TTOZIOS MANAGEMENT LTD ν. PEONIA ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Aγωγής: 10758/2010, 7/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A451 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: X. Xαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 10758/2010 Μεταξύ: TTOZIOS MANAGEMENT LTD Ενάγουσας και 1. PEONIA ENTERPRISES LTD 2. *** ΑΝΔΡΕΟΥ Εναγομένων 7 Οκτωβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Φ. Χατζηϊωάννου για Α. Κ. Χατζηϊωάννου και Σία Για τους Εναγόμενους: κ. Σ. Σάββα για Παπαντωνίου και Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα εταιρεία ασχολείται με την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών συστημάτων ("πάρκων") και με την αγωγή της ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι τερμάτισαν παράνομα τις συμβάσεις ημερ. 10.11.09 και 10.6.10, οι οποίες αφορούσαν την εγκατάσταση ενός τέτοιου πάρκου σε κτήμα του Εναγομένου 2 στο Πεντάκωμο. Βασικά, αυτό ήταν από τα πρώτα τέτοια πάρκα στην Κύπρο, εξ ου και ήταν ιδιαίτερης σημασίας και για την Ενάγουσα, η οποία στόχευε μέσω της επιτυχούς εγκατάστασης αυτού να διαφημιστεί για την ικανότητά της, εξασφαλίζοντας και άλλες παρόμοιες εργασίες. Στη βάση των θέσεών της, η Ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις συνολικού ύψους €74.540,74, οι οποίες αναλυτικότερα αφορούν: ΠΟΣΟ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ €52.608, 24 Ως υπόλοιπο συμφωνηθέντος ποσού €5.290 Για πρόστιμα εμπορευματοκιβωτίων €600 Για καθαρισμό εμπορευματοκιβωτίων €11.500 Για επιπλέον εργασία ηλεκτρολόγου €3.795 Για επιπλέον μεταλλικά υλικά €747, 50 Για αξία διαφημιστικής πινακίδας Από δικής τους πλευράς οι Εναγόμενοι προβάλλουν πως είναι η Ενάγουσα η οποία είχε παραβεί τις συμφωνίες, καθυστερώντας τις εργασίες και εν τέλει εγκαταλείποντας το έργο, πράγμα το οποίο προκάλεσε στους ίδιους ζημιές ύψους €131.266, τις οποίες ανταπαιτούν και συγκεκριμένα, όπως τις περιόρισαν κατά την αγόρευσή τους: ΠΟΣΟ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ €58.650 Για αγορά και εγκατάσταση μετατροπέων €2.319 Για μετατροπέα οικίας €17.500 Για ηλεκτρολογικές υπηρεσίες και καλωδίωση €45.000 Για απώλεια χρήσης πάρκου για έξι μήνες €3.450 Για εργασίες στις βάσεις πλαισίων €3.197 Για αγορά καλωδίων €1.150 Για αρχιτεκτονικά σχέδια Κλήθηκαν συνολικά δύο μάρτυρες, ένας από κάθε πλευρά και συγκεκριμένα, ο διευθυντής της Ενάγουσας, κ. Ιωάννου (Μ.Ε.) και ο διευθυντής της Εναγόμενης 1, κ. Ανδρέου (Μ.Υ.), ο οποίος τυγχάνει και Εναγόμενος 2, για προώθηση των εκατέρωθεν εκδοχών. Στην πραγματικότητα όμως, σημαντικό μέρος των γεγονότων παρέμεινε αναντίλεκτο μεταξύ των διαδίκων και η παράθεση αυτών μαζί με την αξιολόγηση κάποιων επιμέρους ζητημάτων συμβάλλει στη συντομότερη αποσαφήνιση των ουσιωδών θεμάτων της υπόθεσης. Τονίζω ευθύς εξαρχής πως ο Μ.Ε. έδωσε γενικά την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου. Υπήρξε λεπτομερής, πειστικός και παραστατικός στις περιγραφές. Έδωσε την εντύπωση προσώπου το οποίο περιέγραφε γεγονότα τα οποία είχε βιώσει και τούτο με τεκμηρίωση και αναφορά σε σχετικά έγγραφα. Από την άλλη πλευρά, ο Εναγόμενος 2 έδωσε την εικόνα προσώπου το οποίο γνώριζε περισσότερα γεγονότα τα οποία όμως δεν ήθελε να αποκαλύψει. Ιδιαίτερα στο θέμα της εμπλοκής του πεθερού του (κ. Κυριάκου) στην όλη συνεργασία με τους Ενάγοντες, φάνηκε πως απέκρυψε κάποιες παρεμβάσεις εκείνου, οι οποίες όμως επηρέασαν την όλη σχέση και την εξέλιξή της. Για αρκετά άλλα γεγονότα επικαλείτο την πάροδο του χρόνου και την συνεπακόλουθη αδυναμία μνήμης, ενώ υπήρξαν και περιπτώσεις στις οποίες απλά υπέθετε χωρίς να θυμάται. Βασικό χαρακτηριστικό από τη μαρτυρία του είναι πως εστίασε όλη την προσοχή του στο γεγονός ότι οι Εναγόμενοι είχαν τερματίσει τη συνεργασία. Δεν μπορώ να στηριχθώ στη μαρτυρία του Εναγομένου 2 σε όποια θέματα διαφέρει η μαρτυρία του. Συνάγεται λοιπόν ως πρώτο αναντίλεκτο γεγονός, πως ο Εναγόμενος 2 ενδιαφέρθηκε να εγκαταστήσει φωτοβολταϊκό πάρκο σε κτήμα του στο Πεντάκωμο, πριν ακόμα και από τη σύσταση της εταιρείας του, της Εναγόμενης 1. Πρώτη του ενέργεια ήταν η υποβολή σχετικών αιτήσεων στην Πολεοδομία (Τεκμήριο 2) κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του 2009. Στις 14.9.09 ενέγραψε και την Εναγόμενη 1, η οποία προϊόντος του χρόνου κατέστη και η ίδια αιτήτρια ως προς το πάρκο και ενεπλάκη ποικιλοτρόπως στις διαδικασίες για ετοιμασία των απαραίτητων εγγράφων και στις προσπάθειες εξασφάλισης των αναγκαίων αδειών από τις αρμόδιες αρχές (Τεκμήριο 12). Κατά τον Οκτώβριο του 2009 ετοιμάστηκε η Περιβαλλοντολογική Μελέτη, Τεκμήριο 6, για την οποία η Ενάγουσα προέβη στις 27.10.09 σε σχετικές δημοσιεύσεις με το όνομά της σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, Τεκμήριο 8, ως προβλέπετο στον Ν.140 (i)/05. Αυτή ήταν και η πρώτη εμπλοκή της Ενάγουσας στην όλη διαδικασία, τουλάχιστον εξ όσων διαπιστώνεται από έγγραφα και πάντως επιβεβαιώνει τον Μ.Ε. περί του ότι είχαν ανάμειξη πριν την υπογραφή οποιασδήποτε σύμβασης, δηλαδή συμβουλεύοντας, καθοδηγώντας και δημοσιεύοντας, ως αναφέρει στη γραπτή δήλωσή του (παράγ. 5). Είναι απολύτως λογικό και δέχομαι πως αυτή η εμπλοκή ήταν και ο λόγος που οι Εναγόμενοι χορήγησαν προς την Ενάγουσα και το πληρεξούσιο, Τεκμήριο 1, ήτοι για να μπορεί να προβαίνει σε σχετικές ενέργειες εκ μέρους των Εναγομένων. Σχετική πάντως πρόνοια υπήρξε αργότερα και στην πρώτη μεταξύ τους συμφωνία, αν και όπως έχει λεχθεί, η εμπλοκή της ήταν πολύ παλαιότερη. Στις 10.11.09 οι διάδικοι υπέγραψαν το πρώτο συμφωνητικό έγγραφο, το Τεκμήριο 2, με το οποίο μεταξύ άλλων συμφώνησαν όπως: (
- i)οι Εναγόμενοι εξουσιοδοτήσουν την Ενάγουσα να ενεργεί εκ μέρους τους για τη μελέτη ανάπτυξης του πάρκου και (
- ii)η Ενάγουσα εγκαταστήσει στο κτήμα τον εξοπλισμό για τη λειτουργία του πάρκου. Αυθημερόν υπεγράφη και Συμβόλαιο Συντήρησης και Οικονομικό Χρονοδιάγραμμα, στο οποίο παραπέμπει το Τεκμήριο 2 αναφέροντάς το ως Παράρτημα 2 και στο οποίο το ολικό κόστος του έργου καθορίστηκε σε €635.000. Στη συνέχεια και αφού εξασφαλίστηκαν η εξαίρεση για άδεια από τη ΡΑΕΚ, Τεκμήριο 5, η περιβαλλοντική γνωμάτευση, Τεκμήριο 7, και η σύμφωνη γνώμη της Α.Η.Κ, Τεκμήριο 3, ακολούθησε η έκδοση στις 18.12.09 της σχετικής πολεοδομικής άδειας (συνημμένη στο Τεκμήριο 2) και αμέσως μετά, στις 21.12.09 η Ενάγουσα υπέβαλε εκ μέρους της Εναγόμενης 1 αίτηση για επιχορήγηση, Τεκμήριο 9. Στις 8.1.10 εξασφαλίστηκε και η σχετική άδεια οικοδομής, Τεκμήριο 11. Στις 15 και 16.3.10 ο Μ.Ε., ο Εναγόμενος 2 και ο πεθερός του τελευταίου (ο κ. Κυριάκου) πραγματοποίησαν ταξίδι στη Μαδρίτη προς ενημέρωση για τον εξοπλισμό ο οποίος θα χρησιμοποιείτο στο πάρκο. Οι φωτογραφίες, Τεκμήριο 16, είναι από το ταξίδι αυτό. Ας σημειωθεί πως η συμμετοχή του Κυριάκου στο ταξίδι επιβεβαιώνει τη θέση του Μ.Ε. ότι ήταν αναμεμειγμένος στις διαδικασίες, ότι επεδείκνυε ενδιαφέρον για τα φωτοβολταϊκά και ότι σε κάποιες περιπτώσεις υπέγραφε εκείνος εκ μέρους των Εναγομένων, όπως π.χ. στη βεβαίωση που συνοδεύει την αίτηση προς τη ΡΑΕΚ, Τεκμήριο 5, ημερ. 7.12.09. Δέχομαι τη θέση του Μ.Ε. ότι ο Κυριάκου εργοδοτείτο σε κάποιο Δήμο (ως κλητήρας) και ότι μετά από αίτημα του Εναγομένου 2, ο Μ.Ε. προέβη σε προφορική συμφωνία με τον Κυριάκου όπως βοηθά γενικά την Ενάγουσα σε σχέση με πάρκα και να λαμβάνει το 50% του κέρδους για έργα που θα έφερνε εκείνος. Ενδεικτικό για το ενδιαφέρον που επεδείκνυε ο Κυριάκου για τα φωτοβολταϊκά πάρκα γενικά, είναι το γεγονός ότι μετά από λίγο καιρό είχε δημιουργήσει τη δική του εταιρεία για αυτά τα ζητήματα. Ας σημειωθεί δε πως το γεγονός της συνεργασίας του Κυριάκου με την Ενάγουσα ήταν παραδεκτό κατά τη μαρτυρία του Εναγομένου 2, έστω και αν δεν ενθυμείτο πότε ακριβώς είχε αρχίσει αυτή. Η αναφορά του Μ.Ε. ότι κάποια στιγμή εντός Μαρτίου του 2010 απαιτήθηκε αλλαγή αρχιτεκτονικών σχεδίων, δεν αμφισβητήθηκε. Αντιθέτως, ο Εναγόμενος 2 συμφώνησε ότι αυτά εκπονήθηκαν στις 27.3.10, όπως και πράγματι καταγράφεται στο πρώτο φύλλο του Τεκμηρίου 14. Οι αλλαγές ήταν απαραίτητες διότι η αρμόδια αρχή απαιτούσε πλέον να υπάρχει απόσταση έξι αντί τριών μέτρων από το σύνορο. Επίσης, δεν αμφισβητείται η αναφορά του Μ.Ε. ότι λίγες μέρες μετά την επιστροφή από την Ισπανία και επειδή έπρεπε να προχωρήσει η παραγγελία (των στηρικτικών και των πλαισίων), η Ενάγουσα στις 29.3.10 εξέδωσε τιμολόγιο για €350.000 συν ΦΠΑ ύψους €52.500 και η Εναγόμενη 1 κατέβαλε αυθημερόν μόνο το πρώτο αυτό ποσό των €350.000 (Τεκμήρια 17‑19). Το Τεκμήριο 19 στη γραπτή δήλωση του Μ.Ε. είναι η απόδειξη μεταφοράς των €350.000 στον λογαριασμό της Ενάγουσας και ως εκ τούτου, δεν ευσταθεί η αναφορά του (στην παράγ. 13) ότι παρουσιάζει ως Τεκμήριο 19 την παραγγελία των 683 πλαισίων στην Ισπανία. Αποδεικτικό για παραγγελία είναι όμως το Τεκμήριο 20, το οποίο αφορά τα στηρικτικά από άλλο εργοστάσιο, για τα οποία ένα μέρος η Ενάγουσα πλήρωσε στις 30.4.10 και το υπόλοιπο εξόφλησε στις 15.6.10, συμπληρώνοντας το συνολικό ποσό των €35.998,27. Βέβαια, ο Εναγόμενος στη δική του μαρτυρία δεν αμφισβήτησε ότι την επόμενη μέρα, ήτοι στις 30.3.10 παραγγέλθηκαν όντως τα πλαίσια. Τέτοια σχετική μαρτυρία πάντως εντοπίζεται στο Τεκμήριο 29 και στο τιμολόγιο για τα 683 πλαίσια, όπου αναφέρεται ως ημερομηνία προτιμολογίου η ημερ. 24.3.10 και τιμολογίου η ημερομηνία 24.5.10. Είναι επίσης παραδεκτό, ότι κατά την περίοδο αυτή και δη στις 16.4.10, η Ενάγουσα τοποθέτησε σχετική πινακίδα με όλες τις πληροφορίες κατασκευής, η οποία βάσει του Τεκμηρίου 21 στοίχισε €747,50 (Τεκμήριο 22), καθώς και ότι εντός του Μαΐου 2010 οι Εναγόμενοι προχώρησαν στην περίφραξη και ισοπέδωση του κτήματος, αφού προέκυψε σχετική συνεννόηση μεταξύ των μερών ότι οι Εναγόμενοι θα αναλάμβαναν τόσο τις εργασίες αυτές όσο και κάποιες άλλες χωματουργικές (εκσκαφές). Πρέπει όμως στο σημείο αυτό να παρεμβληθεί το γεγονός της αντιπαράθεσης η οποία δημιουργήθηκε μεταξύ του Μ.Ε. και του Κυριάκου περί τον Μάιο του 2010, για άσχετους με την υπόθεση λόγους, πράγμα το οποίο οδήγησε και στη διακοπή της συνεργασίας που είχε η Ενάγουσα μαζί του. Δεν θεωρώ πως ο Μ.Ε. είχε οποιονδήποτε λόγο να ψευδομαρτυρήσει για ένα τέτοιο επεισόδιο. Η διατάραξη όμως των σχέσεων αυτών έχει τη σημασία της, καθότι ένεκα αυτής άρχισε ο Εναγόμενος 2 να δημιουργεί προβλήματα στη διεκπεραίωση του έργου, αρχής γενομένης από την άρνησή του να εξοφλήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο του πρώτου τιμολογίου, δηλαδή του Τεκμηρίου 17, το οποίο στην ουσία ήταν ο ΦΠΑ για την πρώτη πληρωμή. Εν πάση περιπτώσει, λόγω του ότι οι Εναγόμενοι είχαν αναλάβει πλέον την περίφραξη και τις χωματουργικές εργασίες, καθώς και επειδή είχαν εξασφαλιστεί χαμηλότερες τιμές πλαισίων (με τα τιμολόγια ημερ. 24.5.10) ενώ εκκρεμούσε και το παλαιότερο υπόλοιπο, κατέστη αναγκαίος ο επανακαθορισμός κάποιων ζητημάτων στη σύμβαση. Έτσι προέκυψε στις 10.6.10 η δεύτερη σύμβαση, ως συμπληρωματική της πρώτης, με τη μεσολάβηση πλέον των εκατέρωθεν δικηγόρων. Με τη συμφωνία αυτή, Τεκμήριο 25, συμφωνήθηκε λοιπόν ότι: (
- i)το ολικό κόστος του έργου μειώνετο σε €457.463 συν ΦΠΑ, (
- ii)οι χωματουργικές εργασίες και η περίφραξη θα γίνονταν από τους Εναγόμενους με έξοδά τους (iii) αυθημερόν οι Εναγόμενοι θα πλήρωναν το 90% του κόστους, ήτοι €411.716,70 συν ΦΠΑ ύψους €61.757,50, ήτοι συνολικά €473.74,20 και (
- iv)το νέο υπόλοιπο ύψους €52.608,24 συν ΦΠΑ θα εξοφλείτο με την παράδοση του έργου. Την ίδια μέρα της συμφωνίας, οι Εναγόμενοι εξόφλησαν και το παλαιό τιμολόγιο καταβάλλοντας τον οφειλόμενο ΦΠΑ ύψους €52.500 (Τεκμήριο 26). Στις 15.6.10 η Ενάγουσα εξέδωσε τιμολόγιο επί των Εναγομένων για ποσό €61.716,52 συν ΦΠΑ σχετικά με επιπρόσθετα κομμάτια στηρικτικών, τα οποία είχαν αφιχθεί εκείνη τη μέρα στο λιμάνι Λεμεσού. Το ποσό αυτό στην πραγματικότητα ήταν το υπολειπόμενο για τη συμπλήρωση της πληρωμής του 90% του νεοκαθορισθέντος ολικού κόστους, λαμβανομένης βέβαια υπόψιν και της παλαιάς αρχικής πληρωμής (ήτοι €350.000 + €61.716=€411.716) και όντως το κατέβαλαν οι Εναγόμενοι αυθημερόν (Τεκμήρια 27 και 28). Τα σχετικά εμπορευματοκιβώτια έφθασαν στο επίδικο κτήμα περί τα τέλη Ιουνίου προς αρχές Ιουλίου του 2010 και πάντως περί τις 2.7.10, που είναι η ημερομηνία του τιμολογίου για τον γερανό εκφόρτωσής τους, ήτοι του Τεκμηρίου 30. Θα πρέπει όμως να καταγραφεί εδώ ότι είναι επίσης παραδεκτό από τον Εναγόμενο 2 πως μέχρι το τέλος Ιουνίου του 2010 οι Εναγόμενοι είχαν ολοκληρώσει και την εκσκαφή των λάκκων στους οποίους θα τοποθετούντο τα στηρικτικά για τα πλαίσια, βάσει της υποχρέωσης που είχαν αναλάβει αρχικά προφορικά, αλλά και αργότερα γραπτώς με τη δεύτερη συμφωνία. Το πιο ουσιώδες όμως είναι πως ο Εναγόμενος 2 δέχθηκε πως υπήρξαν προβλήματα με την εκσκαφή, αφού κάποιους λάκκους δεν τους είχαν σκάψει με ακρίβεια στη βάση δηλαδή των υποδείξεων στις οποίες είχε προβεί η Ενάγουσα (με ράμματα‑γύψο). Πιο σημαντικό μάλιστα, είναι πως ο Εναγόμενος 2 αντεξεταζόμενος συμφώνησε αφενός πως τελικά η Ενάγουσα με τον ηλεκτρολόγο προχώρησαν τη διαδικασία και διόρθωναν χειρωνακτικά (με φτυάρι) ευθυγραμμίζοντας τους λάκκους και αφετέρου πως αυτή η δράση απαίτησε επιπρόσθετο χρόνο για να ολοκληρωθεί, αποδεχόμενος πως αυτό ήταν λογικό. Δέχθηκε μάλιστα ο Εναγόμενος 2, πως η Ενάγουσα με τον ηλεκτρολόγο χρησιμοποίησαν όντως λάμες σε κάποια σημεία για να επιτευχθεί η ευθυγράμμιση. Αν και ήταν η γνώμη του πως αυτές μπορούσαν να αποφευχθούν και να γίνουν όλα σε συντομότερο χρόνο, δεν έδωσε βέβαια οποιαδήποτε εξήγηση για τη γνώμη αυτή, ούτε κάποια βάσιμη υπαλλακτική επιλογή και δεν μπορώ να τη δεχθώ. Ιδιαίτερα έχοντας υπόψιν τις εξηγήσεις του Μ.Ε. για την αναγκαιότητα των διορθώσεων αυτών. Είναι γεγονός πως το έργο ευρίσκετο σε ένα δύσκολο στάδιο, αλλά είναι ακριβώς το σημείο στο οποίο ο Εναγόμενος 2 καταθέτοντας έδειξε εμφανώς να αποφεύγει να πει όσα γνώριζε για τη δράση και τις επεμβάσεις του πεθερού του, οι οποίες πράγματι φαίνεται πως αποσκοπούσαν στο να σταματήσει η Ενάγουσα και να αναλάβει ο ίδιος το έργο με τη δική του εταιρεία, την οποία είχε στο μεταξύ ιδρύσει ("Pachni")και για την οποία δεν έχει αμφισβητηθεί όντως τελικά το ανέλαβε. Δεν έχω πειστεί ότι υπήρξε ειλικρινής σε αυτά τα θέματα ο Εναγόμενος 2. Έχω την εντύπωση πως γνώριζε πολύ περισσότερα, τα οποία δεν θέλησε να αποκαλύψει. Είναι χαρακτηριστικό για τις υπεκφυγές του το ακόλουθο απόσπασμα από τη μαρτυρία του: «E. Τώρα, σαν τοποθετούνταν τούτες οι λάμες, σε κάποιο σημείο είτε εσύ είτε ο κύριος Κυριάκου, πήγατε στην Ενάγουσα και στον ηλεκτρολόγο και τους είπατε "σταματάτε γιατί είναι λάθος τούτο που κάμνετε". A. Εγώ δεν έκαμα κάτι έτσι, αλλά ούτε θυμούμαι, δεν μπορώ να μιλήσω για την πλευρά του Κυριάκου γιατί δεν είμαι ο Κυριάκος, αλλά δεν θυμούμαι να είπα έτσι πράγμα. E. Γι' αυτό έβαλα το ή. A. Εγώ θυμούμαι την επιστολή που στείλαμε ότι τερματίζεται η συμφωνία μας, εν να καταλήξουμε μετά τζιαμέ. E. Η Ενάγουσα όταν τους σταματήσατε σ' αυτό το σημείο, ζήτησε γραπτή υπόδειξη από τον πολιτικό μηχανικό για να τους υποδείξουν τι ήταν το λάθος που εκάμαν. .................................... «A. Δεν έχω να πω κάτι για το συγκεκριμένο». Αντιθέτως, όπως ήδη σημειώθηκε, ο Μ.Ε. ήταν πολύ συγκεκριμένος, πειστικός και παραστατικός στις περιγραφές του. Δέχομαι τη θέση του πως κατά την ημερομηνία άφιξης των εμπορευματοκιβωτίων, ήτοι περί τις 2.7.10, ο Κυριάκου άρχισε να δημιουργεί προβλήματα προβάλλοντας διάφορα παράπονα και προφάσεις για τις εργασίες. Ήταν γι' αυτό που ο Μ.Ε. ζήτησε από τον Εναγόμενο 2 να απομακρύνει τον πεθερό του αλλά αντί τούτου, την επόμενη μέρα διαπίστωσαν ότι τα εμπορευματοκιβώτια είχαν αποσφραγιστεί χωρίς τη δική τους έγκριση και μάλιστα, τοποθετήθηκαν σε αυτά κλειδαριές τις οποίες δεν μπορούσαν να ξεκλειδώσουν, για να πάρουν εξοπλισμό και να εργαστούν. Η πιο πάνω κατάσταση κράτησε τουλάχιστον για δύο μέρες, οπότε επενέβη ο Εναγόμενος 2 και τα άνοιξε για να μπορέσουν να αρχίσουν εργασία. Πλην όμως και πάλι μετά από κάποιες μέρες, άρχισαν τα προβλήματα. Δέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Ε. ότι η πλευρά των Εναγομένων και ειδικά ο Κυριάκου, προέβαλλαν αιτιάσεις σε σχέση με τις βάσεις των στηρικτικών, ισχυριζόμενοι ότι δεν ήταν ακριβώς παράλληλες μεταξύ τους, ότι υπήρχε κακή διάταξη ή κακοτεχνίες, καθώς και ότι υπήρχε καθυστέρηση στην ολοκλήρωση, ενώ στην πραγματικότητα αυτά διόρθωνε η Ενάγουσα με τον ηλεκτρολόγο, ευθυγραμμίζοντάς τα. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως μέσα σε αυτό το άσχημο κλίμα και τις εντάσεις, στις 9.7.10 με πρωτοβουλία της Ενάγουσας είχε ξεκινήσει η αλληλογραφία μέσω των δικηγόρων της κάθε πλευράς. Μέσα από την αλληλογραφία είναι δεκτό πως συνέχιζαν κάποιες εργασίες ακόμα και τον Αύγουστο, π.χ. του ηλεκτρολόγου, όπως άλλωστε δέχονται και Εναγόμενοι μέσω της επιστολής των συνηγόρων τους ημερ. 30.8.10. Δέχομαι επί αυτού τη θέση του Μ.Ε. ότι μέχρι τέλος Ιουλίου του 2010 η Ενάγουσα είχε εγκαταστήσει τα πλαίσια και τους εξοπλισμούς και ότι παρέμενε μόνο η εγκατάσταση των μετατροπέων (inverters) και η καλωδίωση για να γίνει η τελική επιθεώρηση από την Α.Η.Κ. και να τεθεί το πάρκο σε λειτουργία. Ας σημειωθεί, πως σύμφωνα με τον Μ.Ε, οι μετατροπείς είχαν ήδη φθάσει στην Κύπρο εντός Ιουλίου, αν και οι εναγόμενοι ισχυρίζονται πως είχαν αφιχθεί τον Ιούνιο. Ο ίδιος ο Μ.Ε. παραδέχθηκε πως η βασική του ανησυχία και απαίτηση ήταν να διασφαλιστεί ότι θα πληρωθεί τις επιπλέον εργασίες ηλεκτρολόγου και τα επιπλέον μεταλλικά υλικά που είχαν χρησιμοποιηθεί (λάμες). Όπως παραδέχθηκε, αυτός ήταν και ο λόγος που η Ενάγουσα δεν πήρε τους μετατροπείς στο εργοτάξιο (όπως είπε «.υπήρχε μια μη συνεννόηση, γιατί να προχωρήσω πάρα κάτω;»). Όσον αφορά τα μεταλλικά υλικά, αυτά φαίνονται στα έγγραφα (αποδείξεις και τιμολόγια) τα οποία συναποτελούν το Τεκμήριο 24. Αφαιρουμένου του ποσού των €460 από το τιμολόγιο υπ' αρ. 278 (το οποίο ποσό αφορούσε άλλο έργο), δέχομαι ότι μεταξύ 28.6.10 έως 4.8.10 η Ενάγουσα χρησιμοποίησε στο επίδικο έργο επιπλέον μεταλλικά υλικά συνολικής αξίας €1.727,44 (28,71+20+22,90+4,60+3,40+25+125+28,50+1.391,50+47,93+29,90). Σχετικά με τις εργασίες ηλεκτρολόγου δέχομαι ότι η Ενάγουσα σε τρεις δόσεις μεταξύ 2.7.10 έως 22.7.10 εξόφλησε το σχετικό τιμολόγιο ύψους €11.500 το οποίο αφορούσε τις επιπλέον ηλεκτρολογικές εργασίες στο επίδικο πάρκο ως ανωτέρω. Όπως έχει καταστεί σαφές, οι εργασίες αυτές από τον ηλεκτρολόγο δεν αφορούσαν εργασίες, οι οποίες συμπεριλαμβάνοντο στην τιμή που είχε συμφωνηθεί για το έργο. Δεν ήταν δηλαδή οι εργασίες καλωδίωσης και σύνδεσης του συστήματος με το δίκτυο της Α.Η.Κ. Όπως εντίμως παραδέχθηκε ο Μ.Ε, δεν είχαν προλάβει να αρχίσουν την καλωδίωση, η οποία ήταν όντως μέρος της όλης συναλλαγής. Με άλλα λόγια, όπως παραδέχθηκε, υπήρχαν ηλεκτρολογικές εργασίες που ήταν μέρος της συμφωνίας αλλά αυτές που έγιναν δεν ήταν οι προβλεπόμενες εργασίες ("...Η δουλειά που έπρεπε να γίνει, δεν είχε γίνει"). Είναι επίσης σημαντική η παραδοχή του Μ.Ε. πως οι εργασίες ηλεκτρολόγου που θα γίνονταν αργότερα ήταν μεγαλύτερης αξίας από €11.500 («.ήταν να ήταν πολλά παραπάνω μετέπειτα...)», πράγμα το οποίο άλλωστε επιβεβαιώνεται και από το ότι όταν αργότερα προχώρησαν μόνοι τους οι Εναγόμενοι, χρειάστηκε να καταβάλουν στον ίδιο ηλεκτρολόγο €17.500 για την καλωδίωση και σύνδεση. Από πλευράς Εναγομένων, ο Εναγόμενος 2 προέβαλε ότι μετά το πέρας των χωματουργικών εργασιών και της περίφραξης, είχαν συμφωνήσει ότι εντός τριών εβδομάδων το πάρκο έπρεπε να καταστεί λειτουργήσιμο, κάτι που κατά τον ίδιο δεν συνέβη εξαιτίας της άρνησης της Ενάγουσας να προσέλθει, η οποία μόλις έλαβε το 90% της αμοιβής, εγκατέλειψε ανολοκλήρωτο το έργο, υποβάλλοντας τους Εναγόμενους σε τεράστιες ζημιές τις οποίες αξιώνουν. Προέβαλε πως ήταν στα πλαίσια αυτά που κάλεσαν την Ενάγουσα με τις επιστολές ημερ. 9.7.10 και 30.8.10 όπως συνεχίσει τις εργασίες στο έργο και να παραδώσει τους μετατροπείς, που είχαν ήδη πληρώσει, καθώς και ότι η Ενάγουσα αρνήθηκε να το πράξει, προφασιζόμενη διάφορες δικαιολογίες. Η μαρτυρία αυτή του Εναγομένου 2 δεν συνάδει καθόλου με την υπόλοιπη αξιόπιστη μαρτυρία ή την κοινή λογική και δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Κατ' ακρίβειαν, η εκδοχή αυτή αναφέρεται σε χρόνο μετά την ολοκλήρωση της περίφραξης και της ισοπέδωσης του κτήματος (και όχι μετά την ολοκλήρωση και της εκσκαφής περί τα τέλη Ιουνίου του 2010). Ουσιαστικά, πρόκειται για επανάληψη της θέσης την οποίαν κατέγραψαν και οι συνήγοροι των Εναγομένων στην αρχική επιστολή τους ημερ. 9.7.10 προσδιορίζοντας μάλιστα και ότι αυτή η ρητή υποχρέωση είχε αναληφθεί στις 10.6.10. Κατά τη δική μου κρίση, είναι καθόλα λογικό πως αν υπήρχε τέτοια συζήτηση και δέσμευση στις 10.6.10 και μάλιστα μετά από τις εντάσεις και στην παρουσία δικηγόρων, πολύ απλά θα είχε καταγραφεί στους όρους της συμπληρωματικής συμφωνίας, (Τεκμήριο 25) με την οποίαν είχαν προνοήσει για όλα τα εκκρεμή ζητήματα. Δεν είναι καθόλου λογικό να είχαν αφήσει ένα τέτοιο ζήτημα μόνο σε προφορική δέσμευση, εάν είχαν συμφωνήσει. Αρκεί να δει κάποιος την τελευταία ολιγόλεκτη υποπαράγραφο της συμφωνίας ημερ. 10.6.10 για να αντιληφθεί πόσο εύκολο ήταν να προστεθούν ακόμα λίγες λέξεις για τον χρόνο παράδοσης, εάν αυτή ήταν η περίπτωση. Η πραγματικότητα λοιπόν, είναι πως ακόμα και στις 10.6.10 οι δύο πλευρές δεν είχαν επιλέξει να προβλέψουν συγκεκριμένο χρόνο ολοκλήρωσης του έργου. Άλλωστε, είχαν περάσει επτά μήνες από την αρχική συμφωνία, μέχρι τότε είχαν κινηθεί στα πλαίσια της φίλιας τους σχετικά από κοινού και πλέον είχαν επιλύσει και τα όποια θέματα είχαν προκύψει μειώνοντας το τίμημα και διαχωρίζοντας τις εργασίες που απέμεναν, για τις οποίες είχαν υπόψιν ότι θα απαιτείτο κάποιος εύλογος χρόνος προς υλοποίηση. Εν πάση περιπτώσει, η αλληλογραφία κατέληξε με επιστολή ημερ. 16.9.10 από πλευράς Εναγομένων, δια της οποίας τερματίζοντο οι συμβάσεις και η συνεργασία. Δεν αμφισβητείται η θέση της Ενάγουσας πως εν τέλει παρέλαβε αργοπορημένα τα εμπορευματοκιβώτια και ότι εντός Οκτωβρίου του 2010 αναγκάστηκε να καταβάλει τα πρόστιμα για την καθυστέρηση επιστροφής τους στους δικαιούχους, ήτοι €3.500 ως το Τεκμήριο 35. Η δε μαρτυρία του Μ.Ε. ότι όταν παρέλαβαν τα εμπορευματοκιβώτια, διαπίστωσαν ότι τα είχαν γεμίσει με σκουπίδια οι Εναγόμενοι και για αυτό οι Ενάγοντες πλήρωσαν €600 για τον καθαρισμό τους, δεν έχει αμφισβητηθεί και τη δέχομαι. Άλλωστε, η σχετική χρέωση φαίνεται επίσης στο σχετικό τιμολόγιο, Τεκμήριο 34, της ιδιοκτήτριας. Νομική Πτυχή Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Ανόρθωσις ν. Απόλλων
(2002)1(Α) 1 Α.Α.Δ. 518, το βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου των συμβάσεων αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων της συμφωνίας. Το πραγματικό νόημα ανευρίσκεται κατόπιν ερμηνείας συνολικής και όχι αποσπασματικής. Στην παρούσα περίπτωση το πρώτο ερώτημα το οποίο απασχολεί , ήτοι το κατά πόσον υπήρχε χρόνος εκτέλεσης στις δύο συμβάσεις, απαντάται πολύ εύκολα αφού διαπιστώνεται από τα δύο κείμενα πως τα δύο μέρη δεν είχαν συμφωνήσει κάτι σχετικό. Είναι δε ενδεικτικό πως ακόμα και ο Εναγόμενος 2 εμμέσως το παραδεχόταν αφού όταν απαιτήθηκε να αναφερθεί σε χρόνο, επικαλέστηκε αδόκιμα κάποιο διαφημιστικό της Ενάγουσας το οποίο είχε επισυναφθεί στην αίτηση προς τη ΡΑΕΚ, Τεκμήριο 5. Ασφαλώς δεν μπορεί να δοθεί τέτοια ερμηνεία στις δύο επίδικες συμβάσεις ή να γίνει δεκτό ότι υπήρχε εξυπακουόμενος όρος ως προς τον χρόνο εκπλήρωσης. Όπως έχει λεχθεί στην Τσιαλής ν. Χατζηανδρέου
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1250, η διαπίστωση περί της ύπαρξης εξυπακουόμενου όρου αποδίδεται στην ανάγκη να δοθεί αποτελεσματικότητα και πληρότητα στη συμφωνία, εκφράζοντας εκείνο το οποίο αν και δεν έχει λεχθεί ή καταγραφεί, εντούτοις αντιπροσωπεύει την εμφανή και αναγκαία πρόθεση των μερών. Περαιτέρω, όπως εξηγείται στο σύγγραμμα "Το Δίκαιο των Συμβάσεων", Π. Πολυβίου, 2014, Β' Τόμος, σελ. 555, η συμπερίληψη εξυπακουόμενου όρου συνιστά εξαιρετικό μέτρο και δεν εξαρτάται από το κατά πόσον είναι λογικό να υπάρχει, αλλά από το εάν κρίνεται απόλυτα αναγκαίος και απαραίτητος για να αποδοθεί λειτουργικότητα στη σύμβαση. Ασφαλώς ο χρόνος γενικά αλλά και ειδικά στην επίδικη περίπτωση δεν κρίνεται ως απόλυτα αναγκαίος για τη λειτουργικότητα. Όπως αναφέρεται και στην Καλησπέρας ν. Δρυάδη
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 867, ο χρόνος εκπλήρωσης συμβατικών υποχρεώσεων δεν αποτελεί αφ' εαυτού ουσιώδη όρο της σύμβασης, εκτός εάν αυτή είναι η πρόθεση των συμβαλλομένων, όπως διαγράφεται από τους όρους της σύμβασης, οπότε καθίσταται ακυρώσιμη κατ' επιλογήν του αναίτιου μέρους (άρθρο 55 του Κεφ. 149). Στις περιπτώσεις στις οποίες δεν έχει καθοριστεί χρόνος για εκπλήρωση υποχρέωσης σε γραπτή σύμβαση, τότε η υποχρέωση θα πρέπει να εκπληρωθεί εντός εύλογου χρόνου (Δημήτρη κ.α. ν. Beven
(1999)1 Α.Α.Δ. 663). Όμως είναι δυνατό ο χρόνος να καταστεί ουσιώδης, ακόμα και όταν δεν προβλέπεται κάτι τέτοιο από τη σύμβαση, αφού όμως δοθεί λογική προειδοποίηση προς συμμόρφωση με τους όρους της (βλ. Charalambous ν. Vakana
(1982)1 C.L.R. 310, Paraskeva v. Lantas
(1988)1 C.L.R. 285, Rodoulli v. Papasavvas
(1988)1 C.L.R. 540). Στην παρούσα περίπτωση δεν υπήρχε όρος ως προς τον χρόνο στην πρώτη σύμβαση, η δε θέση ότι συμφωνήθηκε προθεσμία σχετικά με τον χρόνο παράδοσης στη δεύτερη σύμβαση έχει απορριφθεί και σαφέστατα σε καμιά από τις επιστολές των Εναγομένων δεν έχει αναφερθεί ή τεθεί προθεσμία για συμμόρφωση κατά τρόπο που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ότι ο χρόνος αυτός είχε καταστεί ουσιώδης. Έχει δε διαφανεί ότι γίνονταν εργασίες τόσο κατά τον Ιούλιο όσο και κατά τον Αύγουστο του 2010 και κυρίως ότι το μόνο για το οποίο έθεσαν προθεσμία οι Εναγόμενοι με την επιστολή τους ημερ. 14.9.10 (και μάλιστα μόνο δύο ημερών), ήταν για τη μεταφορά των μετατροπέων στον χώρο του εργοταξίου και συνέχιση εργασιών. Η συμβατική υποχρέωση βέβαια της Ενάγουσας ήταν η παράδοση ολόκληρου του έργου και είναι για αυτή που θα έπρεπε, εάν αυτή ήταν επιθυμία των Εναγομένων, να καταστεί ουσιώδης ο χρόνος. Οι συνήγοροι της Ενάγουσας είχαν δίκαιο ότι το πώς θα πετύχαιναν την παράδοση του έργου ήταν ακριβώς η δική τους υποχρέωση και ζήτημα δικό τους. Δεν φαίνεται να είχε γίνει αντιληπτό από τους Εναγόμενους πως η σχέση ήταν σύμβαση εργολαβίας και όχι αγοράς αγαθών. Είναι ενδεικτικό πως με την πρώτη επιστολή τους μέσω των δικηγόρων τους οι Εναγόμενοι στις 9.7.10 επικαλούνται (
- i)ρητή συμφωνία για τον χρόνο χωρίς να είχε καταγραφεί οτιδήποτε στη δεύτερη σύμβαση, (
- ii)κακοτεχνίες διαπιστωθείσες από τον πολιτικό μηχανικό χωρίς να δίδουν κάποιο περαιτέρω στοιχείο και (iii) ασχολούνται με το θέμα των εμπορευματοκιβωτίων τα οποία κανονικά ήταν θέμα ευθύνης της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα ζήτησε με την απάντησή της ημερ. 13.7.10 δύο βασικά πράγματα, ήτοι πρώτο να της υποδειχθούν οι κακοτεχνίες που (δήθεν) υπέδειξε ο μηχανικός και δεύτερο, να σταματήσουν οι ενέργειες των Εναγομένων που εμπόδιζαν την πρόοδο του έργου με μεγαλύτερη ταχύτητα, υποδεικνύοντας από τότε ότι όλα τα προβλήματα τα δημιουργούσε ο Κυριάκου. Το εκπληκτικό και παράδοξο όμως είναι πως οι Εναγόμενοι στη δική τους επόμενη επιστολή ημερ. 30.8.10 δεν ασχολούνται και δεν απαντούν σε κανένα από τα τρία σημεία που είχε θίξει η Ενάγουσα. Μάλιστα, τώρα παραδέχονται οι Εναγόμενοι ότι γίνονται εργασίες από τον ηλεκτρολόγο και αρχίζουν να ζητούν την παράδοση των μετατροπέων. Παρά δε τη διαβεβαίωση από την Ενάγουσα με την επόμενη επιστολή της ημερομηνίας 13.9.10 ότι το έργο θα ολοκληρωθεί και τη διευκρίνιση ότι εκκρεμεί κάποιο ποσό για την επιπλέον εργασία, οι Εναγόμενοι στις 14.9.10 με νέα επιστολή τους σαφώς δείχνουν να αμφισβητούν τις επιπλέον εργασίες και θέτουν αυστηρή προθεσμία δύο ημερών για να παραδοθούν οι μετατροπείς και να συνεχίσουν οι εργασίες. Στην επόμενη επιστολή της ημερομηνίας 15.9.10 η Ενάγουσα αναφέρεται στο αυτονόητο, ήτοι ότι οι μετατροπείς ήταν δική της ευθύνη, ότι θα τοποθετηθούν και παρέχει ανάλυση των επιπλέον εργασιών, υπενθυμίζοντας αφενός ότι είχαν ήδη συζητηθεί στη συνάντησή τους που έγινε λίγες μέρες πριν τις 13.9.10 και αφετέρου ότι δεν υπάρχει χρόνος εκπλήρωσης της σύμβασης, αλλά απλά ο Κυριάκου επιθυμούσε να σταματήσει η εργασία από την Ενάγουσα. Η ανάλυση δε των επιπλέον εργασιών διαψεύδει τον Εναγόμενο 2, ο οποίος επέμενε πως δεν είχαν δοθεί εξηγήσεις για τα ποσά αυτά. Οι Εναγόμενοι παρά τα πιο πάνω, επιβεβαίωσαν ότι με τις επιλογές τους αυτό το οποίο διακαώς επιθυμούσαν ήταν τη διακοπή της συνεργασίας. Τήρησαν με ευλάβεια την προθεσμία των δύο ημερών που έδωσαν στις 14.9.10 και στις 16.9.10 τερμάτισαν τη συνεργασία. Το έργο όμως είχε φτάσει σε σημείο που απέμεναν η εγκατάσταση των μετατροπέων, η καλωδίωση και η σύνδεση με το δίκτυο της Α.Η.Κ. Αυτό αποδεικνύεται από τις εργασίες στις οποίες οι ίδιοι προέβησαν μετά τον τερματισμό, ήτοι την αγορά των μετατροπέων έναντι ποσού €58.750 (Τεκμήριο 36) και ηλεκτρολογικές εργασίες, δηλαδή τη διασυρμάτωση (όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 38) έναντι ποσού €17.500. Είναι δε σαφές, πως οι Εναγόμενοι αμέσως μετά τον τερματισμό συνέχισαν και ολοκλήρωσαν το έργο και ότι υπήρξε σύνδεση με το δίκτυο της Α.Η.Κ. από τις 26.11.10 όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 39. Δηλαδή σε διάστημα δύο μηνών περίπου από την καταγγελία της σύμβασης. Στη βάση των πιο πάνω, έχω την άποψη πως οι Εναγόμενοι δεν είχαν δώσει την απαιτούμενη εύλογη ή λογική προειδοποίηση προς συμμόρφωση με τη βασική υποχρέωση της Ενάγουσας. Ουσιαστικά, με τον τρόπο που έδρασαν και τις επιλογές τους δεν είχαν καταστήσει τον χρόνο ουσιώδη. Συνεπώς, δεν είχαν αποκτήσει το δικαίωμα να τερματίσουν τη συμβατική σχέση για παράβαση τέτοιου είδους και ο τερματισμός στον οποίο προέβησαν κρίνεται παράνομος με βάση το Δίκαιο των Συμβάσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 75 του Περί Συμβάσεων Νόμου, σε περίπτωση παράβασης της συμφωνίας σύμβασης, ο ζημιωθείς συμβαλλόμενος δικαιούται αποζημίωσης από τον υπαίτιο για τη ζημιά ή απώλεια την οποία υπέστη. Σύμφωνα με τη βασική υπόθεση Saab ν. Holy Monastery of Ay. Neofytos
(1982)1 C.L.R. 499, ο καθορισμός αποζημιώσεων για μια παράβαση σύμβασης αποσκοπεί στο να θέσει το ανυπαίτιο μέρος στη θέση στην οποία θα ευρίσκετο εάν δεν προέκυπτε η παράβαση. Όπως έχει τεθεί στην George Charalambous Ltd v. Kalos Kafes Ltd
(1997)1 (A) Α.Α.Δ. 199: «Η γενική αρχή η οποία διέπει τον καθορισμό των ζημιών είναι εκείνη της αποζημίωσης, δηλαδή το αθώο μέρος πρέπει να τεθεί, σε όποιο βαθμό αυτό μπορεί να επιτευχθεί με το χρήμα, στην ίδια θέση στην οποία θα ήταν ως εάν η σύμβαση να είχε εκτελεστεί. (Βλέπε Johnson v. Agnew [1979] 1 All E.R. 883). Ανάλογες είναι οι αρχές οι οποίες διατυπώνονται στην Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499) όπου στις σελίδες 519 και 520 αναφέρεται ότι: «Reinstatement lies at the core of the rules regulating the assessment of compensation for breach of contract. Damages aim to restore the party to the position he would be but for the breach. This is normally accomplished by awarding damages reasonably foreseeable at the time of execution of the agreement, as likely to arise upon breach». Και «The extent of the damage likely to be suffered by the innocent party, is ordinarily discernible at the time of breach. The repercussions of breach become known thereupon. So, ordinarily, damage is estimated as at the date of breach». (Βλέπε επίσης: Αλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ και Άλλος v. Θέλμας Τρυφωνίδου, Πολιτική Έφεση Αρ. 8660, ημερομηνίας 24.6.1996)». Περαιτέρω ανάλυση δίδεται στην υπόθεση Men Mar v. CLP Catering Ltd, Πολ. Έφ. 27/12, ημερομηνίας 23.1.18: «.υπάρχουν τρεις βασικές κατηγορίες στις οποίες ο ενάγων δύναται να εντάξει την αξίωση του για αποζημιώσεις. Η πρώτη αφορά το λεγόμενο «expectation interest» που έχει ως βάση την προσδοκία του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος θα εκπληρώσει τις δικές του συμβατικές υποχρεώσεις και στην περίπτωση που δεν το πράττει, οι αποζημιώσεις θα πρέπει να τον αποζημιώνουν με το να τον θέσουν στην ίδια καλή κατάσταση που θα ήταν αν ο εναγόμενος εκπλήρωνε την υπόσχεση του. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το λεγόμενο «reliance interest» στην οποία εμπίπτουν οι ενέργειες τις οποίες προς βλάβη του έχει υποστεί ο ενάγων στη βάση της υπόσχεσης του εναγομένου ότι θα εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις με αποτέλεσμα να υποστεί διάφορα έξοδα τα οποία ο εναγόμενος θα πρέπει να αποκαταστήσει. Ο σκοπός εδώ είναι να τεθεί ο ενάγων στην ίδια καλή κατάσταση ως θα ήταν πριν την υπόσχεση που έδωσε ο εναγόμενος. Τέλος, ο ενάγων μπορεί να αξιώσει το λεγόμενο «restitution interest», κατά το οποίο ο ενάγων δεν επιθυμεί να αποζημιωθεί για την απώλεια που έχει υποστεί, αλλά επιθυμεί να αποστερήσει από τον εναγόμενο το κέρδος το οποίο απεκόμισε σε βάρος του». Στην παρούσα περίπτωση, εάν η σύμβαση εκπληρώνετο κανονικά, η Ενάγουσα: Α) Θα εγκαθιστούσε τους μετατροπείς τους οποίους είχε ήδη αγοράσει και πληρώσει, άγνωστο σε ποια τιμή, αφού όπως είπε και ο Μ.Ε, το υπόλοιπο της σύμβασης "δεν έχει να κάμει με τα inverters γιατί δεν ήταν ξεχωριστά χρεωμένα για τον πελάτη". Β) Θα προέβαινε στην καλωδίωση πληρώνοντας η ίδια για τον ηλεκτρολόγο, άγνωστο για ποιο ποσό, αφού δεν υπήρξε μαρτυρία ως προς τη δική της συμφωνία με τον ηλεκτρολόγο. Γ) Θα δικαιούτο να εισπράξει το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος ποσού, ήτοι €52.608,24 με την ολοκλήρωση των δύο πιο πάνω εργασιών. Δ) Θα δικαιούτο να εισπράξει επίσης τα ποσά που κατέβαλε για τις επιπλέον εργασίες, ήτοι €11.500 για τα ηλεκτρολογικά και €1.727,44 για τα μεταλλικά υλικά, δηλαδή το σύνολο των €13.227,
- Ε) Δεν θα κατέβαλλε το ποσόν των €4.100 για καθυστερήσεις και καθαριότητα εμπορευματοκιβωτίων, τα οποία κατέβαλε η ίδια. Στ) Δεν συμφωνώ ότι τίθεται βάσιμα οποιοδήποτε ζήτημα για τη διαφημιστική πινακίδα, αφού ως παραδέχεται πολύ ορθά στην αγόρευσή της η Ενάγουσα, αυτή η πινακίδα ήταν προϋπόθεση για τη σωστή πρακτική εγκατάστασης του συστήματος και μέρος της όλης συμφωνίας λόγω της οποίας και κατασκευάστηκε. Δεν έχει γίνει αντιληπτό τι αξία θα είχε μια τέτοια εξειδικευμένη πινακίδα για οποιαδήποτε άλλη χρήση, εκτός από το να δίδει πληροφόρηση για το έργο για το οποίο κατασκευάστηκε και στο οποίο ανήκε. Διαπιστώνεται κατ' αρχάς από τα πιο πάνω, πως η Ενάγουσα δεν θα δικαιούτο αυτομάτως και χωρίς άλλο την είσπραξη του υπόλοιπου της σύμβασης. Θα έπρεπε να προβεί σε δύο εργασίες, οι οποίες αναμφίβολα θα επέφεραν κάποιο επιπλέον κόστος για την ίδια, το οποίο βέβαια λόγω του τερματισμού έχει εξοικονομηθεί. Η Ενάγουσα δικογραφικά διεκδίκησε το ποσό των 52.608,24 ως υπόλοιπο της συμφωνηθείσας τιμής χωρίς να λάβει υπόψιν της τις δύο αυτές εργασίες και το όφελος που είχε από τη μη διεκπεραίωσή τους. Από πλευράς μαρτυρίας, δεν έχει καταδειχθεί η τιμή στην οποία αγόρασε τους μετατροπείς, ενώ ο Μ.Ε. είπε πως το υπόλοιπο αυτό της σύμβασης δεν σχετίζεται με αυτούς (τους μετατροπείς). Δεν παραγνωρίζω ότι στην αγόρευσή της η Ενάγουσα εμμέσως προέβη σε κάποια διασύνδεση του εν λόγω ποσού με την αξία των μετατροπέων, λέγοντας πως δεν μπορεί να προβληθεί ότι δεν δικαιούται την αξία τους, διότι η ίδια υπέστη τα έξοδα απόκτησής τους και έμειναν αχρησιμοποίητοι. Μια τέτοια εισήγηση όμως φέρνει στο προσκήνιο μιαν άλλη αρχή. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση George Charalambous Ltd (ανωτέρω): «Η βασική αρχή της αποζημίωσης του αθώου μέρους από μια παράβαση συμφωνίας περιορίζεται από μια δεύτερη αρχή η οποία προκύπτει από την παράγραφο 3 του άρθρου 73 του Κεφ.
- Με τη δεύτερη αυτή αρχή επιβάλλεται στον ενάγοντα το καθήκον λήψης λογικών μέτρων για περιορισμό της ζημιάς του. Ο ενάγων δεν μπορεί να απαιτήσει ζημιά την οποία ήταν δυνατό να περιορίσει εάν ελάμβανε προς τούτο λογικά μέτρα. (Βλέπε: British Westinghouse Electric and Manufacturing Co. V. Underground Electric Rys. Co. Of London [1919] 2 K.B. 581 και Pilkington v. Wood [1953] 2 All E.R. 810, Αγησιλάου v. Χρίστου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 713 και Πουρίκκος v. Βασιλείου, Πολιτική Έφεση Αρ. 8012, ημερομηνίας 30.4.1993). Το ερώτημα, εάν ο ενάγων επέδειξε αμέλεια να λάβει λογικά μέτρα για περιορισμό της ζημιάς του, είναι θέμα πραγματικό και το βάρος της απόδειξης του γεγονότος αυτού εναποτίθεται στους ώμους της άλλης πλευράς. (Βλέπε: Payzau Ltd v. Sanndors [1919] 2 K.B. 581 και Shearman v. Folland [1950] 1 All E.R. 976)». Η αλήθεια είναι ότι καμιά πλευρά στην παρούσα περίπτωση δεν έχει ασχοληθεί είτε στα δικόγραφά της είτε κατά την ακρόαση με την τύχη των μετατροπέων που είχε παραγγείλει και παραλάβει η Ενάγουσα. Κατ' ακρίβειαν, ούτε το αν έχουν τελικά εξοφληθεί από την Ενάγουσα έχει καταδειχθεί. Με βάση τη δήλωση στην αγόρευση, φαίνεται πως δεν υπήρξε οποιαδήποτε προσπάθεια είτε επιστροφής τους είτε μεταπώλησής τους, είτε χρησιμοποίησής τους σε κάποιο άλλο έργο, πράγμα που ασφαλώς παραβιάζει το υφιστάμενο καθήκον της Ενάγουσας για περιορισμό της ζημιάς της και σε συνδυασμό με την αδυναμία διαπίστωσης της αξίας των δύο εργασιών, αποκλείει και τη διαπίστωση περί ύπαρξης ζημιάς. Ούτε όμως και οι Εναγόμενοι κατέβαλαν οποιαδήποτε προσπάθεια να καταδείξουν την τιμή αγοράς των μετατροπέων για την Ενάγουσα, το κόστος εγκατάστασής τους ή την αμοιβή που θα κατέβαλλε η Ενάγουσα προς τον ηλεκτρολόγο για την καλωδίωση. Βασικά, μη γνωρίζοντας τις αξίες των δύο επιμέρους εργασιών οι οποίες απέμειναν, δεν μπορεί κάποιος να πει ότι μέσα στο ποσό το οποίο έχει εισπράξει μέχρι τον τερματισμό η Ενάγουσα είχε καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό για τις συμβατικές ηλεκτρολογικές εργασίες. Παραμένει πάντοτε ανοικτό το ενδεχόμενο να είχαν λάβει καλύτερες τιμές τόσο για τους μετατροπείς, όσο και για τις ηλεκτρολογικές εργασίες με αποτέλεσμα σε τέτοια περίπτωση, και τα δύο αυτά κονδύλια να καλύπτοντο από το μη καταβληθέν συμφωνηθέν υπόλοιπο. Με άλλα λόγια, εάν η αξία της αγοράς των μετατροπέων για την Ενάγουσα ήταν €52.608 (ή περισσότερα) τότε σημαίνει πως είχε προπληρωθεί και κάποιο ποσό για τις συμβατικές αναγκαίες ηλεκτρολογικές εργασίες τις οποίες εν τέλει καρπώθηκε χωρίς να προσφέρει τις εργασίες (και άρα ωφελήθηκε), ενώ για τους μετατροπείς δεν έλαβε μέτρα για περιορισμό της ζημιάς της. Εάν η αξία αγοράς ήταν μικρότερη από €52.608, θα είχε σημασία ποια είναι η τιμή αγοράς διότι η διαφορά θα μπορούσε να είναι είτε το κέρδος, είτε η αξία των συμβατικών ηλεκτρολογικών εργασιών, τα οποία βέβαια δεν μπορούν να προσδιοριστούν με την υφιστάμενη μαρτυρία. Διαπιστώνεται από τα πιο πάνω, πως η μόνη ζημιά την οποία έχει καταδείξει η Ενάγουσα ως συνέπεια τερματισμού είναι τα έξοδα τα οποία υπέστη για τα εμπορευματοκιβώτια ενώ δικαιούται και την αμοιβή για τις επιπλέον εκτελεσθείσες εργασίες. Στη βάση δε της κατάληξης αυτής, η ανταπαίτηση υπόκειται σε απόρριψη αφού ο τερματισμός και όσα ακολούθησαν ήταν επιλογή των Εναγομένων, ήτοι χωρίς υπαιτιότητα της Ενάγουσας. Κατάληξη Με βάση όλα τα ανωτέρω, στην αγωγή εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως για το ποσό των €17.324,44 με νόμιμο τόκο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Δεδομένου ότι αγωγή και ανταπαίτηση έχουν συνεκδικαστεί, επιδικάζεται ένα κονδύλι (σετ) προς όφελος της Ενάγουσας και εις βάρος των Εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, ως θα υπολογιστούν στην ανάλογη κλίμακα, συν νόμιμο τόκο από σήμερα και ΦΠΑ. (Υπ.) Χ. Β. Χαραλάμπους Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο