Α.Ρ. INDIVIDUAL QUALITY USED CARS LTD κ.α. ν. TRUST INTERNATIONAL INSURANCE COMPANY (CYPRUS) LIMITED, Αρ. Αγωγής: 6412/14, 31/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A488 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6412/14 Μεταξύ:
- Α.Ρ. INDIVIDUAL QUALITY USED CARS LTD
- XXXXX ΧΡΙΣΤΟΥ Ενάγοντες και TRUST INTERNATIONAL INSURANCE COMPANY (CYPRUS) LIMITED Εναγόμενη -------------------------- Ημερομηνία: 31 Ιουλίου 2020 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: κ. Α. Γιαλελής για KAMPOURI & GIALELI LLC Για εναγόμενη: κ. Μ. Φιλίππου για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή αφορά σε κατ' ισχυρισμό παράλειψη της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας να εκπληρώσει τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις της και να καλύψει ζημιά που προκλήθηκε από πυρκαγιά που φαίνεται να τέθηκε κακόβουλα στο αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής XXXXX09 μάρκας HUMMER και τύπου Η2 δύο μέρες μετά που αυτό ασφαλίστηκε. Το εν λόγω αυτοκίνητο, ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, ανήκε στην ενάγουσα 1 εταιρεία η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα αγοραπωλησιών αυτοκινήτων και της οποίας διευθυντής ήταν ο ενάγοντας 2 και στις 26/03/12 πωλήθηκε από την ενάγουσα 1 στον ενάγοντα
- Η δικογραφημένη εκδοχή των εναγόντων είναι ειδικότερα η εξής. «Κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα Αγωγή χρόνο και ειδικότερα από την 26ην Μαρτίου 2012 ο Ενάγοντας αρ.2, για να προχωρήσει στην μεταβίβαση του επίδικου αυτοκινήτου ασφάλισε αυτό στην Εναγόμενη, έναντι οποιασδήποτε ζημιάς δυνατό να υφίστατο υπό τον τύπο και/ή μορφή περιεκτικής ασφάλισης (executive plus plan) και/ή πλήρη ασφάλιση τόσο έναντι τρίτου, όσο και έναντι τυχών ζημιών προκληθούν στο ως άνω όχημα του με αρ. καλυπτικού σημειώματος 029401 και κατέβαλε το σύνολο των ασφαλίστρων προς αυτούς. .Κατά ή περί την 28ην Μαρτίου 2012 και ενώ το επίδικο αυτοκίνητο ευρίσκετο σταθμευμένο στην οικία του Ενάγοντα αρ. 2 μετά από πυρκαγιά και/ή κακόβουλη ζημιά το εν λόγω αυτοκίνητο καταστράφηκε ολοσχερώς τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά με τρόπο που οι ζημιές του οχήματος κρίνονται ανεπανόρθωτες με ολική καταστροφή του οχήματος (total loss.) Την υπόθεση εξέτασε η Αστυνομία η οποία εξέδωσε Αστυνομική έκθεση με την οποία αποφάνθηκε ότι άγνωστο τρίτο πρόσωπο πιθανόν να προκάλεσε την ζημιά στο επίδικο αυτοκίνητο. Είναι δε η θέση του ενάγοντος ότι .η αξία επιδιόρθωσης.καθιστά οικονομικά ασύμφορη την επιδιόρθωση του και/ή σε κάθε περίπτωση το όχημα του κρίθηκε στο σύνολο του ως καταστραφέν «total loss». Συνεπεία των ανωτέρω ο Ενάγοντας αρ. 2, ο οποίος πλήρωσε το τίμημα του επίδικου αυτοκινήτου προς την Ενάγουσα αρ. 1 και είχε λάβει την κατοχή αυτού, υπέστη οικονομικές ζημιές και βλάβες οι οποίες ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €55.000,00 ως η αξία του ως άνω αυτοκινήτου του. με αρ. εγγραφής XXXXX09, μετά από έκθεση ανεξάρτητου ειδικού εκτιμητή αυτοκινήτων C.A. TELEVANTOS, έκθεση ημερομηνίας 01/06/2012». Πρόσθετα των πιο πάνω, στο δικόγραφο τους οι ενάγοντες ισχυρίζονται και ότι αν και η πραγματική αξία του οχήματος ήταν €55.000 εντούτοις αυτό ασφαλίστηκε για €48.000 διότι αυτό ήταν που οι αντιπρόσωποι και/ή υπάλληλοι της εναγόμενης συμβούλεψαν και/ή παρότρυναν τον ενάγοντα 2 να πράξει, εξ' ου και ο τελευταίος κατέβαλε προσωπικά πλήρως τα ασφάλιστρα σε σχέση με αυτό το ποσό της ασφάλισης. Αν και με την παρούσα αγωγή αξιώνετο αρχικά το ποσό των €55.000 το οποίο κατά τους ενάγοντες συνιστά την πραγματική αξία του αυτοκινήτου και το οποίο ήταν και το ποσό της απαίτησης το οποίο υπεβλήθη στην εναγόμενη, κατά την ακρόαση η απαίτηση περιορίστηκε στις €48.000 που ήταν η αξία στην οποία το όχημα ασφαλίστηκε. Με την λιτή υπεράσπιση που καταχώρησε, η εναγόμενη εγείρει αφ' ενός τρεις προδικαστικές ενστάσεις οι οποίες αφορούν στην κατ' ισχυρισμό μη νομιμοποίηση της ενάγουσας 1 να εγείρει την παρούσα αγωγή λόγω απουσίας οποιασδήποτε συμβατικής σχέσης της ιδίας με την εναγόμενη, στην κατά τον ουσιώδη χρόνου απουσία οποιουδήποτε ασφαλιστέου συμφέροντος του ενάγοντα στο αντικείμενο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και στο κατ' ισχυρισμό συμβατικά εκπρόθεσμο και/ή παραγραμμένο της απαίτησης των εναγόντων. Αφ' ετέρου και άνευ βλάβης των εν λόγω ενστάσεων και επί της ουσίας της υπόθεσης, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι «παρείχε ασφάλιση υπό συγκεκριμένους όρους για την περίοδο από 26/03/12 - 26/07/12», αρνείται ότι όντως έλαβε χώρα η κατ' ισχυρισμό πώληση του οχήματος από την ενάγουσα 1 στον ενάγοντα 2 και ισχυρίζεται ότι «οι συνθήκες κάτω από τις οποίες το επίδικο όχημα καταστράφηκε δεν αποτελούν ασφαλισμένο κίνδυνο και/ή αυτό καταστράφηκε συνεπεία των πράξεων του ασφαλισμένου ενάγοντα 2.» και ότι η αξία του οχήματος είναι πολύ χαμηλότερη από το ποσό που αξιώνουν οι ενάγοντες. Σε απάντηση των πιο πάνω ισχυρισμών της εναγόμενης, οι ενάγοντες ισχυρίζονται στο σχετικό δικόγραφο τους ότι και συμβατική υποχρέωση αλλά και ασφαλιστέο συμφέρον υπήρχε κατά τον επίδικο χρόνο, ότι η παρούσα αγωγή «είναι απευθείας εναντίον αμέλειας της ασφαλιστικής εταιρείας» και δεν είναι εκπρόθεσμη και ότι «οι συγκεκριμένοι όροι ασφάλισης κατά την επίδικη περίοδο κάλυπταν την απώλεια οχήματος σε κάθε περίπτωση». Κατά την ακρόαση, εκ μέρους των εναγόντων κατέθεσαν ο ενάγοντας 2 ως ΜΕ1, γραμματέας της ενάγουσας 1, Α. Παπασάββας ως ΜΕ2 και φερόμενος ως εξωτερικός συνεργάτης της ενάγουσας 1 για θέματα μεταβιβάσεων αυτοκινήτων, Χ. Χριστοδούλου ως ΜΕ3, ενώ από πλευράς εναγόμενης κατέθεσαν η Επόπτρια Οδικών Μεταφορών του Τ.Ο.Μ , Μ. Κωνσταντινίδου, ως ΜΥ1 και ο Γ. Κωνσταντίνου, διευθυντής του τμήματος εργασιών της εναγόμενης, ως ΜΥ
- Κατά τη μαρτυρία του, ο ενάγοντας 2 ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέταση του γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α), ισχυρίστηκε ότι αφού κατέβαλε πλήρως προς την ενάγουσα 1 εταιρεία του το μεταξύ τους συμφωνηθέν τίμημα αγοράς του αυτοκινήτου, προχώρησε και το ασφάλισε μέσω της εναγόμενης για το ποσό των €48.000, το οποίο ποσό, αν και κατ' εκείνον ήταν χαμηλότερο της πραγματικής αξίας του οχήματος, εντούτοις συνιστούσε το πόσο που οι αντιπρόσωποι της εναγόμενης αποφάνθηκαν ότι ανταπποκρίνετο στην πραγματική αξία του οχήματος. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο ενάγοντας 2 κατέθεσε ως τεκμήρια τα εξής έγγραφα.
- Εταιρικά πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών σε σχέση με την ενάγουσα 1 και την ιδιότητα του ως διευθυντής της (Τεκ.1),
- Το πιστοποιητικό εγγραφής του επίμαχου οχήματος, το οποίο αναφέρει ότι εγγεγραμμένοι κύριοι του οχήματος ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο η ενάγουσα 1 και η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ με το είδος της κυριότητας να περιγράφεται στο πιστοποιητικό ως «ΕΝΕΧΕΙΡΙΑΣΗ» (Τεκ.2),
- Αντίγραφο εντύπου ΤΟΜ 9 το οποίο αφορά σε «Μεταβίβαση Ιδιοκτησίας Μηχανοκίνητου Οχήματος», το οποίο φέρεται να είναι συμπληρωμένο μόνο με τα στοιχεία των δύο εναγόντων υπό την ιδιότητα του πωλητή και αγοραστή αντίστοιχα και υπογραμμένο μόνο από τα δύο αυτά πρόσωπα, με τις υπογραφές τους να φέρουν ημερομηνία 26/03/12 και να πιστοποιούνται την ίδια ημέρα από πιστοποιών υπάλληλο (Τεκ.3).
- Αντίγραφο «Καλυπτικού Σημειώματος Οχημάτων» - «MOTOR COVER NOTE» που φέρεται να εκδόθηκε από πλευράς εναγόμενης στις 26/03/12 με αρ. 029401 και να αφορά στο επίμαχο όχημα η αξία του οποίου αναφέρεται στο έγγραφο να είναι €48.
- Το εν λόγω καλυπτικό σημείωμα, το οποίο είναι στην ελληνική και αγγλική γλώσσα, αναφέρει τα εξής «Επειδή το πρόσωπο τα στοιχεία του οποίου αναγράφονται πιο κάτω, έχει υποβάλει πρόταση για ασφάλιση σε σχέση με μηχανοκίνητο όχημα που περιγράφετια στον πιο κάτω πίνακα, παρέχεται Άσφαλιστική κάλυψη σύμφωνα με τους όρους που περιλαμβάνονται στο συνηθισμένο Ασφαλιστήριο της Εταιρείας γι' αυτόν τον τύπο οχήματος και κάλυψης που περιγράφεται πιο κάτω, (και με την επιφύλαξη των ειδικών όρων και περιορισμών που τυχόν αναφέρονται πιο κάτω), η οποία θα ισχύει για την περίοδο και τον χρόνο που καθορίζονται, εκτός αν η κάλυψη τερματιστεί από την Εταιρεία με γραπτή ειδοποίηση. Σε τέτοια περίπτωση η ασφαλιστική κάλυψη θα παύσει να ισχύει και θα χρεώνεται κατ' αναλογία το μέρος του ετήσιου ασφάλιστρου που διαφορετικά η Εταιρεία θα εισέπραττε για την ασφάλιση αυτή, για το χρονικό διάστημα που η Εταιρεία καλύπτει τον κίνδυνο.» Πρόσθετα των πιο πάνω, στο εν λόγω σημείωμα αναφέρονται μεταξύ άλλων ως όνομα ασφαλισμένου το όνομα του ενάγοντα 2, στο πεδίο «ΚΑΛΥΨΗ» παρουσιάζεται ως επιλεγμένη η επιλογή «ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ - EXECUTIVE PLUS PLAN» από τις τέσσερεις επιλογές που εκεί αναφέρονται, ήτοι «ΕΝΑΝΤΙ ΤΡΙΤΟΥ», «ΕΝΑΝΤΙ ΤΡΙΤΩΝ, ΠΥΡΟΣ & ΚΛΟΠΗΣ», ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ - EXECUTIVE PLAN» και «ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ - EXECUTIVE PLUS PLAN», και ότι η ισχύς της ασφάλισης θα ήταν «μέχρι τα μεσάνυκτα της 26.07.2012» (Τεκ.4).
- Επιστολή Αστυνομικής Διεύθυνσης Λευκωσίας προς εναγόμενη ημερ. 11/07/12 στην οποία αναφέρεται ότι: «Την 28.03.12 και περί ώρα 23.30 στην οδό XXXXX XXXXX XXXXX εξεράγει πυρκαγιά στο όχημα με αριθμούς εγγραφής KVC409 μάρκας Hummer το οποίο ήταν κατά τον δεδομένο χρόνο εγγεγραμμένο στην εταιρεία «Α.P. Individual Quality Used Ltd» και χρησιμοποιείτο αποκλειστικά από τον XXXXX Χρίστου ΔΤXXXXX7463, ο οποίος φαίνεται από τις διενεργηθείσες εξετάσεις ότι συμφώνησε και με την εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια για την αγορά του. Από τις εξετάσεις που διενεργήθηκαν στην σκηνή διαπιστώθηκε ότι η φωτιά τέθηκε κακόβουλα αφού εντοπίστηκε και εμπρηστική λωρίδα. Σημειώνεται ότι η παρούσα υπόθεση συντελεί υπό διερεύνηση ενώ μέχρι στιγμής δεν έχει συλληφθεί οποιοδήποτε πρόσωπο σε σχέση με τον εμπρησμό του οχήματος» (Τεκ.5),
- Έκθεση εκτιμητή από την εταιρεία C.A. Televantos στην οποία αναφέρονται μεταξύ άλλων ότι η αξία του οχήματος ήταν €55.000 περίπου προ της πυρκαγιάς και πλέον θεωρείται ως total loss (Τεκ.6),
- Επιστολή δικηγόρων εναγόντων προς εναγόμενη ημερ. 07/06/12 με την οποία απαιτείται εκ μέρους του ενάγοντα 2 μόνο, η πληρωμή του ποσού των €55.000 ενώ ταυτόχρονα προειδοποιείται η λήψη νομικών μέτρων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την απαίτηση του ενάγοντα 2 (Τεκ.7), Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα αμφισβητήθηκε τόσο ο ισχυρισμός του ότι έλαβε χώρα η κατ' ισχυρισμό νόμιμη πώληση του αυτοκινήτου από την ενάγουσα 1 προς τον ενάγοντα 2, και αυτό αφ' ενός λόγω της απουσίας οποιασδήποτε απτής μαρτυρίας που κανονικά θα έπρεπε να υπάρχει προς επιβεβαίωση του εν λόγω ισχυρισμού και αφ' ετέρου λόγω της απουσίας οποιασδήποτε συγκατάθεσης από πλευράς της συνιδιοκτήτριας τράπεζας, όσο και ο ισχυρισμός ότι η συγκεκριμένη ζημιά που υπέστη το όχημα, την οποία ζημιά η υπεράσπιση δέχτηκε ότι ήταν κακόβουλη ως η διαπίστωση της Αστυνομίας, καλύπτεται από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Ισχυριζόμενος ότι λόγω της φύσης της δουλειάς του γνωρίζει πολύ καλά και έχει αρκετή εμπειρία στο πώς διεκπεραιώνονται οι πωλήσεις, μεταβιβάσεις αλλά και ασφαλίσεις οχημάτων, ο ενάγοντας 2 ισχυρίστηκε ότι το υπογραμμένο από την ενάγουσα 1 έντυπο μεταβίβασης Τεκ.3 συνιστά απόδειξη ότι κατέβαλε στην τελευταία το πλήρες τίμημα αγοράς του οχήματος και ότι όσον αφορά την Τράπεζα, επειδή γνώριζε ότι θα έπρεπε να εξασφαλίσει και τη δική της συγκατάθεση ως ο άλλος κύριος - πωλητής του οχήματος, «λογάριαζε να πάει την επομένη» στην Τράπεζα για να διευθετήσει την εξόφληση του οχήματος και να λάβει έτσι την σχετική συγκατάθεση για να προχωρήσει με τη μεταβίβαση. Ως ο ίδιος ανέφερε ότι γνωρίζει, για να μπορέσει να γίνει μεταβίβαση ενός πωληθέντος οχήματος στο ΤΟΜ χρειάζεται να υπάρχει ισχύουσα ασφάλεια στο όνομα του αγοραστή ο οποίος θεωρείται ότι είναι και ο ιδιοκτήτης του και η εν λόγω ασφάλεια δεν θα καλύψει τυχόν ζημιές αν το «κοτσιάνι» είναι στο όνομα προσώπου άλλου από τον αγοραστή και ο τελευταίος δεν έχει στην κατοχή του «φόρμα μεταβίβασης». Επομένως, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, αν και «στα χαρτιά» δεν ήταν αυτός ο ιδιοκτήτης του οχήματος αλλά η ενάγουσα 1 και η Τράπεζα, στην ουσία αυτός ήταν ο ιδιοκτήτης εφόσον είχε υπογραμμένο το σχετικό έντυπο μεταβίβασης και το μόνο που έμεινε ήταν να εξασφαλίσει την τυπική συγκατάθεση της Τράπεζας. Όσον αφορά το κατά πόσο το ασφαλιστήριο συμβόλαιο του κάλυπτε τη συγκεκριμένη κακόβουλη ζημιά που υπέστη το όχημα, ο μάρτυρας περιορίστηκε να παραπέμψει στο καλυπτικό σημείωμα Τεκ.4 και στην επιλογή «ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ - EXECUTIVE PLUS PLAN» ισχυριζόμενος ότι η εν λόγω κάλυψη αφορούσε πάσης φύσεως ζημιές. Ο ΜΕ2 κλήθηκε να καταθέσει υπό την ιδιότητα του γραμματέα της ενάγουσας 1 ώστε να επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό ότι μεταξύ της τελευταίας και του ενάγοντα 2 υπήρξε νόμιμη και έγκυρη πώληση του επίμαχου οχήματος στις 26/03/
- Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο ΜΕ2 δήλωσε ότι η ενάγουσα 1 δεν έχει καμία απαίτηση σε σχέση με το εν λόγω όχημα διότι μετά που έλαβε στις 26/03/12 από τον ενάγοντα 2 το πλήρες συμφωνηθέν τίμημα αγοράς των €48.000, παρέδωσε στον τελευταίο πλήρη κατοχή του οχήματος μαζί με το υπογραμμένο έντυπο μεταβίβασης Τεκ.
- Προς επίρρωση του ισχυρισμού αυτού ο ΜΕ2 κατέθεσε ως Τεκ.8 απόδειξη είσπραξης που φέρεται να εκδόθηκε από την ενάγουσα 1 προς τον ενάγοντα 2 στις 26/03/12 για το ποσό των €48.000 και σύμφωνα με το μάρτυρα, το εν λόγω ποσό είχε καταβληθεί από τον ενάγοντα 2 τοις μετρητοίς εξ' ου και το μόνο αποδεικτικό στοιχείο που υπάρχει είναι η εν λόγω απόδειξη. Όσον αφορά το φερόμενο καθεστώς της συνιδιοκτησίας του οχήματος μεταξύ ενάγουσας 1 και Τράπεζας, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι αν και το συγκεκριμένο αυτοκίνητο όπως και τα άλλα αυτοκίνητα της εταιρείας βρίσκονται σε καθεστώς «stock in finance», δηλαδή δεσμευμένα στα πλαίσια χρηματοδότησης που παρέχεται από την Τράπεζα, «.όταν θα εξοφλήσουμε για το κάθε αυτοκίνητο.», η τράπεζα εκδίδει προς την ενάγουσα 1 συγκεκριμένο έγγραφο οπόταν «.πάμε στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών τζιαί τούτο το έγγραφο λέει τους ότι έφυγε η υποθήκη ξέρω εγώ δανειοδότηση και μπορούμε να μεταβιβάσουμε το αυτοκίνητο είτε πάνω μας, είτε πάνω στον πελάτη, όπου θέλουμε. Για να είμαι ειλικρινής μπορεί αυτό το έγγραφο, επειδή όπως βλέπετε μπορεί να συνοδεύεται με άλλο έγγραφο που να λέει, να ορίζει ότι είναι το αυτοκίνητο, εν για το συγκεκριμένο το αυτοκίνητο, εννοώ δεν έχω κάτι άλλο που να το συνδέω μαζί με το συγκεκριμένο αυτοκίνητο..». Σύμφωνα με το μάρτυρα, στην περίπτωση του επίμαχου αυτοκινήτου, αυτό μπορούσε «.ανά πάσα στιγμή.» να μεταβιβαστεί στον ενάγοντα 2 διότι «.Υπήρχε πάντοτε η συγκατάθεση της τράπεζας, . λόγω της οικονομικής κατάστασης της εταιρείας, η εταιρεία μπορεί ανά πάσα στιγμή να μεταβιβάσει και να απελευθερώσει το συγκεκριμένο αυτοκίνητο.η εταιρεία μπορούσε πάντοτε να μεταβιβάσει το αυτοκίνητο μαζί με την έγκριση της τράπεζας και υπήρχαν όλα τα σχετικά έντυπα, όπως και τότε. Ο κύριος XXXXX πλήρωσε την εταιρεία, εξόφλησε το αυτοκίνητο, οπόταν ήταν διαδικαστικό να ενημερωθεί η τράπεζα ότι η εταιρεία είσπραξε το ποσό αυτό, οπόταν να αποδεσμεύσει το συγκεκριμένο αυτοκίνητο.». Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι στην προκείμενη περίπτωση, αν και η ενάγουσα 1 είχε πληροφορηθεί ότι το αυτοκίνητο είχε καταστραφεί ολοσχερώς εντούτοις επιχείρησε ούτως ή άλλως να μεταβιβάσει το αυτοκίνητο επ' ονόματι του ενάγοντα 2 διότι θεωρούσε τον εαυτό της συμβατικά δεσμευμένο να το πράξει οπόταν και «.παρόλο που είναι εξοφλημένο το αυτοκίνητο η τράπεζα δεν έχει καμιά σχέση, το Τμήμα Οδικών Μεταφορών δεν αφήνει το αυτοκίνητο να μεταβιβαστεί.. επειδή έχει δηλωθεί, πρέπει η Αστυνομία, δεν ξέρω ποιος, δήλωσε στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών ότι το αυτοκίνητο καταστράφηκε, δεν μπορούσε να γίνει η μεταβίβαση μέχρι και σήμερα.». Σημειώνω εδώ ότι αν και αρχικά ο μάρτυρας επιχείρησε να καταθέσει το έγγραφο το οποίο ισχυρίστηκε ότι εξέδωσε η τράπεζα ώστε να επιτραπεί η μεταβίβαση του επίμαχου αυτοκινήτου στον ενάγοντα 2 εντούτοις κατόπιν ένστασης της υπεράσπισης ότι το προτιθέμενο έγγραφο δεν μπορούσε να συνδεθεί με τα επίδικα γεγονότα ή το επίμαχο αυτοκίνητο, το αίτημα αποσύρθηκε. Τελευταίος μάρτυρας για τους ενάγοντες ήταν ο ΜΕ3 ο οποίος παρουσίασε τον εαυτό του ως εξωτερικό συνεργάτη των πρώτων σε θέματα μεταβίβασης οχημάτων. Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι στις 26/03/12, δηλαδή την ημέρα που κατ' ισχυρισμό πωλήθηκε το επίμαχο όχημα στον ενάγοντα 2, έλαβε οδηγίες από κάποιον εκ των άλλων αξιωματούχων της ενάγουσας 1 όπως εντός μίας εβδομάδας μεταβεί στο Τ.Ο.Μ. για να διευθετήσει τα της μεταβίβασης του οχήματος στον ενάγοντα
- Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι αυτός όντως μετέβηκε στο Τ.Ο.Μ. εντός της εβδομάδας έχοντας μαζί τα απαραίτητα για την μεταβίβαση έγγραφα, μεταξύ των οποίων και ένα έντυπο ΗΕ28, το οποίο ισχυρίστηκε ότι είχε εκδοθεί από την Τράπεζα Κύπρου ως συγκατάθεση και το οποίο συνοδευόταν από τον τίτλο ιδιοκτησίας του οχήματος και το έντυπο μεταβίβασης Τεκ.
- Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι η μεταβίβαση δεν κατέστη δυνατό να γίνει τότε αλλά ούτε και κατά τις επόμενες 2 - 3 φορές που ξαναπροσπάθησε διότι το Τ.Ο.Μ. είχε ειδοποιηθεί ότι το όχημα είχε καταστραφεί. Μάλιστα δε, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι προσπάθησε να μεταβιβάσει το όχημα ακόμη και πριν την ακρόαση, ήτοι στις 06/06/19, χωρίς όμως και πάλι να τα καταφέρει. Προς επίρρωση του ισχυρισμού του ότι από την πρώτη φορά που επιχείρησε την μεταβίβαση είχε στην κατοχή του όλα τα αναγκαία έγγραφα, περιλαμβανομένου και του εντύπου ΗΕ28 από την Τράπεζα, ο μάρτυρας κατέθεσε πρωτότυπο έντυπο ΗΕ28, ήτοι ένορκη «Δήλωση Εξόφλησης Εγγεγραμμένης Επιβάρυνσης με βάση το άρθρο 95 Κεφ.113» η οποία δήλωση παρουσιάζεται να αφορά σε εγγεγραμμένο «Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης» ημερ. 26/11/08 επί της περιουσίας της ενάγουσας 1 και στο πάνω μέρος της φέρει σφραγίδα που αναφέρει «ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΕΝΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΚΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗΣ / ΥΠΟΘΗΚΗΣ», την οποία ακολουθεί σφραγίδα «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ Δ.Ε. ΛΤΔ Μ.Ε.Α. ΛΕΜΕΣΟΥ
(0398)» με μια υπογραφή χωρίς ημερομηνία και το όνομα κάποιου προσώπου υπό τη μορφή σφραγίδας. Η εν λόγω δήλωση φέρει πιστοποίηση όρκου και υπογραφών από τον Πρωτοκολλητή που Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 06/06/
- Κατά την κατάθεση του, στο εν λόγω έγγραφο επισυνάφθηκε πρωτότυπο έντυπο Τ.Ο.Μ. 9Β που αφορά σε «Μεταβίβαση Ιδιοκτησίας Μηχανοκίνητου Οχήματος», το οποίο δεν φέρει οποιαδήποτε ημερομηνία και το οποίο στο μπροστινό του μέρος αναγράφει τον αρ. εγγραφής και τον τύπο του επίμαχου οχήματος, στο πεδίο «Στοιχεία Πωλητή» το όνομα Bank of Cyprus Bank of Company Ltd, στο πεδίο «Στοιχεία Αγοραστή» τον αρ. εγγραφής και το όνομα της ενάγουσας 1 και στο πεδίο «Υπογραφή Αγοραστή», μία υπογραφή συνοδευόμενη από τη σφραγίδα της ενάγουσας
- Στο πίσω μέρος του εγγράφου όπου η κόλλα είναι λευκή, παρουσιάζεται μία σφραγίδα Τράπεζα Κύπρου Δ.Ε. ΛΤΔ, δύο μονογραφές και υπό τύπο σφραγίδας τα ονόματα δύο προσώπων (Τεκ.9). Σημειώνω εδώ ότι κατά την κυρίως εξέταση, ζητήθηκε από το μάρτυρα να αναφέρει κατά πόσο είχε ενημερώσει τους ΜΕ1 και ΜΕ2 ότι είχε στην κατοχή του τα έγγραφα που παρουσίασε, με την απάντηση του τελευταίου να είναι αρνητική. Η υπεράσπιση αμφισβήτησε τον ισχυρισμό του ΜΕ3 ότι τα δύο έγγραφα που κατέθεσε ήταν εξ υπ' αρχής συνδεδεμένα και υπέδειξε στον τελευταίο κατά την αντεξέταση ότι όχι μόνο τα δύο αυτά έγγραφα δεν φαίνεται πουθενά να συνδέονται μεταξύ τους είτε χρονικά είτε άλλως πως καθώς και ότι, ακόμη και να συνδέονται, η ημερομηνία που φέρει το έντυπο ΗΕ28, ήτοι η 06/06/19, δεν επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό ότι το εν λόγω έγγραφο υφίστατο και μάλιστα ότι παρουσιάστηκε στο Τ.Ο.Μ. μία εβδομάδα μετά την κατ' ισχυρισμό πώληση της 26/03/
- Αναγνωρίζοντας ο μάρτυρας αφ' ενός ότι το έντυπο ΗΕ28 που παρουσίασε φέρει πρόσφατη ημερομηνία και αφ' ετέρου ότι το κατ' ισχυρισμό επισυνημμένο έντυπο μεταβίβασης δεν φέρει καμία ημερομηνία, ούτε και πιστοποίηση των υπογραφών που εκεί παρουσιάζονται, ως τέτοια πιστοποίηση υπάρχει στο Τεκ.3, ισχυρίστηκε ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν ήταν αυτά που παρουσίασε το 2012 στο Τ.Ο.Μ. αλλά καινούργια έγγραφα τα οποία εξασφάλισε στις 06/06/19 όταν προσπάθησε για τελευταία φορά να μεταβιβάσει το επίμαχο όχημα οπόταν και αναγκάστηκε να εξασφαλίσει νέα έγγραφα διότι «τα παλιά εν ισχύουν». Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι τα έγγραφα που χρησιμοποίησε το 2012 ήταν παρόμοια και ότι αν και δεν τα έχει παρουσιάσει στο Δικαστήριο εντούτοις αυτά πρέπει να είναι φυλαγμένα κάπου στα αρχεία του. Τέλος υπεβλήθη στο μάρτυρα ότι ουδέποτε κατά τον ουσιώδη χρόνο του 2012 εξασφαλίστηκε συγκατάθεση της τράπεζας σε σχέση με την πώληση και μεταβίβαση του συγκεκριμένου οχήματος, υποβολή την οποία ο τελευταίος, αν και δέχτηκε ότι δεν παρουσίασε τέτοια συγκατάθεση κατά τη μαρτυρία του, απέρριψε κατηγορηματικά. Η επόπτρια του Τ.Ο.Μ., Μ Κωνσταντινίδου, κλήθηκε από πλευράς εναγόμενης να καταθέσει αναφορικά με το περιεχόμενο του φακέλου που τηρείται στο Τ.Ο.Μ αναφορικά με το επίμαχο όχημα. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, από το φάκελο του Τ.Ο.Μ. προκύπτει ότι το επίμαχο όχημα είναι μέχρι και σήμερα ενεχυριασμένο από την ενάγουσα 1 προς την Τράπεζα Κύπρου και δεν φαίνεται να επιχειρήθηκε ποτέ είτε να διαγραφεί η ενεχυρίαση είτε να μεταβιβαστεί το όχημα σε τρίτο πρόσωπο. Όσον αφορά τα Τεκ.3 και Τεκ.9 που της υποδείχτηκαν, η μάρτυς ανέφερε ότι το μεν Τεκ.3 θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την μεταβίβαση του οχήματος στον ενάγοντα 2, νοουμένου όμως ότι υπήρχε η συγκατάθεση της τράπεζας και τέτοια συγκατάθεση δεν υπάρχει στο φάκελο του Τ.Ο.Μ, το δε Τεκ.9 θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο για να καταστεί η ενάγουσα 1 απόλυτος ιδιοκτήτης του οχήματος και κανένα από τα εν λόγω έγγραφα δεν εντοπίζεται να έχει ποτέ κατατεθεί στο φάκελο του ΤΟΜ. Ρωτήθηκε τέλος κατά την αντεξέταση της η μάρτυς κατά πόσο θα μπορούσε να επιτευχθεί η μεταβίβαση του οχήματος στον ενάγοντα 2 με τη χρήση και των δύο τεκμηρίων, Τεκ.3 και Τεκ.
- Θέση της ΜΥ1 ήταν ότι δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει κάτι τέτοιο με ασφάλεια χωρίς πρώτα να ελέγξει το σύστημα του ΤΟΜ ως προς το κατά πόσο υπάρχουν οποιοιδήποτε περιορισμοί σε μια τέτοια μεταβίβαση. Ο ΜΥ2, ο οποίος υιοθέτησε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Β), επικεντρώθηκε στους όρους που κατά την εναγόμενη περιέβαλλαν το καλυπτικό σημείωμα Τεκ.4, οι οποίοι όροι, κατά το μάρτυρα συνιστούσαν τους συνηθισμένους όρους της εναγόμενης κατά τον ουσιώδη χρόνο και στους οποίους το Τεκ.4 έκαμνε ρητή αναφορά. Κατέθεσε συναφώς ο μάρτυρας, βιβλιάριο της εναγομένης με τίτλο «Ασφαλιστήριο Μηχανοκινήτων Οχημάτων» (Τεκ.10) και παρέπεμψε στα όσα αναφέρονται στη σελ. 24 παρ. 10 υπό τον γενικό τίτλο «Γενικές Εξαιρέσεις» και την εισαγωγική φράση «Η Εταιρεία δεν θα έχει ευθύνη:»: «Όσον αφορά οποιαδήποτε ευθύνη προσώπου που απορρέει από εσκεμμένη και προσχεδιασμένη ενέργεια, πράξη ή παράληψη που αποτελεί κακούργημα με βάση τον Ποινικό Κώδικα και που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί τυχαίο γεγονός.» Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι ο πιο πάνω συμβατικός περιορισμός της ασφαλιστικής κάλυψης που παρείχε η εναγόμενη μέσω του καλυπτικού σημειώματος Τεκ.4, ήταν και ο κύριος λόγος που δεν δέχτηκε να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα 2 για πληρωμή του ποσού των €55.
- Προς επίρρωση του ισχυρισμού του αυτού ο μάρτυρας κατέθεσε απαντητική επιστολή που έστειλε η εναγόμενη προς τους δικηγόρους των εναγόντων ημερ. 31/07/12 στην οποία αναφέρεται ότι η πρώτη δεν προτίθεται να καλύψει την απαίτηση του ενάγοντα 2 επειδή στη συγκεκριμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής η Γενική Εξαίρεση αρ.10, εφόσον σύμφωνα με την Αστυνομία (Τεκ.5) « Η φωτιά στο όχημα XXXXX09 τέθηκε κακόβουλα» (Τεκ.11). Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων, ο τελευταίος υπέβαλε στον πρώτο ότι τα όσα αναφέρονται στο βιβλιάριο Τεκ.10 ουδέποτε γνωστοποιήθηκαν στον ενάγοντα 2, ότι ουδέποτε αποτέλεσαν μέρος των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και ότι από τη στιγμή που η εναγόμενη θεωρούσε ότι εφαρμόζονταν στην περίπτωση του ενάγοντα 2 οι εν λόγω όροι, όφειλε να εφοδιάσει τον τελευταίο με αντίγραφο τους. Ο μάρτυρας απέρριψε κατηγορηματικά την εν λόγω υποβολή και παρέπεμψε στη σχετική αναφορά που γίνεται σε σχέση με την εφαρμογή των εν λόγω όρων στο καλυπτικό σημείωμα Τεκ.4 που ο ίδιος ο ενάγοντας 2 κατέθεσε. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες, πέραν της νομικής επιχειρηματολογίας τους, υποστήριξαν ο καθένας τους το αξιόπιστο της εκδοχής του αντίστοιχου πελάτη του έναντι του αναξιόπιστου της εκδοχής της άλλης πλευράς. Ειδική αναφορά στις αγορεύσεις των συνηγόρων κάμνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Σημειώνω κατ' αρχήν ότι έχω σκόπιμα παραθέσει σε έκταση το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια κατά την ακρόαση αφ' ενός γιατί αρκετά από αυτά δεν αμφισβητούνται και αφ' ετέρου γιατί, ενόψει της φύσης της αγωγής, ήτοι αγωγή για κατ' ισχυρισμό παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων, μεγάλο μέρος της διαφωνίας των μερών ουσιαστικά εδράζεται στη νομική ερμηνεία του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων, το οποίο περιεχόμενο δεν αμφισβητείται. Από τα έγγραφα λοιπόν που η ίδια η πλευρά των εναγόντων κατέθεσε για να υποστηρίξει την αγωγή της, η υπεράσπιση δεν αμφισβητεί την έκδοση του καλυπτικού σημειώματος Τεκ.4 προς τον ενάγοντα 2 και τα όσα εκεί αναφέρονται, το ότι μέσω του εν λόγω καλυπτικού σημειώματος η εναγόμενη όντως παρείχε ασφαλιστική κάλυψη σε σχέση με το επίμαχο όχημα, τη διαπίστωση της Αστυνομίας που αναφέρεται στην επιστολή Τεκ.5, ήτοι ότι «Την 28.03.2012 και περί ώρα 23.30.εξεράγει πυρκαγιά στο όχημα.Από τις εξετάσεις που διενεργήθηκαν στην σκηνή διαπιστώθηκε ότι η φωτιά τέθηκε κακόβουλα αφού εντοπίστηκε και εμπρηστική λωρίδα» και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο και μέχρι σήμερα, περιλαμβανομένων και των ημερομηνιών ασφάλισης και καταστροφής του οχήματος, εγγεγραμμένοι κύριοι του οχήματος ήταν και είναι, σύμφωνα με το πιστοποιητικό εγγραφής του Τ.Ο.Μ. (Τεκ.2), η ενάγουσα 1 και η Τράπεζα Κύπρου, με το καθεστώς της κυριότητας των εν λόγω συνιδιοκτητών να είναι, ως αναφέρεται στο εν λόγω πιστοποιητικό, αυτό της ενεχυρίασης. Πρόσθετα τούτων, δεν αμφισβητείται ούτε ότι για να μπορέσει να γίνει η μεταβίβαση και εγγραφή του οχήματος στον ενάγοντα 2 απαιτείται όπως εξασφαλιστεί και η συγκατάθεση της Τράπεζας Κύπρου λόγω του εγγεγραμμένου συμφέροντος που έχει στο όχημα. Τα πιο πάνω γεγονότα και έγγραφα επομένως, τα οποία παρουσίασαν με τη μαρτυρία τους οι ίδιοι οι ενάγοντες και τα οποία η υπεράσπιση δεν αμφισβητεί, καθίστανται ευρήματα μου. Ειδική αναφορά στο περιεχόμενο των μη αμφισβητούμενων εγγράφων κάνω σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου. Στρεφόμενος τώρα στα επίδικα θέματα, υπενθυμίζω ότι εκείνο το οποίο αμφισβήτησε η υπεράσπιση τόσο με το δικόγραφο της όσο και κατά την ακρόαση, ήταν αφ' ενός το βάσιμο και νόμιμο του αγώγιμου δικαιώματος αμφότερων των εναγόντων, με την επί του προκειμένου αμφισβήτηση να έγκειται στον ισχυρισμό ότι η μεν ενάγουσα 1 καμία συμβατική σχέση έχει με την εναγόμενη, ο δε ενάγοντας 2 ότι ουδέποτε απέκτησε ασφαλιστέο συμφέρον σε αυτό και αφ' ετέρου το ότι ανεξαρτήτως του νομικού θέματος της νομιμοποίησης έκαστου ενάγοντα, η εναγόμενη δεν ευθύνεται να καλύψει τη συγκεκριμένη ζημιά λόγω του ότι δυνάμει του προαναφερόμενου όρου αρ.10, ο οποίος όρος κατά την εναγόμενη συνιστούσε μέρος των όρων της επίδικης συμφωνίας ασφάλισης, η ασφαλιστική κάλυψη που παρείχετο δεν επεκτεινόταν σε ζημιά που προκλήθηκε κακόβουλα και υπό συνθήκες που συνιστούν κακούργημα, ήτοι σε ζημιά της φύσης που υπέστη το όχημα στη συγκεκριμένη περίπτωση. Όσον αφορά το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας 1, μετά και την μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, οι οποίοι υπενθυμίζω συνιστούν ουσιαστικά τη διοίκηση της ενάγουσας 1, το θέμα αυτό κατέστη ξεκάθαρο. Αυτό γιατί τόσο η δικογραφημένη θέση των εναγόντων όσο και η θέση που αμφότεροι οι εν λόγω μάρτυρες προώθησαν κατά την ακρόαση ήταν ότι από τις 26/03/12, ήτοι πριν την έκδοση του καλυπτικού σημειώματος, η ενάγουσα 1 εγκατέλειψε κάθε συμφέρον που είχε επί του επίμαχου οχήματος εφόσον το είχε εξ' ολοκλήρου πωλήσει και παραδώσει στον ενάγοντα 2 και έστω και αν η εναγόμενη αμφισβήτησε ότι έγινε η κατ' ισχυρισμό πώληση του οχήματος, η όλη βάση της παρούσας αγωγής εδράζεται στην κατ' ισχυρισμό παράβαση μιας σύμβασης ασφάλισης που σύμφωνα με τους ίδιους τους ενάγοντες έγινε αποκλειστικά μεταξύ ενάγοντα 2 και εναγόμενης και κανένας εκ των ΜΕ1 ή ΜΕ2 δεν προώθησε τη θέση ότι η ενάγουσα 1 είχε με οποιοδήποτε τρόπο αποτελέσει συμβαλλόμενο μέρος στην επίδικη αυτή σύμβαση ή ότι απέκτησε οποιαδήποτε δικαιώματα στην ασφαλιστική κάλυψη. Άλλωστε, μετά και τη δήλωση του ίδιου του ΜΕ2 ότι η ενάγουσα 1 καμία απαίτηση έχει σε σχέση με το επίμαχο όχημα, ούτε και ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων ασχολήθηκε στην τελική του αγόρευση με την αξίωση της εν λόγω ενάγουσας 1, αλλά αντίθετα περιορίστηκε να υποστηρίξει μόνο το βάσιμο της αξίωσης του ενάγοντα
- Τα πιο πάνω είναι θεωρώ αρκετά για να οδηγήσουν σε απόρριψη της αγωγής της ενάγουσας 1 από αυτό το στάδιο, χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να γίνει οποιαδήποτε περαιτέρω ενδελεχής αξιολόγηση της μαρτυρίας σε σχέση με αυτή τη πτυχή της υπόθεσης. Αυτό λοιπόν που παραμένει να εξεταστεί είναι το βάσιμο της αγωγής του ενάγοντα 2, θέμα για το οποίο παρατηρώ τα εξής. Όπως ανέφερα πιο πάνω, η βάση της αγωγής εδράζεται αποκλειστικά στην κατ' ισχυρισμό παράλειψη της εναγόμενης να τιμήσει τις κατ' ισχυρισμό συμβατικές υποχρεώσεις που της επιβλήθηκαν δυνάμει των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Η εναγόμενη δέχτηκε με το δικόγραφο της ότι όντως «παρείχε ασφάλιση.για την περίοδο από 26/03/12 - 26/07/12», ισχυρίστηκε όμως ότι δεν παρέβηκε καθόλου τις συμβατικές της υποχρεώσεις με το να αρνηθεί να καλύψει τη συγκεκριμένη ζημιά διότι η ασφαλιστική κάλυψη της ήταν «. υπό συγκεκριμένους όρους.», σύμφωνα με τους οποίους «.οι συνθήκες κάτω από τις οποίες το επίδικο όχημα καταστράφηκε δεν αποτελούν ασφαλισμένο κίνδυνο και/ή αυτό καταστράφηκε συνεπεία των πράξεων του ασφαλισμένου ενάγοντα 2.». Απορρίπτοντας τον ισχυρισμό αυτό και επιμένοντας στην ορθότητα του ισχυρισμού επί του οποίου βάσισε την αγωγή του, ήτοι ότι η εναγόμενη παρέβηκε την επίδικη συμφωνία ασφάλισης, ο ενάγοντας 2 στην Απάντηση του επικαλέστηκε ρητά την ύπαρξη συμβατικών όρων που δικαιολογούσαν την παρούσα αγωγή και αξίωση του και ισχυρίστηκε ρητά ότι «.οι συγκεκριμένοι όροι ασφάλισης κατά την επίδικη περίοδο κάλυπταν την απώλεια του οχήματος σε κάθε περίπτωση» (βλ. παρ.4 απάντησης). Το ερώτημα λοιπόν που εγείρεται είναι το ποιοι είναι αυτοί οι «συγκεκριμένοι όροι ασφάλισης» που περιέβαλλαν την επίδικη συμβατική σχέση μεταξύ ενάγοντα 2 και εναγόμενης και οι οποίοι κατά τον πρώτο επέβαλλαν στην τελευταία τη συμβατική υποχρέωση να καλύψει τη συγκεκριμένη κακόβουλη ζημιά που υπέστη το επίμαχο όχημα ώστε η άρνηση της να το πράξει θα πρέπει να θεωρηθεί ως παράβαση σύμβασης που συνιστά τη βάση επί της οποίας εδράζεται η παρούσα αγωγή και επίδικη αξίωση; Το ερώτημα αυτό θεωρώ θα πρέπει να απαντηθεί πριν από οτιδήποτε άλλο και αυτό διότι, αν ως θέμα νομικής ερμηνείας, η ασφαλιστική σύμβαση που ο ενάγοντας 2 επικαλείται, δεν επέβαλλε στην εναγόμενη την υποχρέωση να καλύψει τη συγκεκριμένη ζημιά, τότε η παρούσα αγωγή, η οποία εδράζεται αποκλειστικά σε κατ' ισχυρισμό παράβαση συμβατικής υποχρέωσης από πλευράς εναγόμενης να τιμήσει τους «συγκεκριμένους όρους ασφάλισης» που ο ενάγοντας 2 επικαλείται, τότε η αγωγή αναπόφευκτα θα πρέπει να απορριφθεί χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να εξεταστεί οτιδήποτε άλλο. Όλα τα άλλα θέματα που εγείρονται άλλωστε, όπως τέτοια θέματα είναι π.χ. το αν η ενάγουσα 1 πώλησε ή όχι το όχημα στον ενάγοντα 2 ή το αν ο ενάγοντας 2 έχει ή όχι ασφαλιστέο συμφέρον, θέματα στα οποία περιορίστηκε αποκλειστικά η μαρτυρία των ΜΕ2, ΜΕ3 και ΜΥ1, καμία ουσιαστική σημασία θα έχουν αν ήθελε φανεί ότι δεν ευσταθεί η θέση του ενάγοντα 2 ως προς τις συμβατικές συνέπειες των «συγκεκριμένων όρων ασφάλισης» που αυτός ισχυρίζεται ότι περιέβαλλαν τη σχέση των μερών. Των πιο πάνω λεχθέντων επομένως επισημαίνω τα εξής. Το μόνο γεγονός που προέκυπτε από την εκατέρωθεν ανταλλαχθείσα δικογραφία να είναι παραδεκτό σε σχέση με την επίδικη συμφωνία ασφάλιση,ς ήταν το ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο κάποια σύμβαση που αφορούσε στην ασφάλιση του επίμαχου οχήματος υπήρχε σε ισχύ, με τους ακριβείς όμως όρους αυτής της συμφωνίας να τελούσαν εξ' υπαρχής υπό αμφισβήτηση εφόσον τα μεν δικόγραφα του ενάγοντα 2 έκαμναν αναφορά στην ύπαρξη «συγκεκριμένων όρων ασφάλισης.(που).κάλυπταν την απώλεια οχήματος σε κάθε περίπτωση» και που αφορούσαν σε κάλυψη «.έναντι οποιασδήποτε ζημιάς δυνατό να υφίστατο υπό τον τύπο και/ή μορφή περιεκτικής ασφάλισης (executive plus plan) και/ή πλήρη ασφάλιση τόσο έναντι τρίτου, όσο και έναντι τυχών ζημιών προκληθούν στο ως άνω όχημα.», το δε δικόγραφο της εναγόμενης σε «.συγκεκριμένους όρους.» σύμφωνα με τους οποίους «οι συνθήκες κάτω από τις οποίες το επίδικο όχημα καταστράφηκε δεν αποτελούν ασφαλισμένο κίνδυνο και/ή αυτό καταστράφηκε συνεπεία των πράξεων του ασφαλισμένου ενάγοντα 2.». Παρά τη γενικότητα όμως που χαρακτηρίζει τις επί του προκειμένου δικογραφημένες εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις, κανένας διάδικος δεν ζήτησε να του δοθούν περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς τους όρους που η άλλη πλευρά επικαλείτο και αμφότεροι επέλεξαν να περιμένουν μέχρι την ακρόαση για να μάθουν ποιους ακριβώς όρους είναι που ο καθένας τους ισχυρίζετο ότι ίσχυαν. Κατά την ακρόαση λοιπόν, ο ενάγοντας 2 ισχυρίστηκε ότι οι «συγκεκριμένοι όροι ασφάλισης» που κατ' εκείνον παρέβηκε η εναγόμενη όταν αρνήθηκε να ικανοποιήσει την απαίτηση του είναι τα όσα αναφέρονται αποκλειστικά στο καλυπτικό σημείωμα Τεκ.4 και ειδικότερα, όπως κατηγορηματικά υποστήριξε και ο ίδιος ο ενάγοντας 2 κατά την μαρτυρία του, η αναφορά που εκεί γίνεται σε ασφαλιστική κάλυψη τύπου «ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ - EXECUTIVE PLUS PLAN». Με άλλα λόγια, κατά τον ενάγοντα 2, η βάση της όλης απαίτησης του βασίζεται στη θέση του ότι η αναφορά σε κάλυψη τύπου «ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ - EXECUTIVE PLUS PLAN» στη ξεχωριστή σύμβαση που αποτελεί το Τεκ.4, συνεπάγεται από μόνη της ότι η εναγόμενη υπείχε συμβατική υποχρέωση να καλύψει κάθε ζημιά που ήθελε υποστεί το επίμαχο όχημα ανεξαρτήτως του πώς είναι που προκλήθηκε τέτοια ζημιά. Η εναγόμενη, η οποία δεν αμφισβητεί ότι το Τεκ.4 συνιστά από μόνο του ξεχωριστή συμφωνία ασφαλιστικής κάλυψης, επικαλέστηκε μέσω του ΜΥ1 τη ρητή αναφορά που γίνεται στο εν λόγω έγγραφο σε «.Ασφαλιστική κάλυψη σύμφωνα με τους όρους που περιλαμβάνονται στο συνηθισμένο Ασφαλιστήριο της Εταιρείας γι' αυτόν τον τύπο οχήματος και κάλυψης που περιγράφεται πιο κάτω.» και ισχυρίστηκε ότι αυτοί οι «συνηθισμένοι όροι» που ρητά αναφέρετο ότι αποτελούσαν μέρος των όρων της κάλυψης που παρείχε το Τεκ.4, ήταν οι γενικοί όροι που περιέχονται στο βιβλιάριο Τεκ.
- Συνεπώς, ισχυρίστηκε η εναγόμενη, κατ' εφαρμογή του όρου 10 των γενικών αυτών όρων, καμία συμβατική υποχρέωση δεν είχε να καλύψει την επίδικη ζημιά, η οποία ζημιά δεν αμφισβητείται ότι προέκυψε από εμπρησμό ήτοι κακόβουλη ενέργεια που συνιστά κακούργημα και που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί τυχαίο γεγονός. Εδώ όμως είναι που προκλήθηκε σύγχυση και αβεβαιότητα λόγω της γενικότητας που χαρακτηρίζει τις εκατέρωθεν επί του προκειμένου δικογραφημένες θέσεις. Αυτό γιατί μετά που ο ίδιος ο ενάγοντας 2 κατέθεσε και επικαλέστηκε το Τεκ.4 χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη ως προς το περιεχόμενο του ή την αναφορά που εκεί γίνεται σε εφαρμογή των «συνηθισμένων όρων ασφάλισης» της εναγόμενης, ο ευπαίδευτος συνήγορος της τελευταίας, θεωρώντας προφανώς ότι ο ενάγοντας 2 δεν αμφισβητούσε την εφαρμογή των όρων του Τεκ.10 στους οποίους παρέπεμπε το Τεκ.4, περιορίστηκε κατά την αντεξέταση του τελευταίου να υποβάλει απλά ότι οι όροι της επίδικης σύμβασης, όπως αυτοί απέρρεαν από το Τεκ.4, δεν κάλυπταν τη συγκεκριμένη ζημιά και δεν υπέδειξε στο μάρτυρα ούτε το βιβλιάριο Τεκ.10, ούτε και τον όρο 10 αυτού και για πρώτη φορά το εν λόγω έγγραφο παρουσιάστηκε κατά τη μαρτυρία του ΜΥ
- Στη συνέχεια όμως ο τελευταίος και αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου αλλά και του υπεβλήθη η θετική θέση ότι το εν λόγω έγγραφο ουδέποτε γνωστοποιήθηκε ή κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα 2 ώστε να μπορεί να αποτελέσει μέρος της επίδικης συμφωνίας ασφάλισης. Υπό το φως των πιο πάνω λοιπόν, κρίνω ορθό όπως στο παρόν στάδιο εξετάσω την εκδοχή του ενάγοντα 2 απομονωμένη από τη θέση της εναγόμενης ότι στην επίδικη σύμβαση εφαρμόζονταν οι όροι του Τεκ.10 και αποκλειστικά στη βάση του δικού του ισχυρισμού, ήτοι ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να θεωρήσει ότι οι όροι της επίδικης συμφωνίας είναι αποκλειστικά τα όσα αναφέρονται στο καλυπτικό σημείωμα Τεκ.4 επί του οποίου στηρίζεται η αγωγή. Ως προς τη θέση αυτή συνεπώς, παρατηρώ τα εξής. Κατά πρώτο, ενώ ο ενάγοντας 2 υποστήριξε κατηγορηματικά ότι οι συμβατικές υποχρεώσεις που παρέβηκε η εναγόμενη είναι αυτές που προκύπτουν από την αναφορά που γίνεται στο Τεκ.4 σε συμφωνία παροχής ασφαλιστικής κάλυψης τύπου «ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ - EXECUTIVE PLUS PLAN», το μόνο που αναφέρεται στο εν λόγω έγγραφο αναφορικά με τη συγκεκριμένη συμφωνηθείσα κάλυψη είναι απλά το όνομα του σχεδίου της, ήτοι κάλυψη τύπου «ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ - EXECUTIVE PLUS PLAN». Καμία όμως εξειδίκευση δεν γίνεται στο Τεκ.4 ούτε και παρέχεται εκεί οποιαδήποτε λεπτομέρεια ως προς το τί ακριβώς είναι που αναλαμβάνει να καλύψει η εναγόμενη στα πλαίσια μιας τέτοιας κάλυψης, η οποία προφανώς αφορά σε συγκεκριμένο ασφαλιστικό σχέδιο που η συγκεκριμένη εναγόμενη παρέχει στους πελάτες της και για το οποίο το Δικαστήριο δεν μπορεί, εν τη απουσία σχετικής μαρτυρίας, να γνωρίζει τί ακριβώς είναι που περιλαμβάνει ή ποιες ακριβώς είναι οι συμβατικές υποχρεώσεις της εναγόμενης στα πλαίσια του. Το μόνο ίσως που θα μπορούσε να εξαχθεί από την απλή αναφορά που γίνεται στο Τεκ.4 σε κάλυψη τύπου «ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ - EXECUTIVE PLUS PLAN» χωρίς την ανάγκη περαιτέρω μαρτυρίας, είναι ότι πρόκειται για ένα πιο διευρυμένο σχέδιο περιεκτικής ασφάλισης από το άλλο σχέδιο περιεκτικής κάλυψης που η συγκεκριμένη εναγόμενη επίσης παρέχει, ήτοι το «ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ - EXECUTIVE PLAN» και ότι η εν λόγω κάλυψη δεν περιορίζεται μόνο στις ζημιές τρίτων προσώπων, για την οποία υπάρχει άλλη επιλογή στο Τεκ.4, αλλά εκτείνεται και στις ζημιές που προκαλούνται στο ίδιο το ασφαλισμένο όχημα. Υπό το φως όμως του ότι σύμφωνα με τις επιλογές ασφαλιστικής κάλυψης που αναφέρονται στο Τεκ.4, η συγκεκριμένη εναγόμενη παρείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο χωριστό σχέδιο για κάλυψη ζημιών συνεπεία «πυρός και κλοπής» αλλά και πέραν του ενός σχεδίου περιεκτικής κάλυψης (βλ. επιλογές «ΕΝΑΝΤΙ ΤΡΙΤΩΝ, ΠΥΡΟΣ & ΚΛΟΠΗΣ» και ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ - EXECUTIVE PLAN»), εν τη απουσία σχετικής μαρτυρίας είναι άγνωστο το ποια είναι ακριβώς η έκταση της κάλυψης τύπου «ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ - EXECUTIVE PLUS PLAN» και οι σχετικές υποχρεώσεις της εναγόμενης και σίγουρα από μόνη της η απλή αναφορά σε «ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ - EXECUTIVE PLUS PLAN» δεν μπορεί να ερμηνευτεί ότι αφορά σε πλήρη κάλυψη για «απώλεια του οχήματος σε κάθε περίπτωση» ως ο ενάγοντας 2 ισχυρίζεται (παρ.4 απάντησης). Κατά δεύτερο, όσον αφορά τη θέση της πλευράς του ενάγοντα 2 ότι δεν του κοινοποιήθηκαν ποτέ οι συνηθισμένοι όροι ασφαλιστικής κάλυψης της εναγόμενης στους οποίους παραπέμπει το Τεκ.4, επισημαίνω ότι σύμφωνα με τις πάγιες νομικές αρχές του ασφαλιστικού δικαίου που παραθέτω πιο κάτω, οι οποίες αφορούν στο περιεχόμενο ενός καλυπτικού σημειώματος και στις συμβατικές υποχρεώσεις και δικαιώματα που απορρέουν από αυτό, ένα τέτοιο σημείωμα συνιστά ξεχωριστή σύμβαση προσωρινής ασφαλιστικής κάλυψης η οποία ισχύει μέχρι την ημέρα έκδοσης του πλήρους ασφαλιστικού συμβολαίου (βλ. Κόσμος Γεν. Ασφάλειες ν. Πρατζιώτη κ. α.
(1992)1 ΑΑΔ 841). Αυτή όμως η προσωρινή κάλυψη θα θεωρηθεί, σύμφωνα με τις σχετικές αρχές, ότι διέπεται από τους όρους που περιλαμβάνονται στο συνηθισμένο ασφαλιστήριο της ασφαλιστικής εταιρείας για το συγκεκριμένο είδος κάλυψης, αν στο σημείωμα γίνεται αναφορά στους εν λόγω όρους και χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί ότι οι εν λόγω όροι κοινοποιήθηκαν ή γνωστοποιήθηκαν προηγουμένως στον ασφαλιζόμενο. Αυτό γιατί θα ήταν παράλογο να θεωρηθεί ότι μια ασφαλιστική εταιρεία θα προτίθετο μέσω ενός προσωρινού καλυπτικού σημειώματος να καλύψει μεγαλύτερη ευθύνη από αυτή που θα κάλυπτε μέσω του συνηθισμένου ασφαλιστικού της συμβολαίου ή ότι ο ασφαλιζόμενος τίθεται σε καλύτερη θέση μέσω ενός προσωρινού καλυπτικού σημειώματος από τη θέση που θα ήταν αν εκδιδόταν πλήρες συνηθισμένο ασφαλιστικό συμβόλαιο. Η εξαίρεση στον κανόνα αυτό, σύμφωνα με τις σχετικές αρχές, είναι όταν η ασφάλεια επιχειρεί να επικαλεστεί κάποιο «ασυνήθιστο» όρο που δεν υπάρχει στα άλλα συμβόλαια της ή, όπως ήταν η περίπτωση στην Πρατζιώτη, «.όρων που συγκρούονται μεταξύ τους και αποκλείουν ο ένας τον άλλο.». Όπως λοιπόν χαρακτηριστικά αναφέρεται στο σύγγραμμα MacGillivray & Parkington on INSURANCE LAW, 3η έκδοση, «
- Introduction. It is usual for insurers to take some time to consider the applicant's proposal for insurance before giving a definite acceptance or refusal. Since the prospective assured often wishes to be covered from the time he applies for insurance, it is the practice of insurers to provide temporary cover, especially in the case of applications for fire, motor, burglary and accident insurance, during the interim period between the proposal and the final decision.
- The cover note. The general practice is for a cover note to be issued to the assured by the agent of the insurers who has undertaken to forward the proposal to them for consideration. The usual form of this document is similar to the cover note discussed in the leading case of Mackie v. The European Assurance Society,..
- Cover note superseded by policy. An interim receipt or cover note, including any provisions in the company's usual form of policy which may be incorporated into it by reference, expresses the terms of the contract between the parties up to the date when a policy is issued. From that date, the contract expressed in the policy supersedes the contract evidenced by the cover note as to the future, but not as to the past. A claim arising out of an occurrence happening before the issue of the policy falls to be adjudicated by reference only to the contract as expressed in or evidenced by the cover note. This distinction is important where the insurers have the right to introduce conditions into the policy which were not applicable to the cover note, and which might bar a claim under the policy that would succeed on the preliminary contract of insurance. It must be remembered that, unless the parties have expressly bound themselves respectively to accept and to issue a policy, the contract of insurance may be terminated upon the expiration of the temporary cover. Terms of Temporary Cover
- Incorporation of policy conditions. The protection afforded by an interim receipt is not fully defined in the instrument itself, which is usually expressed to be on the company's usual terms, or subject to the conditions contained in the company's policies. Where the conditions are thus referred to expressly, the insurer does not have to prove that they were brought to the notice of the assured, or even that he had an opportunity of making himself acquainted with them. In such a case, the assured is bound by the conditions contained in the form of the company's policy currently in use and applicable to the case.
- If there is no express stipulation in a cover note that it is issued subject to the conditions contained in the insurers' policies, the insurance is subject to the conditions usually inserted in policies relating to the particular class of risk in question.. In a Pennsylvanian decision,33 where the only evidence of the preliminary contract of insurance was an entry in the insurers' books containing particulars such as would be given in a slip, it was held that the insurance was subject to the conditions contained in the insurers' policies. This decision was approved in Hawke v. Niagara District Mutual Fire Insurance Co. where Proudfoot V.-C. said 34: " It would be unreasonable to hold that by giving an interim receipt the company meant to insure a larger liability than they were subject to on a policy; they must be understood as contracting for an insurance of the ordinary kind. The plaintiff asks for the completion of the insurance by the issuing of a policy, and he does not pretend that he is entitled to any other than the ordinary policy; he cannot, therefore, be in any better condition than if he had the policy in his possession." These considerations were echoed by Sargant L.J. in Wyndham Rather v. Eagle, Star and British Dominions Insurance Co.,35 without reference to these North American cases. It is doubtful whether this principle of implied incorporation extends to a special addendum or marginal condition in the insurers' policy of which the assured has no actual knowledge, and which is not usual in policies covering the subject-matter in question issued by other insurers.» Στην παρούσα περίπτωση, το ίδιο το Τεκ.4 που ο ενάγοντας 2 κατέθεσε και επικαλείται για να στοιχειοθετήσει την αγωγή του, η οποία υπενθυμίζω εδράζεται αποκλειστικά σε κατ' ισχυρισμό παράβαση συμβατικών όρων, ρητά αναφέρει ότι αφορά σε «.Ασφαλιστική κάλυψη σύμφωνα με τους όρους που περιλαμβάνονται στο συνηθισμένο Ασφαλιστήριο της Εταιρείας γι' αυτόν τον τύπο οχήματος και κάλυψης που περιγράφεται πιο κάτω.» και ρητά παραπέμπει στην ύπαρξη κάποιου άλλου εγγράφου που περιέχει αυτούς τους «συνηθισμένους» όρους που αφορούν στην έκταση της επίδικης ασφαλιστικής κάλυψης και της συμβατικής ευθύνης της εναγόμενης. Πέραν τούτου, επικαλούμενος κατά την ακρόαση την ορθότητα και δεσμευτικότητα των όσων αναφέρονται στο Τεκ.4, ο ενάγοντας 2 δήλωσε και γνώστης αλλά και έμπειρος σε θέματα ασφάλισης οχημάτων λόγω της φύσης του επαγγέλματος του και ουδέποτε όταν κατέθετε το Τεκ.4 επί του οποίου στήριξε την επίδικη αξίωση του, εξέφρασε οποιαδήποτε επιφύλαξη για την αναφορά που εκεί γίνεται σε εφαρμογή των όρων που «.περιλαμβάνονται στο συνηθισμένο Ασφαλιστήριο της Εταιρείας.». Με άλλα λόγια, το ίδιο το έγγραφο που ισχυρίζεται ανεπιφύλακτα ο αυτοπαρουσιαζόμενος ως έμπειρος σε θέματα ασφάλισης ενάγοντας 2 ότι περιέχει τους όρους της επίδικης συμφωνίας που η εναγόμενη έχει παραβεί, αναφέρει ότι οι όροι που διέπουν τις συμβατικές υποχρεώσεις της τελευταίας δεν είναι σε εκείνο το έγγραφο που εντοπίζονται αλλά σε άλλο έγγραφο στο οποίο γίνεται ρητή παραπομπή και το οποίο όμως έγγραφο ο ενάγοντας 2 δεν έχει παρουσιάσει. Δεν μπορεί συνεπώς υπό αυτές τις συνθήκες να επιχειρεί και να ζητά τώρα ο ενάγοντας 2 την «αποσπασματική» ερμηνεία και εφαρμογή της επίδικης σύμβασης ώστε να τεθούν ουσιαστικά αυθαίρετα στην εναγόμενη γενικής φύσεως συμβατικές υποχρεώσεις που συμφέρουν μόνο τον ίδιο, ήτοι υποχρεώσεις «κάλυψης απώλειας οχήματος σε κάθε περίπτωση». Από πιο πάνω βεβαίως δεν συνεπάγεται ότι οι «συνηθισμένοι όροι» στους οποίους παραπέμπει το Τεκ.4 είναι οι όροι που ισχυρίστηκε η εναγόμενη ότι περιέχονται στο Τεκ.
- Καταδεικνύεται όμως ότι το Τεκ.4 το οποίο επικαλείται ο ενάγοντας 2 δεν περιέχει όλους τους συμφωνηθέντες όρους της επίδικης ασφαλιστικής κάλυψης ή τουλάχιστο τους όρους που αφορούν στη φύση και έκταση των κατ' ισχυρισμό παραβιασθείσων συμβατικών υποχρεώσεων της εναγόμενης. Εν τη απουσία όμως των όρων αυτών, κανένα πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο δεν υπάρχει που να υποστηρίζει τον ισχυρισμό του ενάγοντα 2 ότι η εναγόμενη είχε συμβατική υποχρέωση να καλύψει τη συγκεκριμένη ζημιά ή την «απώλεια οχήματος σε κάθε περίπτωση» και ότι με το να αρνηθεί να το πράξει παρέβηκε την επίδικη σύμβαση. Η υπόθεση Πρατζιώτη στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα 2 όχι μόνο δεν βοηθά την υπόθεση του πελάτη του, αλλά αντίθετα επιβεβαιώνει αυτές μου τις διαπιστώσεις. Εξηγώ. Ο συνήγορος με παρέπεμψε στο πιο κάτω απόσπασμα από την προαναφερόμενη υπόθεση για να υποστηρίξει τη θέση του. «Η νομική φύση της καλυπτικής σημείωσης περιγράφεται σε διάφορα συγγράμματα, στα οποία έχει αναφερθεί ο ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσιβλήτων και, όπως φαίνεται από τις αυθεντίες, η καλυπτική σημείωση αποτελεί ξεχωριστή σύμβαση ασφαλίσεως, η οποία έχει εφαρμογή κατά τη διάρκεια της ισχύος της (δέστε General Accident, Fire and Life Assurance Corporation Ltd v. Shattleworth
(1938)60 LL.L.R. 301 στη σελ.308). Η καλυπτική αυτή σημείωση, όπως αναφέραμε και πιό πάνω, είχε εκδοθεί με τον όρο ότι "the risk is hereby held covered in the terms of the company's usual form of comprehensive policy applicable thereto". Έτσι, για να αποφασίσουμε το υπό κρίση θέμα, θα πρέπει να δούμε ποιοί ήταν οι όροι του συνήθους τύπου του ασφαλιστικού εγγράφου της εταιρείας. Είναι βασική αρχή του Ασφαλιστικού Δικαίου ότι οι συνήθεις όροι ασφαλιστικού εγγράφου περιέχονται στο σώμα και όχι στο πίσω μέρος του ασφαλιστικού εγγράφου. Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα του Ivamy, General Principles of Insurance Law, 4η Έκδοση, σελ.231: "The back of the policy is a different document from the front of the policy and nothing printed or written on the back of the policy forms part of the contract contained in the policy, unless incorporated by express reference or otherwise made part of the contract of insurance by the intention of the parties". Στη τρίτη σελίδα του ασφαλιστικού εγγράφου της εταιρείας (The Schedule), υπάρχει όρος, ο οποίος προνοεί ότι η ασφάλιση υπόκειται "στις ακόλουθες οπισθογραφήσεις" και ακολουθεί αριθμός επιπρόσθετων όρων, δύο από τους οποίους περιέχονται στους όρους και οπισθογραφήσεις στο πίσω μέρος του ασφαλιστικού εγγράφου. Το ερώτημα, το οποίο γεννάται, είναι κατά πόσο ο γενικός όρος στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστικού εγγράφου που αναφέραμε πιό πάνω, που προνοεί ότι η ασφάλιση υπόκειται "to the terms, exceptions and conditions contained herein or endorsed hereon", καθιστά όλους τους όρους και οπισθογραφήσεις του πίσω μέρους του ασφαλιστικού εγγράφου ως όρους συνήθεις του ασφαλιστικού εγγράφου που ήταν και η θέση των εφεσειόντων. Έχουμε εξετάσει με μεγάλη προσοχή το ερώτημα αυτό, καθοδηγούμενοι από τις αυθεντίες που τέθηκαν ενώπιον μας και έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα πως ο όρος αυτός δεν έχει το αποτέλεσμα που ισχυρίστηκαν οι εφεσείοντες. Είμαστε της γνώμης πως για να καταστούν μέρος του κυρίως σώματος του ασφαλιστικού εγγράφου οι επιπρόσθετοι αυτοί όροι και οπισθογραφήσεις, θα έπρεπε να είχαν υιοθετηθεί ρητά στην τρίτη σελίδα (The Schedule) του ασφαλιστικοί) εγγράφου, όπου έχουν υιοθετηθεί άλλοι όροι που αναφέραμε προηγουμένως, γεγονός που δεν υφίσταται στην παρούσα περίπτωση. Η έννοια του γενικού όρου στη πρώτη σελίδα του ασφαλιστικού εγγράφου είναι ότι οι όροι που θεωρούνται ότι αποτελούν μέρος της ασφάλισης είναι όσοι περιέχονται στο σώμα της και όσοι ρητά υιοθετούνται σε αυτό.» (έμφαση δική μου) Όπως μπορεί ξεκάθαρα να φανεί από τα πιο πάνω αποσπάσματα που έχω τονίσει με μαύρο φόντο, ο λόγος που η συμβατική ευθύνη της εναγόμενης ασφάλειας σε εκείνη την υπόθεση μπόρεσε να εξεταστεί και εξετάστηκε από το Δικαστήριο και στο τέλος μάλιστα οδήγησε σε επιτυχία της απαίτησης του εκεί ενάγοντα ασφαλιζόμενου, ήταν ακριβώς διότι στο Δικαστήριο δεν είχε παρουσιαστεί μόνο το καλυπτικό σημείωμα που εξέδωσε η εκεί εναγόμενη αλλά και το πλήρες κείμενο των συνηθισμένων όρων του ασφαλιστικού συμβολαίου που αφορούσε στις συμβατικές υποχρεώσεις της τελευταίας με βάση το εν λόγω καλυπτικό σημείωμα. Μάλιστα δε, η θέση των εκεί εναγόντων - εφεσιβλήτων «.η απαίτηση των (οποίων) . ήταν για δήλωση του Δικαστηρίου ότι εδικαιούντο σε κάλυψη (indemnity) από την Εναγόμενη Ασφαλιστική Εταιρεία...» ήταν ότι «.ότι σύμφωνα με το τεκμ.3, δηλαδή την καλυπτική σημείωση, η κάλυψη διέπετο από τους όρους του συνήθους τύπου ασφαλιστικού εγγράφου της εταιρείας και ο συνήθης τύπος δεν περιλαμβάνει όρο για μη κάλυψη όταν ο οδηγός είναι ηλικίας κάτω των 25 ετών. Περαιτέρω, ισχυρίστηκαν ότι ο όρος αυτός θα μπορούσε να είχε γίνει μέρος του ασφαλιστικού εγγράφου, τεκμ.1, μόνο αν υιοθετείτο στο έγγραφο αυτό. Είναι όμως η θέση τους ότι, τέτοια ενσωμάτωση του όρου αυτού, δεν είχε γίνει στο αρχικό ασφαλιστήριο έγγραφο.». Κοντολογίς, οι ενάγοντες στην Πρατζιώτης είχαν κάμει αυτό που παρέλειψε να κάμει στην παρούσα περίπτωση ο εδώ ενάγοντας, ήτοι παρουσίασαν ενώπιον του Δικαστηρίου και επικαλέστηκαν αυτούς ακριβώς τους όρους που το εκεί καλυπτικό σημείωμα ανέφερε ότι καθόριζαν επακριβώς τη φύση αλλά και την έκταση της συμβατικής ευθύνης της εναγόμενης ασφάλειας και τους οποίους ισχυρίστηκαν ότι η τελευταία είχε παραβεί διότι μόνο έτσι θα μπορούσε να εξεταστεί και να διαπιστωθεί κατά πόσο η εναγόμενη όντως είχε συμβατική υποχρέωση μέσω του σημειώματος να καλύψει τη συγκεκριμένη ζημιά και επειδή δεν το έπραξε έπρεπε να υποστεί τις ανάλογες συνέπειες για την από μέρους της παράβαση της σύμβασης. Στην παρούσα περίπτωση, από τη στιγμή που όλη η υπόθεση του ενάγοντα 2 βασίστηκε στον ισχυρισμό του ότι η εναγόμενη παρέβηκε τις υποχρεώσεις που της επέβαλλαν «συγκεκριμένοι όροι ασφάλισης.(που).κάλυπταν την απώλεια οχήματος σε κάθε περίπτωση» και η τελευταία αμφισβήτησε ρητά την ύπαρξη τέτοιων όρων, ο ενάγοντας 2 όφειλε να παρουσιάσει τους όρους αυτούς για να αποδείξει την υπόθεση του. Αυτός όμως όχι μόνο δεν έπραξε κάτι τέτοιο αλλά αντίθετα επέλεξε όπως βασιστεί αποκλειστικά, αλλά και συνάμα επιλεκτικά, επί ενός μόνο εγγράφου, ήτοι του Τεκ.4, το οποίο όμως ρητά αναφέρει ότι δεν είναι σε αυτό που περιέχονται οι όροι που κατ' ισχυρισμό παραβιάστηκαν αλλά σε άλλο έγγραφο το οποίο ο ενάγοντας 2 ουδέποτε παρουσίασε. Αυτό συνιστά εγγενή αδυναμία στην υπόθεση του ενάγοντα 2 και δεν μπορεί παρά να αποβεί μοιραίο για την επίδικη απαίτηση του. Σε κάθε περίπτωση όμως και για σκοπούς πληρότητας, σημειώνω και το ότι αν όντως η αναφορά του Τεκ.4 σε όρους που «.περιλαμβάνονται στο συνηθισμένο Ασφαλιστήριο της Εταιρείας.» παραπέμπει στους όρους του Τεκ.10 ως ισχυρίστηκε η υπεράσπιση και ο ΜΥ2, τότε στο σύνολο της, η επίδικη ασφαλιστική σύμβαση του Τεκ.4, η ερμηνεία της οποίας είναι γενικά νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται αποκλειστικά από το Δικαστήριο χωρίς να τίθεται θέμα αξιολόγησης της υποκειμενικής ερμηνευτικής άποψης που τυχόν να έχει κάποιος εκ των διαδίκων ή των μαρτύρων (βλ. ΛΙΠΕΡΗ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΟΥΝΤΖΙΟΥΡΗ ν. ECCLESIASTICAL INSURANCE OFFICE PLC κ.α., ECLI:CY:AD:2019:A329, Πολιτική Έφεση Αρ. 42/2013, 19/7/2019 και Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168), δικαιολογεί συμβατικά την άρνηση της εναγόμενης να καλύψει τη συγκεκριμένη κακόβουλη ζημιά του επίμαχου οχήματος αφού ο όρος 10 κρίνεται να έχει όντως τις νομικές συνέπειες που ισχυρίζεται η εναγόμενη ότι έχει. Και υπό αυτή τη σκοπιά συνεπώς η παρούσα αγωγή κρίνεται ως στερούμενη κάθε ερείσματος. Ση βάση όλων των πιο πάνω επομένως, απ' όποια σκοπιά και αν ήθελε προσεγγισθεί η επίδικη σύμβαση ασφάλισης, κρίνω ότι οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί του ενάγοντα στερούνται και πραγματικού αλλά και νομικού ερείσματος και αυτό είναι θεωρώ αρκετό για να σφραγίσει την τύχη της αγωγής από αυτό το στάδιο, χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να εξεταστούν και τα όσα άλλα θέματα εγείρονται. Μια τέτοια εξέταση άλλωστε θα ήταν υπό τις περιστάσεις καθαρά ακαδημαϊκής σημασίας αν και για σκοπούς πληρότητας θα πρέπει να αναφέρω ότι διατηρώ αμφιβολία ως προς το κατά πόσο όντως έλαβε χώρα η κατ' ισχυρισμό πώληση του οχήματος μεταξύ των εναγόντων ως αυτοί ισχυρίστηκαν. Αυτό αφ' ενός διότι η φερόμενη απόδειξη πληρωμής των €48.000 στις 26/03/12 (Τεκ.8), η οποία παρουσιάστηκε μόνο μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ενάγοντα 2 και μετά που η επί του προκειμένου θέση του αμφισβητήθηκε, δεν συνάδει με την εικόνα που αναδύεται από τη μαρτυρία και τις δικογραφημένες θέσεις του τελευταίου ότι η πραγματική αξία του οχήματος όταν το αγόρασε στις 26/03/12 ήταν €55.000 και ότι ο μόνος λόγος που δηλώθηκε να αξίζει €48.000 ήταν διότι έτσι έκριναν οι αντιπρόσωποι της εναγόμενης και όχι ο ίδιος και αφ' ετέρου διότι δεν φαίνεται να υπάρχει συμφωνία μεταξύ των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3 ως προς το αν τελικά εξασφαλίστηκε εκ των προτέρων η προαπαιτούμενη συγκατάθεση της συνιδιοκτήτριας τράπεζας. Ούτε όμως τα έγγραφα που οι τελευταίοι παρουσίασαν δείχνουν να είχε εξασφαλιστεί οποιαδήποτε τέτοια συγκατάθεση κατά τον ουσιώδη χρόνο ή τουλάχιστο συγκατάθεση που να απάλλασσε ρητά το συγκεκριμένο όχημα από το εγγεγραμμένο καθεστώς της ενεχυρίασης. Επί αυτού του θέματος όμως δεν θα επεκταθώ περαιτέρω. Η αγωγή συνεπώς απορρίπτεται με έξοδα υπέρ εναγομένης και εναντίον των εναγόντων αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο