Αίτηση υπό εταιρεία ARRICANO REAL ESTATE PLC ν. Σε ότι αφορά την Εταιρεία ASSOFIT HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αίτηση Εταιρείας: 537/18, 13/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A483 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αίτηση Εταιρείας: 537/18 Σε ότι αφορά την Εταιρεία ASSOFIT HOLDINGS LIMITED και Σε ότι αφορά τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113 ----------------------------------------------------- (Αίτηση υπό εταιρεία ARRICANO REAL ESTATE PLC ημερ. 26/02/20 για καταχώρηση συμπληρωματικής Ε/Δ προς υποστήριξη της κυρίως αίτησης ημερ. 02/07/18) Ημερομηνία: 13 Ιουλίου 2020 Εμφανίσεις: Για αιτήτρια: κ. Σ. Κώστα και κ. Π. Γεωργίου Για εταιρεία ASSOFIT: κ. Χ. Φρακάλας με κα Μ. Καϊλή Για Εταιρείες STOCKMAN INTERHOLD και ALTHOR PROPERTY INVESTMENTS LTD: κ. Λαμπριανίδης με κα Ιωσήφ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η κυρίως διαδικασία στην παρούσα υπόθεση αφορά σε αίτηση της ARRICANO στη βάση κυρίως του αρ.111 Κεφ.113 για διόρθωση του μητρώου μελών της ASSOFIT ώστε το εν λόγω μητρώο να παρουσιάζει, «Σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 03/04/18 στην Γεν. Αίτηση 416/16» στα πλαίσια της οποίας η «7η απόφαση του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου.ενεγράφη ως απόφαση κυπριακού Δικαστηρίου», την ARRICANO ως μέτοχο από τις 03/04/18 1601 συνήθη μετοχών ονομαστικής αξίας €1 έκαστη οι οποίες μετοχές κατέχονται σήμερα από την εταιρεία ALTHOR. Η Ε/Δ που υποστηρίζει την εν λόγω αίτηση, η οποία φέρει ημερ. 02/07/18, έγινε από τον μ. Μ. Ζαμπέλα, ένα εκ των διευθυντών τότε της ARRICANO, ο οποίος όμως απεβίωσε μετά την καταχώρηση της υποστηρικτικής του Ε/Δ. Η θέση του Ζαμπέλα εν συντομία είναι ότι ARRICANO και STOCKMAN συνιστούσαν τις μόνες μετόχους της ASSOFIT και ότι μεταξύ τους υπήρχε συγκεκριμένη συμφωνία για τις συγκεκριμένες μετοχές στις οποίες αφορά η αίτηση, στη βάση της οποίας συμφωνίας η STOCKMAN ξεκίνησε στις 09/11/10 διαιτησία στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου. Επειδή όμως εκκρεμούσης της διαιτησίας η STOCKMAN μεταβίβασε στις 25/07/14 τις επίμαχες μετοχές στην ALTHOR η οποία συνιστά θυγατρική της εταιρεία στο όνομα της οποίας και οι μετοχές εγγράφηκαν, το θέμα τέθηκε ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου το οποίο στις 05/05/16 και 07/06/16 εξέδωσε την Έβδομη Απόφαση του σύμφωνα με την οποία διατάχθηκε μεταξύ άλλων όπως η STOCKMAN «.μεταβιβάσει ή να προκαλέσει την μεταβίβαση όλων των Μετοχών του Δικαιώματος Προαίρεσης που η ίδια ή οι θυγατρικές εταιρείες της ή οποιεσδήποτε οντότητες υπό τον έλεγχο της κατέχουν στην Assofit (είτε άμεσα είτε έμμεσα) στην Arricano εντός 30 ημερών από την παρούσα απόφαση.» Ακολούθως, στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 416/16, η εν λόγω Έβδομη Διαιτητική απόφαση διατάχθηκε στις 03/04/18 από Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου όπως εγγραφεί και εκτελεστεί στην Κύπρο με όλες τις συνέπειες που ένα τέτοιο διάταγμα συνεπάγεται. Παρά ταύτα, επειδή μέχρι και σήμερα οι επίμαχες μετοχές δεν έχουν ακόμη εγγραφεί στο όνομα της ARRICANO καταχωρήθηκε η κυρίως αίτηση με την οποία η τελευταία, σύμφωνα με τον Ζαμπέλα, επιδιώκει την αιτούμενη διόρθωση «προς συμμόρφωση με την απόφαση στη Γενική Αίτηση 416/2016 ημερ. 03/04/2018 στα πλαίσια της εκτέλεσης της Έβδομης Απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου.». Στην εν λόγω αίτηση της ARRICANO έχουν καταχωρήσει ενστάσεις τόσο η ASSOFIT όσο και οι STOCKMAN και ALTHOR, με τις ενστάσεις τους να περιστρέφονται κυρίως γύρω από το πεδίο εμβέλειας και εφαρμογής του αρ.111 Κεφ.
- Ο βασικός ισχυρισμός των τελευταίων είναι ότι αυτό που στην πραγματικότητα ζητά η ARRICANO με την αίτηση της δεν είναι η διόρθωση κάποιου λάθους ή παράληψης σε σχέση με την εγγραφή του ιδιοκτήτη των επίμαχων μετοχών στο μητρώο της ASSOFIT αλλά η εκτέλεση ουσιαστικά της διαιτητικής απόφασης και αυτό πέραν και ανεξάρτητα του ότι με βάση τη δική τους ερμηνεία της επίμαχης διαιτητικής απόφασης, εγείρονται σωρεία νομικών και πραγματικών αμφισβητήσεων σε σχέση με τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή με αποτέλεσμα τα επίδικα θέματα που προκύπτουν να μπορούν μόνο στα πλαίσια τακτικής αγωγής να εξεταστούν. Πρόσθετα της θέσης αυτής, εγείρεται και η θέση ότι η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας διότι μέχρι σήμερα η αιτήτρια έχει κατ' επανάληψη προσπαθήσει να πετύχει να καταστεί ιδιοκτήτης των επίμαχων μετοχών μέσω διάφορων δικαστικών διαδικασιών που καταχώρησε, οι οποίες διαδικασίες όμως είτε απορρίφθηκαν, είτε αποσύρθηκαν, είτε εκκρεμούν και οι οποίες καταδεικνύουν το πραγματικό εύρος του πλαισίου των διαφορών των μερών. Τέτοιες διαδικασίες κατά τους ενισταμένους συνιστούν η αγωγή XXXXX/14 του Ε.Δ. Λευκωσίας η οποία αποσύρθηκε μετά που το Δικαστήριο απέρριψε προσωρινά διατάγματα που αρχικά εκδόθηκαν προς όφελος της ARRICANO και τα οποία αφορούσαν στην νομιμότητα της μεταβίβασης των επίμαχων μετοχών προς της ALTHOR, η Γενική Αίτηση XXXXX/16 η οποία καταχωρήθηκε αμέσως μετά την απόρριψη της αγωγής XXXXX/14 και με την οποία ζητούνται πανομοιότυπες με την αγωγή θεραπείες, η αγωγή XXXXX/16 του Ε.Δ. Λευκωσίας με την οποία ζητούνται αποζημιώσεις ύψους €150 εκ. εναντίον της STOCKMAN και της ASSOFIT καθώς επίσης και Αίτηση Εκκαθάρισης της ASSOFIT που καταχώρησε στο Ε.Δ. Λάρνακας η ARRICANO και η οποία απερρίφθει κατόπιν επιτυχίας αίτησης διαγραφής που καταχώρησε η ASSOFIT. Μετά την καταχώρηση των πιο πάνω ενστάσεων, η ARRICANO καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά, στη βάση της Δ.39, Δ.28, Δ.32, τον αρ.29, 31 και 32 Ν.14/60, τον αρ. 4, 5, 7 και 9 Κεφ.6 και αρ. 22 Κεφ.9 όπως της επιτραπεί να καταχωρήσει συμπληρωματική Ε/Δ ώστε να δοθεί στο Δικαστήριο σαφής εικόνα όλων των γεγονότων. Η εν λόγω προτιθέμενη δήλωση φέρεται να γίνεται από κάποιον δικηγόρο από την Εσθονία επ' ονόματι XXXXX Aavik ο οποίος προτίθεται να ισχυριστεί ενόρκως ότι είναι νομικός σύμβουλος της ARRICANO τα τελευταία δέκα χρόνια και ότι εκ της ιδιότητας του αυτής γνωρίζει από πρώτο χέρι τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Πρόθεση του ομνύοντα, είναι ουσιαστικά όπως με τη δική του κατ' ισχυρισμό πρωτογενή μαρτυρία, στα πλαίσια της οποία υιοθετεί και επαναλαμβάνει τη μαρτυρία του μ. Ζαμπέλα, αφ' ενός «καλύψει» το οποιοδήποτε αποδεικτικό κενό οι ενιστάμενοι ισχυρίζονται ότι έχει δημιουργηθεί συνεπεία του θανάτου του τελευταίου και αφ' ετέρου όπως δώσει διευκρινήσεις τόσο σε σχέση με τις υποχρεώσεις και δικαιώματα που απορρέουν από το περιεχόμενο της Έβδομης διαιτητικής απόφασης όσο και των προηγηθείσων δικαστικών διαδικασιών που οι ενιστάμενοι επικαλούνται για να υποστηρίξουν τη θέση τους περί κατάχρησης της διαδικασίας και ύπαρξης πληθώρας αμφισβητούμενων θεμάτων που μόνο στα πλαίσια τακτικής αγωγής μπορούν να εξεταστούν. Σημειώνω εδώ ότι στα πλαίσια της προτιθέμενης Ε/Δ, αντίγραφο της οποίας έχει επισυναφθεί στην υπό κρίση αίτηση, επιχειρείται να κατατεθεί ως τεκμήριο και αντίγραφο των πρακτικών που τηρήθηκαν κατά την κατ' ισχυρισμό άνευ βλάβης απόσυρση της αγωγής XXXXX/
- Και στην αίτηση αυτή η ASSOFIT, STOCKMAN και ALTHOR καταχώρησαν ενστάσεις οι οποίες και πάλι κινούνται πάνω στις ίδιες γραμμές. Ο βασικός ισχυρισμός των εν λόγω ενστάσεων είναι ότι δεν έχει καταδειχθεί κάποιος καλός ή τεκμηριωμένος λόγος που να δικαιολογεί την καταχώρηση της προτιθέμενης συμπληρωματικής Ε/Δ εφόσον αυτό που ουσιαστικά επιχειρείται να γίνει είναι αφ' ενός να εισαχθεί άσχετη και ανούσια μαρτυρία και δη μια ουσιαστικά νομική άποψη επί θεμάτων κυπριακού δικαίου μεταξύ άλλων, από πρόσωπο όμως που δεν είναι κύπριος δικηγόρος και αφ' ετέρου να καλυφτούν κατ' ανεπίτρεπτο τρόπο ελλείψεις και κενά που είτε υπήρχαν εξ' υπαρχής στην μαρτυρία της ARRICANO είτε δημιουργήθηκαν συνεπεία του θανάτου του μ. Ζαμπέλα. Σημειώνω εδώ ότι και αυτές οι ενστάσεις των ASSOFIT, STOCKMAN και ALTHOR είναι ουσιαστικά πανομοιότυπες. Την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι όλων των μερών την προέβαλαν μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων που καταχώρησαν στις οποίες όλοι τους ασχολήθηκαν με τις νομικές αρχές που περιβάλλουν την ύπαρξη καλού λόγου με βάση τη Δ.
- Κρίνω όμως σκόπιμο εδώ όπως επισημάνω το εξής. Η πλευρά της ARRICANO παραπέμπει στην αγόρευση της στην υπόθεση Κώστα Χριστάκης ν. Ελένης Κώστα
(2003)1 ΑΑΔ 269 ως μία εκ των αυθεντιών που πραγματεύονται τη νομική πτυχή που διέπει την χορήγηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής Ε/Δ. Παρατίθεται μάλιστα στην αγόρευση και το ακόλουθο απόσπασμα για το οποίο η θέση είναι ότι πρόκειται για αυτούσιο απόσπασμα από τη συγκεκριμένη απόφαση. «Κατά την γνώμη μας «καλός λόγος» για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποδεικνύεται αν με την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα τα οποία είναι ορθό και δίκαιο να τεθούν ενώπιον του για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και που η αιτήτρια δεν γνώριζε εξ υπαρχής ή γεγονότα που παρουσιάστηκαν μετά την ένορκο δήλωση της, πράγμα που δεν υφίσταται στη περίπτωση μας». Επειδή κατά καιρούς και άλλοι συνήγοροι που έτυχε να επιχειρηματολογήσουν επί παρόμοιων θεμάτων ενώπιον μου, με έχουν παραπέμψει στην πιο πάνω απόφαση, παραθέτοντας μάλιστα και το συγκεκριμένο απόσπασμα αυτολεξεί στις αγορεύσεις τους, όπως έγινε και στην παρούσα, θα πρέπει να αναφέρω το εξής. Πουθενά στην απόφαση Κώστα Χριστάκης ν. Ελένης Κώστα
(2003)1 ΑΑΔ 269 δεν υπάρχει το πιο πάνω απόσπασμα που παρατίθεται στην αγόρευση της αιτήτριας. Η ίδια μάλιστα η υπόθεση εκείνη δεν αφορούσε σε αίτημα για χορήγηση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση αλλά σε «Καταφρόνηση Δικαστηρίου ... (με το λόγο (ratio) της να είναι ότι) ... Η αίτηση για καταδίκη για καταφρόνηση Δικαστηρίου προσλαμβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών της στοιχείων ειδικά, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.». Το μόνο που λέχθηκε σε εκείνη την υπόθεση σε σχέση με συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις είναι ότι «ο Εφεσείων ... ούτε αντεξέτασε την Εφεσίβλητη για να υποσκάψει ενδεχομένως τους δικούς της ισχυρισμούς ούτε επεδίωξε να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να τους αντικρούσει και να θέσει τη δική του εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου». Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Δεν θεωρώ σε καμία περίπτωση ότι η πλευρά της ARRICANO εσκεμμένα προέβη στην πιο πάνω εσφαλμένη παραπομπή αφού άλλωστε και πλήρες αντίγραφο της απόφασης Κώστα μου παρέδωσε αλλά και όπως ήδη ανέφερα, και άλλοι συνήγοροι με έχουν κατά καιρούς παραπέμψει στην ίδια απόφαση και στο ίδιο απόσπασμα. Ουδείς όμως μπόρεσε να δώσει οποιεσδήποτε πληροφορίες ως προς την πραγματική προέλευση του εν λόγω αποσπάσματος ή ως προς το γιατί προβάλλεται η υπόθεση Κώστα ως αυθεντία σε θέματα άδειας καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων αφού δεν αφορά στο θέμα αυτό. Η δική μου έρευνα πάντως δεν ανέδειξε οτιδήποτε το σχετικό και ίσως η πραγματική εξήγηση να είναι αυτή που αρκετοί συνήγοροι ειλικρινά έδωσαν, ήτοι ότι πρόκειται για βεβιασμένη και άνευ ελέγχου υιοθέτηση και αντιγραφή (copy paste) παλαιότερων αγορεύσεων, δικών τους ή άλλων συνηγόρων. Επί του θέματος αυτού όμως δεν θα επεκταθώ περαιτέρω. Προχωρώ να εξετάσω την ουσία του αιτήματος αναφέροντας ότι στο παρελθόν και συγκεκριμένα στην υπόθεση ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ FAR EAST LAND BRIDGE LIMITED, Αίτηση Αρ.: 235/2017, 8/1/2018, στην οποία επίσης με παρέπεμψε η πλευρά της ARRICANO, έτυχε να εξετάσω παρόμοιο αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής Ε/Δ και μάλιστα και πάλι στα πλαίσια αίτησης για διόρθωση μητρώου με βάση το αρ.111. Αν και σε εκείνη την υπόθεση ασχολήθηκα και με το κατά πόσο μπορεί να γίνει επίκληση της Δ.48 στα πλαίσια εταιρικών αιτήσεων όπως είναι η εδώ κυρίως διαδικασία, εφόσον το θέμα αυτό δεν έχει απασχολήσει οποιαδήποτε πλευρά στην παρούσα υπόθεση, θα περιοριστώ απλά να παραθέσω αυτούσιο το καταληκτικό συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα τότε και το οποίο υιοθετώ και επαναλαμβάνω για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. «Η συνοπτική επομένως διαδικασία που διέπει την εκδίκαση εταιρικών αιτήσεων αλλά και των εναρκτήριων κλήσεων γενικότερα, ως η εν λόγω διαδικασία σκιαγραφείται ανωτέρω από τον Ναθαναήλ Δ στην Π.Α 115/2017, επιβάλλει όπως το όλο θέμα προσεγγισθεί διαδικαστικά με τον πιο απλουστευμένο τρόπο. Μόνο έτσι θα μπορέσει να διαφανεί αν όντως πρόκειται για περίπτωση κατάλληλη να εκδικαστεί στα πλαίσια της εταιρικής διαδικασίας ή αν θα πρέπει να αφεθεί να οδηγηθεί σε διαδικασία κανονικής αγωγής. Αυτός μάλιστα είναι και ένας από τους βασικότερους λόγους ένστασης που προβάλλε(ται). Από την πιο πάνω αγγλική νομολογία και συγγράμματα, σε συνδυασμό με τις πρόνοιες της RSC Ο.102 αλλά και την σχετική κυπριακή νομολογία, συνάγεται ότι, η εκδίκαση μιας εταιρικής αίτησης, όπως είναι και η αίτηση για διόρθωση μητρώου μελών, γίνεται στην βάση των καταχωρηθέντων ενόρκων δηλώσεων. Αυτό γιατί, η ιδιομορφία και ιδιαιτερότητα μιας εταιρικής αίτησης, έγκειται στο γεγονός ότι η συγκεκριμένη δικαιοδοσία που ασκεί το Δικαστήριο, είναι συνοπτικής φύσης και περιορίζεται αποκλειστικά, στους εταιρικούς κανόνες και πρακτική και δεν εκτείνεται στην ευρεία δικαιοδοσία που έχει το Δικαστήριο κατά την άσκηση της συνήθους πολιτικής του δικαιοδοσίας, ως Δικαστήριο γεγονότων (Trier/Court of facts). Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά από το Αγγλικό Εφετείο στην Re UOC Corp. Alipour v Ary [1997] B.C.C. 377, τo Δικαστήριο που ασκεί εταιρική δικαιοδοσία (Company Court), δεν είναι κατάλληλα, δικονομικά εξοπλισμένο, για να επιλύει διαφορές επί γεγονότων (disputes of fact) και να προβαίνει σε ανάλογα ευρήματα. Οι δικονομικές πρόνοιες που διέπουν τη διαδικασία σε ένα τέτοιο Δικαστήριο, δεν εκτείνονται στο βαθμό των προνοιών που έχει στη διάθεση του το Δικαστήριο που εκδικάζει αγωγές. Δικόγραφα, εν τη αυστηρή έννοια του όρου, δεν υπάρχουν, όπως δεν υπάρχουν ούτε πρόνοιες για ανταλλαγή και επιθεώρηση εγγράφων. Η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας δε, συνήθως δεν είναι ανεκτή, και τα «επίδικα» θέματα, αποφασίζονται κατά κανόνα, στη βάση της έγγραφης μαρτυρίας που προσκομίζεται, στα πλαίσια μιας συνοπτικής ουσιαστικά διαδικασίας. Υπενθυμίζω ότι, αν και στην Κύπρο δεν υπάρχει διαχωρισμός των Δικαστηρίων κατά «ειδικότητες» όπως στην Αγγλία, εντούτοις το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται μιας εταιρικής αίτησης, ενεργεί ουσιαστικά και ασκεί δικαιοδοσία κατά τρόπο όμοιο με τη δικαιοδοσία που ασκείται από το αγγλικό Company Court. Το ίδιο βέβαια ισχύει και αναφορικά με την εκδίκαση εναρκτήριων αιτήσεων γενικότερα, όπου το Δικαστήριο ενεργεί κατά τον ίδιο τρόπο με το αγγλικό Chancery Division (βλ. σχ. JUNPORT ανωτέρω). Η πιο πάνω προσέγγιση, κρίθηκε από τα κυπριακά Δικαστήρια, να συνιστά και την ορθή προσέγγιση εκδίκασης εταιρικών αιτήσεων στην Κύπρο... Εταιρική Αίτηση 259/89, Επί τοις αφορώσι την Εταιρεία D.J. Demades & Sons Ltd, ημερ. 28.5.1990, υπό τους τότε Π.Ε.Δ. Π. Αρτέμη και Ε.Δ. Στ. Ναθαναήλ:. Το πιο πάνω απόσπασμα από την Demades, υιοθετήθηκε σε αρκετές αποφάσεις πρωτοδίκως.αλλά και από το Ανώτατο Δικαστήριο σε δικαιοδοσία μονομελούς σύνθεσης, στην υπόθεση Κασπαρής Σάββας Ιωάννη
(2013)1 ΑΑΔ 2476, Εταιρική Αίτηση 259/89 (ως προς την υψηλή πειστική αξία - high persuasive value - που οι αποφάσεις της πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχουν για τα πρωτόδικα Δικαστήρια βλ. σχ. Αναφορικά με την αίτηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την έκδοση του Victor Nicolaevich Makushin (Αρ. 1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 20) Στη βάση των πιο πάνω, το ερώτημα που προκύπτει είναι το πότε δύναται, στα πλαίσια μιας εναρκτήριας εταιρικής αίτησης, να επιτραπεί η καταχώρηση μιας τέτοιας συμπληρωματικής/απαντητικής Ε/Δ. Υπενθυμίζω ότι για τα petition η διαδικασία είναι διαφορετική εφόσον εκεί παρέχεται το δικαίωμα για καταχώρηση απάντησης (reply) (βλ. FROU FROU και Κασπαρής ανωτέρω) Το θέμα βέβαια ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται δικαστικά με γνώμονα όλες τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης. Για τις ενδιάμεσες διαδικασίες στη βάση της Δ.48, ο νομοθέτης έχει προνοήσει για την ύπαρξη «καλού λόγου», ο οποίος έχει ερμηνευθεί νομολογιακά ότι θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με τη φύση της διαδικασίας και να αφορά στην παράθεση γεγονότων τα οποία δεν ήταν γνωστά εξ' υπαρχής ή παρουσιάστηκαν μετά την ένσταση και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά το χρόνο καταχώρησης της αίτησης και είναι ορθό και δίκαιο να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ούτως ώστε να υπάρχει μια ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα της υπόθεσης (βλ. μεταξύ άλλων A. Messios Sons Ltd και Άλλος ν. Ανδρέα A Λεωνίδα (Aρ. 1),
(2010)1 Α.Α.Δ. 195). Δεν βλέπω λόγο γιατί να μην ακολουθηθεί παρόμοια προσέγγιση και σε εναρκτήριες εταιρικές αιτήσεις εφόσον απώτερος σκοπός της χορήγησης άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής Ε/Δ, δεν είναι άλλος παρά η παράθεση ενώπιον του Δικαστηρίου όλων των σχετικών με την υπόθεση δεδομένων ούτως ώστε να μπορεί να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη χωρίς όμως παράλληλα να εκτροχιαστεί η ορθή διαδικασία. Το ενδεχόμενο να περιπλεχθούν αχρείαστα τα πράγματα, λαμβάνεται μεν υπόψη όπως όμως λαμβάνεται υπόψη και το ότι, η όλη διαδικασία εξετάζεται αποκλειστικά στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι εμπλεκόμενοι έχουν δικαίωμα να τους επιτραπεί να παρουσιάσουν επαρκώς την υπόθεση τους, εντός των επιτρεπόμενων ορίων.» Στην παρούσα περίπτωση η ARRICANO ισχυρίστηκε αρχικά μέσω του μ. Ζαμπέλα ότι η εγγεγραμμένη πλέον έβδομη απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου είναι ξεκάθαρη ως προς το περιεχόμενο της και δη ως προς την υποχρέωση εγγραφής των επίμαχων μετοχών στο όνομα της. Εξ' ου και θεωρεί ότι όντως η περίπτωση συνιστά ξεκάθαρη περίπτωση που εμπίπτει στο αρ.111. Βεβαίως, το αν η θέση αυτή της ARRICANO ευσταθεί ή όχι δεν είναι κάτι που θα με απασχολήσει στο παρόν στάδιο. Αυτό όμως που θα με απασχολήσει είναι το γεγονός ότι μόνο μετά την καταχώρηση των ενστάσεων ηγέρθη θέμα αμφισβήτησης από τους ASSOFIT, STOCKMAN και ALTHOR της πραγματικής ερμηνείας της εν λόγω απόφασης και των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτήν. Πρόσθετα τούτου όμως, είναι μέσω των εν λόγω ενστάσεων που προβλήθηκαν για πρώτη φορά επίσης οι προηγηθείσες δικαστικές διαδικασίες που καταχώρησε η ARRICANO ώστε να υποστηριχθεί η θέση περί κατάχρησης της διαδικασίας. Υπό αυτές τις περιστάσεις λοιπόν και λαμβανομένου υπόψη ότι μέχρι την καταχώρηση των ενστάσεων δεν τίθετο θέμα ως προς το ποια είναι η «ορθή» ερμηνεία της απόφασης που επικαλείται η ARRICANO και ότι οι ίδιοι ενιστάμενοι επέλεξαν να θίξουν θέμα ερμηνείας μέσω των Ε/Δ τους, θεωρώ ότι έστω και αν στην ουσία πρόκειται για τη νομική ερμηνεία μιας απόφασης, θα ήταν άδικο να μην επιτραπεί στην ARRICANO να δώσει και αυτή τη δική της θέση επί του θέματος και δη με τον ίδιο τρόπο που το έπραξαν και οι ενιστάμενοι, ήτοι μέσω Ε/Δ. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με την «ερμηνεία» που οι ενιστάμενοι δίνουν με τις Ε/Δ τους στις προηγηθείσες δικαστικές διαδικασίες όπου και πάλι θα ήταν άδικο θεωρώ να μην επιτραπεί στην ARRICANO να θέσει με τον ίδιο τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου και τη δική της θέση επί τούτου, όταν μάλιστα η τελευταία επιθυμεί να παρουσιάσει και πρακτικό Δικαστηρίου που να δείχνει ότι στην παρουσία ενός εκ των εδώ ενισταμένων, μία από τις εν λόγω διαδικασίες αποσύρθηκε με ρητή επιφύλαξη του δικαιώματος επανακαταχώρησης της «όταν κρίνει ορθό» η ARRICANO. Δεν θεωρώ λοιπόν ότι με την προτιθέμενη συμπληρωματική Ε/Δ η ARRICANO επιχειρεί να καλύψει οποιαδήποτε υφιστάμενα κενά και ελλείψεις στην μαρτυρία της ούτε και ότι με την καταχώρηση της προτιθέμενης Ε/Δ θα περιπλεχτεί αχρείαστα η διαδικασία ή ότι θα αδικηθούν οι ενιστάμενοι, αφού οι επί του προκειμένου θέσεις των τελευταίων έχουν ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. 'Όσον αφορά τώρα τις κατ' ισχυρισμό συνέπειες που συνεπάγεται ο θάνατος του μ. Ζαμπέλα στη μαρτυρία που υποστηρίζει την κυρίως αίτηση της ARRICANO, επί αυτού του θέματος θα περιοριστώ να αναφέρω ότι εφόσον η μαρτυρία του τελευταίου καταχωρήθηκε όταν αυτός ήταν ακόμη εν ζωή, το θέμα άπτεται πλέον της βαρύτητας που δύναται να δοθεί στη μαρτυρία του και αυτό αναλόγως βέβαια και του πώς θα προωθηθούν οι εκατέρωθεν θέσεις. Λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη του ότι οι συνέπειες του θανάτου του μ. Ζαμπέλα συνιστούν ειδικούς λόγους ένστασης στην αίτηση για διόρθωση και ότι τυχόν επιτυχία των επί του προκειμένου θέσεων των ενισταμένων δύναται να συνεπάγεται δραστικές συνέπειες για την τύχη της αίτησης, η οποία αίτηση υπενθυμίζω υποστηρίχτηκε με τη μαρτυρία του μ.Ζαμπέλα ενόσω αυτός ακόμη ζούσε, δεν θα ήταν θεωρώ ορθό και δίκαιο να εμποδιστεί η ARRICANO από του να επιχειρήσει όπως τα θέματα που καλύπτει η μαρτυρία του μ. Ζαμπέλα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω και άλλης κατ' ισχυρισμό πρωτογενούς μαρτυρίας. Η επάρκεια βέβαια αυτής της προτιθέμενης μαρτυρίας σε σχέση με το σκοπό για τον οποίο επιχειρείται να παρουσιαστεί, το οποίο συνιστά επιπρόσθετο θέμα που θίγουν με τις ενστάσεις τους οι ενιστάμενοι, είναι θεωρώ επίσης θέμα που άπτεται της βαρύτητας που θα δοθεί στην εν λόγω μαρτυρία όταν το Δικαστήριο θα εξετάσει την ουσία του συνόλου του μαρτυρικού υλικού (βλ. ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΑΝΤΩΝΑΚΗ ΑΓΡΟΤΟΥ κ.α. ν. ΙΩΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΑΚΗ ΑΓΡΟΤΟΥ, ECLI:CY:AD:2016:A263, Πολιτική Έφεση Αρ. 288/2010, 31/5/2016). Τέλος, θα πρέπει να σημειώσω ότι δεν διαπιστώνω την ύπαρξη οποιασδήποτε κακοπιστίας ή κατάχρησης από πλευράς ARRICANO αλλά αντίθετα διαπιστώνω ότι η τελευταία ενήργησε τάχιστα στην υποβολή του παρόντος αιτήματος και αμέσως μετά που καταχωρήθηκαν οι ενστάσεις από την άλλη πλευρά. Σε κάθε περίπτωση όμως, ακόμα και κάποια καθυστέρηση να προκληθεί στη διαδικασία, αυτή είναι σε βάρος της ARRICANO και όχι των ενισταμένων αν μη τι άλλο εφόσον συνιστά κοινό έδαφος ότι οι επίμαχες μετοχές δεν έχουν μεταβιβαστεί στην ARRICANO Στη βάση όλων όσων αναφέρω ανωτέρω συνεπώς κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει και επιτυγχάνει. Λαμβανομένου υπόψη ότι ο προτιθέμενος ομνύοντας είναι κάτοικος εξωτερικού και του ότι πλησιάζουν οι θερινές διακοπές, θα ορίσω την κυρίως αίτηση διόρθωσης για οδηγίες στις 18/09/20 και ώρα 0900, δίδοντας παράλληλα άδεια στην ARRICANO όπως μέχρι τότε καταχωρήσει την προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκο δήλωση XXXXX Aavik που επισυνάπτεται στην παρούσα αίτηση μαζί με δεόντως πιστοποιημένη μετάφραση της στα ελληνικά και όπως παραδώσει αμέσως μετά την καταχώρηση της αντίγραφο στους αντιδίκους της. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας αίτησης θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως αυτά συνιστούν έξοδα στην πορεία της κυρίως αίτησης, σε καμία όμως περίπτωση εναντίον της πλευράς ARRICANO. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο