ΜΑΡΚΑΤΖΙΗ ν. PASCAL EDUCATION (Larnaka) LTD, Αρ. Αγωγής: 641/13, 14/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A485 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 641/13 Μεταξύ: XXXXX ΜΑΡΚΑΤΖΙΗ Ενάγουσα και PASCAL EDUCATION (Larnaka) LTD Εναγόμενοι ---------------------------------------------------- Ημερομηνία: 14/07/20 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα: κ. Κλεάνθους Για εναγόμενους: κ. Χατζηπέτρου ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex tempore) Σύμφωνα με την Ε/Α της παρούσας αγωγής, η ενάγουσα υπέγραψε στην Λευκωσία στις 21/06/10 συμφωνητικό έγγραφο εργοδότησης με τους εναγόμενους για να διδάσκει ως καθηγήτρια στο σχολείο των τελευταίων από την 01/09/10 μέχρι και την 31/08/12 με μηνιαίο μισθό €1320. Προχωρά η Ε/Α και αναφέρει ότι όροι της συμφωνίας αυτής ήταν το δικαίωμα πρόωρου τερματισμού της συμφωνίας νοουμένου ότι δοθεί προειδοποίηση τριών μηνών, το οποίο όμως δικαίωμα περιορίστηκε συμβατικά να μην μπορεί να ασκηθεί μετά την παρέλευση ενός έτους ενώ συμβατικά επίσης ρυθμίστηκε και ότι σε περίπτωση παράνομου τερματισμού της συμφωνίας η ενάγουσα θα δικαιούτο σε νόμιμες αποζημιώσεις. Η δικογραφημένη θέση της ενάγουσας είναι ότι στις 30/09/11 οι εναγόμενοι παράνομα και/ή αντικανονικά και/ή αντισυμβατικά τερμάτισαν την εργοδότηση και για τον παράνομο αυτό τερματισμό η ίδια έστειλε γραπτές επιστολές εκφράζοντας τη διαμαρτυρία της. Η αξίωση της ενάγουσας, όπως αυτή καταγράφεται στην παρ. 7 της Ε/Α και στην παρ. Α του αιτητικού της, είναι για απώλεια εισοδημάτων ή/και μισθών για την περίοδο 01/10/11 μέχρι 31/08/12, ήτοι από την αμέσως επόμενη ημέρα του τερματισμού μέχρι και την ημέρα που θα έληγε κανονικά η συμφωνία εργοδότησης της, πλέον 13ο μισθό. Στο σύνολο δηλαδή αξιώνονται μισθοί 12 μηνών, οι οποίοι κατά την ενάγουσα θα ήταν οι μισθοί που θα λάμβανε «ως η συμφωνία προέβλεπε», όπως ρητά αναφέρεται στην παρ.7 της Ε/Α. Με την υπεράσπιση που καταχωρήθηκε δεν ηγέρθηκε οποιοδήποτε θέμα δικαιοδοσίας, τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν και η υπόθεση ορίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες ενώπιον άλλων αδελφών Δικαστών μέχρι που τέθηκε προσωρινά ενώπιον μου στα πλαίσια έκτακτης ανακατανομής υποθέσεων. Επιχειρώντας τότε να ορίσω την υπόθεση για ακρόαση, έθεσα σε αμφότερους τους συνηγόρους τον προβληματισμό του Δικαστηρίου κατά πόσο η αγωγή εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών εφόσον σύμφωνα με την Ε/Α, αυτή αφορά σε ισχυρισμό περί παράνομου τερματισμού συμφωνηθείσας εργοδότησης, σε αξίωση για απώλεια μισθών που παρέχονταν δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας εργοδότησης και οι οποίοι μισθοί δεν υπερβαίνουν τα δύο έτη, καθώς επίσης και στη βάση των όσων λέχθηκαν στην υπόθεση Toni & Guy Limassol Ltd και Άλλοι ν. Kυριάκου Θεοδώρου
(2008)1 ΑΑΔ 496. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας εξέφρασε τους δικούς του προβληματισμούς τόσο υπέρ όσο και κατά της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Εργατικού Δικαστηρίου ώστε να δώσει στο Δικαστήριο μια σφαιρική νομική εικόνα του όλου θέματος, το οποίο και άφησε στην κρίση του Δικαστηρίου. Ο κ. Χατζηπέτρου από την άλλη παρέπεμψε στο άρθρο 12
(1)(ε) του Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου του 1967[1] και στη βάση των όσων αναφέρονται εκεί περί «αυτοτελών αξιώσεων» που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Εργατικού Δικαστηρίου, υποστήριξε ότι η υπόθεση όντως εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία εκείνου του Δικαστηρίου. Διεξήλθα του φακέλου της υπόθεσης δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στην Ε/Α το οποίο είναι και το δικόγραφο που αποτελεί τη βάση για την εξακρίβωση της δικαιοδοσίας ενός Δικαστηρίου, έχοντας κατά νου και το άρθρο 121(ε) του περί Ετησίων Αδειών Νόμου που αφορά στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Εργατικού Δικαστηρίου όσο και τα λεχθέντα στην υπόθεση Toni & Guy ανωτέρω. Θεωρώ ότι ενόψει των συγκεκριμένων δικογραφημένων ισχυρισμών της ενάγουσας, η απάντηση στο θέμα παρέχεται από την υπόθεση Toni & Guy στην οποία ανφέρθηακν τα εξής: «Για να εμπίπτει μια αυτοτελής αξίωση, όπως αυτή που περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών θα πρέπει αυτή η αυτοτελής αξίωση να εγείρεται «από τη σύμβαση εργασίας». Κατά την κρίση μας ο όρος αυτοτελής αξίωση που εγείρεται από τη σύμβαση εργασίας, εξυπακούει αξίωση που αφορά στην εργασιακή σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου και βασίζεται στη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Αυτό άλλωστε δείχνουν και οι υπόλοιπες πρόνοιες της παραγράφου 12
(1)(ε) οι οποίες αναφέρονται στο τι μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν τέτοιες αξιώσεις και αναφέρουν συγκεκριμένα απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο και ατομική ή συλλογική σύμβαση. Κατά την εκτίμηση μας η φράση «και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα .» θα πρέπει να ερμηνευτεί ejusdem generis, δηλαδή σε συνάρτηση και κατ΄ αναλογία προς ότι προηγείται της φράσης αυτής, που είναι διάφορα δικαιώματα που αφορούν στην εργασιακή σχέση.» Σημειώνω ότι στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι αυτό που εκεί αξιωνόταν δεν είχε σχέση με την εργασιακή σχέση των μερών αλλά με μία συμφωνία που υπήρχε μεταξύ των εκεί διαδίκων για αποζημιώσεις του ενός μέρους από το άλλο σε σχέση με δίδακτρα που καταβλήθηκαν για την εκπαίδευση του εργοδοτούμενο, αξίωση η οποία κρίθηκε ότι «.. δεν βασίζεται ούτε και εγείρεται από την ίδια τη σύμβαση εργασίας. Ακόμα, το επίδικο θέμα δεν αφορά στην εργασιακή σχέση των διαδίκων αλλά είναι καθαρά θέμα αθέτησης συμφωνίας, και επομένως εμπίπτει στη δικαιοδοσία του κατά τόπον αρμόδιου Επαρχιακού Δικαστηρίου». Στην εδώ περίπτωση όμως, σύμφωνα με την παρ.7 της Ε/Α η ενάγουσα αξιώνει ρητά μισθούς και οφειλόμενα σε αυτή ποσά «ως η συμφωνία προέβλεπε», με την εν λόγω συμφωνία να χαρακτηρίζεται από την ενάγουσα στις παρ.2 και 3 της Ε/Α ως η συμφωνία εργοδότησης της, η οποία διέπει την μεταξύ των μερών εργασιακή σχέση. Με τούτα κατά νου καθώς επίσης και υπό το φως των άλλων δικογραφημένων ισχυρισμών της ενάγουσας που έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω, όπως είναι π.χ. ο ισχυρισμός περί παράνομης απόλυσης και ο ισχυρισμός περί δικαιώματος σε νόμιμη αποζημίωση, αλλά και κατ' εφαρμογή της ερμηνείας που το άρθρο 12(ε) έτυχε στην υπόθεση Toni & Guy, κρίνω ότι η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Ασκώντας λοιπόν τις εξουσίες που μου παρέχονται από το αρ.64Α του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/1960, παραπέμπω την υπόθεση για εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, δίδοντας ταυτόχρονα οδηγίες στον Πρωτοκολλητή όπως μεριμνήσει να τηρηθούν όλα τα διαδικαστικά θέματα που προβλέπεται να από το αρ.64Α. Όσον αφορά τα έξοδα της σημερινής εμφάνισης, εφόσον είναι το Δικαστήριο που έχει καλέσει τους συνηγόρους να αγορεύσουν επί του θέματος, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως αυτά παραμείνουν έξοδα στην πορεία της υπόθεσης ώστε να αποτελέσουν αντικείμενο της τελικής κρίσης του δικαιοδοτικά αρμόδιου Δικαστηρίου να τα επιδικάσει, ήτοι του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών στο οποίο η υπόθεση παραπέμπεται. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΛΞ [1] 12.-
(1)Καθιδρύεται Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών, (εν τω παρόντι Νόμω καλούμενον "Το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών") εις την αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν του οποίου υπάγεται η διάγνωσις και απόφασις επί των ακολούθων διαφορών.(ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο