← Κύπρος

GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. KOLTE TRADING LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 6059/12, 31/8/2020

GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. KOLTE TRADING LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 6059/12, 31/8/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A508 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6059/12 Μεταξύ: GORDIAN HOLDINGS LIMITED (δυνάμει μεταβίβασης από BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD (Ν.169/15) και προηγουμένως από CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO.LTD (Ν.17(Ι)/13) Ενάγοντες και

  1. KOLTE TRADING LTD
  2. ΣΟΦΙΑΝΟΥ XXXXX
  3. ΣΟΦΙΑΝΟΥ XXXXX Εναγόμενοι ------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 31 Αυγούστου 2020 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: κ. Γ. Κυριάκου και κα Μ. Καλλένου για Δημήτρης Ι. Ηλιάδης & Σία ΔΕΠΕ Για εναγόμενους: κ. Ε. Χειμώνας ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, η οποία αφορά σε κατ' ισχυρισμό παράβαση συμφωνίας που συνήφθη στις 08/11/07 μεταξύ της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (εφ' εξής CPB) και της εναγόμενης 1 υπό την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3 για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων υπό τη μορφή ενοικιαγοράς, οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγόμενους το ποσό των €7261,25 ως καθυστερημένα ενοίκια με τόκο 12,75% ετησίως από 31/08/11, €230,93 ως τόκους που προέκυψαν μέχρι 31/08/11 και €37.665,26 ως μη ληγμένα ενοίκια με τόκο 5,5% από 10/09/12 που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Πρόσθετα των εν λόγω χρηματικών αποζημιώσεων, ζητείται επίσης και διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει αφ' ενός την εναγόμενη 1 όπως παραδώσει στους νυν ενάγοντες τα οχήματα που αποτελούσαν το αντικείμενο της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς, ήτοι τα οχήματα με αρ. εγγραφής XXXXX00, XXXXX45, XXXXX05, XXXXX60 και XXXXX94 και αφ' ετέρου την πώληση των εν λόγω οχημάτων με δημόσιο πλειστηριασμό ώστε το προϊόν της πώλησης να διατεθεί προς εξόφληση της επίδικης κατ' ισχυρισμό οφειλής των εναγομένων και το οποιοδήποτε περίσσευμα επιστραφεί στους τελευταίους . Σημειώνω εδώ ότι οι νυν ενάγοντες, ήτοι η Gordian Holdings Limited, συνιστούν εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων στην οποία μεταβιβάστηκαν, δυνάμει των προνοιών του Ν.169/15 και κατόπιν δικαστικά επικυρωμένου Σχεδίου Διακανονισμού με τον τραπεζικό οργανισμό Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, οι συμβατικές υποχρεώσεις και δικαιώματα που απορρέουν από διάφορες συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων που είχε συνάψει η CPB με τρίτους, ως τέτοια συμφωνία φέρεται να είναι και η επίδικη συμφωνία, και τις οποίες υποχρεώσεις και δικαιώματα η Τράπεζα Κύπρου απέκτησε από τη CPB από τις 29/03/2013 όταν την αντικατέστησε και υποκατέστησε στα περιουσιακά στοιχεία, συμβατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις (βλ. ειδοποιήσεις που κατατέθηκαν στο φάκελο της υπόθεσης στις 30/05/13 και 21/06/19 αντίστοιχα). Επειδή όμως αυτές οι αλλαγές έγιναν μετά που καταχωρήθηκε η αγωγή, οι αναφορές που γίνονται στα δικόγραφα και στη μαρτυρία σε «ενάγοντες» αφορούν την CPB, η οποία και ήταν το πρόσωπο που καταχώρησε αρχικά την αγωγή. Ως εκ τούτου, οι αναφορές σε «ενάγοντες» που θα γίνονται στην παρούσα απόφαση από τούδε και στο εξής θα αφορούν, εκτός αν διαφορετικά αναφέρεται, στην CPB. Η δικογραφημένη εκδοχή των εναγόντων είναι ότι δυνάμει συμβολαίου ενοικιαγοράς ημερ. 08/11/2007 με αρ. XXXXX3034, ενοικίασαν στην εναγόμενη 1 υπό όρους ενοικιαγοράς και υπό την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3, τα πέντε οχήματα που αναφέρονται ανωτέρω και των οποίων οι εναγόμενοι έλαβαν άμεσα κατοχή. Το ποσό της ενοικιαγοράς ήταν ΛΚ 50.000 (€85.430,07) και οι εναγόμενοι όφειλαν να το αποπληρώσουν σε 61 μηνιαίες δόσεις, με την τελευταία δόση να περιλαμβάνει και το ποσό που αφορούσε στο δικαίωμα αγοράς των αυτοκινήτων, ήτοι €25,
  4. Θέση των εναγόντων είναι ότι αν και οι εναγόμενοι κατέβαλαν διάφορα ποσά έναντι των πιστωτικών διευκολύνσεων που τους παραχωρήθηκαν, εντούτοις σε κάποια στιγμή σταμάτησαν να συμμορφώνονται με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις οπόταν αυτοί, οι ενάγοντες δηλαδή, αφού πρώτα προειδοποίησαν γραπτώς τους εναγόμενους για τις καθυστερήσεις, στη συνέχεια τερμάτισαν τη συμφωνία με επιστολή τους ημερ. 31/08/11 και αξίωσαν από αυτούς τα όσα αξιώνουν με την παρούσα αγωγή. Στην κοινή υπεράσπιση που καταχώρησαν οι εναγόμενοι στις 19/12/2012 και τροποποίησαν στις 18/10/19 κατόπιν άδειας που έλαβαν με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, προβάλλεται αφ' ενός προδικαστική ένσταση ότι η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί λόγω κατάχρησης της διαδικασίας και αυτό κατά τους εναγόμενους διότι πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, οι ενάγοντες είχαν καταχωρήσει εναντίον τους αριθμό και άλλων αγωγών όμως σε καμία από αυτές τις προγενέστερες αγωγές δεν συμπεριέλαβαν τις εδώ επίδικες αξιώσεις τους. Αφ' ετέρου και άνευ βλάβης της πιο πάνω ένστασης τους και επί της ουσίας των επίδικων γεγονότων, οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους αρνούνται και απορρίπτουν γενικά τους ισχυρισμούς τους εναγόντων. Ειδικότερα όμως οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η οποιαδήποτε κατ' ισχυρισμό συμφωνία ενοικιαγοράς υπέγραψαν με τους ενάγοντες είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη λόγω του ότι τέτοια συμφωνία συνιστούσε προϊόν ψευδών παραστάσεων των εναγόντων οι οποίοι τους παρέστησαν ότι θα υπέγραφαν έγγραφο μισθώσεως (lease) και όχι ενοικιαγοράς και λόγω του ότι την όποια σύμβαση τυχόν υπέγραψαν με τους ενάγοντες, «την υπέγραψαν χωρίς να λάβουν οποιαδήποτε ανεξάρτητη ή άλλη νομική συμβουλή προς το περιεχόμενο του εγγράφου». Περαιτέρω δε και σε σχέση με τους εναγόμενους 2 και 3, οι εναγόμενοι προβάλλουν και ισχυρισμούς που άπτονται των προνοιών του Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 και των θέσμιων υποχρεώσεων που κατ' εκείνους έπρεπε να τηρήσουν οι ενάγοντες αλλά δεν τήρησαν. Με την τροποποίηση της 18/10/19, οι εναγόμενοι πρόσθεσαν στους πιο πάνω δικογραφημένους ισχυρισμούς τους και τον ισχυρισμό ότι κατά τον ουσιώδη με τις επίδικες συμφωνίες ενοικιαγοράς και εγγύησης χρόνο, είχαν θέσει στη διάθεση των εναγόντων ποσό €280.000 «δια να καλυφθούν όλες οι υποχρεώσεις της εναγομένης αρ. 1 προς την ενάγουσα». Είναι δε η δικογραφημένη θέση των εναγομένων ότι ο μεν εναγόμενος 2 εισέπραξε από πώληση ακίνητης περιουσίας του το ποσό των €80.000 το οποίο στη συνέχεια συμφώνησε με τους ενάγοντες και το κατέθεσε έναντι των οφειλών της εναγόμενης 1, ο δε εναγόμενος 3, ο οποίος είχε συμφωνήσει με τους ενάγοντες και κατέθεσε σε δικό του λογαριασμό περί το 2010 το ποσό των €200.000, στη συνέχεια συμφώνησε με τους ενάγοντες όπως χρησιμοποιηθεί το εν λόγω ποσό για να καλυφθούν όλες οι οφειλές τις εναγόμενης 1 και οι ενάγοντες τον ενημέρωσαν στις 31/08/11 ότι όντως θα προχωρούσαν με επίσχεση του εν λόγω ποσού. Παρά ταύτα, ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, «.δεν φαίνεται να έχει χρησιμοποιηθεί κανένα ποσό από τις €280.000 για την πληρωμή των εν λόγω υποχρεώσεων περιλαμβανομένης της παρούσας αγωγής στην οποία φαίνεται ότι κατεβλήθη μόνο το ποσό των €200 ενώ τα υπόλοιπα θεωρούνται οφειλόμενα». Σημειώνω εδώ ότι οι εναγόμενοι ήγειραν και ανταπαίτηση εναντίον των εναγόντων, με την οποία ζητούν, στη βάση κυρίως των ισχυρισμών τους περί παραπλάνησης τους κατά την υπογραφή της συμφωνίας και μη λήψης προγενέστερης νομικής συμβουλής, δηλώσεις και διατάγματα του Δικαστηρίου που να έχουν ως αποτέλεσμα την ακύρωση της επίδικης κατ' ισχυρισμό συμφωνίας ενοικιαγοράς και εγγύησης. Κατά την ακρόαση, μαρτυρία εκ μέρους των εναγόντων έδωσε ο Π.Δημητρίου (ΜΕ1), λειτουργός στην Υπηρεσία Recoveries της Τράπεζας Κύπρου, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι αν και δεν ήταν εμπλεκόμενο πρόσωπο κατά τον χρόνο που λάμβαναν χώρα τα επίδικα γεγονότα, εντούτοις είναι σε θέση να υποστηρίξει με τη μαρτυρία του την υπόθεση εφόσον είναι υπεύθυνος για την εποπτεία και έλεγχο μεταξύ άλλων των επίδικων λογαριασμών της εναγόμενης 1 και έχει στην κατοχή του τα σχετικά αρχεία που η Τράπεζα Κύπρου έλαβε από τη CPB. Η ουσία της μαρτυρίας του ΜΕ1, ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α), είχε ως εξής: « Δυνάμει συμβολαίου ενοικιαγοράς με αρ. XXXXX3034 με ημερ. 08/11/2007 οι ενάγοντες ενοικίασαν στους εναγόμενους 1 με την αλληλέγγυον ενσωματωμένης επί της συμφωνίας ενοικιαγοράς εγγύηση των εναγομένων 2 και 3 υπό όρους ενοικιαγοράς και με δικαίωμα αγοράς, τα ακόλουθα υπ. αρ,. εγγραφής οχήματα XXXXX00, XXXXX45, XXXXX05, XXXXX60, XXXXX94 όλα μάρκας FORD και τα οποία οι εναγόμενοι 1 έλαβαν κατοχή έναντι της συμπεφωνημένης τιμής ενοικιαγοράς των €85.430,07.- (Λ.Κ. 50.000.-) πλέον €133,48.- (Λ.Κ. 78,12.-) χαρτόσημα, ποσό το οποίο θα πληρώνετο δια 61 μηνιαίων δόσεων εκ €1.634,41 (956,58) έκαστης της πρώτης δόσεως πληρωτέας την 08/12/2007 και οι επόμενες έκαστην 8ην ημέραν έκαστου μηνός. Την εν λόγω Έγγραφη Συμφωνία Ενοικιαγοράς υπέγραψαν την 08/11/2007 ως εγγυητές οι Εναγόμενοι 2 και
  5. Για την ενοικιαγορά των αναφερθέντων οχημάτων εκδόθησαν τα ακόλουθα τιμολόγια .02443.02444.02446.02445.και.02442 ημερ. 28/09/0207 . οι εναγόμενοι πλήρωσαν διάφορα ποσά, ενώ οφείλουν σήμερα τις δόσεις λήξης από 08/03/2011 μέχρι 31/08/2011.οι ενάγοντες με επιστολή των ημερ.31/08/2011 προς όλους τους Εναγόμενους τερμάτισαν την επίδικη Συμφωνία Ενοικιαγοράς και εκάλεσαν τους εναγόμενους 1 και όπως πάραυτα παραδώσουν σε αυτούς τα ενοικιασθέντα οχήματα.και όπως οι εναγόμενοι πληρώσουν πάντα τα οφειλόμενα ενοίκια. Επίσης οι Ενάγοντες με προηγούμενη επιστολή τους προς όλους τους εναγόμενους ημερ.27/07/2011 ζητούσαν όπως εντός 21 ημερών πληρώσουν όλα τα καθυστερημένα ενοίκια.οι επιστολές προς όλους τους εναγόμενους δεν έχουν επιστραφεί και επομένως έχουν όλες παραληφθεί.» Προς επίρρωση των πιο πάνω ισχυρισμών του, ο μάρτυρας κατέθεσε αντίγραφο της φερόμενης επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερ. 08/11/2007, η οποία αναφέρει και ότι σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε συμφωνηθείσας δόσης θα χρεώνεται τόκος υπερημερίας πρόσθετα του εκάστοτε βασικού επιτοκίου της τράπεζας (Τεκ.4), αντίγραφα τιμολογίων της εταιρείας FORD υπ. αρ. 02442, 02443, 02444, 02445 και 02446 τα οποία φέρονται εκδόθηκαν στις 28/09/07 και να αφορούν στα επίδικα οχήματα (Τεκ.5) και επιστολές με ημερ. 27/07/11 και 31/08/11 οι οποίες φέρονται να αποστέλλονται προς όλους τους εναγόμενους και με τις οποίες παρουσιάζονται να ενημερώνονται οι τελευταίοι αρχικά για την ύπαρξη οφειλών σε σχέση με το «συμβόλαιο ενοικιαγοράς με Αριθμό 6623034 Ημερ. 08/11/2007» και την απαίτηση της τράπεζας για εξόφληση των εν λόγω οφειλών εντός 21 ημερών και στη συνέχεια για τον τερματισμό της συμφωνίας και την άμεση πλέον απαίτηση για πληρωμή των ληγμένων και μη ληγμένων ενοικίων, ήτοι «.Υπόλοιπο EUR 44.927,01.Καθυστερήσεις EUR 7261,75, Τόκοι Υπερημερίας EUR 230,93.» και για παράδοση των αντικειμένων της ενοικιαγοράς, ήτοι « .5 αυτοκίνητα Ford Focus με αρ. εγγραφής XXXXX00, XXXXX45, XXXXX05, XXXXX60, XXXXX94.» (Τεκ.6 και 7 αντίστοιχα). Ο λόγος που στην παρούσα διαδικασία παρουσιάστηκαν αντίγραφα αντί πρωτότυπα έγγραφα, είναι σύμφωνα με το μάρτυρα διότι, οι μεν πρωτότυπες επιστολές των 27/07/11 και 31/08/11 φέρεται να έχουν σταλεί στους εναγόμενους ενώ τα υπόλοιπα πρωτότυπα έγγραφα απωλέσθηκαν κατά τις διάφορες μετακομίσεις των έγγραφων αρχείων της CPB προς την Τράπεζα Κύπρου. Είναι η θέση του ΜΕ1 ότι η όλη εικόνα που παρουσιάζει ο επίδικος λογαριασμός ως προς τις εκάστοτε χρεοπιστώσεις που γίνονταν στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας, ήτοι ο λογαριασμός που αφορά στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς υπ. αρ. XXXXX3034, αποτυπώνεται και αντικατοπτρίζεται πλήρως και επακριβώς στις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού που τηρούνται ως μέρος του τραπεζικού βιβλίου και αρχείου των εναγόντων το οποίο τηρείται και σε ηλεκτρονική μορφή και ότι «. η κατάσταση λογαριασμού αναφορικά με την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς μετά από εντολή μου παρήχθη και εκτυπώθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και αφού συγκρίθηκε από εμένα με την αρχική καταχώρηση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή διαπίστωσα ότι είναι ορθή.». Την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού, η οποία παρουσιάζεται να περιλαμβάνει χρεοπιστώσεις από τις 08/11/07 που συνήφθη η κατ' ισχυρισμό επίδικη συμφωνία και χορηγήθηκε η σχετική πιστωτική διευκόλυνση, ο ΜΕ1 κατέθεσε κατά την ακρόαση ως Τεκ.8, συνοδευόμενη από πιστοποιητικό δυνάμει του αρ. 35 Κεφ.
  6. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε επί όλων των πτυχών της μαρτυρίας του και όλες οι δικογραφημένες θέσεις των εναγομένων του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του. Συγκεκριμένα, στη βάση του ότι ο μάρτυρας δεν είχε εμπλακεί στα επίδικα γεγονότα και του ότι τα έγγραφα που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ήταν αντίγραφα, αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του οι θέσεις του ότι οι εναγόμενοι υπέγραψαν τη συμφωνία ενοικιαγοράς και την κατ' ισχυρισμό ενσωματωμένη σε αυτή συμφωνία εγγύησης Τεκ.4, ότι πράγματι υπήρξε μεταξύ CPB και εναγομένων μια τέτοια συμφωνία ενοικιαγοράς, ότι στους εναγόμενους στάληκαν οι επιστολές Τεκ. 6 και 7 και ότι η κατάσταση λογαριασμού Τεκ. 10 ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Την ίδια στιγμή, υπεβλήθη στο μάρτυρα και η θέση ότι οι εναγόμενοι συμφώνησαν με τους ενάγοντες όπως τους καταβάλουν ποσό πέραν των €280.000 ώστε το εν λόγω ποσό να «χρησιμοποιηθεί για κάλυψη οφειλών της εναγόμενης εταιρείας (εναγόμενης 1) προς την ενάγουσα.(και).να τακτοποιηθούν όλες οι μικρές υποθέσεις οι οποίες υπήρχαν.» και ότι στη βάση της εν λόγω συμφωνίας, οι εναγόμενοι όντως κατέβαλαν στους ενάγοντες ποσό πέραν των €300.000 οπόταν και «εξοφλήθηκαν όλες οι υποχρεώσεις της Kolte προς την ενάγουσα.(και).τακτοποιούνταν όλες οι υποχρεώσεις που είχε η Εναγόμενη 1 προς την τράπεζα.». Στη βάση δε όλων των θέσεων αυτών, υπεβλήθη στο μάρτυρα ότι οι εναγόμενοι «.δεν χρωστούν κανέναν ποσό προς την ενάγουσα τράπεζα και η υπόθεση αυτή εναντίον τους θα πρέπει να ακυρωθεί, να απορριφθεί.». Ο μάρτυρας απέρριψε τις πιο πάνω υποβολές εμμένοντας στην ορθότητα των θέσεων του και των εγγράφων που παρουσίασε. Όσον αφορά την επίδικη συμφωνία και την υπογραφή της, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε αφ' ενός ότι μπορεί το αντίγραφο της συμφωνίας που κατέθεσε ως Τεκ.4 να αποτελείται από 4 σελίδες, όμως αυτό οφείλεται κατ' εκείνον καθαρά σε πρακτικούς σκοπούς κατά τη φωτοτύπηση της πρωτότυπης συμφωνίας εφόσον από την εμπειρία που έχει ως λειτουργός της Τράπεζας Κύπρου σε σχέση με παρόμοια συμβόλαια ενοικιαγοράς που εκείνη η τράπεζα προσέφερε κατά τον επίδικο χρόνο αλλά και από την μετέπειτα εμπειρία του με συμβόλαια ενοικιαγοράς της CPB που ήταν τα ίδια, γνωρίζει ότι τόσο η πρωτότυπη συμφωνία ενοικιαγοράς και οι όροι της όσο και η σχετική συμφωνία εγγύησης, περιέχονται σε ένα ενιαίο έγγραφο μεγέθους Α3, το οποίο είναι εκτυπωμένο «μπρος - πίσω» σε ένα μόνο φύλο χαρτιού, το οποίο είναι διπλωμένο στη μέση και το οποίο περιέχει, σε δύο μέρη την συμφωνία ενοικιαγοράς και την επίδικη συμφωνία εγγύησης με τους όρους της και σε δύο άλλα μέρη, τους «όρους συμφωνίας ενοικιαγοράς» και τις «διαβεβαιώσεις και εγγυήσεις εμπόρου». Περαιτέρω δε, ο μάρτυρας παρέπεμψε στις υπογραφές που φέρονται να έθεσαν οι εναγόμενοι επί των αντίστοιχων μερών του εγγράφου συνοδευόμενες και από τη σφραγίδα της εναγόμενης 1 καθώς επίσης και στο περιεχόμενο του εγγράφου το οποίο ισχυρίστηκε είναι ξεκάθαρο ως προς το τι αφορά. Όσον αφορά τις επιστολές Τεκ.6 και 7, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι κανένας λόγος δεν υπήρχε να ετοιμαστούν οι εν λόγω επιστολές και να υπογραφούν από δύο μάλιστα λειτουργούς της CPB αλλά να μην σταλούν ποτέ στους εναγόμενους ενώ την ίδια στιγμή, η απουσία οποιουδήποτε στοιχείου περί επιστροφής των εν λόγω επιστολών ως μη παραδοθείσες, υποδηλοί, κατά το μάρτυρα ότι αυτές παραλήφθηκαν από τα πρόσωπα που παρουσιάζονται ως παραλήπτες τους, ήτοι τους εναγόμενους. Τέλος ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι από την έρευνα που διεξήγαγε σε σχέση με τον ισχυρισμό των εναγομένων περί πληρωμής από μέρους τους ενός σημαντικού ποσού, εντόπισε ότι όντως οι τελευταίοι κατέβαλαν στους ενάγοντες ένα ποσό της τάξης των €305.000, όμως το εν λόγω ποσό κατανεμήθηκε σε άλλες οφειλές της εναγόμενης 1, ήτοι €100.000 έναντι του τρεχούμενου λογαριασμού της τελευταίας και €205.000 έναντι ενός άλλου δανείου της. Ως εκ τούτου, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, δεν ευσταθεί η θέση των εναγομένων ότι με την καταβολή του εν λόγω ποσού εξοφλήθηκε και η επίδικη οφειλή. Σημειώνω εδώ ότι μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ΜΕ1, κατατέθηκαν από κοινού ως Τεκ.9 δύο καταστάσεις λογαριασμών που τηρούσαν η CPB στο όνομα της εναγόμενης 1, ήτοι τον τρεχούμενο λογαριασμό XXXXX9041 ο οποίος παρουσιάζεται στις 06/10/11 να πιστώθηκε με ποσό €100.000 οπόταν και το τότε οφειλόμενο υπόλοιπο του μειώθηκε στις €36.700 και τον λογαριασμό δανείου XXXXX7290, ο οποίος παρουσιάζεται στις 04/10/11 να φέρει οφειλόμενο υπόλοιπο €1.091.264,77 και ακολούθως να πιστώνεται με ποσό €205.596,03 οπόταν και το οφειλόμενο υπόλοιπο μειώθηκε ανάλογα. Ενόψει της από κοινού κατάθεσης των πιο πάνω καταστάσεων, οι ενάγοντες έκριναν ότι δεν χρειάζονταν να φέρουν οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα οπόταν και έκλεισαν την υπόθεση τους. Μαρτυρία από πλευράς εναγομένων δόθηκε μόνο από τον εναγόμενο 2, ο οποίος, δηλώνοντας διευθυντής της εναγομένης 1 και γνώστης των επίδικων γεγονότων και εξουσιοδοτημένος από τους υπόλοιπους εναγομένους να δώσει μαρτυρία σε σχέση με την κοινή τους υπεράσπιση, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση (Έγγραφο Β). Με τη δήλωση του ο μάρτυρας επανέλαβε ουσιαστικά αυτούσιες όλες τις θέσεις που προβάλλονται στο δικόγραφο της υπεράσπισης, ήτοι ότι εναντίον των εναγομένων οι ενάγοντες είχαν καταχωρήσει και άλλες αγωγές σε σχέση με πιστωτικές διευκολύνσεις που τους παρασχέθηκαν αλλά κατά καταχρηστικό τρόπο δεν συμπεριέλαβαν σε εκείνες τις προγενέστερες αγωγές τις επίδικες αξιώσεις τους, ότι ουδέποτε συμβλήθηκαν με τους ενάγοντες μέσω της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς αλλά και «διαζευκτικά ότι οποιοδήποτε συμβόλαιο ενοικιαγοράς είναι άκυρο ή ακυρώσιμο αφού ήταν αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων των εναγόντων και/ή μονομερούς λάθους των εναγομένων αφού οι ενάγοντες παρέστησαν στους εναγόμενους αρ.1 ότι θα υπέγραφαν συμφωνία μισθώσεως (lease) και όχι ενοικιαγοράς.(και).διότι οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 την υπέγραψαν χωρίς να λάβουν οποιαδήποτε ανεξάρτητη ή άλλη νομική συμβουλή προς το περιεχόμενο του εγγράφου.», ότι αν και οι εναγόμενοι 2 και 3 κατέβαλαν στους ενάγοντες ποσό €280.000 ώστε να καλυφτούν όλες οι οφειλές της εναγόμενης 1 «συμπεριλαμβανομένης της παρούσας αγωγής», εντούτοις για την παρούσα φαίνεται ότι «κατεβλήθη μόνο το ποσό των €200 ενώ τα υπόλοιπα θεωρούνται οφειλόμενα» καθώς και ότι οι ενάγοντες δεν τήρησαν τις θέσμιες υποχρεώσεις που τους επέβαλλε ο Ν. 197(Ι)/03σε σχέση με τους εγγυητές της εναγόμενης 1, ήτοι τους εναγόμενους 2 και
  7. Προς επίρρωση του ισχυρισμού του ότι όντως καταβλήθηκε ποσό €280.000 στους ενάγοντες, ο εναγόμενος 2 κατέθεσε ως Τεκ. 11 αντίγραφο απόδειξης κατάθεσης €200.000 που έκαμε ο εναγόμενος 3 σε δικό του λογαριασμό στις 21/05/10 (αρ. λογ. XXXXX5494) και ως Τεκ. 12, αντίγραφο εντύπου πώλησης και μεταβίβασης σε τρίτα πρόσωπα ακίνητης ιδιοκτησίας του, του εναγόμενου 2 δηλαδή, έναντι €80.
  8. Κατέθεσε επίσης ο εναγόμενος 2 ως Τεκ.10 και επιστολή που έστειλαν οι ενάγοντες στον εναγόμενο 3 στις 31/08/11 με την οποία επιστολή, οι πρώτοι ενημέρωναν το δεύτερο ότι επειδή η λειτουργία των λογαριασμών της εναγόμενης 1 είχε τερματιστεί λόγω του ότι δεν είχαν ως τότε διευθετηθεί, ως είχε από τις 27/07/11 απαιτηθεί, οι διάφορες υποχρεώσεις της εν λόγω εναγόμενης προς την τράπεζα, τις οποίες υποχρεώσεις αυτός, ο εναγόμενος 3 δηλαδή, είχε εξασφαλίσει μεταξύ άλλων με το να δεσμεύσει κατόπιν συμφωνίας επίσχεσης τα ποσά που είχε κατατεθειμένα στο λογαριασμό στον οποίο κατατέθηκαν οι €200.000 (XXXXX5494), η τράπεζα, «.λόγω της προαναφερόμενης παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη.προβαίνει άμεσα σε εκτέλεση των δικαιωμάτων της και ειδικότερα το δικαίωμα συμψηφισμού του ποσού της δεσμευμένης κατάθεσης σας έναντι του χρέους του πρωτοφειλέτη». Αντεξεταζόμενος ως προς τον ισχυρισμό του ότι με τους ενάγοντες οι εναγόμενοι δεν είχαν συνάψει οποιαδήποτε συμφωνία ενοικιαγοράς και δη την επίδικη, ο μάρτυρας επανέλαβε τη θέση του ότι οι ενάγοντες τους είχαν παραχωρήσει διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις μεταξύ των οποίων και μια συμφωνία μίσθωσης αυτοκινήτων (leasing). Απέρριψε όμως τη θέση που του υπεβλήθη ότι το εν λόγω τεκμήριο αφορά σε συμφωνία ενοικιαγοράς που συνήφθη μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 1 υπό την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3 και ισχυρίστηκε ότι επειδή το Τεκ.4 είναι αντίγραφο, αδυνατεί να αναγνωρίσει σε αυτό οποιαδήποτε συμφωνία των εναγομένων με τους ενάγοντες ή τις υπογραφές του ιδίου και των άλλων εναγομένων. Του ζητήθηκε ακολούθως να παρουσιάσει τη συμφωνία που εκείνος ισχυρίζεται στο δικόγραφο και στη μαρτυρία του ότι υπέγραψαν οι εναγόμενοι και δη υπό τις κατ' ισχυρισμό ψευδείς παραστάσεις των εναγόντων, όμως δήλωσε αδυναμία να πράξει κάτι τέτοιο ισχυριζόμενος ότι λόγω της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος και του κλεισίματος της εναγόμενης 1, δεν κατάφερε να εντοπίσει οποιοδήποτε άλλο έγγραφο εκτός από αυτά που παρουσίασε κατά τη μαρτυρία του. Ο μάρτυρας απέρριψε επίσης υποβολή ότι σύμφωνα με το Τεκ.9 το ποσό των €305.000 που αυτός και ο εναγόμενος 3 κατέβαλαν στους ενάγοντες πιστώθηκε έναντι άλλων οφειλών της εναγόμενης 1 και ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω ποσό δόθηκε ώστε να εξοφληθούν όλες «οι υποχρεώσεις που είχαμε τότε» και ότι με την καταβολή του εξοφλήθηκαν και οι «υποχρεώσεις που είχαμε τότε σε σχέση με αυτοκίνητα.(και). το συγκεκριμένο λογαριασμό». Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προέβησαν σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες αφ' ενός υποστήριξαν την φιλαλήθεια και το αξιόπιστο των ισχυρισμών των μαρτύρων της πλευράς τους έναντι της μαρτυρίας της άλλης πλευράς και αφ' ετέρου επιχειρηματολόγησαν ως προς τις νομικές αρχές που κατ' εκείνους καταδεικνύουν το βάσιμο της υπόθεσης των πελατών τους. Σημειώνω εδώ ότι ο κ. Χειμώνας υποστήριξε ότι δεν θα πρέπει να δοθεί καμία βαρύτητα στα έγγραφα που κατέθεσαν οι ενάγοντες εφόσον αυτά είναι αντίγραφα και ο ΜΕ1 δεν μπόρεσε να δώσει ικανοποιητικές προς τούτο εξηγήσεις, οι δε συνήγοροι των εναγόντων υποστήριξαν ότι η μαρτυρία του εναγόμενου 2 καθώς επίσης και οι θέσεις της υπεράσπισης γενικότερα θα πρέπει να απορριφθούν ως αντιφατικές και συγκρουόμενες τόσο μεταξύ τους όσο και με τη δικογραφία. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων Παύλου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Παρατηρώ τα εξής: Επισημαίνω κατ' αρχή ότι το γεγονός ότι τα έγγραφα που παρουσίασαν οι ενάγοντες είναι αντίγραφα δεν αρκεί πλέον για να οδηγήσει από μόνο του στην απόρριψη τους. Αντιθέτως, το θέμα άπτεται πλέον της βαρύτητας που θα δοθεί στο περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων κατόπιν αξιολόγησης του συνόλου της μαρτυρίας, περιλαμβανομένου και του λόγου που έχει δοθεί για την προσκόμιση αντιγράφων αντί των πρωτοτύπων (βλ. αρ. 34 Κεφ.9). Προχωρώ λοιπόν με την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Από το στάδιο της δικογραφίας αλλά και κατά την ακρόαση μέσω του ΜΕ1, οι ενάγοντες παρουσίασαν στο Δικαστήριο μια μόνο εκδοχή, η οποία, ήταν λεπτομερής, σταθερή και συνήδε με τα έγγραφα που ο ΜΕ1 κατέθεσε, έστω και αν τα εν λόγω έγγραφα ήταν αντίγραφα και ο ΜΕ1 δεν ήταν προσωπικά εμπλεκόμενος στα επίδικα γεγονότα. Εξηγώ. Απλή ανάγνωση του Τεκ.4 παρουσιάζει τους ενάγοντες και την εναγόμενη 1 ως μισθωτή, να συνάπτουν στις 08/11/07 συμφωνία ενοικιαγοράς για ΛΚ 50.000 πλέον δικαιώματα αγοράς, με το αντικείμενο της ενοικιαγοράς να περιγράφεται ρητά στο έγγραφο να είναι «5 οχήματα», τα πλήρη στοιχεία των οποίων επίσης παρατίθενται στο έγγραφο και συμφωνούν με την εκδοχή του ΜΕ1.,Φαίνεται επίσης ξεκάθαρα στο πεδίο «υπογραφή μισθωτή» να έχει τοποθετηθεί η σφραγίδα της εναγόμενης 1, συνοδευόμενη από μια υπογραφή η οποία τουλάχιστο στην όψη της, ομοιάζει με την υπογραφή που έχει τοποθετηθεί στη δεύτερη σελίδα του τεκμηρίου δίπλα από το όνομα του εναγόμενου 3, ο οποίος είναι κοινώς αποδεκτό ότι εμπλέκεται προσωπικά στις διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις που λάμβανε η εναγόμενη 1 από τους ενάγοντες. Πρόσθετα των πιο πάνω όμως, αν και το συγκεκριμένο Τεκμήριο αποτελείται από τέσσερεις ξεχωριστές σελίδες, προφανώς φωτοτυπημένες, εντούτοις από το περιεχόμενο του προκύπτει ξεκάθαρα ότι το πρωτότυπο έγγραφο ήταν ως ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε, ήτοι ένα ενιαίο έγγραφο, το οποίο ήταν εκτυπωμένο «μπρος - πίσω» σε ένα μόνο φύλο χαρτιού και το οποίο περιείχε σε χωριστά μέρη τη συμφωνία ενοικιαγοράς, τη συμφωνία εγγύησης με τους όρους της, τους «όρους συμφωνίας ενοικιαγοράς» και τις «διαβεβαιώσεις και εγγυήσεις εμπόρου». Ενδεικτικά αναφέρω ότι στην πρώτη σελίδα του εγγράφου γίνεται ρητή αναφορά σε «μπροστινό και στο πίσω μέρος του εγγράφου αυτού» και μάλιστα, στις μεν δηλώσεις που φέρεται να υπογράφει στην πρώτη σελίδα ότι κάμνει προς την τράπεζα ο έμπορος - πωλητής των 5 οχημάτων αντικείμενο της ενοικιαγοράς, ήτοι η εταιρεία FORD η οποία φέρεται να έχει εκδώσει και τα τιμολόγια Τεκ.5, αναφέρεται ρητά ότι «ΕΓΩ προβαίνω και δίνω τις διαβεβαιώσεις και εγγυήσεις, οι οποίες αναφέρονται στο πίσω μέρος του συμβολαίου και οι οποίες θα αποτελούν ουσιώδεις όρους της πώλησης.», ενώ στο μέρος «Συμφωνία και Δηλώσεις και Διαβεβαιώσεις του Μισθωτή», αναφέρεται ότι «ΕΓΩ ο μισθωτής αποδέχομαι τους όρους αυτής της Συμφωνίας Ενοικιαγοράς όπως αναγράφονται στο μπροστινό και στο πίσω μέρος του εγγράφου αυτού και που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας αυτής.» και ότι «.Δηλώνω υπεύθυνα ότι διάβασα και κατάλαβα πλήρως όλους τους όρους της Συμφωνίας αυτής.Επεσύρθη η προσοχή μου στις πρόνοιες του όρου 8 που αναγράφονται από πίσω.». Στη δεύτερη δε σελίδα του Τεκμηρίου, υπό την επικεφαλίδα «Εγγύηση και Αποζημίωση», όπου των όσων αναγράφονται εκεί ακολουθούν υπογραφές από τους «Εγγυητές/Αποζημιωτές», οι οποίες παρουσιάζονται να ανήκουν στους εναγόμενους 2 και 3 τα ονόματα και τα στοιχεία των οποίων καταγράφονται πλήρως πάνω από τις υπογραφές, γίνεται αναφορά σε παροχή εγγύησης προς τους ενάγοντες «ΜΕ ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑ ΤΗ σύναψη από σας της πιο πάνω Συμφωνίας Ενοικιαγοράς.», σε παροχή εγγύησης σε σχέση με την «.πρέπουσα εκτέλεση και τήρηση από το μισθωτή όλων των όρων και υποχρεώσεων της Συμφωνίας αυτής .» και σε δήλωση ότι «έχω/ουε διαβάσει τη Συμφωνία Ενοικιαγοράς». Στο κάτω μέρος της ίδιας σελίδας δε, γίνεται και παραπομπή σε συγκεκριμένες παραγράφους της «Συμφωνίας Ενοικιαγοράς». Τα πιο πάνω, σε συνδυασμό και με το ότι τα όσα αναγράφονται στην κάθε σελίδα του Τεκ.4 συνάδουν μεταξύ τους έστω και αν δεν βρίσκονται στην ίδια σελίδα του αντιγράφου, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι όχι μόνο το πρωτότυπο έγγραφο είχε τη μορφή που ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε, ήτοι ένα ενιαίο έγγραφο αλλά και ότι η φύση του εγγράφου, ήτοι συμφωνία ενοικιαγοράς με ενσωματωμένη σχετική εγγύηση, ήταν πλήρως γνωστή και αντιληπτή σε όλα τα πρόσωπα που φέρονται να το υπέγραψαν. Αυτή τη διαπίστωση οι εναγόμενοι καμία μαρτυρία δεν έφεραν για να την ανατρέψουν και αυτό πέραν και ανεξάρτητα του το ότι ένα μέρος των ισχυρισμών που προώθησαν μέσω του εναγόμενου 2, τους έφερε όντως να υπογράφουν μια τέτοια συμφωνία ενοικιαγοράς και σχετικής εγγύησης. Δεν ήταν όμως μόνο από τα όσα οι ενάγοντες παρουσίασαν για να αποδείξουν την υπόθεση τους που συνάγεται η φιλαλήθεια του ΜΕ1 και η επάρκεια και ορθότητα της μαρτυρίας των εναγόντων, αφού η ίδια καλή εικόνα παρουσιάστηκε και σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο ο ΜΕ1 και οι ενάγοντες «κάλυψαν» και τον ισχυρισμό περί εξόφλησης όλων των οφειλών της εναγόμενης 1 αλλά και τα υπόλοιπα θέματα που ήγειραν οι εναγόμενοι ως υπεράσπιση και ως ανταπαίτηση. Εξηγώ. Οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν στο δικόγραφο τους μεταξύ άλλων ότι είχαν καταβάλει €280.000 έναντι των οφειλών της εναγομένης
  1. Δεν παρουσίασαν όμως κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 οποιοδήποτε στοιχείο που να επιβεβαιώνει άμεσα αυτόν τους τον ισχυρισμό, τον οποίο, λόγω της φύσης του όφειλαν να αποδείξουν. Παρά ταύτα οι ενάγοντες και ειδικότερα ο ΜΕ1, διερεύνησαν τον εν λόγω ισχυρισμό και όχι μόνο εντόπισαν και αποκάλυψαν προς όφελος των εναγομένων ότι στην πραγματικότητα οι τελευταίοι είχαν καταβάλει πολύ μεγαλύτερο ποσό από αυτό που ισχυρίστηκαν, ήτοι πέραν των €305.000, αλλά και παρουσίασαν στο Δικαστήριο λεπτομερή στοιχεία ως προς το πώς και πού διατέθηκε το εν λόγω ποσό. Αυτή δε η λεπτομερής επί του προκειμένου ανάλυση που έδωσε ο ΜΕ1, η οποία τεκμηριώθηκε και με τα σχετικά αποδεικτικά τραπεζικά έγγραφα (Τεκ.9), ουδέποτε αντικρούστηκε από πλευράς εναγομένων οι οποίοι το μόνο σχετικό στοιχείο που παρουσίασαν μέσω του εναγόμενου 2 ήταν ότι ο ίδιος πώλησε κάποιο ακίνητο του έναντι €80.000, μια απόδειξη ότι στο λογαριασμό του εναγόμενου 3 υπήρχαν το 2010 €200.000 και μία επιστολή των εναγόντων με την οποία οι εναγόμενοι ενημερώθηκαν ότι οι πρώτοι θα προχωρούσαν με συμψηφισμό των οφειλών της εναγόμενης 1 με το ποσό που βρισκόταν στο λογαριασμό του εναγόμενου
  2. Ακόμη όμως και αυτή η επιστολή Τεκ.10 που παρουσίασε ο εναγόμενος 2, σε συνδυασμό με την παραδοχή του τελευταίου ότι οι εναγόμενοι είχαν διάφορες εκκρεμότητες απέναντι στους ενάγοντες συνεπεία οφειλών της εναγόμενης 1 ως πρωτοφειλέτιδας, επιβεβαίωσε όχι μόνο τη θέση του ΜΕ1 ότι υπήρχαν και άλλες οφειλές της εναγόμενης 1 όταν καταβλήθηκαν οι €305.000 αλλά και τη θέση του ότι οι ενάγοντες ενημέρωναν πλήρως και γραπτώς όλους τους εναγόμενους για τις υποχρεώσεις τους απέναντι στην τράπεζα. Λαμβανομένου δε υπόψη αφ' ενός ότι ο ισχυρισμός των εναγομένων είναι ότι από το ποσό των €280.000 που κατέβαλαν έναντι των οφειλών της εναγομένης 1, μόνο €200 πιστώθηκαν έναντι της οφειλής στην οποία αφορά η παρούσα αγωγή, και αφ' ετέρου ότι δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί οικειοποίησης των υπόλοιπων €260.000 ούτε και οι εναγόμενοι ανταπαιτούν οποιοδήποτε τέτοιο ποσό, επιβεβαιώνεται ως πλήρως αληθής και η θέση των εναγόντων ότι το ποσό που τους κατέβαλαν οι εναγόμενοι χρησιμοποιήθηκε πλήρως προς όφελος των εναγομένων αλλά για να καλυφτούν άλλες εκκρεμούσες τότε οφειλές της εναγόμενης 1, τις οποίες οφειλές, οι εναγόμενοι 2 και 3 ήταν επίσης υπόχρεοι να εξοφλήσουν. Από την επιστολή Τεκ.10 όμως, την οποία οι εναγόμενοι δέχονται ότι παρέλαβαν αφού είναι οι ίδιοι που την παρουσίασαν, προκύπτει ακόμη ένα στοιχείο που επιβεβαιώνει την εκδοχή του ΜΕ1 και καταρρίπτει αυτή των εναγομένων. Η εν λόγω επιστολή φέρει την ίδια ημερομηνία με την φερόμενη ως επιστολή τερματισμού Τεκ.6, ήτοι 31/08/11, και με αυτή, όπως και με την επιστολή Τεκ.6 την οποία όμως οι εναγόμενοι αρνούνται ότι παρέλαβαν, οι τελευταίοι ενημερώνονται από τους ενάγοντες ότι οι λογαριασμοί της τελευταίας έχουν τερματιστεί συνεπεία παράλειψης διευθέτησης των οφειλών της, ως είχε απαιτηθεί γραπτώς με προγενέστερη επιστολή. Ακόμη δηλαδή και με αυτή την επιστολή, προκύπτει ότι οι εναγόμενοι και ιδιαίτερα οι εναγόμενοι 2 και 3 ως εγγυητές της εναγόμενης 1, ενημερώθηκαν δεόντως από τις 31/08/11 ότι όλες οι συμφωνίες που είχαν με τους ενάγοντες τερματίστηκαν και ότι τα αντίστοιχα ποσά κατέστησαν άμεσα απαιτητά. Έχω αναφέρει όλα τα πιο πάνω χωρίς να έχω αγνοήσει και το ότι σε μεγάλο βαθμό, η ουσία της υπόθεσης των εναγόντων και της μαρτυρίας του ΜΕ1 είχε εκ της δικογραφίας αλλά και από τη μαρτυρία του εναγόμενου 2 καταστεί αποδεκτή από πλευράς εναγομένων. Αυτό γιατί μία τουλάχιστο πτυχή των ισχυρισμών που πρόβαλαν και προώθησαν οι εναγόμενοι, έφερε τους τελευταίους όντως να υπογράφουν και να συνάπτουν με τους ενάγοντες κάποια συμφωνία πιστωτικών διευκολύνσεων που είχε ως αντικείμενο κάποια αυτοκίνητα ενώ την ίδια στιγμή, η προβολή και προώθηση ισχυρισμών από μέρους των εναγομένων 2 και 3 αναφορικά με κατ' ισχυρισμό παραβιάσεις των θέσμιων δικαιωμάτων τους ως εγγυητές, σε συνδυασμό με τους ισχυρισμούς τους περί εξόφλησης των οφειλών της εναγόμενης 1 ως πρωτοφειλέτιδας, καταδεικνύει ότι και η ιδιότητα που οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι είχε ο κάθε εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι ορθή, ήτοι ότι η εναγόμενη 1 ήταν πρωτοφειλέτιδα και οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυητές της. Όσο όμως ξεκάθαρη, σταθερή και τεκμηριωμένη ήταν η εκδοχή που οι ενάγοντες προώθησαν μέσω του ΜΕ1, τόσο συγχυσμένη, αντιφατική και ατεκμηρίωτη ήταν η εκδοχή που οι εναγόμενοι προώθησαν μέσω του εναγόμενου
  3. Εξηγώ. Όπως επεσήμανα και στην ενδιάμεση απόφαση με την οποία έδωσα άδεια για τροποποίηση της υπεράσπισης, με το εν λόγω δικόγραφο οι εναγόμενοι προέβαλλαν διάφορους διαζευκτικούς ισχυρισμούς επί πραγματικών γεγονότων. Η μια δικογραφημένη εκδοχή των εναγομένων τους έφερε να αρνούνται το γεγονός της υπογραφής και σύναψης οποιασδήποτε συμφωνίας με τους ενάγοντες. Άλλη δικογραφημένη εκδοχή τους έφερε να δέχονται ως πραγματικό γεγονός ότι υπέγραψαν συμφωνία ενοικιαγοράς και σχετικής εγγύησης αλλά παρά ταύτα να θεωρούν ότι οι εν λόγω συμφωνίες είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες, ισχυριζόμενοι, ως πραγματικό γεγονός, ότι παραπλανήθηκαν κατά την υπογραφή των εν λόγω συμφωνιών, ότι δεν είχαν λάβει νομική συμβουλή προηγουμένως και ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να πράξουν ως τους επέβαλλε η νομοθεσία περί προστασίας των εγγυητών. Μια τρίτη εκδοχή, έφερε τους εναγόμενους να ισχυρίζονται ως πραγματικό γεγονός την εξόφληση της επίδικης οφειλής, ισχυρισμός ο οποίος βέβαια εξυπακούει τουλάχιστο αποδοχή του γεγονότος ότι υπήρξε η επίδικη συμφωνία και η δημιουργηθείσα οφειλή. Ενώ όμως η πρώτη δικογραφημένη εκδοχή ανωτέρω έθετε βάρος στους ενάγοντες να αποδείξουν όλους τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους, οι άλλες δύο εκδοχές περιόριζαν και τα επίδικα θέματα αλλά και το τι υποχρεούνταν πλέον να αποδείξουν οι ενάγοντες. Αυτό γιατί η απόδειξη μέσω των δικογράφων ή των παραδοχών του αντιδίκου συνιστά ένα παραδεκτό τρόπο απόδειξης ισχυρισμών και όταν ένας ισχυρισμός γίνεται άμεσα ή έμμεσα παραδεκτός στα δικόγραφα, αυτός παύει να συνιστά αμφισβητούμενο και επίδικο θέμα για την υπόθεση και δεν χρειάζεται να αποδειχθεί με την προσκόμιση μαρτυρίας κατά την ακρόαση (βλ. STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., ECLI:CY:AD:2018:A300, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018 και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874). Τούτων λεχθέντων, δεν πρέπει να μας διαφεύγει και το ότι το βάρος απόδειξης τόσο του ισχυρισμού περί εξόφλησης όσο και του ισχυρισμού περί παραπλάνησης κατά την υπογραφή της συμφωνίας, ήτοι της υπεράσπισης του non est factum, είναι στους ώμους αυτού που προβάλλει τους εν λόγω ισχυρισμούς (βλ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΡΓΑΤΙΔΗ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ECLI:CY:AD:2018:A67, Πολιτική Έφεση αρ. 293/2012, 7/2/2018), Saunders v. Anglia Building Society [1971] AC 1004, The Cyprus Development Bank Ltd v. Krini Evangelou Kyriacou
(1989)1 AAΔ 96, Αναστασία Θεοδόση Αναστασίου ή David Guy ν. Χριστίνας Θεοδόση Μιχαηλούδη
(1998)1 ΑΑΔ 264). Είναι δε πάγια νομολογημένο ότι ένας διάδικος δικαιούται να προβάλει με το δικόγραφό του διαζευκτικούς ισχυρισμούς επί γεγονότων. Οφείλει όμως κατά την ακροαματική διαδικασία να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει (βλ. Μούντης Μιχάλης και άλλοι ν. Κώστα Φοίβου Παπαχριστοφόρου και άλλων,
(2012)1 Α.Α.Δ. 2637, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματ.) Λτδ ν. Χίνη
(2008)1 Α.Α.Δ. 818, Καστάνος κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπρ. Τράπεζα (Χρημ.) Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 1374 και Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v. Μιχαήλ
(2012)1 Α.Α.Δ. 41). Αυτό γιατί «Διαζεύξεις. ως προς το τί ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.δεν χωρούν» και η προβολή στο δικόγραφο κάποιας επιφύλαξης του τύπου «άνευ βλάβης», καμία σημασία δεν έχει κατά την ακρόαση όταν πρόκειται για ισχυρισμούς περί γεγονότων (βλ. El Fath Co ν. EDT Shipping και άλλος
(1992)1 ΑΑΔ 1255). Είτε τα γεγονότα έγιναν με τον ένα τρόπο είτε με τον άλλο. Όφειλαν λοιπόν οι εναγόμενοι, εφόσον η μια πραγματική εκδοχή τους συγκρούετο με και αναιρούσε τις άλλες, να επιλέξουν ποια εκδοχή επί των γεγονότων είναι που θα προωθούσαν κατά την ακρόαση, αν μη τι άλλο ώστε να ξεκαθαρίσουν το τι είναι ακριβώς αυτό που αμφισβητούν και που καθιστούν επίδικο. Είτε δηλαδή θα προωθούσαν ότι δεν υπέγραψαν ποτέ οποιαδήποτε συμφωνία με τους ενάγοντες και συνεπώς ουδέποτε δεσμεύτηκαν συμβατικά απέναντι στους τελευταίους, είτε ότι υπέγραψαν μεν κάποια συμφωνία αλλά επειδή δεν τους εξηγήθηκε τι είναι ακριβώς αυτό που υπέγραφαν και ούτε έλαβαν προηγούμενη νομική συμβουλή, δεν θα πρέπει να θεωρηθούν ως δεσμευμένοι από τις συμβατικές υποχρεώσεις που απορρέουν από το έγγραφο που υπέγραψαν, είτε ότι υπέγραψαν την επίδικη συμφωνία και συμφώνησαν να δεσμευτούν με τις ανάλογες συμβατικές υποχρεώσεις όμως επειδή οι ενάγοντες παρέβηκαν και τα ανάλογα συμβατικά τους δικαιώματα, αυτοί, οι εναγόμενοι δηλαδή, θα πρέπει να απαλλαχτούν από τις υποχρεώσεις τους, είτε τέλος ότι αφού υπέγραψαν την επίδικη συμφωνία και συμφώνησαν όπως δεσμευτούν από αυτή, εκπλήρωσαν στο ακέραιο τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, εξοφλώντας κάθε οφειλή της εναγόμενης
  1. Όμως οι εναγόμενοι, όχι μόνο δεν επέλεξαν μια από τις δικογραφημένες εκδοχές τους για να προωθήσουν κατά την ακρόαση, αλλά αντίθετα, τόσο μέσω της αντεξέτασης του ΜΕ1 όσο και μέσω της μαρτυρίας του εναγόμενου 2, προώθησαν όλες τις αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές τους ταυτόχρονα. Μάλιστα δε, ακόμη και αυτούς τους ισχυρισμούς που προβάλλονταν κατά διαζευκτικό τρόπο στο δικόγραφο της υπεράσπισης, ο εναγόμενος 2 τους προώθησε στη μαρτυρία του με τον ίδιο ανεπίτρεπτα διαζευκτικό τρόπο, ισχυριζόμενος ότι με τους ενάγοντες καμία συμφωνία ενοικιαγοράς δεν υπεγράφη στις 08/11/07 και «.διαζευκτικά ότι οποιοδήποτε συμβόλαιο ενοικιαγοράς είναι άκυρο ή ακυρώσιμο αφού ήταν αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων των εναγόντων και/ή μονομερούς λάθους των εναγομένων αφού οι ενάγοντες παρέστησαν στους εναγόμενους αρ.1 ότι θα υπέγραφαν συμφωνία μισθώσεως (lease) και όχι ενοικιαγοράς (και).διότι οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 την υπέγραψαν χωρίς να λάβουν οποιαδήποτε ανεξάρτητη ή άλλη νομική συμβουλή προς το περιεχόμενο του εγγράφου.». Υπό το φως δε της ταυτόχρονης προβολής και του ισχυρισμού περί εξόφλησης της επίδικης οφειλής, η όλη βάση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης που εγείρουν οι εναγόμενοι όπως και η μαρτυρία του εναγόμενου 2 δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αξιόπιστες. Ακόμη όμως και από μόνη της η κάθε εκδοχή που προώθησαν οι εναγόμενοι, αυτή κρίνεται να μην ευσταθεί αφού, όπως ανέφερα ανωτέρω, η επιστολή Τεκ.10 που οι ίδιοι οι εναγόμενοι κατέθεσαν ως σχετική με τα επίδικα γεγονότα, σε συνδυασμό με τις παραδοχές του εναγόμενου 2 ως προς την ύπαρξη οικονομικών υποχρεώσεων που προέκυψαν από πιστωτικές διευκολύνσεις που οι ενάγοντες παραχώρησαν σε σχέση με κάποια αυτοκίνητα της εναγόμενης 1 και την ταυτόχρονη αδυναμία του μάρτυρα να παρουσιάσει οποιαδήποτε τέτοια συμφωνία πιστωτικών διευκολύνσεων άλλη από αυτή που παρουσίασαν οι ενάγοντες ως Τεκ.4, καταδεικνύει ότι και συμφωνία ενοικιαγοράς υπήρξε με τους ενάγοντες ως το Τεκ.4 παρουσιάζει και ότι στην εν λόγω συμφωνία οι εναγόμενοι είχαν τις ιδιότητες που τους αποδίδουν οι ενάγοντες αλλά και ότι καμία παραβίαση των δικαιωμάτων των εγγυητών υπήρξε, αφού οι εναγόμενοι 2 και 3 ήταν πλήρως ενήμεροι για την εξέλιξη των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 καθώς και για τον τερματισμό των λογαριασμών της. Το θέμα βεβαίως αυτό των εγγυητών το αναφέρω χωρίς να παραγνωρίζω ότι είναι αποδεκτό ότι τουλάχιστο ο εναγόμενος 2 ήταν διευθυντής της εναγόμενης 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο, και οι πρόνοιες του σχετικού Ν.197(Ι)/13 δεν εφαρμόζονται όταν «ο πρωτοφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο και ο εγγυητής κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης εγγύησης τελούσε υπό την ιδιότητα του διοικητικού συμβούλου του πρωτοφειλέτη» (βλ. αρ. 3). Όσον αφορά τον ισχυρισμό των εναγομένων περί εξόφλησης των οφειλών της εναγομένης 1, και αυτός ο ισχυρισμός αποδεικνύεται τελικά ότι στερείται κάθε ερείσματος. Αυτό όχι μόνο γιατί οι εναγόμενοι κανένα ουσιαστικό σχετικό αποδεικτικό στοιχείο δεν παρουσίασαν ως όφειλαν, αλλά ούτε και κατάφεραν ή επεχείρησαν να αντικρούσουν την επί του προκειμένου μαρτυρία των εναγόντων και του ΜΕ1 και δη την έγγραφη μαρτυρία, η οποία δείχνει ότι τα ποσά που καταβλήθηκαν από τους εναγόμενους πιστώθηκαν μεν προς όφελος των τελευταίων αλλά έναντι άλλων οφειλών της εναγόμενης
  2. Τέλος, κανένα έρεισμα δεν προκύπτει να έχει ούτε η προδικαστική ένσταση των εναγομένων περί κατάχρησης της διαδικασίας, αφού το μόνο σχετικό που παρουσίασαν οι τελευταίοι ήταν ότι οι ενάγοντες είχαν προηγουμένως καταχωρήσει εναντίον τους και άλλες αγωγές σε σχέση όμως με διαφορετικές κατ' ισχυρισμό οφειλές τους, και αυτό σίγουρα δεν αρκεί για να οδηγήσει σε συμπέρασμα κατάχρησης. Κοντολογίς, για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι πλήρης βαρύτητα μπορεί να δοθεί και στα τεκμήρια που παρουσίασε ο ΜΕ1 αλλά και στην ίδια τη μαρτυρία του τελευταίου, η οποία μαρτυρία, σε συνδυασμό με την καλή εντύπωση που έκαμε ο μάρτυρας στο Δικαστήριο, γίνεται στο σύνολο της αποδεκτή ως πλήρως αξιόπιστη. Αντιθέτως, κανένας εκ των ισχυρισμών των εναγομένων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και τα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίστηκε ο εναγόμενος 2 απορρίπτονται. Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας συνεπώς, βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης είναι ως τα ισχυρίστηκε ο ΜΕ1 και στη βάση της μαρτυρίας του τελευταίου προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου επομένως και λαμβανομένου υπόψη ότι το περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού Τεκ.8, το οποίο συνοδεύτηκε με το σχετικό πιστοποιητικό του αρ.35, παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτο και αδιαμφισβήτητο, κρίνω ότι οι ενάγοντες πέτυχαν να αποδείξουν την υπόθεση τους εναντίον όλων των εναγομένων στον απαιτούμενο βαθμό, αντίθετα με τους εναγόμενους οι οποίοι απέτυχαν να αποδείξουν τους ισχυρισμούς που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση και ανταπαίτηση τους. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €7261,25 με τόκο 12,75% ετησίως από 31/08/11 μέχρι εξόφλησης, για το ποσό των €230,93 με νόμιμο τόκο από σήμερα μέχρι εξόφλησης και το ποσό των €37.665,26 με τόκο 5,5% από 10/09/12 μέχρι εξόφλησης. Εκδίδονται επίσης διατάγματα ως οι παρ.10 (α) και (β) της Έκθεσης Απαίτησης με το χρόνο συμμόρφωσης με το διάταγμα υπό στοιχείο 10(α) να καθορίζεται στις 15 μέρες από την επίδοση του διατάγματος. Η ανταπαίτηση για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, εφόσον απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, τα έξοδα αμφότερων των διαδικασιών επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και κεχωρισμένα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, περιορισμένα όμως σε ένα σετ εκεί όπου είναι κοινά για τις δύο διαδικασίες. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.