνιση άνευ όρων στην παρούσα αγωγή και ως εκ τούτου, έχουν συναινέσει στη συνέχιση, προώθηση και εκδίκασή της. Έχουν τη θέση ότι δεν συντρέχουν λόγοι για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, επαναλαμβάνουν τη θέση τους ότι δεν υπάρχουν γεγονότα που να μην χρήζουν διευκρίνισης, αλλά αντίθετα θα πρέπει να ακουστεί μαρτυρία. Η καταχώρηση της παρούσας αγωγής δεν αποτελεί ούτε κατάχρηση ούτε πολλαπλότητα δικαστικής διαδικασίας ούτε τίθεται θέμα κωλύματος και/ή δεδικασμένου, απεναντίας κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας αποτελεί η καταχώρηση και προώθηση της παρούσας αίτησης. Η έγερση και προώθηση της αγωγής XXXXX/17 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας δεν συνιστά λόγο απόρριψης της παρούσας αγωγής ούτε τίθεται θέμα κατάχρησης ούτε και θα μπορούσε η Ενάγουσα να εξαναγκαστεί να προωθήσει τις αξιώσεις της εναντίον των Εναγομένων/Αιτητών στην παρούσα διαδικασία υπό μορφή Ανταπαίτησης στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/17 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Έχουν επίσης τη θέση ότι οι δύο αγωγές, δηλαδή η παρούσα και η αγωγή XXXXX/17, έχουν διαφορετική βάση αγωγής, δεν αφορούν τα ίδια νομικά θέματα ούτε τους ίδιους διαδίκους και υπάρχουν διαφορετικές επιζητούμενες αξιώσεις και θεραπείες εναντίον έκαστου διαδίκου. Θεωρούν επίσης ότι ακόμα και αν το Δικαστήριο θεωρήσει ότι οι δύο αγωγές αποτελούν cross actions δεν τίθεται θέμα κατάχρησης της διαδικασίας, αφού είναι διαφορετικές οι αξιώσεις, και τα όσα εγείρονται στην αγωγή XXXXX/17 από τους Ενάγοντες δεν επιλύουν τα ζητήματα της παρούσας αγωγής, αντίθετα είναι η παρούσα αγωγή με αριθμό 3702/19 που θα επιλύσει όλες τις διάφορες των διαδίκων. Είναι επίσης η θέση τους ότι η Ενάγουσα ακολούθησε την ορθή και ενδεδειγμένη διαδικασία. Με την παρούσα αγωγή είναι η Ενάγουσα που έχει την υποχρέωση να παρουσιάσει πρώτη την υπόθεσή της και θα έχει το βάρος απόδειξης να τεκμηριώσει τις αξιώσεις της κατά των Εναγομένων/Αιτητών, έτσι οι Εναγόμενοι/Αιτητές θα έχουν δικαστικό πλεονέκτημα και αναφέρουν επίσης ότι υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Όπως επίσης υποστηρίζουν, αν το Δικαστήριο εγκρίνει το αιτούμενο διάταγμα θα επηρεαστούν τα συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα της Ενάγουσας, θα της προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά και θεωρούν ότι ο μόνος λόγος που προωθείται η παρούσα αίτηση από τους Εναγόμενους 1-3/Αιτητές είναι για να καθυστερήσουν τη διαδικασία της παρούσας αγωγής και γίνεται για αλλότριους λόγους. Η ένσταση βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2, Δ.5, Δ.6, Δ.16, Δ.19, Δ.27, Δ.30, Δ.33, Δ.39, Δ.48, Δ.57, Δ.59 και Δ.64 στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στους Γενικούς Κανόνες και/ή Γενικές Αρχές της νομολογίας και του Δικαίου της επιείκειας, τις σύμφυτες εξουσίες, τη νομολογία και τη διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του XXXXX Αδαμίδη, ο οποίος είναι Λειτουργός της Ενάγουσας, γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά από έγγραφα που έχει στην κατοχή και τη φύλαξή του και από πληροφορίες που έχει συγκεντρώσει και από τη μελέτη των φακέλων που διατηρεί η Ενάγουσα σε σχέση και με τις δύο αγωγές. Έχει εις γνώση του όλα τα έγγραφα, είναι εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα να προβεί στην ένορκη δήλωση και έχει πάρει και νομική συμβουλή από τους δικηγόρους της Ενάγουσας. Στην ένορκη δήλωσή του επαναλαμβάνει με λεπτομέρεια όλους τους λόγους ένστασης και αιτείται την απόρριψη της αίτησης που έχουν καταχωρήσει οι Εναγόμενοι/Αιτητές. Απορρίπτει στην ολότητά της το περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης του Ν. Γεωργίου. Θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, επειδή δεν υπάρχει συμφωνηθέν υπόβαθρο των πραγματικών γεγονότων που βρίσκονται στην Έκθεση Απαίτησης και τη δικογραφία εντός του φακέλου, που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για εκδίκαση νομικού σημείου προδικαστικά σύμφωνα με τη Δ.
  9. Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση, αφού έχουν καταχωρήσει εμφάνιση μέσω δικηγόρων στις 4.12.19 άνευ όρων και συνεπώς έχουν αποδεχθεί και συναινέσει στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Αν εκδοθούν τα διατάγματα θα προκληθεί υπέρμετρη αδικία στην Καθ' ης η Αίτηση. Οι ισχυρισμοί του Ν. Γεωργίου για να εκδικαστεί το σημείο που ζητά προδικαστικά είναι γενικοί, αόριστοι, αβάσιμοι και ατεκμηρίωτοι. Το θέμα που ζητούν να εκδικαστεί προδικαστικά δεν είναι καθαρά νομικό, αφού χρειάζεται να ακουστεί και μαρτυρία και εν πάση περιπτώσει υπάρχει και διαφωνία σε σχέση με τη μαρτυρία. Θεωρεί την αίτηση πρόωρη, παράτυπη και αντικανονική και ότι θα πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν υπάρχει το πραγματικό υπόβαθρο για εξέταση των όσων αναφέρουν οι Αιτητές στην προδικαστική τους ένσταση. Θεωρεί επίσης ότι η αίτηση που έχουν καταχωρήσει οι Αιτητές αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και προσπάθειά τους να καθυστερήσουν την εκδίκαση της αγωγής. Όπως αναφέρει, από απλή ανάγνωση των δικογράφων στις δύο αγωγές φαίνεται ότι δεν υπάρχουν ξεκάθαρα και παραδεκτά γεγονότα και επίσης δεν υπάρχει ταύτιση των διαδίκων. Παραδέχεται ότι υπάρχει η αγωγή XXXXX/17 που καταχωρήθηκε από τους Εναγόμενους 1 και 3 εναντίον της Ενάγουσας, αλλά ισχυρίζεται ότι τα όσα ζητούνται σε αυτήν δεν είναι ίδια όπως αυτά που ζητούνται με την παρούσα αγωγή. Θα πρέπει το Δικαστήριο να αφεθεί να εκδικάσει και τις δύο αγωγές και να αποφασίσει σχέση με αυτές. Με την παρούσα αγωγή ζητείται απόφαση για συγκεκριμένα ποσά και έκδοση διαταγμάτων για πώληση των ενυπόθηκων κτημάτων, δυνάμει τριών υποθηκών, λόγω παράβασης εκ πλευράς Εναγομένων/Αιτητών, των όρων των συμφωνιών τους. Οι συμφωνίες αυτές τερματίστηκαν από την Ενάγουσα, η οποία κατέστησε απαιτητά ολόκληρα τα χρεωστικά υπόλοιπα και ακολούθως καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Αντίθετα, είναι η θέση του, ότι η αγωγή XXXXX/17, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, αφορά άλλα θέματα και ζητούνται από την Εναγομένη αποζημιώσεις και θεραπείες επί διαφορετικών βάσεων αγωγής. Δεν υπάρχει επίσης ταύτιση διαδίκων, καθότι η αγωγή 3114/17 έχει εγερθεί από τους Ενάγοντες 1 και 3 (Εναγόμενους 1 και 3 στην παρούσα αγωγή) και όχι και από τον Εναγόμενο 2, ο οποίος αποτελεί διάδικο μέρος στην υπό κρίση αγωγή, ως εγγυητής των Εναγομένων
  10. Επομένως, δεν υπάρχει ούτε ταύτιση αξιώσεων, αλλά ούτε και ταύτιση διαδίκων. Επίσης, είναι η θέση του ότι σε σχέση με τα όσα οι Εναγόμενοι/Αιτητές ισχυρίζονται, οι αξιώσεις τους στην παρούσα αγωγή δεν θα μπορούσαν να εγερθούν υπό μορφή Ανταπαίτησης και/ή ανταγωγής στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/17, καθότι οι επίδικες συμφωνίες δανείων, τις οποίες αφορά η παρούσα αγωγή, είχαν τερματιστεί στις 8.7.19, οπόταν και δεν θα υπήρχε αντικειμενικά η δυνατότητα να εγερθούν ως Ανταπαίτηση κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής XXXXX/17 ούτε κατά τον χρόνο που καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση της Ενάγουσας στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής, αφού μέχρι τότε δεν είχαν τερματιστεί. Επαναλαμβάνει τις θέσεις του ότι δεν τίθεται θέμα κατάχρησης διαδικασίας από πλευράς της Ενάγουσας, η Ενάγουσα μετά τον τερματισμό των λογαριασμών δικαιωματικά προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και επαναλαμβάνει τις θέσεις του ότι δεν υπάρχει ούτε ίδια βάση αγωγής ούτε ταύτιση αξιώσεων ούτε ταύτιση διαδίκων στις δύο αγωγές, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται ζήτημα κατάχρησης διαδικασίας και ύπαρξης διασταυρούμενων αγωγών. Είναι εντελώς διαφορετικές οι βάσεις των δύο αγωγών και η αντίστοιχη δικογραφία και στις δύο αγωγές δείχνει ότι δεν υπάρχει ταύτιση απαιτήσεων ούτε και νομικών και πραγματικών ζητημάτων μεταξύ των μερών. Είναι, καταληκτικά, η θέση του, ότι ορθά καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή, σε καμία περίπτωση δεν τίθεται θέμα κατάχρησης και είναι δικαίωμα κάθε διαδίκου να κινηθεί νομικά εναντίον οποιουδήποτε προσώπου επιθυμεί με ξεχωριστή αγωγή και δεν μπορούν οι Αιτητές να επιβάλλουν στην Ενάγουσα πώς να επιλέγει να κινηθεί νομικά. Θέση του είναι ότι μία απλή αντιπαραβολή των δικογράφων των δύο αγωγών είναι αρκετή για να διαφανεί ότι δεν πρόκειται και ούτε υπάρχει εκείνο το αναγκαίο υπόβαθρο παραδεκτών γεγονότων για να μπορούσαν να συμπεριληφθούν στην ίδια αγωγή. Θεωρεί ότι η αίτηση υπό κρίση έχει καταχωρηθεί αντινομικά, δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως έχουν ερμηνευθεί από τη νομολογία και θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον των Εναγομένων/Αιτητών. Την ένορκη δήλωση του XXXXX Αδαμίδη συνοδεύουν δύο Τεκμήρια που ουσιαστικά είναι τα έγγραφα που αφορούν τα επίδικα δάνεια. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση με την καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων εκ πλευράς των συνήγορων των διαδίκων. Στη δική τους γραπτή αγόρευση οι δικηγόροι των Εναγομένων/Αιτητών ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει αμφισβητούμενο υπόβαθρο πραγματικών γεγονότων όπως η Δ.27 και η σχετική νομολογία απαιτούν, και ότι τυχόν απόφαση υπέρ των Αιτητών θα επιλύσει ολόκληρη την αγωγή. Ισχυρίζονται ειδικότερα ότι το υπόβαθρο των πραγματικών γεγονότων είναι οι επίδικες συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων και εγγυήσεων/υποθηκών, οι οποίες δεσμεύουν τους διαδίκους και δεν αμφισβητούνται ούτε αντικρούεται αυτή η θέση από την Ενάγουσα, η οποία δεν ισχυρίζεται ότι είναι άλλο το υπόβαθρο των πραγματικών γεγονότων. Οι εν λόγω συμφωνίες, είναι η θέση τους, συνιστούν το υπόβαθρο των πραγματικών επίδικων γεγονότων και στην αγωγή με αριθμό XXXXX/17, συνεπώς, δημιουργείται κώλυμα εκ μέρους της Ενάγουσας να διεκδικεί με την παρούσα αγωγή τις αξιούμενες από αυτούς θεραπείες, αφού αυτό έπρεπε να το πράξουν διά της οδού της Ανταπαίτησης στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/17, η οποία προηγείται της έγερσης της παρούσας αγωγής. Το υπόβαθρο των πραγματικών γεγονότων είναι συμβάσεις, οι οποίες δεσμεύουν τους διαδίκους ως προς τη σύναψή τους, ασχέτως αν υπάρχει αντιδικία που αφορά τους όρους και/ή τις παραβιάσεις αυτών. Αναφέρουν ότι τόσο η παρούσα αγωγή, όσο και η αγωγή XXXXX/17 αφορούν τις ίδιες συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων και τις ίδιες συμφωνίες εγγύησης και συγκεκριμένα συμφωνία δανείου για ποσό €410.000,00, ημερ. 27.11.07 και δάνειο για το ποσό των €215.000,00, στη βάση συμφωνίας, ημερ. 24.5.
  11. Επίσης, οι τρεις υποθήκες προς εξασφάλιση των δανείων και η εγκυρότητά τους αναφέρονται και στις δύο αγωγές. Επομένως, το πραγματικό υπόβαθρο, στο οποίο στηρίζονται και οι δύο αγωγές, είναι οι πιο πάνω συμβάσεις, η ύπαρξη των οποίων είναι αδιαμφισβήτητη. Τα γεγονότα που προέκυψαν μετά την υπογραφή των συμβάσεων και δεν είναι κοινώς αποδεχτά, γι' αυτό και υπάρχει μεταξύ των διαδίκων αντιδικία, έπρεπε να εγερθούν από την Ενάγουσα στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/17 που καταχώρησαν πρώτοι οι Εναγόμενοι/Αιτητές. Παραθέτουν σχετική νομολογία, η οποία, κατά την άποψή τους, συνηγορεί υπέρ της θέσης τους, ότι το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων είναι αδιαμφισβήτητο. Αυτό τεκμηριώνεται από τα δικόγραφα των δύο αγωγών, το ζήτημα είναι καθαρά νομικό και δεν χρειάζεται καμία μαρτυρία περί γεγονότων για να εκδικαστεί η επίδικη αίτηση. Απορρίπτουν τη θέση του Κ. Αδαμίδη ότι δεν υπάρχει αδιαμφισβήτητο υπόβαθρο γεγονότων και επισημαίνουν ότι καμία αναφορά δεν κάνει ο Κ. Αδαμίδης στα αμφισβητούμενα γεγονότα. Επισημαίνουν επίσης ότι αν και ο Κ. Αδαμίδης στην ένορκη δήλωσή του αναφέρει ότι το επίδικο θέμα δεν είναι αμιγώς νομικό, εν τούτοις παραλείπει να αναφέρει τι γεγονότα χρειάζεται να ακουστούν που να καταδεικνύουν ότι το ζήτημα δεν είναι καθαρά νομικό. Επαναλαμβάνουν τη θέση τους ότι ο Κ. Αδαμίδης σε μίαν ένορκο δήλωση 17 σελίδων, στην οποία αναφέρεται σε πλειάδα νομικών όρων, μετά από συμβουλή των δικηγόρων του, αποφεύγει να αναφέρει τα αμφισβητούμενα γεγονότα, κάτι που, κατά την άποψή τους, καταδεικνύει ότι δεν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα. Αναφέρουν επίσης ότι αν το Δικαστήριο εγκρίνει την επίδικη αίτηση και ακολούθως εκδικαστεί το προδικαστικό σημείο και επιτύχουν οι Αιτητές, η παρούσα αγωγή θα επιλυθεί πλήρως, αφού θα παραμείνει για εκδίκαση μόνο η αγωγή XXXXX/17, η οποία προηγείται της παρούσης. Σε ό, τι αφορά τη θέση του Κ. Αδαμίδη περί καθυστέρησης στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, είναι η θέση τους ότι η Υπεράσπιση των Εναγομένων καταχωρήθηκε στις 13.12.19, η κλήση για οδηγίες, με βάση τη Διαταγή 30, καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα στις 27.12.19, ενώ η υπό κρίση αίτηση στις 23.1.20 και λαμβάνοντας υπ' όψιν τις διακοπές των Χριστουγέννων που μεσολάβησαν δεν υπάρχει καμία απολύτως καθυστέρηση. Είναι, καταληκτικά, η θέση τους, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εγκρίνει την επίδικη αίτηση, επαναλαμβάνουν τη θέση τους ότι οι αγωγές αφορούν τις ίδιες συμβάσεις και τις ίδιες υποθήκες, κάτι που καταδεικνύει ότι η παρούσα αγωγή πρέπει να απορριφθεί, επειδή τα θέματα που εγείρονται έπρεπε να εγερθούν διά Ανταπαιτήσεως στην αγωγή XXXXX/
  12. Από δικής της πλευράς, η Ενάγουσα, στη δική της αγόρευση, επαναλαμβάνει τη θέση της ότι θα πρέπει η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί. Πρώτα από όλα η αίτηση αυτή έχει καταχωρηθεί κατά παράβαση της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αφού στο Παράρτημα που καταχώρησαν στα πλαίσια της Δ.30 οι Εναγόμενοι 1-3/Αιτητές, περιόρισαν τα αιτήματά τους μόνο στην έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης και επιθεώρησης εγγράφων, χωρίς να αιτηθούν οποιοδήποτε άλλο αίτημα, με βάση τον Τύπο 25 που καταχώρησαν και στηρίζονται σχετικά σε νομολογία, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα για εκδίκαση προδικαστικού σημείου θα πρέπει να επιζητείται στην αίτηση για οδηγίες, με βάση τη Δ.
  13. Οι Αιτητές παρέλειψαν να συμπληρώσουν στο παράρτημά τους, στο σημείο 10, υπό τον τίτλο ''Άλλο αίτημα που δεν καλύπτεται από τα ανωτέρω'' ότι είχαν σκοπό να προωθήσουν την παρούσα αίτηση και έτσι δεν νομιμοποιούνται και εμποδίζονται να προωθούν την υπό κρίση αίτηση. Αναφέρουν επίσης, με παραπομπή σε νομολογία, ότι εφόσον οι Εναγόμενοι στην παρούσα αγωγή καταχώρησαν, μέσω δικηγόρου, σημείωμα εμφάνισης άνευ όρων, δεν νομιμοποιούνται και παρεμποδίζονται, λόγω αυτής τους της συμπεριφοράς και των παραστάσεων που έκαναν, μέσω του σημειώματος εμφάνισης, να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση και τα ζητήματα που εγείρουν και παραπέμπουν σε πρωτόδικη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερ. 26.5.17, η οποία, αν και δεν είναι δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο, είναι βοηθητική. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι με βάση το ίδιο το λεκτικό της Δ.27 θ.1, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και τις νομικές αρχές που διέπουν την προεκδίκαση νομικών σημείων και παραθέτουν σχετικά νομολογία, πρέπει να καθορίζεται στη σχετική αίτηση το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται στην αίτηση για οδηγίες, να υπάρχει μεταξύ διαδίκων συναίνεση ως προς τα γεγονότα και/ή να υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο πραγματικών γεγονότων είτε συμφωνημένο είτε κοινά παραδεκτό, κάτι που, κατά την άποψή τους, και με πλήρη αναφορά σε σωρεία νομολογίας, δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, επαναλαμβάνοντας ότι τα ζητήματα που εγείρονται στις δύο αγωγές δεν πρόκειται για καθαρά νομικά σημεία, αντίθετα χρειάζεται να ακουστεί μαρτυρία στο Δικαστήριο και επίσης δεν θα μπορούσε να καταχωρηθεί η Απαίτηση της Ενάγουσας στην παρούσα αγωγή υπό τύπο Ανταπαίτησης στην αγωγή που έχουν καταχωρήσει οι Εναγόμενοι 1 και 3 ως αυτοί λανθασμένα ισχυρίζονται. Απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των Εναγομένων/Αιτητών περί κατάχρησης και πολλαπλότητας διαδικασιών, επαναλαμβάνοντας ότι με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει ποσά για δάνεια και εκποίηση των υποθηκών των κτημάτων που οι Εναγόμενοι 1 και 3 υποθήκευσαν στην παρούσα αγωγή προς όφελος της Ενάγουσας που δεν είχαν ακόμη λάβει όταν καταχωρήθηκε η αγωγή XXXXX/17, και δεν μπορούσαν να καταχωρηθούν ως Ανταπαίτηση στα πλαίσια εκείνης της αγωγής. Επίσης, δεν υπάρχει ταύτιση διαδίκων, καθότι στην αγωγή XXXXX/17 Ενάγοντες είναι οι Εναγόμενοι 1 και 3 στην παρούσα αγωγή, ενώ η παρούσα αγωγή στρέφεται και εναντίον του Εναγόμενου
  14. Είναι καταληκτικά η θέση τους ότι η υπό κρίση αίτηση και η προδικαστική ένσταση θα πρέπει να απορριφθεί ως ανυπόστατη, ανεδαφική, αβάσιμη, ενοχλητική, κακόβουλη και εκδικητική, με έξοδα εναντίον των Εναγομένων/Αιτητών. Απορρίπτουν επίσης τη θέση των Εναγομένων/Αιτητών ότι η παρούσα αγωγή αποτελεί κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία και είναι η θέση τους ότι ακόμα και αν το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα των Αιτητών και προχωρούσε στην προδικαστική εκδίκαση του ζητήματος που εγείρουν οι Εναγόμενοι/Αιτητές στην παρούσα αγωγή, δεν θα επιλύονταν όλες οι διαφορές των διαδίκων, καθότι στην αγωγή XXXXX/17 η Εναγόμενη δεν έχει οποιεσδήποτε αξιώσεις ούτε και απαιτεί οποιεσδήποτε αποφάσεις ή διατάγματα, τα οποία έχει εγείρει στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Επομένως ζητούν την απόρριψη της αγωγής με έξοδα υπεράσπισης. Νομική Πτυχή Το θέμα της εξέτασης νομικών σημείων που εγείρονται στα δικόγραφα διέπεται από τη Δ.27 θ.1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών και είναι νομικά κατοχυρωμένη αρχή ότι οποιοδήποτε εγειρόμενο σημείο για να ακουστεί προδικαστικά θα πρέπει: α) Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται να είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά και β) Το σημείο που εγείρεται να είναι αμιγώς νομικό και σε περίπτωση που γίνει δεκτό από το Δικαστήριο να οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής ή στην έκδοση οποιουδήποτε άλλου διατάγματος που το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο. Η Διαταγή 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έχει ως ακολούθως: «ORDER 27: POINTS OF LAW RAISED BY PLEADINGS
  15. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
  16. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.
  17. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.
  18. No action or proceeding shall be open to objection on the ground that a merely declaratory judgment or order is sought thereby, and the Court may make binding declarations of right whether any consequential relief is or could be claimed, or not.» Μέσα από την διατύπωση της πιο πάνω διαταγής προκύπτει ότι η προδικαστική εξέταση νομικού σημείου εναπόκειται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση ασκείται με βάση αρχές και προϋποθέσεις που νομολογιακά τέθηκαν. Εν προκειμένω και μέσα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχουν καθοριστεί και τεθεί οι αρχές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και οι οποίες συνοψίζονται σε σωρεία αποφάσεων. Ενδεικτικά αναφέρω την υπόθεση Χ"Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ

(1992)1 Α.Α.Δ.949 στην οποία αναφέρθηκε ότι η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή αποφασίζεται η όλη υπόθεση ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του Νόμου θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Η αίτηση πρέπει να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις κατά το προτιμότερο δε στα πλαίσια της αίτησης για οδηγίες δυνάμει της Δ.30. Όπου τα γεγονότα όπως αυτά φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις είναι ικανά να δώσουν πλήρη εικόνα στο Δικαστήριο τότε το Δικαστήριο υιοθετεί τη διαδικασία της προδικαστικής επίλυσης. Στις περιπτώσεις όπου χρειάζεται να δοθεί πρόσθετο φως στα γεγονότα με μαρτυρία, είναι ορθότερο όπως η υπόθεση προχωρήσει σε δίκη. Ο αιτητής είναι αυτός που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του και για τους οποίους υπάρχει ένσταση από την άλλη πλευρά. Στην υπόθεση Malachtou v. Armeftis
(1984)1 C.L.R.548 τονίστηκε μεταξύ άλλων ότι με βάση τη Δ.27 θ.1, αποφασίζονται αμιγώς νομικά θέματα όταν μια τέτοια απόφαση θα είναι καθοριστική για την τύχη της διαδικασίας μεταξύ των μερών, υπό τον όρο όμως ότι το πραγματικό υπόβαθρο δε βρίσκεται κάτω από αμφισβήτηση. Προκύπτει επομένως ότι η εκδίκαση προκαταρκτικών νομικών σημείων γίνεται μόνο στη βάση παραδεκτού πραγματικού υπόβαθρου. Στην υπόθεση Π.Ε.151/10 ημερ. 7.3.14, LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC CO LTD ν. 1. NADA TERZIAN ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του Vahan Terzian, κ.ά. έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: «Η Δ.27 θ.3 παρέχει κατ΄ ουσία στο Δικαστήριο το μηχανισμό και την εξουσία, χωρίς τη διεξαγωγή δίκης, να απορρίψει την αγωγή όταν δεν αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής ή ως επιπόλαια ή παρενοχλητική, εξουσία που αποτελεί εξαιρετικής μορφής μέτρο και ασκείται με φειδώ (Ν. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon
(1998)1 A.A.Δ.1338). Είναι ορθή η αρχή, την οποία άλλωστε αποδέχονται οι διάδικοι, πως για να ακουστεί προδικαστικά νομικό σημείο θα πρέπει τα γεγονότα με βάση τα οποία θα πρέπει να αποφασιστεί να μην τίθενται υπό αμφισβήτηση. Επίσης είναι ορθό ότι ένα νομικό σημείο πρέπει να είναι αμιγώς νομικό και ότι η απόφαση υπέρ του αιτητή ουσιαστικά θα πρέπει να επιλύει ολόκληρη την αγωγή. Τυγχάνει νομολογιακά αναγνωρισμένη αρχή που διέπει τα του κωλύματος λόγω δεδικασμένου (res judicata) ή του λεγόμενου «issue estoppel» ότι το εμπόδιο στην έγερση μιας αγωγής εγείρεται όχι μόνο εκεί όπου ένα ή περισσότερα θέματα έχουν εγερθεί στην ίδια μορφή κατά την προηγηθείσα αγωγή, αλλά καλύπτει επίσης και τις διαδικασίες στο πλαίσιο των οποίων θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί τέτοια θέματα ως επίδικα αλλά δεν ηγέρθησαν (Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, Κ.S.R. Commercio S.A. κ.α. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 309). Όπως συνοψίστηκε η αρχή στην K.S.R. Commercio (ανωτέρω): «Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου, η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε, ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίζει την υπόθεση ή υπεράσπιση του, δεν δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ό,τι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ΄ επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι, η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα.» Το δεδικασμένο μπορεί να είναι γενικής μορφής και να αφορά ολόκληρη τη διαδικασία ή μπορεί να παραπέμπει μόνο σε συγκεκριμένο επίδικο θέμα του οποίου επιχειρείται η εκδίκαση εκ νέου (Henderson v. Henderson (1943-60) All E.R. Rep. 378, Theori and another v. Djoni and another
(1984)1 C.L.R. 296, Nicolaides and another v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1). Την έκταση του δεδικασμένου σε τρίτα πρόσωπα πέραν των διαδίκων οι οποίοι είτε έλκουν τα δικαιώματα τους από τους τελευταίους και παραλείπουν να παρέμβουν στην αντιδικία, από τη στιγμή που και οι ίδιοι διεκδικούν ταυτόσημα με τα υπό κρίση συμφέροντα, δίνει η Christos Boyadji v. Eleni Papachristoforou
(1958)23 C.L.R. 299. Εγείρεται λοιπόν κατά πάντα χρόνο το ερώτημα κατά πόσο οι εφεσίβλητοι νομιμοποιούνται να εγείρουν εναντίον των εφεσειόντων στα πλαίσια της αγωγής 4953/00 τα υπόλοιπα ζητήματα και αξιώσεις που ήγειραν με την δεύτερη αγωγή. Τα θέματα δηλαδή των δικών τους αξιώσεων στη βάση του ιδίου ασφαλιστηρίου συμβολαίου υπό άλλη ιδιότητα για λογαριασμό των δικαιούχων. Αυτό πάντοτε κρινόμενο ιδιαιτέρως υπό το φως της αίτησης την οποία καταχώρισαν για συνένωση τους ως συνεναγόμενοι και είναι αποδεκτό ότι την απέσυραν, ανεξαρτήτως των λόγω που τους οδήγησαν σε αυτή την απόφαση. Στην υπόθεση Carl-Zeiss-Stiftung v. Rayner & Keeler Ltd and others (No.3)
(1969)All E.R. 897, σελ. 909, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο η συνήγορος των εφεσειόντων, κρίθηκε ότι η διαγραφή ενός δικογράφου δεν είναι επιτακτική αλλά δυνητική και εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο αποφασίζει αν ένα θέμα αποτελεί δεδικασμένο μόνο όταν όλες οι σχετικές πληροφορίες βρίσκονται ενώπιον του διαφορετικά η αίτηση ως πρόωρη απορρίπτεται. Το γεγονός ότι ένα σημείο κρίνεται δύσκολο δεν αποτελεί δικαιολογία γιατί να μην εξεταστεί, νοουμένου όμως ότι όλα τα γεγονότα βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου: «I do not think however that because an issue is res judicata, the court in the exercise of its discretion should always strike out an allegation raising that issue the court . might consider in a particular case that the better course would be .to be raised by pleading.and dealt with at the trial.Ord.18 r. 19 is framed in language which is not mandatory but permissive.» ........................ if as will normally be the case, the relevant information is before the court before which the interlocutory application comes, the judge ought then to decide whether the issue is res judicata or not, however difficult or obscure the point may be, for it will not become less so by waiting for the trial. If, on the other hand, the necessary information is not before him, the application will be premature and should fail.» Η διαπίστωση αν η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, δεν εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αλλά συνιστά νομικό ζήτημα και επομένως το Εφετείο είναι σε θέση όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπεράσματα σε σχέση με την υπόσταση του δικογράφου. (Οverseas Shipping & Forwarding Co v. Kappa Shipping Co Ltd & others
(1977)1 C.L.R. 248, Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50, In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246).» Στην υπόθεση Χ'Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας (ανωτέρω) έχουν αναφερθεί οι αρχές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οι οποίες μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: «Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.» Όπου τα γεγονότα, όπως αυτά εκτίθενται στις έγγραφες προτάσεις, είναι ικανά να δώσουν πλήρη εικόνα στο Δικαστήριο, τότε το Δικαστήριο υιοθετεί την διαδικασία της προδικαστικής επίλυσης. Σε περίπτωση όπου χρειάζεται, όμως, να δοθεί πρόσθετο φως στα γεγονότα με μαρτυρία, είναι ορθότερο όπως η υπόθεση προχωρήσει σε δίκη σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 33. Μόνο καθαρά νομικά ζητήματα μπορούν να τύχουν εξέτασης δυνάμει της Διαταγής 27, Θεσμός 1, τα οποία θα είναι καθοριστικά της αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ.229 όπου αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «Στην πρωτόδικη απόφαση γίνεται εκτενής αναφορά στη νομολογία η οποία διέπει τον καθορισμό και την επίλυση Θέματος βάσει τηςΔ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (Βλ. μεταξύ άλλων, Western S.S. Co v. Amaral Sutherland&Co. [1914] 3 K.B.
  1. Windsor Refrigerator Co Ltd. v. Branch Nominees Ltd [1961] Ch.
  2. Isaacs and Sons Ltd. v. Cook [1925] 2 K.B.886 Andreson v. Midland Railway [1902] 1 Ch.
  3. Papamichael v. Haholiades
(1970)1 C.L.R.360. Malachtou v. Armefti and another
(1984)1 C.L.R. 548). Ό,τι προκύπτει από τη νομολογία, είναι ότι η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφ' όσο τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς η επίκληση της Διάταξης 27 εφ' όσο το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Τα γεγονότα, άλλωστε, τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι, όπως υποδεικνύεται στη Sevegep Ltd. v. United Sea Transport Ltd And others
(1989)1 Α.Α.Δ.(E)729 εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η Έκθεση Απαιτήσεως». Χωρίς επηρεασμό της βασικής νομολογιακής αρχής ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για προδικασία των νομικών σημείων δυνάμει της Δ.27 πρέπει να ασκείται με φειδώ γιατί αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, η στάθμιση του χρονικού παράγοντα συσχετίζεται πάντοτε με το εύλογο του χρόνου για τη διάγνωση των δικαιωμάτων στα οποία αφορά η εκκρεμοδικεία τηρουμένης της όποιας περιπλοκότητας των επίδικων θεμάτων. Παραπέμπω συναφώς στην υπόθεση Σιακόλας ν Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1998)I Α.Α.Δ.1338 στην οποία επαναλαμβάνεται το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Βίκτωρος ν Χριστοδούλου
(1992)I Α.Α.Δ.512, 520꞉ «Ούτε το Σύνταγμα, ούτε ο περί Δικαστηρίων Νόμος, ούτε οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας καθορίζουν ακριβή χρονικά όρια για την απονομή της δικαιοσύνης. Όπως αναγνωρίζεται στην Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.149, το εύλογο του χρόνου για τη διάγνωση των δικαιωμάτων ή της ευθύνης του πολίτη εξαρτάται από σειρά παραγόντων που συσχετίζονται με τις ιδιομορφίες της υπόθεσης, τη φύση, το χαρακτήρα και το περίπλοκο των θεμάτων που εγείρονται προς επίλυση και τη διαγωγή των διάδικων. (Βλ. επίσης Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που κυρώθηκε με το Ν. 39/62, και την ερμηνεία που αποδόθηκε στις διατάξεις του από την Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων DIGEST OF STRASBOURG CASE LAW, Vol.2 [1348] Cases on Interpretation and Application of Article 6.1 of the Contention).» Περαιτέρω στην Κυριάκος Σάββα v Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ.609, λέχθηκε ότι: ".. Όπως αναφέρθηκε στην Χ'Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 A.A.Δ.949, διαταγή δυνάμει της Δ.27, θ.1 για εκδίκαση προδικαστικού νομικού σημείου εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στην περίπτωση σημείου που το εγειρόμενο θέμα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου θα πρέπει να αποφασίζεται κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Η παρούσα περίπτωση κατά την άποψη μας δεν ήταν καθαρή περίπτωση." Στις Προσφυγές 93/09 και 140/09, CYBARCO PLC και PAFILIA PROPERTY DEVELOPMENTS LIMITED v. ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΩΝ κ.ά., ημερ. 18.1.10, ο έντιμος πρώην Δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου κ. Φωτίου συνόψισε τις αρχές σε ότι αφορά το θέμα που απασχολεί το Δικαστήριο ως εξής: "Είναι σαφώς νομολογημένο ότι για να είναι κατάλληλη μια υπόθεση για να ακουστεί πρώτα το εγειρόμενο προδικαστικό νομικό σημείο, θα πρέπει τα γεγονότα με βάση τα οποία τούτο θα αποφασιστεί, να μην είναι υπό αμφισβήτηση. Επίσης το εγειρόμενο σημείο να είναι καθαρά νομικό, κι' ότι απόφαση υπέρ του αιτητή ουσιαστικά περατώνει (substantially disposes of) την αγωγή. Σημειώνω εδώ ότι η Δ.27 κ.2 καθιστά κατάλληλο για προδικαστική εκδίκαση όχι μόνο το σημείο εκείνο το οποίο φέρει σε πέρας ολόκληρη την αγωγή, αλλά ακόμα και σημείο που αποτελεί ξεχωριστή βάση αγωγής ή υπεράσπισης ή ανταπαίτησης ή ακόμα και απάντησης σ' αυτά, ανάλογα με την περίπτωση. (Βλ. Γενικά κ.2 Δ.2 The heirs of the Late Theodora Panayi v. The administration of the Late Stylianos Mandriotis
(1963)2 C.L.R.167, Malacthou v. Armefti & Another
(1984)1 C.L.R.548, Overseas Shipping&Fowarding Co. v. Kappa Shipping Co. Ltd & Others
(1977)1 C.L.R.248, Paikos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R.50, Χ'Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας
(1992)1 Α.Α.Δ.949 και Πιερίδης ν. Keshishian κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ.224. Όσον αφορά τις περιπτώσεις εκείνες που το εγειρόμενο νομικό σημείο είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου τότε, όχι απλώς είναι ορθό ή επιθυμητό να εκδικάζεται τούτο πριν την κυρίως αγωγή, αλλά και επιβάλλεται αυτή η διαδικασία. (Βλ. μεταξύ άλλων Kolokoudhias and Another v. Varnavidou κ.ά.
(1988)1 C.L.R.566, Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.ά. v. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(1991)2 Α.Α.Δ.225 και την υπόθεση Ναυτοδικείου Michael v. United Sea Trasnport
(1981)1 C.L.R.322). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Χ"Oικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας, τονίστηκε ότι τέτοια αίτηση πρέπει να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η εκδίκαση προδικαστικών σημείων πρέπει να γίνεται στην αίτηση για οδηγίες (summons for directions). Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές υποθέσεις κι' όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, είτε λόγω ασάφειας του Νόμου, είτε των γεγονότων, είναι προτιμότερο να αποφασίζονται κατά την ακρόαση." Με βάση την πιο πάνω νομολογία και τις σχετικές αρχές έχω εξετάσει με μεγάλη προσοχή τόσο τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης όσο και στην Έκθεση Υπεράσπισης της εναγόμενης σε συνδυασμό πάντοτε με τις θέσεις και ισχυρισμούς που η κάθε πλευρά προβάλλει στην αγόρευση της χωρίς βεβαίως να παραβλέπω τα όσα έχουν τεθεί στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Εφαρμόζοντας τις αρχές της νομολογίας όπως έχουν πιο πάνω παρατεθεί λεπτομερώς στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αναφέρω τα ακόλουθα: o Δεν υπάρχει ταύτιση των διαδίκων στις δύο αγωγές, κάτι που παραδέχονται και οι ίδιοι οι Αιτητές. Στην παρούσα αγωγή όπως φαίνεται στον τίτλο της Ενάγουσα είναι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ενώ Εναγόμενοι ένα νομικό πρόσωπο και συγκεκριμένα η εταιρεία Alta Abibi Residence Ltd και δύο φυσικά πρόσωπα οι XXXXX Χριστοδούλου και XXXXX Μιχαηλίδης. Στην αγωγή XXXXX/17 Ενάγοντες είναι η εταιρεία Alta Abibi Residence Ltd και ο XXXXX Μιχαηλίδης και Εναγόμενη η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, δηλαδή δεν είναι διάδικος ο XXXXX Χριστοδούλου, Εναγόμενος 2 στην παρούσα αγωγή. o Η αγωγή XXXXX/17 έχει καταχωρηθεί στις 10.8.
  1. Επιδόθηκε στην Τράπεζα Κύπρου στις 24.8.17 η οποία σύμφωνα με την αναντίλεκτη θέση της καταχώρησε την Υπεράσπιση της στην αγωγή XXXXX/17 στις 26.9.17, ενώ σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης στην παρούσα υπόθεση ο τερματισμός των δανείων που αφορά από πλευράς της Τράπεζας Κύπρου έγινε στις 8.7.19 άρα εξ αντικειμένου δεν μπορούσε να τεθεί στην Υπεράσπιση της Τράπεζας Κύπρου στην αγωγή XXXXX/
  2. o Η βάση των δύο αγωγών είναι διαφορετική. Οι Ενάγοντες στην αγωγή XXXXX/17 αναφέρουν ότι οι όποιες συμφωνίες έχουν υπογράψει με την Τράπεζα περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες. Δεν τους εξηγήθηκαν οι λεπτομέρειες και οι όροι των συμβάσεων αυτών και πάντοτε η Τράπεζα χρέωνε τόκους και επιβαρύνσεις εκτός των συμφωνιών. Θεωρούν όλες τις συμφωνίες τόσο τις αρχικές όσο και τις τροποποιητικές ως άκυρες. Επικαλούνται τις τρεις υποθήκες ιδιοκτησίας του Ενάγοντα 2 στην αγωγή XXXXX/17 XXXXX Μιχαηλίδη, ενώ δεν αναφέρονται καθόλου στις εγγυήσεις που παρασχέθηκαν από τον XXXXX Χριστοδούλου, Εναγόμενο 2, στην αγωγή 3702/
  3. o Το σημείο που θίγουν οι Εναγόμενοι/Αιτητές στην υπό κρίση αίτηση με την προδικαστική τους ένσταση δεν είναι αμιγώς νομικό όπως η νομολογία απαιτεί και πρέπει να ακουστεί μαρτυρία σε σχέση με το σημείο που εγείρεται, δηλαδή κατά πόσο η Τράπεζα Κύπρου αντί να καταχωρήσει την αγωγή 3702/19 εναντίον τριών πλέον Εναγομένων έπρεπε να εγείρει τις αξιώσεις της υπό μορφή ανταπαίτησης στην αγωγή XXXXX/
  4. o Σε σχέση με τον Εναγόμενο 2 στην αγωγή 3702/19, που δεν είναι επαναλαμβάνω διάδικος στην αγωγή XXXXX/17, η θέση των Εναγομένων/Αιτητών στην υπό κρίση αίτηση είναι ότι αυτός έπρεπε να προστεθεί ως διάδικος εξ ανταπαιτήσεως στην αγωγή XXXXX/
  5. Δεν θεωρώ ότι αυτός ο διαδικαστικός τρόπος είναι ο ορθός τρόπος για να ήγειρε η Τράπεζα Κύπρου την απαίτηση της εναντίον του Εναγομένου
  6. o Μπορεί στο πρόσωπο των δύο δικογράφων στις δύο πιο πάνω αναφερόμενες αγωγές να φαίνεται ότι το αντικείμενο τους είναι οι δύο συμβάσεις παροχής δανείου και οι τρεις συμβάσεις υποθήκης, αλλά τα θέματα που η κάθε πλευρά ισχυρίζεται σε σχέση με αυτές είναι εντελώς διαφορετικά. o Πρακτικά εφόσον ο τερματισμός των δανείων σύμφωνα με την Τράπεζα Κύπρου έλαβε χώρα στις 8.7.19, ενώ η Υπεράσπιση που καταχώρησαν στην αγωγή XXXXX/17 καταχωρήθηκε στις 26.9.17, δηλαδή σχεδόν δύο χρόνια πριν τον τερματισμό των συμφωνιών, θα υπήρχαν και περαιτέρω διαδικαστικά προβλήματα αναφορικά με την ανάγκη τροποποίησης της Υπεράσπισης στην αγωγή XXXXX/17, όχι μόνο της Υπεράσπισης αλλά και της προσθήκης διαδίκου δι Ανταπαιτήσεως. o Η παρατήρηση επίσης των δικηγόρων της Ενάγουσας στην παρούσα αγωγή ότι στον Τύπο 25 (Παράρτημα που οι δικηγόροι των Εναγομένων καταχώρησαν στο Δικαστήριο σύμφωνα με τη νέα Δ.30) δεν έχουν σημειώσει ότι επιθυμούσαν να προβούν σε διαδικαστικό διάβημα που δεν καλύπτεται από τα συγκεκριμένα αιτήματα που αναφέρονται με λεπτομέρεια στον Τύπο 25, κάτι που θα μπορούσαν να κάνουν συμπληρώνοντας στο σημείο 10 στο εν λόγω Παράρτημα με τίτλο «Άλλο αίτημα που δεν καλύπτεται από τα ανωτέρω» είναι επίσης ορθή και σημειώνω για ακόμα μια φορά τους λόγους για τους οποίους έχει τροποποιηθεί η Δ.30 που είναι ακριβώς για να μπορεί να υπάρχει ο σωστός προγραμματισμός της προτού το στάδιο της ακρόασης από το Δικαστήριο. o Έχω επίσης τη θέση ότι οι δύο αγωγές, δηλαδή η 3702/19 και η XXXXX/17 δεν πρόκειται για διασταυρούμενες αγωγές (cross actions), ούτε και εγείρονται και/ή προωθούνται περισσότερες από μια διαδικαστική διαδικασία και/ή παράλληλα ένδικα μέσα προς επίτευξη όμοιων σκοπών. o Δεν διαπιστώνω επίσης οποιαδήποτε κατάχρηση της διαδικασίας από πλευράς της Ενάγουσας. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και τις αρχές της νομολογίας όπως έχω με λεπτομέρεια παραθέσει πιο πάνω, θεωρώ για τους λόγους που έχω αναφέρει ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται εναντίον των Εναγομένων/Αιτητών και υπέρ της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως υπολογισθούν και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................... Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.