ΧΡ. ΚΟΥΤΣΙΟΦΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΛΑΖΑΡΟΥ, ΑΓΩΓΗ ΑΡ: 889/2012, 16/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A516 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. ΑΓΩΓΗ ΑΡ: 889/2012 Μεταξύ: ΧΡ. ΚΟΥΤΣΙΟΦΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόντων -και- XXXXX ΛΑΖΑΡΟΥ Εναγόμενη Και Δι Ανταξιώσεως XXXXX ΛΑΖΑΡΟΥ Εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας -και-
- ΧΡ. ΚΟΥΤΣΙΟΦΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ 2.XXXXX ΙΕΡΕΙΔΗΣ 3.XXXXX ΙΕΡΕΙΔΗΣ, Αμφότεροι οι 2 και 3 εργαζόμενοι υπό την επωνυμία και/ή γνωστοί και/ή ως εταιρεία και ή άλλως πως ΙΕΡΕΙΔΗΣ & ΜΙΧΑΗΛ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ, όλοι από τη Λευκωσία Εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένων Ημερομηνία: 16 Οκτωβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα και Εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 1, 2, 3: κ. Αρτέμης Αρτεμίου, για Αρτεμίου, Πιερή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη και Εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα: κ. Χρ. Νεοφύτου για ΝΕΟΦΥΤΟΥ & ΝΕΟΦΥΤΟΥ Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ - ΕΞ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ / ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ ΗΜΕΡ. 16.9.2020 ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ Με την υπό κρίση αίτηση, ημερ. 16.9.2020, η οποία βασίζεται στην Διαταγή 28, τη Διαταγή 48 θ.θ.1 - 4 και τη Δ.64 θ.θ. 1 - 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, η Εναγόμενη - εξ απνταπαιτήσεως Ενάγουσα (στο εξής «η Αιτήτρια») αιτείται꞉ «Α. Διάταγμα ή/και Οδηγίες του Δικαστηρίου διά των οποίων να παραχωρείται άδεια στην Εναγόμενη/Εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα XXXXX Λαζάρου όπως προβεί σε περαιτέρω Ένορκη Δήλωση αποκάλυψης εγγράφων συμπληρωματικά της Ένορκης Δήλωσης Αποκάλυψης Εγγράφων ημερομηνίας 8.1.2015, η οποία καταχωρίστηκε εκ μέρους της στις 9.1.2015, από τον πρώην Δικηγόρο της Σωφρόνιο Σωφρονίου και συγκεκριμένα όπως αποκαλύψει την «Πραγματογνωμοσύνη για Εργασίες Επισκευών Κατοικίας XXXXX Λαζάρου εις οδό XXXXX 5, XXXXX - ΛΕΥΚΩΣΙΑ, Μάρτιος 2017» του Πολιτικού Μηχανικού XXXXX Κοντεάτη. Β. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία και/ή Διάταγμα που το Σεβαστό Δικαστήριο θεωρήσει ορθό και δίκαιο υπό τας περιστάσεις. Γ. Έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης, πλέον ΦΠΑ.». Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση αυτή εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας ημερ.16.9.20 και στα στοιχεία του φακέλου. Η Αιτήτρια ενόρκως δηλώνει τα εξής꞉ «
- Είμαι η Εναγόμενη - Εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή της οποίας τα γεγονότα γνωρίζω καλά και δύναμαι να ορκισθώ και κατόπιν συμβουλών των δικηγόρων μου.
- Η Σωτηρούλα Νικολάου προέβηκε εκ μέρους μου σε Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης Εγγράφων ημερομηνίας 8/1/2015, η οποία καταχωρίστηκε στις 9/1/2015, από τον πρώην Δικηγόρο μου Σωφρόνιο Σωφρονίου και βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου.
- Έκτοτε έχει περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα και στο μεταξύ αλλαγή των Δικηγόρων μου και είχα ζητήσει το 2016 από τον Πολιτικό Μηχανικό και Πραγματογνώμονα κο XXXXX Κοντεάτη, όπως προβεί σε Πραγματογνωμοσύνη αναφορικά με την οικία μου, στην οδό XXXXX αρ. 3 στην XXXXX, την οποία Πραγματογνωμοσύνη μου παρέδωσε το Μάρτιο του 2017, μεταξύ άλλων, αναφορικά με κακοτεχνίες από τους Ενάγοντες και εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενους.
- Στις 10.9.2020 ο κος XXXXX Κοντεάτης κατέθεσε ως Μάρτυρας κατά την ακρόαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο υπόθεσης ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου και εξετάστηκε στα πλαίσια της κυρίως αίτησης του επί όλων των κύριων θεμάτων που ανέλυσε στην πραγματογνωμοσύνη του XXXXX Κοζάκου του Οκτωβρίου 2012, η οποία πραγματογνωμοσύνη του 2012 επιχειρήθηκε και κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε, στην οποία κάνει αναφορά ο κ. Κοντεάτης στην Πραγματογνωμοσύνη του, του Μαρτίου του 2017, αλλά κυρίως υιοθέτησε και ο ίδιος τα πλείστα όσα διαπιστώνει ο κος Κοζάκος στην Πραγματογνωμοσύνη του, θέτοντας το υπόβαθρο για κατάθεση και της δικής του Πραγματογνωμοσύνης του 2017, ώστε να έχει το Σεβαστό Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα και να τύχει αντεξέτασης επί των συγκεκριμένων συμπερασμάτων της Πραγματογνωμοσύνηης του, η οποία ετοιμάστηκε το Μάρτιο του
- Ως εκ των πιο πάνω, καθίσταται επιτακτική ανάγκη όπως προβώ σε αποκάλυψη της Πραγματογνωμοσύνης του κου Κοντεάτη, η οποία βρίσκεται ήδη στην κατοχή των Δικηγόρων των Εναγόντων - εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένων και εμφαίνεται στον Πίνακα Α, ενώ τα γεγονότα που πραγματεύεται είναι γνωστά στους Ενάγοντες - εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένους ήδη από το 2012 και ως εκ τούτου δεν καταλαμβάνονται εξ απήνης, προς όφελος της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και επιδίκασης όλου του φάσματος των επίδικων θεμάτων, τόσο προς υποστήριξη της υπερασπίσεώς μου όσο και προς υποστήριξη της ανταπαίτησής μου.
- Για την αποκάλυψη των ανωτέρω εγγράφων προβαίνουμε οικειοθελώς, χωρίς την έκδοση και/ή επίδοση οποιουδήποτε διατάγματος.
- Κατά συνέπεια, θα ήταν εύλογο και δίκαιο όπως επιτραπεί η περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων, αφού καμία ζημιά δεν υπάρχει για τους ενάγοντες - εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους.». Η εν λόγω αίτηση επιδόθηκε στους δικηγόρους των αντιδίκων - Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι καταχώρησαν Ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στις 28.9.
- Η ένσταση βασίζεται στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1, θ.2, Δ.9, Δ.27, Δ.28 θ.θ. 1 - 15, Δ.38, Δ.48 θ.θ. 1 - 3, 4
(1)
(2), 5 - 13, Δ.59 θ.θ. 1 - 35, Δ.64 θ.θ. 1
(1)
(2)
(3)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη νομολογία και το κοινοδίκαιο, καθως επίσης στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Εγείρονται οι εξής λόγοι ένστασης꞉
- «Η υπό εξέταση αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και/ή λανθασμένη.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος.
- Η αίτηση έχει καταχωρηθεί σε καθυστερημένο στάδιο και/ή είναι καταχρηστική και/ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας χωρίς να δοθεί οποιοσδήποτε ικανοποιητικός λόγος για την καθυστέρηση αυτή.
- Δεν αποκαλύπτεται βάσιμος και/ή εύλογος λόγος για να δοθεί σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας άδεια για καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης Αποκάλυψης Εγγράφων.
- Η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε όλα τα γεγονότα και/ή εσκεμμένα απέκρυψε γεγονότα.
- Η αίτηση είναι παραπλανητική και ανεπίτρεπτη ένεκα του γεγονότος ότι επιχειρείται έντεχνα να επιτραπεί η εισαγωγή νέων εγγράφων τα οποία δεν σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση και/ή ούτε δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης της Αιτήτριας.
- Η αίτηση είναι καταχρηστική και γίνεται με κακή πίστη, καθώς επιδιώκει να καταλάβει τους εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένους εξ απροόπτου.
- Υπό τις περιστάσεις δεν είναι εύλογο και/ή δίκαιο να εκδοθεί η αιτούμενη άδεια.
- Η καταχώριση της αίτησης αποτελεί περιφρόνηση των δικαιωμάτων των εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένων και κατάχρηση διαδικασίας.
- Εάν εκδοθούν τα σχετικά διατάγματα θα πληγεί η απονομή της δικαιοσύνης.
- Δεν είναι δίκαιο ή/και ορθό ή/και είναι αντίθετο με τις αρχές της επιείκειας ή/και κοινοδικαίου να εκδοθούν τα σχετικά διατάγματα.
- Καμία προϋπόθεση του Νόμου ή/και της νομολογίας δεν συντρέχει για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.». Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση, ημερ. 28.9.2020, του κ. XXXXX Κουτσιοφή από τη Λευκωσία. Ο κ. Κουτσιοφής υιοθετεί τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Αναφέρει ενόρκως ότι꞉ «
- Ονομάζομαι XXXXX Κουτσιοφής και είμαι 1 εκ των διευθυντών της Ενάγουσας εταιρείας.
- Είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα δήλωση τόσο από την Ενάγουσα και όλους τους εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους.
- Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης τα γνωρίζω ως εκ της θέσεώς μου, λόγω της συμμετοχής μου στα όργανα της Εναγομένης 1, από έγγραφα που έχω στην κατοχή μου, από προσωπική γνώση της υπόθεσης και από πληροφόρηση από τους δικηγόρους των εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένων.
- Όπου διατυπώνω νομική άποψη, αυτή προκύπτει από τις συμβουλές των δικηγόρων των εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένων.
- Έχω διαβάσει την ένορκη δήλωση της XXXXX Λαζάρου, η οποία συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση και αρνούμαι το περιεχόμενο αυτής, εκτός από εκείνα τα γεγονότα που ρητά παραδέχομαι με την παρούσα ένορκη δήλωση.
- Λίγο πριν την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης του 1ου μάρτυρος της Εναγομένης επιχειρήθηκε να καταχωρηθεί το έγγραφο που αναφέρεται στον Πίνακα Α της ένορκης δήλωσης της XXXXX Λαζάρου ημερομηνίας 16/09/
- Ταυτόχρονα δόθηκε στους δικηγόρους μας ώστε να τοποθετηθούν επί της ενστάσεως τους. Επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α το έγγραφο που μας έχει παραδοθεί.
- Είναι ευκόλως αντιληπτό ότι το έγγραφο αυτό ΔΕΝ αφορά την παρούσα υπόθεση παρά το γεγονός ότι αφορά το επίδικο ακίνητο.
- Είναι προφανές, κυρίως από τις παραγράφους 15 επόμενες των σελίδων 2 επόμενων της πραγματογνωμοσύνης ότι αφορά τις διαφορές που έχει η Εναγόμενη με άλλο πολιτικό μηχανικό και άλλη εργοληπτική εταιρεία.
- Παραπέμπω ως τροχιοδεικτικό παράδειγμα στις παραγράφους 38 και 39 της πραγματογνωμοσύνης όπου αποτυπώνεται ξεκάθαρα το πόρισμα του μελετητή και το γεγονός ότι αυτό αφορά τον επιβλέποντα μηχανικό Φλώρο Παντελή και την εταιρεία Μ.Κ. ΑΝΑΔΟΜΙΚΗ ΛΤΔ και όχι τους εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενους της παρούσας αγωγής.
- Είναι λανθασμένη και παραπλανητική η αναφορά της XXXXX Λαζάρου στην παράγραφο 3 της ένορκης της δήλωσης ότι η πραγματογνωμοσύνη αφορά κακοτεχνίες από τους Ενάγοντες και εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενους.
- Η XXXXX Λαζάρου δεν ανάφερε κανένα λόγο γιατί αποκάλυψε την το έγγραφο αυτό το
- Δεν μας εξήγησε καν γιατί δεν το έκανε έστω λίγο πριν ξεκινήσει η κυρίως εξέταση του 1ου μάρτυρά της.
- Όπως και η ίδια παραδέχεται στην παράγραφο 4 ο μελετητής ήδη κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και ήδη ανέλυσε την πραγματογνωμοσύνη του. Είναι συνεπώς προφανής η δυσμενής θέση στην οποία περιήλθαν οι εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι.
- Σημειώνω με έμφαση ότι οι δικηγόροι της Εναγόμενης επιχείρησαν να καταχωρήσουν το έγγραφο που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της XXXXX Λαζάρου ως Τεκμήριο και εμποδίστηκαν από το Σεβαστό Δικαστήριο.
- Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πληροφορούμαι από τους δικηγόρους των εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένων։ [παρατίθενται οι λόγοι ένστασης].
- Σε κάθε περίπτωση έχω την άποψη ότι οι περιστάσεις της παρούσας αίτησης επιτάσσουν όπως τα έξοδα, ανεξάρτητα της κρίσης του Δικαστηρίου επί της αίτησης, να επιδικαστούν υπέρ των εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένων.
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους, πιστεύω πως η Αίτηση των Εναγόντων - Αιτητών πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον τους.». Η Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ. Προτού αναφερθώ στη νομική πτυχή της αίτησης, κρίνω κατάλληλη μια επιγραμματική αναφορά στα στοιχεία του δικαστικού φακέλου σε ό,τι αφορά την πορεία της δίκης μέχρι το χρονικό σημείο της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης։ Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 8.2.2011 και για την Εναγόμενη καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης ο Δικηγόρος Σ. Σωφρονίου στις 21.3.
- Καταχώρησε Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταξίωση στις 17.4.2013 μέσω του εν λόγω συνηγόρου της. Από την άλλη, οι εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 1, 2 και 3 καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης μέσω των ιδίων Δικηγόρων που είχε για την αξίωση στην αγωγή της η Ενάγουσα, ήτοι τους Αρτεμίου, Πιερή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. στις 13.6.
- Η Ενάγουσα / Εξ ανταξιώσεως Εναγόμενη 1 καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταξίωση στις 16.1.
- Οι εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρησαν Υπεράσπιση στις 16.1.
- Κατόπιν κλήσης για οδηγίες που εκδόθηκε στις 20.2.2014 και η οποία ορίστηκε στις 11.4.2014, το Δικαστήριο εξέδωσε στις 11.4.2014 εκ συμφώνου διάταγμα για εκατέρωθεν αποκάλυψη εγγράφων μέχρι 17.6.2014 και κατόπιν τούτου ο χρόνος γι' αποκάλυψη παρατάθηκε μέχρι 2.10.2014 και περαιτέρω για 45 μέρες από 2.10.
- Εν τέλει, η Ε/Δ αποκάλυψης εγγράφων για την υπόθεση της Ενάγουσας - εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένων 1 έως 3 καταχωρήθηκε στις 6.11.2014 και η Ε/Δ αποκάλυψης εγγράφων της Εναγομένης / εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας (εδώ Αιτήτριας) καταχωρήθηκε στις 9.1.
- Επί της ουσίας της υπόθεσης, η Εναγόμενη / εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα (εδώ Αιτήτρια) στην Έκθεση Απαίτησης και Ανταπαίτησης δικογράφησε τη θέση ότι η Ενάγουσα δεν εκτέλεσε όλες τις οικοδομικές εργασίες και ότι ορισμένες από εκείνες που εκτελέσθηκαν «βρίθουν ατεχνίας και κακοτεχνιών», γι'αυτό και ανταξιώνει αποζημιώσεις «για την κάλυψη κάθε βλάβης, απώλειας και ζημιάς που η Εναγόμενη υπέστη από την εν λόγω κακή εκτέλεση των εργασιών, των καθυστερήσεων που υπήρξαν και τις έλαττον εργασίες» (βλ. την παρα. 3 - 11 της Ε/Υ για τις λεπτομέρειες των ισχυρισμών αυτών). Στην παρα. 8 της Ε/Υ η Εναγόμενη / εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα δικογράφησε τη θέση της ότι «Η Εναγόμενη αναγκάστηκε να διορίσει ειδικούς εμπειρογνώμονες για την ετοιμασία έκθεσης στους οποίους και κατέβαλε ως αμοιβή τους το ποσό των €9.850-, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Το ποσό αυτό η Εναγόμενη το ανταξιώνει μαζί με τις υπόλοιπες αξιώσεις της». Στην Απάντηση της Ενάγουσας ημερ.16.1.2014, προς αντίκρουση του ισχυρισμού της παρα. 8 της Ε/Υ ανωτέρω, η Ενάγουσα / εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 1 ισχυρίστηκε ότι «Οι Ενάγοντες αγνοούν και επομένως δεν παραδέχονται τους ισχυρισμούς της παραγράφου
- Ισχυρίζονται δε ότι η Εναγόμενη διόρισε, μέσω του ΕΤΕΚ, διαιτητή ή/και πραγματογνώμονα για εξέταση ισχυρισμών της αναφορικά με τις επίδικες οικοδομικές εργασίες.». Την ίδια θέση διατύπωσαν στην παρα. 11 της Ε/Υ τους οι εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2 και
- Στην Ε/Δ αποκάλυψης εγγράφων, που καταχώρησε πρώτη στις 6.11.2014 η πλευρά της Ενάγουσας και των εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένων 1, 2 και 3, βάσει Ε/Δ που ορκίστηκε η κα Γ. Στεφάνου, δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν τους εν λόγω διάδικους, αποκαλύφθηκε, μεταξύ άλλων, υπό το σημείο 13 του Παραρτήματος Α «
- Αλληλογραφία μεταξύ δια ανταξιώσεως Εναγομένων 1 - 3 με πραγματογνώμονα ΕΤΕΚ». Στην Ε/Δ αποκάλυψης εγγράφων που καταχώρησε στις 9.1.2015 η πλευρά της Εναγόμενης / εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας, βάσει Ε/Δ που ορκίστηκε η κα Σ. Νικολάου δικηγόρος στο γραφείο του κ. Σωφρονίου που εκπροσωπούσε μέχρι τότε την εν λόγω διάδικο στο Δικαστήριο, αποκαλύφθηκε, μεταξύ άλλων, υπό το σημείο 1 του Πίνακα Α «
- Τόμος Πραγματογνωμοσύνης σχετικά με υγρασίες, λάθη, παραλείψεις και άλλες κακοτεχνίες. Μέσα σ'αυτό προσαπτόμενα έγγραφα, μελέτες, αλληλογραφία, λογαριασμοί, διατακτικά, συμβόλαια, φωτογραφίες.». Στις 10.5.2016 σημειώθηκε αλλαγή δικηγόρου από πλευράς Εναγόμενης / εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας. Από εκείνην την ημερομηνία και έπειτα, την εκπροσώπηση και το δικηγορικό χειρισμό της υπόθεσής της ανάλαβε το δικηγορικό γραφείο Νεοφύτου & Νεοφύτου Δ.Ε.Π.Ε. Η ακρόαση της αγωγής και της ανταξίωσης άρχισε ενώπιόν μου στις 18.6.
- Για την Ενάγουσα έδωσε μαρτυρία ο Διευθυντής της κ. XXXXX Κουτσιοφής (ΜΕ1) στις 18.6.2020, 22.6.2020 και 3.7.
- Έκλεισε την υπόθεσή της η Ενάγουσα / εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 1 στις 3.7.
- Η Εναγόμενη / εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα παρουσίασε τον πρώτο της μάρτυρα (ΜΥ1) στις 10.9.
- Πρόκειται για τον κ. XXXXX Κοντεάτη, Πολιτικό Μηχανικό, Μέλος του ΕΤΕΚ, ο οποίος προσήλθε ως πραγματογνώμονας. Κατά τη δικάσιμο ημερ. 10.9.20 δεν ολοκληρώθηκε η κυρίως εξέταση του ΜΥ1, αφού το προφορικό αίτημα του συνηγόρου της Εναγομένης / εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας να κατατεθεί η Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης που ετοίμασε ο κ. Κοντεάτης περί το Μάρτιο του 2017 προσέκρουσε σε ένσταση του συνηγόρου της Ενάγουσας και των Εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένων 1, 2 και
- Διακόπηκε η κυρίως εξέταση του ΜΥ1 προκειμένου ο συνήγορος που τον κάλεσε ως μάρτυρα στο Δικαστήριο να προβεί στα δέοντα διαβήματα. Αμέσως πριν την επόμενη ακροαματική συνεδρία της 24ης Σεπτεμβρίου 2020 και συγκεκριμένα στις 16.9.2020 καταχωρήθηκε από την Εναγόμενη / εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα η υπό κρίση αίτηση για άδεια καταχώρησης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Η αίτηση επιδόθηκε στους αντιδίκου στις 21.9.
- Με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ειδοποιήθηκε το Δικαστήριο για την ύπαρξη πρόθεσης καταχώρησης ένστασης στην εν λόγω γραπτή αίτηση, όπως και έγινε. Το Δικαστήριο όρισε στις 30.9.2020 την υπόθεση, για ν'αγορεύσουν ενώπιόν του οι συνηγόροι όλων των διαδίκων και, αφού τους άκουσε, επιφυλάχθηκε στις 30.9.20 για την έκδοση της απόφασης, ορίζοντας τη δικάσιμο 16.10.2020 για απαγγελία της απόφασης και συνέχιση της ακρόασης. ΤΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΠΟΥ ΤΕΘΗΚΕ ΜΕ ΤΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΥ1 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΓΓΡΑΦΟ ΠΟΥ ΖΗΤΕΙΤΑΙ Ν' ΑΠΟΚΑΛΥΦΘΕΙ. Κατά τη δικάσιμο ημερ. 10.9.2020, ο κ. Κοντεάτης (ΜΥ1) ανέφερε ότι περί τον Απρίλιο του 2016 ανατέθηκε σε αυτόν από την Εναγόμενη / εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα να μελετήσει την Έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα του ΕΤΕΚ, κ. XXXXX Κοζάκου, ο οποίος είχε διοριστεί από το ΕΤΕΚ στις 31/05/2012, όταν το ζήτησε η ίδια η κα Λαζάρου. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ΜΥ1 είδε και αναγνώρισε την Έκθεση που είχε συντάξει ο κ. Κοζάκος και η οποία φέρει ως χρόνο ολοκλήρωσής της τον Οκτώβριο του 2012, ως την έκθεση που αυτός πράγματι μελέτησε κατ' εντολή της κας Λαζάρου το
- Επεσήμανε ότι, όταν αυτός (δηλ. ο ΜΥ1) πήγε επί τόπου το 2016 στην επίδικη οικοδομή για να δει την κατάσταση της, και αφότου μελέτησε τα πορίσματα του κ. Κοζάκου, συμφώνησε με αυτά σε πάρα πολλά σημεία. Όταν ο συνήγορος της Εναγόμενης / εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας ζήτησε από τον ΜΥ1 να καταθέσει στο Δικαστήριο ως τεκμήριο την Έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα του ΕΤΕΚ, κ. XXXXX Κοζάκου, ήγειρε ένσταση ο συνήγορος της Ενάγουσας και των Εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένων 1, 2 και 3, λέγοντας ότι δεν είχε αποκαλυφθεί. Στην πορεία της συζήτησης επί της ένστασης ενώπιον του Δικαστηρίου, διαφάνηκε ότι στην αρχική ένορκη Δήλωση αποκάλυψης που καταχώρησε η πλευρά της Εναγομένης, κας Λαζάρου, γινόταν αναφορά υπό σημείο 1 του Πίνακα Α σε ένα «Τόμο Πραγματογνωμοσύνης σχετικά με υγρασίες, λάθη, παραλείψεις και άλλες κακοτεχνίες στην [επίδικη] κατοικία». Με δεδομένο ότι τον ίδιο ακριβώς τίτλο έφερε και η Έκθεση που ετοίμασε ο κ. Κοζάκος, ήταν η εισήγηση του κ. Νεοφύτου ότι επρόκειτο για το ίδιο έγγραφο που είχε εξ αρχής αποκαλυφθεί. Διευκρίνισε, κατόπιν σχετικής ερώτησης του Δικαστηρίου, ότι αυτή ήταν η μόνη Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης που είχε στην κατοχή της η Εναγόμενη - κα Λαζάρου πριν ή κατά ή περί τις 9.1.2015 που καταχωρήθηκε η αρχική Ε/Δ αποκάλυψης εγγράφων για τη δική της πλευρά. Δεν υπήρχε άλλη Έκθεση στην οποία να επιθυμεί να στηρίξει την υπόθεσή της και η οποία να χρονολογείται πριν τις 9.1.2015, ώστε να μπορούσε ή να έπρεπε να είχε αποκαλυφθεί στις 9.1.
- Δεδομένης αυτής της διευκρίνισης και παρά το γεγονός ότι δεν υπήρξε επιθεώρησή της σε προηγούμενο στάδιο αμέσως μετά την αποκάλυψή της, ο συνήγορος της Ενάγουσας / εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένων 1, 2 και 3, κ. Αρτεμίου, απέσυρε την ένστασή του. Έτσι, η Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης που ετοίμασε ο κ. Κωνσταντίνος Κοζάκος κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2012 και με τα πορίσματα της οποίας συμφώνησε ο ΜΥ1 στο πλαίσιο της ένορκης προφορικής μαρτυρίας που έδωσε στο Δικαστήριο, κατατέθηκε στο Δικαστήριο από τον ΜΥ1 ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Ε». Ακολούθησε δήλωση του κ. Αρτεμίου ότι, αν η πλευρά της Εναγομένης / εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας, που κατέθεσε ως τεκμήριο την εν λόγω έκθεση του κ. Κοζάκου, δεν καλέσει τον ίδιο τον κ. Κοζάκο ως μάρτυρα στο Δικαστήριο, τότε επιφυλάσσει το δικαίωμα ο κ. Αρτεμίου να τον καλέσει για αντεξέταση επί του Εγγράφου Ε πριν κλείσει την υπόθεσή της η Εναγόμενη. Όσον αφορά τις δικές του επιτόπιες διαπιστώσεις, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι κατά τη δική του επίσκεψη στην οικοδομή τον Απρίλιο του 2016 διαπίστωσε ότι οι πλείστες από τις παρατηρήσεις ή/και τα πλείστα πορίσματα του κ. Κοζάκου για τα προβλήματα, ακόμα υφίστανται. Βάσει των επιτόπιων διαπιστώσεών του ολοκλήρωσε τη συγγραφή της δικής του, νέας Έκθεση, τον Μάρτη του
- Περιέγραψε ο ΜΥ1 προφορικά επί του όρκου τους τις διάφορες παρατηρήσεις του για τα εν λόγω προβλήματα της οικοδομής, ως επίσης για τις καθυστερήσεις και για ό,τι άλλο ερωτήθηκε από τον συνήγορο κατά την κυρίως εξέτασή του. Ερωτηθείς στο τέλος από τον ίδιο συνήγορο της Εναγομένης, κ. Χρ. Νεοφύτου, αν έχει εντοπίσει οτιδήποτε στη δική του Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης ή/και να έχει καταγράψει σε αυτήν οτιδήποτε που να μην το έχει αναφέρει μέχρι τώρα στο Δικαστήριο, ο μάρτυρας απάντησε «Όχι». Σε αυτό το σημείο, ο κ. Νεοφύτου ζήτησε να παρουσιαστεί από τον ΜΥ1 η Έκθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου και να κατατεθεί ως τεκμήριο. Ο κ. Αρτεμίου ήγειρε ένσταση, επικαλούμενος ότι το έγγραφο αυτό δεν περιλαμβανόταν στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων και όφειλε η πλευρά της Εναγομένης / εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας από τον Μάρτιο του 2017 που ετοιμάστηκε η έκθεση να την είχε αποκαλύψει, ενώ δεν το έπραξε. Το Δικαστήριο, απευθυνόμενο προς τον κ. Αρτεμίου, του έθεσε το ερώτημα «αν μέχρι την επόμενη δικάσιμο, καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης, θα είχατε πάλι ένσταση;». Η απάντηση του κ. Αρτεμίου ήταν «Μάλιστα, γιατί όπως θα δείτε στις σελίδες 2 και επόμενα περιλαμβάνει σωρεία άλλων εγγράφων που δεν περιλαμβάνονται στην αποκάλυψη εγγράφων». Ήταν η θέση του Δικαστηρίου επακόλουθα ότι «σ' αυτό το στάδιο δεν μπορώ ως Δικαστήριο να κάνω σύγκριση γραπτού κειμένου που επιχειρείται τώρα να κατατεθεί από τον κύριο Κοντεάτη ως γραπτό κείμενο έκθεσής του που χρονολογείται από το 2017 με οτιδήποτε άλλο έχει κατατεθεί ή και το οποίο έχει ήδη αποκαλυφθεί, δεν είναι ο ρόλος του Δικαστηρίου να κάνει αυτήν τη σύγκριση και δεδομένου ότι η δικονομικοί κανόνες, Θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας απαιτούν να γίνεται αποκάλυψη εγγράφων που προτίθεται ένας διάδικος να καταθέσει στη δίκη, πράγματι θεωρώ δικαιολογημένη την ένσταση, διότι είναι ένα έγγραφο, το οποίο ήταν στην κατοχή της Εναγόμενης εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας τα τελευταία 3 χρόνια και πάρα ταύτα δεν αποκαλύφθηκε.». Ο κ. Νεοφύτου δήλωσε ευθύς μετά ότι «Εμείς δεσμευόμαστε μέχρι την επόμενη δικάσιμο να προβούμε σε ένορκη δήλωση», ε τον κ. Αρτεμίου να υποδεικνύει ότι είναι αναγκαίο να γίνει «αίτηση» και το Δικαστήριο να τοποθετείται λέγοντας ότι «Η Νομολογία λέει και απλή ειδοποίηση είναι αρκετή. Αν κάνει την ειδοποίηση και σας δώσει και αντίγραφο ακόμα και από σήμερα ή αύριο.», και τον κ. Αρτεμίου ν'απαντά ότι τότε θα τοποθετήτο. Τούτον λεχθέντων, έμεινε σε εκκρεμότητα η κυρίως εξέταση του ΜΥ1, απλώς και μόνο για να προβεί στο κατάλληλο δικονομικό μέτρο ο συνήγορος κ. Χρ. Νεοφύτου για αποκάλυψη της έκθεσης πριν την κατάθεσή της ως τεκμηρίου στο Δικαστήριο. Εν τέλει, το μέτρο που επέλεξε ήταν η υπό κρίση αίτηση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.28 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ποιες οι εξουσίες του Δικαστηρίου για το χειρισμό αίτησης για την έκδοση διατάγματος που να αναγκάζει έναν διάδικο να προβεί ενόρκως σε αποκάλυψη των εγγράφων που είναι ή ήταν στην κατοχή ή τον έλεγχό του και που σχετίζονται με το υπό εξέταση ζήτημα. Το Δικαστήριο μπορεί είτε να αρνηθεί ή να την αναβάλει, αν ικανοποιηθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν είναι αναγκαία ή δεν είναι αναγκαία σε τέτοιο στάδιο του ζητήματος ή να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, είτε γενικό είτε περιορισμένο για ορισμένη κατηγορία εγγράφων που θα κρίνει ότι είναι αναγκαίο. Η αποκάλυψη δεν διατάσσεται όταν το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι δεν είναι αναγκαία είτε για τη δίκαιη περίπτωση του ζητήματος ή για εξοικονόμηση εξόδων. Αν εκδοθεί διάταγμα για αποκάλυψη, τέτοιο διάταγμα ειδικεύει το χρόνο εντός του οποίου ο διάδικος που διατάσσεται θα καταχωρήσει την ένορκη δήλωση αποκάλυψης. Η Δ.28, θ.2 προσδιορίζει τον τύπο που θα πρέπει να λάβει η ένορκη δήλωση αποκάλυψης που αναφέρεται στη Δ.28, θ.
- Η Δ.28, θ.3 προβλέπει τις συνέπειες που θα έχει κατά τη διάρκεια της ακρόασης τυχόν παράλειψη συμμόρφωσης ενός διαδίκου με τη διαταγή του Δικαστηρίου για αποκάλυψη εγγράφων βάσει της Δ.28, θ.
- Η Δ.28, θ.4 προβλέπει για την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την προσαγωγή εγγράφων που το Δικαστήριο κρίνει ορθό. Η εν λόγω Δ.28, θ.11 προνοεί ότι το Δικαστήριο μπορεί, κατόπιν αίτησης από οποιονδήποτε διάδικο, σε οποιοδήποτε χρόνο, ανεξάρτητα αν μια ένορκη δήλωση εγγράφων έχει ή δεν έχει διαταχθεί ή γίνει, να εκδώσει διάταγμα που να ζητεί από οποιονδήποτε διάδικο να δηλώσει με ένορκη δήλωση κατά πόσο οποιοδήποτε ειδικό έγγραφο ή τάξη εγγράφων που καθορίζεται στην αίτηση είναι ή ήταν καθ' οιονδήποτε χρόνο στην κατοχή του, φύλαξη ή έλεγχό του, πότε τα αποξενώθηκε και τί απέγιναν. Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στην Δ.28, αλλά συνήθως γίνεται μετά τη ολοκλήρωση των έγγραφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα (βλ. σελ.683 της Ετήσιας Δικονομικής Πρακτικής (Annual Practice) του 1958). Η αποκάλυψη υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το διάταγμα δεν εκδίδεται αν το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι δεν είναι αναγκαίο για την δίκαιη επίλυση της αιτίας αγωγής ή ενός επίδικου θέματος ή για εξοικονόμηση εξόδων (Βλ., μεταξύ άλλων, Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 13, σελ. 2). Η αποκάλυψη εγγράφων στοχεύει στην λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι «σχετικά» με την διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιονδήποτε από τους διαδίκους. Διευκολύνει την ορθή παρουσίαση της υπόθεσης, την αποφυγή αχρείαστων εξόδων και την αποτροπή αιφνιδιασμού κατά την διάρκεια της δίκης. Την ίδια συμβολή έχει και η προσαγωγή και επιθεώρηση εγγράφων πριν την δίκη. Στην απόφαση KIPAGROTIKI LTD, v. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΑΒΒΑ
(2002)1 ΑΑΔ 1610 τονίστηκε από το Δικαστήριο ότι το κατά πόσο ένα έγγραφο είναι σχετικό για τους σκοπούς ένορκης αποκάλυψης κρίνεται από το Δικαστήριο και όχι από το διάδικο. Η κρίση για τη σχετικότητα προϋποθέτει υπαρκτό αντικείμενο σε σχέση με το οποίο αυτή διαμορφώνεται. Στην υπόθεση TBF (CYPRUS) LTD, κ.α. ν. 1. ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΜΕΛΕΤΩΝ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ
(2001)1 ΑΑΔ 153 υιοθετήθηκε η απόφαση του Tomlin Δ. στην Astra-Nat Production v. Neo-Αrt Productions [1928] W.N. 218, από την οποία απόφαση προέρχεται ο κλασσικός ορισμός της σχετικότητας των εγγράφων προς τα επίδικα θέματα (βλ. Δ.28, θ.1), που υιοθετείται στην υπόθεση The National Bank of Greece SA. v. Mitsides & Anor
(1962)C.L.R. 40, 42 και σε μεταγενέστερες αποφάσεις: «'Relevant' meant something which contained information either directly or indirectly enabling the party seeking discovery either to advance his own case or to damage that of his adversary, or which might fairly lead to a train of inquiry which might have either of those consequences.» Επομένως, σχετικά είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεση του είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του. Στην υπόθεση Τηλλυρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2271, λέχθηκε ότι «κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως την υπόθεση είναι σχετικό». Ωστόσο, δεν επιτρέπεται να αιτείται κάποιος την αποκάλυψη εγγράφων του αντιδίκου του για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας (βλ. Ανδρέας Χριστοδούλου Τηλλυρή ή Δημητρίου, άλλως Ανδρέας Δημητριάδης ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 2271). Στην απόφαση OSCAR SHIPPING PTE LTD, v. ΤΟΥ ΦΟΡΤΙΟΥ ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΛΟΙΟΥ ASPHODEL, ΣΗΜΑΙΑΣ ΛΙΒΕΡΙΑΣ ΠΟΥ ΤΩΡΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΑΓΚΥΡΟΒΟΛΙΟ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ (ΑΡ. 2)
(2012)1 ΑΑΔ 2771, οι εναγόμενοι, καθ' ων η αίτηση, ήγειραν ένσταση στην αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης, ισχυριζόμενοι ότι ήταν καταχρηστική ως καταχωρηθείσα μέσα σε πολύ σύντομο χρόνο μετά την καταχώρηση της αρχικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, κάτι που ισοδυναμούσε με τμηματική αποκάλυψη εγγράφων και μέθοδο η οποία δεν ήταν ενδεδειγμένη ή πρόσφορη για τους σκοπούς της εύρυθμης λειτουργίας της διαδικασίας. Έλεγαν επίσης ότι οι ενάγοντες ενήργησαν με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη υπό τις περιστάσεις καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης και ότι ουδείς ικανοποιητικός λόγος δόθηκε για την καθυστέρηση αυτή. Ισχυρίζονταν ότι δεν είχε υποδειχθεί κανένα συντρέχον περιστατικό που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου υπέρ της χορήγησης άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής αποκάλυψης εγγράφων, εφόσον δεν δόθηκε καμία απολύτως δικαιολογία γιατί τα 94 έγγραφα που ζητούσαν τώρα να αποκαλύψουν δεν τα αποκάλυψαν προηγουμένως. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα, αιτιολογώντας την απόφαση ως εξής꞉ «Από τη στιγμή που εκδόθηκε διαταγή αποκάλυψης εγγράφων, η υποχρέωση της αποκάλυψης είναι γενική και δεν περιορίζεται μόνο στα έγγραφα που έχουν αρχικά αποκαλυφθεί αλλά επεκτείνεται και σ' εκείνα που μετέπειτα περιέρχονται στην κατοχή του διάδικου που υπέχει την υποχρέωση. Η συγκεκριμένη υποχρέωση είναι στενά συνδεδεμένη με τη γενική αρχή ότι ο διάδικος δεν πρέπει να επιδιώκει να καταλαμβάνει τον αντίδικο του εξ απροόπτου και συνακόλουθα δεν πρέπει με το να κατακρατεί έγγραφα που είναι σχετικά με την υπόθεση, να παραπλανεί το δικαστήριο ή τον αντίδικό του αφήνοντας τους να πιστεύουν ότι η αρχική του δήλωση εξακολουθεί να αποτελεί τη μόνη αληθινή δήλωση πλήρους αποκάλυψης των εγγράφων που έχει στην κατοχή του (βλ. περισσότερα στο Supreme Court Practice 1988, vol. 1, para. 24, σελ. 408). Από πλευράς εναγόντων, αναφέρθηκε ότι με την προτεινόμενη συμπληρωματική δήλωση αποκάλυψης εγγράφων θα δοθεί στους ενάγοντες η δυνατότητα να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου τις πράξεις και τις προσπάθειες που κατέβαλαν για μείωση της ζημιάς τους. Στην αναφορά δεν δικογραφείται τέτοια απαίτηση ούτε και έχει επιτραπεί η προς τούτο τροποποίηση της αγωγής, παρά το σχετικό διάβημα των εναγόντων. (Βλ. ενδιάμεση απόφαση ημερ. 15.11.2012). Εν πάση περιπτώσει, τα πράγματα ίσως να ήταν διαφορετικά αν η υπό κρίση αίτηση υποβαλλόταν στα αρχικά στάδια της ακροαματικής διαδικασίας και όχι σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. (Βλ. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος ΑΕ (Αρ. 2)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 798.)». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Το ζήτημα της συμπληρωματικής αποκάλυψης εγγράφων από δικονομικής άποψης εξετάστηκε πιο πρόσφατα στην MARCEGAGLIA SpA από την Ιταλία, GAZOLDO DEGLI OPPOKITI, MANTOVA ν. ΤΟΥ ΠΛΟΙΟΥ «VYSOKOGORSK» ΣΗΜΑΙΑΣ ΒΑΝΟΥΑΤΟΥ ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΛΕΜΕΣΟΥ (ECLI:CY:AD:2016:D264). Λέχθηκαν εκεί τα εξής꞉ «Στην υπόθεση Mitchell v. Darley Main Colliery Co
(1884)1 Cab & El 215 [1886-90] All ER Rep 449 (HL), της οποίας αναφορά γίνεται στην υπόθεση Vernon v. Bosley (No. 2) [1997] 1 All ER 613, ελέχθησαν τα ακόλουθα: «Now, in my opinion, a party, who, after filing an affidavit of documents, discovers a document of which his opponent has a right to have inspection, but which is not disclosed in the schedule because it has been forgotten, or overlooked, οr supposed not το exist, is bound to inform his opponent of the discovery either by a supplementary affidavit, which Ι think is the proper course, or at least by notice; and he has no right to keep back all knowledge of the newly-discovered document simply because he was nοt aware of it at the time he swore his affidavit in obedience to the order for discovery». Στο Supreme Court Practice 1987, vol. 1, para 24/1/2 γίνεται η ακόλουθη αναφορά με παραπομπή στην υπόθεση Mitchell: «Continuing obligation to give discovery - Although one reading of O. 24, r.1 may suggest that discovery need be given only of documents which have come into a party΄s possession before the date of his list of documents, this is not the limit of a party's obligation to give discovery imposed by the rule. The obligation is general, and requires the disclosure of all relevant documents whenever they may come into a party's possession. This requirement is supported by the linked principle that a party must not seek to take his opponent by surprise (cf. O.18, rr. 8 and 9), and that he must not, by whithholding relevant documents, mislead his opponent or the Court into believing that the statement in his list that he has given full discovery continues to be true (Mitchell v. Darley Main Colliery Co (
(1884)Cab & El 215)). An obvious example is where a plaintiff, who is claiming damages for prospective loss of earnings, obtains new lucrative employment during the course of the action; this fact must be communicated to the defendant and further discovery must be made (or, at all events, offered). In default, the plaintiff may be ordered to pay any costs occasioned by the failure to give discovery promptly.» Επίσης, στα Halsbury's Laws of England, 3rd Ed., Vol. 12, para 43, σελ. 30, αναφέρονται τα ακόλουθα, με αναφορά και πάλιν στην Mitchell: «Subsequent discovery of the other document. If after the affidavit of documents has been filed a document is discovered of which the opposite party has a right to have inspection, it is the duty of the party filing the affidavit to give information to his opponent of the fact, either by supplementary affidavit or by notice.» Πρόκειται, συνεπώς, για συνεχή υποχρέωση την οποία ο διάδικος οφείλει να ασκήσει χωρίς καθυστέρηση με συμπληρωματική ένορκη δήλωση (ή ειδοποίηση) προς τον αντίδικο, χωρίς να χρειάζεται άδεια ή παρέμβαση του Δικαστηρίου. Δεν νοείται άδεια του Δικαστηρίου για να ασκήσει ο διάδικος την υφιστάμενη υποχρέωσή του. Άλλο είναι το ζήτημα της δικαστικής ευχέρειας για να επιτραπεί ή όχι η κατάθεση ως τεκμηρίου ενός εγγράφου που δεν αποκαλύφθηκε ή που δεν αποκαλύφθηκε εγκαίρως, ζήτημα που στα πλαίσια των Κυπριακών Θεσμών διέπεται από τη Δ.28, κ.3. Σημειώνεται ακόμα ότι η Δ.28, κ. 11 (Ο. 31, r. 19Α
(3)), δεν στοχεύει στην εξασφάλιση άδειας από τον αιτητή για περαιτέρω αποκάλυψη από τον ίδιο, αλλά σκοπό έχει τον εξαναγκασμό του αντιδίκου σε αποκάλυψη εγγράφων τα οποία ο τελευταίος δεν απεκάλυψε με την αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης και ο αιτητής έχει λόγους να θέλει να αποκαλυφθούν (βλ. T.B.F. (Cyprus) Ltd κ.α. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 153, Halsbury's, ibid, paras 45-46).». Απομονώνοντας ό,τι εδώ ενδιαφέρει από την πιο πάνω απόφαση, «Δεν νοείται άδεια του Δικαστηρίου για να ασκήσει ο διάδικος την υφιστάμενη υποχρέωσή του», εφόσον πρόκειται για συνεχή υποχρέωση την οποία ο διάδικος οφείλει να ασκήσει χωρίς καθυστέρηση με συμπληρωματική ένορκη δήλωση (ή ειδοποίηση) προς τον αντίδικο, χωρίς να χρειάζεται άδεια ή παρέμβαση του Δικαστηρίου. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ. Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω διαδικαστικές πρόνοιες και τις συναφείς με αυτές νομολογιακές αρχές, καταλήγω να εγκρίνω την αίτηση ημερ. 16.9.2020 ως το αιτητικό «Α», έτσι ώστε η πλευρά της Εναγομένης / εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας να μπορεί να εκπληρώσει τη διαδικαστική συνεχή της υποχρέωση για αποκάλυψη όλων των εγγράφων που έχουν περιέλθει στην κατοχή της μετά την καταχώριση της αρχικής της ένορκης δήλωσης ημερ. 8.1.2015. Λαμβάνω, συναφώς, υπόψη ότι το έγγραφο που επιθυμεί να κατατεθεί, αν και χρονολογείται από το 2017, ήτοι με καθυστέρηση 3 ετών, εντούτοις ζητείται να αποκαλυφθεί προτού η ακρόαση προχωρήσει σε τέτοιο βαθμό που να βλάπτονται τα δικαιώματα της Ενάγουσας ή/και των εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένων, εφόσον δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η κυρίως εξέτασή του ΜΥ1, που είναι ο πρώτος πραγματογνώμονας που προσέρχεται στο Δικαστήριο και άρα έπεται το δικαίωμα των αντιδίκων να τον αντεξετάσουν ελεύθερα επί του συνόλου της μαρτυρίας που θα έχει δώσει. Εξάλλου, η αποκάλυψη του εν λόγω εγγράφου συσχετίζεται με το γεγονός ότι κατατέθηκε ήδη άλλο έγγραφο ως Τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Ε», το οποίο ο ΜΥ1 ισχυρίζεται ότι υιοθετεί στη δική του Έκθεση ως ορθό επί της ουσίας των ευρημάτων του. Για το Έγγραφο Ε, ο συνήγορος της Ενάγουσας και των εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένων 1, 2 και 3 δεν έφερε ένσταση για έλλειψη σχετικότητας και αντ' αυτού επεφύλαξε το δικαίωμα να καλέσει στο Δικαστήριο τον συντάκτη του για να τον αντεξετάσει για την ορθότητα ή/και αλήθεια των καταγεγραμμένων ευρημάτων του. Επομένως, απ' όλες τις απόψεις, εξυπηρετεί το καλώς νοούμενο συμφέρον της δικαιοσύνης να δοθεί η αιτούμενη άδεια για Συμπληρωματική αποκάλυψη ως η υπό εξέταση αίτηση. Καταληκτικά, εκδίδεται Διάταγμα ως το αιτητικό «Α» της αίτησης. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, κρίνω δίκαιο όπως τα έξοδα της αίτησης πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικαστούν εναντίον της Ενάγουσας και των εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένων 1, 2 και 3 / Καθ'ων η αίτηση. Να είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της δίκης. Η Συμπληρωματική Ε/Δ αποκάλυψης να καταχωρηθεί το αργότερο μέχρι 20.10.2020, 9 π.μ.. Ο ΜΥ1 να είναι παρών στο Δικαστήριο στις 20.10.20, 11 π.μ. για συνέχιση της ακρόασης. (Υπ.) .................................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο