Athos Fouttis & Co Ltd κ.α. ν. Αστυνομίας Κύπρου, Αρ. Αγωγής: 3307/19, 25/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A480 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3307/19 Μεταξύ:
- Athos Fouttis & Co Ltd, από τη Λεμεσό
- Oxford Management Ltd, από τη Λεμεσό
- XXXXX Χρυσάνθου, από τη Λεμεσό Εναγόντων/Αιτητών -και- Αστυνομίας Κύπρου Εναγομένης/Καθ' ης η Αίτηση Ημερομηνία: 25.11.20 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Μ. Κυπριανού μαζί με κ. Χρ. Γαλανό Για την Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση: κα Δ. Παπαμιλιτιάδους. Αίτηση ημερ.12.11.19 Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ Το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, έλαβε επιστολή από τη Γενική Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ημερ.5.2.18, με αίτημα για δικαστική συνδρομή αναφορικά με διερευνώμενη ποινική υπόθεση φοροδιαφυγής εναντίον του XXXXX Veleryevich Mizgirev και σχετικά με τις εταιρείες Corpad Services Ltd, Oxford Management Ltd και Athos Fouttis & Co Ltd. Το αίτημα προωθήθηκε στον Αρχηγό Αστυνομίας και στη συνέχεια η Γ/Αστ XXXXX Πατσαλίδου, ανακρίτρια στο γραφείο εκτέλεσης Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας και Αιτημάτων Δικαστικής Συνδρομής, στο κλιμάκιο Λεμεσού & Πάφου, ανέλαβε την σχετική έρευνα. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση καταγράφονται λεπτομερώς οι ενέργειες που έλαβε, εκδίδοντας προς τούτο διαταγές παρουσίασης εγγράφων και λήψης καταθέσεων. Ανάλογο αίτημα των Ρωσικών αρχών, υπεβλήθη και στις 22.2.18, εναντίον της XXXXX Vladimirovna Balashovna, διευθύντριας της Kontaz OOO, με τις ληφθείσες ανάλογες ενέργειες εκ μέρους της πιο πάνω Γ/Αστ XXXXX Πατσαλίδου. Αναφορά σε αυτά θα γίνει και στη συνέχεια. Σύμφωνα με τους αιτητές, στις 8.11.19 συμμορφώθηκαν, αποστέλλοντας τα σχετικά στοιχεία προς την πιο πάνω αστυφύλακα. Στις 17.10.19 καταχωρήθηκε η εν τίτλω αγωγή, καθώς και αίτηση δια κλήσεως, πλην όμως, για τους λόγους που αναφέρουν οι αιτητές, η αίτηση δια κλήσεως κατέστη άνευ αντικειμένου. Η μόνη επιλογή, σύμφωνα με τους αιτητές, ήταν η καταχώριση της υπό κρίση μονομερούς αιτήσεως, γιατί ανά πάσα στιγμή τα έγγραφα και οι πληροφορίες που λήφθηκαν από τις αιτήτριες, συνεπεία της εκτέλεσης των πιο πάνω ειδοποιήσεων και των διαταγών προσαγωγής εγγράφων, δύνανται να προωθηθούν προς τις Ρωσικές Αρχές. Πέτυχαν, την 14.11.19, την έκδοση μονομερώς, διαταγμάτων απαγορευτικών στην καθ' ης η αίτηση να προωθήσει στις Ρωσικές Αρχές τις πληροφορίες και έγγραφα που περιήλθαν στην κατοχή της από τους αιτητές, ως αποτέλεσμα των πιο πάνω ενεργειών της καθ' ης η αίτηση. Νομική βάση της αίτησης αποτελεί το Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, τα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, η Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Άρθρο 9
(2)του Περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμου του 2001, Ν.23(Ι)/2001, τα Άρθρα 2 και 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για Αμοιβαία Αρωγή σε Ποινικά Θέματα και του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, Ν.2(ΙΙΙ)/2000, τα Άρθρα 15 και 17 του Συντάγματος, και το Άρθρο 8 της Ε.Σ.Δ.Α. Η καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση, υποστηριζόμενη από δυο ένορκες δηλώσεις, μιας εκ μέρους λειτουργού του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως που χειρίζεται τα θέματα αυτά, ως το Υπουργείο που έχει οριστεί ως Κεντρική Αρχή. Αναφέρεται στην αλληλογραφία και στο ιστορικό που οδήγησε στην εκτέλεση των αιτημάτων και η άλλη, από την πιο πάνω Γ/Αστ XXXXX Πατσαλίδου, στην οποία περιγράφονται λεπτομερώς τα αιτήματα καθώς και οι ενέργειες που έλαβε προς εκτέλεση τους. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Τα γεγονότα της αίτησης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση. Σύμφωνα με την παράγραφο 9, το Ρωσικό αίτημα στην πραγματικότητα είναι πολιτικά υποκινούμενο, και μέρος επίθεσης επιδρομέων που έχουν υποκινηθεί από την Ρωσική εταιρεία OJSC United Chemical Company Uralhem, τον τελικό δικαιούχο της κ. XXXXX Mazepin και άλλα μέρη, εναντίον της Ρωσικής εταιρείας OJSC Togliattiazot (ΤοΑΖ), ορισμένων υφιστάμενων και προηγούμενων διευθυντών και αξιωματούχων της και εναντίον των μετόχων της Bairiki Incorporated, Kamara Ltd, Instantania Holdings Ltd και Trafalgar Developments Ltd, μέτοχοι της ΒΚΙΤ. Σύμφωνα με τους αιτητές, οι «επιθέσεις επιδρομέων» είναι ένα διεθνώς καλά αναγνωρισμένο φαινόμενο το οποίο επικρατεί ιδιαίτερα στη Ρωσική Ομοσπονδία. Συνήθως περιλαμβάνει την απόκτηση από τον ούτω αποκαλούμενο «επιδρομέα» μειοψηφικού μετοχικού μεριδίου στην στοχευόμενη εταιρεία. Στη συνέχεια, σειρά κακόπιστων αστικών και ποινικών υποθέσεων καταχωρούνται επανειλημμένα εκ μέρους ή κατ' εντολή του επιδρομέα εναντίον του στόχου, με σκοπό την υποτίμηση της μετοχής της εταιρείας, Συχνά ασκείται και παράνομη πίεση επί των δικαστικών αρχών, για να αρχίσουν διοικητικές και φορολογικές διώξεις εναντίον αξιωματούχων της εταιρείας και γίνονται έρευνες και κατασχέσεις εμπιστευτικών πληροφοριών στα γραφεία του στόχου. Η ΤοΑΖ είναι εταιρεία στη Ρωσική Ομοσπονδία. Παράγει και πωλεί λιπάσματα και έχει την έδρα της στην περιφέρεια Σαμάρα της Ρωσίας. Η ΤοΑΖ υπήρξε ξανά θύμα τέτοιας επίθεσης τα έτη 2005-2007, από κάποιο άλλο πρόσωπο, και έγιναν διώξεις εναντίον