Αίτηση της εταιρείας BM - BANK JOINT STOCK COMPANY ( ΠΡΩΗΝ JOINT - STOCK COMMERCIAL BANK ''BANK OF MOSCOW'' (OPEN JOINT - STOCK COMPANY) ν. Αναφορικά με την εταιρεία HISTERIO LIMITED, Αρ. Αίτησης: 145/2017, 20/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A486 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 145/2017 Αναφορικά με την εταιρεία HISTERIO LIMITED, από τη Λευκωσία και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 Αίτηση της εταιρείας BM - BANK JOINT STOCK COMPANY ( ΠΡΩΗΝ JOINT - STOCK COMMERCIAL BANK ''BANK OF MOSCOW'' (OPEN JOINT - STOCK COMPANY), από τη Ρωσία -------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 20 Ιουλίου 2020 Για την Αιτήτρια: κα Χριστοφή για κ.κ. Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Καθ' ης η αίτηση: κ. Κ. Κληρίδης για κ.κ. Φοίβο, Χρίστο Κληρίδη & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αφορά σε αίτηση εκκαθάρισης που καταχώρησε στις 13/02/17 η πιο πάνω αιτήτρια ρωσική τράπεζα εναντίον της καθ' ης η αίτηση κυπριακής εταιρείας επικαλούμενη τα αρ. 209, 211, 212 Κεφ.
- Όπως ειδικότερα αναφέρεται στην Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση, ο λόγος που ζητείται η εκκαθάριση είναι διότι κατά την αιτήτρια η καθ' ης η αίτηση είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της εφόσον παρέλειψε να συμμορφωθεί εντός 21 ημερών με γραπτή επιστολή απαίτησης πληρωμής «με βάση τα άρθρα 211(ε), 211(στ) και 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113» που η πρώτη φέρεται να επέδωσε στην δεύτερη στις 27/07/
- Η καθ' ης η αίτηση εμφανίστηκε με δικηγόρο στη διαδικασία και μέσω της ένστασης που καταχώρησε, εγείρει σωρεία λόγων για να υποστηρίξει τη θέση της ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Όπως ανέφερα στην ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσα στις 20/12/19: «Το ιστορικό που περιβάλλει την παρούσα υπόθεση μέχρι και τις 09/07/19 που της επιλαμβάνονταν άλλοι αδελφοί Δικαστές, συνοψίζεται στην τελευταία ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσε ένας εκ των αδελφών Δικαστών στις 09/07/19 και η οποία αφορούσε αίτημα της καθ' ης η αίτηση να τροποποιήσει την ένσταση της καθώς επίσης και να καταθέσει συμπληρωματική Ε/Δ προς υποστήριξη της ένστασης της. Παραθέτω αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση της 09/07/19: «Στις 13.2.2017 η Εταιρεία BM - BANK JOINT STOCK COMPANY (πρώην JOINT - STOCK COMMERCIAL BANK ''BANK OF MOSCOW'' (OPEN JOINT - STOCK COMPANY) καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση αιτούμενη την εκκαθάριση της εταιρείας HISTERIO LIMITED. Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 209, 211 και 212 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και με αυτή η ως άνω Τράπεζα προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η καθ' ης η αίτηση εταιρεία είναι αναξιόχρεη και ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και ότι πρέπει να διαταχθεί η εκκαθάρισή της. Το αίτημα της Τράπεζας εδράζεται σε ισχυρισμό για χρέος για το ποσό των $38.171.438,59 Δολαρίων Η.Π.Α. πλέον τόκο 4% από 9.12.2015 ή το αντίστοιχό τους σε ευρώ. Η αιτήτρια Τράπεζα ισχυρίζεται ότι η καθ' ης η αίτηση εταιρεία HISTERIO LIMITED της οφείλει το ως άνω ποσό δυνάμει Διαιτητικής Απόφασης του Διεθνούς Εμπορικού Διαιτητικού Δικαστηρίου του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας η οποία εγγράφηκε και/ή αναγνωρίστηκε η εκτέλεσή της στην Κύπρο κατόπιν απόφασης του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερομηνίας 9.12.2015 η οποία εκδόθηκε στην Γενική Αίτηση αρ. XXXXX/2014 που η πρώτη καταχώρησε εναντίον της δεύτερης. H αιτήτρια ισχυρίζεται ότι στις 22.7.2016 επέδωσε μέσω ιδιωτικού επιδότη στο εγγεγραμμένο γραφείο της καθ' ης η αίτηση εταιρείας επιστολή ή και γραπτή απαίτηση στην Αγγλική γλώσσα συνοδευόμενη με επίσημη μετάφρασή της στα Ελληνικά με βάση τα άρθρα 211(ε), 211(στ) και 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου με την οποία ζητούσε από την Εταιρεία να πληρώσει μέσα σε 21 μέρες το χρέος της και ότι η τελευταία παρέλειψε να το πράξει και εξακολουθεί να παραλείπει να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό των $38.171.438,59 Δολαρίων Η.Π.Α. πλέον τόκο από 9.12.2015 ή το ισόποσό τους σε ευρώ. Η αίτηση εκκαθάρισης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Pavel Sergeevich και από αρκετά έγγραφα επισυνημμένα σε αυτή ως τεκμήρια. Στις 27.2.2018 η καθ' ης η αίτηση εταιρεία HISTERIO LIMITED καταχώρησε ένσταση στην αίτηση εκκαθάρισης η οποία υποστηρίζεται από όσα περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση του κ. Γιώργου Φιλιππίδη η οποία επισυνάφθηκε στην ένσταση. Ο κ. Φιλιππίδης ισχυρίζεται XXXXXX άλλων ότι η απόφαση στην οποία η αιτήτρια στηρίζει την απαίτησή της είναι παράτυπη, η απαίτηση πληρωμής η οποία επιδόθηκε στην HISTERIO LIMITED είναι άκυρη, ότι η εταιρεία δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην αιτήτρια και/ή ότι το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό αμφισβητείται καλόπιστα και ότι η αίτηση εκκαθάρισης προωθείται καταχρηστικά αφού η καθ' ης η αίτηση εταιρεία έχει προβεί σε εξόφληση οποιουδήποτε τυχόν οφειλομένου ποσού. Ισχυρίζεται επίσης ότι η εταιρεία εφεσίβαλε την απόφαση ημερομηνίας 9.12.2015 η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης αρ. XXXXX/2014 για εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης στην Κύπρο και ως εκ τούτου δεν υπάρχει τελεσίδικη Δικαστική Απόφαση από την οποία να προκύπτει οφειλόμενο ποσό και ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση εκκαθάρισης έγινε από πρόσωπο το οποίο δεν γνωρίζει τα επίδικα γεγονότα ούτε μπορεί να έχει ιδία γνώση αυτών.» Σημειώνω εδώ ότι πέραν της ένστασης της, η καθ' ης η αίτηση έχει μέχρι σήμερα καταχωρήσει τέσσερεις ενδιάμεσες αιτήσεις οι οποίες απορρίφθηκαν με σχετικές ενδιάμεσες αποφάσεις. Συγκεκριμένα καθ' ης η αίτηση καταχώρησε: Α. Αίτηση ημερ. 28/04/17 για παραμερισμό και/ή απόρριψη και/ή αναστολή της αίτησης εκκαθάρισης «.για το λόγο ότι το αντικείμενο και/ή αξίωση που εγείρεται και/ή το ισχυριζόμενο χρέος στο οποίο βασίζεται ή θεμελιώνεται η Αίτηση τελεί υπό αμφισβήτηση και δεν συνιστά εκκαθαρισμένη απαίτηση και η Καθ' ης η αίτηση δεν είναι και δεν μπορεί να θεωρείται πιστωτής της Εταιρείας και δεν μπορεί να αποφασιστεί στην Αίτηση αλλά σε κανονική πολιτική αγωγή ή διαιτησία και/ή για το λόγο ότι η Αίτηση είναι κακόπιστη, υποβολιμαία και εκδικητική και/ή ότι η καταχώρηση της συνιστά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών και ή ότι είναι καταδικασμένη σε απόρριψη υπό τις περιστάσεις.» Η εν λόγω αίτηση, την οποία η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε πριν καταχωρήσει την ένσταση της στην αίτηση εκκαθάρισης, απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση ημερ. 22/01/18 που εξέδωσε ο αδελφός Δικαστής που επιλαμβανόταν τότε της υπόθεσης και ο οποίος απεφάνθη μεταξύ άλλων ότι: «Είναι φανερό από όλα όσα καταγράφονται πιο πάνω ότι η Αίτηση Εκκαθάρισης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν αποκαλύπτει μια εύλογη αιτία αγωγής. Από αυτή και τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνω, χωρίς, επαναλαμβάνω να προβαίνω σε οποιαδήποτε σχετική τελική κρίση, πως προκύπτει θέμα προς εξέταση με σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας με τρόπο ώστε να μην τίθεται θέμα διαγραφής και/ή παραμερισμού της και/ή αναστολής της εκδίκασής της. Ούτε προκύπτει από αυτά ότι η Αίτηση είναι δικόγραφο χωρίς νομικό ή πραγματικό υπόβαθρο που να δικαιολογείται, το εξαιρετικό μέτρο του παραμερισμού ή απόρριψής ή αναστολής της από αυτό το πρώιμο στάδιο. Ούτε πρόκειται για ανούσια ή επιπόλαια ή ενοχλητική διαδικασία που να δικαιολογεί αυτή τη δραστική κρίση. Συνεπώς κρίνω δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.27 Θ.3 και η επίδικη αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Όσο δε αφορά τον ισχυρισμό της Εταιρείας ότι η Αίτηση Εκκαθάρισης είναι πρόωρη λόγω ύπαρξης καλής τη πίστη αμφισβήτησης του χρέους εκ μέρους της και συνεπώς καταχρηστική, κρίνω ότι το θέμα αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης της παρούσας αίτησης αλλά θα εξεταστεί στα πλαίσια της κυρίως δίκης. Εν πάση περιπτώσει, χωρίς να προβαίνω σε τελική κρίση επί του θέματος, από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου κρίνω πως δεν δικαιολογείται μια τέτοια κρίση αφού δεν κρίνω ότι επιδιώκονται όμοιοι στόχοι με παράλληλα ένδικα μέσα. Η αγωγή αρ. XXXXX/2014 και η Έφεση τις οποίες επικαλείται σχετικά η Εταιρεία έχουν διαφορετικό επίδικο θέμα από την Αίτηση Εκκαθάρισης και δεν είναι δυνατή η κατάληξη ότι η αίτηση εκκαθάρισης προωθείται καταχρηστικά. Τέλος, ούτε και το ζήτημα της ορθής ή όχι χαρτοσήμανσης των συμφωνιών δανείου που χρησιμοποιήθηκαν για σκοπούς έκδοσης των αποφάσεων στις γενικές αιτήσεις XXXXX/2015 και XXXXX/2015 κρίνω πως θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για την έκδοση της υπό στοιχείο Α αιτούμενης θεραπείας. Σημειώνω στο σημείο αυτό, ότι στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης αρ. XXXXX/14 που εκδόθηκε από το Ε.Δ. Λευκωσίας με βάση την οποία επετράπη η εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης στο σχετικό μητρώο του Δικαστηρίου για σκοπούς εκτέλεσής της, δόθηκαν ρητές οδηγίες προς την Τράπεζα όπως εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος χαρτοσημάνει και/ή καταβάλει τα έξοδα χαρτοσήμων της σχετικής συμφωνίας.». Β. Αίτηση ημερ. 02/05/18 για αντεξέταση του κ. XXXXX Pavel Sergeevich ο οποίος ορκίστηκε την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση για εκκαθάριση. Η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση ημερ. 14/11/18 που επίσης εξέδωσε ο αδελφός Δικαστής. Γ. Αίτηση ημερ. 02/07/18 για τροποποίηση της ένστασης καθώς επίσης και για καταχώρηση συμπληρωματικής Ε/Δ προς υποστήριξη της ένστασης. Η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση του ίδιου αδελφού Δικαστή ημερ. 09/07/
- Δ. Αίτηση ημερ. 01/08/19 για καταχώρηση συμπληρωματικής Ε/Δ η οποία απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση ημερ. 20/12/19 που εκδόθηκε από το Δικαστήριο με την παρούσα σύνθεση όταν πλέον η υπόθεση τέθηκε ενώπιον μου. Συνεπεία των πιο πάνω ενδιάμεσων αποφάσεων, το «δικογραφικό» πλαίσιο εντός του οποίου η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση συνίστατο αφ' ενός στην αίτηση και υποστηρικτική της Ε/Δ και αφ' ετέρου στην ένσταση με τη δική της υποστηρικτική Ε/Δ, το περιεχόμενο των οποίων συνοψίζεται στο πιο πάνω απόσπασμα που παρέθεσα από την απόφαση της 09/07/19 και στο οποίο περιεχόμενο θα αναφερθώ με περισσότερη λεπτομέρεια πιο κάτω. Η ακρόαση της αίτησης, ολοκληρώθηκε με την καταχώρηση μακροσκελών γραπτών εμπεριστατωμένων αγορεύσεων από αμφότερους τους συνηγόρους (περί τις 70 σελίδες έκαστη) και στις οποίες αγορεύσεις αναφορά κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Παραθέτω κατ' αρχήν τα γεγονότα που ισχυρίζεται η πλευρά της αιτήτριας και τα οποία η πλευρά της καθ' ης η αίτηση δεν αμφισβητεί.
- Μεταξύ των δύο εταιρειών υπογράφηκαν περί το 2010 διάφορες συμφωνίες παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων από την αιτήτρια προς την καθ' ης η αίτηση και περί το 2013, η αιτήτρια, ισχυριζόμενη ότι η καθ' ης η αίτηση δεν ανταποκρίθηκε στις συμβατικές της υποχρεώσεις και δεν αποπλήρωσε τις πιστωτικές διευκολύνσεις που τις παρασχέθηκαν, ξεκίνησε εναντίον της τελευταίας διαδικασία διαιτησίας ενώπιον του Διεθνούς Εμπορικού Διαιτητικού Δικαστηρίου του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας (ΔΕΔΔ) αξιώνοντας τα κατ' εκείνη οφειλόμενα ποσά. Η διαδικασία εκείνη ολοκληρώθηκε στην απουσία της καθ' ης η αίτηση, εφόσον αυτή παρέλειψε να εμφανιστεί, με την έκδοση απόφασης στις 21/05/14 υπέρ της αιτήτριας και εναντίον της καθ' η αίτηση για ποσό περί τα 40 εκ. δολάρια ΗΠΑ. Η εν λόγω απόφαση δεν εφεσιβλήθηκε από πλευράς καθ' ης η αίτηση.
- Την 01/09/14 η αιτήτρια καταχώρησε στο Ε.Δ. Λ/σίας την Γενική Αίτηση 685/14 με την οποία ζήτησε την εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση της προαναφερόμενης απόφασης του ΔΕΔΔ. Στην εν λόγω αίτηση η καθ' ης η αίτηση εμφανίστηκε και καταχώρησε ένσταση ισχυριζόμενη μεταξύ άλλων ότι, δεν είχε ειδοποιηθεί προσηκόντως για την διαιτητική διαδικασία στο ΔΕΔΔ, ότι η εν λόγω διαιτητική απόφαση δεν κατέστη δεσμευτική, ότι το δάνειο στο οποίο αφορούσε η απόφαση είχε εξοφληθεί από τον Ιούνιο του 2013, ήτοι πριν την έκδοση της διαιτητικής απόφασης και ότι δεν θα μπορούσε να εγγραφεί, αναγνωριστεί και εκτελεστεί η εν λόγω διαιτητική απόφαση αφ' ενός διότι αφορά σε άκυρα δάνεια και συναλλαγές και αφ' ετέρου διότι είναι απόφαση «πολιτικού περιεχομένου», υποκινούμενη από δόλια κίνητρα και βασιζόμενη σε παράνομες και άκυρες δοσοληψίες μεταξύ των μερών. Η έντιμη πρόεδρος που εκδίκασε την εν λόγω Γενική Αίτηση έκρινε με απόφαση της ημερ. 09/12/15 ότι από τα όσα τέθηκαν ενώπιον της δεν συνέτρεχε κανένας λόγος που να δικαιολογούσε την άρνηση αναγνώρισης και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης του ΔΕΔΔ και ακολούθως προχώρησε και ενέκρινε την αίτηση, επιβάλλοντας όμως όρο στη διαταχθείσα εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης όπως η αιτήτρια χαρτοσημάνει εντός 30 ημερών από τις 09/12/15 τη συμφωνία δανείου που αποτέλεσε το αντικείμενο της διαιτητικής απόφασης και όπως το διάταγμα εγγραφής, αναγνώρισης και εκτέλεσης της απόφασης του ΔΕΔΔ, συνταχθεί μόνο μετά που θα λάβει χώρα η εν λόγω χαρτοσήμανση (βλ. Τεκ.1 Ε/Δ καθ' ης η αίτηση). Εναντίον της εν λόγω απόφασης έχει καταχωρηθεί έφεση από την καθ' ης η αίτηση στην οποία προσβάλλεται μεταξύ άλλων ως εσφαλμένο τόσο το συμπέρασμα της έντιμης Προέδρου ότι η απόφαση του ΔΕΔΔ δεν αφορούσε σε άκυρα δάνεια (Λόγος έφεσης 1
(8)) όσο και η απορριπτική κατάληξη της ως προς το θέμα της κατ' ισχυρισμό εξόφλησης των επίμαχων δανείων (2ος Λόγος Έφεσης) (Τεκ.2 Ε/Δ καθ' ης η αίτηση). Αν και η έφεση αυτή ακόμη εκκρεμεί, η ισχύς της απόφασης της 09/12/15 δεν έχει μέχρι σήμερα με οποιοδήποτε τρόπο ανασταλεί ή ακυρωθεί.
- Η αιτήτρια έχει εξασφαλίσει από τις 28/12/15 και έχει παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία διάταγμα το οποίο πιστοποιείται από τον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λ/σίας ότι συντάχθηκε την 28/12/15 και ότι συνιστά συνταγμένο (drawn up) πιστό αντίγραφο του διατάγματος που εκδόθηκε στις 09/12/15 στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης XXXXX/14 με το οποίο το εκεί Δικαστήριο «.ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως η διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 21.05.2014.μεταξύ της (αιτήτριας) και της (καθ' ης η αίτηση) εγγραφεί, αναγνωριστεί και εκτελεστεί και δη διά του παρόντος εγγράφεται, αναγνωρίζεται και εκτελείται στην Κύπρο» (Τεκ. 10 Ε/Δ αιτήτριας). Αν και η καθ' ης η αίτηση δεν αμφισβητεί το γεγονός της σύνταξης του εν λόγω διατάγματος αλλά μόνο την ορθότητα και νομιμότητα της σύνταξης του, το εν λόγω συνταχθέν διάταγμα μέχρι σήμερα δεν έχει ανακληθεί, τροποποιηθεί ή ακυρωθεί με οποιοδήποτε τρόπο.
- Εκκρεμούσης της Γενικής Αίτησης XXXXX/14 και συγκεκριμένα στις 18/12/14, η καθ' ης η αίτηση μαζί με αριθμό άλλων εταιρειών καταχώρησαν εναντίον της αιτήτριας στο Ε.Δ. Λ/σίας την αγωγή XXXXX/14 αξιώνοντας μεταξύ άλλων αναγνωριστική απόφαση και δήλωση του Δικαστηρίου ότι τα δάνεια που είχαν λάβει από την αιτήτρια είχαν εξοφληθεί κατά την περίοδο 2006 - 2012 και ότι από 2013 και μέχρι σήμερα ότι ουδέν ποσόν οφείλουν στην τελευταία (βλ. Τεκ.3 Ε/Δ καθ' ης η αίτηση). Η εκδίκαση της εν λόγω αγωγής ακόμη εκκρεμεί. Σημειώνω εδώ ότι η ύπαρξη της αγωγής αυτής ηγέρθηκε ως μέρος των λόγω ένστασης που η καθ' ης η αίτηση πρόβαλε στην Γενική Αίτηση XXXXX/14 για εγγραφή της απόφασης του ΔΕΔΔ όμως η έντιμη Πρόεδρος που εκδίκασε την εν λόγω αίτηση έκρινε ότι ούτε αυτό συνιστούσε λόγο για να μην εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα εγγραφής και αναγνώρισης. Και αυτή η κατάληξη της έντιμης Προέδρου αμφισβητείται με την έφεση που η καθ' ης η αίτηση έχει καταχωρήσει (βλ. 2ο Λόγο Έφεσης)
- Στις 27/07/2016, ιδιώτης επιδότης προέβη σε Ε/Δ ότι επέδωσε «.επίσημο αντίγραφο της επιστολής ως επισυνάπτεται και διάταγμα στην αίτηση με αριθμό XXXXX/14 του Πρωτοκολλητείου Λευκωσίας στη Λευκωσία την 27/7/2016 αφήνοντας το στην παρουσία της XXXXX Ζάρκος έναντι της υπογραφής της στην καθ' ης η αίτηση HISTERIO LIMITED από Λευκωσία. Η πιο πάνω XXXXX Ζάρκος είναι εγγεγραμμένη διευθύντρια της One World Secretarial Ltd, εγγεγραμμένης γραμματέα της καθ' ης η αίτηση» (βλ. Τεκ.11 Ε/Δ αιτήτριας). Στην εν λόγω Ε/Δ επισυνάπτεται επιστολή στην αγγλική γλώσσα που υπογράφεται από τον πρόεδρο της αιτήτριας με ημερ. 21/07/16 και η οποία απευθύνεται στην καθ' ης η αίτηση στη διεύθυνση Προδρόμου 75, Oneworld Parkview House, 4ος όροφος, 2063 Λευκωσία, η οποία διεύθυνση συνιστά τόσο τη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της τελευταίας από τις 10/08/12 όσο και τη δηλωθείσα στον Έφορο Εταιρειών, διεύθυνση της εγγεγραμμένης γραμματέα της τελευταίας, ήτοι της εταιρείας One World Secretarial Ltd (βλ. αρχείο Εφόρου Εταιρειών Τεκ.3 Ε/Δ αιτήτριας). Η εν λόγω επιστολή, η οποία συνοδεύεται από πιστό αντίγραφο του συνταγμένου διατάγματος ημερ. 09/12/15 της Γενικής Αίτησης XXXXX/14, δεν αμφισβητείται ότι έστω και αν είναι στην αγγλική γλώσσα, αναφέρεται στην έκδοση απόφασης στην Γενική Αίτηση XXXXX/14 με την οποία διατάχθηκε η εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση στην Κύπρο της απόφασης του ΔΕΔΔ και ότι αφορά σε απαίτηση της αιτήτριας όπως εντός 21 ημερών, η καθ' ης η αίτηση της καταβάλει τα ποσά που αναφέρονται στην αναγνωρισμένη και εκτελεστή διαιτητική απόφαση, προειδοποιώντας ταυτόχρονα ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την απαίτηση αυτή, θα ενεργοποιούνταν διαδικασίες εκκαθάρισης της καθ' ης η αίτηση στην βάση των αρ. 211(ε), 211(στ) και 212(α) Κεφ.
- Στις 05/08/16, κύπριοι δικηγόροι έστειλαν επιστολή στην αγγλική γλώσσα τόσο στην αιτήτρια όσο και στους δικηγόρους της με θέμα «Απαίτηση για πληρωμή δυνάμει της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Γενική Αίτηση αρ. XXXXX/2014.ημερομηνίας 09/12/15» (ελεύθερη μετάφραση) αναφέροντας ότι ενεργούσαν εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση και ότι σε απάντηση της επιστολής της αιτήτριας ημερ. 21/07/16, θεωρούσαν την εν λόγω επιστολή, στην οποία αναφέρονταν ως «την προτιθέμενη επιστολή δυνάμει των σχετικών νομοθετικών προνοιών του Κεφ.113» (ελεύθερη μετάφραση), να μην έχει καμία ισχύ διότι δεν συνήδε με τις σχετικές θέσμιες διαδικαστικές προϋποθέσεις. Πρόσθετα τούτου, οι εν λόγω δικηγόροι εξέφρασαν εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση πελάτιδος τους και τη θέση ότι λανθασμένα και δόλια συντάχθηκε το διάταγμα της προαναφερόμενης δικαστικής διαδικασίας εφόσον κατ' εκείνους δεν υπήρξε συμμόρφωση με τον όρο που το εκεί Δικαστήριο επέβαλε για χαρτοσήμανση, ότι η απόφαση σε εκείνη τη διαδικασία είχε εφεσιβληθεί και ότι τα αξιούμενα με την επιστολή της αιτήτριας ποσά δεν ήταν ούτε οφειλόμενα αλλά ούτε και πληρωτέα εφόσον εκκρεμούσε η αγωγή XXXXX/
- Στη βάση των ισχυρισμών αυτών καθώς επίσης και του ισχυρισμού ότι τα δάνεια εξασφαλίζονταν επαρκώς και/ή είχαν τύχει κατάχρησης από την αιτήτρια, οι δικηγόροι της καθ' ης η αίτηση υποστήριξαν ότι τα αξιούμενα ποσά τελούν υπό αμφισβήτηση, δεν μπορούν να ανακτηθούν νόμιμα και ότι όλα τα θέματα αυτά θα ξεκαθαρίσουν μέσω της αγωγής XXXXX/14 (βλ. Τεκ.13 Ε/Δ αιτήτριας και 20 Ε/Δ καθ' ης η αίτηση). Η σχετική θέση που προβάλλει στην εδώ ένσταση της η καθ' ης η αίτηση είναι ότι «.υπάρχει γνήσια και καλή τη πίστη αμφισβήτηση του επίδικου χρέους η οποία διατυπώθηκε εξ υπαρχής εις απάντηση της απαίτησης δυνάμει Νόμου.» (βλ. παρ.34 Ε/Δ καθ' ης η αίτηση)
- Από τις 22/07/16 και μέχρι και τις 13/02/17 που καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση, ήτοι για εφτά μήνες, κανένα ποσό δεν καταβλήθηκε από την καθ' ης η αίτηση προς την αιτήτρια ως πληρωμή έναντι οποιουδήποτε ποσού αναφέρεται στην επιστολή της 21/07/16 ή στις αποφάσεις στις οποίες η εν λόγω επιστολή παραπέμπει, ούτε και οποιοδήποτε τέτοιο ποσό έχει μέχρι σήμερα καταβληθεί. Όπως ήδη ανέφερα, τα πιο πάνω γεγονότα δεν αμφισβητούνται από καμία πλευρά ότι συνιστούν μέρος των πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση εκκαθάρισης και ως τέτοια τα αποδέχομαι. Παρά την έκταση της αγόρευσης της πλευράς της αιτήτριας, η θέση της τελευταίας είναι στην ουσία απλή και έχει ως εξής. Μεταξύ των μερών προέκυψε συμβατική διαφορά προερχόμενη από γραπτή συμφωνία παρασχεθέντων πιστωτικών διευκολύνσεων, η οποία διαφορά οδηγήθηκε ενώπιον αναγνωρισμένου αλλοδαπού διαιτητικού Δικαστηρίου στη Ρωσία (ΔΕΔΔ), το οποίο με απόφαση που εξέδωσε στις 21/05/14 δικαίωσε την αιτήτρια επιδικάζοντας υπέρ της και εναντίον της καθ' ης η αίτηση σημαντικά ποσά και τουλάχιστον ποσά πάνω από €5.
- Η εν λόγω διαιτητική απόφαση, η οποία δεν έχει εφεσιβληθεί ή ακυρωθεί ή ανασταλεί, στη συνέχεια εγγράφηκε και αναγνωρίστηκε στην Κύπρο με διάταγμα που εξέδωσε στα πλαίσια της νενομισμένης διαδικασίας κυπριακό Δικαστήριο κατόπιν ακρόασης, καταλήγοντας έτσι να θεωρείται από τις 09/12/15 ως απόφαση που εκδόθηκε απευθείας από Δικαστήριο της Κύπρου με όλα τα πλήρως εκτελεστά δικαιώματα και υποχρεώσεις που κάτι τέτοιο συνεπάγεται σε σχέση τουλάχιστο με τους διαδίκους στους οποίους αφορά. Στη βάση αυτού του εξ αποφάσεως χρέους, η αιτήτρια επέδωσε στις 27/07/16 επιστολή απαίτησης στο εγγεγραμμένο γραφείο της καθ' ης η αίτηση σύμφωνα με τις πρόνοιες του αρ. 212(α) Κεφ.113, ως οι εν λόγω πρόνοιες διαμορφώθηκαν μετά την τροποποίηση του Ν.63(Ι)/15 και επειδή έκτοτε παρήλθε περίοδος 21 ημερών χωρίς η καθ' ης η αίτηση να εξοφλήσει το απαιτούμενο εξ αποφάσεως χρέος, αυτή θεωρείται, διά νόμου πλέον, ως εταιρεία που «είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της» και ως εκ τούτου πρέπει να εκκαθαριστεί. Οι θέσεις της πλευράς της καθ' ης η αίτηση από την άλλη, η επιχειρηματολογία της οποίας αναπτύσσεται σε μία εξίσου εκτενή αγόρευση, δύναται θεωρώ να χωριστούν στις εξής ενότητες.
- Θέματα που αφορούν στις διαδικαστικές προϋποθέσεις των αρ. 211(ε) και 212(α) Κεφ.113 (λόγοι ένστασης Η1, Η2, Θ και Κ).
- Θέματα που αφορούν στην ουσία της αίτησης και ειδικότερα στην ύπαρξη καλόπιστης αμφισβήτησης του κατ' ισχυρισμό χρέους. Στην ενότητα αυτή εμπίπτουν τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που προηγήθηκαν της διαιτητικής απόφασης του ΔΕΔΔ της 21/05/14 και που αφορούν στις διαφορές μεταξύ των μερών (λόγοι ένστασης Δ, Ε, Στ και Ι) καθώς επίσης και τα όσα περιβάλλουν την έκδοση της απόφασης ημερ. 09/12/15 στην Γενική Αίτηση XXXXX/14 με την οποία διατάχθηκε η εγγραφή και αναγνώριση στην Κύπρο της απόφασης του ΔΕΔΔ (λόγοι ένστασης Α, Β, Γ και Ζ)
- Κατάχρηση η οποία προκύπτει από τον συνδυασμό όλων των πιο πάνω (λόγος ένστασης Λ). Επισημαίνω εδώ ότι ο διαχωρισμός των θέσεων της καθ' ης η αίτηση σε ενότητες γίνεται καθαρά για σκοπούς εύκολης κατανόησης των όσων εγείρονται στην παρούσα διαδικασία και ότι δεν έχω παραβλέψει ότι σε μεγάλο βαθμό οι ενότητες αυτές αλληλοκαλύπτονται και ότι οι λόγοι ένστασης που προβάλλει η καθ' ης η αίτηση δύναται να εμπίπτουν σε περισσότερες από μία ενότητα. Έχω εξετάσει με προσοχή τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου. Υπενθυμίζω κατ' αρχή ότι ο γενικός κανόνας που διέπει μια αίτηση εκκαθάρισης στη βάση ανικανότητας πληρωμής χρεών είναι ότι «...στην περίπτωση που αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία τα στοιχεία που διαλαμβάνονται στο άρθρο 212, το Δικαστήριο δεν κέκτηται διακριτικής ευχέρειας να αποστεί της διάλυσης της εταιρείας, ενώ σε περίπτωση που ικανοποιούνται οι πρόνοιες του άρθρου 211 το Δικαστήριο διατηρεί ευρεία διακριτική ευχέρεια ...» στο κατά πόσο θα προχωρήσει να εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης χωρίς να συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις του άρθρου 212, νοουμένου βέβαια ότι πιστοποιείται αφερεγγυότητα της εταιρείας (βλ. AΝΔΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ΚΑΙ ΥΙΟΣ ΛΤΔ ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, ECLI:CY:AD:2017:A176, ECLI:CY:AD:2017:A176, Πολιτική Έφεση Αρ. 177/11, 15/5/2017, Moulettaris M Machinery Co. Ltd ν. Μιχάλη Ζήνωνος
(2001)1 ΑΑΔ 1649, Χατζηγιάννης Ανδρέας ν. C J Kyprianou Promotions Ltd,
(2010)1 Α.Α.Δ. 991 και τις αυθεντίες στις οποίες οι εν λόγω αποφάσεις παραπέμπουν). Εκεί δε όπου η αίτηση εκκαθάρισης εδράζεται στη βάση γραπτής απαίτησης (letter of demand), αυτό που απασχολεί το Δικαστήριο ως προς το ύψος της οφειλής, είναι μόνο το αν υπερβαίνει το όριο που θέτει ο Νόμος και όχι το ακριβές οφειλόμενο ποσό, κάτι που άλλωστε δεν εμπίπτει στην εμβέλεια της παρούσας διαδικασίας (Re Tweeds Garages Ltd [1962] Ch 406). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη σελ. 738 του Palmer's Company Law, 21st Ed - «.where there is no doubt that the company owes the creditor a debt entitling him to a winding up order and only the precise amount of the debt is disputed, the court will make a winding up order without requiring the creditor to quantify his debt precisely») Υπενθυμίζω επίσης ότι η ακρόαση αίτησης εκκαθάρισης γίνεται κατά κανόνα στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που έχουν καταχωρηθεί (βλ. Κασπαρής Σάββας Ιωάννη
(2013)1 ΑΑΔ 2476, Εταιρική Αίτηση 259/89 Επί της αφορώσι την εταιρεία D.J. Demades & Sons Ltd, ημερομηνίας 28.5.1990 και Αρ. αίτησης 552/07, αναφορικά με την εταιρεία ALKΙS HADJIKYRIAKOS (FROU FROU BISCUITS) PUBLIC LTD, Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, 13/2/2009) και ότι αν και υπάρχει το περιθώριο προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας και αυτό αποκλειστικά στα πλαίσια αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων, εντούτοις αυτή η πρακτική θα πρέπει να ασκείται με περισσή φειδώ εφόσον ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται μια αίτηση εκκαθάρισης, αν και προσομοιάζει με τη διαδικασία για έκδοση συνοπτικής απόφασης στη βάση της Δ.18, δεν υποκαθιστά και ούτε αποσκοπεί στην ίδια κατάληξη με την εν λόγω Διάταξη, ήτοι στην έκδοση απόφασης επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών. (βλ. Re a Company No. 0012209 of 1991 reported in [1992] 1 WLR 351 υπό Hoffmann J . at p. 354 και Re a Company No. 006685 of 1996 υπό Chadwick J: «But if, as in this case, it appears that the defence has a prospect of success and the company is solvent, then I think that the court should give the company the benefit of the doubt and not do anything which would encourage the use of the Companies Court as an alternative to the R.S.C., Ord. 14 procedure.» (Re a Company No. 0012209) «I do not find, in that passage, any suggestion that the court, on an application of this nature, is not obliged to consider whether on the evidence before it there is indeed a dispute on substantial grounds; even if, in performing that task, it may be engaged in much the same exercise as that which would be required of a court faced with an application for summary judgment under O.14 (Re a Company No. 006685). (σ.σ. Η αγγλική Ο.14 στην οποία αναφέρονται οι πιο πάνω αγγλικές αυθεντίες είναι η αντίστοιχη κυπριακή Δ.18) Όπως και με τη Δ.18 όμως (βλ. Λαζάρου Eυάγγελος και Άλλη ν. Γιάννη Π. Mακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817), έτσι και σε μια αίτηση εκκαθάρισης, η ανάγκη για αντεξέταση μαρτύρων, λόγω διαπίστωσης ύπαρξης, πληθώρας, καλόπιστα αμφισβητούμενων γεγονότων (bona fide), η ορθότητα των οποίων, μόνο μέσω αντεξέτασης και συναφούς ενδελεχούς αξιολόγησης μπορεί να εξακριβωθεί, αποτελεί ένδειξη ότι η διαδικασία επιχειρείται να μετατραπεί σε δίκη επί της ουσίας, κάτι που σφραγίζει και την τύχη της αίτησης. (βλ. Σπανού Έφη M ν. GIP Constructions Limited
(1999)1 ΑΑΔ 315 ανωτέρω και τις προαναφερόμενες αγγλικές αυθεντίες) Αυτή η «συνοπτική φύση» που διέπει τη διαδικασία της αίτησης εκκαθάρισης, οφείλεται κυρίως στις «δικονομικές ελλείψεις και περιορισμούς» του Δικαστηρίου που ασκεί εταιρική δικαιοδοσία, η άσκηση της οποίας περιορίζεται αποκλειστικά, στους εταιρικούς/πτωχευτικούς κανόνες και πρακτική, κατά τρόπο όμοιο με τη δικαιοδοσία που ασκείται από τα αγγλικά Company και Bankruptcy Courts. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Re UOC Corp. Alipour v Ary [1997] B.C.C. 377, τo Δικαστήριο που ασκεί εταιρική δικαιοδοσία (Company Court) δεν είναι κατάλληλα, δικονομικά εξοπλισμένο, για να επιλύει διαφορές επί γεγονότων (disputes of fact) και να προβαίνει σε ανάλογα ευρήματα ούτε και η δικαιοδοσία του είναι τόσο ευρεία όσο η δικαιοδοσία που έχει το Δικαστήριο κατά την άσκηση της συνήθους πολιτικής του δικαιοδοσίας, ως Δικαστήριο γεγονότων (Trier/Court of facts). Οι δικονομικές πρόνοιες που διέπουν τη διαδικασία στο «εταιρικό» Δικαστήριο, δεν εκτείνονται στο βαθμό των προνοιών που έχει στη διάθεση του το Δικαστήριο που εκδικάζει αγωγές. Δικόγραφα, εν τη αυστηρή έννοια του όρου, δεν υπάρχουν, όπως δεν υπάρχουν ούτε πρόνοιες για ανταλλαγή και επιθεώρηση εγγράφων. Η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας δε, συνήθως δεν είναι ανεκτή, και τα «επίδικα» θέματα, αποφασίζονται κατά κανόνα, στη βάση της έγγραφης μαρτυρίας που προσκομίζεται, στα πλαίσια μιας συνοπτικής ουσιαστικά διαδικασίας. Όμως, όπως αναφέρει και ο Chadwick J στην Re a Company No. 006685 of 1996, υπάρχουν περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται αίτησης εκκαθάρισης θα χρειαστεί να προχωρήσει να εξετάσει και ίσως αποφασίσει, επί της διαφοράς των μερών, χωρίς όμως αυτό να συνεπάγεται και καθήκον επίλυσης της διαφοράς των μερών, κάτι που μόνο στα πλαίσια κανονικής αγωγής μπορεί να γίνει, όπου οι μάρτυρες αντεξετάζονται και αξιολογούνται. Κάτι τέτοιο, θα ήταν εκτός των δικονομικών ορίων και παραμέτρων της συνοπτικής φύσης που χαρακτηρίζει τη διαδικασία της αίτησης εκκαθάρισης. Την ίδια στιγμή όμως δεν θα πρέπει να αγνοούνται και τα όσα αναφέρθηκαν υπό Oliver J στην Re Claybridge Shipping Company SA [1981] Com LR 107, ήτοι ότι είναι εύκολο για μια οφειλέτιδα εταιρεία να επιχειρήσει να «θολώσει το τοπίο» εγείροντας με την ένορκη δήλωση της ένα «νέφος αμφισβητήσεων» (a cloud of objections on affidavits) ούτως ώστε να ισχυριστεί ότι υπάρχει ανάγκη για αντεξέταση και άρα η αίτηση εκκαθάρισης θα πρέπει να απορριφθεί αφού τα «αμφισβητούμενα» θέματα θα πρέπει να επιλυθούν σε διαδικασία αγωγής. Τέτοια προσπάθεια όμως δεν δύναται να επιτραπεί και αυτή είναι και η προσέγγιση που έχει υιοθετήσει και η κυπριακή νομολογία η οποία έχει τονίσει ότι «...η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής. Εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους, όχι απλά του ύψους του, δεν πρέπει να υποβάλλεται τέτοια αίτηση. Ούτε και ασφαλώς είναι επιτρεπτό όπως χρησιμοποιείται καταχρηστικά η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει. (Βέβαια).... δεν πρέπει να επιτρέπεται στον κάθε οφειλέτη να αποφεύγει τις κυρώσεις του περί Εταιρειών Νόμου, προβάλλοντας απλά ότι αμφισβητεί το χρέος ... Η απλή άρνηση πληρωμής ενός αδιαμφισβήτητου χρέους συνιστά πάντα καλή μαρτυρία ότι ο χρεώστης αδυνατεί να πληρώσει. Εάν το Δικαστήριο όμως εξαγάγει το συμπέρασμα ότι μια εταιρεία προβάλλει μια ουσιαστική υπεράσπιση καλόπιστα και δεν επιδιώκει απλά να αποφύγει τις επιπτώσεις της οφειλής της, τότε ασφαλώς δεν θα εγκρίνει την αίτηση εκκαθάρισης» (βλ. Χατζηγιάννης ανωτέρω και Σπανού Έφη M ν. GIP Constructions Limited
(1999)1 ΑΑΔ 315 καθώς επίσης και In the Matter of Claybridge Shipping Company S.A. [1981] Com LR 107, Re a Company No. 0012209 of 1991 [1992] 1 WLR 351, Re JN 2 Ltd [1978] 1 WLR 183 , at p. 187H και Palmer's ανωτέρω σελ. 738 και Pennington's Company Law, 4th ed. pg.679). Είναι λοιπόν γι' αυτούς τους λόγους που δεν ενδείκνυται η καταχώρηση μιας αίτησης εκκαθάρισης στη βάση γεγονότων και δη πολύπλοκων και εκτενών, τα οποία δεν έχουν αποκρυσταλλωθεί με προηγούμενη απόφαση Δικαστηρίου ή που δεν συνιστούν γεγονότα που κατ' εφαρμογή νομοθετικών προνοιών ή νομολογιακών αρχών συνήθως δεν επιδέχονται αμφισβήτησης (π.χ ακάλυπτη επιταγή, γραμμάτιο συνήθους τύπου, γραπτή αναγνώριση χρέους κλπ), εφόσον κάτι τέτοιο μεγιστοποιεί το ενδεχόμενο να διαπιστωθεί εύλογη και γνήσια αμφισβήτηση σε περίπτωση καταχώρησης ένστασης και κατ' επέκταση να απορριφθεί η αίτηση (βλ. επίσης ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ & ΥΙΟΣ (ΓΕΩΡΓΙΚΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ) ΛΙΜΙΤΕΔ ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED, ECLI:CY:AD:2014:A877, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 368/2009, 20/11/2014). Στη βάση των πιο πάνω, συνάγεται ότι, η ορθή διαδικαστική προσέγγιση μιας αίτησης εκκαθάρισης, είναι, όπως αναφέρει ο Λόρδος Hodge στις παρ. 6 -10 της Macplant Services Ltd v. Contract Lifting Services (Scotland) Ltd [2008] ScotCS CSOH_158 (12 November 2008), όπου υιοθέτησε τα όσα αναφέρθηκαν υπό Chadwick J στην Re a Company No. 006685 of 1996, απόφαση η οποία υιοθετήθηκε από την μεταγενέστερη αγγλική και σκωτσέζικη νομολογία (βλ., Citigate Dewe Rogerson Ltd v Artaban Public Affairs SPRL [2009] EWHC 1689 (Ch) (30 June 2009) και YELL.COM v. Internet Business Centres Ltd [2002] ScotSC 203 (29 October 2002) και συνάδει με την κυπριακή νομολογία, η εξής: Η αίτηση αποφασίζεται στη βάση των γεγονότων που αποκαλύπτουν οι αντίστοιχα καταχωρηθείσες ένορκες δηλώσεις. Αν η μαρτυρία του αιτητή δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις των άρθρων 211, 212 και 213 Κεφ.213, το θέμα λήγει εκεί. Αν όμως, αίτηση και ένορκη δήλωση, αποκαλύπτουν επαρκή μαρτυρία για να εγκριθεί η αίτηση, τότε το «βάρος», ουσιαστικά μετατίθεται στην εταιρεία, να αποδείξει εύλογη και καλόπιστη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους (bona fide dispute of the debt) (βλ. επίσης Αυξεντίου ανωτέρω). Αν η εταιρεία εγείρει με την ένσταση της, ισχυρισμούς για να αμφισβητήσει το χρέος, το Δικαστήριο, στα πλαίσια του καθήκοντος του να εξετάσει κατά πόσο όντως πρόκειται για «γνήσια αμφισβήτηση», δεν εμποδίζεται ούτε και μπορεί να αρνηθεί να αποφασίσει το ερώτημα κατά πόσο όντως υπάρχουν ουσιώδεις (substantial) λόγοι για την αμφισβήτηση. Μάλιστα δε, το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει σε έκφραση δικαστικής κρίσης ως προς το κατά πόσο, με βάση τη προσκομισθείσα μαρτυρία, όντως υπάρχει βάσιμη αμφισβήτηση του χρέους. Αυτό όμως που δεν μπορεί και δεν θα πρέπει να πράξει το Δικαστήριο, έστω και αν η «διαχωριστική» γραμμή είναι λεπτή, είναι να διαγνώσει τα επίδικα θέματα και κατ' επέκταση τα ουσιαστικά δικαιώματα των μερών. Αν η έγγραφη μαρτυρία της εταιρείας, δεν αποκαλύπτει τέτοια βάσιμη αμφισβήτηση, τότε καμία περαιτέρω διερεύνηση απαιτείται. Η αντεξέταση μαρτύρων, θα πρέπει να αποφεύγεται. Αν όμως, οι αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, παρουσιάζονται να είναι το ίδιο αξιόπιστες και ικανοποιούν, «εκ πρώτης όψεως», το αντίστοιχο βάρος που η κάθε πλευρά έχει, το Δικαστήριο μπορεί, σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις, να επιτρέψει περιορισμένη αντεξέταση επί των συγκεκριμένων θεμάτων που προκύπτουν και αυτό υπό την επιφύλαξη πάντοτε, του κανόνα ότι, η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως βάσιμης και καλόπιστης αμφισβήτησης του χρέους που ενδεχομένως να δημιουργεί την ανάγκη αντεξέτασης, οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης εκκαθάρισης. Αν πάλι, κατόπιν εξέτασης και κατανόησης της γραπτής μαρτυρίας, διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι, η μαρτυρία της μιας πλευράς «...is simply incredible...», τότε το θέμα δεν χρήζει περαιτέρω εξέτασης ή διαδικασίας. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές λοιπόν, παρατηρώ τα εξής αναφορικά με την υπό κρίση αίτηση. Όπως ανέφερα πιο πάνω, η αιτούμενη εκκαθάριση της καθ' ης η αίτηση εδράζεται επί της κατ' ισχυρισμό αφερεγγυότητας και ανικανότητας της να πληρώσει τα χρέη της και αυτό ουσιαστικά στη βάση της παράλειψης της να εξοφλήσει εντός 21 ημερών, ως κατ' ισχυρισμό της απαιτήθηκε γραπτώς, το χρέος που διατάχθηκε να πληρώσει στην αιτήτρια με την αλλοδαπή διαιτητική απόφαση του ΔΕΔΔ ημερ. 21/05/14, η οποία απόφαση εγγράφηκε και αναγνωρίστηκε στην Κύπρο με απόφαση που εξέδωσε στις 09/12/15 κυπριακό Δικαστήριο του οποίου η αρμοδιότητα να πράξει κάτι τέτοιο δεν αμφισβητείται. Παρόμοια περίπτωση με την παρούσα έτυχε να εξεταστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ ΜΕΤΟΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΟΙΚΤΟΥ ΤΥΠΟΥ - ΔΙΑΚΛΑΔΙΚΗ ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ «URALMETPROM» INTERDEPARTMENTAL CONCERN OAO URALMETPROM ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ BESUNO LTD, ECLI:CY:AD:2014:A123, Πολιτική Έφεση Αρ. 269/2009, 20/2/2014, όπου εκεί, αντίθετα με την εδώ περίπτωση, η ρωσική διαιτητική απόφαση δεν είχε εγγραφεί πριν την υποβολή αίτησης εκκαθάρισης. Επικυρώνοντας την εκεί πρωτόδικη απορριπτική απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: «.Το εύρος εφαρμογής των άρθρων 211 και 212 του Κεφ. 113 αποτέλεσε αντικείμενο σειράς αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Εντοπίζεται ότι τα συγκεκριμένα άρθρα είναι πιστή αντιγραφή του τότε αντίστοιχου αγγλικού Νόμου. Διαπιστώνεται, επίσης, ότι η εξειδίκευση των περιστάσεων στο άρθρο 212 δεν περιορίζει τη γενικότητα του άρθρου 211 αναφορικά με την αδυναμία πληρωμής των χρεών οφειλέτριας εταιρείας. Σημειώνεται, ως εκ τούτου ότι οι εξειδικευμένοι λόγοι του άρθρου 212 συνιστούν ορισμένες περιστάσεις που εγείρουν νομοθετικό τεκμήριο ύπαρξης της αδυναμίας πληρωμής χρεών, αλλά δεν εξαντλούν το πεδίο για προσκόμιση άλλης μαρτυρίας, η οποία θα ήταν δυνατό να οδηγήσει στο ίδιο αποτέλεσμα. Το άρθρο 212(a) εντάσσεται στα πλαίσια του γενικότερου άρθρου 211(e) ως προς την ανικανότητα της εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της και ορίζει μια συγκεκριμένη περίπτωση, ως εκ του Νόμου τεκμήριο, κατά την οποία η εταιρεία λογίζεται ότι αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της. Το Δικαστήριο, κατ΄ ακολουθία του άρθρου 211(f), δύναται να εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης μιας εταιρείας, η οποία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι η εταιρεία αποδεδειγμένα δεν μπορεί να εξασφαλίσει τις οφειλές της. Η οφειλή πρέπει να είναι συγκεκριμένη και αδιαμφισβήτητη. Η δε ευρύτητα του όρου «πιστωτής» είναι τέτοια, που να περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο έχει να λαμβάνει καθορισμένο ύψος πίστωσης (G.I.P. Constructions Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 Α.Α.Δ. 14, in RE LOUKOS MANUFACTURERS LTD
(1998)1 A.A.Δ. 2226, Μ. Μoulettaris Machinery Co. Ltd v. Μιχάλης Ζήνωνος
(2001)1 Α.Α.Δ. 1649, PAN-AMAN HOTELS LTD v. ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1796). Στην απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας εκ μέρους της Εφεσείουσας ως προς την ανικανότητα της Εφεσίβλητης να πληρώσει τα χρέη της, δεν θα ήταν επιτρεπτή η εξέταση της αίτησης από το πρωτόδικο Δικαστήριο στα πλαίσια των άρθρων 211(
- e)και 212(c). Ορθά, λοιπόν, υπό τις συνθήκες, η αίτηση εξετάστηκε αποκλειστικά και μόνο με αναφορά στα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 212(
- a)του Κεφ. 113. Υπό το πρίσμα αυτό, προβάλλει ως μόνο θέμα για εξέταση, κατά πόσο η διαιτητική απόφαση θα μπορούσε να αποτελέσει επαρκές υπόβαθρο προς πλήρωση των προϋποθέσεων επιτυχίας αίτησης εκκαθάρισης, κατ΄ακολουθία των προϋποθέσεων του άρθρου 212. Όπως έχει ήδη λεχθεί, προβάλλει ως αναντίλεκτο γεγονός ότι δεν έχει επιτραπεί, ως αποτέλεσμα δικαστικής κρίσης, η αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση στην Κύπρο της διαιτητικής απόφασης. Δεν τελεί υπό αμφισβήτηση η επίδοση από την Εφεσείουσα στην Εφεσίβλητη, στις 30/6/2008, υπογραμμένης απαίτησης, μοναδικό αντικείμενο της οποίας ήταν τα ποσά που κάλυπτε η διαιτητική απόφαση. Η Εφεσίβλητη, στοιχείο που επίσης δεν αμφισβητείται, με απαντητική επιστολή της ημερομηνίας 11/7/2008 αμφισβήτησε την ύπαρξη εναντίον της οφειλής, θέτοντας, ταυτόχρονα, πως η διαιτητική απόφαση δεν έχει δημιουργήσει κανένα έννομο αποτέλεσμα, αφού δεν αναγνωρίστηκε, ούτε και εγγράφηκε, για να είναι δυνατή η εκτέλεσή της στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι καθοριστικό για το αποτέλεσμα της υπό κρίση περίπτωσης να αποφασιστεί κατά πόσο το ισχυριζόμενο χρέος, όπως αυτό αντικατοπτρίζεται στη διαιτητική απόφαση, αποτελεί εκκαθαρισμένο και απαιτητό χρέος. Οφειλή, δηλαδή, την οποία η Εφεσίβλητη είχε υποχρέωση να πληρώσει στην Εφεσείουσα εντός της, καθορισμένης από το άρθρο 212(a), προθεσμίας των 21 ημερών. Αρμόδιο Δικαστήριο απεφάνθη ότι η διαιτητική απόφαση δεν μπορεί να αναγνωριστεί, εγγραφεί και εκτελεστεί στην Κύπρο. Η ίδια διαιτητική απόφαση αποτέλεσε και τη βάση στήριξης της αίτησης για εκκαθάριση της Εφεσίβλητης. Η όλη φιλοσοφία που καλύπτει τις διεθνείς εμπορικές διαιτησίες στοχεύει στην παροχή ενός γρήγορου μηχανισμού απονομής δικαιοσύνης και επίλυσης των διαφορών σε διεθνές επίπεδο. Παρόμοια είναι και η φιλοσοφία που διέπει τον περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικός) Νόμο, Ν.84/1979, ο οποίος βασίζεται στην αντίστοιχη Σύμβαση της Νέας Υόρκης του 1958. Οι διεθνείς συμβάσεις που αναφέρονται σε διαδικασίες εκτέλεσης αποφάσεων άλλης χώρας στο έδαφος τρίτης, πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά. Αυστηρή είναι και η προσέγγιση στην ικανοποίηση των προαπαιτούμενων για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση αλλοδαπής απόφασης. Προβάλλει επιτακτική η ανάγκη τήρησης όλων των τύπων, μεταξύ των οποίων η προσκόμιση θεωρημένου πρωτοτύπου ή δεόντως κεκυρωμένου αντιγράφου της όποιας απόφασης. Είναι με βάση τις πιο πάνω αρχές που το Δικαστήριο, εντοπίζοντας έλλειψη κανονικότητας και νομιμότητας των προσκομισθέντων εγγράφων, απέρριψε, στις 28/11/2006, την αίτηση για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση στην Κύπρο της διαιτητικής απόφασης. Η αναγνώριση απόφασης τρίτης χώρας επιβεβαιώνει την καθόλα έγκυρη ύπαρξή της, εντάσσοντάς την, για σκοπούς εκτέλεσης, στα διαλαμβανόμενα στο δικαστικό σύστημα της αναγνωρίζουσας χώρας όρια, με όλες τις συνακόλουθες δραστικές συνέπειες. Μέσα από τη διαδικασία αναγνώρισης και εγγραφής διασφαλίζονται τα εχέγγυα βεβαίωσης έγκυρης και υπαρκτής αλλοδαπής απόφασης. Η ύπαρξη χρέους αποτελεί την αναγκαία και φυσική συνέπεια της επιβεβαίωσης της ύπαρξης απόφασης, επιβεβαίωση που επιτυγχάνεται μέσω της αναγνώρισης και εγγραφής της. Δε νοείται ύπαρξη οφειλής χωρίς την αναγνώριση αλλοδαπής δικαστικής ή διαιτητικής απόφασης, δεδομένου ότι η οφειλή απορρέει από την ίδια την απόφαση. Συνεπώς, και ως συνακόλουθο της απόρριψης του αιτήματος για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, δεν τεκμηριώνεται και παραμένει μετέωρη η ύπαρξη και οποιουδήποτε χρέους. Με αποτέλεσμα να μην συντρέχουν και να μην ικανοποιούνται, βεβαίως, οι προϋποθέσεις επιτυχίας καταχώρησης αίτησης για εκκαθάριση στη βάση των εξεταζόμενων άρθρων του Κεφ. 113. Είναι αδιανόητη η έναρξη διαδικασίας, η οποία στηρίζεται, αποκλειστικά και μόνο, σε αλλοδαπή απόφαση, η οποία δεν υφίσταται, ουσιαστικά, στη χώρα μας. Παρεμβάλλουμε, ολοκληρώνοντας, ότι ως ζήτημα λογικής προτεραιότητας, αλλά και νομικού ορθολογισμού, αναγκαία ήταν πρώτα η αναγνώριση και εγγραφή της διαιτητικής απόφασης και ακολούθως η καταχώρηση αίτησης για εκκαθάριση, στη βάση, πλέον, εκτελεστής απόφασης.». Έχω παραθέσει σε έκταση το πιο πάνω απόσπασμα διότι τα όσα αναφέρονται εκεί, καλύπτουν μεγάλο μέρος των εδώ εγειρόμενων θεμάτων, υπό την έννοια ότι στην υπό κρίση αίτηση, η αλλοδαπή απόφαση από την οποία φέρεται να απορρέει το κατ' ισχυρισμό χρέος της καθ' ης αίτηση έχει εγγραφεί και αναγνωριστεί στην Κύπρο από αρμόδιο Δικαστήριο του οποίου η απόφαση της 09/12/15, αν και έχει εφεσιβληθεί, εντούτοις δεν έχει με οποιοδήποτε τρόπο ανασταλεί ή ακυρωθεί, και μέχρι να γίνει κάτι τέτοιο, η εν λόγω απόφαση τεκμαίρεται να είναι και νόμιμη αλλά και δεσμευτική, «.με όλες τις συνακόλουθες δραστικές συνέπειες.». Εφόσον λοιπόν «.Η αναγνώριση απόφασης τρίτης χώρας επιβεβαιώνει την καθόλα έγκυρη ύπαρξή της, εντάσσοντάς την, για σκοπούς εκτέλεσης, στα διαλαμβανόμενα στο δικαστικό σύστημα της αναγνωρίζουσας χώρας όρια, με όλες τις συνακόλουθες δραστικές συνέπειες..(και).μέσα από τη διαδικασία αναγνώρισης και εγγραφής διασφαλίζονται τα εχέγγυα βεβαίωσης έγκυρης και υπαρκτής αλλοδαπής απόφασης.», η απόφαση της 09/12/15 επιβεβαιώνει ως «.αναγκαία και φυσική συνέπεια.» την «ύπαρξη χρέους» της καθ' ης η αίτηση προς την αιτήτρια και δη του χρέους των $40εκ. που ισχυρίζεται η τελευταία. Συνεπώς, «αντιστρέφοντας» τα λεχθέντα στην Besuno, διαπιστώνεται ότι στην παρούσα περίπτωση, «.ως συνακόλουθο της (έγκρισης) του αιτήματος για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, τεκμηριώνεται η ύπαρξη χρέους». Όσον αφορά τα όσα εγείρει η καθ' ης αίτηση σε σχέση με τον όρο που επιβλήθηκε στην αιτήτρια με την απόφαση της 09/12/15 να χαρτοσημάνει εντός 30 ημερών την επίδικη συμφωνία δανείου ώστε να δικαιούται να εξασφαλίσει το σχετικό συνταγμένο διάταγμα της απόφασης της 09/12/15 και να μπορεί να ενεργήσει επί αυτού, θα περιοριστώ να υπενθυμίσω ότι η αιτήτρια έχει παρουσιάσει ενώπιον μου το συνταγμένο διάταγμα το οποίο πιστοποιείται από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή να έχει εξασφαλιστεί και συνταχθεί εντός της καθορισθείσας προθεσμίας των 30 ημερών. Θα επαναλάβω συνεπώς τα όσα ανέφερε ο αδελφός Δικαστής στην ενδιάμεση απόφαση της 22/01/18, με το σκεπτικό του οποίου συμφωνώ πλήρως και υιοθετώ - «η γραπτή απαίτηση που έγινε από την Τράπεζα προς την Εταιρεία, στα πλαίσια εκπλήρωσης της προϋπόθεσης για την έγερση της Αίτησης Εκκαθάρισης, εδράστηκε επί του συνταχθέντος διατάγματος (drawn up judgment) το οποίο εκδόθηκε μετά την τοποθέτηση της σφραγίδας του Εφόρου. Η ορθότητα ή μη της σύνταξης του διατάγματος κρίνω πως εκφεύγει της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου.» Το ερώτημα τώρα είναι αν η αιτήτρια έχει όντως απαιτήσει το πιο πάνω τεκμηριωμένο χρέος ως το αρ.212(α) προνοεί[1] ούτως ώστε να μπορεί τώρα να επικαλεστεί το τεκμήριο αφερεγγυότητας που το εν λόγω άρθρο δημιουργεί. Επί αυτού του θέματος παρατηρώ τα εξής. Όπως έχω ήδη αναφέρει, η καθ' ης η αίτηση δεν αμφισβητεί ότι στις 27/07/16, η αιτήτρια επέδωσε μέσω ιδιώτη επιδότη στη Μ. Ζάρκος υπό την ιδιότητα της εγγεγραμμένης διευθύντριας της One World Secretarial Ltd, εγγεγραμμένης γραμματέα της καθ' ης η αίτηση, επιστολή στην αγγλική γλώσσα υπογραμμένη από τον πρόεδρο της αιτήτριας με ημερ. 21/07/16, η οποία επιστολή απευθύνεται στην καθ' ης η αίτηση στη διεύθυνση Προδρόμου 75, Oneworld Parkview House, 4ος όροφος, 2063 Λευκωσία η οποία είναι η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της τελευταίας. Εγείρει μεν η καθ' ης η αίτηση θέμα με το ότι η εν λόγω επιστολή είναι στην αγγλική γλώσσα, όμως σε καμία περίπτωση δεν έχει αμφισβητήσει ότι με την εν λόγω επιστολή ήταν πλήρως αντιληπτό ότι απαιτείτο στη βάση των αρ. 211(ε), 211(στ) και 212(α) Κεφ.113 η πληρωμή εντός 21 ημερών των ποσών που επιδικάστηκαν υπέρ της αιτήτριας και εναντίον της καθ' ης η αίτηση με την απόφαση του ΔΕΔΔ ημερ. 21/05/14, η οποία εγγράφηκε και αναγνωρίστηκε στην Κύπρο με την απόφαση στην Γενική Αίτηση XXXXX/14 ημερ. 09/12/15, αποφάσεις στις οποίες η επιστολή κάμνει ρητή αναφορά. Εξ' άλλου, το ότι ήταν πλήρως αντιληπτό ότι η εν λόγω επιστολή συνιστούσε απαίτηση πληρωμής του συγκεκριμένου εξ' αποφάσεως χρέους με βάση τα συγκεκριμένα άρθρα του Κεφ.113 προκύπτει έκδηλα όχι μόνο από την γραπτή απάντηση που έστειλαν αμέσως μετά οι δικηγόροι της καθ' ης η αίτηση, στην αγγλική μάλιστα γλώσσα, όπου αναφέρθηκαν ρητά σε «Απαίτηση για πληρωμή δυνάμει της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Γενική Αίτηση αρ. XXXXX/2014.ημερομηνίας 09/12/15» και σε «.προτιθέμενη επιστολή δυνάμει των σχετικών νομοθετικών προνοιών του Κεφ.113» αλλά και από τα όσα σχετικά αναφέρονται στην παρ.34 Ε/Δ καθ' ης η αίτηση όπου ο ομνύοντας αναφέρεται στην συγκεκριμένη επιστολή των δικηγόρων της τελευταίας ως απάντηση στην «.απαίτηση(ς) δυνάμει Νόμου.». Θέμα εγείρει επίσης η καθ ης αίτηση και με το πού ακριβώς έχει επιδοθεί η πιο πάνω επιστολή και, επικαλούμενη τα λεχθέντα στην C. PHASARIAS (AUTOMOTIVE CENTRE) LTD v. Eταιρεία Σκυροποιϊας «ΛΕΩΝΙΚ» ΛΤΔ
(2009)1 Α.Α.Δ. 1457, υποστηρίζει ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η επίδοση της απαίτησης έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο της καθ' ης η αίτηση ως το 212(α) επιβάλλει. Είναι γεγονός ότι στην Ε/Δ του ο επιδότης που επέδωσε την συγκεκριμένη γραπτή απαίτηση δεν αναφέρει το πού ακριβώς είναι που εντόπισε τη Μ. Ζάρκος. Την ίδια στιγμή όμως, ο επιδότης ορκίζεται ρητά ότι η Μ. Ζάρκος είναι η διευθύντρια της εταιρείας One World Secretarial Ltd η οποία είναι η εγγεγραμμένη γραμματέας της καθ' ης η αίτηση και δεν έχει με οποιοδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί από πλευράς καθ' η αίτηση ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που η ίδια η καθ' ης η αίτηση δήλωσε στον Έφορο Εταιρειών και τα οποία η αιτήτρια έχει παρουσιάσει ως Τεκ.3, η εν λόγω εταιρεία - γραμματέας έχει την ίδια με αυτή εγγεγραμμένη διεύθυνση, ήτοι Προδρόμου 75, Oneworld Parkview House, 4ος όροφος, 2063 Λευκωσία και κανένα στοιχείο δεν έχει παρουσιαστεί από πλευράς καθ' ης η αίτηση που να υποδηλοί, έστω και ως υποψία, ότι η Μ. Ζαρκος δεν εντοπίστηκε στη διεύθυνση της εταιρείας που διευθύνει, στην οποία διεύθυνση απευθυνόταν η επιστολή - απαίτηση της αιτήτριας αλλά βρίσκεται και το εγγεγραμμένο γραφείο της καθ' ης η αίτηση. Αντιθέτως, επί του θέματος αυτού η καθ΄ης η αίτηση περιορίστηκε απλά σε μια γενική και αόριστη άρνηση ότι η γραπτή απαίτηση της αιτήτριας δεν επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο της γραφείο. Με άλλα λόγια, από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της αιτήτριας προκύπτει ότι η γραπτή απαίτηση της τελευταίας όχι μόνο επιδόθηκε στο χώρο όπου βρίσκεται το εγγεγραμμένο της γραφείο αλλά μάλιστα και ότι επιδόθηκε σε αρμόδιο πρόσωπο μέσω του οποίου η καθ' ης η αίτηση έλαβε γνώση και αντιλήφθηκε πλήρως το περιεχόμενο της εξ' ου και μπόρεσε να απαντήσει άμεσα με τις δικές τις θέσεις και δη μέσω δικηγόρου (βλ. επίσης Γεωργιάδης ανωτέρω). Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς και υπενθυμίζοντας την νομική αρχή ότι αν μια εταιρεία κριθεί ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε κάθε μια χωριστά οικονομική υποχρέωση της, αυτό την καθιστά ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της (βλ. μεταξύ άλλων Re a Company No. 0012209 of 1991 reported in [1992] 1 WLR 351 και σελ. 738 Palmer's - «.it is futile for the company to say "We are able to pay our debts, but we do not choose to pay this particular debt".» και Χατζηγιάννη ανωτέρω), η παρούσα αίτηση φαίνεται εκ πρώτης όψεως να ικανοποιεί τις προϋποθέσεις των αρ.211(ε) και 212(α) και να δικαιολογεί την ενεργοποίηση του νομοθετικού τεκμηρίου περί ανικανότητας της καθ' ης η αίτηση να εξοφλήσει τις οφειλές της ώστε η εκκαθάριση της να είναι πλέον μονόδρομος για το Δικαστήριο. Το κρίσιμο βεβαίως ερώτημα που θα πρέπει τώρα να απαντηθεί είναι το αν η καθ' ης η αίτηση έχει με τη μαρτυρία της καταδείξει καλόπιστη και ουσιαστική αμφισβήτηση του επίμαχου χρέους. Επί του πιο πάνω ερωτήματος επισημαίνω κατ' αρχή ότι αφ' ης στιγμής το χρέος επί του οποίου εδράζεται η υπό κρίση αίτηση προκύπτει από αναγνωρισμένο πλέον ως εκ κυπριακής δικαστικής αποφάσεως χρέος, το οποίο μέχρι σήμερα είναι πλήρως εκτελεστό, η καθ' ης η αίτηση δεν μπορεί να επιχειρεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να πλήξει την ορθότητα και νομιμότητα των εναντίον της αποφάσεων ισχυριζόμενη είτε ακυρότητα των δανείων που οδήγησαν στις αποφάσεις αυτές είτε ότι αδικαιολόγητα εκδόθηκε απόφαση εναντίον της λόγω κατ' ισχυρισμό προγενέστερης εξόφλησης του χρέους. Αυτό γιατί συνεπεία της έκδοσης της διαιτητικής απόφασης και στη συνέχεια της εγγραφής και αναγνώρισης της απόφασης αυτής ως χρέος που προκύπτει από κυπριακή δικαστική απόφαση, δικαστικές διαδικασίες οι οποίες ήταν κατάλληλες για να εγερθούν και να εξεταστούν οι επί του προκειμένου θέσεις της καθ' ης η αίτηση, η τελευταία «.εμποδίζεται από την απόφαση να αμφισβητήσει την εταιρική αίτηση επί της ουσίας της. (Pennington: Company Law, 3η έκδοση σελ. 674-675).» (βλ. Δημήτρης Αυξεντίου ανωτέρω). Επισημαίνω εδώ άλλωστε ότι με την έφεση που καταχώρησε εναντίον της απόφασης στην XXXXX/14, η ίδια η καθ' ης η αίτηση υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το εκεί Δικαστήριο δεν εξέτασε ως όφειλε σ' εκείνη τη διαδικασία τον ισχυρισμό περί εξόφλησης των δανείων πριν την έκδοση της διαιτητικής απόφασης. Ακόμη όμως και να μπορούσαν να διασκεδαστούν οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση σε αυτή τη διαδικασία, κρίνω ότι αυτοί δεν μπορούν να καταδείξουν εύλογη και καλόπιστη αμφισβήτηση ύπαρξης του χρέους (bona fide dispute of the debt) ως ισχυρίζεται η καθ' ης η αίτηση. Εξηγώ: Κατά πρώτο, οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση έχουν ήδη εξεταστεί κατά την ακρόαση της Γενικής Αίτησης XXXXX/14 και η πλειοψηφία τους έχει απορριφθεί με δικαστική απόφαση επί της ουσίας των ισχυρισμών αυτών, η οποία απόφαση, μέχρι να ανατραπεί είναι καθ' όλα νόμιμη και δεσμευτική. Θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω εδώ αυτούσια κάποια σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση της έντιμης Προέδρου στη Γενική Αίτηση XXXXX/14, το πλήρες κείμενο της οποίας απόφασης παρουσίασε ως Τεκμήριο και επικαλέστηκε στην ένσταση της η ίδια η πλευρά της καθ' ης η αίτηση. Έχω δε τονίσει με μαύρο φόντο την κατάληξη της έντιμης Προέδρου στα όσα σχετικά ηγέρθηκαν από την καθ' ης η αίτηση: «Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η Αιτήτρια παρουσίασε δεόντως κεκυρωμένο πρωτότυπο της Διαιτητικής Απόφασης με επίσημη μετάφραση στα Ελληνικά, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου IV
(1)(α) και
(2)του Ν. 84/
- ο συναφής λόγος ένστασης για την ακυρότητα της Συμφωνίας Δανείου δεν εμπίπτει εντός αυτής της προϋπόθεσης η οποία δεν τυγχάνει εφαρμογής, ενώ δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη ή ισχυρισμός περί ακυρότητας της Ρήτρας Διαιτησίας. η Καθ΄ ης ήταν πλήρως και έγκαιρα ενημερωμένη για τη Διαιτητική διαδικασία και μάλιστα ότι υπέβαλε αίτηση για αναστολή της διαδικασίας.η Διαιτητική Απόφαση πραγματεύεται διαφορά η οποία εμπίπτει εντός των όρων υποβολής σε διαιτησία..Το Δικαστήριο κρίνει πως τέτοια μαρτυρία είναι επαρκής για να καταδείξει τον τελικό και δεσμευτικό χαρακτήρα της Διαιτητικής Απόφασης. Επομένως το Δικαστήριο καταλήγει πως η ύπαρξη και ή η έκβαση της αγωγής δεν επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο τη δυνατότητα επίλυσης της υπό κρίση απαίτησης μέσω διαιτησίας. Όπως ορθά επισημαίνει ο δικηγόρος της Αιτήτριας, τα εγερθέντα ζητήματα περί εξόφλησης και εκκαθαρισμένης απαίτησης μπορούν να προβληθούν κατά το στάδιο της λήψης μέτρων εκτέλεσης. Γεγονός παραμένει ότι τα δύο μέρη, ως ξεχωριστά νομικά πρόσωπα, συνήψαν την επίδικη Συμφωνία Δανείου δυνάμει της οποίας η Αιτήτρια παραχώρησε πίστωση στην Καθ΄ ης, την οποία οφειλή επιδιώκει να εισπράξει λόγω παράλειψης της τελευταίας να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες της εν λόγω μεταξύ τους Συμφωνίας. Οι προβαλλόμενοι από την Καθ΄ ης ισχυρισμοί αναφορικά με τη συμβατική σχέση των δύο αυτών νομικών οντοτήτων και τον πιθανό έλεγχο της Καθ΄ ης από την Αιτήτρια δεν μεταβάλλουν τη συμβατική σχέση των μερών και τις όποιες υποχρεώσεις τους απορρέουν εξ αυτής. η καταχώριση αιτήσεων εκκαθάρισης δεν αποκαλύπτει αφ΄ εαυτής τα κίνητρα τα οποία αποδίδονται στην Αιτήτρια. Άλλωστε οι καθ΄ ων στις εν λόγω αιτήσεις εταιρείες έχουν καταχωρίσει ένσταση και έτσι αυτές θα εκδικαστούν. Επομένως, το αποτέλεσμα αυτών δεν είναι βέβαιο και έτσι η θέση της Καθ΄ ης περί διορισμού εκκαθαριστή και περί των πιθανών ενεργειών του όσον αφορά την πρόσβαση σε λογαριασμούς και αλίευση μαρτυρίας συνιστά απλή εικασία και παραμένει μετέωρη. το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί σε διαπίστωση πως τυχόν αναγνώριση ή εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης αντίκειται στη δημόσια τάξη λόγω ύπαρξης πολιτικών κινήτρων εκ μέρους της Αιτήτριας. όλα τα υπόλοιπα εγειρόμενα ζητήματα άπτονται της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των μερών, κάτι το οποίο αποτελεί αντικείμενο της Διαιτητικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι τυχόν εξέταση τέτοιων θεμάτων δεν εμπίπτει στα πλαίσια της υπό κρίση διαδικασίας, αλλά αυτά θα μπορούσαν να εγερθούν και εξεταστούν κατά τη Διαιτητική διαδικασία. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί πως, παρόλο που η Εναγομένη παρέλειψε να εμφανιστεί στα πλαίσια της Διαιτητικής διαδικασίας, εντούτοις το ΔΕΔΔ εξέτασε τις θέσεις της περί ακυρότητας της Συμφωνίας Δανείου και κατάχρησης των δικαιωμάτων της τόσο κατά την εξέταση του αιτήματος της για αναστολή της διαδικασίας, όσο και στα πλαίσια εξέτασης της ουσίας της υπόθεσης, και τελικώς τις απέρριψε. Σχετικές είναι οι σελ. 20-25, 29 και 30 της Απόφασης. Επισημαίνεται ακόμη πως η Καθ΄ ης επέλεξε να μην εμφανιστεί στη Διαιτητική διαδικασία χωρίς να προσφέρει οποιαδήποτε εξήγηση, και επομένως δεν δύναται εκ των υστέρων να χρησιμοποιήσει την παρούσα διαδικασία επιδιώκοντας βασικά την αναθεώρηση της Διαιτητικής απόφασης.. οι ισχυρισμοί της Καθ΄ ης περί εξόφλησης δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί στο παρόν στάδιο. Η Καθ΄ ης ισχυρίζεται πως η ύπαρξη της αγωγής 7537/14 καθιστά την αναγνώριση της Διαιτητικής Απόφασης ενάντια στη δημόσια τάξη εφόσον αντίκειται στον σεβασμό της εκκρεμοδικίας. Το Δικαστήριο θεωρεί πως η καταχώριση της αγωγής, και μάλιστα σε χρόνο αρκετά μεταγενέστερο της έκδοσης της Διαιτητικής Απόφασης, δεν αντιβαίνει τη δημόσια τάξη υπό την έννοια ότι συνιστά κατάφωρη παραβίαση οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.» Κατά δεύτερο, ο πυρήνας επί του οποίου η καθ' ης η αίτηση προβάλλει τη θέση της περί καλόπιστης αμφισβήτησης του χρέους προς την αιτήτρια παρουσιάζεται να εδράζεται επί δύο βασικών ισχυρισμών, οι οποίοι όμως και αλληλοσυγκρούονται αλλά και αντιφάσκουν ο ένας με τον άλλο. Από τη μια, η καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι όσον αφορά τα δάνεια που οδήγησαν στην έκδοση της απόφασης του ΔΕΔΔ και στη συνέχεια της απόφασης της 09/12/15, αυτά έχουν πλήρως εξοφληθεί με την μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων από την καθ' ης η αίτηση και άλλες εταιρείες προς την αιτήτρια ως μάλιστα ήταν, κατά την καθ' ης η αίτηση, και τα όσα πραγματικά είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των μερών. Προς επίρρωση δε αυτού του ισχυρισμού, ήτοι ότι η δανειοδότηση που συμφωνήθηκε το 2010 εξοφλήθηκε το 2013 με μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων της καθ' ης η αίτηση και άλλων εταιρειών, ο οποίος ισχυρισμός μάλιστα καταλαμβάνει τις 49 από τις 59 παραγράφους της Ε/Δ που υποστηρίζει την ένσταση, η καθ' ης η αίτηση επικαλείται και παραπέμπει σε έγγραφα εμπιστευμάτων και μεταβιβάσεων που κατ' εκείνη οι οφειλέτες των δανείων εκτέλεσαν προς όφελος της αιτήτριας (βλ. ειδικότερα παρ. 8, 9, 12, 25, 27, 31 και Τεκ.15 και 15(α) Ε/Δ καθ' ης η αίτηση). Από την άλλη όμως και ενώ οι πρώτες 49 παραγράφοι της Ε/Δ της καθ' ης η αίτηση αναδύουν μία εικόνα περί ύπαρξης μιας νόμιμης και δεσμευτικής δανειοδότησης η οποία έχει κατ' ισχυρισμο εξοφληθεί στα πλαίσια συμμόρφωσης του οφειλέτη με τις εκεί αναφερόμενες συμβατικές του υποχρεώσεις, από την παρ. 50 και μετά, η καθ' ης η αίτηση προβάλλει τη θέση ότι «το δάνειο και οι πρόσθετες αιτήσεις δανείου οι οποίες αφορούν την απόφαση είναι άκυρες. Συνεπώς κατ' επέκταση είναι άκυρη και η απόφαση», ισχυρισμό τον οποίο μάλιστα ο ομνύοντας στην Ε/Δ που υποστηρίζει την ένσταση προχωρεί να καταδείξει με την παράθεση σωρείας επιχειρημάτων επί των κατ' ισχυρισμών πραγματικών γεγονότων που περιέβαλλαν τις εν λόγω συμφωνίες (βλ. ειδικότερα παρ. 50, 51, 52 και 56(α-ε)). Δεν μπορούν όμως να ευσταθούν και οι δύο θέσεις. Είτε οι συμφωνίες που οδηγήσαν στο εξ αποφάσεως χρέος είναι εξ υπαρχής άκυρες οπόταν δεν τίθεται θέμα εξόφλησης τους και δη εξόφλησης τους με μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων των ίδιων των οφειλετών, είτε είναι νόμιμες και δεσμευτικές συμφωνίες εξ' ου και η κατ' ισχυρισμό εξόφληση τους στα πλαίσια συμμόρφωσης με τους σχετικούς συμβατικούς όρους. Σημειώνω εδώ επίσης και το ότι η πρώτη θεραπεία που η ίδια η καθ' ης η αίτηση ζητά με την αγωγή XXXXX/14 που καταχώρησε είναι όπως αναγνωριστούν ως έγκυρες και δεσμευτικές οι μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων που κατ' ισχυρισμό έγιναν προς όφελος της εναγόμενης περί το 2012 προς εξόφληση των συμφωνιών δανειοδότησης που έγιναν μεταξύ των μερών κατά την περίοδο 2006 - 2012 (βλ. Τεκ. 3 Ε/Δ καθ' ης η αίτηση), χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε αίτημα για κήρυξη των εν λόγω δανειοδοτήσεων ως άκυρες. Με άλλα λόγια, η «υπερασπιστική» γραμμή που αποφάσισε να προωθήσει η καθ' ης η αίτηση στην παρούσα διαδικασία, μόνο σύγχυση μπορεί να προκαλέσει. Κατά τρίτο, ακόμη και αυτή καθ' αυτήν τη θέση της περί εξόφλησης, η καθ' ης η αίτηση δεν την έχει τεκμηριώσει επαρκώς με οποιαδήποτε απτή μαρτυρία πλην από μια απλή παράθεση διαφόρων ισχυρισμών, οι οποίοι όμως στο τέλος της ημέρας παρέμειναν ατεκμηρίωτοι. Αυτό αφ' ενός γιατί καμία ρητή εξοφλητική απόδειξη δεν παρουσίασε η καθ' ης η αίτηση αναφορικά με το δικό της χρέος προς την αιτήτρια και αφ' ετέρου διότι κανένα από τα έγγραφα που η καθ' ης η αίτηση παρουσίασε ως Τεκ.15 και 15(α) να συνιστούν τα έγγραφα με τα οποία κατ' ισχυρισμό μεταβιβάστηκαν περιουσιακά στοιχεία στην αιτήτρια προς εξόφληση μεταξύ άλλων και του δικού της χρέος, δεν συνιστά έγγραφο που εκτελέστηκε από την ίδια την καθ' ης η αίτηση ή που αφορά στα δικά της περιουσιακά στοιχεία ή που αναφέρεται στο συγκεκριμένο δικό της χρέος προς την αιτήτρια. Παρεμβάλλω εδώ και την επισήμανση που έκαμα στην ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσα στις 20/12/19, ήτοι ότι «ο συγκεκριμένος ισχυρισμός της εδώ αιτήτριας . είναι ότι αυτή συνιστά εταιρεία που συστάθηκε κατόπιν οδηγιών της κυρίως αιτήτριας ώστε να δανειοδοτηθεί από την τελευταία για το σκοπό διενέργειας επενδύσεων και ότι οι εν λόγω δανειοδοτήσεις που λάμβανε θα εξοφλούντο με την μεταβίβαση στην κυρίως αιτήτρια «.των κτηθέντων περιουσιακών στοιχείων» από τις επενδύσεις που θα έκαμνε (βλ. παρ. 8 Ε/Δ που υποστηρίζει ένσταση ημερ. 27/02/18). Είναι αυτά δε τα «κτηθέντα περιουσιακά στοιχεία» της αιτήτριας που η τελευταία ισχυρίζεται ότι μεταβίβασε στην κυρίως αιτήτρια περί το Μάιο και Ιούλιο 2012 προς εξόφληση του συγκεκριμένου χρέους στο οποίο αφορά η παρούσα διαδικασία». Εφόσον λοιπόν ο ισχυρισμός περί εξόφλησης εδράζεται ρητά στην ύπαρξη και μεταβίβαση αυτών των κατ' ισχυρισμό κτηθέντων από την καθ' ης η αίτηση περιουσιακών στοιχείων, εύλογα θα αναμένετο ότι η τελευταία κάποια σχετική απτή απόδειξη περί τούτου θα παρουσίαζε, αν μη τη άλλο ώστε να μπορούσε εύλογα να δημιουργηθεί η εικόνα περί ύπαρξης μιας γνήσιας και καλόπιστης αμφισβήτησης του χρέους. Αντιθέτως, η καθ' ης η αίτηση ουσιαστικά περιορίστηκε στο να προβάλει το γεγονός της αγωγής που καταχώρησε, ισχυριζόμενη ότι εκεί είναι που θα παρουσιάσει τα όσα ισχυρίζεται ότι καταδεικνύουν την εξόφληση του συγκεκριμένου χρέους, θεωρώντας ότι το παρόν Δικαστήριο θα πρέπει στη βάση αυτού του γεγονότος μόνο να ικανοποιηθεί ότι όντως προβάλλεται εδώ μια γνήσια και καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους. Με κάθε σεβασμό όμως, όπως συνάγεται και από τις κυπριακές και αγγλικές αυθεντίες που έχω παραθέσει πιο πάνω, η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Κατά τέταρτο, η προσπάθεια της καθ' ης η αίτηση να εμποδίσει την παρούσα διαδικασία επικαλούμενη τόσο την έφεση που καταχώρησε εναντίον της απόφασης στις 09/12/15 όσο και την εκκρεμοδικία της αγωγής XXXXX/14, έχει ήδη εξεταστεί και απορριφθεί με την ενδιάμεση απόφαση ημερ. 21/01/18 και τίποτα στους ισχυρισμούς που πρόβαλε σε εκείνη τη διαδικασία δεν διαπιστώνεται να διαφέρει από τους ισχυρισμούς που πρόβαλε στη συνέχεια με την ένσταση της στην κυρίως αίτηση. Υπό το φως των πιο πάνω, το μόνο θέμα που παραμένει να εξεταστεί από τα όσα εγείρει η καθ' ης η αίτηση είναι το χωριστό και ανεξάρτητο από τις πρόνοιες του Κεφ.113 θέμα, ήτοι αυτό της κατ' ισχυρισμό κατάχρησης της διαδικασίας. Για το θέμα αυτό δεν είναι θεωρώ αναγκαίο να λεχθούν πολλά. Αυτό αφ' ενός γιατί τα όσα κατ' ισχυρισμό πραγματικά γεγονότα υποστηρίζουν την επί του προκειμένου θέση της καθ' ης η αίτηση έχουν ήδη εξεταστεί πιο πάνω αλλά και στη Γενική Αίτηση XXXXX/14 και για τους λόγους αναφέρθηκαν δεν μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα που υποστηρίζει η καθ' ης η αίτηση και αφ' ετέρου γιατί το συγκεκριμένο θέμα της κατάχρησης έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο χωριστής και ειδικής αίτησης που καταχώρησε η καθ' ης η αίτηση στις 28/04/17, η οποία αίτηση εξετάστηκε από το Δικαστήριο και απορρίφθηκε με σχετική απόφαση ημερ. 21/01/
- Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, δεν μπορώ παρά να θεωρήσω ότι η μαρτυρία της καθ' ης η αίτηση ως προς την ουσιώδη πτυχή της περί ύπαρξης γνήσιων και καλόπιστων λόγων αμφισβήτησης του επίμαχου χρέους προς την αιτήτρια, συνιστά απλά μια προσπάθεια να «θολώσει το τοπίο» με ένα «νέφος αμφισβητήσεων» (a cloud of objections on affidavits) Re Claybridge Shipping Company SA [1981] Com LR 107 και ότι είναι «simply incredible» (βλ. Re a Company No. 006685 of 1996 ανωτέρω). Κρίνω συνεπώς ότι το νομοθετικό τεκμήριο της ανικανότητας της καθ' ης η αίτηση να πληρώσει τα χρέη της έχει δεόντως ενεργοποιηθεί και ότι τίποτα δεν έχει παρουσιάσει η τελευταία που να δικαιολογεί ανατροπή αυτής της διαπίστωσης με αποτέλεσμα να μην παρέχεται οποιαδήποτε διακριτική ευχέρεια για να μη διαταχθεί η εκκαθάριση της καθ' ης η αίτηση. Επισημαίνω εδώ ότι δεν έχω παραγνωρίσει ότι στη νομική βάση της αίτησης γίνεται αναφορά στα αρ.211 και 212 Κεφ.113 χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω εξειδίκευση ως προς τις επικαλούμενες υποπαραγράφους των άρθρων αυτών. Παρά ταύτα όμως, όχι μόνο η αίτηση ρητά προωθήθηκε να αφορά σε κατ' ισχυρισμό ανικανότητα της καθ' ης η αίτηση να πληρώσει τα χρέη της λόγω παράλειψης της να συμμορφωθεί με απαίτηση πληρωμής εντός 21 ημερών ως τα αρ.211(ε) και 212(α) διαλαμβάνουν, αλλά και η ίδια η καθ' ης η αίτηση προσέγγισε την αίτηση θεωρώντας ότι είναι στη βάση αυτών των συγκεκριμένων προνοιών που προωθείται, εξ ου και κανένα θέμα δεν έθιξε αναφορικά με τα όσα αναφέρονται στη νομική της βάση. Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως στη Γεωργιάδης ανωτέρω όπου επικυρώθηκε η πρωτόδικη κρίση σύμφωνα με την οποία «.Το Δικαστήριο έχοντας ενώπιον του τα γεγονότα που τέθηκαν στην Αίτηση, μπορεί να προβεί σε εύρημα αφερεγγυότητας της Εταιρείας, στα πλαίσια της γενικότερης εξέτασης του κατά πόσο η Εταιρεία μπορεί να εξοφλήσει τα χρέη της, έστω και αν δεν συντρέχουν τα ειδικά τεκμήρια του άρθρου 212, αφού η Αιτήτρια έχει επικαλεστεί το γενικό άρθρο 211», έτσι και στην παρούσα περίπτωση όπου η αίτηση εδράζεται επί των αρ.211 και 212, το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε παρόμοιο εύρημα αφερεγγυότητας από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του και στη βάση των όσων έχω αναφέρει ανωτέρω, προβαίνω σε ένα τέτοιο ανάλογο εύρημα σε σχέση με την καθ' ης η αίτηση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα εκκαθάρισης της καθ' ης η αίτηση εταιρείας HISTERIO LIMITED, από τη Λευκωσία (ΗΕ 261672) και ο Επίσημος Παραλήπτης διορίζεται εκκαθαριστής της περιουσίας της. Η πιστώτρια - αιτήτρια να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του άρθρου 219 του Κεφ. 113 και να παραδώσει εντός τριών
(3)εργάσιμων ημερών από σήμερα, αντίγραφο του διατάγματος εκκαθάρισης στον Επίσημο Παραλήπτη και στον Έφορο Εταιρειών, καθώς και στα υπόλοιπα πρόσωπα που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο. Τα έξοδα της αίτησης, πλέον Φ.Π.Α., όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της πιστώτριας - αιτήτριας και εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αρ.212 - «Εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της- (α) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας απαίτηση η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο