← Κύπρος

Παπαδοπούλου ν. Λοής κ.α., Αρ. Αγωγής: 3060/12, 11/8/2020

Παπαδοπούλου ν. Λοής κ.α., Αρ. Αγωγής: 3060/12, 11/8/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A503 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3060/12 Μεταξύ: XXXXX Παπαδοπούλου Ενάγουσας και

  1. XXXXX Λοής
  2. Adin Properties Ltd
  3. XXXXX Γεωργίου Εναγομένων Ημερομηνία: 11 Αυγούστου, 2020 Για την Ενάγουσα: κα Βαρωσιώτου Για τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2: καμία εμφάνιση Για την Εναγόμενη αρ. 3: κα Πηλείδου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή της η Ενάγουσα αξιοί εναντίον των Εναγομένων αρ. 1, 2 και 3 απόφαση για ποσό €200.000 πλέον τόκους. Όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαιτήσεως είναι η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι, μετά από παρότρυνση της Εναγόμενης αρ. 3, συμφώνησε να δανείσει στον Εναγόμενο αρ. 1 με την εγγύηση των Εναγομένων αρ. 2 και 3 το πιο πάνω ποσό. Προς εξασφάλιση του δανεισμού δόθηκε στην Ενάγουσα επιταγή του Εναγομένου αρ. 1 καθώς και πληρεξούσιο έγγραφο από την Εναγόμενη αρ. 3 δυνάμει του οποίου σε περίπτωση μη επιστροφής του ποσού η Ενάγουσα θα είχε το δικαίωμα μεταβίβασης επ' ονόματι της του ακινήτου με αρ. εγγραφής XXXXX στην Πάφο, ιδιοκτησίας της Εναγόμενης αρ. 2 εταιρείας. Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 2009 οι Εναγόμενοι ζήτησαν από την Ενάγουσα την ανανέωση της Συμφωνίας δανεισμού και κατέβαλαν σε διάφορες ημερομηνίες ποσό €19.500 ως μέρος των τόκων. Κατά τα τέλη Απριλίου με αρχές Μαΐου 2020 οι Εναγόμενοι αντικατέστησαν την επιταγή που είχε δοθεί αρχικά στην Ενάγουσα με προσωπική επιταγή της Εναγομένης αρ.
  4. Την 9.7.2010 η Ενάγουσα κατέθεσε την επιταγή στην τράπεζα αλλά αυτή επεστράφη χωρίς τίμημα, διαπίστωσε δε ότι το ακίνητο που αναφέρεται πιο πάνω είχε ήδη μεταβιβαστεί σε τρίτο πρόσωπο. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι οι Εναγόμενοι απέσπασαν από την Ενάγουσα το ποσό των €200.000 δόλια και με ψευδείς παραστάσεις. Με την Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι αρ. 1, 2 και 3 αρνούνται την απαίτηση της Ενάγουσας. Παραδέχονται τον δανεισμό του ποσού καθώς και το ότι αυτό θα έφερε τόκο προς 10% ετησίως και επιπλέον, με την επιστροφή του ποσού την 14.8.2009, θα διδόταν στην Ενάγουσα ποσό €20.000 ως τόκο, ποσό το οποίο της δόθηκε. Ισχυρίζονται, όμως ότι η Ενάγουσα με τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 σύναψε νέα συμφωνία για συνεργασία και επένδυση της σε εταιρεία εν αγνοία της Εναγομένης αρ. 3, και η αρχική συμφωνία τροποποιήθηκε, αντικαταστάθηκε ή έπαψε να ισχύει. Θέση τους είναι ότι κατέβαλαν στην Ενάγουσα το ποσό των €19.500 αλλά και ότι η Ενάγουσα ζητούσε έναντι του μερίσματος της στην επένδυση διάφορα ποσά τα οποία οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 της κατέβαλλαν. Περί τα τέλη Απριλίου - αρχές Μαΐου 2010 η Ενάγουσα ζήτησε να αντικατασταθεί η επιταγή των €200.000 και, ένεκα του ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 δεν είχαν βιβλιάριο επιταγών μαζί τους, ζήτησε όπως επιταγή εκδώσει η Εναγόμενη αρ. 3 η οποία μετέπειτα θα αντικαθίστατο. Η Εναγόμενη αρ. 3 εξέδωσε την επιταγή αλλά η Ενάγουσα κατά παράβαση των συμφωνηθέντων την κατέθεσε. Η μη πληρωμή της οφείλετο σε ανάκληση από μέρους της Εναγομένης αρ.
  5. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η Ενάγουσα ανέθεσε σε τρίτο άτομο του υπόκοσμου την είσπραξη του ποσού των €200.000, το οποίο πρόσωπο απείλησε την ζωή και την περιουσία των Εναγομένων. Με απειλές το πρόσωπο αυτό απέσπασε σε διάφορα διαστήματα το ποσό το οποίο οι Εναγόμενοι κατ' ισχυρισμό όφειλαν στην Ενάγουσα και κανένα ποσό οφείλουν πλέον. Η Ενάγουσα καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση με την οποία αρνείται τους ισχυρισμούς που οι Εναγόμενοι προβάλλουν στην Υπεράσπιση τους και εμμένει στους δικούς της ισχυρισμούς όπως αυτοί εκτίθενται στην Έκθεση Απαιτήσεως. Μετά την απόσυρση του δικηγόρου για τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 και την ειδοποίηση τους από το Πρωτοκολλητείο, αυτοί παρέλειψαν να εμφανιστούν και η ακροαματική διαδικασία προχώρησε στην απουσία τους. Κατά την ακρόαση εκ μέρους της Ενάγουσας μαρτυρία έδωσε μόνο η ίδια, ενώ εκ μέρους της Εναγομένης αρ. 3 μαρτυρία έδωσε η ίδια και ο κ. Αντρέας Παναγιώτου. Η Ενάγουσα ανέφερε ότι γνώρισε την Εναγόμενη αρ. 3 το 2009 όταν αποτάθηκε σε αυτήν για σκοπούς έγερσης αγωγής. Η Εναγόμενη αρ. 3 γνώριζε ότι η Ενάγουσα είχε λάβει το ποσό των €200.000 από Ταμείο Προνοίας του πρώην εργοδότη της. Η σχέση τους προχώρησε σε φιλικό επίπεδο. Την 3.7.2009 η Εναγόμενη αρ. 3 ανέφερε στην Ενάγουσα ότι ο φίλος της Εναγόμενος αρ. 1 θα έκανε μία αγοραπωλησία και χρειαζόταν άμεσα ποσό €200.000, το οποίο θα ήταν διατεθειμένος να της επιστρέψει σε ένα μήνα με τόκο 10%. Η Εναγόμενη αρ. 3 διαβεβαίωσε την Ενάγουσα για τη νομιμότητα της συναλλαγής και για το ότι δεν υπήρχε κανένα ρίσκο απώλειας των χρημάτων της ενώ της είπε ότι θα της έδιναν ως εγγύηση πληρεξούσιο έγγραφο για μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας μεγαλύτερης αξίας από το δανειζόμενο ποσό, με το οποίο θα είχε το δικαίωμα να μεταβιβάσει την ακίνητη περιουσία στο όνομα της σε περίπτωση μη αποπληρωμής του δανείου. Επιπλέον η Εναγόμενη αρ. 3 της είπε ότι θα της έδινε και προσωπική εγγύηση. Βασιζόμενη στις διαβεβαιώσεις της Εναγομένης αρ. 3 η Ενάγουσα πείστηκε να προχωρήσει με τον δανεισμό του Εναγομένου αρ.
  6. Σε συνάντηση που έλαβε χώρα την 3.7.2009 ο Εναγόμενος αρ. 1 προσέφερε στην Ενάγουσα ως αντίτιμο ποσό €15.
  7. Η Ενάγουσα δέχτηκε και ο Εναγόμενος αρ. 1 εξέδωσε επ'ονόματι της Ενάγουσας την επιταγή με αρ. XXXXX6431 πληρωτέα την 31.7.2009 καθώς και μία επιταγή για ποσό €200.000 πληρωτέα την 14.8.
  8. Το βράδυ, όμως, η Ενάγουσα είχε και πάλι αμφιβολίες και η Εναγόμενη αρ. 3 την διαβεβαίωσε ξανά προσφέροντας της ως αντίτιμο €20.
  9. Την 4.7.2009 η Ενάγουσα συναντήθηκε με την Εναγόμενη αρ. 3 και η Ενάγουσα παρέδωσε στην Εναγόμενη αρ. 3 δύο επιταγές για συνολικό ποσό €200.
  10. Η Εναγόμενη αρ. 3 παρέδωσε στην Ενάγουσα τις δύο επιταγές που αναφέρονται πιο πάνω, ήτοι την επιταγή του Εναγομένου αρ. 1 με αρ. XXXXX6431 για ποσό €15.000 πληρωτέα την 31.7.2009 και την επιταγή για €200.000 πληρωτέα την 14.8.2009 καθώς και την επιταγή της Εναγομένης αρ. 3 με αρ. για ποσό €5.000 με αριθμό XXXXX5980 πληρωτέα την 31.7.
  11. Ταυτόχρονα η Εναγόμενη αρ. 3 παρέδωσε στην Ενάγουσα Πληρεξούσιο Έγγραφο της Εναγομένης αρ. 2 εταιρείας που της παρείχε εξουσία μεταβίβασης επ' ονόματι της του ακινήτου με αρ. εγγραφής
  12. Στις αρχές Αυγούστου 2009 ο Εναγόμενος αρ. 1 κατέθεσε στον λογαριασμό της Ενάγουσας ποσό €20.000 και η Εναγόμενη αρ. 3 της είπε να μην εξαργυρώσει τις δύο επιταγές για €15.000 και €5.000 αντίστοιχα μέχρι και τα μέσα Αυγούστου. Την 13.8.2009 η Εναγόμενη αρ. 3 μετέφερε στην Ενάγουσα παράκληση του Εναγομένου αρ. 1 για πίστωση χρόνου 10 ημερών, ενώ μέσα Σεπτεμβρίου ζήτησε περαιτέρω παράταση ενός μηνός έναντι επιπλέον ποσού €20.
  13. Στις αρχές Οκτωβρίου 2009 έλαβε χώρα συνάντηση μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων αρ. 1 και 3 όπου ο Εναγόμενος αρ. 1 ζήτησε και πάλι παράταση λέγοντας της ότι θα έπαιρνε και ανάλογο αντίτιμο. Εντός των επόμενων ημερών η Εναγόμενη αρ. 3 κατέθεσε στον λογαριασμό της Ενάγουσας ένα ποσό έναντι, ο δε Εναγόμενος αρ. 1 συνέχισε να της ζητά παρατάσεις. Περί τα τέλη Ιανουαρίου με αρχές Φεβρουαρίου 2010 οι τρεις τους συναντήθηκαν και η Ενάγουσα ζήτησε την εξόφληση του ποσού των €200.000 και την επανέκδοση της επιταγής που είχε λήξει. Μετά από προσπάθειες, η Ενάγουσα και οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 3 ξανασυναντήθηκαν περί τα τέλη Απριλίου 2010 και η Ενάγουσα ζήτησε την αντικατάσταση της ληγμένης επιταγής για €200.
  14. Ο Εναγόμενος αρ. 1, ισχυριζόμενος ότι δεν είχε μαζί του βιβλιάριο επιταγών, ζήτησε από την Εναγομένη αρ. 3 να εκδώσει η ίδια επιταγή, πράγμα που η Εναγομένη αρ. 3 έπραξε και η Ενάγουσα επέστρεψε την παλιά. Με την επιστροφή της στην Κύπρο αρχές Ιουνίου 2010 η Ενάγουσα προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Εναγόμενο αρ.
  15. Συναντήθηκε την 10.6.2010 με την Εναγομένη αρ. 3 όπου αυτή την διαβεβαίωσε ότι σε μία βδομάδα θα λάμβανε όλα τα οφειλόμενα. Αντί τούτου, όμως, 11.6.2010 οι Εναγόμενοι κατέθεσαν στον λογαριασμό της Ενάγουσας ποσό €3.000 και στις 25.6.2010 άλλες €3.
  16. Την 9.7.2010 η Ενάγουσα κατέθεσε την επιταγή της Εναγομένης αρ. 3 αλλά την 12.7.2010 ειδοποιήθηκε από την Τράπεζα Κύπρου ότι η πληρωμή της επιταγής είχε ανακληθεί από την Εναγομένη αρ.
  17. Ακολούθως η Ενάγουσα επισκέφτηκε το Κτηματολόγιο Πάφου με το Πληρεξούσιο Έγγραφο όπου ενημερώθηκε ότι το ακίνητο είχε ήδη μεταβιβαστεί σε άλλο άτομο από τον Φεβρουάριο
  18. Σε συνάντηση που είχε με τους Εναγόμενους αρ. 1 και 3 την 19.7.2010, ο Εναγόμενος αρ. 1 παραδέχτηκε ότι είχε μεταβιβάσει το ακίνητο στην ανιψιά του. Μετά από συζητήσεις η Εναγόμενη αρ. 3 ετοίμασε έγγραφο που επιβεβαίωνε το χρέος ύψους €200.
  19. Η Ενάγουσα καταχώρισε κατά της Εναγομένης αρ. 3 ιδιωτική ποινική στο πλαίσιο της οποίας η Εναγομένη αρ. 3 βρέθηκε ένοχη και της επιβλήθηκε ποινή ενώ προέβη και σε καταγγελία εναντίον της στο Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων. Η Εναγομένη αρ. 3 ανέφερε ότι γνώρισε την Ενάγουσα τον Φεβρουάριο 2009 όταν ανέλαβε κάποια υπόθεση της και ανέπτυξαν στενή και φιλική σχέση, εκμυστηρεύονταν η μία στην άλλη λεπτομέρειες για την προσωπική τους ζωή και τα αισθηματικά τους. Η Ενάγουσα γνώριζε για την σχέση που η Εναγομένη αρ. 3 διατηρούσε με τον Εναγόμενο αρ.
  20. Όπως είπε η Εναγομένη αρ. 3, με τον Εναγόμενο αρ. 1 σύνηψε δεσμό το 2004 ο οποίος συνέχισε μέχρι που με δική του απόφαση χώρισαν το 2008, συνέχισαν όμως τις επαγγελματικές τους σχέσεις. Ο Εναγόμενος αρ. 1 διατηρούσε πολλές εταιρείες με ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων και έκανε συναλλαγές με μεγάλα χρηματικά ποσά. Η Εναγόμενη αρ. 3 ήταν δικηγόρος του Εναγομένου αρ.1 από το 2003 μέχρι και τα τέλη του
  21. Είχε θετική εικόνα και πίστη στον Εναγόμενο αρ. 1, στην εντιμότητα των συναλλαγών του και στις επιχειρηματικές του ικανότητες. Από τα τέλη Ιουνίου 2009 ο Εναγόμενος αρ. 1 είχε πληροφορήσει την Εναγόμενη αρ. 3 ότι ετοιμαζόταν να κάνει μία μεγάλη αγοραπωλησία ακινήτου στην Πάφο από την οποία θα είχε κέρδος περίπου €1 εκατομμύριο. Την 3.7.2009 ο Εναγόμενος αρ. 1 της ανέφερε ότι είχε άμεση ανάγκη από €200.000 για να συμπληρώσει την προκαταβολή αγοράς του ακινήτου. Η Ενάγουσα σε ανύποπτο χρόνο είχε πει στην Εναγομένη αρ. 3 ότι θα περιόριζε τις επενδύσεις της στο να δανείζει χρήματα με τόκο. Έτσι η Εναγομένη αρ. 3 ρώτησε τον Εναγόμενο αρ. 1 εάν μπορούσε να προτείνει στην Ενάγουσα να τον δανείσει και ο Εναγόμενος αρ. 1 δέχτηκε, νοουμένου ότι ο τόκος θα ήταν 7.5% και θα της έδινε και Πληρεξούσιο Έγγραφο για μεταβίβαση του ακινήτου. Η Ενάγουσα ήταν θετική αλλά ζήτησε από την Εναγόμενη αρ. 3 να μεσολαβήσει ώστε να λάβει ως τόκο ποσό €20.000 αντί €15.
  22. Το βράδυ της 3.7.2009 οι Ενάγουσα, ο Εναγόμενος αρ. 1 και η Εναγόμενη αρ. 3 συναντήθηκαν στο σπίτι της τελευταίας. Η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος αρ. 1 ανέπτυξαν γρήγορα οικειότητα και κατέληξαν σε συμφωνία για δανεισμό με τόκο €15.000 πληρωτέον τέλη Ιουλίου 2009 και το δάνειο πληρωτέο την 14.8.
  23. Ο Εναγόμενος αρ. 1 θα έδινε στην Ενάγουσα ως εξασφάλιση μία επιταγή για €200.000 πληρωτέα την 14.8.2009 και μία επιταγή για ποσό €15.000 πληρωτέα την 31.7.2009 και ζήτησε από την Εναγομένη αρ. 3 να ετοιμάσει και το Πληρεξούσιο Έγγραφο. Σε κανένα στάδιο η Ενάγουσα δεν ζήτησε από την Εναγομένη αρ. 3 να εγγυηθεί προσωπικά την πληρωμή του ποσού. Την επόμενη μέρα η Ενάγουσα επικοινώνησε με την Εναγομένη αρ. 3 και της ζήτησε να πείσει τον Εναγόμενο αρ. 1 να αυξήσει τους τόκους σε €20.000, πράγμα που ο Εναγόμενος αρ. 1 τελικά δέχτηκε. Λόγω του ότι βρισκόταν εκτός Λευκωσίας ζήτησε από την Εναγομένη αρ. 3 να δώσει στην Ενάγουσα δική της επιταγή για €5.000 και ακολούθως η Εναγομένη αρ. 3 την παρέδωσε μαζί με το Πληρεξούσιο Έγγραφο και δύο άλλες επιταγές του Εναγομένου αρ.
  24. Η Ενάγουσα παρέδωσε στην Εναγομένη αρ. 3 δύο δικές της επιταγές για συνολικό ποσό €200.
  25. Η Εναγομένη αρ. 3 ήταν κατηγορηματική ότι κατά τον χρόνο κατάρτισης του Πληρεξουσίου Εγγράφου την 4.7.2009 αυτό ήταν καθόλα νομότυπο και έγκυρο και αρνήθηκε ότι έγινε με δόλο ή σκοπό την εξαπάτηση της Ενάγουσας. Περί τα τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου 2009 ο Εναγόμενος αρ. 1 ειδοποίησε την Εναγομένη αρ. 3 ότι επιθυμούσε να καταθέσει το ποσό των €20.000 σε μετρητά και η Ενάγουσα της έδωσε αριθμούς δύο λογαριασμών για να το πράξει. Επίσης κατά τα μέσα Αυγούστου 2009 ο Εναγόμενος αρ. 1 ζήτησε από την Εναγομένη αρ. 3 να επικοινωνήσει με την Ενάγουσα και να ζητήσει παράταση αποπληρωμής των €200.000, πράγμα που η Ενάγουσα αποδέχτηκε. Όταν αρχές Σεπτεμβρίου 2009 ο Εναγόμενος αρ. 1 της είπε ότι υπήρχε και πάλι καθυστέρηση, η Εναγόμενη αρ. 3 θεώρησε ορθότερο να μιλήσουν οι δύο μεταξύ τους απευθείας και έκτοτε αυτό γινόταν. Αρχές Οκτωβρίου 2009 η Ενάγουσα της είπε ότι θα είχαν συνάντηση με τον Εναγόμενο αρ. 1 στην Λεμεσό και μετά την ενημέρωσε ότι σύνηψαν νέα συμφωνία όπως, αντί επιστροφής του ποσού των €200.000, το εν λόγω ποσό θα θεωρείτο συμμετοχή της Ενάγουσας σε επένδυση της εταιρείας Damalona Ltd που αφορούσε σε κατασκευή και πώληση οικολογικού κάρβουνου, στο πλαίσιο της οποίας η Ενάγουσα θα λάμβανε μέρισμα. Η Εναγομένη αρ. 3 ισχυρίστηκε ότι, μετά από την πρώτη φορά που ζήτησε παράταση εκ μέρους τους Εναγομένου αρ. 1, ουδέποτε ζήτησε οποιαδήποτε άλλη παράταση και ούτε μετείχε σε οποιαδήποτε συμφωνία για παράταση ή ανανέωση του δανεισμού. Ουδεμία ανάμειξη είχε στη νέα συνεργασία με τα κάρβουνα. Μέχρι και τον Απρίλιο 2010 η Ενάγουσα δεν της ζήτησε να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια ή μεσολάβηση σε σχέση με τον Εναγόμενο αρ.
  26. Τότε η Ενάγουσα της είπε ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματα της και της ζήτησε να διευθετήσει μία συνάντηση μαζί του. Στην συνάντηση αυτή η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος αρ. 1 συζήτησαν για πιθανά κέρδη της εταιρείας στην οποία είχαν επενδύσει. Η Ενάγουσα ζήτησε από τον Εναγόμενο αρ. 1 να της αντικαταστήσει την επιταγή των €200.000 που είχε λήξει για να την έχει ως εγγύηση. Ο Εναγόμενος αρ. 1 είπε ότι δεν έχει μαζί του βιβλιάριο επιταγών αλλά η Ενάγουσα είπε ότι θα έφευγε για Γαλλία και ζήτησε όπως της δώσει επιταγή η Εναγομένη αρ.
  27. Ο Εναγόμενος αρ. 1 συμφώνησε και υποσχέθηκε να την αντικαταστήσει αμέσως με την επιστροφή της Ενάγουσας από την Γαλλία. Ήταν ξεκάθαρο, ισχυρίστηκε η Εναγομένη αρ. 3, ότι την επιταγή έδωσε μόνο για να την κρατά η Ενάγουσα μέχρι να επιστρέψει από την Γαλλία και ότι θα την αντικαθιστούσε ο Εναγόμενος αρ. 1, καθώς και ότι δεν εγγυήθηκε την όποια συμφωνία μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένου αρ. 1 ούτε ανέλαβε να πληρώσει το ποσό των €200.000 στην Ενάγουσα. Την 11.7.2010 και ενώ η Εναγομένη αρ. 3 είχε συνάντηση στο γραφείο της με τον κ. Φανιέρο, ήρθε η Ενάγουσα και ήθελε να ανεβεί πάνω. Η Εναγόμενη αρ. 3 κατέβηκε κάτω και η Ενάγουσα άρχισε να της φωνάζει για το ότι προέβη σε ανάκληση της επιταγής. Η Ενάγουσα ξαναήρθε απροειδοποίητα στο γραφείο της Εναγομένης αρ. 3 εξοργισμένη κατά την 19.7.2010 όπου βρισκόταν και ο Εναγόμενος αρ. 1 όταν η Ενάγουσα είχε ενημερωθεί για την μεταβίβαση του ακινήτου. Η Εναγομένη αρ. 3 μέχρι την στιγμή εκείνη αγνοούσε το γεγονός της μεταβίβασης. Η Εναγομένη αρ. 3 ισχυρίστηκε επίσης ότι η Ενάγουσα έστειλε άτομα του υποκόσμου να τους εκβιάσουν, πράγμα που οδήγησε σε κλονισμό της ψυχικής της υγείας. Από φόβο για την ζωή των παιδιών της η Εναγομένη αρ. 3 έδωσε σε αυτά τα άτομα €40.000 και ο Εναγόμενος αρ. 1 €160.
  28. Όσον αφορά στην Εναγομένη αρ. 2 εταιρεία η Εναγομένη αρ. 3 είπε ότι ήταν μέτοχος, διευθυντής και γραμματέας της μόνο για μία μέρα την μέρα εγγραφής της, ήτοι την 17.4.2006, και την επόμενη παραιτήθηκε και μεταβίβασε τις μετοχές της στον Εναγόμενο αρ.
  29. Ο κ. XXXXX Παναγιώτου ανέφερε ότι είναι εμπειρογνώμονας Δικαστικός γραφολόγος και κλήθηκε να εξετάσει τις υπογραφές στο Τεκμήριο 22 και να τις συγκρίνει με υπογραφές που αποδίδονται στην Ενάγουσα. Ετοίμασε την έκθεση Τεκμήριο 23 και κατέληξε ότι η υπογραφή στο Τεκμήριο 22 είναι γνήσια υπογραφή της Ενάγουσας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Μελετώντας την μαρτυρία Ενάγουσας και Εναγομένης αρ. 3 προκύπτει ότι αποτελεί κοινό έδαφος ότι η Ενάγουσα δάνεισε στον Εναγόμενο αρ. 1 ποσό €200.000 τον Ιούλιο
  30. Η αρχική συμφωνία ήταν ότι το ποσό αυτό θα επιστρέφετο την 14.8.2009 και η Ενάγουσα θα λάμβανε ως τόκο ποσό €20.000 την 31.7.2009, ποσό που όντως έλαβε. Αποτέλεσε επίσης κοινό έδαφος ότι η Ενάγουσα έλαβε ως εξασφάλιση μία επιταγή των Εναγομένου αρ. 1 για ποσό €200.000 πληρωτέα την 14.8.2009, μία επιταγή του Εναγομένου αρ. 1 για ποσό €15.000 πληρωτέα την 31.7.2009 (Τεκμήριο 1) και μία επιταγή της Εναγομένης αρ. 3 για ποσό €5.000 πληρωτέα την 31.7.2009 (Τεκμήριο 2). Επίσης έλαβε Πληρεξούσιο Έγγραφο της Εναγομένης αρ. 2 εταιρείας υπογραμμένο από την Εναγομένη αρ. 3 (ως πληρεούσιο αντιπρόσωπο της Εναγομένης αρ. 2) με το οποίο της δίδετο εξουσία μεταβίβασης και εγγραφής επ' ονόματι της του ακινήτου με αριθμό εγγραφής XXXXX Φ/Σχ.46.43 τεμ. XXXXX στην Πάφο (Τεκμήριο 3). Οι διαφωνία μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένης αρ. 3 επικεντρώθηκε στα κίνητρα και εμπλοκή της Εναγομένης αρ. 3 στην συναλλαγή της Ενάγουσας με τον Εναγόμενο αρ. 1, αλλά και στην εμπλοκή ατόμων του υποκόσμου. Όσον αφορά στην Ενάγουσα δεν μπορεί να μην σχολιαστεί η επιπολαιότητα και προχειρότητα με την οποία δάνεισε σε άγνωστο της πρόσωπο ποσό €200.000 χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία. Σημειώνω ότι υπήρξε ασάφεια και αοριστία από πλευράς της στον καθορισμό του τι ακριβώς συμφωνήθηκε και τι ακριβώς ποσά της καταβλήθηκαν. Η γενική εντύπωση ήταν αυτή ατόμου που προσπάθησε να λάβει εύκολο κέρδος χωρίς να αξιολογήσει ιδιαίτερα το ρίσκο. Ειδικότερα σημειώνω τα πιο κάτω: - Η Ενάγουσα δεν ήταν σε θέση να πει στο Δικαστήριο πότε και τι ποσά ακριβώς έλαβε από τον Οκτώβριο 2009 μέχρι και τον Ιούνιο 2010, ούτε και κατέγραφε κάπου τις δοσοληψίες μεταξύ της και των Εναγομένων. Σε κάποιο στάδιο της μαρτυρίας της μιλούσε για λήψη μετρητών και έλεγε ότι «αν δεν κάνω λάθος» έλαβε ποσό €1.000 δύο φορές. - Το γεγονός ότι θα λάμβανε ποσό €20.000 για δανεισμό ενός μηνός ουδόλως την προβλημάτισε ως προς την σοβαρότητα της συναλλαγής αλλά διεφάνη ότι ο βασικός της προβληματισμός ήταν κατά πόσο θα λάμβανε €15.000 ή €20.
  31. - Γενικώς οι όροι της όλης συμφωνίας δεν υπήρξαν σταθεροί αφού, παρά το ότι στις 31.7.2009 έλαβε σε μετρητά το ποσό των €20.000, εντούτοις δεν επέστρεψε τις δύο επιταγές Τεκμήρια 1 και
  32. - Αντεξεταζόμενη δέχτηκε ότι η συμφωνία έγινε με τον Εναγόμενο αρ. 1 και ότι αυτόν ήταν που δάνεισε και αυτός θα της έδινε ως αντίτιμο το ποσό των €20.000, ισχυρίζετο όμως ότι αυτό έγινε με την «εγγύηση και διαβεβαίωση της Εναγομένης αρ. 3». Δεν μπορεί να αγνοηθεί η παραδοχή στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισης όσον αφορά στην εγγύηση αυτή, θέμα το οποίο θα εξεταστεί πιο κάτω στην παρούσα. - Συμφώνησε επίσης ότι την επιταγή των €200.000 Τεκμήριο 4 η Εναγομένη αρ. 3 εξέδωσε μετά που της το είχε ζητήσει ο Εναγόμενος αρ. 1 λέγοντας της ότι το ποσό θα το κάλυπτε ο ίδιος. - Παρά το γεγονός ότι από τον Αύγουστο 2009 που θα έπρεπε να της είχε αποπληρωθεί το ποσό μέχρι και τον Οκτώβριο 2009 δεν της είχε επιστραφεί το ποσό και ο Εναγόμενος αρ. 1 ζητούσε συνέχεια παρατάσεις, η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι «μέχρι τότε δεν είχα λόγο ακόμα να μην τον εμπιστευτώ». - Η Ενάγουσα σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης της προσπάθησε να προβάλει την θέση ότι κίνητρο της ήταν να βοηθήσει, θέση η οποία δεν έπεισε. Συγκεκριμένα η Ενάγουσα ανέφερε: «.να συμπληρώσω ότι για εμένα δεν ήταν ο λόγος ο τόκος που έκανα την συναλλαγή. Εγώ έδωσα 200 χιλιάδες για να τους βοηθήσω. Καλή τους θέληση μου έδωσαν και 20 χιλιάδες αντίτιμο την πρώτη φορά και τη δεύτερη.». Από την μαρτυρία ενώπιον μου προκύπτει ότι επρόκειτο για συναλλαγή που θα της απέφερε αναλογικά μεγάλο κέρδος, γι' αυτό και ήταν διατεθειμένη να αναλάβει το ρίσκο. Δεν είναι πειστικό το να θέλει να βοηθήσει ένα άτομο που μόλις είχε γνωρίσει δίδοντας του ένα τόσο μεγάλο ποσό, ειδικά αφού είχε χάσει και την εργασία της, ενώ σε άλλο στάδιο ανέφερε ότι τα οικονομικά της δεν ήταν σε καλή κατάσταση. - Ενώ ισχυρίζετο ότι με τον Εναγόμενο αρ. 1 δεν είχε καμία σχέση απευθείας αλλά ότι πάντα η σχέση ήταν μεταξύ αυτής και της Εναγομένης αρ. 3, σε άλλο στάδιο είπε ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 είχε επικοινωνία μαζί της περί τα μέσα Αυγούστου 2010 και της είπε ότι βρισκόταν σε τελικό στάδιο διαπραγματεύσεων για αγοραπωλησία αλλά της ζήτησε να μην αναφέρει την συνομιλία τους αυτή στην Εναγομένη αρ. 3 διότι η τελευταία θα μπορούσε να επέμβει και να την αποτρέψει (σελ19 Τεκμηρίου 13). - Σημειώνω επίσης ότι η Ενάγουσα δεν έδωσε πειστική εξήγηση ως προς το γιατί δεν έλαβε ποινικά μέτρα κατά του Εναγομένου αρ.
  33. Ισχυρίστηκε ότι είχε επικοινωνήσει με το ΤΑΕ αλλά λόγω του ότι ο αξιωματικός είχε φόρτο εργασίας η ίδια κουράστηκε, ενώ λόγω απόστασης από την Πόλη Χρυσοχούς στο ΤΑΕ αμέλησε να το πράξει. - Γενικώς η Ενάγουσα μου έδωσε την εντύπωση ότι προσπαθούσε να μετακυλήσει όλη την ευθύνη για την απώλεια της στην Εναγομένη αρ. 3, χωρίς να αποδίδει την ανάλογη ευθύνη στον Εναγόμενο αρ. 1 ο οποίος ήταν και αυτός που πήρε τα χρήματα της. - Εκείνο που πρέπει να τονιστεί είναι ότι όταν δόθηκε το Πληρεξούσιο Έγγραφο Τεκμήριο 3 το ακίνητο ήταν όντως εγγεγραμμένο επ' ονόματι της Εναγομένης αρ. 2 εταιρείας και δεν μεταβιβάστηκε σε τρίτο πρόσωπο μέχρι αρκετά μετά. Το γεγονός αυτό θα εξεταστεί πιο κάτω στην παρούσα σε συνάρτηση με τις ευρύτερες βάσεις αγωγής. Από την άλλη ούτε και η μαρτυρία της Εναγομένης αρ. 3 ήταν τέτοιας ποιότητας που να μπορεί να γίνει αποδεκτή στην ολότητα της. Παρά το γεγονός ότι έδωσε την εντύπωση ατόμου που βρέθηκε μπλεγμένο στις ευρύτερες κινήσεις του Εναγομένου αρ. 1, ίσως και λόγω της συναισθηματικής της εξάρτησης από αυτόν, εντούτοις δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι πρόκειται για δικηγόρο η οποία είχε αντίληψη των πράξεων της. Ενδεικτικά από τα όσα η Εναγομένη αρ. 3 ανέφερε στο Δικαστήριο σημειώνω τα πιο κάτω: - Η Εναγόμενη αρ. 3 αρνείτο κατηγορηματικά ότι εγγυήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο την αποπληρωμή του δανείου. Αυτό έρχεται σε αντίφαση με την παράγραφο 1 της Υπεράσπισης με την οποία γίνεται παραδεκτή η παράγραφος 1 της Έκθεσης Απαιτήσεως με μόνη εξαίρεση τον ισχυρισμό περί παροτρύνσεως της Εναγομένης αρ.
  34. Η παράγραφος 1 της Έκθεσης Απαιτήσεως αναφέρει ότι «Κατά ή περί την 4/7/20009 η Ενάγουσα έπειτα παρότρυνσης της Εναγομένης 3 συμφώνησε να δανείσει στον Εναγόμενο 1 με εγγύηση των Εναγομένων 2 και 3.». Προσπαθώντας να δικαιολογήσει την παραδοχή αυτή στην παράγραφο 17 της Γραπτής της Δήλωσης Έγγραφο Β η Ενάγουσα λέει τα εξής: «Ήταν αυτονόητο βεβαίως, ότι από την στιγμή που της σύστηνα τον Εναγόμενο 1 για να του δανείσει ένα τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό, τον σύστησα επειδή τον εμπιστευόμουν και εγγυούμουν το ποιον του, τη φερεγγυότητα και την τιμιότητα του. Με αυτή την έννοια γίνεται και η παραδοχή μου στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισης ότι εγγυήθηκα τον Εναγόμενο 1». Με όλο το σέβας η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ξεκάθαρα με την Έκθεση Απαίτησης δηλώνεται ότι ο δανεισμός έγινε με την εγγύηση των Εναγομένων αρ. 2 και
  35. Η όποια άλλη δήλωση της Εναγομένης αρ. 3 αποσκοπεί απλώς στην αποφυγή ευθυνών από μέρους της. - Η κατάληξη μου αυτή ενισχύεται και από την έκδοση του γραμματίου Τεκμήριο 7, όπου η Εναγομένη αρ. 3 υπογράφει πλέον υπό την ιδιότητα του χρεώστη. Ως νομικός γνώριζε τις συνέπειες της υπογραφής της και δεν μπορεί εκ των υστέρων να επικαλείται φόρτιση. Ούτως ή άλλως η θέση της ήταν ότι «ευθύνη που δεν είχα, την ευθύνη ήρθα στο τέλος και την ανέλαβα». - Μάλιστα οι λόγοι για τους οποίους η Εναγομένη αρ. 3 εξήγησε ότι ήταν καλύτερα η επιταγή Τεκμήριο 4 και το γραμμάτιο Τεκμήριο 7 να έφεραν και τα δύο ημερομηνία 9.7.2010 δεν έβρισκαν έρεισμα στην λογική. Θεωρώ ότι προσπάθεια και εκεί ήταν να αποτελέσει το Τεκμήριο 7 την βάση για κάποια υπεράσπιση στην ανάκληση της επιταγής. - Το ότι η Εναγόμενη αρ. 3 τύγχανε να εκδίδει επιταγές εκ μέρους του Εναγομένου αρ. 3 όταν αυτός της το ζητούσε και τις αντικαθιστούσε άμεσα ο Εναγόμενος αρ. 1 γίνεται δεκτό αφενός λόγω της σχέσης μεταξύ των και, αφετέρου, η ίδια η Ενάγουσα περιέγραψε την έκδοση της επιταγής Τεκμήριο 4 από μέρους της Εναγομένης αρ. 3 υπό ανάλογες συνθήκες. - Η εκδοχή που η Εναγόμενη αρ. 3 προέβαλε για δήθεν επένδυση της Ενάγουσας στην εταιρεία Damalona Ltd δεν μπορεί να γίνει δεκτή για τους πιο κάτω λόγους: o Η Εναγομένη αρ. 3 ισχυρίζετο ότι η Ενάγουσα δεν ήταν μέτοχος στην εταιρεία αλλά θα δικαιούτο μέρισμα. Κάτι τέτοιο νομικά δεν ευσταθεί. Η Εναγομένη αρ.3 προσπάθησε να το δικαιολογήσει λέγοντας ότι θα ήταν μέρισμα στην επένδυση. o Ούτε και μπορεί να πείσει η θέση ότι η Ενάγουσα συνέχισε να κρατά τις επιταγές και το Πληρεξούσιο Έγγραφο ως απόδειξη ότι έδωσε τα χρήματα για την επένδυση, αφού κάτι τέτοιο δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική. o Εάν όντως το δάνειο που είχε κάνει η Ενάγουσα στον Εναγόμενο αρ. 1 είχε αντικατασταθεί με συμφωνία επένδυσης στην εταιρεία Damalona Ltd τότε δεν θα υπήρχε λόγος οι Εναγόμενοι να αντικαταστήσουν την επιταγή των €200.000 που είχε λήξει. o Όπως φαίνεται και από την απόφαση στην ποινική υπόθεση Τεκμήριο 9Α (σελ. 8 - 10) η Εναγόμενη αρ. 3 δεν έκανε στην ανόμωτη της δήλωση οποιαδήποτε αναφορά σε τέτοια επένδυση, αλλά μιλούσε μόνο για δάνειο ύψους €200.
