CYPIN LTD ν. ΟΡΦΑΝΙΔΗ, Αρ. Αγωγής: 2311/2018, 8/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A441 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Α. Π. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2311/2018 ΜΕΤΑΞΥ: CYPIN LTD Ενάγουσας και XXXXX ΟΡΦΑΝΙΔΗ Εναγόμενου Ημερομηνία: 8 Σεπτεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Δ. Μιχαηλίδης για κ. Χρίστο Μ. Τριανταφυλλίδη. Για τον Εναγόμενο: κ. Χ. Σταυρινός για Κούσιος Κορφιότης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Ι. ΟΙ ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
- Με την αγωγή της η Ενάγουσα απαιτεί από τον Εναγόμενο €2347,25 ως οφειλή που προέκυψε δυνάμει επιταγής. Αξιώνει επίσης νόμιμο τόκο και έξοδα.
- Σύμφωνα με τη δικογραφημένη απαίτηση της, η εταιρεία Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ («η εταιρεία») εξέδωσε κατά ή περί την 31/1/2013 την επιταγή με αρ. XXXXX9954 της Marfin Laiki Bank προς όφελος της Ενάγουσας για το ποσό των €2347,25 η οποία όταν παρουσιάστηκε στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε για πληρωμή δεν τιμήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων της εταιρείας και/ή γιατί ο λογαριασμός της εν λόγω εταιρείας παγοποιήθηκε.
- Η Ενάγουσα την 4/10/2013 καταχώρισε ιδιωτική ποινική υπόθεση με αρ. 23725/2013 εναντίον της εταιρείας και του Εναγομένου, ο οποίος, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν διευθυντής της. Κατά ή περί την 15/11/2017 ο Εναγόμενος παραδέχθηκε ενοχή για το αδίκημα της παροχής συνδρομής προς την εταιρεία για την έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Την 9/1/2018 του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Η εν λόγω επιταγή συνεχίζει να παραμένει οφειλόμενη.
- Ο Εναγόμενος με την Υπεράσπιση του παραδέχεται ότι ήταν ένας εκ των διοικητικών συμβούλων της εταιρείας, ότι η εταιρεία εξέδωσε την εν λόγω επιταγή και ότι ο ίδιος καταδικάστηκε για το εν λόγω αδίκημα. Αρνείται όμως ότι προκύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο αδίκημα εναντίον του και ότι ο ίδιος είχε οποιαδήποτε προσωπική συνεργασία με την Ενάγουσα ή ότι έλαβε αντάλλαγμα δυνάμει της εν λόγω επιταγής. Αγνοεί και συνεπώς αρνείται ότι η Ενάγουσα είναι εταιρεία η οποία ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την εισαγωγή και εγκατάσταση συστημάτων κλιματισμού.
- Με την Απάντηση της η Ενάγουσα απλά αντιδικεί (joins issue). IΙ. Η ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
- Η ακρόαση της υπόθεσης έγινε στη βάση των διατάξεων της Δ.30, Θ.Θ.5
(1)και
(2)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η κάθε πλευρά παρουσίασε στο Δικαστήριο, υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων, τη μαρτυρία της. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε μάρτυρα και οι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους.
- Εκ μέρους της Ενάγουσας κατέθεσε ένορκη δήλωση η κα XXXXX Φιλήτα (ΜΕ 1). Για την Υπεράσπιση κατέθεσε ένορκη δήλωση ο ίδιος ο Εναγόμενος. Εκπρόθεσμη καταχώριση της μαρτυρίας της Ενάγουσας
- Από πλευράς Εναγομένου όμως εγείρεται ζήτημα μη συμμόρφωσης από πλευράς Ενάγουσας με το χρονικό πλαίσιο που όρισε το Δικαστήριο στην κατάθεση των ενόρκων δηλώσεων. Συγκεκριμένα, είναι η θέση του, η Ενάγουσα καταχώρισε εκπρόθεσμα την ένορκη δήλωση του μάρτυρα της και ως εκ τούτου η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Προς τούτο επικαλέστηκε δύο πρωτόδικες αποφάσεις του αδελφού Δικαστή, Λ. Πασχαλίδη. Πρόκειται για τις υποθέσεις Διαχ. Επιτροπή Πολυκατοικίας Famagusta Gate Court v Καζδαγλή, Αγωγή 1582/2018, 25/2/2020 (Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας) και KIK Trading Ltd v Charilaou Bros Ltd, Αρ. Αγωγής 588/2017, 12/3/2019 (Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού).
- Σύμφωνα με τις αρχικές οδηγίες του Δικαστηρίου την 25/9/2019 η Ενάγουσα θα έπρεπε να καταχωρίσει και να παραδώσει στον Εναγόμενο τις ένορκες δηλώσεις των μαρτύρων της εντός 30 ημερών. Ακολούθως ο Εναγόμενος θα είχε άλλες 30 ημέρες να καταχωρίσει και να παραδώσει τη δική του μαρτυρία. Η υπόθεση ορίστηκε την 2/12/2019 για ακρόαση. Η Ενάγουσα δεν συμμορφώθηκε. Την 2/12/2019 αιτήθηκε παράταση. Το αίτημα έγινε δεκτό και δόθηκαν νέες οδηγίες με τις ίδιες χρονικές προθεσμίες. Η υπόθεση ορίστηκε την 16/3/2020 για ακρόαση.
- Η ένορκη δήλωση της ΜΕ 1 καταχωρίστηκε την 7/1/2020 πέντε μέρες μετά τη λήξη της προθεσμίας που ήταν η 2/1/
- Η μαρτυρία του Εναγομένου καταχωρίστηκε την 3/3/
- Ο Εναγόμενος ήγειρε το ζήτημα μη συμμόρφωσης της Ενάγουσας με τη μαρτυρία του. Περαιτέρω αναφέρθηκε και σε προσωπικό του κώλυμα υγείας που είχε ως αποτέλεσμα και ο ίδιος να καθυστερήσει να καταχωρίσει τη μαρτυρία του. Λόγω της πανδημίας η ακρόαση την 16/3/2020 αναβλήθηκε χωρίς να παρουσιαστούν οι διάδικοι και η αγωγή ορίστηκε την 1/6/2020 για οδηγίες. Την 1/6/2020, και οι δύο πλευρές ζήτησαν ημερομηνία ακρόασης αναφέροντας ότι δεν είχαν άλλα αιτήματα. Η υπόθεση ορίστηκε την 24/6/2020 για ακρόαση. Εκείνη την ημέρα ο συνήγορος της Ενάγουσας ζήτησε αναβολή για να δει κάποια ζητήματα. Δεν υπήρξε ένσταση και η υπόθεση ορίστηκε την 22/7/2020 για ακρόαση. Την ημερομηνία εκείνη δόθηκαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις (έγιναν και προφορικές εισηγήσεις σε σχέση με την ουσία) και επιφυλάχθηκε απόφαση. Στις τελικές αγορεύσεις μόνο η πλευρά του Εναγομένου ήγειρε το ζήτημα της εκπρόθεσμης καταχώρισης της μαρτυρίας. Από πλευράς Ενάγουσας ουδέποτε υποβλήθηκε αίτημα παράτασης χρόνου συμμόρφωσης.
- Σύμφωνα με τη Δ.30, Θ.5: «5.
(1)Το Δικαστήριο για αγωγές το αντικείμενο των οποίων είναι μέχρι €3.000 ως στον Θεσμό 7 κατωτέρω αναφέρεται, εκδίδει οδηγίες ως προς την ανταλλαγή εγγράφως της μαρτυρίας μεταξύ των διαδίκων λαμβάνοντας υπόψη (α) τη δήλωση του διαδίκου ή του δικηγόρου αυτού ως προς τον αριθμό των μαρτύρων που προτίθεται να καλέσει προς υποστήριξη της υπόθεσης του. (β) το χρόνο ετοιμασίας της μαρτυρίας από κάθε διάδικο.
(2)Τηρουμένων ειδικών οδηγιών που το Δικαστήριο ήθελε εκδώσει λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα της διαφοράς, περιλαμβανομένου και του βάρους απόδειξης, ο ενάγων καταχωρεί πρώτος τη μαρτυρία του μέσα στο χρόνο που θα καθορίσει το Δικαστήριο, ακολουθούμενος από τον εναγόμενο και τον τριτοδιάδικο, όπου υπάρχει, μέσα στο χρόνο που το Δικαστήριο θα καθορίσει για τον κάθε διάδικο: Νοείται ότι όπου υπάρχουν πέραν του ενός εναγομένου, ή άλλου διαδίκου, που δεν έχουν κοινή υπεράσπιση, ή θέσεις, το Δικαστήριο εκδίδει ανάλογες οδηγίες για κάθε ένα από αυτούς.
- Η τήρηση των χρονικών προθεσμιών είναι σημαντική αφού σε περίπτωση που υπάρχει αίτημα προφορικής εξέτασης μάρτυρα ή αντεξέτασης (Δ.30, Θ. 7(β)) ή παρουσίασης περαιτέρω προφορικής μαρτυρίας (Δ.30, Θ. 7 (γ)) αυτό πρέπει να υποβάλλεται τουλάχιστον ένα μήνα πριν την ημερομηνία κατά την οποία είναι ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση.
- Με βάση τους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας παράταση χρόνου τεθείσας προθεσμίας μπορεί να γίνει στη βάση της Δ.57 (βλ. Αθανασιάδη ν Αλεξάνδρου
(1991)1 ΑΑΔ 945, 952 στην οποία κάνει αναφορά στις δύο αποφάσεις του ο Δ. Πασχαλίδης). 14. Στη Δ.30 δεν αναφέρονται ρητές εξουσίες του Δικαστηρίου σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με οδηγίες του Δικαστηρίου. Στη Δ.30, Θ.9 όμως αναφέρονται τα κριτήρια που πρέπει έχει ως οδηγό το Δικαστήριο στην όλη διαχείριση (case management) των υποθέσεων: «9. Το Δικαστήριο δύναται σε κάθε περίπτωση να εκδώσει οποιεσδήποτε πρόσθετες των ανωτέρω οδηγίες, ως κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις με γνώμονα τα ακόλουθα κριτήρια: (α) την εκδίκαση της υπόθεσης το ταχύτερο δυνατό (β) τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των διαδίκων (γ) τη διάσωση ή το μετριασμό των εξόδων (δ) τη διαχείριση της υπόθεσης κατ' αναλογία προς: (
- i)το χρηματικό αντικείμενο της διαφοράς (
- ii)τη σπουδαιότητα της (iii) το περίπλοκο των εγειρόμενων θεμάτων, πραγματικών ή νομικών.» 15. Στόχος των πιο πάνω κριτηρίων είναι η επίτευξη του αντίστοιχου Αγγλικού overriding objective. 16. Σύμφωνα με την Αγγλική πρακτική σε περίπτωση μη κατάθεσης εμπρόθεσμα γραπτής δήλωσης ή σύνοψης μαρτυρίας μάρτυρα, ο μάρτυρας δεν δύναται να καταθέσει προφορικά στη δίκη εκτός αν προηγουμένως ληφθεί άδεια του Δικαστηρίου (CPR, r.32.10). Ο διάδικος που δεν συμμορφώθηκε οφείλει να αιτηθεί άδεια για θεραπεία (relief from sanctions) και το Δικαστήριο αποφασίζει στη βάση όλων των δεδομένων και του overriding objective (βλ. Blackstone's Civil Practice, 2013, The Commentary (OUP, Oxford 2012) § 46.27, σελ. 739, με αναφορά στην Papa Johns (GB) Ltd v Doyley [2011] EWHC 2621 (QB)). 17. Στο σύγγραμμα Blackstone's Civil Practice 2013, ανωτέρω, στην § 46.27, σελ. 740, συνοψίζονται οι αρχές που τα Αγγλικά Δικαστήρια εφαρμόζουν στις περιπτώσεις όπου η μαρτυρία επιδίδεται εκπρόθεσμα στην άλλη πλευρά. Θεωρώ σημαντικό να παραθέσω αυτούσιο το απόσπασμα: «On an application for permission to use a witness statement served out of time, the court will exercise its discretion in accordance with the following principles: (
- a)The court's discretion must be exercised in accordance with the overriding objective. (
- b)Any sanction imposed, or order made, must be proportionate to the default. (
- c)Generally it is contrary to the overriding objective and contrary to the principle of ensuring a fair trial to make an order effectively depriving a party from being able to call any factual witness evidence. In most cases this is tantamount to deciding the case against the defaulting party. This principle is not absolute. There are cases of repeated or deliberate default where an order equivalent to striking out is appropriate (UCB Corporate Services Ltd v Halifax (SW) Ltd [1999] CPLR 691; Mealey Horgan plc v Horgan
(1999)The Times, 6 July 1999). (
- d)The period of delay, and the period between disclosure and the start of the trial, are important. Short delays are generally forgiven, as are protracted delays where there is still sufficient time before the start of the trial to ensure the innocent party is not prejudiced by the delay. The court should be very slow before refusing permission to rely on a witness statement served several weeks before trial (Roberts v Williams [2005] EWCA Civ 1086, LTL 18/5/2005, where the statements were served six weeks before trial). (
- e)The more important the evidence is, the more likely permission will be granted. Permission was refused in Coore v Chief Constable of Leicestershire
(1999)LTL 10/5/99 where the evidence did not address the essential issue in the case. (
- f)Prejudice to the innocent party is an important factor if present. In most cases of delay the innocent party will not have served its witness statements, as most directions require the mutual exchange of statements. Consequently, usually there should be no danger of the defaulting party taking advantage of its own default and 'trimming' the statements of its witnesses. (
- g)If the additional evidence will significantly change the basis of the defaulting party's case, permission might be refused, particularly if permission is sought shortly before trial (British Sugar pic v Cegelec Ltd [2004] EWCA Civ 1450, LTL 7/10/2004). (
- h)Whether the additional evidence comes from a witness who was available to both parties is a factor to be taken into consideration. There is no property in a witness (Cowland v District Judges of the West London County Court
(1999)LTL 20/7/99), although there are practical and professional conduct problems in obtaining witness statements from employees of and persons connected with, the other side.»
- Θεωρώ ότι οι πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές είναι ιδιαίτερα πειστικές και χρήσιμες, έχοντας κατά νου, ότι στην ουσία της η νέα Δ.30 επιδίωκε να δώσει ευρύτερες εξουσίες στα Δικαστήρια για την καλύτερη διαχείριση των ενώπιον τους υποθέσεων και τη μείωση των εξόδων και καθυστερήσεων. Το σκεπτικό του Δ. Πασχαλίδη στις πιο πάνω αγωγές, ότι το Δικαστήριο, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις χρονικές προθεσμίες που τίθενται δύναται να μη λάβει υπόψη του τη μαρτυρία με βρίσκει σύμφωνο. Ο διάδικος που δεν έχει συμμορφωθεί θα πρέπει να αιτηθεί παράταση χρόνου (στην ουσία θεραπεία της παρατυπίας). Ο κανόνας όμως δεν είναι άκαμπτος και κάθε περίπτωση θα πρέπει να εξετάζεται με βάση τις δικές της ιδιάζουσες περιστάσεις. Ζητούμενο άλλωστε είναι η διεξαγωγή δίκαιης δίκης (βλ. Blackstone's Civil Practice 2013, ανωτέρω, στην § 46.16, σελ. 735).
- Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε καθυστέρηση συμμόρφωσης πέντε ημερών από πλευράς Ενάγουσας και αφού της είχε ήδη δοθεί μια φορά παράταση χρόνου για συμμόρφωση. Δεν υπέβαλε αίτημα παράτασης χρόνου μετά την επισήμανση από τον Εναγόμενο στη μαρτυρία του, ούτε κατά την ημερομηνία που η υπόθεση (μετά από αναβολή) ορίστηκε για οδηγίες από το Δικαστήριο. Ούτε η άλλη πλευρά βέβαια προώθησε οποιοδήποτε αίτημα για διαγραφή της γραπτής δήλωσης. Σημειώνω ότι και ο Εναγόμενος καταχώρισε εκπρόθεσμα τη μαρτυρία του χωρίς επίσης να υποβάλει αίτημα παράτασης. Η καθυστέρηση της Ενάγουσας, ιδωμένη αντικειμενικά, δεν φαίνεται να προκάλεσε κάποια δυσχέρεια στον Εναγόμενο στην παράθεση της μαρτυρίας του. Ούτε επηρεάστηκε το δικαίωμα του να αιτηθεί αντεξέταση. Στην ουσία η καθυστέρηση δεν επηρέασε ούτε την ημερομηνία ακροάσεως, αντίθετα το πρόβλημα που προέκυψε ήταν αποτέλεσμα της πανδημίας, ενώ η 2η αναβολή δεν έτυχε ένστασης από πλευράς Εναγομένου.
- Παρά το γεγονός ότι η Ενάγουσα θα έπρεπε να είχε αιτηθεί παράταση χρόνου, κρίνω ότι η ολιγοήμερη καθυστέρηση που παρατηρήθηκε σε συνάρτηση με τον μη δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων του Εναγομένου καθ' οιονδήποτε τρόπο ως επίσης και η απλότητα των επιδίκων θεμάτων δεν συνηγορούν στο να μη ληφθεί υπόψη η μαρτυρία της Ενάγουσας λόγω εκπρόθεσμης καταχώρισης. Θα εξετάσω επομένως την υπόθεση στην ουσία της. Η μαρτυρία της κας XXXXX Φιλήτα (ΜΕ 1)
- Η ΜΕ 1 στην ένορκη δήλωση της ανέφερε ότι εργάζεται για 30 χρόνια στην Ενάγουσα. Ως Διευθύντρια Λογισμικού (Logistics Manager) της Ενάγουσας, έχει καθήκοντα ελέγχου και εκτέλεσης παραγγελιών και πωλήσεων ως επίσης και την τήρηση και προγραμματισμό των εργασιών της. Αντίγραφο της επίδικης επιταγής κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, του κατηγορητηρίου της ποινικής υπόθεσης ως Τεκμήριο 2, και της απόφασης για την ποινή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ως Τεκμήριο
- Η θέση της είναι ότι με βάση την παραδοχή του ο Εναγόμενος ευθύνεται προσωπικά για την καταβολή του ποσού της επιταγής.
- Με την κατηγορία 2 (Τεκμήριο 2) ο Εναγόμενος, ως κατηγορούμενος 2, κατηγορείτο για το ακόλουθο αδίκημα: «Ο κατηγορούμενος 2 κατά ή περί την 31/1/2013 παρείχε συνδρομή και/ή παρακίνησε τους Κατηγορούμενους 1 στην έκδοση επιταγής με αριθμό XXXXX9954 της MARFIN LAIKI BANK ημερομηνίας 31/1/2013 για το ποσό των €2.347,25 σεντ η οποία αφού παρουσιάστηκε κατά ή μετά από την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα στο Πιστωτικό Ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται λόγω ελλείψεως διαθεσίμων Κεφαλαίων των εκδοτών της και/ή λόγω του ότι ο λογαριασμός των Εκδοτών της παγοποιήθηκε - ΚΑΠ και παραμένει απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως.»
- Κατά την επιβολή ποινής μετά από παραδοχή τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν ακόλουθα: «Ειδικότερα όσον αφορά την παρούσα, επισημαίνεται ευθύς εξαρχής πως οι συνθήκες διάπραξης αναδεικνύουν τη σοβαρότητα του αδικήματος και επιτείνουν την ανάγκη για αποτροπή. Από το 2010 η κατηγορούμενη 1 της οποίας ο κατηγορούμενος 2 ήτο ο εκτελεστικός διευθυντής και μέτοχος κατά 72%, άρχισε να παρουσιάζει ζημιές, και από τα μέσα περίπου του 2011 η κατηγορούμενη 1 άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Τον Οκτώβριο του 2012 η κατηγορούμενη 1 μαζί με λειτουργούς της Λαϊκής Τράπεζας υπολόγισαν το ύψος του ποσού που χρειαζόταν η κατηγορούμενη 1 για αγορές από προμηθευτές και εισαγωγές ενόψει των επικείμενων εορτών των Χριστουγέννων, και συμφωνήθηκε προκαταρκτικά ότι η Λαϊκή Τράπεζα θα προωθούσε τη χορήγηση τραπεζικών διευκολύνσεων προς την κατηγορουμένη 1 ύψους €6.000.
- Ο κατηγορούμενος 2, παρότι γνώριζε ότι η αναμενόμενη χρηματοδότηση ήταν αβέβαιη και προτού βεβαιωθεί ότι αυτή θα παρείχετο πράγματι στην κατηγορουμένη 1 (κάτι το οποίο εν τέλει δεν έγινε ποτέ), προχώρησε στην έκδοση εκ μέρους της κατηγορουμένης 1 πληθώρας μεταχρονολογημένων επιταγών (η μεταχρονολόγηση κυμαίνετο μεταξύ 60 και 180 ημερών) προς τους προμηθευτές και συνεργάτες της, για πολύ μεγάλα συνολικά ποσά, σε χρόνο που γνώριζε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα στον λογαριασμό της για την κάλυψη των επιταγών αφήνοντας, ουσιαστικά, τους προμηθευτές και συνεργάτες της κατηγορουμένης 1 παντελώς εκτεθειμένους και ζημιωμένους. Στην ουσία, εξασφαλίστηκε η παροχή εμπορευμάτων και προμηθειών από τους παραπονούμενους, με αντάλλαγμα μίαν υποτυπώδη ελπίδα ότι οι υπεραγορές θα ανέκαμπταν και θα εξασφάλιζαν χρηματοδότηση. Αντί λοιπόν οι παραπονούμενοι να λάβουν το τίμημα για τα εμπορεύματα που παρείχαν προς την κατηγορουμένη 1, κατέληξαν να λαμβάνουν μια ακάλυπτη επιταγή, έναντι της οποίας ουδέν ποσό καταβλήθηκε μέχρι και σήμερα. Δεν παραβλέπω το γεγονός ότι η κατηγορούμενη 1 τέθηκε υπό διαχείριση τον Ιανουάριο του 2013 με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος 2 να μην ασκεί πλέον οικονομικό έλεγχο στην εταιρεία, πλην όμως τούτο δεν αναιρεί τη διάπραξη του αδικήματος, ακολούθησε δε της από αρκετού χρόνου κακής οικονομικής κατάστασης της εταιρείας.» Η μαρτυρία του Εναγόμενου
- Ο Εναγόμενος ανέφερε ότι μέχρι τον Ιανουάριο του 2013 ήταν μέτοχος και ένας εκ των διοικητικών συμβούλων της εταιρείας. Την 31/1/2013 η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ διόρισε διαχειριστές ολόκληρης της περιουσίας της εταιρείας. Την 23/4/2015 η εταιρεία τέθηκε υπό εκκαθάριση.
- Την 31/1/2013, ημερομηνία κατά την οποία η επίδικη επιταγή καθίστατο πληρωτέα, η εταιρεία είχε τεθεί υπό διαχείριση, οπότε και ο ίδιος δεν ασκούσε από εκείνη την ημερομηνία και μετά οποιοδήποτε έλεγχο ή εξουσία σε σχέση με τα οικονομικά ζητήματα της εταιρείας. Ο ίδιος, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τι εμπορεύματα παραδόθηκαν στην εταιρεία από την Ενάγουσα ούτε αν πλέον οφείλεται το εν λόγω ποσό. Αρνείται ότι έχει προσωπική ευθύνη. Η παραδοχή του στην ποινική υπόθεση 23725/2013 δεν αποτελεί παραδοχή προσωπικής του ευθύνης για την καταβολή του εν λόγω ποσού. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος προσωπικά, δεν έλαβε οποιοδήποτε αντάλλαγμα από την Ενάγουσα. Ως εκ τούτου αρνείται την οφειλή. ΙΙΙ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
- Ο συνήγορος της Ενάγουσας αφού αναφέρθηκε στην προσαχθείσα μαρτυρία, αναφέρθηκε ειδικά στην παραδοχή του Εναγομένου στην ποινική διαδικασία και των γεγονότων που στοιχειοθετούσαν το αδίκημα (βλ. Philippou v Odysseos (1989 1 CLR 1) ως αποδεκτή και επαρκή μαρτυρία για στοιχειοθέτηση της απαίτησης.
- Πέραν του ζητήματος της εκπρόθεσμης κατάθεσης της μαρτυρίας από πλευράς Ενάγουσας, ο συνήγορος του Εναγομένου ανέφερε ότι η Ενάγουσα όφειλε να αποδείξει ότι είναι εταιρεία αφού υπήρξε άρνηση του ισχυρισμού της ως προς την ιδιότητα και εργασίες της. Περαιτέρω ανέφερε ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από την εταιρεία και όχι από τον Εναγόμενο προσωπικά. Η εταιρεία αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα (βλ. Αποστόλου ν Ιωάννου
(2012)1A ΑΑΔ 604). Ως αντιπρόσωπος της εταιρείας δεν μπορεί να έχει προσωπική αστική ευθύνη έστω και αν έχει ποινική ευθύνη ως συνεργός (βλ. Παυλόπουλος ν Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 ΑΑΔ 261). 28. Σε υποθέσεις όπως η παρούσα, το γενικό βάρος απόδειξης (legal burden) το φέρει ο ενάγων και βασίζεται στην απλή πιθανολόγηση (βλ. κατ' αναλογία Ιορδάνους ν Ζήνωνος
(1998)1 ΑΑΔ 652, 658). 29. Ως προς το ζήτημα της ύπαρξης διαδίκου σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ανδρονίκου κ.α. ν Επιτροπής του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων σε Υπαλλήλους της ΑΗΚ και Εξαρτώμενους τους, ECLI:CY:AD:2016:D117, Πολιτική Έφεση 168/2010, 24/2/2016, όπου υιοθετήθηκε η προγενέστερη νομολογία επί του θέματος. Λέχθηκαν τα ακόλουθα (Δ. Οικονόμου): «Αυτά βέβαια τα ζητήματα δεν μπορούσαν να αποτελέσουν επίδικα θέματα στην αγωγή εφόσον, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Lioufis and Co Ltd v. Ανδρονίκου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 773: «.η ύπαρξη των εναγόντων δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αντιδικίας μέσω των δικογράφων. Οι έγγραφες προτάσεις έχουν ως λόγο τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Η αντιδικία προϋποθέτει την ύπαρξη των διαδίκων. Αν ο ενάγων δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, δεν τίθεται, ούτε θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα αντιδικίας με τον εναγόμενο. Αγωγή εκ μέρους ανύπαρκτου προσώπου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα είναι αίτηση για τη διαγραφή της αγωγής. Η θέση αυτή ευρίσκει έρεισμα στην απόφαση Russian Commercial and Industrial Bank v. Comptoir D'Escompte de Mulhouse [1925] A.C. 112 (HL). Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι η αμφισβήτηση εξουσίας του ενάγοντα να κινήσει αγωγή εξ ονόματος της ενάγουσας εταιρείας δεν μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας, με την έγερση του θέματος στην Υπεράσπιση. Η θεραπεία έγκειτο στη λήψη μέτρων, σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, για τη διαγραφή του ενάγοντα και τον τερματισμό της διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που αμφισβητείται η ύπαρξη του ενάγοντα - (βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 574 και 575).» Τα παραπάνω υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alpha Bank Ltd
(2003)1 ΑΑΔ 990, με παραπομπή και στα ακόλουθα από το Annual Practice 1958, σελ. 574, 575: «αν ο εναγόμενος επιθυμεί να αμφισβητήσει την εξουσία έγερσης αγωγής στο όνομα του ενάγοντα πρέπει ν΄αποταθεί για διαγραφή του ονόματος του ενάγοντα στο αρχικό στάδιο. δεν μπορεί να αμφισβητεί την εξουσία με την υπεράσπιση του, ούτε μπορεί να κάμει κάτι τέτοιο στη δίκη.»
- Η εισήγηση του, ότι η Ενάγουσα έπρεπε να αποδείξει ότι είναι εταιρική οντότητα, είναι αβάσιμη.
- Όσον αφορά τη μαρτυρία της ΜΕ 1, αυτή στην ουσία δεν έχει αμφισβητηθεί. Η μάρτυρας έχει παρουσιάσει αντίγραφο της εν λόγω επιταγής για το ποσό που απαιτεί, την κατηγορία που παραδέχθηκε ο Εναγόμενος και τα γεγονότα που είχαν τεθεί στα πλαίσια της παραδοχής του ενώπιον του Δικαστηρίου. Η βασική επισήμανση του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι παραδοχή σε ποινική υπόθεση είναι αποδεκτή μαρτυρία σε αστική υπόθεση είναι ορθή (βλ. Philippou, ανωτέρω, σελ. 10). Η παραδοχή ενοχής σε ποινική κατηγορία αποτιμάται σε συνάρτηση προς τα γεγονότα που θεωρήθηκαν ότι στοιχειοθετούν το αδίκημα και να συνεκτιμάται με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. μεταξύ άλλων, Ερωτοκρίτου κ.α. ν Μαυροβελή κ.α.
(2011)1Β ΑΑΔ 1467, 1471). Τα γεγονότα αυτά δεν έτυχαν αμφισβήτησης από τον Εναγόμενο, ο οποίος απλά αρνείται αστική ευθύνη.
- Τα γεγονότα που αναφέρει ο Εναγόμενος ως προς τη θέση του και την κατάληξη της εταιρείας επίσης συνάδουν με τα γεγονότα παραδοχής του στην ποινική υπόθεση που παρουσίασε η Ενάγουσα. ΙV. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Η Ενάγουσα, με αξιόπιστη, αποδεκτή και επαρκή μαρτυρία έχει αποδείξει τα ακόλουθα γεγονότα για τα οποία προβαίνω και σε ανάλογα ευρήματα:
(1)Η εταιρεία εξέδωσε κατά ή περί την 31/1/2013 επιταγή με αρ. XXXXX9954 της Marfin Laiki Bank προς όφελος της Ενάγουσας για το ποσό των €2347,25 η οποία όταν παρουσιάστηκε στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε για πληρωμή δεν τιμήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων της εταιρείας και γιατί ο λογαριασμός της εν λόγω εταιρείας παγοποιήθηκε.
(2)Η Ενάγουσα την 4/10/2013 καταχώρισε ιδιωτική ποινική υπόθεση με αρ. 23725/2013 εναντίον της εταιρείας και του Εναγομένου, ο οποίος, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν διευθυντής της. Την 15/11/2017 ο Εναγόμενος παραδέχθηκε ενοχή για την παραδοχή συνδρομής προς την εταιρεία για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και την 9/1/2018 του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Η εν λόγω επιταγή συνεχίζει να παραμένει οφειλόμενη.
(3)Από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ήταν δεκτό ότι η εταιρεία, της οποίας ο Εναγόμενος ήταν ο εκτελεστικός διευθυντής και μέτοχος κατά 72%, από το 2010 άρχισε να παρουσιάζει ζημιές. Από τα μέσα περίπου του 2011 η εταιρεία άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Τον Οκτώβριο του 2012 η εταιρεία μαζί με λειτουργούς της Λαϊκής Τράπεζας υπολόγισαν το ύψος του ποσού που χρειαζόταν η εταιρεία για αγορές από προμηθευτές και εισαγωγές και συμφωνήθηκε προκαταρκτικά η χορήγηση τραπεζικών διευκολύνσεων προς την εταιρεία ύψους €6000000. Ο Εναγόμενος παρά την αβεβαιότητα της κατάστασης, προχώρησε στην έκδοση εκ μέρους της εταιρείες πληθώρας μεταχρονολογημένων επιταγών προς τους προμηθευτές και συνεργάτες της, για πολύ μεγάλα συνολικά ποσά, σε χρόνο που γνώριζε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα στον λογαριασμό της για την κάλυψη των επιταγών. Εξασφαλίστηκε η παροχή εμπορευμάτων και προμηθειών (γενικά) από τους παραπονούμενους, με αντάλλαγμα μίαν υποτυπώδη ελπίδα ότι οι υπεραγορές θα ανέκαμπταν και θα εξασφάλιζαν χρηματοδότηση.
(4)Η εταιρεία τέθηκε υπό διαχείριση τον Ιανουάριο του 2013 με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος να μην ασκεί πλέον οικονομικό έλεγχο στην εταιρεία.
- Δέχομαι επίσης και τη θέση του Εναγόμενου ότι η εταιρεία τέθηκε υπό εκκαθάριση την 23/4/
- Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων κρίνω ότι η Ενάγουσα έχει αποτύχει να στοιχειοθετήσει νομικά την απαίτηση της εναντίον του Εναγομένου. Οι εισηγήσεις του συνηγόρου του Εναγομένου επί του σημείου αυτού με βρίσκουν σύμφωνο. Διευθυντής εταιρείας που ενεργεί με την ιδιότητα του ως διευθυντής δεν υπέχει προσωπική αστική ευθύνη, έστω και αν σύμφωνα με το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, δύναται να καταδικαστεί ως συνεργός για το αδίκημα του άρθρου 305Α. Τα όσα αναφέρθηκαν στην Παυλόπουλος, ανωτέρω, στη σελ. 267 και στα οποία παρέπεμψε ο συνήγορος Υπεράσπισης είναι σχετικά (Αρτέμης Δ.): «Η ευθύνη με βάση το άρθρο 305Α βαρύνει τον εκδότη και σε περιπτώσεις επιταγών εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή σύμβουλος που υπογράφει την επιταγή, που γενικά θεωρείται ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Στην υπόθεση Chapman v. Smethurst [1909] 1 K.B. 927, κρίθηκε πως πρόσωπο που υπογράφει γραμμάτιο ή επιταγή με τρόπο που να φαίνεται ότι πράττει τούτο υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, δεν υπέχει προσωπικά αστική ευθύνη. Επίσης στην υπόθεση Bondina Ltd v. Rollaway Shower Blinds Ltd [1986] 1 W.L.R. 517, αναφέρθηκε πως οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Στην παρούσα περίπτωση, προφανώς ο εφεσείων υπόγραψε ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Το γεγονός όμως ότι πιθανώς να μην είχε αστική ευθύνη, δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής του ευθύνης ως συνεργού.»
- Στην προκειμένη περίπτωση η απαίτηση, όπως έχει δικογραφηθεί, βασίζεται στην παραδοχή του Εναγομένου χωρίς να προβάλλεται ισχυρισμός ότι ενήργησε εκτός της αντιπροσωπευτικής του ιδιότητας. Η Αγωγή, ως εκ τούτου, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.
- Ενόψει όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται με έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, υπέρ του Εναγομένου και εναντίον της Ενάγουσας. (Υπ.) ............... Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο