← Κύπρος

ΤΣΟΛΑΚΗ ν. Σ.Ν. ΒΟΥΝΙΩΤΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1952/12, 31/7/2020

ΤΣΟΛΑΚΗ ν. Σ.Ν. ΒΟΥΝΙΩΤΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1952/12, 31/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A489 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1952/12 Μεταξύ: XXXXX ΤΣΟΛΑΚΗ Ενάγοντας και Σ.Ν. ΒΟΥΝΙΩΤΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Εναγόμενοι -------------------------------------------- Ημερομηνία: 31 Ιουλίου 2020 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: κα Μ. Πανταζή για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ Για εναγόμενους: κ. Μ. Μιλτιάδους για PHC TSANGARIDES LLC ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αγωγή με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο στις 20/03/12 και σύμφωνα με την Ε/Α που καταχώρησε σύντομα μετά (13/06/12), αυτός εργοδοτείτο από το 1996 μέχρι τον Φεβρουάριο 2007 στους εναγόμενους ως Γενικός Υπεύθυνος Ψυκτικών Θαλάμων με μηνιαίο μισθό ΛΚ. 1.200,00 (€2.050,32) πλέον 13ο μισθό, πλέον ένα επιπρόσθετο μηνιαίο μισθό αντί αδείας για το μήνα Αύγουστο. Σύμφωνα με τον ενάγοντα, περί τον Απρίλιο 2006 οι εναγόμενοι, οι οποίοι δραστηριοποιούνταν στο τομέα της διατήρησης και εκμετάλλευσης ψυκτικών θαλάμων, τέθηκαν υπό καθεστώς παραλαβής/διαχείρισης και ως Παραλήπτες/Διαχειριστές τους διορίστηκαν οι κ.κ. XXXXX Στεφανίδης και XXXXX Κωνσταντίνου, οι οποίοι, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, διατήρησαν την εν λόγω ιδιότητα τους τουλάχιστο μέχρι και το Φεβρουάριο 2007 που η εργοδότηση του τερματίστηκε. Σύμφωνα με τον ενάγοντα, μέχρι τον Φεβρουάριο 2007 που τερματίστηκε η εργοδότηση του, οι εναγόμενοι του όφειλαν το συνολικό ποσό των €43.427,52 το οποίο ποσό συνίστατο σε οφειλόμενους μισθούς ΛΚ22.717,00 (€38.814,30), εισφορές Κοινωνικών Ασφαλίσεων ύψους ΛΚ. 900 (€1.537,74) τις οποίες έπρεπε να είχαν καταβάλει οι εναγόμενοι αλλά παρέλειψαν να το πράξουν οπόταν αναγκάστηκε να τις καταβάλει ο ίδιος και ΛΚ 1.800,00 (€3.075,48) ως αμοιβή για την επισκευή ενός ψυκτικού θαλάμου, εργασία την οποία ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι εκτέλεσε εκτός της εργοδότησης του στα πλαίσια σχετικής προσφοράς που υπέβαλε στους εναγόμενους κατόπιν παράκλησης τους. Από αυτό το συνολικά οφειλόμενο ποσό των €43.427,52, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι μέχρι και τον Απρίλιο 2007 του καταβλήθηκε από πλευράς εναγομένων μόνο το ποσό των ΛΚ3000,00 ( €5.125,80) και αυτό περί τον Οκτώβριο του

  1. Είναι η δικογραφημένη θέση του ενάγοντα ότι περί τον Απρίλιο 2007 πραγματοποιήθηκε στα γραφεία της PWC (PriceWaterhouseCoopers) συνάντηση μεταξύ του ιδίου, του λογιστή του, των προαναφερόμενων Παραλήπτων/Διαχειριστών των εναγομένων καθώς και κάποιου κ. XXXXX Φοραδάρη, ο οποίος είχε επίσης διοριστεί ως παραλήπτης / διαχειριστής των εναγομένων, για να συζητηθεί το θέμα των ποσών που αυτός ισχυρίζετο ότι του όφειλαν οι εναγόμενοι. Σύμφωνα με τον ενάγοντα, αφού συζητήθηκε το θέμα μεταξύ όλων των παρευρισκόμενων στη συνάντηση, τελικά όλοι τους κατέληξαν και συμφώνησαν ότι όντως οι εναγόμενοι όφειλαν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των €43.427,52 οπόταν και συμφωνήθηκε όπως το ποσό αυτό του καταβληθεί πλήρως. Ακολούθως, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας του καταβλήθηκαν από πλευράς εναγομένων ακόμη €5.000 το Σεπτέμβριο 2008 και ακόμη €4.739 το Φεβρουάριο του 2011, ήτοι σύνολο €9739, με αποτέλεσμα, αφαιρουμένων και των €5125 που του καταβλήθηκαν τον Οκτώβριο 2007 (σύνολο 14.864,80), να παραμένει να του οφείλεται το ποσό των €28.562,
  2. Παρ' όλες όμως τις διαμαρτυρίες του ιδίου και του δικηγόρου του προς τους εναγόμενους, οι τελευταίοι έκτοτε παραλείπουν να του καταβάλουν το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας και αναγνωρισμένης οφειλής. Στη βάση των πιο πάνω, ο ενάγοντας αξιώνει από τους εναγόμενους ποσό «€28.562,72 για υπηρεσίες παρασχεθείσες και/ή δεδουλευμένα και/ή αναγνώριση χρέους και/ή δυνάμει συμφωνίας κατά/ή περί το έτος 2004 μέχρι και την 28.2.2007» καθώς και νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από την 01/01/
  3. Σημειώνω εδώ ότι από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής και μέχρι την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ο τίτλος της αγωγής παρουσίαζε τους εναγόμενους να ενάγονται μέσω των παραληπτών/διαχειριστών Σ.Στεφανίδη και Κ. Κωνσταντίνου και υπό αυτή την ονομασία είναι και που καταχωρήθηκε το σχετικό σημείωμα εμφάνισης από τους εναγόμενους. Μετά όμως που δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός κατά την ακρόαση ότι οι εναγόμενοι δεν βρίσκονται πλέον υπό καθεστώς παραλαβής/διαχείρισης, το Δικαστήριο διέταξε με τη σύμφωνο γνώμη αμφότερων των πλευρών όπως ο τίτλος σε όλα τα σχετικά έγγραφα της δικαστικής διαδικασίας πλέον διαβάζεται χωρίς την αναφορά στους εν λόγω παραλήπτες/διαχειριστές. Η δικογραφημένη υπεράσπιση των εναγομένων, οι οποίοι αν και σήμερα δεν βρίσκονται πλέον υπό καθεστώς παραλαβής/διαχείρισης εντούτοις δεν αμφισβητούν ότι βρίσκονταν υπό του εν λόγω καθεστώτος από το 2006 και μέχρι κάποιο αρκετά προχωρημένο στάδιο μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, περιστρέφεται γύρω από τους εξής άξονες: Α. Το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή εφόσον η αξίωση του ενάγοντα εδράζεται επί εργατικής διαφοράς για την οποία αποκλειστική δικαιοδοσία έχει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Β. Η αγωγή έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση πλήττοντας έτσι τα συνταγματικά δικαιώματα των εναγομένων και δη του δικαιώματος τους σε δίκαιη δίκη εφόσον η μεγάλη πάροδος του χρόνου τους έχει αποστερήσει τη δυνατότητα να αποκτήσουν πρόσβαση σε μαρτυρικό υλικό που αφορά στον επίδικο χρόνο ο οποίος σε μεγάλο βαθμό αφορά στο χρόνο πριν το διορισμό των παραλήπτων/διαχειριστών. Γ. Ο ενάγοντας δεν είχε ποτέ την ιδιότητα του μισθωτού υπάλληλου των εναγομένων αλλά αντίθετα ήταν αυτοεργοδοτούμενος και οι υπηρεσίες που παρείχε ήταν στα πλαίσια της ανεξάρτητης επιχειρηματικής δραστηριότητας που ασκούσε. Οι όποιες δε πληρωμές του έγιναν, όπως η πληρωμή των ΛΚ3000,00 (€5.125,80) τον Οκτώβριο 2007, αυτές κατά τους εναγόμενους, έγιναν στα πλαίσια επαγγελματικής συνεργασίας που υφίστατο μεταξύ των εναγομένων και του ενάγοντα ως αυτεργοδοτούμενου και κανένα άλλο ποσό δεν συμφωνήθηκε ποτέ ότι οφείλεται στον τελευταίο και ούτε οποιοδήποτε τέτοιο ποσό οφείλεται ως ο ενάγοντας ισχυρίζεται. Με το δικόγραφο της Απάντησης ο ενάγοντας απορρίπτει τους ισχυρισμούς των εναγομένων και όσον αφορά το θέμα της δικαιοδοσίας που εγείρουν οι τελευταίοι, ισχυρίζεται ότι «.η παρούσα υπόθεση δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, καθότι η βάση της αγωγής είναι η παράβαση συμφωνίας» και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του για τη κατ' ισχυρισμό συνάντηση του Απριλίου 2007 όταν και αναγνωρίστηκε και συμφωνήθηκε μεταξύ όλων των εκεί εμπλεκομένων τόσο η επίδικη οφειλή των εναγομένων προς αυτόν όσο και ότι η εν λόγω οφειλή θα εξοφληθεί. Μετά την ολοκλήρωση της δικογραφίας και την αποπεράτωση των σχετικών προδικαστικών οδηγιών της Δ.30, υπήρξε αλλαγή των εκπροσωπούντων δικηγόρων και για τι δύο πλευρές οπόταν και τους διάδικους αντίστοιχα ανέλαβαν οι νυν συνήγοροι και εν τέλει η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων, υπενθυμίζοντας την δικογραφημένη ένσταση των τελευταίων ως προς την καθ' ύλη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, επεσήμανε ότι η πλευρά του ενάγοντα όφειλε να καθορίσει τη γραμμή που θα προωθούσε ως βάση της αγωγής οπόταν και η ευπαίδευτη συνήγορος του τελευταίου δήλωσε ότι «.η βάση της αγωγής, για να ξεκαθαριστεί και ξεκαθαρίζεται πλήρως εις την απάντηση, η βάση της αγωγής αφορά παράβαση συμφωνίας. Δηλαδή υπήρξε το 2007, φαίνεται από τα δικόγραφα, μια συνάντηση μεταξύ του Ενάγοντα, του λογιστή του και αντιπροσώπων της εταιρείας που ήταν οι τότε διαχειριστές της εταιρείας. Και υπήρξε συμφωνία ότι το συνολικά οφειλόμενο ποσό προς τον Ενάγοντα το οποίο δεν αφορά μόνο απολαβές, περιλαμβάνει και άλλα στοιχεία, ήταν το συγκεκριμένο ποσό, φαίνεται από τα δικόγραφα και είναι τούτη η βάση της αγωγής.». Στη βάση της δήλωσης αυτής και με τη σύμφωνο γνώμη των δυο συνηγόρων, η ένσταση για τη δικαιοδοσία αφέθηκε να αποφασιστεί κατά την τελική απόφαση του Δικαστηρίου όταν και μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας θα αποκρυσταλλώνετο το πραγματικό υπόβαθρο που περιβάλλει την υπόθεση. Μαρτυρία κατά την ακρόαση τελικά δόθηκε μόνο από πλευράς ενάγοντα για τον οποίο πέραν του ιδίου, ο οποίος κατέθεσε ως ΜΕ1, κατέθεσαν ο λογιστής Χ. Χρυσοστόμου (ΜΕ2) και ο δικηγόρος Α. Παπαχαραλάμπους (ΜΕ3). Σημειώνω εδώ ότι αρχικά πρόθεση των εναγομένων ήταν να προσκομίσουν και αυτοί μαρτυρία προς υποστήριξη των θέσεων τους, επειδή όμως ο μάρτυρας που προτίθεντο να παρουσιάσουν, ήτοι ο Μ. Βουνιώτης, αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας τα οποία δεν του επέτρεπαν να καταθέσει ως μάρτυρας, ζήτησαν και έλαβαν χρόνο από τις 22/01/20 μέχρι και τις 06/07/20 για να αποφασίσουν αν τελικά θα προσκόμιζαν είτε εκείνον είτε οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα. Αν και κλήτευσαν και τον τότε διαχειριστή των εναγομένων Σ.Στεφανίδη να καταθέσει ως μάρτυρας, τελικά οι εναγόμενοι αποφάσισαν να μην παρουσιάσουν τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα (βλ. πρακτικό 17/12/19), και δήλωσαν ότι δεν θα προσκόμιζαν οποιαδήποτε μαρτυρία οπόταν και η υπόθεση ολοκληρώθηκε με την κατάθεση γραπτών εμπεριστατωμένων αγορεύσεων από πλευράς των ευπαίδευτων συνηγόρων αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Συνοψίζω λοιπόν την μαρτυρία που προσκομίσθηκε από πλευράς ενάγοντα. Η μαρτυρία του ενάγοντα (ΜΕ1), ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α), κινήθηκε πάνω στις ίδιες γραμμές με τα δικόγραφα του. Ειδικότερα ο ενάγοντας, αφού έκαμε αναφορά στην κατ' ισχυρισμό εργοδότηση του στους εναγόμενους από το 1996 μέχρι και τον Φεβρουάριο 2007 με μηνιαίο μισθό €1.200 πλέον τα άλλα μισθολογικά ωφελήματα που ισχυρίζεται ότι είχε, παρουσιάζοντας προς επίρρωση του ισχυρισμού του αυτού διάφορες αποδείξεις και βεβαιώσεις (Τεκ.1 και Τεκ.2), αναφέρθηκε στο διορισμό των Στεφανίδη και Φοραδάρη στις 03/10/03 και του Κωνσταντίνου στις 06/05/09 ως παραλήπτες / διαχειριστές των εναγομένων (Τεκ.3), στην προσφορά που υπέβαλε στους εναγόμενους εκτός της εργοδότησης του την 16/01/07 για επιδιόρθωση ενός ψυκτικού θαλάμου για το ποσό 1.800 Λ.Κ, η οποία προσφορά κατά τον ενάγοντα έγινε αποδεκτή από τους παραλήπτες / διαχειριστές οπόταν και αυτός εξέδωσε σχετικό τιμολόγιο για τις υπηρεσίες του (Τεκ.4) καθώς επίσης και στις επιστολές που στάληκαν από τους δικηγόρους του προς τους παραλήπτες / διαχειριστές των εναγομένων τόσο πριν όσο και μετά την κατ' ισχυρισμό συνάντηση του 2007 όπου κατ' εκείνον συμφωνήθηκε τόσο η ύπαρξη της συγκεκριμένης οφειλής των εναγομένων όσο και το ότι η εν λόγω οφιελή θα του εξοφλείτο (Τεκ.5 και Τεκ.7). Για την εν λόγω συνάντηση ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ειδικότερα τα εξής. «Σε συνάντηση που πραγματοποιήθηκε τέλη Απριλίου ή αρχές Μαΐου του 2007 μεταξύ εμού και του λογιστή μου κ. XXXXX Χρυσοστόμου στα γραφεία της PWC (Price Waterhouse Coopers) μαζί με τους Παραλήπτες / Διαχειριστές της εταιρείας δηλαδή των Εναγόμενων και του κ. XXXXX Φοραδάρη καταλήξαμε και συμφωνήσαμε ότι πράγματι τα συνολικά οφειλόμενα προς εμένα ποσά από την εταιρεία είναι ως τα ανάφερα πιο πάνω, δηλαδή €43.427,52 και ότι θα μου κατέβαλλαν ολόκληρο το ποσό.». Κατά τη μαρτυρία του ο ενάγοντας κατέθεσε και αντίγραφο επιταγής που εξέδωσαν προς όφελος του οι παραλήπτες / διαχειριστές των εναγομένων στις 16/02/11 για το ποσό των €4.739 (Τεκ.6) η οποία κατ' εκείνον συνιστούσε πληρωμή έναντι της συμφωνηθείσας οφειλής. Η αντεξέταση του ενάγοντα περιστράφηκε κυρίως γύρω από τον ισχυρισμό του τελευταίου ότι ήταν μισθωτός εργοδοτούμενος των εναγομένων και ότι του οφείλονταν τα συγκεκριμένα κονδύλια που ισχυρίζεται ότι του οφείλονταν. Υπεβλήθη στον ενάγοντα ότι δεν ήταν ποτέ υπάλληλος των εναγομένων αλλά αντίθετα ότι ήταν αυτοεργοδοτούμενος ο οποίες παρείχε υπηρεσίες στους τελευταίους έναντι αμοιβής, ότι είναι τέτοιας φύσης υπηρεσία που παρείχε και όταν προέβη στην επιδιόρθωση των ψυκτικών θαλάμων κατόπιν προσφοράς και ότι είναι αυτού του είδους τις υπηρεσίες που αφορούσαν οι πληρωμές που του είχαν γίνει κατά καιρούς από πλευράς εναγομένων. Ο ενάγοντας απέρριψε κατηγορηματικά τις θέσεις αυτές, εμμένοντας στους ισχυρισμούς του και ιδιαίτερα στη θέση του ότι η φύση και το ύψος των ποσών που του οφείλονταν είχαν συζητηθεί και συμφωνηθεί κατά τη συνάντηση που του 2007 εξ' ου και στη συνέχεια του καταβλήθηκαν οι €4.739 έναντι. Ρωτήθηκε επίσης ο ενάγοντας για ποιο λόγο είναι που περίμενε πέντε χρόνια να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή αφού σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς είναι από τα μέσα του 2007 που είχαν αποκρυσταλλωθεί τα παράπονα του και ισχυρίστηκε ότι πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής είχε καταχωρηθεί άλλη αγωγή, όμως στην πορεία, για λόγους που γνωρίζουν οι δικηγόροι του, κρίθηκε αναγκαίο όπως καταχωρηθεί νέα αγωγή οπόταν και καταχωρήθηκε η παρούσα. Σε κάθε περίπτωση όμως, ισχυρίστηκε ο ενάγοντας, η απόφαση να καταχωρηθεί αγωγή λήφθηκε μετά που σταμάτησαν να του γίνονται πληρωμές, ήτοι μετά τον Φεβρουάριο του 2011 που του έγινε η πληρωμή των €4.739 και αφού είχαν προηγηθεί γραπτές διαμαρτυρίες προς τους εναγόμενους από το δικηγόρο του. Όσον αφορά τους άλλους δύο μάρτυρες του ενάγοντα, ήτοι τον ΜΕ2 και ΜΕ3, αυτοί κλήθηκαν να καταθέσουν ως προς την προσωπική εμπλοκή που ο καθένας τους ισχυρίζεται ότι είχε στην υπόθεση κατά τον επίδικο χρόνο. Ο ΜΕ2, λογιστής - ελεγκτής στο επάγγελμα τα τελευταία 32 χρόνια, ισχυρίστηκε ότι ήταν ένα από τα πρόσωπα που παρευρέθηκε τόσο στη συνάντηση του 2007 όπου επήλθε η κατ' ισχυρισμό αναγνώριση της συνολικής οφειλής προς τον ενάγοντα και η συμφωνία για εξόφληση της όσο και σε άλλες συναντήσεις που είχαν γίνει προηγουμένως για το θέμα αυτό. Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι στις εν λόγω συναντήσεις, οι οποίες έγιναν στα γραφεία της PWC στη Λευκωσία, ο ίδιος είχε παρευρεθεί ως φίλος του ενάγοντα μετά που ο τελευταίος του το ζήτησε ώστε να τον βοηθήσει αν χρειαστεί με τα όποια τυχόν λογιστικά θέματα ήθελαν προκύψουν και ότι κατά τις εν λόγω συναντήσεις και ιδιαίτερα σε αυτή του Μαΐου 2007, κρατούσε ο ίδιος πρόχειρες σημειώσεις για το τι λέχθηκε και συμφωνήθηκε σε τετράδιο (pad) που βρήκε στην αίθουσα συνεδριάσεων της PWC με το λογότυπο της τελευταίας και το οποίο έτυχε να κρατήσει μέχρι σήμερα στα αρχεία του. Τις εν λόγω σημειώσεις του, οι οποίες παρουσιάζονταν να καταγράφονται σε έγγραφο που φέρει το λογότυπο της PWC, ο μάρτυρας τις παρουσίασε κατά τη μαρτυρία του δηλώνοντας πρόθυμος να τις καταθέσει αν χρειαζόταν. Κρίνω σκόπιμο εδώ όπως παραθέσω αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα από την μαρτυρία του. «Είχα κληθεί από τον κύριο XXXXX Τσολάκη το 2007 να παραστώ σε μια συνάντηση στα γραφεία της Price Waterhouse Coopers, ήταν τότε στη λεωφόρο Ευαγόρου, μαζί με τους διαχειριστές της εταιρείας ΒΟΥΝΙΩΤΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ.Ήταν οι οικονομικές υποχρεώσεις της εταιρείες προς τον XXXXX Τσολάκη και η πρώτη συνάντηση θυμάμαι, το έχω και γραπτώς, 16/2/2007...Έχω μιαν κόλλα, writing pad της Price Waterhouse Coopers της συγκεκριμένης ημερομηνίας που συνήθως γράφω πότε γίνεται η συνάντηση και είναι όντως 16/2/2007, στην πρώτη μας συνάντηση που είχαμε.Τα γραπτά είναι δικά μου, αλλά πάνω σε pad της εταιρείας Price Waterhouse Coopers.Συζητήθηκαν οι υποχρεώσεις που είχε η εταιρεία προς τον Χρίστο τον Τσολάκη και είχαμε καταλήξει στο συγκεκριμένο ποσό την ημερομηνία αυτήν.£25.417.Ήταν τρεις, αλλά τον μόνο που θυμάμαι μετά που παρέλευση τόσων χρονών ήταν τον κύριο Φοραδάρη λόγω του χαρακτηριστικού του ονόματός του.Τρεις από πλευράς Price Waterhouse Coopers, των διαχειριστών.Της εταιρεία ΒΟΥΝΙΩΤΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ.Εδώ στις σημειώσεις μου λέει ότι έπρεπε μέχρι 28/2/2007 να διευθετηθούν και να κλείσει η συμφωνία, να κλείσει το θέμα.Δεν είχε γίνει διευθέτηση, δεν έχουν πληρωθεί τα λεφτά και είχαμε κάμει ακόμα μια συνάντηση μετέπειτα. Δεν θυμάμαι ακριβώς, δύο μήνες, τρεις, τέσσερις, πέντε μετά, δεν θυμάμαι, πάντως τον ίδιο χρόνο στα ίδια γραφεία με τους ίδιους παρόντες που πήραμε πάλι την υπόσχεση ότι θα καταβληθεί το συγκεκριμένο ποσό.Στα ίδια γραφεία, στη λεωφόρο Ευαγόρου της Price Waterhouse Coopers.Θυμάμαι μόνο τον κύριο Φοραδάρη.(Υπήρχαν και άλλοι όμως;). Ναι, ναι, βέβαια.Εκ των υστέρων έμαθα από τον κύριο Τσολάκη ότι έγιναν τρεις πληρωμές έναντι του συγκεκριμένου ποσού της τάξεως των €14.
  4. Υπάρχουν και λίρες και ευρώ, τα έχω μετατρέψει όλα σε ευρώ και έχει μείνει ένα υπόλοιπο €28.563.Το συμφωνηθέν ποσό τώρα δεν μπορώ να κάτσω να κάμω ανάλυση, δεν έχω στοιχεία κοντά μου. Συμφωνήσαμε για £25.417 που είναι σε ευρώ, €43.
  5. Έχουν καταβληθεί στον πελάτη μου €14.864 και έχουν μείνει €28.
  6. Τι θέλετε, την ανάλυση των £25.417;.Είναι διάφοροι μισθοί, να σας πω ένα ένα. Είναι μισθοί μέχρι τον Μάρτιο του 2006 που είχε υπόλοιπο £4.755, μισθοί καθυστερημένοι μέχρι τον Μάρτιο, είχε αποδείξεις για κάποια εξαρτήματα που πλήρωσε ο ίδιος για επιδιόρθωση των ψυγείων, μηχανημάτων £1.836, υπήρχαν κάποιες άλλες αποδείξεις του Απρίλη του 2006 για £276, κάποια υπόλοιπα από τα τιμολόγια που έκδωσε ο XXXXX ο Τσολάκης, του 202, 203, 204, άλλες £250, μισθοί, άδειες, 13ος από 1η Απριλίου του 2006 μέχρι τέλος Φεβρουαρίου του 2007 £15.600, υπάρχει τιμολόγιο με £1.800 για επισκευές που έκανε, υποχρεώσεις στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις £900 το οποίο συμποσούνται σε £25.417.Αφού τα είχαμε συμφωνήσει εις παρουσία των διαχειριστών σε δύο συναντήσεις.ήταν τρία άτομα. Ο ένας ήταν ο κύριος Φοραδάρης, τους άλλους δεν τους θυμάμαι.Πήγα να βοηθήσω έναν πελάτη μου, μέχρι εκεί ήταν η συνεργασία μας για το συγκεκριμένο θέμα, δεν θεώρησα σκόπιμο να κρατήσω... Και για του λόγου το αληθές δεν πήρα μαζί μου σημειώσεις και πήρα αυτήν την κόλλα από τα pad που είχαν στην αίθουσα συνεδριάσεων. (Ο μάρτυρας δείχνει τις σημειώσεις του και συγκεκριμένα το λογότυπο επί αυτών).Θυμάμαι δύο συναντήσεις στα γραφεία της Price Waterhouse Coopers στην Ευαγόρου, στα παλιά γραφεία της Price Waterhouse Coopers. Ξέρω και την είσοδο στο πλάι, δεν μπορώ να θυμηθώ τον όροφο.» Ο μάρτυρας επέρριψε κατηγορηματικά υποβολές που του έγιναν από πλευράς εναγομένων ότι δεν ήταν παρών στις συναντήσεις που ισχυρίστηκε ότι ήταν όπως απέρριψε κατηγορηματικά και υποβολή που του τέθηκε ότι δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Ο ΜΕ3 κλήθηκε να καταθέσει ως ο δικηγόρος του ενάγοντα που συνέταξε τότε τις επιστολές Τεκ.5 και Τεκ.
  7. Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι η επιστολή Τεκ.5, στην οποία γίνεται αναφορά στην κατ' ισχυρισμό συμφωνία που επετεύχθη τον Μάιο 2007 στη συνάντηση μεταξύ του ενάγοντα και των παραληπτών/διαχειριστών των εναγομένων, στάληκε μετά που υπήρξαν αλλεπάλληλες συναντήσεις και επικοινωνίες μεταξύ του ιδίου ως δικηγόρου του ενάγοντα και των παραλήπτων / διαχειριστών και αφού του ζητήθηκε από τους τελευταίους να παραθέσει αναλυτικά γραπτώς τις απαιτήσεις του ενάγοντα. Στα πλαίσια των τηλεφωνικών επικοινωνιών που είχε τότε με τους παραλήπτες / διαχειριστές των εναγομένων και συγκεκριμένα με τον κ. Στεφανίδη, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, έλαβε στις 10/01/11 επιστολή από το τελευταίο με την οποία ενημερώνετο ότι οι παραλήπτες / διαχειριστές των εναγομένων μπορούσαν και όφειλαν να καταβάλουν στον ενάγοντα μόνο τα ποσά που προέκυψαν να του οφείλονται από τις 06/10/06 όταν και ανέλαβαν ως παραλήπτες / διαχειριστές, ήτοι το ποσό των €4739 και όχι τις οφειλές που είχαν προκύψει πριν τις 06/10/06 καθότι οι εν λόγω οφειλές δεν ήταν εξασφαλισμένες και συνεπώς δεν μπορούσαν να εξοφληθούν. Κρίνω σκόπιμο εδώ όπως παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, την οποία ο μάρτυρας κατέθεσε για τον περιορισμένο σκοπό απόδειξης του ότι έλαβε τέτοια επιστολή. «Αναφερόμαστε στο ποσό των €52,250,00 το οποίο φέρεται ως οφειλή από την πιο πάνω εταιρεία για υπηρεσίες που προσφέρθηκαν μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου
  8. Όμως σας έχουμε ήδη πληροφορήσει, το ποσό που αναλογεί σε υπηρεσίες που προσφέρθηκαν μέχρι και τις 5 Οκτωβρίου 2006 δεν είναι εξασφαλισμένο και δεν μπορεί να εξοφληθεί. Το ποσό που αναλογεί από τις 6 Οκτωβρίου (ημερομηνία που οι εκ κοινού Παραλήπτες & Διαχειριστές ανάλαβαν τον έλεγχο της εταιρείας) μέχρι και τις 28 Φεβρουαρίου 2007 είναι πληρωτέο και αντιστοιχεί στο ποσό των €4,
  9. Προς τούτο εσωκλείεται σχετική επιταγή προς όφελος σας». Η αντεξέταση του μάρτυρα περιστράφηκε γύρω από τις διαφορές που κατά την υπεράσπιση διαπιστώνονται να υπάρχουν σε σχέση με τη φύση και το ύψος των κατ' ισχυρισμών οφειλόμενων ποσών μεταξύ της Ε/Α και των επιστολών που ο μάρτυρας έστειλε κατά καιρούς ως δικηγόρος του ενάγοντα. Θέση του μάρτυρα ήταν ότι οι όποιες διαφορές τυχόν παρατηρούνται αυτές οφείλονται στο ότι οι πρώτες επιστολές του εδράζονταν σε γενικές πληροφορίες που του έδωσε ο ενάγοντας, οι οποίες όμως πληροφορίες κατέστησαν πιο συγκεκριμένες όσο προχωρούσε η υπόθεση εξ' ου και στο τέλος καταγράφηκαν με περισσότερη λεπτομέρεια και ακρίβεια. Όπως ανέφερα πιο πάνω, από πλευράς εναγομένων τελικά δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία και η επιχειρηματολογία των τελευταίων περιστράφηκε αφ' ενός γύρω από τις αδυναμίες που αυτοί υποστηρίζουν ότι περιείχε η μαρτυρία της πλευράς του ενάγοντα και αφ' ετέρου γύρω από την νομική θέση ότι τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Σημειώνω κατ' αρχή ότι επιχειρηματολογώντας τη θέση των εναγομένων σε σχέση με το θέμα της δικαιοδοσίας, ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων συνέδεσε το θέμα και με την αξιολόγηση της μαρτυρίας της πλευράς του ενάγοντα, υποστηρίζοντας ότι η πραγματική ουσία των παραπόνων του τελευταίου δεν τέθηκε ποτέ εκτός των θεμάτων που αποκλειστικά αρμόδιο να τα εξετάσει είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και ότι η δικογραφία που κατατέθηκε εκ μέρους του ενάγοντα, η οποία κατά το συνήγορο περιέχει σωρεία διαζευκτικών και αντικρουόμενων βάσεων αγωγής, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιτρέπει να προσεγγιστεί η υπόθεση ως αφορώσα σε μια κατ' ισχυρισμό παράβαση συμφωνίας αντί σε μια εργατική διαφορά που εκφεύγει της καθ' ύλη αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Μη παραγνωρίζοντας λοιπόν ο συνήγορος τη νομολογιακή αρχή ότι από τη στιγμή που μια εργατική διαφορά για την οποία αρμόδιο ήταν το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, μετατρέπεται σε συμφωνία πληρωμής συγκεκριμένου ποσού, αρμόδιο είναι πλέον το Επαρχιακό Δικαστήριο (βλ. Αντωνίου Ανδρέας ν. ERE Electrical & Refrigeration Engineering Co Ltd
(2007)1 ΑΑΔ 1391), υποστήριξε ότι δεν θα πρέπει να ληφθεί καθόλου υπόψη ο «περιορισμός» που επιχειρήθηκε να γίνει από πλευράς ενάγοντα σε σχέση με τη βάση της αγωγής του στο δικόγραφο της Απάντησης και κατά την ακρόαση μέσω της δήλωσης της συνηγόρου του όπως δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ούτε η επί του προκειμένου μαρτυρία του, αφού κατά το συνήγορο, τίποτα στην Ε/Α δεν υπάρχει που να προσδίδει αρμοδιότητα στο παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο. Ως προς τη θέση αυτή επί του παρόντος θα αναφέρω μόνο ότι θα διαφωνήσω με την εισήγηση του κ. Μιλτιάδους ότι θα πρέπει ουσιαστικά να αγνοηθεί η αναφορά που γίνεται στο δικόγραφο της Απάντησης ότι «η βάση της αγωγής είναι η παράβαση συμφωνίας». Αυτό γιατί ο προσδιορισμός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου εδράζεται μεν στα δικόγραφα αντιπαραβαλλόμενος προς τις ισχύουσες νομοθετικές πρόνοιες με ιδιαίτερη έμφαση στην Έκθεση Απαίτησης (βλ. GURKINA ν. GURKIN, Έφεση Αρ. 14/2017, 3/7/2018, Κυθραιώτης ν. Ward
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1480), αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το δικόγραφο της Απάντησης, έστω και αν αυτό καταχωρείται προαιρετικά, είναι υποδεέστερο της Έκθεσης Απαίτησης ή ότι αγνοείται για σκοπούς καθορισμού των επιδίκων θεμάτων. Αντιθέτως, το δικόγραφο της Απάντησης, όπως και η Έκθεση Απαίτησης συνιστά δικόγραφο του ενάγοντα το οποίο τον δεσμεύει αφού ουσιαστικά «ολοκληρώνει» την δικογραφημένη εκδοχή που συνθέτει την απαίτηση του και εκεί όπου ο ενάγοντας κρίνει ότι θα πρέπει να απαντηθούν κάποιοι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην Υπεράσπιση ώστε να ενισχυθεί η απαίτηση του, όπως επιβάλλετο να γίνει στην παρούσα περίπτωση όπου η κατ' ισχυρισμό βάση αγωγής αποτέλεσε αντικείμενο ειδικής αναφοράς - ένστασης στην υπεράσπιση, οι ισχυρισμοί της Απάντησης διαβάζονται πλέον σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς της Ε/Α. Αυτό που συνάγεται από τη σχετική νομολογία στην οποία γίνεται αναφορά ότι δίδεται έμφαση στην Ε/Α σε σχέση με το θέμα της δικαιοδοσίας δεν είναι ότι αγνοείται το οποιοδήποτε άλλο δικόγραφο έχει καταχωρηθεί αλλά το ότι το θέμα της δικαιοδοσίας δεν μπορεί να εξεταστεί στη βάση γεγονότων που συνιστούν απλά ισχυρισμούς του εναγόμενου και τα οποία δεν επικαλείται ο ενάγοντας για να υποστηρίξει την απαίτηση του και αυτό γιατί το κρίσιμο ερώτημα είναι πάντα κατά πόσο το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την απαίτηση του ενάγοντα - «does the Court have jurisdiction to entertain the claim» (βλ. μεταξύ άλλων Πετράκη Μαρία ν. Μάριου Φωτίου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 625). Στην παρούσα υπόθεση συνεπώς, μπορεί οι βάσεις αγωγής που δικογράφησε αρχικά ο ενάγοντας να περιείχαν και βάσεις που δυνατό να ενέτασσαν την υπόθεση στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, όμως μέσω της Απάντησης του ο ενάγοντας «ξεκαθάρισε» από το στάδιο της δικογραφίας ότι η αγωγή του θα προωθείτο αποκλειστικά στη βάση του ισχυρισμού ότι μεταξύ του ιδίου και των παραληπτών/διαχειριστών των εναγομένων επετεύχθη μια συμφωνία πληρωμής συγκεκριμένου ποσού και η οποία συμφωνία στη συνέχεια παραβιάστηκε από τους τελευταίους. Αυτή ήταν και η ρητή δήλωση που έγινε από πλευράς ενάγοντα πριν την έναρξη της ακρόασης ως ήταν άλλωστε και το καθήκον της συνηγόρου του τελευταίου να πράξει ώστε να καθοριστούν με ακρίβεια και καθαρότητα τα επίδικα θέματα που θα προωθούνταν (βλ. Ιωάννου Ευάνθη ν. Royal International Insurance Holdings Ltd,
(2006)1 Α.Α.Δ. 952) και η δήλωση αυτή, όπως και η δικογραφία του ενάγοντα, δεσμεύουν τον τελευταίο. Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν είναι μόνο από το δικόγραφο της Απάντησης που προκύπτει ότι ο ενάγοντας έθεσε ρητά ως βάση αγωγής του και την παράβαση συμφωνίας. Προσεκτική ανάγνωση των παρ.5, 6 και 7 της Ε/Α καταδεικνύει ότι είναι από την αρχή που έγινε ρητή δικογράφηση του ισχυρισμού περί πραγματοποίησης συνάντησης μεταξύ όλων των εμπλεκομένων στα πλαίσια της οποίας οι εναγόμενοι αναγνώρισαν οφειλή προς τον ενάγοντα συνολικού ύψους €43.427,52 και συμφώνησαν την εξόφληση της καθώς επίσης και ισχυρισμός περί διενέργειας πληρωμών από τους εναγόμενους συνολικού ύψους €€9739 έναντι της εν λόγω συμφωνηθείσας οφειλής, με αποτέλεσμα να «παραμένει προς πληρωμή το ποσό των €28.562,72». Οι εν λόγω ισχυρισμοί προφανώς και σαφώς παραπέμπουν στην αντίστοιχη βάση αγωγής περί αξίωσης του επίδικου ποσού στη βάση «αναγνώρισης χρέους και/ή δυνάμει συμφωνίας» η οποία αναφέρεται ρητά στο αιτητικό του κλητηρίου εντάλματος και επαναλαμβάνεται στην Ε/Α και ως είναι νομολογημένο, η βάση επί της οποίας εδράζεται μία αγωγή είναι αυτή που διατυπώνεται στο κλητήριο, δηλαδή στο prayer, όπου «.ό,τι εκεί εκτίθεται υπό μορφή πυρήνα, μπορεί στην έκθεση απαίτησης να προσλάβει . επεκτάσεις οι οποίες να αναλύονται σε διάφορες αιτίες αγωγής με ρητή μάλιστα εξειδίκευσή τους. Ωστόσο, η επέκταση δεν μπορούσε να περιλαμβάνει νέα αιτία αγωγής, δηλαδή αιτία η οποία δεν απέρρεε από ό,τι είχε διατυπωθεί ως πυρήνας της γενικής οπισθογράφησης και δεν επιτρέπεται επέκταση της βάσης της αγωγής, όπως διατυπώθηκε, με την προσθήκη νέας αιτίας αγωγής.διευκρινίζεται ότι όπου στη γενική οπισθογράφηση αναφέρεται συγκεκριμένη αιτία αγωγής, είναι δυνατό με την έκθεση απαίτησης να γίνει επέκταση και σε άλλη ίσως στενότερη αιτία αγωγής, δεδομένου πάντοτε ότι προκύπτει από τον πυρήνα που εκτίθεται στη γενική οπισθογράφηση: βλ. Brickfield Properties Ltd., v. Newton [1971] 1 W.L.R. 862 στη σελ. 870.» (βλ. Vasilico Cement Works Limited and Others ν. World Tide Shipping Corporation and Others
(1996)1 ΑΑΔ 389). Προκύπτει συνεπώς ότι τουλάχιστο εκ της δικογραφίας του ενάγοντα παρέχεται αφ' ενός στο παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο η απαιτούμενη καθ' ύλη αρμοδιότητα να εξετάσει την παρούσα αγωγή ως αγωγή που εδράζεται σε κατ' ισχυρισμό σύναψη και παράβαση συμφωνίας πληρωμής συγκεκριμένου ποσού και αφ' ετέρου παρέχεται στον ίδιο τον ενάγοντα η δυνατότητα προσκόμισης μαρτυρίας προς απόδειξη αυτών των συγκεκριμένων ισχυρισμών (βλ. και Marketventures Ltd ν. Ουράνιου Δικωμίτη,
(2009)1 Α.Α.Δ. 383 και C. Malathouras & Sons Ltd. v. Λαϊκής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1233 όπου εκεί μάλιστα τα δικόγραφα δεν ήταν τόσο ξεκάθαρα όπως στην παρούσα περίπτωση). Το αν τώρα η μαρτυρία που προσκόμισε ο ενάγοντας αποδεικνύει ή όχι στον απαιτούμενο βαθμό τους εν λόγω ισχυρισμούς του αυτούς δικαιολογεί την άσκηση της εξουσίας αυτού του Δικαστηρίου να επιδικάσει προς όφελος του τις θεραπείες που ζητά είναι θέμα που άπτεται της αξιολόγησης της προσκομισθείσας μαρτυρίας, θέμα το οποίο προχωρώ να εξετάσω. Υπενθυμίζοντας ότι από πλευράς εναγομένων δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία έστω προς αντίκρουση των γεγονότων που η πλευρά του ενάγοντα ισχυρίζεται ότι έλαβαν χώρα, η εκδοχή του τελευταίου, όπως έχει νομολογηθεί, εφόσον είναι και η μόνη εκδοχή που παρουσιάστηκε κατά την ακρόαση της υπόθεσης, «.συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο. (Wynne v. Mavronicolas κ.α.
(2009)1 A.A.Δ. 1138).» (βλ. ΛΑΪΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΑΤΣΟΥΚΑ κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A460, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ Αρ. 91/2010, 3/7/2014). Σημειώνω λοιπόν τα εξής. Τόσο ο ενάγοντας όσο και ο ΜΕ2 ισχυρίστηκαν ότι παρευρέθηκαν σε μια τουλάχιστο συνάντηση που έλαβε χώρα περί τις αρχές Μαΐου 2007 για να συζητήσουν τα κατ' ισχυρισμό ποσά που οφείλονταν στον ενάγοντα από τους εναγόμενους, για την οποία συνάντηση αμφότεροι οι μάρτυρες έδωσαν κατά τη μαρτυρία τους συγκεκριμένες λεπτομέρειες τόσο προς την ταυτότητα και ιδιότητα των παρευρισκομένων όσο και ως προς το τι ακριβώς συζητήθηκε. Αμφότεροι δε κατονόμασαν ως παρευρισκόμενους στη συνάντηση αυτή πέραν των ιδίων, τα τρία πρόσωπα που είναι κοινώς αποδεκτό και αποδεικνύεται από τα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών (Τεκ.3) ότι ενεργούσαν τότε ως παραλήπτες/ διαχειριστές των εναγομένων, ήτοι τους Στεφανίδη, Κωνσταντίνου και Φοραδάρη ενώ και οι δύο τους έδωσαν και λεπτομέρειες ως προς κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα ποσά που συζητήθηκαν. Μάλιστα δε, ο ΜΕ2, επικαλούμενος τις πρόχειρες σημειώσεις που ισχυρίστηκε ότι κράτησε τότε, έκαμε αναφορά σε πολύ συγκεκριμένα ποσά, ήτοι ΛΚ4.755, ΛΚ15.600, ΛΚ250, ΛΚ276 και ΛΚ1.836 ως ποσά που αφορούσαν σε κατ' ισχυρισμό οφειλόμενους μισθούς και υπηρεσίες του ενάγοντα, ΛΚ900 ως οφειλόμενες εισφορές στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και ΛΚ 1800 ως «.τιμολόγιο.για επισκευές που έκανε.(ο ενάγοντας)». Αυτές οι συγκεκριμένες λεπτομέρειες που έδωσαν οι ενάγοντας και ΜΕ2 ισχυριζόμενοι ότι παρευρέθηκαν στην εν λόγω συνάντηση και ιδιαίτερα η λεπτομερής ανάλυση που έκαμε ο ΜΕ2 σε σχέση με τα ποσά που κατά το δικό του ισχυρισμό συζητήθηκαν εκεί, συνάδουν πλήρως και με τα όσα κατέγραψε τρία χρόνια αργότερα ο ΜΕ3 ως δικηγόρος του ενάγοντα, στην τελευταία επιστολή που αυτός έστειλε προς τους Στεφανίδη και Φοραδάρη εκ μέρους του ενάγοντα, ήτοι στην επιστολή της 16/11/10 (Τεκ.5). Μάλιστα δε, στην εν λόγω επιστολή του ο ΜΕ3, ο οποίος να σημειωθεί ότι δεν ήταν παρευρισκόμενος στην κατ' ισχυρισμό συνάντηση του 2007, όχι μόνο κάμνει αναφορά στα ίδια ποσά που τόσο ο ενάγοντας όσο και ο ΜΕ2 ισχυρίστηκαν κατά τη μαρτυρία τους ότι συζητήθηκαν και συμφωνήθηκαν στην εν λόγω συνάντηση ότι οφείλονταν στον πρώτο σε σχέση με τις Κ.Α και το τιμολόγιο για την επισκευή κάποιου ψυκτικού θαλάμου κατόπιν προσφοράς, αλλά κάμνει αναφορά και σε οφειλόμενες υπηρεσίες συνολικού ύψους ΛΚ22.717, ποσό το οποίο συνιστά ακριβώς το άθροισμα των ποσών που ο ΜΕ2 ανέλυσε κατά τη μαρτυρία του ισχυριζόμενος ότι ήταν τα ποσά που ο ίδιος κατέγραψε κατά τη συνάντηση του Μαΐου 2007 ότι συζητήθηκαν και συμφωνήθηκαν τότε ότι οφείλονταν στον ενάγοντα ως παρασχεθείσες υπηρεσίες και μισθοί (ΛΚ4.755, ΛΚ15.600, ΛΚ250, ΛΚ276 και ΛΚ1.836). Πρόσθετα τούτων όμως, από την επιστολή που δεν αμφισβητείται ότι οι παραλήπτες/διαχειριστές των εναγομένων έστειλαν προς το ΜΕ3 στις 10/01/11 (Τεκ.8), επιβεβαιώνεται και ο ισχυρισμός της πλευράς του ενάγοντα ότι είχαν προηγηθεί συζητήσεις μεταξύ των μερών σε σχέση με την ύπαρξη οφειλών των εναγομένων προς τον ενάγοντα αλλά και ότι όντως είχε διαπιστωθεί από τους παραλήπτες/διαχειριστές να υπάρχει μια τέτοια σημαντική οφειλή, η οποία μάλιστα, κατά τα γραφόμενα των τελευταίων, «.φέρεται ως οφειλή από την πιο πάνω εταιρεία για υπηρεσίες που προσφέρθηκαν μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 2007.» ύψους €52,250,
  1. Την πιο πάνω ουσιώδη και λεπτομερή μαρτυρία που προσέφερε η πλευρά του ενάγοντα μέσω των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3 για να αποδείξει ότι όντως μεταξύ των άμεσα εμπλεκομένων προσώπων επήλθε συμφωνία πληρωμής συγκεκριμένου ποσού στον ενάγοντα, η οποία μαρτυρία είτε ήθελε ιδωθεί απομονωμένη είτε στο σύνολο της, χαρακτηρίζεται από αλληλουχία, λογική συνοχή και αληθοφάνεια και επιβεβαιώνεται και από την έγγραφη μαρτυρία που έχει κατατεθεί, η πλευρά των εναγομένων ουδέποτε την αντίκρουσε με οποιαδήποτε μαρτυρία και αυτό παρά το ότι της δόθηκαν από πλευράς ενάγοντα αρκετές λεπτομέρειες για να το πράξει. Το αναφέρω τούτο διότι μπορεί ο προτιθέμενος μάρτυρας των εναγομένων να μην κατάφερε τελικά να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, όμως σύμφωνα με τον ισχυρισμό της πλευράς του ενάγοντα στην επίδικη συνάντηση συμμετείχαν τρία τουλάχιστο διαφορετικά πρόσωπα εκ μέρους των εναγομένων τα οποία μπορούσαν να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο και να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς του ενάγοντα όμως κανένα από αυτά δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Μάλιστα δε, μεταξύ των προσώπων που κατονόμασε ρητά ο ενάγοντας ως εκπροσώπους των εναγόμενων κατά την επίτευξη της επίδικης συμφωνίας ήταν και ο Σ.Στεφανίδης, η άμεση και ενεργός εμπλοκή του οποίου στην υπόθεση επιβεβαιώνεται και από το Τεκ.
  2. Το εν λόγω πρόσωπο όμως αν και αρχικά οι εναγόμενοι το κλήτευσαν να καταθέσει ως μάρτυρας στην υπόθεση, τελικά δεν παρουσιάστηκε αφού οι εναγόμενοι αποφάσισαν να μην χρησιμοποιήσουν τη μαρτυρία του. Με άλλα λόγια, επί του ουσιαστικότερου επίδικου θέματος της υπόθεσης, ήτοι την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ ενάγοντα και εναγομένων στα πλαίσια συνάντησης του πρώτου με τους τότε εκπροσώπους των τελευταίων, για πληρωμή στον ενάγοντα συγκεκριμένου ποσού και δη του συνολικού ποσού των €43.427,52, η μαρτυρία των ενάγοντα, ΜΕ2 και ΜΕ3 παρέμεινε αναντίλεκτη και για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω και σε συνδυασμό με την καλή εντύπωση που έκαστος των εν λόγω μαρτύρων μου έκαμε κατά την ακρόαση, αποδέχομαι την μαρτυρία τους στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Σημειώνω εδώ ότι δεν έχω παραγνωρίσει ότι από τη μαρτυρία του ΜΕ3 αλλά και από την επιστολή Τεκ.8 φαίνεται ότι οι παραλήπτες/διαχειριστές των εναγομένων πρόβαλαν τότε ως λόγο αδυναμίας πληρωμής στον ενάγοντα όλων των ποσών που του οφείλονταν το ότι κατ' εκείνους μέρος της εν λόγω οφειλής δεν ήταν εξασφαλισμένο και είχε δημιουργηθεί πριν το διορισμό τους. Αυτή όμως η θέση παρέμεινε να συνιστά απλά μια αναφορά σε μια επιστολή που κατατέθηκε κατά την ακρόαση, η οποία αναφορά όχι μόνο δεν αρκεί από μόνη της για να ανατρέψει τον ισχυρισμό του ενάγοντα περί αναγνώρισης ύπαρξης οφειλής προς αυτόν και περί αποδοχής εξόφλησης της αλλά και ουδέποτε προωθήθηκε με μαρτυρία από πλευράς υπεράσπισης προς αυτή την κατεύθυνση ή άλλως πως. Ούτε όμως και το ότι η επίδικη συνάντηση τοποθετείται χρονικά στην Ε/Α να έγινε τον Απρίλιο 2007 αντί το Μάιο 2007 που ισχυρίστηκαν κατά την ακρόαση οι ενάγοντας και ΜΕ2 υπέχει θεωρώ οποιασδήποτε ουσιαστικής σημασίας αφού στο τέλος της ημέρας, η μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά του ενάγοντα προς απόδειξη του βασικού ισχυρισμού της ότι στα πλαίσια μιας τέτοιας συνάντησης επετεύχθη συμφωνία πληρωμής συγκεκριμένου ποσού προς αυτόν, ο οποίο ισχυρισμός είναι και το ουσιαστικότερο επίδικο θέμα της υπόθεσης, όχι μόνο είχε συνοχή, λεπτομέρεια και αληθοφάνεια αλλά παρέμεινε και πλήρως αναντίλεκτη. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας συνεπώς, βρίσκω ότι περί τις αρχές Μαΐου 2007 έλαβε χώρα συνάντηση στα γραφεία της PWC μεταξύ του ενάγοντα και ΜΕ2 από τη μια και των τότε παραληπτών/διαχειριστών των εναγομένων από την άλλη, με σκοπό να συζητηθούν τα ποσά που ο ενάγοντας ισχυριζόταν ότι του όφειλαν ως τότε οι εναγόμενοι συνεπεία της σχέσης που υφίστατο μεταξύ τους μέχρι και το Φεβρουάριο
  3. Βρίσκω επίσης ότι στα πλαίσια αυτής της συνάντησης όλοι οι παρευρισκόμενοι κατέληξαν και συμφώνησαν ότι είχαν δημιουργηθεί προς τον ενάγοντα οφειλές από τους εναγόμενους ύψους €43.427,52 οι οποίες έπρεπε να του καταβληθούν και θα του καταβάλλονταν και λαμβανομένου υπόψη ότι οι πληρωμές συνολικού ύψους €14.864,80 που ισχυρίστηκε ο ενάγοντας και ο ΜΕ2 ότι έγιναν στον πρώτο από πλευράς εναγομένων έναντι του εν λόγω συμφωνηθέντος ποσού δεν αμφισβητήθηκαν κατά την ακρόαση, βρίσκω και ότι από τις 16/02/11 που έγινε η τελευταία πληρωμή στον ενάγοντα ύψους €4739, οι εναγόμενοι εξακολουθούν να οφείλουν στον τελευταίο το ποσό των €28.562,
  4. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου επομένως, κρίνω ότι εφόσον η παρούσα αγωγή αφορά απλά στην ανάκτηση ενός συμφωνημένου και παραδεκτού χρέους, καθίσταται άνευ σημασίας το αν η φύση της σχέσης από την οποία προέκυψε αρχικά το χρέος αυτό εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ή αν το εν λόγω Δικαστήριο είναι το μόνο που θα μπορούσε υπό κανονικές συνθήκες να επιδικάσει στον ενάγοντα τα διάφορα ποσά που συνέθεταν αρχικά το εν λόγω συμφωνημένο χρέος αφού «.Από τη στιγμή που η εργατική διαφορά, για την οποία αρμόδιο ήταν το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, μετατράπηκε σε συμφωνία πληρωμής συγκεκριμένου ποσού, αρμόδιο ήταν πλέον το Επαρχιακό Δικαστήριο.». (Βλ. ERE Electrical ανωτέρω καθώς επίσης και Κοζάκη Σοφία ν. Γεώργιου Κοζάκη
(2003)1 ΑΑΔ 1047 και Toni & Guy Limassol Ltd και Άλλοι ν. Kυριάκου Θεοδώρου
(2008)1 ΑΑΔ 496). Το παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο συνεπώς έχει δικαιοδοσία να επιδικάσει στον ενάγοντα το ποσό που αξιώνει και δη το ποσό για το οποίο έχω καταλήξει ανωτέρω σε εύρημα ότι εξακολουθεί να οφείλεται στον ενάγοντα Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι ο ενάγοντας απέδειξε την υπόθεση του εναντίον των εναγομένων στον απαιτούμενο βαθμό εξαιρουμένης όμως της δικογραφημένης αξίωσης του για τόκο από το 2005, αξίωση την οποία άλλωστε δεν προώθησε με τη μαρτυρία του. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €28.562,72 πλέον νόμιμο τόκο από σήμερα πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο πλέον ΦΠΑ αν υπάρχει. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.