ΒΡΑΧΑΣ ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 6728/2013, 14/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A514 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ։ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6728/2013 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX ΒΡΑΧΑΣ, εκ Λευκωσίας Ενάγοντα - και - 1. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 2. ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ Εναγομένων Ημερομηνία։ 14 Οκτωβρίου, 2020 Εμφανίσεις։ Για τον Ενάγοντα։ κ. Στέφανος Σάββα, για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 1 και 2։ κα Λ. Γρηγορίου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή, ο Ενάγων αξιώνει꞉ «Α. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Εναγόμενο 1 και/ή 2 όπως καταβάλει το ποσό των €9.537,41σ. ως αποζημιώσεις και/ή ως αχρεωστήτως καταβληθέν και/ή με βάση τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Β. Οιανδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω θεραπεία ήθελε κρίνει δίκαιη υπό τις περιστάσεις το Σεβαστό Δικαστήριο. Γ. Τόκο προς 9% από 3.8.2007 ημερομηνία κατά την οποία ο Ενάγοντας κατέβαλε το ως άνω ποσό αχρεωστήτως από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Δ. Νόμιμο τόκο. Ε. Έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., πλέον έξοδα επίδοσης». Η ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ. Η ΕΚΘΕΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ (στο εξής «η Ε/Α»). Ο Ενάγων δικογραφεί στην παρα. 1 της Ε/Α την επαγγελματική του ιδιότητα και τον τόπο μόνιμης κατοικίας του. Είναι δικηγόρος και διαμένει στη Λευκωσία. Δικογραφεί, επίσης, το γεγονός ότι κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, η Κύπρος ήταν κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην παρα. 2(β) της Ε/Α, ο Ενάγων προσδιορίζει εξ αρχής ότι η επίδικη διαφορά αφορά σε «ενδοκοινοτική απόκτηση σκάφους αναψυχής». Την έννοια του όρου αυτού θα έχω την ευκαιρία να την αναλύσω στο τμήμα της παρούσας απόφασης που τιτλοφορείται «Νομική Πτυχή». Στις παρα. 2(α)(γ) της Ε/Α, ο Ενάγων δικογραφεί υπό ποία ιδιότητα εμπλέκονται οι Εναγόμενοι 1 και 2 στα γεγονότα της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, τους ενάγει ως αρμοδίους για την εφαρμογή στην Κύπρο της νομοθεσίας που διέπει την επιβολή ή/και βεβαίωση φόρων και δασμών ή/και άλλων επιβαρύνσεων σχετικά με την «ενδοκοινοτική απόκτηση σκάφους αναψυχής», ήτοι για την εφαρμογή του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004, του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα και των Διατάξεων Εφαρμογής του, καθώς και για την διαχείριση του συστήματος πληροφοριών και των πληροφοριακών συστημάτων που αφορούν στα θέματα της αρμοδιότητάς τους. Επισημαίνει, περαιτέρω ο Ενάγων ότι, επί του τελωνειακού εγγράφου διασάφησης εισαγωγής, υπολογίζεται και το ποσό του αναλογούντος Δόρου Προστιθέμενης Αξίας. Τα ιδιαίτερα γεγονότα της επίδικης ενδοκοινοτικής απόκτησης σκάφους αναψυχής, ως η εκδοχή του Ενάγοντος, έχουν ως εξής։ Βλ. παρα. 3 της Ε/Α - Κατά/ή περί τις 19.7.2007 ο Ενάγων αγόρασε ένα σκάφος στην Ελλάδα, με ελληνική σημαία, με αρ. εγγραφής ΤΠ1212-Β, με το όνομα «ΟΝΕΙΡΟ». Το σκάφος περιγράφεται ως «φουσκωτό Barracuda 900 SAT». Βλ. παρα. 4 της Ε/Α - Ο Ενάγων, κατέβαλε το ποσό των €63.500 για την αγορά του σκάφους, ποσό επί του οποίου κατέβαλε, στην Ελλάδα που ήταν επίσης κατά τον ουσιώδη χρόνο κράτος - μέλος της Ε.Ε., ΦΠΑ προς 19%, ήτοι ποσό €12.065. Βλ. παρα. 5 της Ε/Α - Το σκάφος ενεγράφη στο ελληνικό νηολόγιο και στη συνέχεια, δέκα μέρες μετά την αγορά του, κατά/ή περί τις 27.7.2007, το σκάφος κατέπλευσε από την Ελλάδα στην Κύπρο. Βλ. παρα. 6 της Ε/Α - Κατά ή περί τις 3/8/2007 ο υπεύθυνος τελωνειακός υπάλληλος στην Κύπρο πληροφόρησε τον Ενάγοντα ότι, σύμφωνα με την περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) νομοθεσία, θα έπρεπε να καταβάλει και στην Κύπρο ΦΠΑ σε ποσοστό 15%, ύψους Λ.Κ. 5.587 (€9.537,41), για το σκάφος ως «καινούριο». Παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του Ενάγοντος, περί «διπλής φορολόγησης του σκάφους», αυτός «αναγκάστηκε να καταβάλει το εν λόγω ποσό και επεφύλαξε πλήρως τα δικαιώματά του». Βλ. παρα. 7 της Ε/Α - Κατά/ή περί τις 25.9.2007, ο Ενάγων καταχώρησε την προσφυγή αριθ. 1369/2007 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου, με την οποία προσβλήθηκε η πράξη επιβολής από το Τμήμα Τελωνείων και την Υπηρεσία ΦΠΑ Κύπρου η υποχρέωση πληρωμής Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ύψους Λ.Κ. 5.582 (€9.537,41). Βλ. παρα. 8 της Ε/Α - Το Ανώτατο Δικαστήριο, με απόφαση ημερ. 1.11.2010, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απόφαση των φορολογικών αρχών δεν ήταν αιτιολογημένη και έκρινε ότι η προσφυγή επιτυγχάνει. Η απόφαση δεν εφεσιβλήθηκε και συνεπώς κατέστη τελεσίδικη. Βλ. παρα. 9 της Ε/Α - Ο Ενάγων ζήτησε επανειλημμένα από τους Εναγόμενους όπως του επιστραφεί το αδικαιολογήτως και αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό και ιδιαίτερα με επιστολή ημερ. 2.4.2012, κάλεσε τους Εναγόμενους όπως διευθετήσουν άμεσα την επιστροφή σε αυτόν του πληρωθέντος ποσού Φόρου Προστιθέμενης αξίας ύψους €9.537,41 (Λ.Κ. 5.587) για σκοπούς συμμόρφωσης με την τελεσίδικη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και «προς αποφυγή της διπλής φορολόγησης του σκάφους», δεδομένου ότι ο Ενάγων κατέβαλε για το ίδιο σκάφος ΦΠΑ τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο. Βλ. παρα. 10 της Ε/Α - Με επιστολή ημερ. 23.4.2012, οι Εναγόμενοι ενημέρωσαν τον Ενάγοντα ότι δεν υφίστατο θέμα επιστροφής από την Κυπριακή Δημοκρατία του καταβληθέντος από τον Ενάγοντα ΦΠΑ. Βλ. παρα. 11 της Ε/Α - Ο Ενάγων επιφυλάχθηκε να προσκομίσει κατά την ακρόαση οποιαδήποτε προφορική και/ή γραπτή μαρτυρία για ν'αποδείξει τα ανωτέρω γεγονότα. Βλ. παρα. 12 της Ε/Α - Είναι η θέση του Ενάγοντος ότι λόγω της πιο πάνω παράνομης και αδικαιολόγητης παράλειψης των Εναγομένων να του επιστρέψουν το πληρωθέν ποσό ΦΠΑ, αυτός υφίσταται ζημιά ύψους €9.537,41σ. Ήγειρε την παρούσα αγωγή για να διεκδικήσει το ποσό αυτό. Στις επόμενες παραγράφους της Ε/Α του, ο Ενάγων δικογράφησε τους νομικούς ισχυρισμούς στους οποίους εδράζεται η βάση αγωγής τους. Ειδικότερα։ · Βλ. παρα. 13 της Ε/Α - Είναι η θέση του Ενάγοντος ότι η μη επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού πλήττει την αρχή του κοινοτικού κεκτημένου, την αρχή της μη διπλής φορολογίας, όπως ισχύει στις χώρες μέλη της Ε.Ε., αλλά και στην αρχή της συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. · Περαιτέρω (βλ. παρα. 14 της Ε/Α), είναι η θέση του Ενάγοντος ότι η προαναφερθείσα παράλειψη των Εναγόμενων πλήττει την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη προς τη διοίκηση και παραβιάζει την αρχή της ενιαίας φορολόγησης ΦΠΑ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ΕΚΘΕΣΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ. Στο δικόγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης (στο εξής «η Ε/Υ»), το οποίο καταχωρήθηκε στις 10.9.2015, οι Εναγόμενοι δικογράφησαν τους ακόλουθους ισχυρισμούς: Βλ. παρα. 4(
- i)της Ε/Υ։ Παραδέχονται ότι ο Ενάγων, κατά ή περί τις 19.07.07, αγόρασε στην Ελλάδα το φουσκωτό σκάφος τύπου Barracuda 900 SAT μήκους 8,97 μέτρων που ήταν εφοδιασμένο με δύο εξωλέμβιες μηχανές MERCURY μαζί με όλο τον αναγκαίο εξοπλισμό πλοήγησης ή και σχετικά παρελκόμενα έναντι του ποσού 63.500 Ευρώ. Παρατηρώ ότι εκείνο που δεν παραδέχονται στην ίδια παράγραφο είναι τον ισχυρισμό του Ενάγοντος ότι το σκάφος ήταν Ελληνικής σημαίας. Βλ. παρα. 4(
- ii)της Ε/Υ։ Παραδέχονται ότι ο Ενάγων κατέβαλε στην Ελλάδα ΦΠΑ με συντελεστή 19%, ίσο με το ποσό των 12.065 Ευρώ, σύμφωνα με την απόδειξη λιανικής πώλησης ημερ. 18.07.2007 στον XXXXX Αθ. Χατζησταματίου. Επίσης, παραδέχονται οι Εναγόμενοι ότι στις 20.07.2007 ο Ενάγων εξασφάλισε από την αρμόδια Ελληνική Αρχή «άδεια εκτέλεσης πλόων ερασιτεχνικού σκάφους» και επισημαίνουν ότι σε διάστημα λίγων ημερών το μετέφερε στην Κύπρο. Βλ. παρα. 4(iii) της Ε/Υ։ Ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι ότι «Στις 3.08.2007 ο Ενάγοντας καταχώρησε στο Τελωνείο Λεμεσού την υπ΄αριθμό XXXXX6341 ηλεκτρονική διασάφηση για το ως άνω σκάφος και αφού βεβαιώθηκε ο ΦΠΑ σε 9.537,41 Ευρώ (5.582 Λ.Κ.), καταβλήθηκε το ποσό αυθημερόν.». Επισημαίνω ότι εκείνο που οι Εναγόμενοι δεν παραδέχονται στην ίδια παράγραφο είναι τον ισχυρισμό του Ενάγοντος ότι αυτός διαμαρτυρήθηκε έντονα για τη διπλή φορολόγηση ή/και ότι αναγκάστηκε να καταβάλει το ποσό καθ'υπόδειξη του τελωνειακού λειτουργού. Απεναντίας, οι Εναγόμενοι δικογραφούν τον ισχυρισμό ότι «Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, ο ΦΠΑ καταβάλλεται, από το πρόσωπο το οποίο αποκτά καινούριο μεταφορικό μέσο, στο κράτος μέλος προορισμού, ανεξάρτητα από τη μεταχείρισή του στο κράτος μέλος πώλησης του και με δεδομένο ότι το σκάφος μεταφέρθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία σε διάστημα λιγότερο των τριών μηνών από την πρώτη θέση του σε κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος». Βλ. παρα. 4(
- iv)της Ε/Υ։ Παραδέχονται οι Εναγόμενοι ότι κατά ή περί τις 25.9.07 ο Ενάγων καταχώρησε την προσφυγή αρ. 1369/07 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με την οποία προσέβαλε την καταβολή του ως άνου ποσού ΦΠΑ. Παραδέχονται, επίσης, στην παρα. 4(
- v)της Ε/Υ ότι την 1.11.2010 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση, δυνάμει της οποίας ακυρώθηκε η διοικητική απόφαση περί επιβολής ΦΠΑ λόγω έλλειψης αιτιολογίας. Βλ. παρα. 4(
- vi)της Ε/Υ։ Ισχυρίζονται, όμως, οι Εναγόμενοι ότι «Στα πλαίσια της συμμόρφωσης με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προσφυγή με αρ. 1369/07 και λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης, που ήταν η έλλειψη αιτιολογίας, το Τμήμα Τελωνείων με την επιστολή του ημερ. 3.12.2010, επεξήγησε στον Ενάγοντα τους λόγους επιβολής ΦΠΑ στο επίδικο σκάφος από την Κυπριακή Δημοκρατία, με αναφορά στις διατάξεις της ισχύουσας κοινοτικής και εθνικής νομοθεσίας καθώς και συναφούς νομολογίας». Βλ. παρα. 4(vii) της Ε/Υ։ Παραδέχονται οι Εναγόμενοι ότι «Την ως άνω επιστολή (ημερ. 3.12.2010) ο Ενάγοντας δεν την παρέλαβε, παρόλο που του εστάληκε στη διεύθυνση που στεγάζεται το δικηγορικό γραφείο του και που ασκεί την εργασία του.». Βλ. παρα. 4(viii) της Ε/Υ։ Ισχυρίζονται ακολούθως οι Εναγόμενοι ότι με επιστολή ημερ. 17.12.2010 το δικηγορικό γραφείο του Ενάγοντος, Πελαγίας Χριστοδούλου Βράχας και Σία, κάλεσε το Τμήμα Τελωνείων όπως επιστρέψει το ποσό των 9.537,41 Ευρώ το οποίο ο Ενάγοντας είχε καταβάλει ως Φόρο Προστιθέμενης Αξίας ένεκα της ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη προσφυγή υπ' αριθμό 1369/07. Κατόπιν τούτου (βλ. παρα. 4(
- ix)της Ε/Υ), το Τμήμα Τελωνείων με τη διπλοσυστημένη επιστολή του ημερ. 5.01.11 πληροφόρησε τον Ενάγοντα ότι οι θέσεις του Τμήματος σε σχέση με την υπόθεση καταγράφονται και επεξηγούνται στην προς εκείνον ταυτάριθμη επιστολή του Τμήματος ημερ. 3.12.2010, φωτοαντίγραφο της οποίας επισυνάφθηκε. Βλ. παρα. 4(
- x)της Ε/Υ։ Παραδέχονται παραταύτα οι Εναγόμενοι ότι «Η ως άνω επιστολή επιστράφηκε ως αζήτητη παρόλο που εστάληκε στη διεύθυνση που αναγράφετο στην επιστολή του προς το Τμήμα Τελωνείων ημερ. 17.12.2010». Προσθέτουν ότι «Επίσης, επιστολή με το ίδιο περιεχόμενο ημερ. 6.01.11 εστάληκε με τηλεομοιότυπο στο δικηγορικό γραφείο του Ενάγοντα.». Βλ. παρα. 4(
- xi)της Ε/Υ։ Το δικηγορικό γραφείο Παπαντωνίου και Παπαντωνίου ΔΕΠΕ εκπροσωπώντας τον Ενάγοντα στις 2.4.12 απέστειλε επιστολή ζητώντας από το Τμήμα Τελωνείων την επιστροφή του επίδικου ποσού. Βλ. παρα. 4(xii) της Ε/Υ։ Εν τέλει, οι Εναγόμενοι αναφέρονται στην επιστολή τους ημερ. 23.4.2012, την οποία υπενθυμίζω ότι ο Ενάγων παραδέχθηκε ότι έλαβε (βλ. παρα. 10 της Ε/Α) και με την οποία το Τμήμα Τελωνείων ενημέρωνε τους δικηγόρους του Ενάγοντα ότι: (α) Στα πλαίσια συμμόρφωσης με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προσφυγή με αρ. 1369/07 και λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης, που ήταν η έλλειψη αιτιολογίας, απέστειλε επιστολή ημερ. 3.12.10, στην οποία επεξήγησε στον Ενάγοντα τους λόγους επιβολής του ΦΠΑ στο επίδικο σκάφος από την Κυπριακή Δημοκρατία, με αναφορά στις διατάξεις της ισχύουσας κοινοτικής και εθνικής νομοθεσίας και συναφούς νομολογίας. (β) Η πιο πάνω πράξη δεν έχει προσβληθεί από τον Ενάγοντα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 146 του Συντάγματος και ως εκ τούτου καθίσταται εκτελεστή. (γ) Λαμβανομένων υπόψη των ως άνω, για το Τμήμα Τελωνείων δεν καθίσταται θέμα επιστροφής του καταβληθέντος ΦΠΑ και, για σκοπούς αποφυγής της διπλής φορολόγησης του επίδικου σκάφους, καλούσε τους δικηγόρους του Ενάγοντος όπως συμβουλεύσουν τον πελάτη τους να αποταθεί στις αρμόδιες φορολογικές αρχές του κράτους μέλους παράδοσης του σκάφους, για επιστροφή του καταβληθέντος στο κράτος αυτό ΦΠΑ. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, στην παρα. 4(xiii) της Ε/Υ, είναι ο ισχυρισμός των Εναγομένων ότι το Τμήμα Τελωνείων συμμορφώθηκε πλήρως με την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προσφυγή 1369/07 και λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους ακύρωσης που ήταν η έλλειψη αιτιολογίας, εξέδωσε νέα διοικητική πράξη ημερ. 3.12.10, στην οποία επεξήγησε στον Ενάγοντα τους λόγους επιβολής του ΦΠΑ στο επίδικο σκάφος. Ο Ενάγων δεν άσκησε προσφυγή σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος, ενώ του είχε κοινοποιηθεί και/ή είχε πληροφορηθεί για την απόφαση, με αποτέλεσμα η επιβολή και είσπραξη του ΦΠΑ να καταστεί τελεσίδικη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται ότι ο Ενάγων κατάφερε να στοιχειοθετήσει οποιαδήποτε βάση αγωγής εναντίον τους και αιτούνται την απόρριψη της αγωγής, με έξοδα εναντίον του Ενάγοντος. Από το φάκελο του Δικαστηρίου, δεν φαίνεται να καταχωρήθηκε δικόγραφο Απάντησης από πλευράς του Ενάγοντος. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. Η ακρόαση άρχισε στις 24.10.2019. Ολοκληρώθηκε στις 25.5.2020 με την υποβολή των τελικών αγορεύσεων των συνηγόρων στο Δικαστήριο, οπότε και επιφυλάχθηκε η παρούσα απόφαση. Για ν' αποδείξει την υπόθεσή του, κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου ο ίδιος ο Ενάγων, κ. XXXXX Βράχας (ΜΕ1). Από την άλλη, για την εκδοχή υπεράσπισης των Εναγομένων προσήλθαν ως μάρτυρες η κα XXXXX Κούνουνα Καλλένου, (ΜΥ1), Λειτουργός του Τμήματος Τελωνείων και η κα XXXXX Τρύφωνος (ΜΥ2), Τελωνειακός Λειτουργός στο Τμήμα Τελωνείων Λεμεσού. Όλη η δοθείσα μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα επίσημα πρακτικά του Δικαστηρίου. Δεν κρίνεται αναγκαίο να παρατεθεί εδώ αυτούσια παρά μόνον συνοπτικά. Έχουν ασφαλώς μελετηθεί στο σύνολό τους από το Δικαστήριο τα πρακτικά των ακροαματικών συνεδριάσεων και το Δικαστήριο, στο στάδιο που θα παραθέσει την αξιολόγηση της μαρτυρίας, θα παραθέτει αυτούσιους εκείνους μόνο τους ισχυρισμούς που κρίνει ότι έχουν μια ιδιαίτερη σημασία στη διαμόρφωση της δικαστικής του κρίσης και κατάληξης. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ. Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο Ενάγων υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης που ο ίδιος συνέταξε αναφορικά με τα τεκταινόμενα στην παρούσα αγωγή (βλ. Έγγραφο «Α»). Υιοθέτησε κατ' ουσίαν την εκδοχή γεγονότων που είχε δικογραφηθεί στην Ε/Α του. Προσκόμισε και κατέθεσε ως τεκμήρια στο Δικαστήριο τα διάφορα αποδεικτικά των ισχυρισμών του, στα οποία αναφέρομαι πιο κάτω։ Ως Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α, την «Απόδειξη Λιανικής Πώλησης», η οποία αποδεικνύει την αγορά στις 19.7.2007 από τον Ενάγοντα φουσκωτού σκάφους με εξωλέμβιο εξοπλισμό, αξίας €63.500, πλέον 19% ΦΠΑ €12.065, σύνολο €75.565, από «Αναστ. Αθ. Χατζησταματίου, Ναυπήγηση Φουσκωτών Σκαφών, Αξεσουάρ, Service» (ΑΦΜ 030954039) στην Αθήνα. Την αγορά ακριβώς αυτού του εξοπλισμού περιγράφουν, ως παρατηρώ, οι Εναγόμενοι στην παρα. 4(
- i)της Ε/Υ. Δίδονται λεπτομέρειες από τον πωλητή για τον αγοραστή ότι δεν έχει «Δ.Ο.Υ», εφόσον πρόκειται για κάτοικο εξωτερικού, παρά το ότι καταγράφεται μια διεύθυνση προσωρινής διαμονής του στην Αθήνα. Ως Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α, την απόδειξη του Τμήματος Τελωνείων, Υπουργείο Οικονομικών Κύπρου για την πληρωμή ποσού ΛΚ5.582 στις 3.8.2007. Ως Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α, την απόφαση ημερ. 1.11.2010 του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Κωνσταντινίδης Δ.), Αναθεωρητική Δικαιοδοσία, στην υπόθεση (προσφυγή) αρ. 1369/2007. Ως Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α, φωτοαντίγραφο επιστολής ημερ. 17.12.2010 των Δικηγόρων του προς τον Έφορο ΦΠΑ, Υπουργείο Οικονομικών. Ως Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α, φωτοαντίγραφο της Άδειας Εκτέλεσης Πλοών Ερασιτεχνικού Σκάφους που εκδόθηκε προς τον Ενάγοντα στην Ελλάδα στις 20.7.2007. Ως Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α, φωτοαντίγραφο επιστολής ημερ. 2.4.2012 από το δικηγόρο του Ενάγοντος προς το Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων και Έφορο ΦΠΑ, Υπουργείο Οικονομικών, μαζί με απόδειξη αποστολής της με φαξ. Ως Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α, ταχυδρομική απόδειξη συστημένης επιστολής. Στην παρα. 4 του Εγγράφου Α, ο Ενάγων δηλώνει ότι «το σκάφος ενεγράφη στο ελληνικό νηολόγιο και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να είναι εγγεγραμμένο στο ελληνικό νηολόγιο». Στην παρα. 11 του Εγγράφου Α, ο Ενάγων εξηγεί τους λόγους για τους οποίους αυτός επέλεξε ως σημαία του σκάφους του την Ελληνική σημαία։ Πρώτον, για λόγους ασφάλειας, καθότι στις περιπτώσεις πλεύσης του σκάφους μεταξύ Κύπρου και Ελλάδας, η γραμμή πλεύσης πολλές φορές διέρχεται Τουρκικά νερά, με αποτέλεσμα, σε περίπτωση προβλήματος ή κακοκαιρίας, με την Ελληνική σημαία η πλεύση να είναι αποδεκτή σε Τούρκικα λιμάνια, ενώ με την Κυπριακή σημαία δεν είναι. Δεύτερον, γιατί στόχος της αγοράς αυτού του σκάφους ήταν να μπορεί να πηγαίνει εύκολα, με ασφάλεια, στην Ελλάδα για διακοπές. Σχεδόν κάθε καλοκαίρι αυτός βρίσκεται στα Ελληνικά νησιά με το σκάφος του για διακοπές. Το σκάφος στην Κύπρο βρίσκεται αποθηκευμένο στην ξηρά (σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο) και το βάζει στη θάλασσα μόνο όταν θέλει να κάνει κάποιο ταξίδι το καλοκαίρι. Προχωρεί στην παρα. 17 του Εγγράφου Α και εξηγεί ο Ενάγων ότι «μέχρι σήμερα» αυτός επιθυμεί το σκάφος του να παραμείνει στην Ελληνική σημαία, γι'αυτό και «ενσυνείδητα» κατέβαλε στην Ελλάδα τον ΦΠΑ. Εισηγείται προς το Δικαστήριο ότι «Δεν μπορεί η Κυπριακή Δημοκρατία να μου επιβάλει αλλαγή σημαίας, απλά και μόνο για να εισπράξει ένα ποσό ως ΦΠΑ. Επιμένω ότι θα συνεχίσω να έχω εγγεγραμμένο το σκάφος μου στο Ελληνικό Νηολόγιο και να φέρει Ελληνική σημαία. Αυτό είναι Συνταγματικό κατοχυρωμένο δικαίωμα μου, αλλά και δικαίωμα που ασπάζεται και διέπει την Ευρωπαϊκή Ένωση». Όσον αφορά τον ισχυρισμό των Εναγομένων, στον οποίο κατ'ουσίαν εδράζεται η Υπεράσπισή τους στην παρούσα αγωγή, ότι δήθεν αυτοί εξέδωσαν νέα διοικητική εκτελεστή πράξη στις 3.12.2010, την οποία κατ'ισχυρισμόν του γνωστοποίησαν και την οποία ισχυρίζονται ότι όφειλε, αν την αμφισβητούσε, να ασκήσει προσφυγή, ο Ενάγων απαντά λέγοντας τα εξής։ (βλ. την παρα. 14 του Εγγράφου Α) - Κατ'αρχάς εξηγεί κατά την κρίση του γιατί η συγκεκριμένη πράξη ημερ. 3.12.10 δεν χωρούσε προσφυγής։ «14. [.] Στην επιστολή τους αυτή, ως και στην υπεράσπιση που καταχώρησαν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, οι Εναγόμενοι αναφέρουν ότι το περιεχόμενό της είναι απλά «διευκρινιστικό». Λαμβάνοντας δε υπόψη τον καθορισμό του περιεχομένου της επιστολής ημερομηνίας 3.12.2010 ως οι ίδιοι πράττουν, ευσεβάστως υποβάλλω ότι η επιστολή αυτή ουδόλως μπορεί να εκληφθεί ως Πράξη Διοικητικού Οργάνου, η οποία να υπόκειται σε προσβολή της δια προσφυγής. Επίσης, [.], οι Εναγόμενοι επαναλαμβάνουν στην εν λόγω επιστολή τους, τους ίδιους ισχυρισμούς, νόμους, κανονισμούς και γεγονότα που είχαν καταγράψει στις Γραπτές τους Αγορεύσεις που καταχώρησαν στην Αίτηση 1369/2007, η οποία είχε τη γνωστή κατάληξη». (βλ. την παρα. 15 του Εγγράφου Α) - Εν πάση περιπτώσει, ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι την εν λόγω «νέα πράξη», ημερ. 3.12.2010, οι Εναγόμεμοι όφειλαν να την στρέψουν κατά του ιδίου ως επηρεαζομένου προσώπου και όχι να την απευθύνουν προς τους δικηγόρους του. Έπρεπε να την παραλάβει αυστηρά το επηρεαζόμενο πρόσωπο, για να υπάρχει η βεβαιότητα ότι έλαβε γνώση. Φάνηκε, κατά την κρίση του, ότι οι Εναγόμενοι ήθελαν να τον παγιδεύσουν και ν'αποφύγουν να καταβάλουν το ποσό, γι'αυτό και έστελαν την επιστολή στο δικηγορικό γραφείο που είναι ξεχωριστό νομικό πρόσωπο. Αντιτάσσει ο Ενάγων, ότι αντί εκείνος να προσφύγει κατά μίας πράξης που οι ίδιοι οι Εναγόμενοι χαρακτήριζαν ως διευκρινιστική, η ενδεικνυόμενη δικονομική οδός ήταν οι ίδιοι οι Εναγόμενοι να εφεσίβαλλαν την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που εκδόθηκε στην Προσφυγή αρ. 1369/07. Εφόσον δεν το έπραξαν, δημιουργήθηκε δεδικασμένο υπέρ του Ενάγοντος. Κατά την αντεξέταση του Ενάγοντος (σελ. 18 πρακτικά ημερ. 24.10.19), η ευπαίδευτη συνήγορος Υπεράσπισης έθεσε από την αρχή το ερώτημα αν αυτός υπέβαλε οποιαδήποτε αίτηση ή αν συμπλήρωσε ο ίδιος τα στοιχεία του σε οποιαδήποτε αίτηση στο Τμήμα Τελωνείων προτού του επιβληθεί ο επίδικος ΦΠΑ. Δοθείσας αυτής της ευκαιρίας, ο Ενάγων εξιστόρησε τί ακριβώς είχε γίνει πριν του επιβληθεί ο ΦΠΑ. Δήλωσε (βλ. σελ. 19, 2η γραμμή των πρακτικών ημερ. 24.10.19) ότι όταν αυτός μετέφερε το σκάφος στην Κύπρο, το Τελωνείο ανέβηκε στο σκάφος, ζήτησε τα χαρτιά του. Συγκεκριμένα, διευκρίνισε ότι, ερχόμενος από Ελλάδα προς Κύπρο, το πρώτο λιμάνι που συνάντησε στην Κύπρο ήταν εκείνο της Πάφου και εκεί τον σταμάτησαν και τον ρώτησαν «πού πας;», εκείνος απάντησε «στην μαρίνα του Σαιντ Ράφαελ», τους έδωσε τα χαρτιά του, αλλά του είπαν ότι το σκάφος δεν μπορούσε να μετακινηθεί από το λιμάνι, ήταν υπό σύλληψη, εκτός αν πλήρωνε τον ΦΠΑ. Εν τέλει, του έδωσαν άδεια να πάει προς τη μαρίνα του Σαιντ Ράφαελ και ειδοποίησαν τις τελωνειακές αρχές. Εκεί αυτός έτυχε και πάλιν της ίδιας αντιμετώπισης. Έτσι, άφησε το σκάφος στη μαρίνα και, αφού συμβουλεύτηκε τον εαυτό του και άλλους συνεργάτες και μετά από κάποιες μέρες, επέστρεψε στην μαρίνα και του υπέδειξαν που να πληρώσει, τον έστειλαν στις τελωνειακές αρχές στο λιμάνι όπου και πλήρωσε υπό διαμαρτυρία το ΦΠΑ διότι ήταν άδικο αυτό που του συνέβαινε και ήταν βέβαιος ότι θα λάμβανε πίσω το ποσό που κατέβαλε. Δυστυχώς ταλαιπωρείτο έκτοτε με αυτήν την υπόθεση. Σε σχετική υποβολή ότι για να του επιβληθεί το ΦΠΑ ο ίδιος είχε καταχωρήσει ηλεκτρονική διασάφηση, σύμφωνα με την οποία η Κύπρος θεωρήθηκε το κράτος μέλος προορισμού και του επιβλήθηκε η συγκεκριμένη φορολογία, ο Ενάγοντας δεν συμφώνησε. Ακολούθως, υποδείχθηκε στον μάρτυρα μια εκτύπωση ηλεκτρονικής διασάφησης και του υποβλήθηκε ότι αυτό ήταν το έγγραφο που ο ίδιος υπέβαλε ηλεκτρονικά. Ο Ενάγοντας, ανέφερε ότι ο ίδιος δεν υπέβαλε οποιανδήποτε διασάφηση ή αίτηση ηλεκτρονικά, ότι το έγγραφο που του υποδείκνυε η συνήγορος δεν το είχε δει ποτέ προηγουμένως ο ίδιος, ότι αν και είχε τα στοιχεία του σκάφους και τα προσωπικά του στοιχεία καταγραμμένα σε αυτό, εντούτοις πουθενά δεν είχε τη δική του υπογραφή και προπάντων πουθενά δεν είχε δική του δήλωση ότι το σκάφος είχε «προορισμό» την Κύπρο. «Το αν είμαι κάτοικος Κύπρου είναι διαφορετικό θέμα», συμπλήρωσε ο Ενάγων (βλ. σελ. 21 των πρακτικών ημερ. 24.10.2019). Δεν γνωρίζει ο Ενάγων ποιος έχει συντάξει το έγγραφο της ηλεκτρονικής διασάφησης που του υπέδειξε η συνήγορος Υπεράσπισης (βλ. σελ. 22 των ιδίων πρακτικών). Σε υποβολή ότι βάσει αυτής της διασάφησης, του μηχανογραφημένου συστήματος Θησέας που τηρεί το Τμήμα Τελωνείων, είναι που του επιβλήθηκε ο ΦΠΑ, ο Ενάγοντας απάντησε ότι δε γνωρίζει. Πιθανότητα, ανάφερε, όταν πήγε στο τελωνείο στο νέο λιμάνι Λεμεσού για να πληρώσει τον ΦΠΑ για να απελευθερωθεί το σκάφος του, να τον ενημέρωσαν για το ποσό του ΦΠΑ που θα έπρεπε να πληρωθεί, αλλά δεν θυμόταν να υπέβαλε την αίτηση ο ίδιος. Σε υποβολή της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι όταν υποβάλλεται αυτή η ηλεκτρονική διασάφηση, η Κύπρος θεωρείται ως το κράτος μέλος προορισμού, ο Ενάγων απάντησε ότι «Είναι παγίδα αυτό το πράγμα, επαναλαμβάνω ότι αυτό δεν είναι πρόθεση, η πρόθεση μου έχει σημασία και όχι τί με βάζει ο τελωνειακός να υπογράψω για να μου απελευθερώσει το σκάφος» (βλ. σελ. 25 των πρακτικών ημερ. 24.10.2019). Σχολιάζοντας το περιεχόμενο της παρα. 11 του Εγγράφου Α, η συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε στον Ενάγοντα τη θέση της ότι «Το ότι το σκάφος βρίσκεται στην Κύπρο αποθηκευμένο στην ξηρά, αυτό και μόνο το γεγονός αποδεικνύει ότι το κράτος μέλος προορισμού είναι η Κύπρος». Παραθέτω αυτούσια την απάντηση του Ενάγοντος (βλ. σελ. 25, τελευταία παρα., των πρακτικών ημερ. 24.10.19)։ «[.] κατά την ταπεινή μου άποψη, όσον αφορά τον τόπο που καταλήγει ένα προϊόν, το ΦΠΑ που θα επιβληθεί έχει σχέση με τον προορισμό του συγκεκριμένου αντικειμένου, που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι η θάλασσα. Επιτρέψτε μου να σας πω ότι η αποθήκευση ενός σκάφους στην ξηρά δεν καταδεικνύει προορισμό, αν ήταν σε λιμάνι ελλιμενισμένο, τότε θα το δεχόμουν αυτό που λέτε. Η ξηρά δεν είναι ο προορισμός του σκάφους, είναι η θάλασσα». Σε σχετική ερώτηση της συνηγόρους Υπεράσπισης αν αυτός θεωρεί ότι η σημαία του σκάφους είναι η σημαία του κράτους προορισμού, ο Ενάγοντας απάντησε ότι αυτό δεν το γνωρίζει, εκείνο που γνωρίζει είναι ότι αν αγοραστεί ένα σκάφος και η επιθυμία κάποιου είναι να κρατήσει τη σημαία του συγκεκριμένου κράτους, είναι υποχρεωμένος να καταβάλει τον ΦΠΑ στην χώρα που είναι η σημαία. Συμπλήρωσε την απάντησή του, επισημαίνοντας ότι «Ενσυνείδητα δεν έκαμα διασάφηση εξαγωγής του σκάφους από την Ελλάδα» (βλ. σελ. 26 των πρακτικών της δικασίμου ημερ. 24.10.19). Σε υποβολή που του έγινε, ότι ούτως ή άλλως την ελληνική σημαία θα μπορούσε να την κρατήσει, ασχέτως αν επέλεγε την Κύπρο ως κράτος μέλος προορισμού, ο Ενάγων απάντησε λέγοντας ότι «Δεν διαφωνώ, αλλά η επιλογή μου ήταν το σκάφος να είναι ελληνικό, γιατί ο στόχος μου ήταν η Ελλάδα περισσότερο και όχι η Κύπρος που κατοικώ» (βλ. σελ. 26 των πρακτικών της δικασίμου ημερ. 24.10.19). Σε υποβολή ότι η διοίκηση συμμορφώθηκε με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α) και προχώρησε στην έκδοση νέας διοικητικής πράξης, ο Ενάγων απάντησε ότι δεν έχει συμμορφωθεί και υφίσταται το δεδικασμένο. Επανέλαβε ο Ενάγων, όπως και στην κυρίως εξέτασή του, ότι αυτός έλαβε γνώση της δεύτερης δήθεν διοικητικής πράξης, δια μέσω του συνηγόρου του, δηλ. του κ. Παπαντωνίου, χωρίς να θυμάται ακριβώς ημερομηνία. Αυτό όμως ο ιδιος δεν θεωρεί ότι είναι ο ορθός τρόπος επίδοσης, γι΄ αυτό και θέση του είναι ότι η απόφαση δεν επιδόθηκε σωστά. Εν πάση περιπτώσει, επέμεινε ο Ενάγων ότι το περιεχόμενο της ισχυριζόμενης δεύτερης πράξης ήταν το ίδιο με ό,τι υπήρχε στο διοικητικό δικαστήριο. Η συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε στον Ενάγοντα τη θέση ότι (βλ. σελ. 31 των πρακτικών ημερ. 24.10.2019) ότι «Με την απόφαση 3.12.2010 σας επεξηγήθηκε ο λόγος που σας είχε επιβληθεί ο ΦΠΑ και αυτό ήταν ότι αφορούσε καινούργιο μεταφορικό μέσο που αποκτήθηκε σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το οποίο αναχώρησε σε διάρκεια λιγότερη από τους τρεις μήνες από την ημέρα που είχε αγοραστεί και εγγραφεί στο κράτος μέλος απόκτησης. Kαι με την ίδια επιστολή παραπεμφθήκατε στις κοινοτικές διατάξεις, στις εθνικές διατάξεις και στη νομολογία του Ευρωπαϊκού που υποστήριζε τη θέση του Τμήματος Τελωνείων». Απαντώντας επί της συγκεκριμένης υποβολής, ο Ενάγων επεσήμανε ότι όλα αυτά ελέγχθηκαν και είχαν ήδη κριθεί με την πρωτόδικη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ουδέν πρόσθετο υπήρχε στη συγκεκριμένη επιστολή ημερ. 3.12.2010 που να διευκρινίζει αυτά που ζητούσε το Ανώτατο Δικαστήριο. «Δεν είναι διοικητική πράξη για εμένα αυτή», δήλωσε εμφαντικά ο Ενάγων. Σε σχετική υποβολή ότι η επιστολή των Εναγομένων ημερ. 2.4.2012 (Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α) απαντήθηκε από τους δικηγόρους του με επιστολή ημερ. 23.4.2012 και ότι σε αυτήν επισυναπτόταν και η επιστολή ημερ. 3.12.2010, ο μάρτυρας απάντησε ότι η επιστολή αυτή δεν απευθυνόταν προσωπικά προς αυτόν αλλά προς το δικηγόρο του. Σε υποβολή ότι μετά που έλαβε γνώση της απόφασης ημερ. 3.12.2010 θα έπρεπε να καταχωρήσει εάν επιθυμούσε, προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου για να προσβάλει την απόφαση, ο Ενάγοντας απάντησε πως δεν το έκανε γιατί όσα καταγράφονταν σε αυτή δεν ήταν διοικητική πράξη που δυνατόν να προσβληθεί με προσφυγή, είναι ανέφερε μια απλή επανάληψη, διευκρίνηση. Δεν υπήρξε επανεξέταση του Ενάγοντος. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΜΥ1. Η ΜΥ1 υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, το περιεχόμενο της γραπτής της δήλωσης (Έγγραφο Β). Στο πλαίσιο της δήλωσης αυτής, η ΜΥ1 ανέφερε ότι είναι λειτουργός στο Τμήμα Τελωνείων και παρουσίασε και κατέθεσε ως τεκμήρια στο Δικαστήριο τα εξής έγγραφα։ Ως Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Β - Την ηλεκτρονική διασάφηση αρ. XXXXX6341 που κατά τον ισχυρισμό της ΜΥ1 καταχώρησε ο Ενάγων στις 3.8.2007 στο Τελωνείο Λεμεσού και με την οποία βεβαιώθηκε ως οφειλόμενο από τον Ενάγοντα το επίδικο ποσό ΦΠΑ €9.537,41σ. Ως Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Β - Την επιστολή ημερ. 3.12.2010 που κατ' ισχυρισμόν περιέχει τη νέα διοικητική πράξη που εξέδωσε το Τμήμα Τελωνείων και η οποία απευθυνόταν προς Κυρίους ΠΕΛΑΓΙΑΣ, ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΒΡΑΧΑΣ & ΣΙΑ. Ως Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Β - Την επιστολή ημερ. 5.1.2011 του Τμήματος Τελωνείων και η οποία απευθυνόταν προς Κυρίους ΠΕΛΑΓΙΑΣ, ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΒΡΑΧΑΣ & ΣΙΑ, απαντώντας σε επιστολή τους ημερ. 17.12.2010. Ως Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Β - Την επιστολή ημερ. 6.4.2011 του Τμήματος Τελωνείων και η οποία απευθυνόταν προς Κυρίους ΠΕΛΑΓΙΑΣ, ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΒΡΑΧΑΣ & ΣΙΑ, απαντώντας σε επιστολή τους ημερ. 17.12.2010. Αυτή η επιστολή στάληκε με φαξ και επισυνάπτεται υπό το Τεκμήριο 4 η απόδειξη παραλαβής της από τους αποδέκτες της. Ως Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Β - Την επιστολή ημερ. 23.4.2012 του Τμήματος Τελωνείων και η οποία απευθυνόταν προς Κυρίους ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ & ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε., απαντώντας σε επιστολή τους ημερ. 2.4.2012. Αυτή η επιστολή στάληκε διπλοσυστημένη και επισυνάπτεται υπό το Τεκμήριο 5 η απόδειξη παραλαβής της από τους αποδέκτες της. Ήταν η θέση της ΜΥ1 ότι το Τμήμα Τελωνείων συμμορφώθηκε πλήρως με την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προσφυγή 1369/07 και λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους ακύρωσης, ήτοι την έλλειψη αιτιολογίας, εξέδωσε νέα διοικητική πράξη ημερ. 3.12.2010 με την οποία επεξήγησε στον Ενάγοντα τους λόγους επιβολής του ΦΠΑ στο σκάφος του. Ο Ενάγων δεν άσκησε προσφυγή, με αποτέλεσμα η επιβολή και είσπραξη του ΦΠΑ από το Τμήμα Τελωνείων να καταστεί τελεσίδικη. Απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις της συνηγόρου Υπεράσπισης, η ΜΥ1 δήλωσε ότι για τη διαδικασία ελεύθερης κυκλοφορίας και ανάλωσης εμπορευμάτων στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, απαιτείτο η υποβολή διασάφησης είτε από τον εκτελωνιστή είτε από τον ίδιο τον εισαγωγέα, νοουμένου ότι ο τελευταίος θα είχε εξασφαλίσει τους κωδικούς για να εισέλθει στο μηχανογραφημένο σύστημα ΘΗΣΕΑΣ. Άπαξ της εφαρμογής του συστήματος ΘΗΣΕΑΣ, είχε δοθεί περίοδος χάριτος κατά την οποία ο Διευθυντής Τελωνείων επέτρεψε να δακτυλογραφούνται στο σύστημα οι διασαφήσεις υπό την προϋπόθεση ο εισαγωγέας να συμπληρώνει σε έντυπη χειρόγραφη μορφή τη συγκεκριμένη αίτηση. Επειδή ο Ενάγων δεν είχε κωδικούς για να εισέλθει στο σύστημα ΘΗΣΕΑΣ, ζήτησε βοήθεια από το Τελωνείο για να περαστούν τα στοιχεία του σκάφους. Αυτή τη χειρόγραφα συμπληρωμένη από τον Ενάγοντα έντυπη αίτηση - διασάφηση, η ΜΥ1 την παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο κατά την κυρίως εξέτασή της ως Έγγραφο Γ. Τα στοιχεία που κατέγραψε ο Ενάγων στο έντυπο ως το Έγγραφο Γ, μεταφέρθηκαν από το Τμήμα Τελωνείων στο ηλεκτρονικό σύστημα διασαφήσεων ΘΗΣΕΑΣ ως φαίνεται στο Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Β. Έτι περαιτέρω, η ΜΥ1 εξήγησε προς το Δικαστήριο ότι ο όρος «κράτος προορισμού» σημαίνει το κράτος τελικού προορισμού, δηλαδή εκεί που ζητείται να τεθεί ένα εμπόρευμα σε ελεύθερη κυκλοφορία. Εναπόκειται στον εισαγωγέα να αιτηθεί τον εκτελωνισμό ενός εμπορεύματος, δηλαδή την αποδέσμευσή τους από το Τελωνείο, ώστε να μπορεί εκείνος να το χρησιμοποιήσει ελεύθερα. Τούτο το αιτείται διά της διασάφησης. Εδώ, εν προκειμένω, ο Ενάγων συμπληρώνοντας τη διασάφηση για να θέσει το σκάφος του σε καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας στην Κύπρο, καθόρισε την Κύπρο ως κράτος τελικού προορισμού. Το Τελωενίο είχε, κατά την έκφραση της ΜΥ1, δέσμια αρμοδιότητα να του επιβάλει ΦΠΑ. Κληθείσα να εξηγήσει τι επιλογές είχε ο Ενάγων αν δεν ήθελε να καταστήσει την Κύπρο ως κράτος τελικού προορισμού του σκάφους του, η ΜΥ1 υπέδειξε ότι θα μπορούσε να το έθετε σε καθεστώς «προσωρινής εισαγωγής», ήτοι να το αποθηκεύσει σε «αποθήκες τελωνειακής αποταμίευσης» μέχρις ότου ληφθεί τελική απόφαση πώς θα το μεταχειρισθεί αυτό το εμπόρευμα. Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΥ1 ερωτήθηκε αν το Τμήμα Τελωνείων εξήγησε στον Ενάγοντα ποιες άλλες επιλογές είχε, πέραν του να υποβάλει τη συγκεκριμένη διασάφηση εισαγωγής. Παραδέχθηκε η ΜΥ1 ότι αυτή δεν μπορούσε να γνωρίζει αν του επεξηγήθηκαν οι εναλλακτικές δυνατότητες που είχε, αλλά θεωρεί ότι και ο ίδιος ο Ενάγων θα μπορούσε να ρωτούσε να μάθει. Εκτός αυτού, είναι τελωνειακή νομοθεσία την οποία ο καθένας που τον επηρεάζει, οφείλει να τη γνωρίζει. Σε υποβολή του συνηγόρου του Ενάγοντος προς την ΜΥ1 ότι ο Ενάγων επέλεξε ως κράτος την Ελλάδα εφόσον πλήρωσε εκεί το ΦΠΑ, η ΜΥ1 απάντησε ότι διαφωνεί. Εξήγησε τη διαδικασία σε σχέση με τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία και ανάλωση εμπορευμάτων (σελ. 3, πρακτικών ημερ. 13 Ιανουαρίου 2020, σελ. 2-3). Η ΜΥ1 εξήγησε επίσης ότι το κράτος μέλος προορισμού σύμφωνα με την οδηγία 2006/12/ΕΚ, είναι το κράτος μέλος το οποίο τίθενται σε ανάλωση και κυκλοφορία εμπορεύματα και στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν η Κυπριακή Δημοκρατία. Η ΜΥ1 παρέπεμψε στην επιστολή ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Β, όπου επεξηγείται η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ερμηνεία της Οδηγίας 2006/12/ΕΚ. Στη συνέχεια υποβλήθηκε στην ΜΥ1 ότι η διασάφηση έγινε «υπό διαμαρτυρία», άνευ βλάβης των δικαιωμάτων του Ενάγοντος και ο συνήγορος του Ενάγοντος παρέπεμψε συναφώς την ΜΥ1 στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Προσφυγή αρ. 1369/07 (Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α) όπου εξετάστηκε και αποφασίστηκε ότι ο Ενάγων είχε όντως εκδηλώσει τη διαμαρτυρία του. Η απάντηση που έδωσε η ΜΥ1 ήταν ότι οποιοσδήποτε επιθυμεί να υποβάλει τη διασάφηση υπό διαμαρτυρία, μπορεί να το αναγράψει πάνω σε αυτήν, ενώ η επίδικη διασάφηση δεν έγραφε κάτι τέτοιο, ούτε υπάρχει εύρημα του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι είχε αναγραφεί η διαμαρτυρία του Ενάγοντος επί της διασάφησης. Απλώς, το Ανώτατο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι «η πληρωμή έγινε υπό διαμαρτυρία». Είναι άλλη η διαδικασία διασάφησης και άλλη η διαδικασία πληρωμής. Κατά την ουσιώδη χρονική περίοδο, οι πράξεις πληρωμής δεν θεωρούνταν προσβλητές πράξεις. Γι'αυτό και έπρεπε να είχε καταγραφεί πάνω στη διασάφηση η διαμαρτυρία και όχι απλώς να αναφερθεί κατά την πληρωμή. Στη συνέχεια της αντεξέτασής της η ΜΥ1 ερωτήθηκε για το τί θεωρείται από το τελωνείο ως καινούργιο μεταφορικό μέσο. Η ΜΥ1 παρέπεμψε στο Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Β, όπθυ ερμηνεύεται η σχετική κοινοτική νομοθεσία. Επεσήμανε ότι ο Ενάγων ουδέποτε αμφισβήτησε ότι πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις για να αξιολογείτο το σκάφος του ως καινούριο. Υποβλήθηκε στην ΜΥ1 ότι μετά την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο Διευθυντής Τελωνείων και Έφορος ΦΠΑ δεν διενήργησε νέα έρευνα για να εκδώσει νέα εκτελεστή διοικητική πράξη. Από την άλλη, η ΜΥ1 επέμεινε ότι αυτό που απουσίαζε από την ακυρωθείσα διοικητική πράξη ήταν η αιτιολογία, την οποία έρχεται και αναπληρώνει η επιστολή ημερ. 3.12.2010 (βλ. το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Β), την οποία αν αμφισβητούσε θα μπορούσε να την προσβάλει στο Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 146. Ο δικηγόρος του Ενάγοντος υπέβαλε στην ΜΥ1 τη θέση του ότι η επίδοση της επιστολής 3.12.2010 (Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Β) δεν ήταν ορθή (σελ. 7-11 πρακτικών ημερ. 13.1.2020). Η ΜΥ1 ανέφερε ότι η προσφυγή είχε γίνει από τους δικηγόρους του Ενάγοντος, δικηγορικό γραφείο Πελαγία, Χριστοδούλου Βράχας και Σία, οι οποίοι ήταν οι νομικοί εκπρόσωποι του καθ΄ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Περαιτέρω, ο κ. Βράχας ασκούσε το δικηγορικό επάγγελμα και ήταν συνέταιρος μέσα σε αυτό το γραφείο. Σύμφωνα με τον περί Τελωνιακού Κώδικα Νόμο, «επίδοση ή κοινοποίηση οποιασδήποτε απόφασης του Διευθυντή Τμήματος Τελωνείου, μπορεί να γίνει είτε στον ίδιο προσωπικά, είτε στον αντιπρόσωπό του». Εφόσον το δικηγορικό γραφείο τον εκπροσωπούσε και ο ίδιος ασκούσε επάγγελμα εκεί, ήταν η εργασία του εκεί, η επίδοση ήταν κατά την κρίση της ΜΥ1 καλή. Σε κάθε περίπτωση στις 6.4.2011 (Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Β) στάληκε η επιστολή με φαξ και ο Ενάγων έλαβε αδιαμφησβήτητα γνώση. Επιστολή στάληκε και στο νέο εκπρόσωπο του κ. Βράχα, τον κ. Παπαντωνίου με επιστολή ημερ. 23.4.2012, (Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Β) σε απάντηση της επιστολής του ημερ. 2.4.2012 (Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Β). Τέλος, υποβλήθηκε στη ΜΥ1 ότι ο Ενάγων, αφότου το νηολόγησε στην Ελλάδα, έπλευσε ελεύθερα το σκάφος του από την Ελλάδα προς την Κύπρο, δεν το έφερε στην Κύπρο οριστικά (βλ. 12η γραμμή, σελ. 11 των πρακτικών που λήφθηκαν από κα Δ. Κουντούλη κατά τη δικάσιμο ημερ. 13.1.20). Η ΜΥ1 παραλλήλισε τα σκάφη με τα αυτοκίνητα, τα οποία όταν μεταφέρονται στην Κύπρο εγγράφονται στην Κύπρο και καταβάλλουν το ΦΠΑ εδώ. Ισχυρίστηκε ότι η Τελωνειακή νομοθεσία δεν αναφέρει τίποτε για τα νηολόγια. Άπαξ και υποβάλλεται διασάφηση εισαγωγής, αυτόματα το Τελωνείο οφείλει να του επιβάλει τους φόρους που αναλογούν, δεν έχει διακριτική ευχέρεια να μην τους επιβάλει. Κατά την επανεξέταση, η ΜΥ1 επανέλαβε ότι ο Ενάγων μπορούσε να μεταφέρει το σκάφος του στην Κύπρο, χωρίς να καταστήσει την Κύπρο ως κράτος μέλος προορισμού, αν εφάρμοζε τις άλλες διαδικασίες που η ίδια περιέγραψε προηγουμένως στην κυρίως εξέτασή της, όπως για παράδειγμα να το φέρει ως προσωρινός επισκέπτης ή να το θέσει σε αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης μέχρις ότου να θέλει να το ξαναχρησιμοποιήσει. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΜΥ2. Η ΜΥ2 ανέφερε ότι το 2007 ήταν τοποθετημένη στον Κλάδο Μηχανογράφησης του Τελωνείου Λεμεσού. Στην ΜΥ2 υποδείχθηκε το τεκμήριο με ένδειξη Έγγραφο Γ και, ερωτηθείσα εάν είναι η υπογραφή της πάνω σε αυτό, απάντησε καταφατικά. Εξήγησε ότι το έγγραφο είναι η γραπτή δήλωση του εισαγωγέα «Πέτρου Βράχα» για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία ενός σκάφους που έχει σαν χώρα τελικού προορισμού την Κύπρο. Η ΜΥ2 εξήγησε πως τότε ήταν μια μεταβατική περίοδος και μπορούσαν οι εισαγωγείς με τρεις τρόπους να υποβάλουν τις δηλώσεις τους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εισαγωγέας υπέβαλε τη δήλωση γραπτώς στην παρουσία τελωνειακών λειτουργών, γι΄ αυτό και υπάρχει η υπογραφή της ΜΥ2 στο τέλος. Ακολούθως, καταχωρούνταν οι γραπτές δηλώσεις των εισαγωγέων, όπως η περίπτωση του κ. Βράχα, από λειτουργούς του Τελωνείου μέσα στο μηχανογραφημένο σύστημα Θησέας. Στη ΜΥ2 υποδείχθηκε το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Β και εξήγησε ότι είναι η αντίστοιχη δήλωση του εισαγωγέα όπως εκτυπώνεται από το μηχανογραφημένο σύστημα του Τελωνείου. Σύγκρινε η ΜΥ2 τα στοιχεία της χειρόγραφης δήλωσης (Έγγραφο Γ) και τα στοιχεία του Τεκμηρίου 1 υπό Έγγραφο Β και ανέφερε η ΜΥ2 ότι ταυτίζονται. Η ΜΥ2 ανέφερε ότι όταν κάποιος κάνει μια τέτοια δήλωση/αίτηση, σημαίνει ότι τα εμπορεύματα αυτά έχουν σαν τελικό προορισμό την Κύπρο, οπότε υποβάλλει αυτή την δήλωση για να καταβληθούν στο κράτος οι αναλογούντες δασμοί και φόροι ούτως ώστε τα εμπορεύματα να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία. Σε ερώτηση από που φαίνεται ότι η Κύπρος καθίσταται κράτος προορισμού, η ΜΥ2 απάντησε ότι η δήλωση αυτό σημαίνει. Ειδικότερα, εξήγησε η ΜΥ2 ότι από τη στιγμή που στην ένδειξη «εισαγωγέας» δηλώνεται εισαγωγέας με όνομα και διεύθυνση στην Κυπριακή Δημοκρατία, αυτό σημαίνει ότι τελικός προορισμός των συγκεκριμένων εμπορευμάτων είναι η Κυπριακή Δημοκρατία. Σε ερώτηση εάν η διασάφηση θα μπορούσε να υποβληθεί με διαμαρτυρία, η ΜΥ2 απάντησε καταφατικά, αλλά στη συγκεκριμένη δήλωση (Έγγραφο Γ) δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Θα έπρεπε να αναφέρεται γραπτώς πάνω στην γραπτή δήλωση (Έγγραφο Γ), ώστε να μεταφερθεί και στην ηλεκτρονική δήλωση (βλ. το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Β). Κατά την αντεξέταση της ΜΥ2, υποβλήθηκε σε αυτήν ότι το έντυπο ως το Έγγραφο Γ δεν συμπληρώθηκε από τον Ενάγοντα προσωπικά. Ο γραφικός χαρακτήρας δεν είναι του Ενάγοντος. Η αρχική απάντηση της ΜΥ2 ήταν ότι «Έχει συμπληρωθεί και υπογραφεί από τον ίδιο στην παρουσία μου». Επέμεινε ο συνήγορος του Ενάγοντος στη θέση του ότι το εν λόγω έντυπο συμπληρώθηκε από τρίτο πρόσωπο. Ανασκεύασε η ΜΥ2 την απάντησή της ως εξής։ ότι «Από τη στιγμή που το έγγραφο παρουσιάστηκε μπροστά μας συμπληρωμένο και υπογράφτηκε στην παρουσία μας, θεωρούμε ότι αυτή είναι η δήλωση του εισαγωγέα». Ανασκεύασε, περαιτέρω, τη θέση της η ΜΥ2 όταν ερωτήθηκε αν γνωρίζει κατά πόσον ενημερώθηκε ο Ενάγων για το ότι έπρεπε να υπάρχει καταγραμμένη η διαμαρτυρία στο Έγγραφο Γ, λέγοντας։ «Δεν θα μπορούσα να γνωρίζω αν έχει ενημερωθεί εκ των προτέρων ή όχι γιατί όπως σας είπα μπροστά μου παρουσιάστηκε η δήλωσή του συμπληρωμένη και απλά επιβεβαίωσα την υπογραφή του στην παρουσία μου». Ενώπιον της δεν θυμόταν να εκδηλώθηκε οποιαδήποτε διαμαρτυρία. Απαντώντας στην ερώτηση κατά πόσον θεωρεί λογικό να πληρώσει κάποιος τον ΦΠΑ στην Ελλάδα και να έχει νηολογήσει το σκάφος στην Ελλάδα, αλλά μετά να δηλώσει την Κύπρο ως κράτος προορισμού, η ΜΥ2 δήλωσε ότι, διαδικαστικά, όταν για ένα σκάφος ή για οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο έχει καταβληθεί ΦΠΑ σε άλλο κράτος μέλος, αλλά ο ιδιοκτήτης του αποφασίζει να θέσει σαν τελικό προορισμό του σε άλλο κράτος μέλος, τότε καταβάλλει το ΦΠΑ στο κράτος τελικού προορισμού και μετά διεκδικεί επιστροφή του ΦΠΑ που είχε πληρώσει στο άλλο κράτος μέλος. Διερωτήθηκε ο συνήγορος του Ενάγοντος, σε άμεση συνέχεια της πιο πάνω απάντησης της ΜΥ2, «Εφόσον πλήρωσε το ΦΠΑ στην Ελλάδα, δεν έθεσε το σκάφος σε ελεύθερη κυκλοφορία σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση;». Αυτούσια η απάντηση της ΜΥ2 παρατίθεται։ «Δεν είμαι σε θέση να σας απαντήσω. Δεν μπορώ να γνωρίζω τί είχε σκοπό να κάνει με το σκάφος του ο συγκεκριμένος κύριος όπως και ο κάθε εισαγωγέας, ο οποίος παρουσιάζεται μπροστά μας και κάνει μια δήλωση. Εμείς είχαμε μπροστά μας αυτήν τη δήλωση.». Ερωτηθείσα «Πώς θέτεις κάτι σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Κύπρο;», η ΜΥ2 απάντησε ότι το θέτεις σε ελεύθερη κυκλοφορία, αφού καταβληθούν οι αναλογούντες δασμοί και φόροι που οφείλονται στη Δημοκρατία. Πέραν από το ΦΠΑ, υπάρχουν και οι φόροι κατανάλωσης που συνήθως καταβάλλονται. Σε ερώτηση που έγινε στη ΜΥ2 κατά την επανεξέτασή της εάν είχαν οποιανδήποτε υποχρέωση στο Τελωνείο, είτε βάσει του Νόμου είτε βάσει εγκυκλίων, να ενημερώσουν οποιονδήποτε αιτητή ότι έχει δικαίωμα διαμαρτυρίας, η ΜΥ2 απάντησε ότι δεν έχουν τέτοια οδηγία. Εξήγησε ότι αυτό που συνήθως γίνεται είναι ότι όταν ένας εισαγωγέας διαμαρτύρεται ενώπιον τελωνειακών λειτουργών, ενημερώνεται ένας από τους προϊστάμενους, βλέπουν κάποιον υπεύθυνο, ο οποίος τον ενημερώνει για τα δικαιώματά του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ, ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. Παρακολούθησα τους μάρτυρες (ΜΕ1, ΜΥ1 και ΜΥ2) κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας και είχα την ευκαιρία να δω την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, καθώς και να συγκρίνω τα λεγόμενά τους με το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια ενώπιόν μου. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη - Phipson on Evidence, 14th έκδοση, σελίδα 251). Κατά τη διάρκεια της αποτίμησης της αξιοπιστίας τους, είχα κατά νου ότι αυτό είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Κρίνω πως ο έλεγχος αξιοπιστίας δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία στην παρούσα υπόθεση. Όσον αφορά τις δύο λειτουργούς του Τμήματος Τελωνείων, σημειώνω κατ' αρχάς ότι αμφότερες προσήλθαν υπό την δημοσιοϋπαλληλική τους ιδιότητα και δεν έχουν κάποιο ατομικό, οικονομικό συμφέρον από την έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Η ΜΥ1 δεν είχε καμία εμπλοκή στα γεγονότα κατά το χρόνο που διαδραματίζονταν στο Τελωνείο Λεμεσού και ως εκ τούτου ελέγχεται μόνο αναφορικά με την ερμηνεία που επιχείρησε να δώσει με βάση την πείρα και τη γνώση της για τα έγγραφα που αυτή κατέθεσε ως τεκμήρια και τα οποία ήσαν μέρος του διοικητικού φακέλου που είχε στην κατοχή της. Από την άλλη, η ΜΥ2 ήταν αναμεμειγμένη στα γεγονότα που συνέβηκαν στο Τελωνείο Λεμεσού στην έκταση που η ίδια επεξήγησε και ελέγχεται ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών της για το τί ακριβώς συνέβηκε. Από την άλλη, ο ΜΕ1 ως το άμεσα επηρεαζόμενο πρόσωπο από την έκβαση της παρούσας υπόθεσης ελέγχεται με προσοχή σε ό,τι αφορά την αλήθεια των ισχυρισμών του, εφόσον έχει ίδιον συμφέρον. Σπεύδω να καταγράψω εκείνα τα γεγονότα για τα οποία, μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, αποδεικνύεται ότι συμφωνούν και οι τρεις μάρτυρες ότι είναι αληθή και τα οποία είναι άμεσα σχετικά με τη βάση αγωγής που εξετάζεται։ · Πρώτον, στον Ενάγοντα επιβλήθηκε και πληρώθηκε από αυτόν κατά ή περί τις 3.8.2007 φόρος ΦΠΑ ΛΚ5.582 (βλ. Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α). · Δεύτερον, ο Ενάγων πέτυχε την 1.11.2010 στο πλαίσιο της Προσφυγής αρ. 1369/2007 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου, ασκούντος αναθεωρητική δικαιοδοσία δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, την ακύρωση της πράξης και/ή απόφασης της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενεργούσας μέσω του Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Καθ'ου 1) και του Υπουργείου Οικονομικών (στο οποίο υπαγόταν ο Διευθυντής Τελωνείων - βλ. τον καθ'ου 2), διά της οποίας επιβλήθηκε στον Αιτητή (εδώ Ενάγοντα) ΦΠΑ ΛΚ5.582 για το επίδικο σκάφος του Αιτητή. Πρόκειται για την ακυρωτική απόφαση που περιέχεται στο Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α. · Τρίτον, η ακύρωση της διοικητικής πράξης και/ή απόφασης των Καθ'ων 1 και 2 (εδώ Εναγομένων 1 και 2) έγινε για λόγους, αφενός, μη διενέργειας πλήρους και/ή δέουσας έρευνας και, αφετέρου, λόγω έλλειψης αιτιολογίας. Τούτο συμπυκνώνεται στην καταληκτική αναφορά του Έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Κωνσταντινίδη που εξέδωσε την ακυρωτική απόφαση σε πρωτόδικο επίπεδο, όπου αναφέρει επί λέξει τα εξής։ «Καταλήγω πως, ιδιαιτέρως ενόψει του θέματος που εγειρόταν μετά τις έντονες διαμαρτυρίες του αιτητή και του γεγονότος ότι ήδη είχε καταβάλει ΦΠΑ στην Ελλάδα, οφειλόταν διοικητικός καθορισμός όσων θεωρούνταν σχετικά και εξήγηση αναφορικά με το γιατί θα έπρεπε να επιβληθεί ΦΠΑ στην περίπτωση». · Τέταρτον, δεν ασκήθηκε έφεση από τη Διοίκηση (Καθ'ων 1 και 2) κατά της προαναφερθείσας πρωτόδικης ακυρωτικής απόφασης. · Πέμπτον, αντί έφεσης, η Διοίκηση επέλεξε να επανεξετάσει την αρχική της απόφαση για επιβολή ΦΠΑ και θεωρώντας ότι ο λόγος ακύρωσης με τον οποίον έπρεπε να συμμορφωθεί ήταν η έλλειψη αιτιολογίας, κατέληξε να συντάσσει στις 3 Δεκεμβρίου 2010 μια επιστολή ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Β, η οποία αφενός να πληροφορεί τους Κυρίους Πελαγίας, Χριστοδούλου, Βράχας & Σία για «το νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει την επιβολή ΦΠΑ σε καινούρια μεταφορικά που αποκτώνται από άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. ως η παρούσα περίπτωση» και να προβαίνει στις εξής επισημάνσεις τις οποίες υπογραμμίζει στην επιστολή της։ «Με βάση το προαναφερθέν νομικό πλαίσιο συνάγεται ότι, ο ΦΠΑ από πρόσωπο που αποκτά καινούριο μεταφορικό μέσο, καταβάλλεται στο κράτος μέλος προορισμού, ανεξάρτητα από την μεταχείρισή του στο κράτος μέλος πώλησής του. [.] Δηλαδή ο νομοθέτης προέβλεψε ότι ο ΦΠΑ καταβάλλεται μόνο μία φορά στην Ε.Ε., αλλά στο κράτος μέλος που καθορίζει το κοινοτικό κεκτημένο και όχι στο κράτος μέλος που επιλέγει να καταβάλει το ΦΠΑ ο καταναλωτής / ιδιώτης ή η επιχείρηση. Στην προκειμένη περίπτωση, έχοντας υπόψη ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν το κράτος μέλος προορισμού, νομίμως το Τμήμα Τελωνείων με βάση την εθνική και κοινοτική νομοθεσία και νομολογία, έχει επιβάλει και εισπράξει ΦΠΑ στο σκάφος που μετέφερε ο κος XXXXX Βράχας στην Κύπρο. Το γεγονός ότι ο κ. Βράχας κατέβαλε στο εν λόγω σκάφος και στην Ελλάδα δεν εμποδίζει, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, την Κυπριακή Δημοκρατία από την άσκηση των δικών της φορολογικών αρμοδιοτήτων.». Καταλήγει η επιστολή να πληροφορεί τους Κυρίους Πελαγίας, Χριστοδούλου, Βράχας & Σία ότι «η παρούσα επιστολή δυνατόν να αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη την οποία, αν αμφισβητείτε, μπορείτε ενδεχομένως να προσβάλετε στο Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 146 του Συντάγματος, μέσα σε 75 ημέρες από την ημερομηνία λήψης της παρούσας.». · Έκτον, μη έχοντας παραλάβει την εν λόγω επιστολή ή/και μη έχοντας λάβει γνώση της εν λόγω επιστολής ημερ. 3.12.2010 (βλ. την παραδοχή περί τούτου στην οποία προβαίνει η ΜΥ1 στην παρα. 8 του Εγγράφου Β), οι συνήγοροι του Αιτητή (κ.κ. Πελαγίας, Χριστοδούλου, Βράχας & Σία) έγραψαν για πρώτη φορά προς τον Έφορο ΦΠΑ και προς το Υπουργείο Οικονομικών (που ήταν οι Καθ'ων η αίτηση) στις 17.12.2010 ζητώντας συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με την προτροπή να διευθετήσουν οι Καθ'ων η αίτηση την επιστροφή του ποσού ΦΠΑ που κατέβαλε ο πελάτης τους (βλ. το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α). Αντ' αυτού, οι Καθ'ων έστειλαν νέα διπλοσυστημένη επιστολή ημερ. 5.1.2011 προς τους κ.κ. Πελαγίας, Χριστοδούλου, Βράχας & Σία, στην οποία επισύναπταν στην επιστολή ημερ. 3.12.2010 για να τους πληροφορήσουν για την απόφαση που έλαβαν κατά την επανεξέταση εμμένοντας ότι ορθά και νόμιμα επέβαλαν τον ΦΠΑ. Ωστόσο, ούτε αυτή η επιστολή των Καθ'ων η αίτηση παραλήφθηκε από τους συνηγόρους του Αιτητή (βλ. την απόδειξη του ταχυδρομείου ότι επεστράφηκε ως αζήτητη ως το Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α). Εστάλη εκ νέου από τους Καθ'ων προς τους συνηγόρους του Αιτητή με φαξ στις 6.4.2011 (βλ. την απόδειξη ότι εστάλη «ΟΚ» το φαξ ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Β). · Έβδομον, δεν ασκήθηκε οποιαδήποτε προσφυγή από τον Αιτητή (εδώ Ενάγοντα) εντός 75 ημερών από τη λήψη του φαξ ημερ. 6.4.2011 από τους δικηγόρους του (βλ. το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Β). · Όγδοον, εκ μέρους του Αιτητή (εδώ Ενάγοντος) ενήργησαν νέοι δικηγόροι (κ.κ. Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε.) την 2.4.2012, οι οποίοι απέστειλαν επιστολή προς τους Καθ'ων (βλ. το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α), χωρίς να αναφέρονται καθόλου στις επιστολές των Καθ'ων η αίτηση ημερ. 3.12.2010 ή 5.1.2011 ή 6.4.2011, αλλά μόνο στην ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α) και ζητούσαν κατ'εντολή του Αιτητή να υπάρξει συμμόρφωση με την εν λόγω δικαστική απόφαση διά της επιστροφής του ήδη καταβληθέντος ποσού ΦΠΑ. Στην επιστολή αυτή απάντησαν πράγματι οι Καθ'ων με επιστολή ημερ. 23.4.2012 και η επιστολή αυτή παραλήφθηκε από τους προαναφερθέντες νέους δικηγόρους του Αιτητή κατά ή περί τις 2.5.2012 ως φαίνεται σε σφραγίδα του ταχυδρομείου (βλ. το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Β). Στην επιστολή ημερ. 23.4.2012 γίνεται αναφορά από τους Καθ'ων στο γεγονός ότι είχαν από 3.12.2010 προβεί στην έκδοση νέας διοικητικής πράξης με την οποία επεξηγούσαν γιατί έπρεπε να επιβληθεί ΦΠΑ στον Αιτητή και σημείωναν ότι «Η πιο πάνω πράξη δεν έχει προσβληθεί από τον πελάτη σας στο Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 146 του Συντάγματος και, ως εκ τούτου, καθίσταται εκτελεστή». · Ένατον, παρήλθαν 75 ημέρες ακόμη και μετά τις 2.5.2012 που παραλήφθηκε η ως άνω επιστολή ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Β και ο Αιτητής (εδώ Ενάγων) δεν άσκησε οποιαδήποτε προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος κατά των πράξεων και/ή αποφάσεων ημερ. 23.4.2012 ή/και 3.12.2010. Τούτο, παρά το γεγονός ότι ο Ενάγων παραδέχεται ότι περιήλθε σε γνώση του Αιτητή κατά ή περί τις 2.5.2012 η αλληλογραφία που είχαν οι νέοι Δικηγόροι του, Παπαντωνίου & Παπαντωνίου ΔΕΠΕ, με τους Καθ'ων η αίτηση. Τα πιο πάνω πάνω μη αμφισβητούμενα γεγονότα (ήτοι της έκδοσης της ακυρωτικής απόφασης, της μη άσκησης έφεσης κατ'εκείνης, της έκδοσης νέας διοικητικής απόφασης σε διαδικασία επανεξέτασης, της λήψης γνώσης για το περιεχόμενό της το αργότερο κατά ή περί τις 2.5.2012 και της μη άσκησης προσφυγής κατ' αυτής) αποτελούν αντικειμενικά ευρήματα γεγονότων του Δικαστηρίου, τα οποία είναι μάλιστα επαρκή για να αποφασίσει το Δικαστήριο για το αν αποδεικνύεται αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντος χωρίς να χρειάζεται ως προς τούτο το ζήτημα να υπεισέλθει το Δικαστήριο σε οποιαδήποτε περαιτέρω αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας που δόθηκε. Εξηγώ πιο κάτω γιατί. Ο Ενάγων αξιώνει βάσει του παρακλητικού «Α» της Έκθεσης Απαίτησης την επιστροφή σε αυτόν από τους Εναγόμενους του ποσού ΦΠΑ που κατέβαλε θεωρώντας ότι αχρεωστήτως το κατέβαλε ή/και ως αποζημιώσεις. Το αν κατέβαλε τον ΦΠΑ ο Ενάγων «αχρεωστήτως», ή όχι, είναι ζήτημα που άπτεται της ύπαρξης ή μη κατά νόμο οφειλής από αυτόν να καταβάλει το εν λόγω ποσό ΦΠΑ. Ο καθορισμός μιας τέτοιας οφειλής είναι σε επίπεδο διοίκησης που διενεργείται και όχι σε επίπεδο δικαστηρίου (αστικού ή διοικητικού). Παραπέμπω ακριβώς στο λεκτικό που είχε χρησιμοποιήσει ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Κωνσταντινίδης στην απόφαση ημερ.1.11.2010 (βλ. τέταρτη σελίδα του Τεκμηρίου 3 υπό Έγγραφο Α)։ «δεν μπορεί το Δικαστήριο να προχωρήσει σε πρωτογενείς διαπιστώσεις» και «οφειλόταν διοικητικός καθορισμός όσων θεωρούνταν σχετικά και εξήγηση αναφορικά με το γιατί θα έπρεπε να επιβληθεί ΦΠΑ στην περίπτωση). Δεν μπορεί το παρόν αστικό Δικαστήριο να υποκαταστήσει τη διοίκηση (εν προκειμένω τους Εναγομένους 1 και 2) και να διαπιστώσει πρωτογενώς αν ο φόρος οφειλόταν, ή όχι, νόμιμα ή/και ορθά. Την αποκλειστική αρμοδιότητα βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος να ασκήσει έλεγχο νομιμότητας του εν λόγω διοικητικού καθορισμού είχε το Ανώτατο Δικαστήριο κατά πάντα ουσιώδη χρόνο από 3.8.2007 που επιβλήθηκε ο επίδικος ΦΠΑ μέχρι και την παρέλευση 75 ημερών από τις 2.5.2012 που ο Ενάγων έλαβε γνώση της τελευταίας διοικητικής απόφασης καθορισμού της οφειλής ΦΠΑ. Επομένως, η αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου περιορίζεται μόνο στο να κρίνει αν ο Ενάγων έχει καλή βάση αγωγής δυνάμει του Άρθρου 146. 6 του Συντάγματος και όχι να κρίνει αν είχε ή δεν είχε οφειλή ΦΠΑ ο Ενάγων. Το παρόν αστικό δικαστήριο θα μπορεί ν' αναλάβει αρμοδιότητα, για να εκτιμήσει και να επιδικάσει στον Ενάγοντα αποζημιώσεις για το ζημιογόνο κατάλοιπο της απόφασης της διοίκησης, νοουμένου ότι θα αποδειχθεί ενώπιόν του ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος (βλ. Κατερίνα Παπαευσταθίου ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(1991)4 ΑΑΔ 837). Το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος προβλέπει ότι: «Παν πρόσωπον ζημιωθέν εξ αποφάσεως ή πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης ακύρου κατά το παρόν άρθρο δικαιούται, εφ' όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιήθη υπό του περί ου πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου, να επιδιώξη δικαστικώς αποζημίωσιν ή άλλην θεραπείαν επί τω τέλει, όπως επιδικασθή εις τούτο δικαία και εύλογος αποζημίωσις καθοριζομένη υπό του δικαστηρίου ή παρασχεθή εις τούτο άλλη δικαία και εύλογος θεραπεία ην το δικαστήριον έχει την εξουσίαν να παράσχη.» Ως προς τις προϋποθέσεις εφαρμογής του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος, θεωρώ χρήσιμη τη σύνοψη των νομολογημένων αρχών που παρέχει το Σύγγραμμα του Α. Σ. Αγγελίδη «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», Έκδοση Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, Λευκωσία, 2011, όπου αναφέρονται συναφώς τα εξής (βλ. σελ. 315, 316)꞉ «Μετά την ακυρωτική απόφαση που δυνατό να εκδώσει το Ανώτατο Δικαστήριο κατά το Άρθρο 146.4, προκύπτει δικαίωμα διεκδίκησης «θεραπείας», το οποίο ανήκει ρητά ως αρμοδιότητα στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Πρόκειται για αγώγιμο δικαίωμα ιδιόμορφο (cause sui generis). Οι προϋποθέσεις γένεσής του καθώς και οι κανόνες καθορισμού του ύψους των αποζημιώσεων είναι ιδιαίτεροι και διαφέρουν από τους αντίστοιχους του κοινοδικαίου και της επιείκειας (Frangoulides v Republic
(1982)1 C.L.R. 462). Μετά την έκδοση ακυρωτικής απόφασης, η διοίκηση έχει πρώτιστη και επιτακτική υποχρέωση να συμμορφωθεί ενεργώς με αυτήν και να αποκαταστήσει τη νομιμότητα, η οποία έχει τρωθεί με την, εν τέλει, ακυρωθείσα απόφασή της. Η υποχρέωση αυτή αποτελεί μια νόμω οφειλόμενη ενέργεια, εφ' όσον επιβάλλεται δια του Άρθρου 146
(5)του Συντάγματος. Ο διοικούμενος ο οποίος πέτυχε τη δικαστική ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης έχει αντίστοιχο δικαίωμα. Η αποκατάσταση της νομιμότητας προϋποθέτει, κατ' αρχήν, την εκ μέρους της διοίκησης αποκατάσταση των πραγμάτων στην κατάσταση που ευρίσκοντο πριν από την ακυρωτική απόφαση καθώς και την επανεξέταση του ζητήματος επί τη βάσει των ευρημάτων του Ακυρωτικού Δικαστηρίου όσον αφορά στα γεγονότα. Η αποκατάσταση των πραγμάτων συχνά επιβάλλει την καταβολή αποζημιώσεων στον ζημιωθέντα από την ακυρωθείσα διοικητική απόφαση διοικούμενο ή την παροχή σε αυτόν άλλης, κατάλληλης θεραπείας (Νίκολας ν Δημοκρατία
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 983, 1002). Σε περίπτωση που η διοίκηση αρνηθεί ή παραλείψει να ενεργήσει ως ανωτέρω, τότε ο ζημιωθείς διοικούμενος νομιμοποιείται να καταχωρήσει αγωγή επικαλούμενος, ως αιτία, το δικαίωμα που θεσμοθετείται δια του Άρθρου 146
(6)του Συντάγματος. Απαραίτητες προϋποθέσεις για την παραδεκτή καταχώρηση τέτοιας αγωγής είναι ως καθιερώθηκαν [...][6] δια της Νομολογίας οι ακόλουθες꞉ (α) η εξασφάλιση ακυρωτικής απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια άσκησης της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας, (β) η υποβολή εκ μέρους του ζημιωθέντος διοικούμενου, προς τη διοίκηση, γραπτού αιτήματος για την καταβολή αποζημιώσεων ή για την παροχή άλλης κατάλληλης θεραπείας και (γ) η απόρριψη του αιτήματος αυτού ή παράλειψη της διοίκησης να το εξετάσει (Νίκολας ν Δημοκρατίας (ανωτέρω), Rosary Gardens Ltd v Δημοκρατίας
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 230, 234).». «Έτσι, η κρατούσα νομολογία προβλέπει ότι εφ' όσον διαπιστωθεί η συνδρομή των τριών αυτών προϋποθέσεων, εξετάζεται η βασιμότητα των αξιώσεων του ενάγοντος. Οι αξιώσεις αυτές είναι βάσιμες εφ' όσον αποδειχθεί, επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, πως ο ενάγων, πράγματι υπέστη ζημιά από την ακυρωθείσα διοικητική απόφαση ή υπέστη ζημιά ως άμεση συνέπεια της απόφασης αυτής. Τέλος εφόσον αποδειχθεί πως η ακυρωθείσα διοικητική απόφαση υπήρξε ζημιογόνος, επιδικάζονται αποζημιώσεις δίκαιες και εύλογες. Για τον προσδιορισμό του ύψους των δίκαιων και εύλογων αποζημιώσεων, συνεκτιμούνται όλοι οι σχετικοί παράγοντες (Νίκολας ν Δημοκρατίας (ανωτέρω) 997 και 1006, δείτε επίσης τις αποφάσεις Εγγλεζάκη κ.α. ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1992)1 Α.Α.Δ. 697, Μαυρονύχης ν Αρχής Βιομηχανικής Καταρτίσεως
(1995)1 Α.Α.Δ. 612, Δήμος Αραδίππου ν Γεωργιάδης
(2000)1 Α.Α.Δ. 1000 και Vnukovo Airlines (V.A.) κ.α. ν Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 969).». Στην παρούσα υπόθεση είναι παραδεκτό γεγονός ότι ο Ενάγων εξασφάλισε ακυρωτική απόφαση από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια άσκησης της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, για ακύρωση της αρχικής διοικητικής απόφασης ημερ. 3.8.2007 περί επιβολής ΦΠΑ σε σχέση με τη διασάφηση εισαγωγής του σκάφους του από την Ελλάδα. Είναι επίσης παραδεκτό ότι ευθύς μετά την έκδοση της εν λόγω απόφασης, ο Ενάγων ζήτησε από τη διοίκηση να συμμορφωθεί με την εν λόγω δικαστική απόφαση και να του επιστρέψει το ποσό ΦΠΑ που είχε ήδη καταβάλει. Εκείνο που αναφύεται ως επίδικο θέμα είναι κατά πόσον κατά τον χρόνο που ηγέρθηκε η υπό κρίση αγωγή, ήτοι στις 23.10.2013, η διοίκηση, εν προκειμένω ο Διευθυντής Τελωνείων και Έφορος ΦΠΑ παρέλειψε να συμμορφωθεί με το αίτημα του Ενάγοντος για αποκατάσταση της ζημιάς που του προκάλεσε η απόφαση επιβολής ΦΠΑ για το επίδικο σκάφος, η οποία απόφαση είναι παραδεκτό ότι είχε κηρυχθεί άκυρη με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 1.11.
- Στη βάση των ευρημάτων γεγονότων στα οποία προέβηκα ανωτέρω, διαπιστώνω ότι η Διοίκηση επανεξέτασε την αρχική της θέση και έλαβε νέα απόφαση ημερ. 3.12.2010 την οποία γνωστοποίησε στον Ενάγοντα τελευταίως κατά ή περί τις 2.5.
- Ο Ενάγων δεν άσκησε προσφυγή εμπρόθεσμα ή/και ποτέ κατά της εν λόγω απόφασης που λήφθηκε κατά την επανεξέταση, επομένως εξακολουθεί να υφίσταται και να ισχύει στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου η απόφαση ημερ. 3.12.2010 και να χαίρει του τεκμηρίου της νομιμότητας. Ενώπιόν μου, ο Ενάγων επιχείρησε στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, αλλά και μέσω της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου του, να αιτιολογήσει την παράλειψή του να προσφύγει κατά της απόφασης ημερ. 3.12.2010 όταν έμαθε γι' αυτήν κατά ή περί τις 2.5.
- Ισχυρίστηκε επανειλημμένα ότι την εξέλαβε ή/και συνεχίζει να την θεωρεί ως πράξη πληροφοριακού χαρακτήρα ή/και ως πράξη βεβαιωτική της αρχικής απόφασης ημερ. 3.12.2010 και ότι έχοντας αυτά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα έπεται ότι πρόκειται για πράξη μη προσβλητή, δηλαδή για πράξη που δεν χωρούσε προσφυγής δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Από την άλλη, ήταν σταθερή η θέση της Υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του Ενάγοντος, αλλά και ως θέση των ΜΥ1 και ΜΥ2 και της συνηγόρου Υπεράσπισης στη γραπτή της αγόρευση ότι η απόφαση ημερ. 3.12.2010 ήταν εκτελεστή διοικητική πράξη και ότι εφόσον παρέμεινε απρόσβλητη, κατέστη οριστική και δεσμευτική, χωρίς να παρέχεται πλέον η ευχέρεια στο παρόν αστικό Δικαστήριο να την ανατρέψει ως παράνομη, εφόσον αποκλειστικά αρμόδιο για τον έλεγχο της νομιμότητάς της ήταν κατά πάντα χρόνο το Ανώτατο Δικαστήριο εν τη ασκήσει της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας. Όσον δε αφορά το επιχείρημα του Ενάγοντος ότι ήταν απλώς πληροφοριακή ή/και βεβαιωτική η νέα απόφαση ημερ. 3.12.2010 και ότι άφησε ως εκ τούτου την Διοίκηση εκτεθειμένη για μη συμμόρφωση με το ακυρωτικό αποτέλεσμα της Δικαστικής απόφασης ημερ. 1.11.2010, το οποίο δεν είχε εφεσιβάλει η Διοίκηση και άρα δημιούργησε δεδικασμένο, η απάντηση της συνηγόρου Υπεράσπισης ήταν ότι το παρόν αστικό Δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας να αποφασίσει αυτό το ίδιο το ερώτημα αν η απόφαση ημερ. 3.12.2010 ήταν βεβαιωτική αντί εκτελεστή διοικητική πράξη. Εισηγείται η συνήγορος Υπεράσπισης ότι ο Ενάγων όφειλε να είχε ασκήσει προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος για να ζητούσε από το αρμόδιο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι υπήρξε παράλειψη δέουσας επανεξέτασης ή/και λήψη νέας παράνομης απόφασης ημερ. 3.12.
- Το τί συνιστά βεβαιωτική πράξη δεν είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό από ένα αστικό δικαστήριο ή/και να αποφασισθεί από αυτό, αφού υπάρχει άπλετη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που το ερμηνεύει. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση ημερ. 27.2.2009 στην Υπόθεση αρ. 413/2007, CHRIKAR TRADING CO LTD v Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Οικονομικών ή/και μέσω Διευθυντή Τελωνείων, με παραπομπή στο σύγγραμμα του Μ. Στασινόπουλου: «Δίκαιο Διοικητικών Διαφορών», σελ. 174-176, «οι επιβεβαιωτικές πράξεις είναι απλά εκείνες που επαναλαμβάνουν το περιεχόμενο προηγούμενης εκτελεστής πράξεως με τη δήλωση εμμονής της διοίκησης, χωρίς να προσθέτει ή να αφαιρεί οτιδήποτε από την προηγούμενη εκτελεστή πράξη. Νέα έρευνα, ως αναφέρεται, ανακύπτει ως ζήτημα πραγματικό και προκύπτει ενόψει νέων ουσιωδών, είτε νομικών, είτε πραγματικών στοιχείων. Νέα έρευνα υφίσταται όταν λαμβάνει χώραν εξέταση στοιχείων κρίσεως από νέα προκύψαντα δεδομένα ή που προϋπήρχαν, αλλά δεν είχαν ορθά ταξινομηθεί.». Από την ενώπιον μου προσφερθείσα μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2 δεν άκουσα να ζήτησε ποτέ το Τμήμα Τελωνείων ή/και η Υπηρεσία ΦΠΑ από τον Ενάγοντα να τους δώσει οποιαδήποτε νέα στοιχεία ή να τους απαντήσει σε ερωτήσεις προκειμένου να διεξαγάγουν δέουσα έρευνα για να αιτιολογήσουν τη λήψη της νέας απόφασής τους ημερ. 3.12.
- Ουσιαστικά, με όσα στοιχεία κατείχαν πριν την έκδοση της ακυρωτικής απόφασης του Δικαστή Κωνσταντινίδη, με εκείνα και μόνον προχώρησαν να αιτιολογήσουν την λήψη της απόφασης ημερ. 3.12.2010, παραθέτοντας απλώς νομολογία στην οποία στήριζαν την εμμονή τους ότι δικαιούνταν να εισπράξουν το φόρο. Όπως πολύ συγκεκριμένα το έθεσαν οι ΜΥ1 και ΜΥ2, το καθοριστικό στοιχείο για τη λήψη της ακυρωθείσας απόφασής τους, όπως και της νέας απόφασης ημερ. 3.12.2010, ήταν η διασάφηση που υπέβαλε ο Ενάγων κατά ή περί τις 3.8.2007 (βλ. Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Β, καθώς επίσης το Έγγραφο Γ). Καμία διευκρίνιση δεν του ζητήθηκε κατά ή περί την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης ημερ.3.12.2010 σε σχέση με τα στοιχεία που αναγράφονταν στην εν λόγω διασάφηση. Ούτε βέβαια του ζητήθηκε οποιαδήποτε διευκρίνιση για τις συνθήκες υπό τις οποίες έπλευσε το σκάφος του από την Ελλάδα προς την Κύπρο (χρόνος που παρήλθε από την απόκτηση ιδιοκτησίας του σκάφους μέχρι την άφιξή του στην Κυπρο, ώρες πλεύσης πριν την άφιξη στην Κύπρο) ούτε οποιαδήποτε διευκρίνιση για την απόδειξη Λιανικής Πώλησης (Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α) του επίμαχου σκάφους και δη για τις συνθήκες τιμολόγησης ή/και πληρωμής ΦΠΑ στην Ελλάδα ή για άλλα στοιχεία που αφορούσαν στο σκάφος και τα οποία αναγράφονταν στην Άδεια Εκτέλεσης Πλόων που είχε εκδώσει ο Ενάγων στην Ελλάδα πριν το πλεύσει στην Κύπρο. Δεν προκύπτει από τη μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2 να ερωτήθηκε ο Ενάγων οποτεδήποτε για χάριν επανεξέτασης οτιδήποτε σχετικά με το πού ήταν νηολογημένο το σκάφος του κατά ή περί την ημερομηνία υποβολής της διασάφησης, δεν αξιολόγησαν ποια η σημασία του ότι το σκάφος είχε αριθμό εγγραφής σε λεμβολόγιο της Ελλάδας την 20.7.2007 (βλ. το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α) ούτε ρώτησαν ποια ήταν η πρόθεση του Ενάγοντος για το κράτος προορισμού του. Στη διασάφηση δεν αναγράφονταν καν τα μέτρα (μήκος) του σκάφους. Επομένως, υπό το φως της πιο πάνω κατάστασης πραγμάτων, αντικειμενικά κρινόμενης στην όψη της μαρτυρίας των ιδίων των ΜΥ1 και ΜΥ2, δεδομένης της μη αναζήτησης οποιωνδήποτε νέων στοιχείων από τον Ενάγοντα, η Διοίκηση αποδεικνύεται ότι όντως ενήργησε επιβεβαιωτικά της αρχικής της στάσης, χωρίς να διεξαγάγει νέα έρευνα στην οποία να στηρίξει την αιτιολογία της. Παρέμεινε άθικτο κατά την κρίση μου το ακυρωτικό αποτέλεσμα της απόφασης του Δικαστή Κωνσταντινίδη, ημερ. 1.11.2010, ο οποίος υποδείκνυε το καίριο ερώτημα «πώς γνώριζαν τέτοιο πράγμα, αν δεν το είχε αναφέρει ο αιτητής;» και ότι όπως οι ίδιοι οι καθ'ων η αίτηση είχαν αναφέρει, «ο τρόπος επιβολής του ΦΠΑ στην περίπτωση του αιτητή έγινε κάπως μηχανικά και αυτόματα. με βάση τη διασάφηση εισαγωγής». Θέτω για παράδειγμα το ερώτημα, πώς γνώριζαν οιι Εναγόμενοι αν ο Ενάγων όντως πλήρωσε ΦΠΑ στην Ελλάδα όταν στην όψη της Απόδειξης Λιανικής Πώλησης που κατέχει αναγράφεται η πώληση επί πιστώσει και δεν υπάρχει εξοφλητική απόδειξη, ώστε να δικαιούνταν να εξετάζουν ζήτημα διπλής φορολόγησης; Αξίζει να επισημάνω ότι το εύρημα του Δικαστή Κωνσταντινίδη ότι έγινε η πληρωμή ΦΠΑ στην Ελλάδα στηρίχθηκε σε ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο Αιτητής (εδώ Ενάγων) ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατόπιν άδειας που του παρασχέθηκε από το εν λόγω Δικαστήριο για προσκόμιση μαρτυρίας. Δεν θα μπορούσαν με βεβαιότητα να το γνωρίζουν οι Καθ'ων η αίτηση (Εναγόμενοι) αν στηρίζονταν μόνο στη διασάφηση και δεν εδίδετο ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου εκείνη η ένορκη μαρτυρία. Καταλήγω ότι η απόφαση ημερ. 3.12.2010 φαίνεται στην όψη της να είναι το αποτέλεσμα εξίσου αυτόματης και μηχανικής επιβολής ΦΠΑ βάσει της διασάφησης, ελλείψει νέας έρευνας όλων των παραμέτρων που έχρηζαν, κατά την κρίση μου, εξέτασης βάσει της νομοθεσίας και της νομολογίας που οι ίδιοι οι Εναγόμενοι τυπικά και μόνον επικαλέστηκαν μέσα στην εν λόγω επιστολή ημερ. 3.12.
- Επομένως, πώς θεωρούν οι Εναγόμενοι ότι συμμορφώθηκαν με την ακυρωτική απόφαση που είχε διαπιστώσει έλλειψη αιτιολογίας, όταν η νέα αιτιολογία και πάλιν δεν μπορούσε να αναπληρωθεί από τα στοιχεία του φακέλου; Εξηγώ πιο κάτω τί θεωρώ ότι θα έπρεπε να λάμβαναν υπόψη οι Εναγόμενοι το οποίο δεν έλαβαν υπόψη, αφήνοντας έτσι ζημιογόνο κατάλοιπο της ακυρωθείσας την 1.11.2010 απόφασης ημερ. 3.8.2007 για επιβολή ΦΠΑ ισόποσου με €9.537,41σ. ως η αξίωση στην αγωγή, με αναφορά πάντα στη σχετική νομοθεσία και νομολογία που οι ίδιοι οι συνήγοροι των διαδίκων αναλύουν στις γραπτές τους αγορεύσεις. Κατ' αρχάς, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της ΜΥ1 το σκάφος φορολογήθηκε ως «καινούριο μεταφορικό μέσο» σύμφωνα με τον περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμο (αρ. 95(Ι)/2000), άρθρο 12A
(1)(γ), το οποίο προβλέπει ότι꞉ «
(1)Φ.Π.Α. επιβάλλεται επί οποιασδήποτε απόκτησης οποιωνδήποτε αγαθών από άλλο κράτος μέλος όταν - [.] (γ) το πρόσωπο που πραγματοποιεί την απόκτηση είναι υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο ή τα αγαθά υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης ή αφορούν καινούργια μεταφορικά μέσα». Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12Α
(2)του Νόμου αρ. 95(Ι)/2000, η απόκτηση των αγαθών από άλλο κράτος μέλους είναι φορολογητέα απόκτηση αν (α) εμπίπτει στις διατάξεις του εδαφίου
(3)ή τα αγαθά αφορούν καινούργια μεταφορικά μέσα. «Καινούριο» θεωρείται ένα μεταφορικό μέσο σε σχέση με οποιαδήποτε παράδοση ή οποιαδήποτε απόκτηση από άλλο κράτος μέλος, εάν η περίοδος που έχει παρέλθει από την ημερομηνία της πρώτης θέσης σε κυκλοφορία είναι μικρότερη των τριών μηνών (άρθρο 3Γ
(3)(α)(i)) και με βάση το άρθρο 3Γ
(3)(β)(i), το πλοίο από την ημερομηνία της πρώτης θέσης του σε κυκλοφορία, έχει ταξιδέψει κάτω από 100 ώρες πλεύσης (άρθρο 3Γ
(3)(β)(i)). Το ερώτημα που τίθεται είναι꞉ ποιες πληροφορίες δίδονται στην όψη της επίδικης διασάφησης (Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Β και Έγγραφο Γ) για το ποια ήταν η ημερομηνία πρώτης θέσης σε κυκλοφορία του επίδικου σκάφους του Ενάγοντος από την ημερομηνία απόκτησής του και πόσες ώρες πλεύσης διένυσε έκτοτε; Καμία! Δεν ζητούνταν τέτοια στοιχεία στην όψη της διασάφησης, γι'αυτό και δεν δόθηκαν ούτε καταγράφονταν σε αυτήν από τον Αιτητή. Αξίζει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι με βάση τα όσα αναφέρονται στην ίδια την απόφαση ημερ. 3.12.2010, η επιβολή φορολογίας στηρίχθηκε στη θέση ότι η διασάφηση εισαγωγής ενός σκάφους συνιστά από μόνη της απόδειξη ότι ο εισαγωγέας επιθυμεί, εκουσίως, να καταστήσει το κράτος εισαγωγής ως τον τελικό προορισμό του σκάφους. Δεν μπορώ, όμως, παρά να σημειώσω ότι αποτέλεσε εύρημα του Δικαστή Κωνσταντινίδη στην ακυρωτική του απόφαση ότι η πληρωμή βάσει της εν λόγω διασάφησης υποβλήθηκε με έντονη διαμαρτυρία από τον Αιτητή (εδώ Ενάγοντα). Κατέληξε μάλιστα στο εν λόγω εύρημα ο Δικαστής, αφότου έδωσε άδεια και προσκομίστηκε ενώπιον του ένορκη μαρτυρία από την κα Ρήγα που υπηρετούσε ως Βοηθός Γραμματειακός Λειτουργός και ταμίας στο Τελωνείο Λεμεσού όταν εισπράχθηκε το επίδικο ποσό ΦΠΑ. Ενώπιον μου οι ΜΥ1 και ΜΥ2 επιχείρησαν να διαφοροποιήσουν το ζήτημα της εκδήλωσης διαμαρτυρίας κατά την πληρωμή από οποιανδήποτε διαμαρτυρία κατά την υποβολή της διασάφησης, λέγοντας ότι επιτρέπεται να καταγραφεί διαμαρτυρία κατά την υποβολή της διασάφησης αλλά όχι κατά την πληρωμή. Δεν θεωρώ ότι είναι κατάλληλο να προβώ στη διαμόρφωση οποιωνδήποτε ευρημάτων γεγονότων που να αντιφάσκουν με ό,τι ήδη αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προσφυγή του Αιτητή, εφόσον το μόνο που δύναμαι να αποφασίσω είναι αν υπήρξε συμμόρφωση με το ακυρωτικό αποτέλεσμα, τέτοια που να έχει εξαλείψει το ζημιογόνο κατάλοιπο της ακυρωθείσας πράξης. Χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω επισήμανσής μου, κρίνω δίκαιο να παρατηρήσω ότι η ΜΥ1 δεν είχε καμία ανάμειξη κατά τον ουσιώδη χρόνο υποβολής της επίμαχης διασάφησης, ενώ η ΜΥ2 η οποία είχε ανάμειξη, διότι όπως ισχυρίστηκε ενώπιόν της υποβλήθηκε η διασάφηση από τον Αιτητή, δεν υπήρξε αξιόπιστη, εφόσον παλινδρομούσε στις θέσεις της σχετικά με το ποιος συμπλήρωσε την εν λόγω διασάφηση. Κυμάνθηκε από την αρχική της θέση ότι ο Αιτητής τη συμπλήρωσε ιδιοχείρως μέχρι την τελική της θέση ότι ο Αιτητής απλώς την υπέγραψε ενώπιόν της και δεν είδε ποιος την συμπλήρωσε. Δεν γνώριζε για τον ίδιο λόγο αν επεξηγήθηκε ποτέ στον Αιτητή ότι είχε δικαίωμα να καταγράψει σε αυτήν τη διαμαρτυρία του ούτε αν του επεξηγήθηκε η σημασία της υποβολής μιας τέτοιας διασάφησης και τυχόν εναλλακτικών επιλογών δυνατόν να είχε. Ουδεμία εκ των ΜΥ1 και ΜΥ2 δεν αρνήθηκε ότι επιβλήθηκε στον Αιτητή μέτρο «σύλληψης» του σκάφους του, έως ότου υποβληθεί η εν λόγω διασάφηση και πληρωθεί ο ΦΠΑ. Πέραν των πιο πάνω επισημάνσεών μου, προχωρώ και σημειώνω ότι τη θέση που διατύπωσαν οι Καθ'ων η αίτηση, εδώ Εναγόμενοι, ότι η υποβολή διασάφησης εισαγωγής δηλώνει αφ' εαυτής πρόθεση του εισαγωγέα να καταστήσει την Κύπρο κράτος τελικού προορισμού του σκάφους, το ερμήνευαν με αναφορά στην οδηγία 2006/112/ΕΚ, με την οποία ο Ν.95(Ι)/2000στόχευε να εναρμονιστεί. Επισημαίνονται από τη συνήγορο Υπεράσπισης στην τελική της αγόρευση οι εξής διατάξεις꞉ Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ της 28Ης Νοεμβρίου, 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, υπόκεινται σε Φ.Π.Α. οι εξ' επαχθούς αιτίας ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών που πραγματοποιούνται στο έδαφος ενός κράτους μέλους. Στην περίπτωση των καινούριων μεταφορικών μέσων η απόκτηση είναι φορολογητέα είτε πραγματοποιείται από υποκείμενο ή μη υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο. Η έννοια του όρου «μεταφορικά μέσα» και η έννοια «καινούργια» καθορίζονται στο άρθρο 2, εδάφιο 2 της προαναφερθείσας οδηγίας. Στην περίπτωση των πλοίων αυτά θεωρούνται ως «καινούρια μεταφορικά μέσα» όταν είναι πλοία άνω των 7, 5 μέτρων (εκτός από τα πλοία που χρησιμοποιούνται στη ναυσιπλοΐα ανοικτής θαλάσσης και εκτελούν μεταφορά επιβατών με κόμιστρο ή με τα οποία ασκείται εμπορική, βιομηχανική ή αλιευτική δραστηριότητα, καθώς και των ναυαγοσωστικών και άλλων πλοίων επιθαλάσσιας αρωγής και πλοίων παράκτιας αλιείας) εφόσον παραδίδονται εντός τριών μηνών από την πρώτη θέση τους σε κυκλοφορία ή προτού το πλοίο πραγματοποιήσει 100 ώρες πλεύσης. Ο Δικαστής Κωνσταντινίδης ρωτούσε στην ακυρωτική απόφασή του. Η έννοια της ενδοκοινοτικής απόκτησης καθορίζεται στο άρθρο 20 της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ. Ως ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών νοείται η απόκτηση του δικαιώματος να διαθέτει κάποιος ως κύριος, κινητό ενσώματο αγαθό που αποστέλλεται ή μεταφέρεται από τον πωλητή ή από τον αποκτώντα ή από πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό τους, σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος από το οποίο αναχώρησε η αποστολή ή μεταφορά των αγαθών. Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων επικαλούνται στις τελικές αγορεύσεις τους την ερμηνεία που έχει δώσει το Δικαστήριο της Ε.Ε. με την απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2010, στην υπόθεση C-84/09, X κατά Skatteverket, ECLI:EU:C:2010:693, για το πού είναι καταβλητός ο ΦΠΑ όταν πρόκειται για ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθού και πώς ασκείται η αρμοδιότητα φορολόγησης του σκάφους από το κράτος μέλος πώλησης - απόκτησης και το κράτος μέλος παράδοσης ή μεταφοράς. Η προμνησθείσα απόφαση είχε ως αντικείμενο την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως για την ερμηνεία της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ - Άρθρα 2, 20, πρώτο εδάφιο, και 138, παράγραφος 1 αναφορικά με την έννοια των όρων «Ενδοκοινοτική απόκτηση», «καινούριου», ιστιοπλοϊκού σκάφους. Ειδικότερα, αποφασίστηκε ποιο είναι το «κρίσιμο χρονικό σημείο για τον χαρακτηρισμό ενός μεταφορικού μέσου ως καινούριου προκειμένου να φορολογηθεί» και κατά πόσον υπάρχει οποιαδήποτε «Προθεσμία εντός της οποίας θα πρέπει ν' αρχίζει η μεταφορά του αγαθού μέχρι τον τόπο προορισμού» ή πώς επηρεάζει «η άμεση χρησιμοποίηση του αγορασθέντος αγαθού εντός του κράτος μέλους αποκτήσεως ή εντός άλλου κράτους μέλους πριν από τη μεταφορά του στον τελικό του προορισμό» για σκοπούς φορολογικής μεταχείρισης του τόπου όπου είναι πληρωτέος ο ΦΠΑ. Υπενθύμισε το Δικαστήριο εισαγωγικά διάφορες βασικές αρχές εφαρμογής του δικαίου της Ε.Ε. στον τομέα του ΦΠΑ, τις οποίες παραθέτω πιο κάτω꞉ 22 Κατ' αρχάς, υπενθυμίζεται ότι το μεταβατικό καθεστώς του ΦΠΑ που εφαρμόζεται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο [.], στηρίζεται στην καθιέρωση μιας νέας γενεσιουργού αιτίας του φόρου, δηλαδή της ενδοκοινοτικής αποκτήσεως αγαθών, η οποία επιτρέπει τη μεταφορά των φορολογικών εσόδων στο κράτος μέλος εντός του οποίου πραγματοποιείται η τελική κατανάλωση των παραδοθέντων αγαθών (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2007, C-409/04, Teleos κ.λπ., Συλλογή 2007, σ. I-7797, σκέψεις 21, 22 και 36). 23 Ως εκ τούτου, ο μηχανισμός που συνίσταται, αφενός, στην απαλλαγή, εκ μέρους του κράτους μέλους αναχωρήσεως, της παραδόσεως που συνεπάγεται την ενδοκοινοτική αποστολή ή μεταφορά, συμπληρούμενη από το δικαίωμα εκπτώσεως ή επιστροφής του καταβληθέντος εντός του κράτους μέλους αυτού ΦΠΑ εισροών και, αφετέρου, στη φορολόγηση, εκ μέρους του κράτους μέλους αφίξεως, της ενδοκοινοτικής αποκτήσεως, σκοπούσε στη σαφή οριοθέτηση των φορολογικών εξουσιών των κρατών μελών (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 6ης Απριλίου 2006, C-245/04, EMAG Handel Eder, Συλλογή 2006, σ. I-3227, σκέψη 40). 24 Όσον αφορά, ειδικότερα, τους κανόνες που διέπουν τη φορολόγηση της αποκτήσεως καινούριων μεταφορικών μέσων, από την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2006/112, η οποία επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της ενδέκατης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας 91/680, προκύπτει ότι οι κανόνες αυτοί έχουν ως σκοπό, πλην της κατανομής των φορολογικών αρμοδιοτήτων, την αποφυγή των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών μελών οι οποίες ενδέχεται να σημειωθούν λόγω της εφαρμογής διαφορετικών συντελεστών. [.] [.] 27 Ως εκ τούτου, η ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθού πραγματοποιείται και η απαλλαγή της ενδοκοινοτικής παραδόσεως εφαρμόζεται μόνον όταν το δικαίωμα διαθέσεως του αγαθού ως κύριος μεταβιβάζεται στον αποκτώντα, ο προμηθευτής αποδεικνύει ότι το αγαθό αυτό απεστάλη ή μεταφέρθηκε σε άλλο κράτος μέλος και, κατόπιν της εν λόγω αποστολής ή μεταφοράς, το εν λόγω αγαθό έχει απομακρυνθεί υλικώς από το έδαφος του κράτους μέλους παραδόσεως. (βλ. αποφάσεις Teleos κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 42, καθώς και της 27ης Σεπτεμβρίου 2007, C-184/05, Twoh International, Συλλογή 2007, σ. Ι-7897, σκέψη 23). [.] 33 Κατά συνέπεια, ο χαρακτηρισμός μιας πράξεως ως ενδοκοινοτικής παραδόσεως ή αποκτήσεως δεν πρέπει να εξαρτάται από την τήρηση συγκεκριμένης προθεσμίας εντός της οποίας πρέπει να αρχίσει ή να ολοκληρωθεί η μεταφορά του αποκτώμενου ή παραδιδόμενου αγαθού. Ωστόσο, προκειμένου να πραγματοποιηθεί ο χαρακτηρισμός αυτός και να καθορισθεί ο τόπος αποκτήσεως, πρέπει να θεμελιωθεί η ύπαρξη χρονικού και υλικού συνδέσμου μεταξύ της παραδόσεως του επιμάχου αγαθού και της μεταφοράς του, καθώς και μια συνέχεια στη διεξαγωγή της πράξεως. [.] 35 Μολονότι αληθεύει, βεβαίως, ότι τα κράτη μέλη καθορίζουν, σύμφωνα με το άρθρο 131 της οδηγίας 2006/112, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες απαλλάσσουν τις ενδοκοινοτικές παραδόσεις, προς διασφάλιση της ορθής και απλής εφαρμογής των εν λόγω απαλλαγών και προς αποτροπή κάθε ενδεχόμενης φοροδιαφυγής, φοροαποφυγής και καταχρήσεως, εντούτοις, κατά την άσκηση των εξουσιών τους, τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν τις γενικές αρχές του δικαίου που αποτελούν μέρος της έννομης τάξεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ειδικότερα οι αρχές της ασφάλειας δικαίου και της αναλογικότητας (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 11ης Μαΐου 2006, C-384/04, Federation of Technological Industries κ.λπ., Συλλογή 2006, σ. I-4191, σκέψεις 29 και 30, καθώς και της 21ης Φεβρουαρίου 2008, C-271/06, Netto Supermarkt, Συλλογή 2008, σ. I-771, σκέψη 18). [.] 38 Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΚ) 1777/2005 του Συμβουλίου, της 17ης Οκτωβρίου 2005, για τη θέσπιση μέτρων εφαρμογής της οδηγίας 77/388/ΕΟΚ για το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΕΕ L 288, σ. 1), το κράτος μέλος αφίξεως των αποστελλομένων ή μεταφερομένων αγαθών εντός του οποίου πραγματοποιείται ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών ασκεί τη φορολογική του αρμοδιότητα ανεξάρτητα από την αντιμετώπιση της συναλλαγής ως προς τον ΦΠΑ εντός του κράτους μέλους αναχωρήσεως των αποστελλομένων ή μεταφερομένων αγαθών.». Η αρχή δικαίου που καταγράφεται στην πιο πάνω παράγραφο 38 της απόφασης του Δικαστηρίου της Ε.Ε. στην υπόθεση C-84/09, είναι αυτή που επικαλέστηκαν και οι Καθ' ών η αίτηση στη νέα απόφασή τους, ως η επιστολή ημερ. 3.12.2010 (βλ. το κείμενο του Τεκμηρίου 2 υπό Έγγραφο Β). Παραταύτα, η επιστολή ημερ. 3.12.2010 έμεινε ως εκεί, ως την επίκληση της αρχής ότι είχαν αρμοδιότητα οι αρχές της Κύπρου ως κράτους προορισμού να επιβάλουν ΦΠΑ, ανεξάρτητα του αν οι Ελληνικές αρχές άσκησαν ομοίως τη δική τους φορολογική αρμοδιότητα ως κράτους πώλησης ή/και απόκτησης του σκάφους. Παρέλειψαν οι Καθ'ων να εξετάσουν ή/και να αιτιολογήσουν την εφαρμογή όλων των λοιπών κριτηρίων που η απόφαση στην υπόθεση C-84/09 προδιαγράφει ως αναγκαία κριτήρια προκειμένου να διαπιστωθεί ποιο είναι πράγματι το κράτος προορισμού! Παραπέμπω στις ακόλουθες παραγράφους από την απόφαση C-84/09꞉ «44 Υπό τις συνθήκες αυτές, προκειμένου να είναι δυνατός ο χαρακτηρισμός μιας πράξεως ως ενδοκοινοτικής αποκτήσεως, είναι αναγκαίο να πραγματοποιηθεί μια σφαιρική εκτίμηση όλων των αντικειμενικών πραγματικών στοιχείων που ασκούν επιρροή για να εκτιμηθεί αν το αποκτηθέν αγαθό απομακρύνθηκε από το έδαφος του κράτους μέλους παραδόσεως και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, εντός τίνος κράτους μέλους θα πραγματοποιηθεί η τελική κατανάλωση. 45 Συναφώς, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 38 των προτάσεών της, μεταξύ των στοιχείων τα οποία είναι δυνατό να έχουν κάποια σπουδαιότητα περιλαμβάνονται, πλην του χρονικού ορίζοντα της μεταφοράς του εν λόγω αγαθού, ο τόπος ταξινομήσεως και συνήθους χρήσεως αυτού, ο τόπος κατοικίας του αποκτώντος, καθώς και η ύπαρξη ή η απουσία δεσμών του αποκτώντος με το κράτος μέλος παραδόσεως ή άλλο κράτος μέλος. 46 Στην ιδιαίτερη περίπτωση της αποκτήσεως ιστιοπλοϊκού σκάφους, όπως αυτή που εξετάζεται στην υπόθεση της κύριας δίκης, είναι δυνατόν επίσης να ασκούν επιρροή το κράτος μέλος νηολογήσεως, καθώς και ο τόπος ελλιμενισμού ή αγκυροβολήσεως του ιστιοφόρου και ο τόπος διαχειμάνσεώς του. 47 Επιπλέον, στην ιδιαίτερη περίπτωση αποκτήσεως ενός καινούριου μεταφορικού μέσου, πρέπει να ληφθούν υπόψη, κατά το μέτρο του δυνατού, οι προθέσεις του αποκτώντος κατά τον χρόνο της αποκτήσεως, υπό την προϋπόθεση ότι επιβεβαιώνονται από αντικειμενικά στοιχεία (βλ., κατ' αναλογίαν, όσον αφορά το δικαίωμα εκπτώσεως, αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1985, 268/83, Rompelman, Συλλογή 1985, σ. 655, σκέψη 24, της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-230/94, Enkler, Συλλογή 1996, σ. I-4517, σκέψη 24, καθώς και της 21ης Μαρτίου 2000, C-110/98 έως C-147/98, Gabalfrisa κ.λπ., Συλλογή 2000, σ. I-1577, σκέψη 47). Τούτο είναι κατά μείζονα λόγο αναγκαίο στην περίπτωση που το δικαίωμα διαθέσεως του αγαθού ως κύριος μεταβιβάζεται στον αποκτώντα εντός του κράτους μέλους παραδόσεως και αυτός αναλαμβάνει να το μεταφέρει στο κράτος μέλος προορισμού. 48 Εντούτοις, αντιθέτως προς όσα ισχυρίζεται ο X, δεν μπορεί να απαιτηθεί, στο πλαίσιο ενδοκοινοτικής αποκτήσεως, η μεταφορά μεταφορικού μέσου να πραγματοποιηθεί αμέσως μετά την παράδοσή του, να είναι αδιάκοπη και το επίμαχο αγαθό να μη χρησιμοποιηθεί κατά οποιονδήποτε τρόπο πριν την εν λόγω μεταφορά ή κατά τη διάρκειά της. 49 Συγκεκριμένα, αφενός, η επιβολή τέτοιων αυστηρών προϋποθέσεων θα άφηνε στον αγοραστή τη δυνατότητα να επιλέξει εντός ποίου κράτους μέλους πραγματοποιείται η φορολόγηση του επιμάχου καινούριου μεταφορικού μέσου, πράγμα το οποίο θα ερχόταν σε αντίθεση προς τον σκοπό της οδηγίας 2006/112. Αφετέρου, όπως ορθώς παρατήρησε η Σουηδική Κυβέρνηση κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, δεν υπάρχει κανένας λόγος εφαρμογής διαφορετικής φορολογικής μεταχειρίσεως αναλόγως του αν το σκάφος ρυμουλκείται ή πλέει μέχρι τη Σουηδία. 50 Συγκεκριμένα, αυτό το οποίο έχει σημασία είναι να κριθεί εντός ποιου κράτους μέλους θα πραγματοποιηθεί η τελική και διαρκής χρήση του επιμάχου μεταφορικού μέσου. Προς τούτο, η χρήση του κατά τη μεταφορά, ακόμη και για αναψυχή, αντιπροσωπεύει ένα εντελώς αμελητέο διάστημα σε σχέση με την κατά κανόνα διάρκεια ζωής ενός μεταφορικού μέσου.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Αναφύονται καίρια ερωτήματα τα οποία ανέδειξε και ο συνήγορος του Ενάγοντος κατά την αντεξέταση των ΜΥ1 και ΜΥ2꞉ · Υπήρξε επανεξέταση από τη διοίκηση, η οποία να δείχνει ότι έλαβε υπόψη τον τόπο ταξινομήσεως, εν προκειμένω νηολογήσεως του επίδικου σκάφους; Η απάντηση είναι όχι. · Υπήρξε επανεξέταση από τη διοίκηση, η οποία να δείχνει ότι έλαβε υπόψη ποια ήταν η πρόθεση του αποκτώντος το σκάφος για τον τόπο συνήθους χρήσεως; Η απάντηση είναι όχι. · Υπήρξε επανεξέταση από τη διοίκηση, η οποία να δείχνει ότι έλαβε υπόψη ποια ήταν η πρόθεση του αποκτώντος το σκάφος σχετικά με τον τόπο ελλιμενισμού ή αγκυροβολήσεως του ή/και τον τόπο διαχειμάνσεώς του; Η απάντηση είναι όχι. · Υπήρξε επανεξέταση από τη διοίκηση, η οποία να δείχνει ότι έλαβε υπόψη, εκτός από τον τόπο κατοικίας του αποκτώντος, την ύπαρξη ή η απουσία δεσμών του αποκτώντος με το κράτος μέλος παραδόσεως (εν προκειμένω την Ελλάδα); Η απάντηση είναι όχι. Υπήρξε επανεξέταση από τη διοίκηση, η οποία να δείχνει ότι έλαβε υπόψη, ποια θα ήταν η χρήση του σκάφους κατά τη μεταφορά του στην Κύπρο, ακόμη και αν επρόκειτο για αναψυχή, και αν η χρήση αυτή θα αντιπροσώπευε ένα εντελώς αμελητέο διάστημα σε σχέση με την κατά κανόνα διάρκεια ζωής του σκάφους ως μεταφορικού μέσου; Η απάντηση είναι όχι. Αυτός που θα μπορούσε να είχε απαντήσει σε όλα τα ανωτέρω ερωτήματα δεν ήταν άλλος από τον ίδιο τον Ενάγοντα. Δεν του ζητήθηκε να απαντήσει σε όλα αυτά τα ερωτήματα στο πλαίσιο της διασάφησης ούτε στο πλαίσιο της διαδικασίας επανεξέτασης για λήψη απόφασης συμμόρφωσης με το μεταξύ τους δεδικασμένο ως προς το ακυρωτικό αποτέλεσμα που ήταν ακριβώς η έλλειψη αιτιολογίας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ. Καταλήγω να κρίνω ότι ευσταθεί η νομική θέση του συνηγόρου του Ενάγοντος πως, με βάση το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 3.12.2010, εξακολουθεί να μην υπάρχει πλήρης συμμόρφωση με το ακυρωτικό αποτέλεσμα της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ 1.11.2010, διότι απουσιάζει η δέουσα αιτιολόγηση της πράξης επιβολής ΦΠΑ και βεβαιώνεται απλώς ο φόρος που είχε επιβληθεί με την αρχική απόφαση ημερ. 3.8.2007, χωρίς να προσθέτει οποιοδήποτε νέο στοιχείο στη βάση νέας έρευνας, γι' αυτό και δεν ασκήθηκε νέα προσφυγή κατά της πράξης που περιέχεται στην επιστολή ημερ. 3.12.2010, και ότι στην πραγματικότητα ο Ενάγων συνεχίζει να υφίσταται το ζημιογόνο αποτέλεσμα της διπλής φορολόγησης από 3.8.2007 μέχρι σήμερα, για το οποίο δικαιούται να αποζημιωθεί διά της επιστροφής του φόρου που αναιτιολόγητα επιβλήθηκε στην Κύπρο. Δεδομένης της κατάληξής μου αυτής, καταλήγω να επιδικάζω αποζημιώσεις στη βάση του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για ποσό €9537,41σ., πλέον τα δικηγορικά έξοδα της παρούσας αγωγής, ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης, με νόμιμο τόκο επί των επιδικασθέντων ποσών από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. (υπ.)........... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο