← Κύπρος

Βιολάρη ως συνδιαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Κ. Λατζιά ν. Βλαδιμήρου ως συνδιαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Κ. Λατζιά κ.α., Αρ.

Βιολάρη ως συνδιαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Κ. Λατζιά ν. Βλαδιμήρου ως συνδιαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Κ. Λατζιά κ.α., Αρ. Αγωγής: 2992/13, 31/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A491 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2992/13 Μεταξύ: XXXXX Βιολάρη ως συνδιαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Κ. Λατζιά, τέως εκ Κλήρου Ενάγοντα και

  1. XXXXX Βλαδιμήρου ως συνδιαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Κ. Λατζιά, τέως εκ Κλήρου
  2. XXXXX Χ''Θεοφάνους Εναγόμενοι -------------------------------------------- Ημερομηνία: 31 Ιουλίου 2020 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: κ. Σ. Δράκος με κ. Δ.Κουλαφέτη Για εναγόμενο 1: κα Β. Πετρίδου Για εναγόμενο 2: καμία εμφάνιση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Επικαλούμενος την ιδιότητα του συνδιαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Κ. Λατζιά εκ Κλήρου, ο ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αγωγή με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο στις 14/05/13, αξιώνοντας εναντίον του εναγόμενου 1 υπό την ιδιότητα του άλλου συνδιαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα και του εναγόμενου 2 ως του προσώπου που εγγυήθηκε τον εναγόμενο 1 σε σχέση με τις υποχρεώσεις του ως διαχειριστής, αποζημιώσεις λόγω κατ' ισχυρισμό απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή παράβαση καθήκοντος και/ή εμπιστευτικότητας και/ή επίδειξη αμέλειας κατά τη διαχείριση, την επιστροφή διάφορων ποσών που κατ' ισχυρισμό εισπράχθηκαν από πώληση μέρους της κληρονομιάς του αποβιώσαντα σε τρίτους, διάταγμα παύσης του εναγόμενου 1 ως διαχειριστή «.λόγω απάτης και/ή δόλου, και/ή κακομεταχείρισης, και/ή αμέλειας, και/ή παράβασης καλής πίστης και εμπιστευτικότητας.», διαφυγόντα κέρδη που κατ' ισχυρισμό απωλέσθηκαν συνεπεία της συμπεριφοράς του εναγόμενου 1 ως διαχειριστή καθώς επίσης και επαυξημένες, παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ημερ. 14/05/13 επισυνάπτεται μια φερόμενη ως βεβαιωτική του περιεχομένου του κλητηρίου εντάλματος ένορκη δήλωση του ενάγοντα, η οποία φέρει τον τίτλο και τον αριθμό της αγωγής και ως ημερομηνία κατάρτισης της αναφέρεται, σύμφωνα με τη σχετική βεβαίωση (jurat) του Πρωτοκολλητή, η ίδια ημερομηνία με την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, ήτοι 14/05/13, χωρίς κανένα άλλο σχετικό στοιχείο. Στην ένορκη δήλωση αυτή γίνεται αναφορά στο περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος και επισυνάπτεται πιστοποιημένο από τον Πρωτοκολλητή ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της αγωγής, το οποίο αντίγραφο φέρει και τον αριθμό της αγωγής, ήτοι 2292/13 αλλά και την ημερομηνία καταχώρησης και σφράγισης της, ήτοι την 14/05/
  3. Εμφάνιση στην αγωγή καταχώρησαν και οι δύο εναγόμενοι μέσω κοινού δικηγόρου στις 02/10/13, ο οποίος δικηγόρος είναι και το πρόσωπο που ενάγεται ως εναγόμενος
  4. Ακολούθως καταχωρήθηκε στις 03/03/15 εκ μέρους των εναγομένων κοινή υπεράσπιση στην οποία εγείρεται μεταξύ άλλων προδικαστική ένσταση ότι, η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί εφόσον ενώ πρόκειται για κληρονομική αγωγή (probate action), εντούτοις δεν καταχωρήθηκε η σχετική βεβαιωτική ένορκη δήλωση επικύρωσης της ως προνοείται από τους σχετικούς κανονισμούς. Σημειώνω εδώ ότι σε κάποιο στάδιο ο εναγόμενος 1, αν και διόρισε για τον εαυτό του τη νυν συνήγορο που εμφανίζεται στη διαδικασία και παρέμεινε ως δικηγόρος του εναγόμενου 2, εντούτοις δεν εμφανίστηκε ξανά στο Δικαστήριο. Αφού ολοκληρώθηκε η δικογραφία και δόθηκαν οι σχετικές προδικαστικές οδηγίες χωρίς όμως ποτέ να επιχειρηθεί να εκδικαστεί η προδικαστική ένσταση που ήγειραν οι εναγόμενοι, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Για διάφορους όμως λόγους που αναφέρονται στα εκάστοτε πρακτικά που τηρούνταν, η υπόθεση αναβάλλετο μέχρι και τις 23/10/19 που τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον μου. Κατ' εκείνη την ημερομηνία ζητήθηκε χρόνος από αμφότερους τους συνηγόρους των διαδίκων για να συζητήσουν πρόταση διευθέτησης που είχε υποβληθεί από πλευράς ενάγοντα για την καταβολή προς αυτόν ενός συμβολικού ποσού χρημάτων με ταυτόχρονη απόσυρση της αγωγής και την κάθε πλευρά να επωμίζεται τα έξοδα της (βλ. πρακτικό ημερ. 31/10/18), αίτημα το οποίο υπό τις περιστάσεις έκρινα δικαιολογημένο και ενέκρινα. Τελικά όμως φάνηκε ότι η υπόθεση δεν θα διευθετείτο οπόταν και η πλευρά του ενάγοντα καταχώρησε αίτηση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης της και αφού καταχωρήθηκε ένσταση από πλευράς εναγομένων και παραδόθηκαν και γραπτές αγορεύσεις από αμφότερους τους συνηγόρους για σκοπούς ακρόασης της αίτησης, το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφασή του. Κατά τη μελέτη της υπόθεσης για σκοπούς έκδοσης απόφασης στην αίτηση τροποποίησης, διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο ότι ενδεχομένως να μην υπήρξε εξ' αρχής συμμόρφωση με τις πρόνοιες Δ.2 Θ.13[1] και συγκεκριμένα διαπιστώθηκε ότι ενδεχομένως να μην είχε προηγηθεί της καταχώρησης της αγωγής η καταχώρηση βεβαιωτικής ένορκης δήλωσης ως η εν λόγω Διάταξη επιβάλλει. Επειδή σύμφωνα με τη νομολογία η αγωγή ενδέχετο να θεωρηθεί εξ' υπαρχής άκυρη και ως τέτοια να απορριφθεί αν ήθελε φανεί ότι η διαπίστωση αυτή του Δικαστηρίου ήταν ορθή (βλ. μεταξύ άλλων Eυστρατίου ή X"Σάββα Παναγιώτης

(1997)1 ΑΑΔ 751 και Demetriou and others v Prodromou
(1983)1 CLR 301), κρίθηκε δίκαιο και αναγκαίο όπως επανανοιχτεί η υπόθεση και ζητηθεί από αμφότερες τις πλευρές να τοποθετηθούν επί του θέματος, κάτι το οποίο και οι δύο συνήγοροι έπραξαν παρουσιάζοντας εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Εν συντομία, εκλαμβάνοντας το συγκεκριμένο προβληματισμό του Δικαστηρίου να πηγάζει από το γεγονός ότι εφόσον η ημερομηνία της καταχώρησης της Ε/Δ που επισυνάπτεται στο κλητήριο ένταλμα είναι η ίδια με την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, χωρίς όμως να φαίνεται η ώρα που αυτή καταχωρήθηκε ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν προηγήθηκε χρονικά της αγωγής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα υποστήριξε ότι το θέμα είναι πραγματικό, υπό την έννοια ότι για να μπορεί το Δικαστήριο να αποφανθεί επί αυτού θα πρέπει πρώτα να ακούσει μαρτυρία και δη τη μαρτυρία του Πρωτοκολλητή, ώστε να εξακριβώσει πότε και κάτω από ποιες συνθήκες έχει καταχωρηθεί η εν λόγω ένορκη δήλωση. Ακόμη όμως και αν ήθελε θεωρηθεί ότι το θέμα μπορεί να αποφασιστεί χωρίς περαιτέρω μαρτυρία, υποστήριξε ο κ. Δράκος, τότε στη «χειρότερη περίπτωση» θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε ταυτόχρονα με την αγωγή και αυτό κατά το συνήγορο όχι μόνο δεν αντιστρατεύεται αλλά αντίθετα συνάδει με τις πρόνοιες της Δ.2 Θ.13. Παραπέμποντας μεταξύ άλλων και σε διάφορες αναφορές που γίνονται στο Annual Practice 1958 και ειδικότερα στην αναφορά που γίνεται στη σελ.66 του εν λόγω συγγράμματος - «The affidavit which must state the interest alleged by the defendant as well as verify the plaintiff's claim, should be taken with the writ to the Registrar who will sign the certificate that a sufficient affidavit has been filed.» - ο κ. Δράκος υποστήριξε ότι αυτό που κατ' εκείνον συνάγεται από τη νομολογία και τα συγγράμματα που αφορούν σε κληρονομικές αγωγές της παρούσας φύσης είναι ότι για σκοπούς της Δ.2 Θ.13 δεν έχει σημασία αν η ένορκη δήλωση προηγήθηκε ή όχι της αγωγής, φτάνει αγωγή και Ε/Δ να έχουν καταχωρηθεί ταυτόχρονα αφού «αυτή είναι και η ορθή ερμηνεία της λέξης precede ως condition precedent, δηλαδή προϋπόθεση της σφράγισης της αγωγής.» και αυτό είναι τουλάχιστο το τι αποδεικνύεται από τα όσα έχει ενώπιον του το Δικαστήριο. Στην αντίπερα όχθη, η νυν δικηγόρος του εναγόμενου 1 υποστήριξε ότι τόσο η Δ.2 Θ.13, όσο και η σχετική με την εν λόγω Διάταξη νομολογία, καθιστούν επιτακτική υποχρέωση σε κληρονομικές αγωγές αυτής της φύσης, την απόδειξη από πλευράς ενάγοντα ότι η βεβαιωτική ένορκη δήλωση έχει καταχωρηθεί πριν την αγωγή αλλιώς η όλη διαδικασία είναι εξ υπαρχής άκυρη και σε τέτοια περίπτωση η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ούτε με τη Δ.64 αλλά ούτε και με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Σχετική αναφορά έκαμε η συνήγορος μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Demetriou ανωτέρω και ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΣΥΓΓΕΛΟΥ ν. ΠΑΝΙΚΟΥ Γ. ΛΟΪΖΟΥ κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. Ε120/2013, 21/12/2017 καθώς και επίσης και στο Annual Practice 1958 το οποίο στην Ο.5 r.15 (αντίστοιχη της Δ.2 Θ.13) καθώς επίσης και στη σελ. 629 αναφέρει ότι «No writs are to be issued in Probate Division Causes unless a certificate that the affidavit required by Order 5 Rule 15 has been filed . (και) . the indorsement on the writ in a Probate action must be verified by affidavit (O.5 r.15) and the Registrar's certificate must be made on the writ.». Στην υπό κρίση περίπτωση, υποστήριξε η συνήγορος, η πλευρά του ενάγοντα δεν έχει αποδείξει ότι έχει συμμορφωθεί με τις πρόνοιες της Δ.2 Θ.13 και συνεπώς η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως εξ' υπαρχής άκυρη. Εξέτασα με προσοχή τα όσα έχουν θέσει ενώπιον μου οι συνήγοροι. Σημειώνω κατ' αρχήν ότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι η παρούσα αγωγή συνιστά κληρονομική αγωγή η οποία εμπίπτει στις πρόνοιες της Δ.2 Θ.13, κάτι άλλωστε που επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι με την αγωγή αυτή ζητείται μεταξύ άλλων ως θεραπεία η ανάκληση του διοριστηρίου του εναγόμενου 1 και η παύση του ως διαχειριστή του μ. Λατζιά (βλ. Ευστρατίου ανωτέρω καθώς επίσης και Halsbury's Laws of England 4η εκ. Τόμος 17, σελ.778[2] και Tristram and Coute's Probate Practice, 25η εκ. σελίδα 599[3]). Στρεφόμενος τώρα στην υποχρέωση που επιβάλλει η Δ.2 Θ.13, με κάθε σεβασμό προς την πλευρά του κύριου Δράκου θεωρώ ότι η εν λόγω πλευρά έχει παρερμηνεύσει το τι ακριβώς είναι που επιβάλλει η εν λόγω Διάταξη σε σχέση με την υποχρέωση καταχώρηση βεβαιωτικής ένορκης δήλωσης πριν την καταχώρηση μιας κληρονομικής αγωγής. Αυτό γιατί ο συνήγορος παραπέμπει σε περικοπές από το Annual Practice και σε νομολογία για να υποστηρίξει τη θέση ότι επειδή το «.affidavit . should be taken with the writ to the Registrar» συνεπάγεται ότι αυτό που η συγκεκριμένη Διάταξη επιβάλλει είναι όπως αγωγή και ένορκη δήλωση καταχωρηθούν ταυτόχρονα. Δεν είναι όμως αυτό που προκύπτει από την επιτακτική και ρητή αναφορά της Διάταξης σε «.the sealing of a writ of summons in probate actions shall be preceded by the filing of an affidavit by the plaintiff, or one of the plaintiffs, in verification of the indorsement on the writ.» η οποία αναφορά σε ελεύθερη μετάφραση έχει ως εξής - «.της σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος σε κληρονομικές αγωγές θα πρέπει να προηγηθεί η καταχώρηση ένορκης δήλωσης από τον ενάγοντα ή ένα από τους ενάγοντες προς επιβεβαίωση της οπισθογράφησης του κλητηρίου.». Σίγουρα, εφόσον συνιστά προϋπόθεση της σφράγισης της αγωγής η ύπαρξη σχετικής βεβαιωτικής ένορκης δήλωσης κατά την παρουσίαση του κλητηρίου για σφράγιση, εξυπακούεται ότι κατά την καταχώρηση της αγωγής έχει ήδη γίνει και υπάρχει έγκυρη βεβαιωτική ένορκη δήλωση (βλ. Demetriou ανωτέρω), η οποία και προφανώς, αφού καταρτιστεί και βεβαιωθεί ως ένορκη δήλωση, παρουσιάζεται στον Πρωτοκολλητή ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής. Μέχρι όμως ο Πρωτοκολλητής να θέσει τη σχετική βεβαίωση του (jurat) στην εν λόγω ένορκη δήλωση και έτσι να πιστοποιήσει με τρόπο αναντίλεκτο ότι ο εκεί ομνύοντας όντως ορκίστηκε και υπέγραψε ενώπιον του, η εν λόγω δήλωση παραμένει απλά ως μια δήλωση κάποιου προσώπου, η οποία όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ένορκη δήλωση όπως επιτάσσει η Δ.39.Θ.10 (βλ. μεταξύ άλλων ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΤANDUM LIMITED, Πολιτική ECLI:CY:AD:2014:D556, Αίτηση Αρ. 131/2014, 22/7/2014 (βλ. μεταξύ άλλων Α. Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ. κ.α. ν. Αrizona Trading Co. Ltd.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1354 και ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ν. ΜΑΡΙΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 9/2011, 2/12/2014). Είναι μάλιστα μόνο μετά από αυτή την τοποθέτηση της βεβαίωσης (jurat) του Πρωτοκολλητή που μπορεί στη συνέχεια να διακριβωθεί, εκεί όπου χρειάζεται, κατά πόσο όταν έγινε η συγκεκριμένη ένορκη δήλωση υφίστατο ή όχι η διαδικασία σε σχέση με την οποία αυτή καταχωρήθηκε (βλ. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΤANDUM LIMITED, Πολιτική ECLI:CY:AD:2014:D556, Αίτηση Αρ. 131/2014, 22/7/2014) και είναι γι' αυτό το λόγο που η επιτακτική υποχρέωση της Δ.2 Θ.13 έχει καθιερώσει την πρακτική όπως τη στιγμή που θέτει τη σχετική βεβαίωση (jurat) επί της ένορκης δήλωσης, ο Πρωτοκολλητής σημειώνει και την ημερομηνία αλλά και την ώρα που αυτό γίνεται, όπως στη συνέχεια σημειώνει και την ημερομηνία αλλά και την ώρα της σφράγισης και καταχώρησης της αγωγής, έτσι ώστε να αποδεικνύεται κατά αδιαμφισβήτητο πλέον τρόπο ότι κατά την σφράγιση και καταχώρηση της αγωγής υπήρχε ήδη η απαιτούμενη έγκυρη βεβαιωτική ένορκη δήλωση. Αυτό άλλωστε είναι και που εξάγεται ξεκάθαρα από τις υποθέσεις Demetriou και Ευστρατίου ανωτέρω οι οποίες πραγματεύονται αυτό ακριβώς το θέμα, ότι δηλαδή η κατάρτιση και καταχώρηση έγκυρης ένορκης δήλωσης πριν την σφράγιση και καταχώριση μιας κληρονομικής αγωγής, συνιστά επιτακτική προϋπόθεση για την έγκυρη έναρξη της διαδικασίας, η μη εκπλήρωση της οποίας καθιστά εξ' αρχής άκυρη τη διαδικασία, χωρίς να παρέχεται περιθώριο ή διακριτική ευχέρεια να μπορεί να διασωθεί η αγωγή δυνάμει της Δ.64 ή άλλως πώς (βλ. Πετρίχου ν. Χ"Ιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81). Κοντολογίς, μπορεί μεν να παρουσιαστούν ταυτόχρονα στον Πρωτοκολλητή μια κληρονομική αγωγή για σφράγιση και μια προτιθέμενη βεβαιωτική ένορκος δήλωση, όμως η επιτακτική προϋπόθεση της Δ.2 Θ.13 επιβάλλει όπως αποδειχτεί από πλευράς ενάγοντα σε μια κληρονομική αγωγή ότι η βεβαιωτική ένορκη δήλωση έχει καταχωρηθεί ως τέτοια ένορκος δήλωση πριν σφραγιστεί και καταχωρηθεί το κλητήριο ένταλμα. Σίγουρα όμως, η καταχώρηση μιας τέτοιας βεβαιωτικής ένορκης δήλωσης μετά τη σφράγιση και καταχώρηση της αγωγής και πολύ περισσότερο στα πλαίσια της αγωγής, δεν συνιστά συμμόρφωση με τη Δ.2 Θ.13. Με τις πιο πάνω αρχές κατά νου, το ερώτημα που τίθεται στην υπό κρίση περίπτωση είναι αν η ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται στο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής έχει γίνει σύμφωνα με την επιτακτική προϋπόθεση της Δ.2 Θ.13, ήτοι κατά πόσο η εν λόγω ένορκος δήλωση έχει καταχωρηθεί πριν τη σφράγιση και καταχώρηση της αγωγής. Επί τούτου παρατηρώ τα εξής. Η ένορκη δήλωση του ενάγοντα που επισυνάπτεται στο κλητήριο ένταλμα της αγωγής, φέρει βεβαίωση (jurat) από τον Πρωτοκολλητή ότι έγινε την ίδια ημέρα που σφραγίστηκε και καταχωρήθηκε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής χωρίς οποιαδήποτε άλλη ένδειξη ως προς το πότε χρονικά είναι που έγινε ή αν έγινε πριν ή μετά τη σφράγιση και καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος. Εάν το θέμα τελείωνε εδώ, θα συμφωνούσα με τον κύριο Δράκο ότι ίσως να έπρεπε να αφεθεί το θέμα να αποφασιστεί αφού ακουστεί σχετική μαρτυρία, είτε από τον Πρωτοκολλητή είτε τον ομνύοντα για τον οποίο ο Πρωτοκολλητής βεβαιώνει ότι ορκίστηκε και υπέγραψε ενώπιον του στις 14/05/13,ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η ένορκος δήλωση. Για τους λόγους όμως που θα προχωρήσω να εξηγήσω, υπό τις περιστάσεις δεν κρίνεται αναγκαίο να προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία για το θέμα αυτό διότι στην ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται στο κλητήριο ένταλμα υπάρχουν αρκετά άλλα στοιχεία τα οποία δεν επιδέχονται αμφισβήτησης και από τα οποία μπορεί με ασφάλεια να εξαχθεί συμπέρασμα ως προς το πότε ακριβώς είναι που καταχωρήθηκε η εν λόγω ένορκη δήλωση και αν προηγήθηκε ή όχι της σφράγισης και καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής. Κατ' αρχή, πέραν ότι η συγκεκριμένη ένορκη φέρει τον τίτλο της αγωγής, αυτή φέρει και τον αριθμό που η αγωγή έλαβε όταν σφραγίστηκε και καταχωρήθηκε στο μητρώο του Πρωτοκολλητή, ήτοι Αγωγή υπ. αρ. 2292/13 και αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει αν η ένορκη δήλωση είχε καταχωρηθεί πριν την σφράγιση και καταχώρηση της αγωγής αφού σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα είχε ακόμη δοθεί στην αγωγή αριθμός καταχώρησης. Αντιθέτως, όπως κατ' αναλογία λέχθηκε στις αποφάσεις Stavros Hotels Apartments Ltd κ.α. (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 389, Constantinou SA Ltd και Άλλοι ν. Marfin Popular Bank Public Co. Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 754 και ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΙΒΡΟΥ ν. ΕΛΕΝΗΣ ΜΑΥΡΟΚΩΝΣΤΑΝΤΗ κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. Ε126/2013, 1/2/2017), η καταγραφή στην υπό κρίση ένορκη δήλωση του τίτλου και του αριθμού καταχώρησης της αγωγής υποδηλοί ξεκάθαρα ότι όχι μόνο η καταχώρηση της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης δεν προηγήθηκε της καταχώρησης της αγωγής αλλά και ότι όταν έγινε η εν λόγω δήλωση, η αγωγή υφίστατο και η ένορκος δήλωση έγινε ουσιαστικά στα πλαίσια της αγωγής, εξ' ου και φέρει τον ίδιο αριθμό και τίτλο με αυτή. Πρόσθετα των πιο πάνω όμως, το γεγονός ότι στην παρούσα περίπτωση η καταχώρηση της φερόμενης ως βεβαιωτικής ένορκης δήλωσης δεν προηγήθηκε αλλά ακολούθησε της καταχώρησης της αγωγής, προκύπτει να επιβεβαιώνεται και από το ότι το αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση και πιστοποιείται ως τεκμήριο αυτής με τη σχετική σφραγίδα και υπογραφή του Πρωτοκολλητή, αναφέρει και αυτό τον αριθμό που έλαβε η αγωγή μετά την καταχώρηση της, ήτοι 2292/13 καθώς επίσης και την ημερομηνία σφράγισης και καταχώρησης της αγωγής, ήτοι την 14/05/
  1. Για να ήταν όμως τα στοιχεία αυτά καταγραμμένα στο τεκμήριο που επισυνάπτετο στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα όταν ο Πρωτοκολλητής όρκιζε τον τελευταίο και πιστοποιούσε το επισυνημμένο στη δήλωση συγκεκριμένο έγγραφο ως τεκμήριο, σημαίνει ότι η αγωγή είχε ήδη σφραγιστεί, καταχωρηθεί και λάβει αριθμό καταχώρησης και ο ομνύοντας γνώριζε αυτά τα στοιχεία εξ' ου και καταγράφηκαν στο έγγραφο που επεσύναψε στη δήλωση του και τα οποίο ζήτησε να πιστοποιηθεί ως τεκμήριο αυτής. Άλλη εξήγηση δεν υπάρχει. Φαίνεται λοιπόν ξεκάθαρα ότι στην παρούσα κληρονομική αγωγή δεν υπήρξε συμμόρφωση με τις επιτακτικές πρόνοιες της Δ.2 Θ.13 αφού η καταχώρηση της απαιτούμενης βεβαιωτικής ένορκης δήλωσης όχι μόνο δεν προηγήθηκε της καταχώρησης της αγωγής αλλά μάλιστα καταχωρήθηκε μεταγενέστερα και δη στα πλαίσια της αγωγής και συνεπώς η όλη διαδικασία δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί εξ υπαρχής άκυρη και χωρίς την οποιαδήποτε δυνατότητα διάσωσης της. Ως εξ' υπαρχής άκυρη συνεπώς, η παρούσα αγωγή δεν μπορεί παρά να απορριφθεί από αυτό το στάδιο και απορρίπτεται και η κατάληξη μου αυτή αναπόφευκτα συμπαρασύρει και την εκκρεμούσα ενδιάμεση αίτηση τροποποίησης, η οποία επίσης απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της αγωγής, αν και το θέμα της μη συμμόρφωσης με τη Δ.2 Θ.13 είχε εγερθεί από τους εναγόμενους στην υπεράσπιση τους στις 03/03/15, εντούτοις από τότε οι τελευταίοι όχι μόνο δεν επιχείρησαν ποτέ να το θέσουν προς εξέταση αλλά αντίθετα συνέβαλαν και οι ίδιοι στην συνέχιση της αγωγής και στην αύξηση των εξόδων, φτάνοντας μάλιστα να αγορεύσουν και επί της ουσίας της αίτησης τροποποίησης του ενάγοντα ημερ. 26/11/19 χωρίς καν να θίξουν το θέμα της εγκυρότητας της αγωγής. Επί αυτού οι εναγόμενοι τοποθετήθηκαν μόνο όταν το Δικαστήριο έθιξε αυτεπάγγελτα το θέμα στις 05/06/
  2. Κρίνω ορθό και δίκαιο συνεπώς όπως τα έξοδα της αγωγής επιδικαστούν υπέρ των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, διατάσσω όμως όπως αυτά περιοριστούν σε ένα σετ και αυτό σε σχέση με τις διαδικασίες που έγιναν μόνο μέχρι τις 08/06/15 που έκλεισαν τα δικόγραφα και η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες δυνάμει της Δ.30 οπόταν και οι εναγόμενοι μπορούσαν να ζητήσουν να αποφασιστεί το θέμα αλλά παρέλειψαν να το πράξουν. Για την αίτηση τροποποίησης ημερ. 26/11/19 δεν επιδικάζεται κανένα ποσό εξόδων υπέρ ή εναντίον οποιουδήποτε διάδικου. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]
  3. The sealing of a writ of summons in probate actions shall be preceded by the filing of an affidavit by the plaintiff, or one of the plaintiffs, in verification of the indorsement on the writ. [2] «In the Rules of the Supreme Court probate action means an action for the grant of probate of the will, or letters of administration of the estate, of a deceased person or for the revocation of such a grant or for a decree pronouncing for or against the validity of an alleged will, not being an action which is non-contentious or common form probate business."» [3] «The forms of action in probate proceedings fall into three categories:-
(1)actions for pronouncing for or against a will in solemn form of law;
(2)interest actions;
(3)actions for the revocation of probates or letters of administration.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.