των XXXXX Makhlai και XXXXX Makarov, για τους οποίους Αγγλικό Δικαστήριο αρνήθηκε να εκδώσει, με το δικαιολογητικό ότι μια ποινική δίκη στη Ρωσία θα ήταν πολιτικά υποκινούμενη και ο δικαστής θα γνώριζε το αναμενόμενο αποτέλεσμα και θα δεχόταν πιέσεις. Το δικαστήριο είχε ενώπιον του αναντίλεκτη μαρτυρία, η οποία ξεκάθαρα εμπλέκει αξιωματούχους από την Προεδρική Διακυβέρνηση, σε μια προσπάθεια να επηρεαστεί η απόφαση δικαστή αναφορικά με την εταιρεία ΤοΑΖ (παράγραφος 17 ενόρκου δηλώσεως). Στη συνέχεια και στις παραγράφους 18-54 περιγράφονται οι επιθετικές ενέργειες του Mazepin, ο οποίος αγόρασε το μειοψηφικό κεφάλαιο της ΤοΑΖ, και από τις παραγράφους 55 - 60, κάτω από τον τίτλο «Πολιτικά κίνητρα πίσω από αίτημα για νομική αρωγή», καταγράφονται οι θέσεις των αιτητών αναφορικά με το θέμα αυτό. Σύμφωνα με τη θέση τους, περιληπτικά, η επιδρομή αυτή έχει πολιτικά κίνητρα και είναι υποβοηθούμενη από την επιρροή που έχουν τόσο ο Mazepin, όσο και οι συνεργοί του, επί Ρώσων αξιωματούχων και δικαστών. Στηρίζουν τους ισχυρισμούς τους στο ότι ο Mazepin είναι πρώην μέλος της περιφερειακής Δούμας της Κίροφ στο κόμμα της Ενωμένης Ρωσίας του Βλαντιμίρ Πούτιν. Αναφέρονται διάφορα γεγονότα και δικαστικές διαδικασίες, όπως έκθεση εμπειρογνώμονα στο δικαστήριο ευνοϊκή για την ΤοΑΖ, η οποία αποσύρθηκε, σε κατασκευασμένες συμφωνίες αγοραπωλησιών, ακύρωση από την Interpol κόκκινων ειδοποιήσεων που εκδόθηκαν εναντίον διαφόρων προσώπων, δικαστικές διαδικασίες, αλλά και δικαστική απόφαση Αγγλικού δικαστηρίου που αρνήθηκε να εκδώσει τον Makhlai και κάποιον Korolev, στη βάση μαρτυρίας του καθηγητή Sakwa, ότι η επιδρομή του Mazepin είναι σχεδόν μια ακριβής αντιγραφή της προηγούμενης, και ότι ο Mazepin προσπαθεί να εκφοβίσει τους μετόχους της πλειοψηφίας στην εταιρεία για να παραιτηθούν των συμφερόντων τους στην ΤοΑΖ (παράγραφος 55(η)(θ) της ενόρκου δηλώσεως). Αναφέρεται επίσης σε παράπονα δικαστών περί πιέσεων που δέχτηκαν όταν συμμετείχαν σε υποθέσεις της ΤοΑΖ, τα οποία τελικά αποσύρθηκαν. Να σημειωθεί ότι το δικαστήριο έχει μελετήσει και έχει πλήρως υπόψη του το σύνολο της ενόρκου δηλώσεως και όλα όσα καταγράφονται σε αυτή. Αναφορά όπου χρειαστεί θα γίνει στη συνέχεια. ΕΝΣΤΑΣΗ Η ένσταση της πλευράς της καθ' ης αίτηση εστιάζεται σε τρεις πυλώνες. Ο πρώτος, ότι οι αναφορές σε δικαστικές διαδικασίες που καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος της ενόρκου δηλώσεως είναι άσχετες με τη νομική βάση των θεμάτων. Ο δεύτερος, ότι ο μόνος λόγος για να αρνηθεί η Κεντρική Αρχή να εκτελέσει την δικαστική συνδρομή, είναι αν το αίτημα αφορά αδίκημα που θεωρεί πολιτικό αδίκημα, ή που συνδέεται με πολιτικό αδίκημα. Είναι επίσης η θέση της, ως δεύτερος λόγος ένστασης, ότι το παρόν αίτημα διαφέρει από την περίπτωση έκδοσης φυγοδίκου, που ρυθμίζεται από διαφορετική νομοθεσία και τέλος, ο τρίτος λόγος, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου. Οι αντίστοιχες θέσεις προωθούνται δια των γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων, με την προσθήκη ότι κα Παπαμιλιτιάδους, απέσυρε τις ενστάσεις ως προς το ότι η διακριτική ευχέρεια του Υπουργού δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Το δικαστήριο έχει μελετήσει όσα αναφέρουν οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους, και όπου χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει ειδική αναφορά. Απαντήσεις θα δοθούν δια του σκεπτικού της απόφασης. Άρθρο 32 Ν.14/60 Όλα τα εκδοθέντα διατάγματα διέρχονται δια του Αρ.32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60. Είναι νομολογημένο ότι το Άρθρο 32 του περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα, η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 και τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε πλειάδα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων από μόνη της δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R 557, Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2029 και Eurocypria Airlines Ltd υπό εκκαθάριση μέσω του εκκαθαριστή της Κρις Ιακωβίδη, ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ. 1783). Οι τρεις προϋποθέσεις που ο νόμος απαιτεί να συντρέχουν είναι: (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, (β) ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, (γ) ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Η κρίση του Δικαστηρίου περί του αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις κρίνεται μέσα στο πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, έχοντας κατά νου βέβαια, ότι το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών, παραμένει σε εκείνον που επιζητά την έκδοση του διατάγματος να ικανοποιήσει ότι πληρούνται και συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος, που τίθεται ως πρώτη προϋπόθεση, έχει εξηγηθεί ότι δεν απαιτείται τίποτε περισσότερο από του να καταδειχθεί ότι αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση, σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ το δεύτερο κριτήριο, αλληλένδετο κατά ένα τρόπο και σχετικό σε κάποιο βαθμό με το πρώτο, ικανοποιείται με την προσφερόμενη μαρτυρία και την αποδεικτική της δύναμη που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας του νομικού βάθρου της αγωγής. Ότι απαιτείται να καταδειχθεί προς ικανοποίηση του κριτηρίου αυτού, είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αν ο αιτητής καταδείξει μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία τα στοιχεία αυτά, στο βαθμό και το εύρος που απαιτείται, τότε το κριτήριο αυτό θεωρείται ότι ικανοποιείται. Το τρίτο κριτήριο ή προϋπόθεση, δεν διασυνδέεται αποκλειστικά και μόνο με την έννοια του χρηματικού παράγοντα, αφού αυτός δεν είναι και ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, με την έννοια της υλικής αποτίμησης, λαμβάνονται υπόψη και άλλα μεταβλητά κριτήρια (Βλ. Κυρίσαββα και άλλος ν. Κύζη
(2011)1 Β ΑΑΔ 1245). Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. ΑΙΤΗΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤIKHΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ Με βάση το πιο πάνω προσδιορισμένο νομικό πλαίσιο της διαδικασίας, αναφορά σε αυτό θα γίνει και στη συνέχεια, το δικαστήριο θα προχωρήσει να καταγράψει ορισμένα δεδομένα και να προβεί σε κάποιες επισημάνσεις, που αποτελούν είτε κοινώς παραδεκτά, είτε αδιαμφισβήτητα. Το ένα αίτημα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, δια του γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της Γ/Αστυ XXXXX και τα σχετικά συνημμένα τεκμήρια, αφορά ποινική διερεύνηση κάτω από το Άρθρο 199, Μέρος 2»b» του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας για φορολογικά αδικήματα, ήτοι αδίκημα φοροδιαφυγής. Σύμφωνα με τα γεγονότα του αιτήματος, από την 1.1.2008 -31.12.2008 ο XXXXX Mizgirev, επικεφαλής (διευθυντής) της εταιρείας Rodnichock OOO, εσκεμμένα υποτίμησε την φορολογική βάση της εταιρείας Rodnichock, πωλώντας μετοχές της εταιρείας Tollyattiazot ΟΑΟ, ανώνυμης εταιρείας, στην Κυπριακή εταιρεία Borgat Investments Ltd σε μειωμένη τιμή, και υπέβαλε αίτηση για επιστροφή φόρου με εσκεμμένα παραπλανητικά στοιχεία προς τις αρμόδιες φορολογικές υπηρεσίες και αρχές. Ο πιο πάνω απέφυγε φόρο εισοδήματος εταιρειών περίπου $7.760,
- Επίσης, αριθμός μετοχών της Tollyattiazot που κατείχε η Rodnichock και μετοχές που κατείχε η εταιρεία Kontaz OOO, πωλήθηκαν στην εταιρεία Borgat Investments Ltd, η οποία στη συνέχεια τις πώλησε στην εταιρεία Efram Trading Corporation, εγγεγραμμένη στο Μπελίζ. Οι εταιρείες Rodnichock και Kontaz είναι θυγατρικές της Tollyattiazot. Οι πιο κάτω εταιρείες παρείχαν υπηρεσίες γραμματέως, ελέγχου και διαχείρισης μετοχών προς την εταιρεία Efram. Η Corpad Services Ltd, η Oxford Management Ltd, η Athos Fouttis & Co Ltd, και η Trafalgar Development Ltd. Η αγορά των μετοχών από την Borgat και η μετέπειτα διάθεση τους, αποτελεί αντικείμενο έρευνας των Ρωσικών Αρχών. Το αίτημα αφορά την εξασφάλιση συγκεκριμένων στοιχείων και εγγράφων από τις εταιρείες Corpad, Athos και Oxford, λήψη κατάθεσης μαρτύρων από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους, όπως και από την διευθύντρια της Borgat, καθώς και παραλαβή εγγράφων από αυτήν. Το δεύτερο αίτημα από τις αρχές της Ρωσίας, σύμφωνα με την ομνύουσα, αφορά διερευνώμενη ποινική υπόθεση κάτω από το Άρθρο 199, Μέρος 2»b» του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, για φορολογικά αδικήματα, ήτοι αδίκημα φοροδιαφυγής, εναντίον της XXXXX Vladimirovna Balashovna, διευθύντριας της Kontaz OOO, και σχετικά με τις εταιρείες Corpad Services Ltd, Oxford Management Ltd, και Athos Fouttis & Co Ltd. Σύμφωνα με την ομνύουσα, η έρευνα των Ρωσικών αρχών κατέδειξε ότι για το χρονικό διάστημα από την 1.1.08 - 31.12.08, η XXXXX Vladimirovna Balashovna, εσκεμμένα υποτίμησε την φορολογική βάση της πιο πάνω εταιρείας Kontaz όταν πώλησε μετοχές της εταιρείας Tollyattiazot προς την Borgat, και υπέβαλε αίτηση για επιστροφή φόρου, με εσκεμμένα παραπλανητικά στοιχεία προς τις αρμόδιες φορολογικές αρχές. Η πιο πάνω απέφυγε φόρο εισοδήματος εταιρειών περίπου $4.494.520,
- Οι πιο κάτω εταιρείες παρείχαν υπηρεσίες και σχετίζονται με την Borgat, ήτοι, η Corpad Services Ltd, η Oxford Management Ltd, και η Athos Fouttis & Co Ltd. Συγκεκριμένα ο διευθυντής της Oxford, XXXXX Φούτης, παρείχε προς την Borgat την εγγεγραμμένη διεύθυνση και η εταιρεία Corpad απέστελλε οδηγίες στην Borgat. Τα γεγονότα και οι περιστάσεις της αγοράς των μετοχών της Togliattiazot από την Borgat και η περαιτέρω διάθεση τους, είναι αντικείμενο έρευνας των Ρωσικών Αρχών. Η Kontaz OOO είναι θυγατρική της Togliattiazot. Το αίτημα αφορά την εξασφάλιση συγκεκριμένων στοιχείων και εγγράφων από τις πιο πάνω εταιρείες Corpad, Athos και Oxford, λήψη κατάθεσης μαρτύρων από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους, όπως και από την διευθύντρια της Borgat, καθώς και παραλαβή εγγράφων από αυτήν. Στα πιο πάνω πλαίσια εκδόθηκαν δυο διαταγές παρουσίασης εγγράφων προς την γραμματέα της Borgat, XXXXX Χρυσάνθου, και επιστολές στους διευθυντές των εταιρειών Oxford Management Ltd και Athos Fouttis & Co Ltd για λήψη κατάθεσης, καθώς και διαταγές παρουσίασης εγγράφων και για λήψη κατάθεσης. Ως λέχθηκε, οι αιτητές συμμορφώθηκαν με τις πιο πάνω διαταγές. Στη συνέχεια, ακολούθησε η έκδοση, μονομερώς, των υπό κρίση διαταγμάτων για τη μη προώθηση στις Ρωσικές Αρχές των πληροφοριών και εγγράφων που περιήλθαν στην κατοχή της καθ' ης η αίτηση. Προκύπτει από τα διάφορα έγγραφα που επισύναψε η καθ' ης η αίτηση, ότι και για τα δυο αιτήματα των Ρωσικών αρχών, τα υπό διερεύνηση αδικήματα της φοροδιαφυγής για τα πιο πάνω πρόσωπα, είναι για την περίοδο από 1.1.2008 μέχρι 31.12.
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο το δικαστήριο προσεγγίζει το ενώπιον του υλικό κατά την εξέταση έκδοσης ή μη προσωρινού διατάγματος, σχετική είναι η υπόθεση Hellenic Bank Public Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 1235, στην οποία γίνεται παραπομπή στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd,
(1998)1 AAΔ 1513: «Στην Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd,
(1998)1 AAΔ 1513, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1516: «Ερμηνευτική των προϋποθέσεων, που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, για τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας, είναι η Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, στην οποία παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ενώ, όπως εξηγεί στην απόφασή του, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνεται αντικειμενικά, με αναφορά στη διατυπωθείσα από τον εφεσείοντα θέση στην αγωγή του, η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που να είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης.» Επίσης, στην υπόθεση Eurocypria v. Kυπριακής Δημοκρατίας κ.ά., ΠΕ 170/2011, ημερ. 20.10.2011, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 έχουν περαιτέρω επεξηγηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others (ανωτέρω) και Πουργουρίδη v. Θέμιδος Μέζου κ.ά. [1994] 1 ΑΑΔ 201. Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα.» (Η έμφαση είναι δική μας.) Υποστήριξη της πιο πάνω θέσης μπορεί να αντληθεί και από την απόφαση Τσιολάκκη κ.ά. v. Στυλιανίδη,
(1992)1 ΑΑΔ 782, όπου κρίθηκε ότι ο όρος «καλή αιτία αγωγής» (good cause of action) που προσδιορίζει βάσει του άρθρου 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με μη επίδικο θέμα της αγωγής, έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)των περί Δικαστηρίων.» Στην υπόθεση Trafalgar Developments Ltd κ.ά ν. Uralchem Holdings Ltd κ.ά, Πολ. Έφεση Αρ.331/2017, ημερ.21.2.19, υπεδείχθη ότι σε τέτοιου είδους υποθέσεις, η έκθεση απαιτήσεως θα πρέπει να αποκαλύπτει συζητήσιμη υπόθεση. Και αυτό, στα πλαίσια της πρώτης προϋπόθεσης, ώστε, αν ικανοποιείται η προϋπόθεση αυτή, τότε το δικαστήριο προχωρά και εξετάζει την δεύτερη προϋπόθεση, υπό το φως της προσκομισθείσης, δια της ενόρκου δηλώσεως μαρτυρίας, ως προς την ορατή πιθανότητα επιτυχίας του νομικού βάθρου της αγωγής. Καθώς έχει επίσης διαχρονικά διασαφηνιστεί από την νομολογία, στο στάδιο αυτό το δικαστήριο δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων, ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ 1980). Και τούτο γιατί τελεσίδικα ευρήματα και εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων στο στάδιο αυτό δεν θα εξαχθούν. Ούτε, περαιτέρω, σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων, εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του Άρθρου 32 (Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ 1528). Στην Trafalgar ανωτέρω, υπεδείχθη ότι το δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού υποβάθρου και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, ούτε και να αφήνει να αιωρείται σκιά, ότι έχει αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης, ή κάποια ουσιώδη πτυχή της. Ούτε και απαιτείται διατύπωση κρίσης ως προς την ύπαρξη ουσιαστικών δικαιωμάτων, παρά μόνο σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης τους. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Εγείρονται δυο θέματα δια της αγορεύσεως της συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση, τα οποία προβάλλονται στους λόγους ένστασης. Το πρώτο που εγείρεται, είναι ότι στην ουσία δεν υπάρχουν στοιχεία ή και δεδομένα, επί των οποίων το δικαστήριο θα κρίνει αν συντρέχει η πρώτη προϋπόθεση, αφού δεν υπάρχει καμία θέση των εναγόντων επί τούτου. Το δεύτερο, αφορά την ταυτοσημία των διαταγμάτων με εκείνα που αιτούνται στην αγωγή, αφού η έκδοση τους, ή και η οριστικοποίηση τους, ουσιαστικά επιφέρει και τον τερματισμό της διαφοράς. ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ.32 Ν.14/60 Αναφορικά με το πρώτο θέμα, η αγωγή καταχωρήθηκε επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος (0.2,1). Εκ του φακέλου διαπιστώνεται ότι δεν έχει καταχωρηθεί έκθεση απαιτήσεως. Ότι μπορεί να αντληθεί ως προς τη νομική βάση και θεμελίωση της αγωγής, είναι εκ της οπισθογράφησης της απαιτήσεως. Εκείνο που προκύπτει εξ αυτής, είναι ότι οι ενάγοντες αξιώνουν:
- Αναγνωριστική απόφαση ότι οι ειδοποιήσεις που εκδόθηκαν από την εναγομένη παραβιάζουν τα νομικά δικαιώματα των εναγόντων και ότι οι ενάγοντες δεν είναι υποχρεωμένοι να συμμορφωθούν με αυτές. Καταγράφονται στη συνέχεια 8 ειδοποιήσεις, όπως ακριβώς αυτές καταγράφονται στη μονομερή αίτηση, και στην συνέχεια επιζητούν
- Διάταγμα του δικαστηρίου που να απαγορεύσει στην εναγομένη να απαιτήσει από τους ενάγοντες να συμμορφωθούν με τις ειδοποιήσεις και διαταγές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και
- Διάταγμα που να απαγορεύει στην εναγόμενη να προωθήσει στις Ρωσικές Αρχές οποιεσδήποτε πληροφορίες και/ή έγγραφα έχουν περιέλθει στην κατοχή της ως αποτέλεσμα της εκτέλεσης των ειδοποιήσεων και διαταγών που αναφέρονται στην παράγραφο
- Πρόκειται συναφώς, για τα εκδοθέντα, δια της μονομερούς αιτήσεως, διατάγματα. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, η παραβίαση, γενικώς και αορίστως των νομικών δικαιωμάτων των εναγόντων, από μόνη της, δεν αποτελεί συγκεκριμένη νομική θέση ή και νομική βάση, που θα μπορούσε αντικειμενικά να αξιολογηθεί ή και να κριθεί, στα πλαίσια της πρώτης προϋπόθεσης. Αποτελεί μια γενική, ασαφή και αδιευκρίνιστη αναφορά ως προς το ποια είναι αυτά τα νομικά δικαιώματα των εναγόντων που παραβιάζονται. Δεν υπάρχει κανένα συγκεκριμένο υπόβαθρο, ή άλλη επεξήγηση και ανάλυση. Η παράγραφος 73 της ενόρκου δηλώσεως, ότι θα παραβιαστούν τα συνταγματικά δικαιώματα των αιτητών για σεβασμό της ιδιωτικής τους ζωής και του απορρήτου της αλληλογραφίας, δεν αποτελεί επαρκές υπόβαθρο, ούτε και μπορεί βεβαίως να συμπληρώσει το κενό της οπισθογράφησης της απαιτήσεως. Αφού εδώ, αυτό είναι το υπό εξέταση ζητούμενο, και ουδέν περί τούτου αναφέρεται ή και καταγράφεται σε αυτή. Ακόμα και ο τρόπος που παρουσιάζεται και καταγράφεται στην ένορκη δήλωση η παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων, κρίνεται ως αόριστος και ανεπαρκής. Στην υπόθεση Investylia Ltd ν. Ε.& Π. ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΗΣ ΛΤΔ
(2004)1 Α.Α.Δ 1872, αναφορικά με το υπό συζήτηση θέμα, υπεδείχθησαν τα εξής: «Η νομολογία επί του ζητήματος είναι πάγια και αυστηρή. Θέμα αντισυνταγματικότητας εγείρεται στο δικόγραφο, στο οποίο δίδονται πλήρεις λεπτομέρειες της εισήγησης, όπως π.χ. ποίο άρθρο ή άρθρα ή μέρους άρθρου του νόμου αντίκειται στο Σύνταγμα, βεβαίως και σε ποιο άρθρο του. Ακολουθεί η αιτιολογία της εισήγησης. Κατά την ακρόαση το βάρος της απόδειξης, ότι πρόνοια νόμου είναι αντισυνταγματική, καθορίζεται αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Δες Ανδρέας Νικολάου ν. Βάσου Βασιλείου
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1566, όπου στη σελ. 1576 αναφέρεται και αριθμός προηγούμενων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου που υποστηρίζουν την ίδια αρχή.)» Τα πιο πάνω σχόλια αφορούν και σχετίζονται με την οπισθογράφηση της απαιτήσεως των εναγόντων. Το γεγονός ότι πρόκειται για γενική οπισθογράφηση, αυτό δεν σημαίνει, ούτε και ισοδυναμεί με ανυπαρξία συγκεκριμένης νομικής βάσης, ή και θεμελίωση της αγωγής. Η νομική θεμελίωση της αγωγής είναι προσδιοριστική της αξίωσης των εναγόντων και είναι επ' αυτής που θα κριθεί η δεύτερη προϋπόθεση, μέσω της δια της ενόρκου δηλώσεως προσφερόμενης μαρτυρίας. Η πλήρης γενικότητα, αοριστία αλλά και ασάφεια με την οποία καταγράφεται στην ένορκη δήλωση, αλλά και ειδικότερα ως προς την πρώτη προϋπόθεση, η απουσία, στην γενική οπισθογράφηση της απαιτήσεως, συγκεκριμένου τέτοιου δικογραφημένου ισχυρισμού περί παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων των εναγόντων με τον τρόπο που υποδεικνύει η υπόθεση Investylia ανωτέρω, δημιουργεί ανυπέρβλητο κενό. Κατά συνέπεια, η απουσία ουσιαστικά συγκεκριμένης, σαφούς και ξεκάθαρης νομικής βάσης της αξίωσης των εναγόντων, ή κάποιων επί τούτου ισχυρισμών, πέραν της καταγραφής των αιτούμενων διαταγμάτων, καθιστά δυσχερές, αν όχι και αδύνατο να διαφανεί κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, που αποτελεί την πρώτη προϋπόθεση. Κρίνεται, στην απουσία συγκεκριμένης νομικής βάσης της αξίωσης των εναγόντων στην οπισθογράφηση της απαιτήσεως, ότι δεν παρέχεται πεδίο περαιτέρω εξέτασης και κρίσης επί του θέματος. Εξάγεται, και αυτή είναι η κρίση και η κατάληξη του δικαστηρίου, ότι εκ της γενικής οπισθογράφησης της απαιτήσεως, δεν διαφαίνεται κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, και ως εκ τούτου, αναπόφευκτα, δεν πληρείται η πρώτη προϋπόθεση. ΤΑΥΤΟΣΗΜΙΑ Παρόλο που η τύχη της αίτησης έχει κριθεί, ως προς το δεύτερο θέμα που εγείρεται, ήτοι της ταυτοσημίας των εκδοθέντων διαταγμάτων με εκείνα που επιζητούνται με την αγωγή, στην υπόθεση Αβερκίου ν. ΘΕΟ Κτηματική Λτδ κ.ά,
(2013)1 Α.Α.Δ. 222, υπεδείχθη ότι: «Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής, η δε έκδοση τους επιφέρει, ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκασης της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται. Βλ. AKIS v. Kokkonis
(1998)1 A.A.Δ. 149». Στην υπόθεση Zena Co. Ltd ν. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848, υπεδείχθη ότι: «Τέλος, σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι το προσωρινό μέτρο αποδίδει στην ουσία και τη θεραπεία που επιδιώκεται με την αγωγή, θα πρέπει να λεχθεί ότι εκείνο που επιδιωκόταν με το απαγορευτικό διάταγμα ήταν ένα ασφαλιστικό μέτρο διαρκούσης της εκκρεμοδικίας και όχι στο διηνεκές που είναι το ζητούμενο με την αγωγή, ενώ παράλληλα ζητούνται και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις (δέστε Κυρίσαββα ν. Κύζη - ανωτέρω -σελ. 1256-1257)». Στην προκειμένη όμως υπόθεση, στην οπισθογράφηση της απαιτήσεως, ως λέχθηκε, δεν αναφέρεται, ούτε και καταγράφεται ή και υπάρχει ισχυρισμός, ή και επιζητούνται έστω κάποιου είδους και μορφής αποζημιώσεις, ώστε να μπορούσε να εξεταστεί τα θέμα της ταυτοσημίας, στα πιο πάνω πλαίσια. Ομοίως στην υπόθεση Σταυράκης κ.ά Δήμος Λευκωσίας Πολ. Έφεση Αρ. Ε 68/2013, ημερ.24.3.2015, υπεδείχθη ότι: «Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι όπου το αίτημα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ταυτόσημο με τα αιτούμενα διατάγματα της αγωγής και τυχόν έκδοση τους επιφέρει ουσιαστικά και τον τερματισμό διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με την ταχύτατη εκδίκαση της αγωγής, όπως προνοούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, σε συνάρτηση πάντοτε με το ισοζύγιο της ευχέρειας, δεν πρέπει να παραχωρούνται (Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ ν. C. Koukkouris Trading Co Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 149). Αυτό, χωρίς να παραγνωρίζεται η δυνατότητα του Δικαστηρίου να παραχωρήσει προσωρινά διατάγματα ταυτόσημα με τις αγωγής σε κατάλληλη περίπτωση. Εξουσία, που σε κάθε περίπτωση, πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ και εκεί όπου η ανάγκη και η φύση της υπόθεσης επιβάλλει» Η ανυπαρξία στην ουσία νομικού βάθρου της αγωγής, ή του αγώγιμου δικαιώματος των εναγόντων, δεν παρέχει πεδίο εξέτασης της φύσης, αλλά και της ανάγκης της υπόθεσης, ώστε να διαφανεί αν, στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, επιβάλλεται η έκδοση διαταγμάτων ταυτόσημων με εκείνα που επιζητούνται στην αγωγή. Προκύπτει συνεπώς, ότι η επί τούτου ένσταση ευσταθεί. ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ.32 Ν.14/60 Παρά την πιο πάνω κατάληξη, και αν αυτή κριθεί εσφαλμένη, για να υπάρχει πλήρης εικόνα ως προς τα επιζητούμενα διατάγματα, καθ' όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση, το δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει ορισμένα ζητήματα που εγείρονται από την πλευρά των αιτητών. Και αυτό, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης αποτελεί, ως λέχθηκε, την προσφερόμενη μαρτυρία, και είναι εκ της αποδεικτικής της δύναμης που θα διαφανεί η ορατή πιθανότητα επιτυχίας του νομικού βάθρου της αγωγής. Το οποίο όμως, ως έχει ήδη λεχθεί, σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, δεν έχει ικανοποιηθεί. Για τους λόγους που θα διαφανούν στη συνέχεια, η ένορκη δήλωση αναφέρεται σε γεγονότα και προβάλλει ισχυρισμούς μη καλυπτόμενους στην γενική οπισθογράφηση. Εγείρονται δε εξ αυτής και θέματα νομιμοποίησης της έγερσης της αγωγής εκ μέρους των εναγόντων. Η Κυπριακή Δημοκρατία, συμμορφούμενη με τις πρόνοιες του Άρθρου 9 του Περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμο του 2001, Ν.23(Ι)/2001, προχώρησε στις διάφορες ενέργειες που κατέληξαν στην λήψη εγγράφων και πληροφοριών από τις αιτήτριες, συνεπεία της εκτέλεσης των ειδοποιήσεων και των διαταγών προσαγωγής εγγράφων, που εκδόθηκαν δυνάμει του πιο πάνω Νόμου, κατόπιν αιτήματος των Ρωσικών αρχών, ως έχει εκτεθεί. Σύμφωνα με Άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για Αμοιβαία Αρωγή σε Ποινικά Θέματα και του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, Ν.2(ΙΙΙ)/2000: «Αρωγή δύναται να απορρίπτεται: (α) αν η αίτηση αφορά αδίκημα το οποίο το Μέρος στο οποίο υποβάλλεται αίτηση θεωρεί πολιτικό αδίκημα, αδίκημα που συνδέεται με πολιτικό αδίκημα, ή αδίκημα οικονομικής φύσης· (β) αν το Μέρος στο οποίο υποβάλλεται αίτηση θεωρεί ότι η εκτέλεση της αίτησης δυνατόν να επηρεάσει την κυριαρχία, ασφάλεια, δημόσια τάξη ή άλλα βασικά συμφέροντα της χώρας του». Με βάση τους ισχυρισμούς των αιτητών, στο προσκήνιο τίθεται η παράγραφος (α) του Άρθρου 2, αν δηλαδή το αδίκημα για το οποίο υπεβλήθη η αίτηση είναι πολιτικό αδίκημα, ή αδίκημα που συνδέεται με πολιτικό αδίκημα. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να υπομνησθεί εκ νέου, ότι πρόκειται για ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση και όχι στην οπισθογράφηση της απαίτησης των εναγόντων, όπως ομοίως, καμιά αναφορά γίνεται στην οπισθογράφηση της απαιτήσεως, στη Σύμβαση ή και στο πιο πάνω Άρθρο. Και βεβαίως ουδεμία αναφορά γίνεται για πολιτικό αδίκημα, που δεν αφορά τους ενάγοντες αλλά τρίτα πρόσωπα και εταιρείες, που δεν είναι διάδικοι στην αγωγή. Από την ένορκη δήλωση των αιτητών κάτω από τον Τίτλο Γ, η ισχυριζόμενη επίθεση έγινε, αρχικά το 2005-2007, από κάποιο άλλο πρόσωπο, τον XXXXX Vekselberg, ο οποίος μετά την αποτυχία του να θέσει σε έλεγχο την ΤοΑΖ, πώλησε το μειοψηφικό του μερίδιο στην εταιρεία του Mazepin, την OJSC. Σύμφωνα με την παράγραφο 19 της ενόρκου δηλώσεως, από τα τέλη του 2008, ο Mazepin και οι συνεργοί του, συμμετείχαν σε ένα σχέδιο και ηγέρθηκαν πολλαπλές κατασκευασμένες αστικές αγωγές και ποινικές καταγγελίες εναντίον της ΤοΑΖ και των αξιωματούχων της, ώστε να εξαναγκάσουν τους μετόχους της ΒΚΙΤ να διαθέσουν τις μετοχές τους στον Mazepin σε δραματικά μειωμένη τιμή. Στην συνέχεια αναφέρονται διάφορες κατ' ισχυρισμό ενοχλητικές αγωγές και καταγγελίες του Mazepin εναντίον της ΤοΑΖ, στις οποίες θα γίνει στη συνέχεια σύντομη και περιληπτική αναφορά. Εκείνο πάντως που προκύπτει στην όψη των πραγμάτων, είναι ότι η περίοδος που οι Ρωσικές αρχές διερευνούν τα αδικήματα της φοροδιαφυγής για τα πιο πάνω πρόσωπα, ήτοι από 1.1.08-31.12.08, είναι προγενέστερες της περιόδου που σύμφωνα με την ένορκη δήλωση των αιτητών, ο μεν Mazepin αγόρασε το μειοψηφικό μερίδιο από τον Vekselberg και άρχισε τις ισχυριζόμενες επιθέσεις εναντίον της ΤοΑΖ, αλλά και μεταγενέστερες της περιόδου που κατ' ισχυρισμό ο Vekselberg απέτυχε να θέσει υπό τον έλεγχο του την ΤοΑΖ. Για το 2008, που είναι η κρίσιμη επίδικη περίοδος, δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος ισχυρισμός εκ μέρους των αιτητών. Κατά συνέπεια, όλοι οι ισχυρισμοί σε σχέση με την ισχυριζόμενη επίθεση Mazepin εναντίον της ΤοΑΖ, δεν σχετίζονται χρονικά, ούτε και αφορούν τη περίοδο διερεύνησης των αδικημάτων της φοροδιαφυγής εναντίον των ρηθέντων προσώπων, ως έχει ήδη εκτεθεί, εκ μέρους των Ρωσικών αρχών. Οι διάφοροι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί εκ μέρους των αιτητών, καθ' όσον αφορά την ισχυριζόμενη επίθεση επιδρομέων που υποκινήθηκε από τον Mazepin, ειδικότερα από τις παραγράφους 18 επ. της ενόρκου δηλώσεως, αρχίζουν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, από το έτος 2009 και μετά. Περιληπτικά, στις παραγράφους 21-25 αναφέρονται καταγγελίες της Ιρλανδικής εταιρείας Eurotoaz, που άρχισαν το 2009, εναντίον της ΤοΑΖ, οι οποίες τελικά απερρίφθησαν από Εμπορικό Δικαστήριο στη Ρωσία, όπως επίσης, απερρίφθησαν και κατ' Έφεση. Στις παραγράφους 26-29, καταγράφονται διάφορες φορολογικές καταγγελίες εναντίον της ΤοΑΖ, για παράλειψη πληρωμής φόρων, για άλλα όμως θέματα, τελείως διαφορετικά, ήτοι ότι πληρώθηκαν λιγότεροι φόροι από την πώληση αμμωνίας, λόγω υποτιμημένης τιμής (Ισχυρισμοί τιμών μεταβίβασης). Στη συνέχεια, στις παραγράφους 30-36, γίνεται αναφορά σε αστικές και άλλες διαδικασίες που άρχισαν το 2011 αναφορικά με τη λίστα των μετόχων της ΤοΑΖ, και τελικά, το 2013, οι Ρωσικές Αρχές τερμάτισαν όλες τις υποθέσεις που αφορούσαν τη λίστα μετόχων. Στις παραγράφους 37επ. αναφέρεται ότι τέλη του 2012 αρχές του 2013, ο Mazepin, μετά από απειλές προς τους XXXXX και XXXXX Makhlay, προκάλεσε τις Ρωσικές αρχές να αρχίσουν καινούργιες ποινικές έρευνες εναντίον διαφόρων υφισταμένων και προηγούμενων διευθυντών και αξιωματούχων της ΤοΑΖ. Ο ισχυρισμός ήταν ότι παραβίασαν το Άρθρο 159
(4)του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας και υπεξαίρεσαν το ποσό των $560,457,700, που αντιπροσώπευε τη διαφορά στη τιμή που θα έπρεπε η αμμωνία να είχε πωληθεί, και της τιμής που πράγματι πωλήθηκε. Ο Mazepin κατάφερε και έπεισε τις Ρωσικές αρχές να θέσουν ορισμένους υφιστάμενους και προηγούμενους διευθυντές και αξιωματούχους, στην εγχώρια λίστα καταζητούμενων προσώπων. Στη συνέχεια, εκδόθηκαν κόκκινες ειδοποιήσεις εναντίον τους από την Interpol, οι οποίες αργότερα, τον Μάρτιο του 2017, με ενέργειες των πιο πάνω διευθυντών και αξιωματούχων, ακυρώθηκαν. Το 2013, ο Mazepin πέτυχε όπως οι Ρωσικές αρχές εκδώσουν πολλαπλά αιτήματα για δικαστική συνδρομή προς τις αρχές υπεράκτιων δικαιοδοσιών, ώστε να εξασφαλιστούν πληροφορίες αναφορικά με την κίνηση των μετοχών της ΤοΑΖ. Γίνεται αναφορά σε διάφορες ενέργειες στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. Αναφορά επίσης γίνεται και σε αστικές διαδικασίες βάσει του πιο πάνω άρθρου 159
(4)(παραγ.45επ). Στην παράγραφο 55 της ενόρκου δηλώσεως, κάτω από τον τίτλο « Πολιτικά κίνητρα πίσω από το παρών Αίτημα», ισχυρίζονται οι αιτητές ότι οι ειδοποιήσεις και οι διαταγές προσαγωγής εγγράφων στην παρούσα υπόθεση, αφορούν την ΤοΑΖ. Αποτελούν δε μέρος της επιδρομής του Mazepin, έχει πολιτικά κίνητρα, και είναι υποβοηθούμενη από την επιρροή που ο Mazepin και οι συνεργοί του έχουν επί Ρώσων αξιωματούχων και δικαστών. Για τα θέματα αυτά έχει ήδη γίνει αναφορά των διαφόρων επί τούτου ισχυρισμών. Παραπέμπει επίσης ο ομνύον, σε αποφάσεις αγγλικών δικαστηρίων που απέρριψαν αιτήματα έκδοσης (φυγόδικων) εναντίον των XXXXX και XXXXX Makhlai, όπως και κάποιου Korolev, επειδή οι κατηγορίες ήταν υποκινούμενες. Έχει γίνει επίσης αναφορά σε αυτά τα θέματα. Τα πιο πάνω δίνουν μια αδρή, αλλά αρκετά παραστατική εικόνα των διαφόρων ισχυρισμών των αιτητών. Ως έχει λεχθεί, το δικαστήριο έχει πλήρως υπόψη του όλα όσα εκτίθενται στην ένορκη δήλωση των αιτητών. Εκείνο όμως που διαφαίνεται, και αυτό στην όψη του, εκ των πιο πάνω, αλλά και εκ του συνόλου των παρατεθέντων στοιχείων που καταγράφονται, παρά το εύρος και την έκταση της ενόρκου δηλώσεως και των συνημμένων εγγράφων, είναι ότι πουθενά δεν αναφέρονται τα δυο συγκεκριμένα πρόσωπα, εναντίον των οποίων οι Ρωσικές Αρχές διερευνούν εναντίον τους τα αδικήματα της φοροδιαφυγής, που αφορούν το επίδικο αίτημα της δικαστικής συνδρομής, όπως αυτά εκτίθενται λεπτομερώς στην ένσταση και τα συνημμένα τεκμήρια, ως έχει ήδη εκτεθεί, αλλά και οι εταιρείες που σχετίζονται με την αγοραπωλησία των μετοχών. Η ισχυριζόμενη επίθεση από τον Mazepin στην ΤοΑΖ, και χωρίς στο στάδιο αυτό το δικαστήριο να αποφαίνεται οτιδήποτε επί τούτου, δεν έχει διασυνδεθεί τόσο με τα υπό διερεύνηση αδικήματα εναντίον των πιο πάνω προσώπων, αναφορικά με την πώληση των μετοχών που κατείχαν, ή καλύτερα με την τιμή πώλησης τους σε μειωμένη τιμή ή αξία, αλλά και ούτε και με τον χρόνο που αφορούν αυτά, ή με τις εταιρείες προς τις οποίες πωλήθηκαν οι μετοχές. Ούτε και βεβαίως με τους ενάγοντες. Ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός ότι ο Mazepin, το 2013, πέτυχε την έκδοση πολλαπλών αιτημάτων από τις Ρωσικές αρχές σε υπεράκτιες δικαιοδοσίες, για να εξασφαλίσουν πληροφορίες για την κίνηση των μετοχών της ΤοΑΖ, από μόνα τους δεν είναι αρκετός, με την έννοια της δυναμικής και στοιχειοθέτησης, ώστε να υποστυλώσει, στο στάδιο αυτό και απαιτούμενο βαθμό, τους διάφορους ισχυρισμούς των αιτητών. Γίνεται μια γενική αναφορά σε ισχυριζόμενη επιδρομή εναντίον μετόχων της ΤοΑΖ και προηγούμενων αξιωματούχων αυτής, και σε διαφόρων ειδών καταγγελίες και αγωγές, αρκετές πάντως εξ αυτών, ως προκύπτει, απορρίφθηκαν από τις Ρωσικές αρχές, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση, ή διασύνδεση σε σχέση με το υπό κρίση ζήτημα, ούτε και τι σχέση έχουν αυτές οι ισχυριζόμενες επιθέσεις, με τα πιο πάνω πρόσωπα και τις διερευνώμενες εναντίον τους υποθέσεις φοροδιαφυγής. Οι έρευνες των Ρωσικών αρχών, με βάση τα αιτήματα της δικαστικής συνδρομής είναι συγκεκριμένες. Αφορούν φοροδιαφυγή από την πώληση συγκεκριμένων μετοχών για το έτος 2008, και δεν έχουν κάποια σχέση είτε με την πώληση αμμωνίας, είτε με τη λίστα των μετόχων, ή κάποιων άλλων εκ των φερόμενων, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των αιτητών, ενεργειών των ισχυριζόμενων επιθέσεων των επιδρομέων. Τα ονόματα των πιο πάνω προσώπων και εταιρειών, δεν αναφέρονται καν στην ένορκη δήλωση. Διαπιστώνεται επίσης, ότι δεν υπάρχει κάποια αναφορά εκ μέρους των αιτητών, αν οι συγκεκριμένες έρευνες εκ μέρους των Ρωσικών αρχών, προήλθαν ή προέκυψαν από κάποια συγκεκριμένη καταγγελία εκ μέρους των κατ' ισχυρισμό επιθέσεων των επιδρομέων και του Mazepin. Αν μη τι άλλο, για να ενταχθούν με κάποιο τρόπο, στους ευρύτερους ισχυρισμούς των αιτητών. Και όλα αυτά, μέσα σε ένα πλέγμα γεγονότων και ισχυρισμών μεταξύ διαφόρων προσώπων και εταιρειών, που να τονιστεί εδώ υπό τύπον υπενθύμισης, ότι δεν αναφέρονται, ούτε καν καταγράφονται, έστω και περιγραφικά στην οπισθογράφηση της απαιτήσεως. Αλλά και κυρίως, τα υπό διερεύνηση από τις Ρωσικές αρχές πρόσωπα, κάτω από το Άρθρο 199, Μέρος 2»b» του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, για τα αδικήματα της φοροδιαφυγής, όπως και η ΤοΑΖ, που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των αιτητών αποτελεί τον τελικό στόχο, δεν είναι καν διάδικοι στην αγωγή, ως οι άμεσα θιγόμενοι από την διερεύνηση των Ρωσικών αρχών, ώστε να προδώσουν, ή να υποστυλώσουν τουλάχιστον, κάποια νομιμοποιητική βάση και υπόσταση στους προβαλλόμενους, δια της ενόρκου δηλώσεως, ισχυρισμούς των αιτητών. Από τις Ρωσικές αρχές διερευνώνται οι XXXXX Mizgirev και XXXXX Vladimirovna Balashovna, ως διευθυντές των εταιρειών Rodnichock OOO και Kontaz OOO αντίστοιχα. Οι ισχυρισμοί των αιτητών αφορούν επίθεση επιδρομέων εναντίον της ΤοΑΖ, με έρευνες και κατασχέσεις εμπιστευτικών πληροφοριών στα γραφεία της ΤοΑΖ. Κανένας όμως εξ αυτών δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή. Οι ενάγοντες, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της Γ/Αστ XXXXX Πατσαλίδου, είναι παροχείς υπηρεσιών διαφόρων εταιρειών. Το αν κατέχουν στοιχεία, ή αν τα έχουν παραδώσει προς την καθ' ης η αίτηση στα πλαίσια των αιτημάτων των Ρωσικών αρχών, αναφορικά με τα υπό διερεύνηση αδικήματα, δεν διαφαίνεται, στην όψη τους, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, πως εντάσσονται στην ισχυριζόμενη επίθεση του Mazepin εναντίον της ΤοΑΖ, ή πως σχετίζονται τα ισχυριζόμενα πολιτικά κίνητρα στη Ρωσία με τους ενάγοντες. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, δεν μπορεί κάθε έρευνα, ή οποιαδήποτε διερεύνηση εκ μέρους των Ρωσικών αρχών, ως είναι και η παρούσα, εξ ορισμού και υπό τύπον αφορισμού, να θεωρείται, ή και να τεκμαίρεται ότι συνιστά μέρος των ισχυριζόμενων επιθέσεων επιδρομέων εκ μέρους του Mazepin εναντίον της ΤοΑΖ. Απαιτείται, έστω και στο στάδιο αυτό, κάτι περισσότερο από γενικούς και εν πολλοίς αόριστους ισχυρισμούς και συγκεκριμενοποίηση, αλλά και στοιχειοθέτηση μιας σαφέστερης και καλύτερης εικόνας ως προς το ζητούμενο, ήτοι, σε σχέση με το επίδικο θέμα της παρούσας διαδικασίας. Ακόμα και να ικανοποιείτο η πρώτη προϋπόθεση, εξεταζόμενα τα δεδομένα αυτά, υπό το φως της δεύτερης προϋπόθεσης, με την έννοια της προσφερόμενης μαρτυρίας και της δυναμικής της, σε σχέση με την ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, απέχει από το να χαρακτηριστεί ικανοποιητική, στο εύρος, την έκσταση, αλλά και την έννοια που αποδίδει σε αυτή η νομολογία που έχει παρατεθεί. Στην υπόθεση Δήμος Λάρνακας ν. Royal Ris Restaurant Ltd, Πολ. Έφεση Ε187/17, ημερ.25.1.19, αναφορικά με τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας επί ακρόασης ενδιαμέσων διαταγμάτων, αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «Όπου η αξιολόγηση είναι αναγκαία, αυτή πρέπει να γίνεται, για τους περιορισμένους και καθορισμένους σκοπούς, της παρούσας διαδικασίας και βεβαίως όχι για οριστική κατάληξη σε συμπεράσματα. Τούτο θα πρέπει να γίνεται μόνο για εξέταση, εκ πρώτης όψεως, των εκατέρωθεν θέσεων με έμφαση στην εκδοχή του αιτητή, που θα πρέπει να στοιχειοθετήσει ότι υπάρχει, στη βάση του δοσμένου μαρτυρικού υλικού, καλή βάση αγωγής και κατά δεύτερο, πιθανότητα επιτυχίας». (ο τονισμός είναι του δικαστηρίου) Τα πιο πάνω καταγράφονται στην όψη τους χωρίς οποιαδήποτε αξιολόγηση, με την έννοια της εξαγωγής τελικών συμπερασμάτων, εξαγόμενα από το σύνολο των εκατέρωθεν προβαλλομένων ισχυρισμών. Περιττό βεβαίως να αναφερθεί, ότι δεν αποτελούν ευρήματα του δικαστηρίου. Η διαπίστωση είναι ότι, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση, εκ των τεθέντων ενώπιον του δικαστηρίου στοιχείων, η κατάληξη είναι ότι δεν ικανοποιείται ούτε και η δεύτερη προϋπόθεση. Η πιο πάνω κατάληξη καθιστά αχρείαστη την περαιτέρω εξέταση των υπολοίπων προϋποθέσεων του Νόμου. Είναι συνεπώς η κρίση και η κατάληξη του δικαστηρίου, για τους πιο πάνω λόγους που έχουν εξηγηθεί, ότι οι αιτητές δεν έχουν καταδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις προς οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται και τα εκδοθέντα διατάγματα ακυρώνονται. Τα έξοδα επιδικάζονται σε βάρος των αιτητών και υπέρ της καθ' ης η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το δικαστήριο και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο