MEGAPACK LTD ν. AGROMARKETS LTD δια μέσω του Προσωρινού Εκκαθαριστή της, Αρ. Αγωγής: 2582/17, 31/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A490 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2582/17 Ως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 07/03/19 Μεταξύ: MEGAPACK LTD Ενάγοντες και AGROMARKETS LTD δια μέσω του Προσωρινού Εκκαθαριστή της Εναγόμενοι -------------------------------------------- (Αίτηση ημερ. 14/11/19 από εταιρεία GDL TRADING LTD για αναστολή της διαδικασίας) Ημερομηνία: 31 Ιουλίου 2020 Εμφανίσεις: Για εταιρεία GDL - αιτήτρια: κ. Σ. Σπύρου για Σπύρος Α. Σπύρου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για ενάγοντες- καθ' ου η αίτηση: κ. Σ. Κώστα με κα Χ. Επιφανίου για Στέλιος Αμερικάνος & Σία ΔΕΠΕ Για εναγόμενη εταιρεία AGROMARKETS: καμία εμφάνιση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση τη οποία η πιο πάνω εταιρεία GDL καταχώρησε επικαλούμενη την κατ' ισχυρισμό ιδιότητα του πιστωτή της εναγόμενης και με την οποία ζητά όπως η παρούσα αγωγή ανασταλεί δυνάμει των προνοιών του αρ. 215 Κεφ.113[1], είναι στην ουσία κοινώς αποδεκτά και έχουν ως εξής. Οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή στις 26/06/17 αξιώνοντας από την εναγόμενη ποσό περί τις €2.000 σε σχέση με αγαθά που ισχυρίζονται ότι της πώλησαν μέχρι και το
- Η αγωγή επιδόθηκε σε ένα εκ των διευθυντών της εναγομένης και συγκεκριμένα στον Π. Σιακόλα στις 11/07/17 (βλ. Ε/Δ επίδοσης ημερ. 13/07/17 που βρίσκεται στο φάκελο) και στις 24/07/17, οι ενάγοντες, εφόσον δεν είχε καταχωρηθεί οποιοδήποτε σημείωμα εμφάνισης ως τότε, αιτήθηκαν την έκδοση απόφασης υπέρ τους σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.
- Η αίτηση εκείνη ορίστηκε στις 27/09/17 όμως την προηγούμενη μέρα, ήτοι στις 26/09/17, ο δικηγορικός οίκος Προύντζος & Προύντζος ΔΕΠΕ, καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους της εναγομένης συνοδευόμενο από σχετικό διοριστήριο υπογραμμένο από τον «XXXXX Πατσαλίδη(ς) ως προσωρινό(ς) εκκαθαριστή(ς) της εταιρείας Agromarkets Ltd». Στο εν λόγω διοριστήριο επισυνάπτετο ενδιάμεσο διάταγμα Δικαστηρίου που εκδόθηκε στις 03/04/17 στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης XXXXX/15 του Ε.Δ. Λάρνακας, σύμφωνα με το οποίο διάταγμα, το εκεί Δικαστήριο διέταξε, κατόπιν αίτησης της GDL η οποία ήταν και η αιτήτρια στην εκεί κυρίως διαδικασία, όπως ο εν λόγω Πατσαλίδης διοριστεί ως προσωρινός εκκαθαριστής στην εναγόμενη, με ρητές εξουσίες χειρισμού συγκεκριμένων δικαστικών διαδικασιών που εκκρεμούσαν τότε εναντίον της τελευταίας καθώς επίσης και χειρισμού «οποιωνδήποτε δικαστικών υποθέσεων τυχόν εγερθούν εναντίον της εταιρείας AGROMARKETS Ltd». Η καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης με το διοριστήριο και το διάταγμα που το συνόδευαν, είχε ως αποτέλεσμα οι ενάγοντες αφ' ενός να αποσύρουν την αίτηση τους για απόφαση εναντίον της εναγόμενης και αφ' ετέρου να αποταθούν στο Δικαστήριο που διόρισε τον Πατσαλίδη ως προσωρινό εκκαθαριστή της εναγόμενης για να εξασφαλίσουν από το εκεί Δικαστήριο, ως το «Δικαστήριο της εκκαθάρισης», άδεια για συνέχιση της παρούσας αγωγής τους. Όπως προκύπτει από την αίτηση τροποποίησης που οι ενάγοντες καταχώρησαν στη συνέχεια στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και συγκεκριμένα από το διάταγμα ημερ. 23/05/18 που παρουσίασαν σε εκείνη την αίτηση, το «Δικαστήριο της εκκαθάρισης» στην προαναφερόμενη αίτηση XXXXX/15, χορήγησε την αιτούμενη άδεια συνέχισης στους ενάγοντες και μάλιστα, στην παρουσία και με τη σύμφωνη γνώμη των δικηγόρων Προύντζος & Προύντζος ΔΕΠΕ, ήτοι των δικηγόρων του προσωρινού εκκαθαριστή της εδώ εναγόμενης, δηλαδή του Πατσαλίδη, δόθηκε στους ενάγοντες «.ΑΔΕΙΑ για συνέχιση της διαδικασίας της αγωγής με αρ. 2582/2017 εναντίον της εταιρείας AGROMARKETS LTD.». Με το ίδιο διάταγμα επιδικάστηκαν εκ συμφώνου και έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εκεί καθ' ου η αίτηση. Αφού εγκρίθηκε η αίτηση των εναγόντων για τροποποίηση της εδώ αγωγής, και πάλι με τη σύμφωνο γνώμη των δικηγόρων που εκπροσωπούσαν την εναγόμενη και τον προσωρινό εκκαθαριστή της και αφού καταχωρήθηκε και επιδόθηκε το ανάλογα τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, οι ενάγοντες καταχώρησαν νέα αίτηση για απόφαση εναντίον της εναγόμενης, αυτή τη φορά λόγω παράλειψης της τελευταίας να καταχωρήσει υπεράσπιση. Εκκρεμούσης της εν λόγω αίτησης όμως και προτού καταχωρηθεί οποιαδήποτε υπεράσπιση, οι δικηγόροι της εναγόμενης ζήτησαν άδεια να αποσυρθούν, αναφέροντας ως λόγο της απόσυρσης τους τις οικονομικές εκκρεμότητες που είχαν προκύψει με τον προσωρινό εκκαθαριστή της τελευταίας αναφορικά με την αμοιβή τους. Το αίτημα των συνηγόρων εγκρίθηκε στις 31/10/19 ημερομηνία κατά την οποία ούτε ο Πατσαλίδης εμφανίστηκε στο Δικαστήριο ούτε και οποιοσδήποτε άλλος δικηγόρος εκ μέρους του τελευταίου ή της εναγόμενης. Εμφανίστηκε όμως στη διαδικασία δικηγόρος από το γραφείο Σπύρος Α. Σπύρου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, ο οποίος ανέφερε ότι εκπροσωπούσε την εταιρεία GDL, ήτοι την κατά 50% μέτοχο στην εναγόμενη και την εταιρεία που αιτήθηκε και πέτυχε στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης XXXXX/15 τον διορισμό του Πατσαλίδη ως προσωρινού εκκαθαριστή της εναγόμενης και η οποία εταιρεία, κατά τους συνηγόρους της, συνιστά και πιστωτή της εναγόμενης αλλά και «ενδιαφερόμενο μέρος» στην αγωγή. Δηλώθηκε τότε από πλευράς GDL ότι υπήρχε πρόθεση για καταχώρηση αίτησης αναστολής της αγωγής ενώ από πλευράς εναγόντων ζητήθηκε όπως η αίτηση για απόφαση παραμείνει για οδηγίες σε μια άλλη ημερομηνία, οπόταν και το Δικαστήριο επαναόρισε την αίτηση για οδηγίες στις 26/11/
- Στις 14/11/19, ήτοι πριν την ημερομηνία που ορίστηκε η αίτηση των εναγόντων για απόφαση, η GDL καταχώρησε την παρούσα αίτηση ζητώντας όπως απορριφθούν και/ή ανασταλούν όλες οι διαδικασίες στην παρούσα αγωγή μέχρι την τελική εκδίκαση, είτε της αίτησης με αρ. XXXXX/15 που εκείνη καταχώρησε στο Ε.Δ. Λ/κας ζητώντας την εκκαθάριση της εναγόμενης ισχυριζόμενη αφ' ενός καταπίεση από τους άλλους μετόχους της τελευταίας και αφ' ετέρου την πρόκληση εταιρικού αδιεξόδου συνεπεία της ρήξης που έχει επέλθει μεταξύ των έξι προσώπων που απαρτίζουν το διοικητικό συμβούλιο της εναγόμενης, εκ των οποίων οι τρεις είναι οι ιδιοκτήτες της GDL, και τα οποία έξι πρόσωπα συνιστούν και τους τελικούς της ιδιοκτήτες της εναγόμενης, είτε της αίτησης με αρ. XXXXX/14 που καταχωρήθηκε στο Ε.Δ Λ/σίας από τους άλλους μετόχους της εναγόμενης, οι οποίοι, ισχυριζόμενοι ότι καταπιέζονται από την GDL και τα πρόσωπα που την διοικούν, ζητούν όπως διαταχθεί η εξαγορά των μετοχών τους δυνάμει του αρ. 202 Κεφ.
- Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι για τις διάφορες πτυχές της εσωτερικής διαμάχης που έχει ξεσπάσει στην εναγόμενη σε σχέση με το ποια εκ των δύο αντίπαλων παρατάξεων θα καταφέρει να αποκτήσει τον έλεγχο, έχει ήδη εκδοθεί αριθμός δικαστικών αποφάσεων τόσο σε πρώτο όσο και σε δεύτερο βαθμό. Οι εν λόγω διαφορές δυστυχώς δεν έχουν ακόμη επιλυθεί και οι δύο «βασικές» αιτήσεις που έχουν καταχωρηθεί εκατέρωθεν από το 2014 και αφορούν στην κατ' ισχυρισμό ύπαρξη καταπίεσης των μετόχων και εταιρικού αδιεξόδου (deadlock), εξακολουθούν μέχρι σήμερα να εκκρεμούν. (βλ. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΣΙΑΚΟΛΑ κ.α., Πολιτική Aίτηση Αρ. 208/2019, 23/12/2019, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΣΙΑΚΟΛΑ κ.α., Πολιτική Aίτηση Αρ. 198/2019, 20/11/2019, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΣΙΑΚΟΛΑ κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 60/2019, 18/4/2019, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΙΑΚΟΛΑ , Πολιτική ECLI:CY:AD:2018:D486, Αίτηση Αρ. 135/2018, 8/11/2018, ΠΕΤΡΟΣ ΣΙΑΚΟΛΑΣ ν. ΠΡΙΝΟΣ ΛΑΧΑΝΓΟΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. Ε90/2016, 23/3/2017, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΠΡΙΝΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ, Πολιτική ECLI:CY:AD:2016:D182, αίτηση αρ.42/16, 30/3/2016). Σύμφωνα με τον κ. Σπύρου, δικηγόρο της GDL, η πιο πρόσφατη εξέλιξη στην προαναφερόμενη εσωτερική διαμάχη στην εναγόμενη είναι αυτή που καταγράφεται στην ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΣΙΑΚΟΛΑ κ.α., Πολιτική Aίτηση Αρ. 208/2019, 23/12/2019, η οποία είναι και η τελευταία δικαστική απόφαση που έχει εκδοθεί μέχρι σήμερα. Σύμφωνα λοιπόν με τις εκεί διαπιστώσεις του Μαλαχτού Δ., το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης της GDL με αρ. XXXXX/15, στα πλαίσια της οποίας αίτησης της GDL υπενθυμίζω είχε προηγουμένως διοριστεί κατόπιν ενδιάμεσης αίτησης της τελευταίας ο Πατσαλίδης ως προσωρινός εκκαθαριστής, εξέδωσε στις 09/07/2018 διάταγμα αναστολής εκείνης της διαδικασίας «λόγω κατάχρησης των διαδικασιών, μέχρι αποπερατώσεως της αίτησης εκκαθάρισης XXXXX/2014 ενώπιον του Ε.Δ. Λευκωσίας». Ενώ όμως το διάταγμα ημερ. 09/07/2018 ήταν σε ισχύ και η διαδικασία υπό αναστολή, ο Πατσαλίδης αποτάθηκε στο ίδιο Δικαστήριο με αίτηση ημερ. 03/09/2018 ζητώντας οδηγίες αναφορικά με το κατά πόσο εξακολουθούσε να ισχύει ή όχι ο διορισμός του μετά την απόφαση για αναστολή. Στην αίτηση αυτή του Πατσαλίδη έλαβε μέρος και η GDL, η οποία υποστήριξε ότι ο διορισμός και οι εξουσίες που δόθηκαν στον πρώτο είχαν παραμείνει ανεπηρέαστες από το διάταγμα αναστολής. Σύμφωνα με την απόφαση στην Π.Α. 208/19, με την οποία απορρίφθηκε το εκεί αίτημα για προνομιακό ένταλμα, το πρωτόδικο Δικαστήριο που επιλήφθηκε του αιτήματος του Πατσαλίδη και εξέτασε όσα τέθηκαν ενώπιον του έκρινε ότι «Το Διάταγμα διορισμού του (Πατσαλίδη) δεν ακυρώθηκε ούτε και ανεστάλη η ισχύς του». Εναντίον της απορριπτικής απόφασης στην Π.Α. 208/19 έχει καταχωρηθεί έφεση η οποία εκκρεμεί, όπως εκκρεμεί και η εκδίκαση της XXXXX/14 αλλά και η εκδίκαση της XXXXX/15 η οποία όμως βρίσκεται υπό πλήρη αναστολή. Επικαλείται λοιπόν με την υπό κρίση αίτηση η GDL τις προαναφερόμενες δύο «βασικές» αιτήσεις, XXXXX/15 και XXXXX/14, και ζητά, όχι ως μέτοχος αλλά ως κατ' ισχυρισμό πιστωτής της εναγόμενης για ποσό €43.000, την αναστολή της παρούσας αγωγής. Σκοπός της GDL παρουσιάζεται να είναι «η προστασία των περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης, ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η ίση μεταχείριση των πιστωτών αυτής.» και αυτό γιατί «.εάν οι ενάγοντες εξασφαλίσουν απόφαση εναντίον της εναγόμενης, τότε θα υπερτερούν έναντι άλλων πιστωτών.όταν οι ενάγοντες λάβουν μέτρα για εκτέλεση της απόφασης θα επηρεαστεί η σειρά των φερόμενων πιστωτών θέτοντας τους λοιπούς πιστωτές σε δυσμενέστερη θέση από αυτή που θα βρίσκονταν στην διαδικασία εκκαθάριση της εταιρείας». Στην αντιπέρα όχθη, οι ενάγοντες έχουν καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση της GDL, υποστηρίζοντας ουσιαστικά ότι όχι μόνο η αίτηση δεν δικαιολογείται να εγκριθεί στη βάση των προνοιών του αρ.215 αλλά και ότι η GDL δεν κατέδειξε ότι έχει το απαιτούμενο locus standing για να υποβάλει την παρούσα αίτηση και ούτε εξασφάλισε οποιαδήποτε προηγούμενη άδεια για παρέμβαση στην παρούσα αγωγή. Υποστήριξαν συναφώς οι ενάγοντες ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης καθώς επίσης κα το δικαίωμα τους να προσφύγουν στο Δικαστήριο για να διεκδικήσουν τα ποσά που τους οφείλει η εναγόμενη, δεν μπορεί ούτε να περιοριστεί με τον αιτούμενο τρόπο αλλά ούτε και να εκτροχιαστεί συνεπεία της όποιας εσωτερικής διαμάχης τυχόν υφίσταται στην εναγόμενη, ιδιαίτερα όταν οι ίδιοι ενάγοντες δεν έχουν κανένα απολύτως έλεγχο ή ευθύνη στην επίλυση των εσωτερικών αυτών διαφορών. Παρεμβάλω εδώ ότι όταν η αίτηση τέθηκε ενώπιον μου για πρώτη φορά έθεσα στις δύο πλευρές τον δικαιοδοτικό προβληματισμό του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσο με βάση τα λεχθέντα στην υπόθεση Κουή Μηλίτσα Γ. ν. Μιχάλη Χριστοδούλου
(2010)1 ΑΑΔ 401 έπρεπε να προηγηθεί της αίτησης η εξασφάλιση άδειας από την GDL για να παρέμβει στη διαδικασία, εφόσον αυτή δεν είναι διάδικος στην αγωγή, όπως επίσης έθεσα και τον προβληματισμό ως προς το κατά πόσο μπορεί να εφαρμοστεί το αρ.215 στη βάση ενός καθαρά υποθετικού ενδεχόμενου επιτυχίας των εναγόντων, πέραν και ανεξάρτητα του ότι σύμφωνα με το αρ.300 Κεφ.113 τουλάχιστον, η εξασφάλιση δικαστικής απόφασης δεν ανάγει κάποιο πιστωτή σε προνομιακό πιστωτή μιας εταιρείας που τίθεται υπό εκκαθάριση ούτε και του δίνει οποιαδήποτε προτεραιότητα έναντι των άλλων πιστωτών. Για τους πιο πάνω προβληματισμούς του Δικαστηρίου καθώς επίσης και για τα υπόλοιπα θέματα που εγείρονται, αμφότεροι οι συνήγοροι των μερών προέβηκαν σε γραπτές και προφορικές εμπεριστατωμένες αγορεύσεις. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Αναφέρω κατ' αρχήν ότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι οι πρόνοιες του αρ.215 Κεφ.113 όπως επίσης και οι πρόνοιες του αρ.220 Κεφ.113, οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής σε σχέση με αγωγές ή διαδικασίες που έχουν εγερθεί ή που θα εγερθούν εναντίον μιας εταιρείας τόσο κατά τη διάρκεια που εκκρεμεί αίτηση εκκαθάρισης της τελευταίας όσο και μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, συνιστούν μερικές από τις ασφαλιστικές δικλίδες που περιέχοντα στο Κεφ.113 προς προστασία της περιουσίας της εταιρείας και των συμφερόντων των πιστωτών της. Η νομική δε πτυχή που περιβάλλει τις εν λόγω πρόνοιες, οι οποίες όπως καταδεικνύεται και από τη σχετική κυπριακή νομολογία και συγγράμματα κινούνται πάνω στις ίδιες γραμμές, έτυχε στο παρελθόν να απασχολήσει τόσο τον αδελφό Επαρχιακό Δικαστή Χ. Ρασπόπουλο στην αγωγή ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΥΔΑΤΟΠΡΟΜΗΘΕΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. Pampoukkas Construction Ltd, Αρ. Αγωγής: 8134/13, 28/5/2015 όσο και εμένα στην Αίτηση των Ηλία Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ MAGIA OLD PEOPLE'S HOME, Αίτηση Αρ.: 250/2016, 4/12/2018. Παραθέτω αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα από τις εν λόγω αποφάσεις τα οποία συνεχίζουν να με βρίσκουν σύμφωνο και τα οποία υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΥΔΑΤΟΠΡΟΜΗΘΕΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. Pampoukkas Construction Ltd, Αρ. Αγωγής: 8134/13, 28/5/2015 «.Η διάταξη του άρθρου 215 του Κεφ. 113 (μαζί με αυτή του άρθρου 220 του Κεφ. 113 στην οποία θα αναφερθώ πιο κάτω) απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Limited ν. ΚΕΑΝ Λίμιτεδ
(1998)1 ΑΑΔ 1806 όπου λέχθηκαν τα εξής. «Σκοπός των προνοιών αυτών για αναστολή, είναι η παροχή προστασίας στους πιστωτές και στην περιουσία της υπό διάλυση εταιρείας με στόχο την ίση πληρωμή των πιστωτών της ίδιας τάξης και την αποτροπή προώθησης διαδικασιών από ορισμένους πιστωτές προς απόκτηση ωφελημάτων. (Βλ. Bowkett v. Fullers United Electric Works Ltd [1923] 1 K.B. 160, In re Dynamics Corpn. (Ch. D.), [1973] 1 W.L.R. 63).» Τα πιο πάνω άρθρα του δικού μας Νόμου, είναι παρόμοια με τα άρθρα 231 και 226 του αγγλικού Companies Act 1948. Παρόμοιες πρόνοιες που αφήνουν ανεπηρέαστες τις αρχές που διέπουν τα ερωτήματα ενώπιον μας έγιναν και με τα άρθρα 126, 128 και 130
(3)του Insolvency Act 1986. Κατά συνέπεια, αγγλικά συγγράμματα και δικαστικές αποφάσεις μπορούν να είναι καθοδηγητικές πάνω στα θέματα που μας απασχολούν. Στον Palmer's Company Law, 24η έκδοση, τόμος 1, αναφέρονται τα ακόλουθα στις σελ. 1448-1450: «The object of the winding-up provisions of the Companies Act 1862", said Lindley L.J. in Re Oak Pitts Colliery Co., "is to put all unsecured creditors upon an equality and to pay them pari passu." To accomplish this it was indispensable that proceedings against the company by way of action, execution, distress or other process should be suspended; otherwise the winding up would resolve itself into a scramble for the assets. Section 126 of the Insolvency Act gives the court power on the application of the company or a creditor or a contributory to restrain proceedings against the company. That power may be exercised at any time in the interval between the presentation of the petition and the making of the order. Section 128
(1)provides that where any company is being wound up by the court any attachment, sequestration, distress or execution put in force against the company after the commencement of the winding up is void. Section 130
(2)provides that when a winding-up order has been made or a provisional liquidator appointed, no action or proceeding shall be proceeded with or commenced against the company except by leave of the court and subject to such terms as the court may impose. In this way creditors and others are compelled to come in and prove their claims in the winding up, and a rateable and just distribution of the company's assets is effected. "Proceedings" under section 130
(2)is given a wide meaning, and includes executions and interpleader summonses. The words "any other action or proceeding" in section 126
(1)likewise are general and not limited to actions in England but extend to actions and proceedings in Scotland; Northern Ireland being covered by section 126
(1)(a).Where a winding-up order has been made, the combined effect of sections 130
(2)and 128 of the Act is that such order operates automatically as a stay of all actions, executions, distresses, sequestrations, etc., against the company, subject to the discretion of the court to allow such actions, executions, etc., to proceed notwithstanding the winding-up." Στην υπόθεση Αναφορικά με την Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ
(2001)1Γ Α.Α.Δ 2055 επικυρώθηκε η ακόλουθη ερμηνεία του άρθρου 215 που είχε δοθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο: «Απ' όλα τα ανωτέρω καθαρά συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο σκοπός και η πρόθεση του νομοθέτη όταν νομοθετούσε τη δυνατότητα αναστολής διαδικασιών μετά την καταχώρηση αίτησης εκκαθάρισης εταιρείας, ήταν να προστατεύσει τα περιουσιακά στοιχεία και την ίση μεταχείριση μεταξύ πιστωτών. Να μην παρατηρείται δηλαδή το φαινόμενο "όποιος προλάβει ό' τι αρπάξει".» Στην Bowkett v. Fullers United Electric Works Ltd [1923] 1 K.B. 160, η οποία αποφασίσθηκε στη βάση του άρθρου 140 του Companies (Consolidation) Act του 1908 το οποίο είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 215 του Κεφ. 113, λέχθηκε ότι στην απουσία εξαιρετικών περιστάσεων, το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει την διακριτική ευχέρεια υπέρ της αναστολής της διαδικασίας ώστε να διασφαλιστεί ότι τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας θα διανεμηθούν ίσα μεταξύ των πιστωτών της ίδιας τάξης και κανένας να μην αποκτήσει πλεονέκτημα έναντι του άλλου. Σημειώνεται ότι η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε το στάδιο επικείμενης λήψης μέτρων εκτέλεσης αφού απόφαση είχε ήδη εκδοθεί.» Αίτηση των Ηλία Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ MAGIA OLD PEOPLE'S HOME, Αίτηση Αρ.: 250/2016, 4/12/2018 «Σύμφωνα με τις πρόνοιες του αρ. 220 «Όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, καμμιά αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει». Ο όρος "διαδικασία" έχει νομολογηθεί ότι περιλαμβάνει και την ποινική διαδικασία (βλ. Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Βιομηχανιών Συνομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (Σ.Ε.Κ.) ν. Samoa Clothing Ιndustry και Άλλου (Αρ. 1),
(2000)2 Α.Α.Δ. 289). Όπως λέχθηκε στη Samoa ανωτέρω, τα άρθρα 226 και 231 του αγγλικού Companies Act 1948 περιέχουν περίπου παρόμοιες με το αρ. 220 Κεφ.113 πρόνοιες. Η σχετική επομένως με τα εν λόγω άρθρα αγγλική νομολογία, όπως καταδεικνύει η Stefanos & Andreas Cold Stories Trading Limited v. Εταιρείας Αναψυτικών ΚΕΑΝ Λίμιτεδ (αρ. 1)
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1806 αλλά και η Samoa, είναι καθοδηγητική ως προς τις εφαρμοστέες αρχές (βλ. αναφορές που γίνονται στις εν λόγω αυθεντίες στις Re J. Barrows (Leeds) Ltd [1982] 2 All E.R. 882 και Langley Constructions (Brixham) Ltd v. Wells [1969] 2 All E.R. 46. Σημειώνω εδώ ότι στην Αγγλία, τα προαναφερόμενα άρθρα του Companies Act 1948 αντικαταστάθηκαν από το S.130
(2)Insolvency Act 1986, οι πρόνοιες του οποίου είναι πανομοιότυπες με το αρ. 220 Κεφ.113. Παρά τη νομοθετική τροποποίηση όμως, όπως καταδεικνύεται από την πρόσφατη αγγλική νομολογία, οι εφαρμοστέες αρχές παρέμειναν οι ίδιες και αυτές, όπως και ο σκοπός της νομοθετικής υποχρέωσης για λήψη άδειας μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, συνοψίζονται θεωρώ εύστοχα στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην Cook v Mortgage Debenture Ltd [2016] EWCA Civ 103 (25 February 2016): «In the case of liquidation and bankruptcy, the purpose of these provisions is essentially twofold. First, given that the property of the company or individual stands under the statute to be realised and distributed, subject to any existing interests, among the creditors on a pari passu basis, the moratorium prevents any creditor from obtaining priority and thereby undermining the pari passu basis of distribution. Second, given that both a liquidation and bankruptcy contain provisions for the adjudication of claims by persons claiming to be creditors, the moratorium protects those procedures and prevents unnecessary and potentially expensive litigation. In circumstances where the potential liability of the company or bankrupt is best determined in ordinary legal proceedings, as for example is often the case with a personal injuries claim, the court will give permission for proceedings to be commenced or continued, but usually on terms that no judgment against the company or individual can be enforced against the assets of the estate. In the case of an administration, this is not a sufficient description of the purposes of the moratorium in paragraph 43
(6). An administration may be a prelude to a liquidation or, once an administrator gives notice of an intention to make distributions to creditors, may become a substitute for a liquidation. In such circumstances, the purposes described above apply also to the moratorium in the case of an administration. But before that point is reached, the principal purpose of an administration is either to rescue the company itself as a going concern or to preserve its business or such parts of its business as may be viable. The purpose of the moratorium is to assist in the achievement of those purposes. The moratorium on legal process against the property of the company best preserves the opportunity to save the company or its business by preventing the dismemberment of its assets through execution or distress. The moratorium on legal proceedings serves the same purpose by preventing the company from being distracted by unnecessary claims. As Nicholls LJ put it in In re Atlantic Computer Systems plc [1992] Ch 505 at 528, the moratorium provides "a breathing space". Once again, however, the court will readily give permission for proceedings to be commenced or continued where it is appropriate to do so.» Σε ελεύθερη μετάφραση: Σε περίπτωση εκκαθάρισης και πτώχευσης, ο σκοπός των διατάξεων αυτών είναι ουσιαστικά διττός. Πρώτον, δεδομένου ότι η περιουσία της εταιρίας ή του ατόμου θα πρέπει, σύμφωνα με το Νόμο, να περισυλλεχθεί και να διανεμηθεί, υπό την επιφύλαξη οποιωνδήποτε υφιστάμενων συμφερόντων, μεταξύ των πιστωτών ισότιμα και χωρίς προτεραιότητα (pari passu), η απαγόρευση (μορατόριουμ) εμποδίζει κάθε πιστωτή από του να αποκτήσει προτεραιότητα και κατά συνέπεια να υπονομεύσει την ισότιμη βάση της διανομής. Δεύτερον, δεδομένου ότι τόσο η εκκαθάριση όσο και η πτώχευση περιέχουν διατάξεις για την επίλυση απαιτήσεων από πρόσωπα που ισχυρίζονται ότι είναι πιστωτές, η απαγόρευση (μορατόριουμ) προστατεύει τις διαδικασίες αυτές και αποτρέπει αχρείαστες και δυνητικά δαπανηρές δικαστικές διαδικασίες. Σε περιπτώσεις όπου η πιθανή ευθύνη της εταιρείας ή πτωχεύσαντα καθορίζεται καλύτερα σε τακτική δίκη, όπως για παράδειγμα συμβαίνει συχνά με απαιτήσεις για σωματικές βλάβες, το δικαστήριο θα δώσει άδεια για την έναρξη ή τη συνέχιση δικαστικής διαδικασίας, αλλά συνήθως με όρους όπως καμία απόφαση κατά της εταιρείας ή του ατόμου να μην μπορεί να εκτελεσθεί ενάντια στα περιουσιακά στοιχεία της περιουσίας. Στην περίπτωση διαχείρισης, αυτή δεν αποτελεί επαρκή περιγραφή των σκοπών της απαγόρευσης (μορατόριουμ) της παραγράφου 43
(6)(σ.σ. του Παραρτήματος Β1 του Insolvency Act 1986). Μια διαχείριση μπορεί να είναι προάγγελος μιας εκκαθάρισης ή μπορεί να υποκαταστήσει την εκκαθάριση όταν ένας διαχειριστής ειδοποιά για την πρόθεση του να προβεί σε διανομή στους πιστωτές. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι σκοποί που περιγράφονται παραπάνω ισχύουν και για την απαγόρευση (μορατόριουμ) στην περίπτωση διαχείρισης. Πριν το σημείο αυτό όμως, ο κύριος σκοπός μιας διαχείρισης είναι είτε η διάσωση της ίδιας της εταιρείας ως συνεχιζόμενης δραστηριότητας (going concern) είτε η διατήρηση της επιχείρησής της ή των τμημάτων της επιχείρησής της που μπορεί να είναι βιώσιμα. Σκοπός της απαγόρευσης (μορατόριουμ) είναι να βοηθήσει στην επίτευξη αυτών των σκοπών. Η απαγόρευση (μορατόριουμ) νομικών διαδικασιών κατά της περιουσίας της εταιρείας διατηρεί καλύτερα την ευκαιρία να σωθεί η εταιρεία ή η επιχείρηση της εμποδίζοντας την αποσυναρμολόγηση των περιουσιακών της στοιχείων μέσω εκτέλεσης ή εξαναγκασμού. Η απαγόρευση δικαστικών διαδικασιών εξυπηρετεί τον ίδιο σκοπό, εμποδίζοντας την απόσπαση της προσοχής της εταιρείας με αχρείαστες απαιτήσεις. Όπως το έθεσε ο Nicholls LJ στη Re Atlantic Computer Systems plc [1992] Ch 505 στο 528, η απαγόρευση παρέχει "χώρο για ανάσα" ("a breathing space"). Και πάλι, όμως, το δικαστήριο θα δώσει τη δυνατότητα έγερση ή συνέχιση διαδικασιών όπου κρίνεται σκόπιμο.» (έμφαση δική μου) Παρόμοια είναι και τα σχόλια που γίνονται στις σχετικές αναφορές του Company Law, 4th ed. του Robert R. Pennington (σελ. 701), του Palmer's Company Law 21st ed. (σελ.768), του Halsbury's Laws Of England 5η Έκδοση, Τόμος 17, παρ. 853 και του Ian F. Fletcher, The Law Of Insolvency, 4η Έκδοση (σελ.701), τα οποία με περισσή επάρκεια κατέγραψαν οι αδελφοί Επαρχιακοί Δικαστές Λ. Παντελή και Μιχ. Λοΐζου στις υποθέσεις Αίτηση 245/2001 του Ε.Δ. Λ/σιας, Αναφορικά με την εταιρεία Maxdata Holdings Ltd, ημερομηνίας 30/11/2011 και Αίτηση Εκκαθάρισης Αρ.: 36/2013 του Ε.Δ Λ/κας, Αναφορικά με την εταιρεία AE GAZILION CONSTRUCTIONS LTD, ημερ 15/12/2015 αντίστοιχα. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, ο σκοπός του αρ.220 είναι να διασφαλίσει ότι εκείνες οι αξιώσεις εναντίον της εταιρείας που μπορούν να αποφασιστούν στα πλαίσια της παρεχόμενης από το Νόμο, φτηνής και συνοπτικής διαδικασίας της επαλήθευσης, μην καταστούν αντικείμενο δαπανηρών ή αχρείαστων δικαστικών διαδικασιών που θα επενεργήσουν εις βάρος και της εταιρείας αλλά και των πιστωτών της. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου δε, ασκείται σύμφωνα με το σωστό και δίκαιο της κάθε περίπτωσης και προς όφελος προσώπου που θεμελιώνει προς τούτο καλό και επιτακτικό λόγο. Όπως περαιτέρω καταδεικνύεται από αποφάσεις όπως οι Kerr v Preston Corpn
(1876)6 ChD 463, In re BRITON MEDICAL AND GENERAL LIFE ASSURANCE ASSOCIATION
(1886)32 Ch.D. 503 και SAULL v. BROWNE. [1872 S. 237.] -
(1874)L.R. 10 Ch.App. 64, η φύση, ομοιότητα και αναγκαιότητα της διαδικασίας που προτίθεται να εγερθεί εναντίον της υπό εκκαθάριση εταιρείας, συνιστούν σημαντικούς παράγοντες που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο έτσι ώστε να αποφευχθούν και οι αχρείαστες αλλά και οι καταχρηστικές διαδικασίες.». Επισημαίνω εδώ για σκοπούς πληρότητας ότι οι πρόνοιες των αρ. 215 και 220 Κεφ.113 δεν είναι οι μόνες ασφαλιστικές δικλείδες που παρέχει ο Νόμος για να προστατεύσει τα συμφέροντα μιας εταιρείας που υπόκειται σε εκκαθάριση και των πιστωτών αυτής, αφού μεταξύ άλλων υπάρχουν και πρόνοιες όπως αυτές των αρ. 300 και 301 Κεφ.113, οι οποίες ακολουθούν στο Νόμο και συμπληρώνουν τις πρόνοιες που αφορούν σε επαλήθευση χρεών και κατάταξη των απαιτήσεων σε μια υπό εκκαθάριση εταιρεία. Το αρ.300 καθορίζει ποιοι πιστωτές έχουν προτεραιότητα να πληρωθούν ενώ σύμφωνα με το αρ. 301, «Οποιαδήποτε ., πληρωμή, . που έγινε από . εταιρεία(ς) μέσα σε έξι μήνες πριν από την έναρξη της εκκαθάρισης της.λογίζεται δόλια προτίμηση των πιστωτών της και ακολούθως ακυρώνεται.». Ο σκοπός της εν λόγω πρόνοιας είναι θεωρώ ευνόητος, ήτοι να διασφαλίσει την θεσμοθετημένη από το αρ.300 Κεφ.113 σειρά προτεραιότητας των πιστωτών της εταιρείας και να αποτρέψει την υπονόμευση της εκεί προβλεπόμενης διαδικασίας διανομής της περιουσίας της εταιρείας επί ισότιμης βάσης (pari passu). Άλλες τέτοιες ασφαλιστικές δικλίδες συνιστούν οι πρόνοιες που τυγχάνουν εφαρμογής μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης όταν ο εκκαθαριστής λαμβάνει υπό τον έλεγχο και τη φύλαξη του όλη την ιδιοκτησία και αγώγιμα δικαιώματα που η εταιρεία δικαιούται ή φαίνεται ότι δικαιούται, οπόταν και μόνο κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου μπορεί να εγερθεί οποιαδήποτε διαδικασία, τουλάχιστον εναντίον της εταιρείας (βλ. μεταξύ άλλων αρ. 220, 231 και 232 Κεφ.113, Καν.21 Περι Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμών 1933 καθώς και το σχετικό απόσπασμα από τον Palmers στη σελ 766 υπό τον τίτλο «Distress for Rent accrued after winding up» όπου γίνεται αναφορά μεταξύ άλλων, στο Winding Up Rule 99 που είναι πανομοιότυπος με το Κ.21). Υπό το φως των πιο πάνω αρχών παρατηρώ τα εξής αναφορικά με την υπό κρίση αίτηση. Εκ των δύο αιτήσεων που επικαλείται η GDL για να υποστηρίξει την αίτηση της, ήτοι την XXXXX/15 και την XXXXX/14 (Τεκ.2 και 3 της αίτησης), μόνο στην πρώτη ζητείται η εκκαθάριση της εναγόμενης. Τέτοια θεραπεία δεν ζητείται με την XXXXX/14, η οποία αίτηση περιορίζεται μόνο σε αίτημα εξαγοράς μετοχών δυνάμει του αρ.202 και δη τη θεραπεία που το ίδιο το Κεφ.113 ορίζει ως «Εναλλακτική θεραπεία για εκκαθάριση σε περιπτώσεις καταπίεσης». Η XXXXX/15 τώρα, όπως η ίδια η GDL αναφέρει στην παρ.5 της Ε/Δ της και έχει αποτελέσει και διαπίστωση στην Π.Α.208/19, έχει ανασταλεί πλήρως με δικαστική απόφαση ημερ. 09/07/18 (Τεκ.7 στην αίτηση). Από τα πιο πάνω στοιχεία λοιπόν, τα οποία η ίδια η GDL έχει παρουσιάσει, η οποία GDL να σημειωθεί ότι στο αίτημα που υπέβαλε ο Πατσαλίδης στα πλαίσια της αίτησης της με αρ. XXXXX/15 για διευκρίνηση των συνεπειών που η αναστολή εκείνης της διαδικασίας συνεπάγεται για το διορισμό του υποστήριξε μεταξύ άλλων ότι «.η αναστολή των διαδικασιών βάζει ένα τέλος στον περαιτέρω χειρισμό των διαδικασιών ενώπιον του δικαστηρίου στο στάδιο κατά το οποίο ευρίσκονται.» (βλ.Π.Α.208/19), προκύπτει ότι στο παρόν στάδιο δεν υπάρχει σε ισχύ οποιαδήποτε διαδικασία εκκαθάρισης της εναγομένης ώστε να μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι πρόνοιες του αρ.
- Αντιθέτως, μετά τις πρωτόδικες αποφάσεις των 09/07/18 (αναστολή XXXXX/15), 31/10/19 (αίτημα Πατσαλίδη) και της απόφασης στην Π.Α. 208/19, τα μόνα δεδομένα που φαίνεται να ισχύουν σήμερα είναι η ενεργή και εκκρεμούσα αίτηση XXXXX/14 και ο διορισμός του Πατσαλίδη ως προσωρινού εκκαθαριστή της εναγόμενης. Από τα δύο αυτά δεδομένα όμως, μόνο ο διορισμός του Πατσαλίδη ως προσωρινού εκκαθαριστή δύναται να ενεργοποιήσει τις ανασταλτικές ασφαλιστικές δικλίδες του Κεφ.113 και συγκεκριμένα τις πρόνοιες του αρ.220, σύμφωνα με τις οποίες «Όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, καμμιά αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει». Στην παρούσα περίπτωση, οι ενάγοντες έχουν ήδη εξασφαλίσει από «το Δικαστήριο της εκκαθάρισης», ήτοι το Δικαστήριο που επιλαμβάνετο της αίτησης της GDL με αρ. XXXXX/15, την απαιτούμενη από το αρ.220 άδεια άνευ όρων για συνέχιση της αγωγής τους μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της. Μάλιστα δε, οι ενάγοντες έχουν εξασφαλίσει την εν λόγω άδεια με την σύμφωνο γνώμη και του προσωρινού εκκαθαριστή της εναγομένης, ο οποίος υπενθυμίζω και τονίζω είναι ο εκκαθαριστής που η ίδια η GDL ζήτησε και πέτυχε να διοριστεί στην εναγόμενη με ρητές μάλιστα εξουσίες να χειρίζεται όπως αυτός κρίνει ορθό, οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ήθελε εγερθεί εναντίον της εναγομένης, εξουσίες που δόθηκαν στον τελευταίο στις 03/04/17 και ξανά στις 12/06/18 κατόπιν αιτήσεων της ίδιας της GDL (Τεκ. 3 και 4 αίτησης). Σημειώνω εδώ ότι το γεγονός της εξασφάλισης από τους ενάγοντες άδειας για συνέχιση της παρούσας αγωγής η GDL φαίνεται να μην το είχε αντιληφθεί κατά την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης εφόσον η ίδια στην παρ.5 της Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση υποστηρίζει ότι για να μπορεί να συνεχίσει η παρούσα αγωγή έπρεπε να είχε εξασφαλιστεί τέτοια άδεια. Υποστήριξε ο κ. Σπύρου κατά την αγόρευση του, όταν διαπίστωσε πλέον μέσω της ένστασης των εναγόντων ότι είχε ήδη εξασφαλιστεί η σχετική άδεια για συνέχιση της αγωγής, ότι η άδεια που εξασφαλίστηκε με βάση το αρ.220 δεν μπορεί να καλύψει τις περιπτώσεις του αρ.
- Με κάθε σεβασμό όμως, η θέση αυτή του συνηγόρου όχι μόνο δεν βρίσκει έρεισμα σε καμία σχετική νομική αρχή αλλά θα ήταν αδιανόητο θεωρώ να επιχειρείται να «αποδυναμωθεί» με τον εισηγούμενο τρόπο η επί του προκειμένου κρίση του «Δικαστηρίου της εκκαθάρισης», το οποίο άλλωστε είναι και το Δικαστήριο που είναι άμεσα επιφορτισμένο με την επίτευξη του κοινού σκοπού των αρ.220 και αρ.215, ήτοι τη διασφάλιση της περιουσίας μιας εταιρείας που είτε υπόκειται σε εκκαθάριση είτε βρίσκεται υπό καθεστώς προσωρινού εκκαθαριστή και των συμφερόντων των πιστωτών της, όταν μάλιστα η εν λόγω κρίση ασκήθηκε αφού ακούστηκαν και οι απόψεις του προσωρινού εκκαθαριστή. Σε κάθε περίπτωση όμως, καλώς ή κακώς έχει ήδη εκδοθεί ένα δικαστικό διάταγμα που επιτρέπει την άνευ όρων συνέχιση της παρούσας αγωγής και μέχρι να ανατραπεί ή ακυρωθεί το εν λόγω διάταγμα, κάτι το οποίο σίγουρα δεν είναι στα πλαίσια της παρούσας αγωγής που μπορεί να γίνει, αυτό συνεχίζει να ισχύει και να δεσμεύει σε σχέση με τα θέματα που ρητά αναφέρει ότι αφορά. Τέλος και καθαρά για σκοπούς πληρότητας του συγκεκριμένου θέματος, ήτοι το πεδίο εμβέλειας των προστατευτικών ανασταλτικών εξουσιών του Κεφ.113, επισημαίνω ότι η νομολογία φαίνεται να μην αναγνωρίζει ότι στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζονται οι εν λόγω εξουσίες εμπίπτουν και οι περιπτώσεις όπου η εκκαθάριση μιας εταιρείας ζητείται στη βάση καταπίεσης όπως φαίνεται να είναι η περίπτωση με την αίτηση της GDL στην αίτηση XXXXX/15 και όχι στη βάση κατ' ισχυρισμό αφερεγγυότητας της εταιρείας, (βλ. Χριστοφή Νίκος για εκκαθάριση της εταιρείας Christofi Bros Trading Ltd (Petiiton)
(2013)1 ΑΑΔ 1710). Αν και όλα τα πιο πάνω καθιστούν θεωρώ μονόδρομο την απόρριψη του υπό κρίση αιτήματος της GDL, η αίτηση της τελευταίας υπόκειται σε απόρριψη και για τον εξής επιπρόσθετο και ανεξάρτητο λόγο. Η GDL είναι το πρόσωπο που φορώντας το «καπέλο» του μετόχου στην εναγόμενη αιτήθηκε την εκκαθάριση της τελευταίας και στα πλαίσια εκείνου του αιτήματος της, ζήτησε και πέτυχε, για λόγους που η ίδια επικαλέστηκε, όπως τη διαχείριση όλων των υποθέσεων της εναγόμενης, οικονομικών, εταιρικών, δικαστικών κ.α., την αναλάβει προσωρινά συγκεκριμένο πρόσωπο που αυτή υπέδειξε ως προσωρινό εκκαθαριστή. Μέχρι σήμερα μάλιστα, όπως φαίνεται και από τα όσα καταγράφονται στην Π.Α.208/19, η GDL υποστηρίζει σθεναρά ότι έστω και αν η αίτηση της με αρ. XXXXX/15 έχει ανασταλεί, ο διορισμός και οι εξουσίες του προσωρινού εκκαθαριστή που αυτή διόρισε δεν έχουν επηρεαστεί. Με την υπό κρίση αίτηση όμως, η GDL, «αλλάζοντας» το «καπέλο» του μετόχου της εναγόμενης που φορούσε όταν διόριζε τον Πατσαλίδη, και φορώντας το «καπέλο» του πιστωτή της εναγόμενης, επικαλείται τώρα διαφορετικά συμφέροντα και προσπαθεί ουσιαστικά να παρακάμψει τον εκκαθαριστή που αυτή διόρισε και τις εξουσίες που αυτή του έδωσε ρητά μέσω του Δικαστηρίου, ίσως γιατί δεν είναι πλέον ευχαριστημένη με τις ενέργειες του τελευταίου και με τον τρόπο αυτό επιχειρεί να αποφύγει τις συνέπειες των δικών της δικαστικών διαδικασιών. Αυτή όμως η στάση και ενέργειες της GDL κρίνω ότι μόνο ως κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών μπορούν υπό τις περιστάσεις να χαρακτηριστούν και αυτό είναι από μόνο του αρκετό για να σφραγίσει την τύχη της παρούσας αίτησης, πέραν και ανεξάρτητα όλων των άλλων απορριπτικών λόγων που αναφέρω ανωτέρω. Όπως λοιπόν και αν ήθελε ιδωθεί η παρούσα αίτηση, είτε δηλαδή επί της ουσίας της είτε ως θέμα κατάχρησης, αυτή δεν μπορεί να επιτύχει και ούτε μπορεί να δικαιολογήσει την με οποιοδήποτε τρόπο παρεμπόδιση των εναγόντων να προωθήσουν την παρούσα αγωγή τους, ιδιαίτερα όταν έχουν εξασφαλίσει και δικαστικό διάταγμα που τους επιτρέπει να το πράξουν. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις καθιστούν θεωρώ περιττή την ενασχόληση με το κατά πόσο έπρεπε ή όχι η GDL να εξασφαλίσει προηγουμένως άδεια για παρέμβαση στην παρούσα αγωγή αν και εκ πρώτης όψεως με βρίσκει σύμφωνο η θέση του κ. Σπύρου ότι το ιδιόμορφο λεκτικό του αρ.215 φαίνεται να εντάσσει τις περιπτώσεις του εν λόγω άρθρου εκτός της εμβέλειας των περιπτώσεων που πραγματεύεται η απόφαση Κουή ανωτέρω. Το θέμα αυτό όμως δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω εφόσον έχω αποφασίσει να απορρίψω την αίτηση τόσο επί της ουσίας της όσο και για τους άλλους λόγους που αναφέρω ανωτέρω. Η αίτηση συνεπώς απορρίπτεται με έξοδα υπέρ εναγόντων και εναντίον GDL ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία έξοδα, εφόσον δεν εκκρεμεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία μεταξύ εναγόντων και GDL στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης διατάσσεται όπως είναι άμεσα πληρωτέα. Όσον αφορά την αίτηση των εναγόντων ημερ. 29/05/19 για απόφαση εναντίον της εναγόμενης λόγω παράλειψης καταχώρησης υπεράσπισης, αυτή, εφόσον δεν έχει υποβληθεί οποιοδήποτε αίτημα από πλευράς εναγόμενης για παράταση του χρόνου καταχώρησης υπεράσπισης και ούτε ο εκκαθαριστής τη τελευταίας έχει επιδείξει οποιοδήποτε ενδιαφέρον προς τούτο, ορίζεται για απόδειξη στις 14/09/20 και ώρα 0900. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 215. Οποτεδήποτε μετά την υποβολή αίτησης για εκκαθάριση, και πριν από την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης, η εταιρεία ή οποιοσδήποτε πιστωτής ή συνεισφορέας δύναται- (α) όταν οποιαδήποτε αγωγή ή διαδικασία εναντίον της εταιρείας εκκρεμεί σε οποιοδήποτε Επαρχιακό Δικαστήριο ή στο Ανώτατο Δικαστήριο, να κάνει αίτηση στο Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η αγωγή ή διαδικασία για αναστολή διαδικασίας σε αυτή· και (β) όταν οποιαδήποτε άλλη αγωγή ή διαδικασία εναντίον της εταιρείας εκκρεμεί, να κάνει αίτηση στο Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία εκκαθάρισης της εταιρείας για παρεμπόδιση της λήψης περαιτέρω επιπρόσθετης διαδικασίας στην αγωγή ή διαδικασία, και το Δικαστήριο στο οποίο υποβάλλεται αίτηση δύναται, ανάλογα με την περίπτωση, να αναστείλει ή περιορίσει τη διαδικασία με τέτοιους όρους που ήθελε θεωρήσει σωστό. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο