← Κύπρος

RS Accounting Ltd κ.α. ν. Real Substance Fiduciary Services Ltd, Αρ. Αγωγής: 1463/20, 11/8/2020

RS Accounting Ltd κ.α. ν. Real Substance Fiduciary Services Ltd, Αρ. Αγωγής: 1463/20, 11/8/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A502 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαδοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1463/20 Μεταξύ:

  1. RS Accounting Ltd
  2. XXXXX Κυριακίδης Εναγόντων - Αιτητών ν. Real Substance Fiduciary Services Ltd Εναγομένων - Καθ'ων η Αίτηση Αίτηση ημερ. 23.6.2020 για Προσωρινό Διάταγμα Ημερ.: 11 Αυγούστου, 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Στ. Ερωτοκρίτου Για τους Εναγόμενους - Καθ'ων η Αίτηση: κα Χ. Τοφαρίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες καταχώρησαν την 23.6.2020 την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή σε Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα με την οποία αξιούν Διατάγματα του Δικαστηρίου για παράδοση λογιστικών φακέλων πελατών της Ενάγουσας αρ. εταιρείας, τον σκληρό δίσκο και δύο υπολογιστές, καθώς και αποζημιώσεις για υπεξαίρεση αντικειμένων, επιζήμια ψευδολογία και διαρροή εμπιστευτικών πληροφοριών, απόδοση λογιστικής αμοιβής και αποζημιώσεις για δόλο. Την ίδια μέρα καταχωρίστηκε και η υπό εκδίκαση μονομερής Αίτηση με την οποία οι Ενάγοντες εξαιτούνται τα πιο κάτω: «Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο η Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση ή/και δια των αξιωματούχων ή/και αντιπροσώπων της ή/και υπαλλήλων της να διατάσσεται όπως παραδώσει/στην Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια ή στον Διευθυντή της Ενάγοντα 2, όλους τους 150 λογιστικούς φακέλους (box files) πελατών της Ενάγουσας 1 - Αιτήτριας που εξωτερικά φέρουν αύξοντα αριθμό του πελάτη, το όνομα του πελάτη και την ένδειξη RS Accounting Ltd, τον σκληρό δίσκο (Server) και τους 2 ηλεκτρονικούς υπολογιστές της, και ένα φορητό υπολογιστή (Laptop) που βρίσκονται στην κατοχή της Καθ' ής η Αίτηση στην οδό Κυριάκου Μάτση 18 στον 2ον όροφο ή/και Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην Καθ' ης η Αίτηση ή/και τους αξιωματούχους της ή/και αντιπροσώπους της να εμποδίζει την Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια ή/και τον ενάγοντα 2 της κατοχής ή/και πρόσβασης στους λογιστικούς φακέλους των πελατών της Αιτήτριας στον σκληρό δίσκο τη (Server) στους 2 ηλεκτρονικούς υπολογιστές της και στον φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή (laptop) Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίον να απαγορεύεται στην Εναγόμενη να χρησιμοποιεί ή διαδίδει οποιοδήποτε έγγραφο ή πληροφορία σχετικών με λογιστικά θέματα των πελατών της Αιτήτριας». Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ.1 και 2, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 αρ. 4, 5 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 αρ. 32 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση στην οποία προβαίνει ο κ. XXXXX Κυριακίδης, Ενάγοντας αρ. 2 και διευθυντής της Ενάγουσας αρ. 1 εταιρείας ο οποίος αναφέρει ότι είναι εγγεγραμμένος φοιτητής στο μητρώο ACCA ενώ εργάστηκε από το 2006 μέχρι το 2015ως εργοδοτούμενος λογιστής σε διάφορες εταιρείες. Το 2015 ίδρυσε δική του εταιρεία την C.K.M. Accountants Ltd (πιο κάτω αναφερόμενης ως «C.K.M.»). Η Ενάγουσα αρ. 1 ενεγράφη την 19.1.2017 στον Έφορο Εταιρειών και σε αυτήν είναι μέτοχος κατά 51% ενώ το άλλο 49% κατέχεται από την Εναγόμενη εταιρεία. Ο Ενάγοντας αρ. 2 είναι διευθυντής της Ενάγουσας αρ. 2 και ο κ. XXXXX Χρίστης ο Γραμματέας. Η Εναγόμενη εταιρεία είναι εταιρεία παροχής διοικητικών υπηρεσιών με διευθυντή και μέτοχο την εταιρεία CGC Nominees Ltd, διευθυντής και γραμματέας της οποίας είναι ο κ. XXXXX Χρίστης. Μεταξύ του Ενάγοντα αρ.2 και της Εναγομένης συνήφθη Συμφωνία Μετόχων τον Μάρτιο 2018, η οποία όμως προχρονολογήθηκε την 9.1.
  3. Την 29.5.2020 καταχωρίστηκε αίτηση εκκαθάρισης της Ενάγουσας αρ.
  4. Είναι η θέση του Ενάγοντα αρ. 2 ότι η εν λόγω αίτηση εκκαθάρισης δεν έχει πιθανότητα επιτυχίας ενώ καταχωρίστηκε για αλλότριους σκοπούς, είναι κακόπιστη, υστερόβουλη και υλοποίηση σχεδίου που η Εναγομένη κατάστρωσε. Όπως λέει ο Ενάγοντας αρ. 2, από την ίδρυση της η Ενάγουσα προσέφερε στους πελάτες της, εν γνώσει της Εναγομένης, υπηρεσίες παροχής λογιστικών και φορολογικών υπηρεσιών, τήρηση λογιστικών βιβλίων, υπηρεσίες Φ.Π.Α., μισθοδοτικές υπηρεσίες και συμβουλευτικές υπηρεσίες. Εν γνώσει της Εναγομένης δια του κ. XXXXX Χρίστη, υπηρεσίες Εγκεκριμένου Λογιστή στους πελάτες παρείχε η CZ Accountants Ltd (πιο κάτω αναφερόμενη ως «CZ») και υπέγραφε τις Ετήσιες Οικονομικές Καταστάσεις / Ελεγμένους Λογαριασμούς των πελατών της Ενάγουσας αλλά και της ίδιας της Ενάγουσας. Θέση του Ομνύοντα είναι ότι για τις υπηρεσίες που η Ενάγουσα προσέφερε στους πελάτες δεν απαιτείτο Εγκεκριμένος Λογιστής Μέλος του ΣΕΛΚ. Η Ενάγουσα από την ίδρυση της διορίζετο αντιπρόσωπος του πελάτη για σκοπούς φόρου Φ.Π.Α και ελεγκτής διορίζετο η CZ. Η CZ υπήρξε συνεργάτης της εταιρείας του Ενάγοντα αρ. 2 της C.K.M. Οι δύο εταιρείες αυτές είχαν συνάψει την 6.7.2015 συμφωνία και λειτουργούσαν με την επωνυμία CCP Professional Services (πιο κάτω αναφερόμενη ως «CCP») και συστεγάζονταν. Τον Φεβρουάριο 2020 ο Ενάγοντας διέκοψε την συνεργασία με την CZ και μετακόμισε σε άλλο χώρο. Η διεξαγωγή των λογιστικών εργασιών της Ενάγουσας, η διεξαγωγή παροχής διοικητικών υπηρεσιών από την Εναγόμενη και η διεξαγωγή υπηρεσιών της δικηγορικής εταιρείας Χρίστης & Σία ΔΕΠΕ διεξάγονταν σε ξεχωριστά δωμάτια στον ίδιο όροφο γραφείου. Την 14.5.20 ο κ. XXXXX Φούτσης συνέταιρος της Εναγομένης εξ Ελλάδος απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα ζητώντας τις άδειες του Ενάγοντα, του κ. Χρίστη και του κ. Ζερταλή. Ο Ενάγοντας αρ. 2 την ίδια μέρα απάντησε ότι η Ενάγουσα αρ. 1 δεν εγγράφηκε ποτέ εφόσον δεν απαιτείτο εγγραφή ένεκα του ότι παρείχε μόνο λογιστικές υπηρεσίες. Ο κ. Ζέρταλης απέστειλε τις επαγγελματικές άδειες του ιδίου και της CZ Accountants Ltd. Την 21.5.2020 ο κ. XXXXX Χρίστης απέστειλε στον Ενάγοντα ηλεκτρονικό μήνυμα που αποσκοπούσε στην αποδέσμευση της Εναγομένης από την Συμφωνία Μετόχων ώστε να καρπωθεί ολόκληρο το όφελος των κερδών, επικαλούμενος ακυρότητα εξ υπαρχής της Συμφωνίας Μετόχων. Όπως ισχυρίζεται ο Ενάγοντας αρ. 2, στον ξεχωριστό γραφειακό χώρο της Ενάγουσας αρ. 1 βρίσκονταν 150 λογιστικοί φάκελοι των πελατών της, 2 ηλεκτρονικοί υπολογιστές και ένας φορητός υπολογιστής. Ο σκληρός δίσκος βρισκόταν στο δωμάτιο των σκληρών δίσκων. Στους φακέλους, σκληρό δίσκο και ηλεκτρονικούς υπολογιστές περιέχονται πληροφορίες εμπιστευτικής φύσης των πελατών της Ενάγουσας αρ.
  5. Την 28.5.2020 έλαβε χώρα συνάντηση μεταξύ του Ενάγοντα αρ. 1, της δικηγόρου του, της κας Τοφαρίδου συζύγου του κ. Χρίστη και δικηγόρων συνεργατών της δικηγορικής εταιρείας Χρίστης & Σία ΔΕΠΕ η οποία, όμως, κατέληξε σε αδιέξοδο. Η κα Τοφαρίδου δήλωσε ότι η Εναγομένη θα προχωρούσε σε καταχώριση αιτήσεως εκκαθάρισης της Ενάγουσας αρ.
  6. Γι' αυτό ο Ενάγοντας αποφάσισε όπως την επόμενη μέρα μετακομίσει τους προαναφερόμενους φακέλους, δίσκους και ηλεκτρονικούς υπολογιστές στα γραφεία του στην οδό Στασικράτους. Υπάλληλος της μεταφορικής εταιρείας στην οποία ανέθεσε την μετακόμιση τον ενημέρωσε περί της 14.30 της 29.5.2020 ότι κτυπούσαν το κουδούνι στο γραφείο χωρίς ανταπόκριση. Ο Ενάγοντας του έδωσε τον κωδικό εισόδου αλλά με την χρήση του άρχισε να ηχεί ο συναγερμός. Ο Ενάγοντας μετέβη στον χώρο όπου παρόντες, εκτός από τους υπαλλήλους της μεταφορικής εταιρείας, ήταν ο κ. XXXXX Χρίστης και ο κ. XXXXX Παντελίδης και ο κ. Χρίστης του δήλωσε ότι δεν επρόκειτο να του παραδώσει οτιδήποτε και θα τον κατάγγελλε για απόπειρα διάρρηξης. Ο Ενάγοντας μετέβη στον διπλανό Αστυνομικό Σταθμό για να υποβάλει καταγγελία όπου πληροφορήθηκε ότι τους είχε ήδη ενημερώσει και ο κ. Χρίστης ότι θα μετέβαινε για τον ίδιο σκοπό. Αμφότεροι προέβησαν σε καταγγελίες και έδωσαν καταθέσεις. Την 1.6.2020 η Εναγόμενη απέστειλε στους Ενάγοντες ηλεκτρονικό μήνυμα πληροφορώντας τους ότι θα διατηρούσε στην ασφαλή φύλαξη της τα έγγραφα των πελατών τους, στο οποίο απάντησαν οι δικηγόροι των Εναγόντων. Ακολούθησε ανταλλαγή επιστολών. Την 19.6.2020 η Ενάγουσα αρ. 1 έλαβε μηνύματα από το σύστημα Taxisnet της Υπηρεσίας Φ.Π.Α. ότι για τουλάχιστον 18 πελάτες της είχε αντικατασταθεί η Ενάγουσα αρ. 1 από αντιπρόσωπος με την Εναγόμενη. Η δε Εναγόμενη στο πλαίσιο απόσπασης πελατολογίου της Ενάγουσας αρ. 1 συνέταξε τυποποιημένο έντυπο το οποίο απηύθυνε στους πελάτες της Ενάγουσας αρ. 1 προς υπογραφή ενώ μετέφερε στο όνομα της έγγραφα εμπιστευτικά. Είναι η θέση του Ενάγοντα αρ. 2 ότι ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και η C.K.M. υπέγραψαν ποτέ οποιοδήποτε έντυπο ως Εγκεκριμένοι Λογιστές και ούτε έχει παραστήσει τον εαυτό του ως Εγκεκριμένο Λογιστή. Εισηγείται ότι υπάρχει ορατός ο κίνδυνος η Εναγόμενη να χρησιμοποιεί και διαδίδει εμπιστευτικά έγγραφα και πληροφορίες των πελατών της Ενάγουσας αρ. 1 καθώς και να αλλοιώσει ή αλλάξει λογιστικά στοιχεία στο πλαίσιο της επιδίωξης της όπως οι πελάτες της Ενάγουσας αρ. 1 διακόψουν την συνεργασία τους με αυτήν. Θέση του είναι ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το αρ. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Μετά την επίδοση της Αίτησης η Εναγόμενη καταχώρισε Ένσταση στην Αίτηση η οποία στηρίζεται στα Αρ. 23, 25 και 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στα αρ. 2, 4, 5, 7 - 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (ΚΕΦ. 6), στα αρ. 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ.1 - 4, 6 - 9, Δ.64, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (Κεφ. 148) αρ. 17 -19, 25, 37-41, 63, στον περί Συμβάσεων Νόμο (Κεφ. 149) αρ. 14, 17, 19, στον Ποινικό Κώδικα, στην Νομολογία, στις αρχές της επιείκειας και της διακριτικής ευχέρειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην Ένσταση προβάλλονται 7 λόγοι ένστασης τους οποίους και κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους: «

(1)Ο Αιτητής 2 δεν έχει προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή έχει παραπλανήσει το Δικαστήριο σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης εφόσον έχει αποκρύψει από το Δικαστήριο σημαντικά και ουσιώδη στοιχεία που γνώριζε και/ή που έπρεπε να γνώριζε και/ή απέτυχε να παρουσιάσει δίκαια και ειλικρινή εικόνα των γεγονότων, κάτι που καθιστά την αίτηση του καταχρηστική της δικαστικής διαδικασίας.
(2)Η παρούσα αγωγή και αίτηση δεν έχουν νομίμως καταχωρηθεί εκ μέρους της Αιτήτριας 1 εφόσον ο Αιτητής 2 ως διευθυντής αυτής όφειλε να εξασφαλίσει και εν πάση περιπτώσει κωλύεται να εξασφαλίσει, την άδεια της γενικής συνέλευσης της Αιτήτριας 1 πριν εγείρει την παρούσα αγωγή και αίτηση καθώς και ορκιστεί την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση.
(3)Με πλήρη επιφύλαξη του λόγου ένστασης
(2), δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η νομολογία για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων και ειδικότερα:- (α) Η αίτηση δεν φανερώνει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ούτε καλό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Καθ' ης η αίτηση. (β) Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει ορατή προοπτική ή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή. (γ) Οι Αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ειδικότερα εφόσον τυχόν ζημιά είναι υπολογίσιμη σε χρήμα. (δ) Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι θα υποστούν οποιαδήποτε και/ή ανεπανόρθωτη βλάβη από τη μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, (ε) Η Καθ' ης η Αίτηση θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά από ενδεχόμενη έκδοση διατάγματος.
(4)Τα αιτούμενα Διατάγματα είναι γενικά και/ή αόριστα και/ή ασαφή και/ή δεν δύνανται να εκδοθούν και/ή εφαρμοστούν ειδικότερα εφόσον αφορούν κατ' ισχυρισμό πελάτες της Αιτήτριας 1 οι οποίοι δεν είναι μέρη της παρούσας διαδικασίας αλλά ούτε και εμπλέκονται κατά οποιονδήποτε τρόπο στην παρούσα διαφορά και είναι οι μόνοι που έχουν το δικαίωμα να αποφασίσουν τι να γίνουν οι φάκελοι και τα στοιχεία τους.
(5)Η έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος (Α) επιζητείται ως τελική θεραπεία και δεν μπορεί να δοθεί ως ενδιάμεση θεραπεία εφόσον θα ισοδυναμεί με απόφαση στην Αγωγή.
(6)Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση και/ή τα οποία καταγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν αποκαλύπτουν βάση αγωγής και/ή δεν υποστηρίζουν τη βάση αγωγής που τίθεται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο των Εναγόντων/Αιτητών .
(7)Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση στην οποία προβαίνει ο κ. XXXXX Χρίστης, δικηγόρος, διευθυντής και μέτοχος της δικηγορικής εταιρείας Χρίστης & Σία ΔΕΠΕ και διευθυντής της εταιρείας CGC Nominees Limited η οποία είναι ο μόνος διευθυντής και μέτοχος της Εναγομένης εταιρείας. Η Εναγόμενη εταιρεία είναι Εταιρεία Παροχής Διοικητικών Υπηρεσιών υπό την εποπτεία του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου. Ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας αρ. 2 προέβη σε απάτη δηλώνοντας στον κ. Χρίστη ότι είναι Εγκεκριμένος Λογιστής με αποτέλεσμα να λάβει μετοχικό κεφάλαιο στην Εναγομένη και να απολαμβάνει κέρδη και μερίσματα εξαπατώντας τους πελάτες και συνεργάτες της Εναγομένης. Η Εναγόμενη συστάθηκε την 13.10.2015 με σκοπό την παροχή διοικητικών υπηρεσιών σε εταιρείες υφιστάμενων πελατών της δικηγορικής εταιρείας του Ομνύοντα μετά που εξέφρασαν ενδιαφέρον προς τούτο συνεργάτες του δικηγόροι από την Ελλάδα, οι κ.κ. Μακρίδης και Φούτσης. Από την ίδρυση της Εναγόμενης αυτή αναλάμβανε την παροχή λογιστικών υπηρεσιών μέσω εξωτερικής ανάθεσης σε Εγκεκριμένους Λογιστές ή γραφεία εγγεγραμμένα στον ΣΕΛΚ. Το 2016 αποφάσισε να συνεργαστεί με Εγκεκριμένο Λογιστή για ίδρυση εταιρείας στην οποία να ανατίθενται οι εν λόγω υπηρεσίες. Προϋπόθεση της συνεργασίας ήταν ο λογιστής να είναι Εγκεκριμένος Λογιστής ώστε να συνεχίσει να παράσχει το ίδιο ψηλό επίπεδο παροχής υπηρεσιών. Τον Μάιο 2016 γνώρισε τον Ενάγοντα αρ. 2 ο οποίος συστήθηκε ως Εγκεκριμένος Λογιστής και διατείνετο ως συνέταιρος στην CCP και ως ιδιοκτήτης της εταιρείας C.K.M. O κ. Χρίστης ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας πάντοτε παρουσιαζόταν ως Εγκεκριμένος Λογιστής τόσο στον ίδιο όσο και στους Ελλαδίτες συνεργάτες του αλλά και προς πελάτες της Εναγομένης. Τέλος του 2016 κατέληξαν σε προφορική συμφωνία με τον Ενάγοντα αρ. 2 για τη σύσταση εταιρείας στην οποία η Εναγόμενη θα ανέθετε τις λογιστικές υπηρεσίες των πελατών της και την 19.1.2017 συστάθηκε η Ενάγουσα αρ.
  1. Θέση του κ. Χρίστη είναι ότι ο λόγος που δέχτηκε να συνεργαστεί με τον Ενάγοντα αρ. 2 ήταν επειδή αυτός ήταν δήθεν Εγκεκριμένος Λογιστής, είχε δήθεν την τεχνογνωσία και υποσχέθηκε να προσελκύσει και άλλους πελάτες. Πριν από την σύσταση της εταιρείας ο Ενάγοντας αρ. 2 του υπέδειξε ότι, εφόσον η πρόθεση ήταν η εταιρεία να εγγραφεί στον ΣΕΛΚ, θα έπρεπε η πλειοψηφία των μετόχων και διευθυντών της να είναι οι ίδιοι μέλη του ΣΕΛΚ / Εγκεκριμένοι Λογιστές. Έτσι ο κ. Χρίστης αποδέχτηκε όπως ο Ενάγοντας αρ. 2 κατέχει το 51% του μετοχικού κεφαλαίου και όπως διοριστεί μοναδικός διευθυντής. Οι όροι που είχαν συμφωνηθεί για να διέπουν την σχέση των μετόχων ενσωματώθηκαν μεταγενέστερα στην Συμφωνία Μετόχων, όπου ο Ενάγοντας αρ. 2 ισχυρίστηκε και εγγράφως ότι είναι Εγκεκριμένος Λογιστής. Από την σύσταση της Ενάγουσας αρ. 1 παρουσιάστηκαν σοβαρά προβλήματα, ο Ενάγοντας αρ. 2 ελάχιστους πελάτες έφερε και η Ενάγουσα αρ. 1 μέχρι και σήμερα προσφέρει υπηρεσίες σε πελάτες την συντριπτική πλειοψηφία των οποίων ανέθεσε στην Ενάγουσα αρ. 1 η Εναγόμενη. Αντίθετα τους πιο σημαντικούς πελάτες που εύρισκε ο Ενάγοντας αρ. 2 τους παρέπεμπε για λογιστικές υπηρεσίες σε δική του εταιρεία. Αποκλείοντας τον κ. Χρίστη από την διαχείριση του τραπεζικού λογαριασμού της Ενάγουσας αρ. 1 απέσπασε χρήματα από αυτήν με εκτενή χρήση της πιστωτικής κάρτας για δικά του έξοδα. Προχώρησε σε αλλαγή της διεύθυνσης του εγγεγραμμένου γραφείου της Ενάγουσας αρ. 1 χωρίς ενημέρωση της Εναγομένης ενώ τον Μάιο 2019 μετέφερε όλους τους φακέλους και τους υπολογιστές της Ενάγουσας αρ. 1 στο δικό του γραφείο και έκτοτε βρίσκονται στην κατοχή του. Η ρήξη της σχέσης μεταξύ του κ. Χρίστη και του Ενάγοντα αρ. 2, όμως, επήλθε τον Μάιο 2020 όταν ο πρώτος διαπίστωσε ότι ο Ενάγοντας αρ. 2 δεν είναι Εγκεκριμένος Λογιστής και δεν είναι μέλος οποιουδήποτε δημόσιου μητρώου του ΣΕΛΚ ή αρμόδιων σωμάτων του εξωτερικού όσον αφορά στο λογιστικό επάγγελμα ενώ ουδέποτε προέβη σε εγγραφή της Ενάγουσας αρ. 1 στο μητρώο Λογιστικών Γραφείων του ΣΕΛΚ ως η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία. Ειδικότερα, την 14.5.2020 ο συνεργάτης του Ομνύοντα κ. Φούτσης ζήτησε τις επαγγελματικές άδειες της Ενάγουσας αρ. 1, της Εναγόμενης και των ελεγκτών για ενδεχόμενη συνεργασία με ενδιαφερόμενο πελάτη. Η Εναγόμενη και οι ελεγκτές κοινοποίησαν την άδεια τους αλλά ο Ενάγοντας αρ. 2 απάντησε ότι η Ενάγουσα αρ. 1 δεν είναι εγγεγραμμένη στον ΣΕΛΚ και ούτε απαιτείται να είναι εφόσον παρέχει μόνο λογιστικές υπηρεσίες. Τότε ήταν η πρώτη φορά που ο κ. Χρίστης αντιλήφθηκε ότι η Ενάγουσα αρ. 1 δεν είχε εγγραφεί στον ΣΕΛΚ. Για να μην χάσουν τον πελάτη, όμως, οι κ.κ. Χρίστης και Φούτσης επέμεναν όπως ο Ενάγοντας αρ. 2 στείλει τουλάχιστον την προσωπική του άδεια. Όταν δεν έλαβε την άδεια αυτή προχώρησε σε έρευνα στα ηλεκτρονικά μητρώα του ΣΕΛΚ και, προς έκπληξη του, διαπίστωσε ότι ο Ενάγοντας αρ. 2 δεν ήταν μέλος Μητρώου Μελών του ΣΕΛΚ. Ο Ενάγοντας αρ. 2 ισχυρίστηκε ότι δεν είχε ακόμη εγγραφεί για τυπικούς λόγους αλλά ήταν εγγεγραμμένος στο αντίστοιχο Αγγλικό λογιστικό σώμα. Μετά από επικοινωνία με το σώμα αυτό διαπίστωσαν ότι ούτε και αυτού δεν ήταν μέλος ο Ενάγοντας αρ.
  2. Κάλεσε τον Ενάγοντα αρ. 2 στο γραφείο του αλλά αυτός επέμενε ότι η μη εγγραφή του οφείλετο σε τυπικούς λόγους χωρίς να αναφέρει ότι είναι μαθητής και εγγεγραμμένος μόνο ως τέτοιος. Η ιδιότητα, όμως, του εγγεγραμμένου ως μαθητή δεν καθιστά άτομο μέλος του ΣΕΛΚ ούτε του δίδει δικαίωμα να παρουσιάζεται ως Εγκεκριμένος Λογιστής. Θέση του Ομνύοντα είναι ότι εξαπατήθηκε από τον Ενάγοντα αρ. 2 και συμφώνησε να δώσει 51% του μετοχικού κεφαλαίου της Ενάγουσας αρ.
  3. Η δήθεν ιδιότητα του Ενάγοντα αρ. 2 ήταν αυτή που ώθησε τον κ. Χρίστη και κατ' επέκταση την Εναγόμενη στην σύσταση της Ενάγουσας αρ.
  4. Εάν ήταν σε γνώση της Εναγόμενης ότι ο Ενάγοντας αρ. 2 δεν ήταν μέλος του ΣΕΛΚ θα μπορούσε η Εναγόμενη εξ ιδίων να παρέχει κάλλιστα τις υπηρεσίες στους πελάτες της μέσω εργοδότησης υπαλλήλου για το μέρος των λογιστικών υπηρεσιών. Για τους πιο πάνω λόγους ο Ενόρκως Δηλούντας απέστειλε την 21.5.2020 ηλεκτρονικό μήνυμα στον Ενάγοντα εκφράζοντας την θέση ότι η Συμφωνία Μετόχων ήταν εξ υπαρχής άκυρη και τερματίζοντας την παροχή από την Εναγόμενη χώρου στέγασης στην Ενάγουσα αρ. 1 και έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της Εναγομένης να ετοιμάσουν αίτηση για εκκαθάριση της Ενάγουσας αρ. 1 εφόσον προτεραιότητα του ήταν η προστασία των πελατών της. Πρόταση που έκανε στον Ενάγοντα αρ. 2 ώστε να προχωρήσει η Ενάγουσα αρ. 1 σε εκούσια εκκαθάριση δεν έγινε αποδεκτή και η αίτηση εκκαθάρισης με αρ. 301/20 καταχωρίστηκε την 29.5.2020 και δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα και σε μία καθημερινή εφημερίδα. Την 29.5.2020 ο κ. Χρίστης σχόλασε η ώρα 14.00 και ενεργοποίησε τον συναγερμό αλλά η ώρα 14.42 έλαβε μήνυμα ότι αυτός είχε σημάνει και είδε από το κλειστό κύκλωμα δύο άτομα να βρίσκονται εντός του γραφείου. Μετέβη μαζί με τον κ. Α. Παντελίδη δικηγόρο πίσω στο γραφείο όπου βρήκε δύο υπαλλήλους μεταφορικής εταιρείας στον χώρο στάθμευσης οι οποίοι τον πληροφόρησαν ότι πήγαν με εντολές του Ενάγοντα αρ. 2 με σκοπό να παραλάβουν φακέλους. Ο κ. Χρίστης ενημέρωσε την Αστυνομία και του είπαν να μεταβεί στον Σταθμό για υποβολή παραπόνου. Στο μεταξύ κατέφθασε στον χώρο ο Ενάγοντας αρ. 2 με την δικηγόρο του και μετέβησαν στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Δομετίου προσπαθώντας να πείσουν την Αστυνομία να τους δώσει φακέλους και περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης και των πελατών της. Θέση του κ. Χρίστη αποτελεί ότι ο Ενάγοντας αρ. 2 είχε σκοπό να αποσπάσει παρανόμως και μέσω διάπραξης ποινικών αδικημάτων περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης ώστε να τα χρησιμοποιήσει ως μοχλό πίεσης ενάντια σε αυτήν και τους πελάτες της. Όσον αφορά στην κα Σκαρπάρη θέση του Ομνύοντα είναι ότι την είχε ενημερώσει ως προς την ύπαρξη διαφοράς μεταξύ των Ενάγοντα αρ. 2 και της Εναγομένης εφόσον την επηρέαζε, θέλοντας να την διαβεβαιώσει ότι δεν θα την αφήσει άνεργη. Ενόψει των πιο πάνω αλλά και της αίτησης εκκαθάρισης επικοινώνησε προσωπικά με τους πελάτες της Εναγομένης δίδοντας τους την επιλογή είτε να επιβεβαιώσουν ότι η σύμβαση παροχής υπηρεσιών παραμένει ως έχει αλλά χωρίς ανάθεση των λογιστικών εργασιών στην Ενάγουσα αρ. 1 είτε να τους δώσουν οδηγίες όπως διοριστεί τρίτο πρόσωπο ή ακόμα και η Ενάγουσα αρ. 1 ως υπεύθυνος παροχής λογιστικών υπηρεσιών. Η συντριπτική πλειοψηφία επέλεξε την πρώτη επιλογή και ζήτησαν να τους αποσταλεί υπόδειγμα γραπτών οδηγιών. Ο Ενάγοντας αρ. 2 επισκέφτηκε πελάτες της Εναγομένης στην Αθήνα προσπαθώντας να τους πείσει ότι είναι Εγκεκριμένος Λογιστής, κατηγορώντας τον κ. Χρίστη και εκφοβίζοντας τους, πράγμα που συνεχίζει μέχρι σήμερα. Σε σχέση με τους 150 λογιστικούς φακέλους που αναφέρονται στο αιτητικό είναι η θέση του κ. Χρίστη ότι οι Ενάγοντες δεν τους περιγράφουν, δεν έχουν προσκομίσει οδηγίες από τους πελάτες ή έγγραφο διορισμού τους, τα βιβλία αποτελούν βιβλία και έγγραφα των πελατών της Εναγομένης τα οποία έδινε προσωρινά στην Ενάγουσα αρ. 1 και μόνο για σκοπούς παροχής λογιστικών υπηρεσιών, εν πάση όμως περιπτώσει η Εναγομένη έχει λάβει οδηγίες από την πλειονότητα των πελατών της ότι δεν επιθυμούν πλέον την ανάθεση των λογιστικών υπηρεσιών των εταιρειών τους στην Ενάγουσα αρ. 1 και επιθυμούν όπως η φύλαξη των εγγράφων τους παραμείνει στην Εναγόμενη. Φάκελοι που αφορούσαν πελάτες της CCP παραδόθηκαν ήδη στον Ενάγοντα αρ.
  5. Ο σκληρός δίσκος χρησιμοποιείται και από το γραφείο του Ενόρκως Δηλούντος και αγοράστηκε από την Εναγόμενη προτού καν γνωρίσει τον Ενάγοντα αρ.
  6. Ο σκληρός δίσκος που αναζητούσε ο Ενάγοντας αρ. 2 έχει εντοπιστεί στα γραφεία του XXXXX Μάρκου παροχέα υπηρεσιών πληροφορικής. Ο δε Ενάγοντας αρ. 2 συνεχίζει να έχει πρόσβαση στον σκληρό δίσκο της Εναγομένης σε σχέση με τα ηλεκτρονικά αρχεία των πελατών της Ενάγουσας αρ. 1 μέσω δικού του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Ο κ. Χρίστης έδωσε οδηγίες στον κ. XXXXX Μάρκου όπως διατηρηθεί το status quo και δη η πρόσβαση του Ενάγοντα αρ. 2 στον σκληρό δίσκο. Είναι η θέση του ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων (Α) και (Β) θα επέφερε στην Εναγομένη και το δικηγορικό γραφείο Χρίστης & Σία ΔΕΠΕ τεράστια ταλαιπωρία και ανεπανόρθωτη ζημιά αφού θα καταστήσει αδύνατη την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών στους πελάτες του δικηγορικού γραφείου και θα συνίστατο και παραβίαση της υποχρέωσης εχεμύθειας και προστασίας των προσωπικών δεδομένων των πελατών τους. Οι δύο ηλεκτρονικοί υπολογιστές ήδη μεταφέρθηκαν στα γραφεία του Ενάγοντα αρ. 2 και δεν υπάρχουν στην κατοχή της Εναγόμενης. Ο φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής βρίσκεται στα γραφεία της Εναγόμενης αλλά η Εναγόμενη παραμένει διαθέσιμη να τον παραδώσει στον νόμιμο ιδιοκτήτη του. Αναφορικά με το αιτητικό (Γ) είναι η θέση του κ. Χρίστη ότι οι Ενάγοντες ουδεμία μαρτυρία έχουν προσκομίσει ως προς τον κίνδυνο διάδοσης εγγράφων ή πληροφοριών σχετικών με λογιστικά θέματα της Ενάγουσας αρ.
  7. Η Εναγόμενη δεν έχει στην κατοχή της οποιοδήποτε έγγραφο ή πληροφορία σχετικά με πελάτες της Ενάγουσας αρ. 1 αλλά μόνο σχετικά με πελάτες της Εναγόμενης τα οποία νομίμως κατέχει και χρησιμοποιεί, ο δε ομνύοντας είναι διευθυντής και γραμματέας των εταιρειών πελατών. Οι αλλαγές στο Taxisnet έγιναν στην βάση οδηγιών των πελατών. Τέλος ο κ. Χρίστης εισηγείται ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η ακρόαση περιορίστηκε σε αγορεύσεις, στο πλαίσιο των οποίων αμφότεροι οι συνήγοροι υποστήριξαν τις πιο πάνω θέσεις τους, επικαλούμενοι τώρα και σχετική Νομολογία. Συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους εισηγήσεις αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στη διαδικασία αιτήσεων για προσωρινό διάταγμα το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την επιτυχία της αίτησης. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό είναι κάτι που θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1983)1 CLR 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Από την νομική βάση της Αίτησης φαίνεται ότι αυτή στηρίζεται, εκτός από το αρ. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν14/60, και στα αρ. 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6. Το άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου αφορά σε περιορισμούς συναλλαγών σχετικά με γη ώστε να δύναται να ικανοποιηθεί η απαίτηση του Ενάγοντα, και θεωρώ, συνεπώς, ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση αίτηση. Το αρ. 9 προβλέπει για την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα χωρίς ειδοποίηση στην άλλη πλευρά, πράγμα που επίσης δεν εφαρμόζεται στην παρούσα, εφοσον δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της Αίτησης. Το αρ. 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 αναφέρει τα εξής: «Συντηρητικό διάταγμα μεσεγγύησης, κλπ. 4
(1)Το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο, ενώ εκκρεμεί σε αυτό αγωγή, να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης.
(2)Το διάταγμα μεσεγγύησης που αναφέρθηκε πιο πάνω σημαίνει διάταγμα που ορίζει πρόσωπο ή πρόσωπα για να εισέλθουν σε ακίνητη ιδιοκτησία, που ορίζεται στο διάταγμα, η οποία είναι στην κατοχή του προσώπου εναντίον του οποίου εκδίδεται το διάταγμα, και να συλλέξουν, παραλάβουν και αναλάβουν στα χέρια τους τα μισθώματα και τις προσόδους αυτής, καθώς και τα αγαθά και την κινητή περιουσία του εν λόγω προσώπου και να τα κρατούν για όσο χρόνο ορίζεται στο διάταγμα ή μέχρι νεώτερου διατάγματος του Δικαστηρίου.
(3)Το διάταγμα παρέχει στο πρόσωπο που ορίζεται με τον τρόπο αυτό πλήρη εξουσία να ενεργεί καθετί το οποίο διατάσσεται να διενεργηθεί με το διάταγμα αυτό καθώς και κάθε συντελεστικό με αυτό και, από την κοινοποίηση του διατάγματος προς το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε, αυτό στερεί το πρόσωπο αυτό από κάθε τέτοια εξουσία, τηρουμένου μόνο του δικαιώματος του να κατέχει την ακίνητη περιουσία που τελεί υπό μεσεγγύηση, και να συνεχίζει τη διεξαγωγή της εργασίας του σε αυτή και να χρησιμοποιεί την κινητή περιουσία η οποία δυνατό να βρίσκεται σε αυτή για τους σκοπούς της κατοχής αυτής και της διεξαγωγής της εργασίας του». Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Dolego Estates Ltd v Θεόδωρου Φιλίππου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1217: «Το άρθρο 4 αναφέρεται στις θεραπείες τις οποίες το Δικαστήριο δύναται να παραχωρήσει και ειδικά ότι είναι δυνατό να δεσμευθεί περιουσία η οποία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Οι προϋποθέσεις όμως που πρέπει να συντρέχουν για τη δέσμευση περιουσίας η οποία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής είναι αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/60». Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε σε σωρεία αποφάσεων. Ενδεικτικά παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση ABP Holdings v Κιταλίδης
(1994)1 Α.Α.Δ.694: «Στη χώρα μας η νομοθετική εξουσία προτίμησε να μη παρέμβει στο ζήτημα. Άφησε τα Δικαστήρια να λειτουργούν με την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων». Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, και οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το εν λόγω άρθρο, είναι οι ακόλουθες: (α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη (β) Να υπάρχει πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία (γ) Το ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αν ικανοποιούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557) Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, έχει λεχθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Η δε δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι η ύπαρξη πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ο Αιτητής απλά πρέπει να καταδείξει ότι έχει μια ορατή δυνατότητα επιτυχίας (Odysseos v. Pieris Estates and Others, πιο πάνω, στη σελ.569 και επόμενες). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ως προς τις αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου βλ. Κοτ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ Ε 255, Karydas Taxi Co. Ltd v. Κomodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, M & M Transport Co Ltd v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 CLR 695, Bacardy & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788 και Pariko Aluminium Designs v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ.
  1. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έχει ακόμη καταχωριστεί Έκθεση Απαιτήσεως συνεπώς οι πρώτες δύο προϋποθέσεις θα εξεταστούν από το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα σε συνάρτηση με τα όσα αναγράφονται στις Ένορκες Δηλώσεις. Από αυτά φαίνεται ότι θέση του Ενάγοντα είναι ότι ουδέποτε παρέστησε τον εαυτό του ως Εγκεκριμένο Λογιστή ή ως μέλος του ΣΕΛΚ και ότι η αποστολή των ηλεκτρονικών μηνυμάτων ζητώντας την επαγγελματική του άδεια καθώς και η επίκληση ακυρότητας της Συμφωνίας Μετόχων από μέρους του κ. Χρίστη έγιναν ως μέρος δόλιων ενεργειών με σκοπό την εκπαραθύρωση του Ενάγοντα αρ. 2 ως μέτοχου της Ενάγουσας αρ.
  2. Θέση της Εναγομένης είναι, μεταξύ άλλων, ότι ο Ενάγοντας αρ. 2 στην Συμφωνία Μετόχων αλλά και σε άλλες περιπτώσεις παρουσίασε τον εαυτό του ως Εγκεκριμένο Λογιστή και ξεγέλασε αυτήν και τον κ. Χρίστη ώστε να συμφωνήσουν στην σύσταση της Ενάγουσας αρ. 1 με 51% μετοχικό κεφάλαιο στον Ενάγοντα αρ.
  3. Επιπλέον υπάρχει διαφωνία μεταξύ των διαδίκων ως προς την ιδιοκτησία του σκληρού δίσκου. Όπως προκύπτει από την αγόρευση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για τους Ενάγοντες θέση τους είναι ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται από τα εξής: «Ανεξάρτητα από το γεγονός κατά πόσο η Συμφωνία Μετόχων που συνήφθη μεταξύ του Αιτητή 2 και της Καθ'ης η Αίτηση είναι έγκυρη η εξ υπαρχής άκυρη όπως ο κ. XXXXX Χρίστης ισχυρίζεται, το γεγονός ότι η Καθ'ης η Αίτηση παράνομα δια του κ. Χάρη Χρίστη βίαια υπεξαίρεσε στις 29/5/2020 και έκτοτε κατακρατεί μέχρι σήμερα αρνούμενη να παραδώσει στην Αιτήτρια τους λογιστικούς φακέλους των πελατών της Αιτήτριας, και τους δύο ηλεκτρονικούς υπολογιστές της, των οποίων είναι ο νόμιμος δικαιούχος και ιδιοκτήτης τους, ικανοποιεί την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60». Πρέπει να τονιστεί ότι το παρόν δεν είναι το στάδιο όπου θα αποφασιστούν τα ζητήματα μεταξύ των διαδίκων. Μεγάλο μέρος των αγορεύσεων επικεντρώνεται σε ζητήματα τα οποία απαιτούν αξιολόγηση μαρτυρίας. Τονίζω ότι το Δικαστήριο δεν προβαίνει στο στάδιο αυτό σε αξιολόγηση μαρτυρίας. Το ποία εκδοχή ως προς τα γεγονότα ισχύει αλλά και το τι ακριβώς διημείφθη μεταξύ των διάδικων είναι ζήτημα που θα κριθεί από το εκδικάζον την αγωγή Δικαστήριο, αφού ως είναι καλά γνωστό το παρόν δεν είναι το στάδιο κατά το οποίο θα επιλυθούν ή αποφασιστούν τα ζητήματα αυτά. Εκεί θα επιλυθούν και ζητήματα που αφορούν στα εταιρικά δικαιώματα και κατά πόσο ο Ενάγοντας αρ. 2 δύναται να λάβει αποφάσεις εκ μέρους της Ενάγουσας αρ. 1 εταιρείας χωρίς να έχει προηγηθεί απόφαση της γενικής συνέλευσης αυτής ερμηνεύοντας την Συμφωνία Μετόχων και την εγκυρότητα της. Από τα πιο πάνω σε συνάρτηση με τα αιτητικά του Κλητηρίου Εντάλματος κατάληξη μου αποτελεί ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στους Ενάγοντες να δείξουν ότι έχουν «πιθανότητα επιτυχίας». Το Δικαστήριο εξετάζει στο στάδιο αυτό την ισχυρότητα της μαρτυρίας (evidential strength) της υπόθεσης των Εναγόντων. Το επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η μαρτυρία δεν είναι ψηλό, απαιτώντας μόνο πιθανότητα επιτυχίας. Οι Ενάγοντες θέτουν κάποια γεγονότα με την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Σε περίπτωση όπου μετά από αξιολόγηση όντως γίνουν δεκτές οι θέσεις αυτές θα έχουν πιθανότητα να επιτύχουν στην αγωγή τους, έστω σε κάποια από τα αιτητικά. Στρέφομαι τώρα στην τρίτη προϋπόθεση. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 προβλέπει ότι το Δικαστήριο δεν εκδίδει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι με την μη έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι νομολογημένο ότι αν δεν είναι δυνατός ο δίκαιος υπολογισμός ζημιών, το Διάταγμα μπορεί να δοθεί (Karydas Taxi Services Ltd v. Komodikis
(1975)1 ΑΑΔ 330). Σε περίπτωση όμως που η επιδίκαση αποζημιώσεων στον Αιτητή στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη (βλ. ΚΟΤ ν. Θεωρή (πιο πάνω)). Εκείνο το οποίο επισημαίνω στο στάδιο αυτό είναι ότι με την Ένσταση ουσιαστικά δεδομένα έχουν αμφισβητηθεί, πλην όμως οι Ενάγοντες δεν έλαβαν οποιαδήποτε μέτρα ώστε να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που έφεραν, έστω στο πλαίσιο αίτησης για προσωρινό διάταγμα. Παραθέτω προς τούτο απόσπασμα από την απόφαση Σεβαστού ν Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Θα θυμίσω εδώ ότι με την ένορκη δήλωση του, ο εφεσίβλητος αρνήθηκε τους βασικούς ισχυρισμούς της, θέτοντας μια άλλη εκδοχή. Όμως τα θέματα, οι ασάφειες και οι αντιφάσεις παρέμειναν αδιευκρίνιστες, αφού η εφεσείουσα, που είχε το βάρος απόδειξης, με την έννοια που εξηγεί ο δικαστής, δεν έκαμε χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.48 θ.
  1. Περαιτέρω, ούτε με την αναφορά στην αστυνομική έρευνα προώθησε το αίτημα της, αφού δεν αναφέρθηκε καθόλου στο αποτέλεσμα της. Οι χειρισμοί και οι διαπιστώσεις του πρωτόδικου δικαστή είναι ορθές και δεν παρέχουν πεδίο επέμβασης στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας». Θέση της Εναγομένης είναι ότι ο φορητός υπολογιστής είναι στην διάθεση των Εναγόντων και προς τούτο τους έχουν ήδη ειδοποιήσει, ενώ οι δύο ηλεκτρονικοί υπολογιστές έχουν ήδη μεταφερθεί στα γραφεία του Ενάγοντα. Με τα Τεκμήρια 18, 19 και 20 που επισυνάπτονται στην Ένσταση προβάλλεται η θέση ότι ένας σκληρός δίσκος αγοράστηκε από την Εναγόμενη εταιρεία το 2016, ο Ενάγοντας αρ. 2 αγόρασε άλλο εξοπλισμό ο οποίος τοποθετήθηκε ήδη στα δικά του γραφεία ενώ ο σκληρός δίσκος της Ενάγουσας αρ. 1 βρίσκεται στα γραφεία του παροχέα υπηρεσιών πληροφορικής, γεγονός για το οποίο έχει ήδη πληροφορηθεί και ο Ενάγοντας αρ.
  2. Επίσης αναφέρεται ότι ο Ενάγοντας αρ. 2 είχε και συνεχίζει να έχει πρόσβαση στον σκληρό δίσκο της Εναγομένης εταιρείας. Συνεπώς σε σχέση με τα αντικείμενα αυτά δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι Ενάγοντες θα υποστούν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Αναφορικά με τους «150 λογιστικούς φακέλους» που αναφέρονται στο αιτητικό (Α) θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αναφορά είναι αόριστη, πράγμα που δυσχεραίνει από μόνο του την έκδοση διατάγματος. Θέση της Εναγομένης στην Ένσταση, η οποία και πάλι δεν αμφισβητήθηκε από τους Ενάγοντες, είναι ότι (πλην των φακέλων δύο πελατών της CCP οι οποίοι τέθηκαν άμεσα στην διάθεση των Εναγόντων) «δεν υπάρχουν άλλα λογιστικά έγγραφα ή φάκελοι στην Κυριάκου Μάτση 18, 2ο όροφο που να αφορούν πελάτες του Ενάγοντα / Αιτητή 2.παρά μόνο έγγραφα και φακέλοι πελατών της Καθ'ης η Αίτηση». Επιπλέον υπάρχει αναφορά ότι η πλειονότητα των πελατών της Εναγομένης που είχε διορίσει την Ενάγουσα αρ. 1 ως αντιπρόσωπο έχει προχωρήσει σε αίτημα προς την υπηρεσία Τaxisnet του Φ.Π.Α. για αλλαγή αντιπροσώπου, αιτήσεις που υπεγράφησαν από τους διευθυντές των εταιρειών αυτών καθ' υπόδειξη των τελικών δικαιούχων. Θέση του κ. Χρίστη είναι ότι δεν υπάρχουν έγγραφα διορισμού των Εναγόντων ως παρόχους υπηρεσιών αφού η ανάθεση των υπηρεσιών στην Ενάγουσα αρ. 1 γινόταν από την Εναγομένη, το δε γραφείο στην Κυριάκου Μάτση 18 είναι το εγγεγραμμένο γραφείο όλων των πελατών της Εναγομένης. Από την άλλη οι αναφορές στην Αίτηση σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση είναι γενικές αφού αναφέρεται απλώς ότι «η κατακράτηση από την Καθ'ης η Αίτηση των φακέλων των πελατών της Αιτήτριας ..προκαλεί στην Αιτήτρια ζημιά και βλάβη που συνεχίζεται και θα συνεχίζεται με απρόβλεπτες προεκτάσεις» μαζί με την δήλωση ότι «αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο». Σημειώνω περαιτέρω ότι καμία μαρτυρία έχει τεθεί που να τείνει να καταδείξει ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα είναι αρκετή στην υπό κρίση αγωγή ή ότι η Εναγόμενη εταιρεία δεν είναι σε θέση να καταβάλει οποιαδήποτε τέτοια τυχόν επιδικασθείσα αποζημίωση. Συνεπώς κατάληξη μου αποτελεί ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το αρ. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου με αποτέλεσμα η Αίτηση να μην μπορεί να πετύχει. Έστω ως πλεονασμό σημειώνω ότι με την υπό εκδίκαση Αίτηση επιζητούνται ουσιαστικά τα ίδια διατάγματα όπως και με την αγωγή, πράγμα ανεπιθύμητο (βλ. μεταξύ άλλων CT Tobacco Limited v Εταιρείας Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 853). Η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα γι' αυτό επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης - Καθ'ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων αρ. 1 και 2 - Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.