  36. Δεδομένης και της σοβαρότητας της κατηγορίας που αντιμετώπιζε, εάν κάτι τέτοιο ευσταθούσε θα ήταν λογικό να το είχε αναφέρει. o Σημειώνω επιπλέον ότι η Εναγόμενη αρ. 3 ήταν διευθύντρια στην εταιρεία Damalona Ltd από την 3.5.2010 μέχρι και την 1.1.2016 όπως φαίνεται και από το Τεκμήριο 17 γεγονός που καθιστά μη πιστευτό ότι δεν γνώριζε κάτι για την επένδυση αυτή. Ο κ. XXXXX Παναγιώτου έδωσε μαρτυρία υπό την ιδιότητα εμπειρογνώμονα, η αξιολόγηση της μαρτυρίας των οποίων ρυθμίζεται βάσει των αρχών που προκύπτουν από την Νομολογία. Ως εκ τούτου, προέχει η εξέταση του κατά πόσο αυτός έχει τα σχετικά προσόντα για να θεωρηθεί όντως εμπειρογνώμονας, και να αξιολογηθεί και η βαρύτητα της μαρτυρίας του. Όπως έχει νομολογηθεί, η εμπειρογνωμοσύνη δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτά. Καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation

(2013)1 Α.Α.Δ.543 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Η αποδεκτότητα μαρτυρίας εμπειρογνώμονα είναι εξαίρεση στο κανόνα ότι ο μάρτυρας δεν εκφέρει γνώμη επί του επιδίκου θέματος. Ο σκοπός της εξαίρεσης είναι, ο μάρτυρας εμπειρογνώμονας: «. . . να δώσει στο δικαστήριο τ' αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του ώστε να καταστεί δυνατό για το δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με τη μαρτυρία.» (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 746, Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34) Στην National Justice Company Naviera v. Prudential Ass. Co. Ltd (Ikaria Reefer)
(1993)37 E.G. 158,
(1993)2 LLR 68 αναφέρονται με καθαρότητα τα καθήκοντα του εμπειρογνώμονα μάρτυρα προς το δικαστήριο. Όσον αφορά το καθήκον του δικαστηρίου προς αυτής της φύσεως μαρτυρία βλ. την XYZ and Others v, Shering Health Care Ltd and Others
(2002)EWHC 1420 (QB). Προκειμένου ένας διάδικος να μπορέσει να προσφέρει μαρτυρία εμπειρογνώμονα θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η μαρτυρία αυτή είναι αναγκαία στα περιστατικά της υπόθεσης και ότι ο προτιθέμενος να καταθέσει «εμπειρογνώμονας» έχει τα προσόντα που χρειάζονται ώστε να δώσει μαρτυρία. Το βάρος είναι επί των ώμων εκείνου που επιθυμεί να προσάξει τέτοιους είδους μαρτυρία. Τελικά είναι το δικαστήριο που θα κρίνει κατά πόσο θα επιτρέψει την προσαγωγή τέτοιας μαρτυρίας. ................. Στην Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ.934 λέχθηκε ότι: «Το κατά πόσο ένας μάρτυρας έχει τα απαιτούμενα προσόντα να κριθεί εμπειρογνώμονας είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου . ...» Η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του, ώστε να μπορεί να σχηματίσει ιδίαν ανεξάρτητη γνώμη (Davie v. Edinborough Magistrates
(1953)SC 34, Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 97, Κουππής ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ. 361, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1). Τα δε γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η γνώμη του, πρέπει να είναι γεγονότα που αποδεικνύονται με, αποδεκτή από Δικαστήριο, μαρτυρία. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Οδυσσέως (πιο πάνω), η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υποβάθρου, ενώ η αποτυχία απόδειξης του υπόβαθρου αυτού, αφήνει την γνώμη του εμπειρογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία. Περαιτέρω, λέχθηκε ότι, όσο και αν είναι δυνατόν να αναφερθεί ο εμπειρογνώμονας σε υποθετική κατάσταση πραγμάτων ή σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση προκειμένου να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, αυτή η αναφορά δεν εισάγεται για να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη προς την ύπαρξη τους. Όπως φαίνεται από το Βιογραφικό Σημείωμα του Μ.Υ.2 που εμπεριέχεται στην Έκθεση του Τεκμήριο 23 αυτός έχει αποφοιτήσει από το American Institute of Applied Science της Νέας Υόρκης μεταξύ άλλων στον τομέα της επιστημονικής εξέτασης εγγράφων, έτυχε εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης στα Εργαστήρια της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών της Αστυνομίας Κύπρου, της Ελλάδος, του Ισραήλ και της Ζυρίχης στην εξέταση και ανάλυση γραφής και υπογραφών ενώ την 22.7.1988 διορίστηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο ως εμπειρογνώμονας Δικαστικός Γραφολόγος με την Κ.Δ.Π.195/
  1. Τα πιο πάνω με οδηγούν χωρίς ενδοιασμό στο ότι ο Μ.Υ.2 μπορεί να θεωρηθεί εμπειρογνώμονας σε σχέση με την μαρτυρία που έδωσε. Επιπλέον ο κ. Παναγιώτου ετοίμασε μίαν εμπεριστατωμένη και καλά αιτιολογημένη έκθεση επεξηγώντας στο Δικαστήριο με σαφήνεια το πώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η υπογραφή στο Τεκμήριο 22 ανήκει στην Ενάγουσα. Παρά το γεγονός ότι είχε στην διάθεση του μόνο δύο δείγματα έπεισε ότι κατέληξε στο πιο πάνω συμπέρασμα με ασφάλεια. Δέχτηκε ότι δεν υπάρχει μίνιμουμ αριθμός δειγμάτων αλλά ότι όσα περισσότερα δείγματα υπάρχουν τόσο το καλύτερο. Εξήγησε ότι οι επίδικες υπογραφές ήσαν ελεύθερα γραμμένες, υπήρχε ταχύτητα ως προς τον τρόπο σχηματισμού τους και δεν υπάρχει διακοπή ή σταμάτημα. Όταν του υποδείχθηκαν κατά την αντεξέταση κάποιες διαφορές μεταξύ των υπογραφών ο Μ.Υ.2 επεξήγησε με τρόπο πειστικό ότι πρόκειται για παραλλαγή εφόσον οι γραφικές κινήσεις, η μορφή και η σχέση μεταξύ των γραφικών κινήσεων είναι η ίδια. Των πιο πάνω δεδομένων η μαρτυρία και η έκθεση του Μ.Υ.2 γίνεται δεκτή. Συνέπεια αυτού είναι να είναι επίσης δεκτό ότι εισπράχθηκε την 9.11.2010 από πλευράς Ενάγουσας το ποσό των €5.000 από την Εναγόμενη αρ. 3, ενισχύοντας την εκδοχή περί εμπλοκής του υπόκοσμου προς υποβοήθηση της Ενάγουσας. Ούτως ή άλλως στο σημείο αυτό η μαρτυρία της Εναγόμενης αρ. 3 υπήρξε ιδιαίτερα πειστική, εφόσον με μεγάλο αυθορμητισμό περιέγραψε τον φόβο που ένιωσε για την ασφάλεια των παιδιών της. Παρά ταύτα, δεν υπάρχει ενώπιον μου οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που να μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα περί πληρωμής οποιουδήποτε άλλου ποσού έναντι του ποσού των €200.
  2. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης, αποτελεί εύρημα μου ότι η Εναγόμενη αρ. 3 είναι δικηγόρος και από το 2004 μέχρι και το 2008 διατηρούσε αισθηματικό δεσμό με τον Εναγόμενο αρ. 1, ενώ μετέπειτα, παρά τον χωρισμό τους, ο Εναγόμενος αρ. 1 εξακολουθούσε να την ενδιαφέρει. Η Ενάγουσα γνωρίστηκε με την Εναγόμενη αρ. 3 το 2009 όταν η Ενάγουσα αποτάθηκε στην Εναγόμενη αρ. 3 υπό την επαγγελματική ιδιότητα της τελευταίας για σκοπούς έγερσης αγωγής. Η Εναγόμενη αρ. 3 γνώριζε ότι η Ενάγουσα είχε λάβει ποσό €200.000 από το Ταμείο Προνοίας της. Όταν ο Εναγόμενος αρ. 1 είπε στην Εναγόμενη αρ. 3 ότι ήθελε να δανειστεί ποσό €200.000 η Εναγόμενη αρ. 3 εισηγήθηκε στον Εναγόμενο αρ. 1 να προσεγγίσουν την Ενάγουσα και αυτός συμφώνησε. Μετά από συζητήσεις η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος αρ. 1 κατέληξαν σε συμφωνία όπως η Ενάγουσα δανείσει τον Εναγόμενο αρ. 1 με εγγύηση των Εναγομένων αρ. 2 και 3 ποσό €200.
  3. Ο Εναγόμενος αρ. 1 θα έδινε ως επιπλέον εγγύηση στην Ενάγουσα μίαν επιταγή για ποσό €200.000 πληρωτέα την 14.8.2009, ποσό €20.000 σε επιταγές πληρωτέες την 31.7.2009 ως τόκους για τον δανεισμό καθώς και ένα Πληρεξούσιο Έγγραφο με το οποίο η Ενάγουσα θα είχε εξουσία να μεταβιβάσει επ' ονόματι της ακίνητο στην Πάφο. Την 4.7.2009 η Ενάγουσα παρέδωσε στην Εναγόμενη αρ. 3 δύο επιταγές της για συνολικό ποσό €200.000 και η Εναγόμενη αρ. 3 έδωσε στην Ενάγουσα το Πληρεξούσιο Έγγραφο Τεκμήριο 3, μίαν επιταγή του Εναγομένου αρ. 1 για ποσό €200.000 πληρωτέα την 14.8.2009, μίαν επιταγή του Εναγομένου αρ. 1 για ποσό €15.000 πληρωτέα την 31.7.2009 (Τεκμήριο 1) και μίαν επιταγή δική της για ποσό €5.000 πληρωτέα την 31.7.2009 (Τεκμήριο 2). Στις αρχές Αυγούστου 2009 ο Εναγόμενος αρ. 1 κατέθεσε στον λογαριασμό της Ενάγουσας ποσό €20.000 σε μετρητά. Την 13.8.2009 η Εναγόμενη αρ. 3 επικοινώνησε με την Ενάγουσα και της είπε ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 ζητούσε παράταση πληρωμής 10 ημερών και η Ενάγουσα δέχτηκε. Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 2009 η Εναγόμενη αρ. 3 ξαναζήτησε εκ μέρους του Εναγομένου αρ. 1 παράταση για ένα μήνα έναντι επιπλέον ποσού €20.000 και η Ενάγουσα πάλι δέχτηκε. Μέχρι και τον Ιούνιο 2010 η Ενάγουσα έλαβε το συνολικό ποσό των €19.
  4. Περί τα τέλη Ιανουαρίου με αρχές Φεβρουαρίου 2010 η Ενάγουσα ξανασυναντήθηκε με τους Εναγόμενους αρ. 1 και 3 και ζήτησε εξόφληση του ποσού των €200.
  5. Ξανασυναντήθηκαν τέλη Απριλίου 2010 και η Ενάγουσα ζήτησε αντικατάσταση της επιταγής των €200.000 ένεκα του ότι αυτή είχε λήξει. Ο Εναγόμενος αρ. 1 είπε ότι δεν είχε μαζί του βιβλιάριο επιταγών και ζήτησε από την Εναγομένη αρ. 3 να εκδώσει μίαν δική της επιταγή και θα της την αντικαθιστούσε άμεσα. Η Εναγόμενη αρ. 3 εξέδωσε την επιταγή Τεκμήριο 4 και την παρέδωσε στην Ενάγουσα. Παρά τις διαβεβαιώσεις τους οι Εναγόμενοι δεν κατέβαλαν το υπόλοιπο ποσό στην Ενάγουσα. Την 9.7.2010 η Ενάγουσα κατέθεσε την επιταγή της Εναγομένης αρ. 3 αλλά την 12.7.2010 ενημερώθηκε από την Τράπεζα Κύπρου ότι η επιταγή είχε ανακληθεί από την Εναγόμενη αρ.
  6. Επισκέφτηκε ακολούθως το Κτηματολόγιο Πάφου όπου διαπίστωσε ότι το ακίνητο στο οποίο αναφέρετο το Πληρεξούσιο Έγγραφο Τεκμήριο 3 είχε μεταβιβαστεί στην ανιψιά του Εναγομένου αρ. 1 την 8.2.
  7. Την 19.7.2010 οι Εναγόμενοι αρ. 1, 2 και 3 υπέγραψαν το έγγραφο Τεκμήριο 7 ως χρεώστες του ποσού των €200.000 προς την Ενάγουσα με τόκο 8.5% ετησίως. Η Ενάγουσα καταχώρησε κατά της Εναγομένης αρ. 3 την Ιδιωτική Ποινική με αρ. 21104/10 Τεκμήριο 14 και την 28.3.2014 η Εναγομένης αρ. 3 κρίθηκε ένοχη (Τεκμήριο 9Α) και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 18 μηνών (Τεκμήριο 9Β). Την 9.11.2010 η Εναγόμενη αρ. 3 κατέβαλε έναντι του δανείου ποσό €5.
  8. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Καθίσταται απαραίτητη η εξέταση της βάσης αγωγής. Από το Κλητήριο Ένταλμα φαίνεται να προωθούνται διάφορες αιτίες αγωγής. Ειδικότερα γίνεται αναφορά σε δάνειο προς τον Εναγόμενο αρ. 1 με εγγύηση των Εναγομένων αρ. 2 και 3, καταγράφεται βάση αγωγής απόσπασης χρημάτων δια δόλου και ψευδών παραστάσεων αλλά στα αιτητικά περιλαμβάνεται και αιτητικό για απόφαση δυνάμει ακάλυπτης επιταγής. Κρίνω επίσης σκόπιμο να παραθέσω απόσπασμα από την αγόρευση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για την Ενάγουσα όπου στην σελίδα 71 γίνεται σύνοψη των βάσεων αγωγής ως εξής: «Βάση αγωγής στην παρούσα υπόθεση είναι το οφειλόμενο χρέος δυνάμει παράβασης συμφωνίας αποπληρωμής του ποσού των €200.000, που δάνεισε η Ενάγουσα στον Εναγόμενο 1, δυνάμει δόλου και ψευδών παραστάσεων από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 ή διαζευκτικά εξαιτείται η επιστροφή του ποσού των €200.000 δυνάμει της ανάκλησης, χωρίς εύλογη αιτία, της επιταγής που εξέδωσε η Εναγόμενη 3 προς την Ενάγουσα για την κάλυψη του χρέους των €200.
  9. Η παράβαση της σύμβασης σε σχέση με την αποπληρωμή του δανείου κατόπιν δόλου και ψευδών παραστάσεων ..». Τα πιο πάνω ουδόλως βοηθούν στην κατανόηση της ακριβούς βάσης αγωγής. Εν πρώτοις δεν υπάρχει αξίωση για ανάκληση επιταγή στην αγωγή, αλλά για ακάλυπτη επιταγή. Όσον αφορά όμως το ζήτημα του δόλου και των ψευδών παραστάσεων πρέπει να τονιστεί το ότι η δικογραφημένη θέση στην παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαιτήσεως μιλά για απόσπαση των χρημάτων της Ενάγουσας δόλια και με ψευδείς παραστάσεις. Οι λεπτομέρειες δόλου και ψευδών παραστάσεων, όμως, περιλαμβάνουν ισχυρισμούς που ανάγονται σε χρόνο τόσο κατά την απόσπαση χρημάτων από την Ενάγουσα όσο και μετά. Η κα Βαρωσιώτου στην αγόρευση της επικαλείται τα αρ. 17 και 18 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 189, το λεκτικό των οποίων και παραθέτω: «Ορισμός "απάτης" 17
(1)"Απάτη" περιλαμβάνει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω πράξεις οι οποίες διαπράττονται από κάποιο από τους συμβαλλόμενους, ή με τη συγκατάθεση αυτού, ή από τον αντιπρόσωπο του, με σκοπό εξαπάτησης άλλου συμβαλλόμενου ή του αντιπροσώπου του, ή εξώθησης αυτού στη σύναψη σύμβασης- (α) την παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς, από πρόσωπο που δεν πιστεύει ότι αυτό είναι αληθές~ (β) την ενεργό απόκρυψη γεγονότος από πρόσωπο που γνωρίζει το γεγονός ή πιστεύει αυτό~ (γ) υπόσχεση που δόθηκε χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης της~ (δ) κάθε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση~ (ε) κάθε πράξη ή παράλειψη που ορίζεται ειδικά από το νόμο ως απάτη.
(2)Απλή σιωπή ως προς γεγονότα, τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν τη βούληση προσώπου προς σύναψη σύμβασης, δεν συνιστά απάτη, εκτός αν οι περιστάσεις είναι τέτοιες ώστε, λαμβανομένων αυτών υπόψη, το πρόσωπο που σιωπά να έχει υποχρέωση να δηλώσει αυτά ή εκτός αν η σιωπή αυτού ισοδυναμεί από μόνη της με δήλωση. Ορισμός "ψευδούς παράστασης" 18. "Ψευδής παράσταση" περιλαμβάνει- (α) τη θετική βεβαίωση κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές~ (β) κάθε παράβαση καθήκοντος, η οποία, χωρίς πρόθεση εξαπάτησης, επιφέρει όφελος στον υπαίτιο ή σε οποιοδήποτε ο οποίος αξιώνει μέσω αυτού, με την παραπλάνηση άλλου προς βλάβη αυτού ή προς βλάβη οποιουδήποτε που αξιώνει μέσω αυτού~ (γ) την πρόκληση, έστω και ανυπαίτια, πλάνης ως προς την ουσία του αντικειμένου της συμφωνίας σε μέρος αυτής». Σε αστικές υποθέσεις, όπως και η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της Ενάγουσας να αποδείξει τους ισχυρισμούς της για την αξίωση. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με τη μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη (βλ. μεταξύ άλλων Κυριάκος Σοφοκλέους ν. Γιώτας Κυριάκου,
(2010)1 Α.Α.Δ.). Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία που να μπορεί να οδηγήσει στο ότι η Εναγομένη αρ. 3 είτε εισηγήθηκε τον δανεισμό του Εναγομένου αρ. 1 από την Ενάγουσα είτε προέβη σε κάποια μεταγενέστερη πράξη με δόλιο σκοπό ώστε να αποσπάσει από την Ενάγουσα χρήματα, αλλά ούτε και ότι προέβη σε κάποια παράσταση την οποία η ίδια δεν πίστευε να είναι αληθή. Κατά τον χρόνο που δόθηκε το Πληρεξούσιο Έγγραφο, αλλά και για 7 μήνες μετά, η Ενάγουσα θα μπορούσε να το είχε χρησιμοποιήσει για μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι της και αυτό θα ήταν αποτελεσματικό. Έπεται πως η βάση αγωγής για δόλο και ψευδείς παραστάσεις δεν μπορεί να πετύχει. Ακολουθεί πως η μόνη βάση αγωγής η οποία έχει πιθανότητα επιτυχίας είναι αυτή του δανεισμού. Σε σχέση με αυτό η Ενάγουσα έχει αποδείξει ότι συμφώνησε όπως δανείσει τον Εναγόμενο αρ. 1 με την εγγύηση των Εναγομένων αρ. 2 και 3 ποσό €200.000 έναντι τόκου €20.000 αρχικά και επιπλέον €20.000 μετά τον Σεπτέμβριο 2009 σε αντάλλαγμα για την παράταση αποπληρωμής. Τα ποσά του τόκου έχει ήδη λάβει, πράγμα που την περιορίζει σε επιδίκαση νόμιμου τόκου. Εκδίδεται ακολούθως απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων αρ. 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για ποσό €195.000 πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από την 9.5.2012 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων αρ. 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.