← Κύπρος

THE HIPPOCRATEON PRIVATE HOSPITAL LIMITED ν. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1233/18, 31/8/2020

THE HIPPOCRATEON PRIVATE HOSPITAL LIMITED ν. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1233/18, 31/8/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A512 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1233/18 Μεταξύ: THE HIPPOCRATEON PRIVATE HOSPITAL LIMITED Ενάγουσα και XXXXX ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Εναγόμενη ---------------------------------------------------- Ημερομηνία: 31 Αυγούστου 2020 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα: κα Γ. Μιλτιάδου και κ. Χ. Γεωργίου Για εναγόμενη: κ. Χ. Κουλίας ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή που καταχώρησε στις 11/05/18, η ενάγουσα, εταιρεία που παρέχει ιατρικές υπηρεσίες μέσω του ιδιωτικού νοσοκομείου/κλινικής «Ιπποκράτειο», αξιώνει από την εναγόμενη ποσό €2.033,24 για ιατρικές υπηρεσίες που της παρείχε περί τον Ιούλιο 2007. Για τις εν λόγω υπηρεσίες, ισχυρίζεται η ενάγουσα, εκδόθηκε και αποστάληκε στην εναγόμενη σχετικό τιμολόγιο υπ' αρ. 07108 και ημερ. 10/07/07 το οποίο όμως η τελευταία δεν έχει έκτοτε εξοφλήσει ενώ ταυτόχρονα, το ποσό του εν λόγω τιμολογίου χρεώθηκε και σε σχετικό λογαριασμό που τηρεί η ενάγουσα στο όνομα της εναγόμενης και ο οποίος λογαριασμός, από της χρέωσης του ποσού των €2.033,24 και μέχρι σήμερα, δείχνει το εν λόγω ποσό να παραμένει οφειλόμενο και αυτό παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι έκαμνε προς την εναγόμενη για εξόφληση του. Με την υπεράσπιση της, η εναγόμενη εγείρει αφ' ενός προδικαστική ένσταση ότι η επίδική αξίωση της ενάγουσας έχει παραγραφεί και αφ' ετέρου, ενώ δεν αμφισβητεί ότι έλαβε τις επίδικες υπηρεσίες από την ενάγουσα και ότι η ίδια δεν έχει καταβάλει κανένα ποσό προς εξόφληση ή έναντι αυτών, ισχυρίζεται ότι τις εν λόγω υπηρεσίες είχε διευθετηθεί όπως τις πληρώσει η ασφαλιστική της εταιρεία και όχι η ίδια, όπως έγινε και στο παρελθόν όταν έτυχε να λάβει παρόμοιες ιατρικές υπηρεσίες από την ενάγουσα. Ισχυρίζεται επίσης η εναγόμενη ότι για την επίδικη οφειλή ουδέποτε ενημερώθηκε ή ενοχλήθηκε από την ενάγουσα παρά μόνο περί τον Ιούλιο 2017, δηλαδή δέκα χρόνια αργότερα και μάλιστα προς έκπληξη της εφόσον καθ' όλο αυτό το διάστημα θεωρούσε ότι το θέμα είχε διευθετηθεί από την ασφαλιστική της εταιρεία. Θέση της εναγόμενής είναι ότι επειδή η ενάγουσα υπέδειξε υπέρμετρη καθυστέρηση στο να την ενημερώσει για την επίδικη οφειλή, αυτή, η εναγόμενη δηλαδή, έχει υποστεί ζημιά διότι «έχει χάσει πάσα δικαίωμα προς διεκδίκηση των αποζημιώσεων των οποίων πιθανόν να δικαιούτω από την τότε ασφαλιστική της εταιρεία» εξ' ου και θεωρεί ότι η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Ως αγωγή που λόγω του ύψους του αξιούμενου ποσού εμπίπτει στη διαδικασία «ταχείας εκδίκασης» της «νέας» Δ.30, η ακρόαση της έγινε στη βάση της γραπτής ένορκης μαρτυρίας που κατατέθηκε από αμφότερες τις πλευρές καθώς επίσης και της αντεξέτασης που κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, έτυχε η μοναδική μάρτυρας της ενάγουσας, ήτοι η Σοφία Βαρθολομαίου (ΜΕ1), λειτουργός στο λογιστήριο της πρώτης. Από πλευράς εναγομένης, γραπτή ένορκη μαρτυρία κατατέθηκε μόνο από την ίδια, η οποία και δεν αντεξετάστηκε. Συνοψίζω την προσκομισθείσα μαρτυρία. Στη γραπτή της μαρτυρία η ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι ως εκ της θέσεως της στο λογιστήριο της ενάγουσας γνωρίζει προσωπικά και πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης. Ισχυρίστηκε η μάρτυς ότι κατά την εισαγωγή της εναγόμενης στο νοσοκομείο συμπληρώθηκε σχετικό τυποποιημένο έντυπο εισαγωγής στο οποίο αναφερόταν μεταξύ άλλων ότι αν ο ασθενής έχει ασφαλιστική κάλυψη θα είναι προσωπικά υπεύθυνος να καταβάλει όλα τα ιατρικά έξοδα που δεν θα καλυφτούν από την ασφάλεια του, ότι η εναγόμενη εισήλθε στο νοσοκομείο στις 09/07/07 και έλαβε εξιτήριο στις 10/07/07, ότι για τις ιατρικές υπηρεσίες που της παρασχέθηκαν εκδόθηκε το τιμολόγιο 07108 για το συνολικό ποσό των €2.033,24 το οποίο τέθηκε εξ' αρχής σε γνώση της (Τεκ.2), ότι το ποσό του εν λόγω τιμολογίου χρεώθηκε και σε σχετικό λογαριασμό που τηρούσε η ενάγουσα στο όνομα της εναγόμενης με αρ. 3101090 (Τεκ.3) και ότι αν και η ίδια προσωπικά κάλεσε αρκετές φορές τηλεφωνικώς την εναγόμενη να εξοφλήσει τη σχετική οφειλή της και η τελευταία επανειλημμένα της υποσχέθηκε ότι θα το έπραττε, εντούτοις ουδέποτε έγινε κάτι τέτοιο. Η μάρτυς ισχυρίστηκε επίσης ότι πέραν από κατάσταση λογαριασμού στο όνομα του κάθε ασθενή, στο λογιστήριο της ενάγουσας τηρείτο και κατάσταση λογαριασμού στο όνομα της κάθε ασφαλιστικής εταιρείας. Στην εν λόγω κατάσταση, ανέφερε η μάρτυς, χρεωνόταν αρχικά το ποσό των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν σε κάποιο ασθενή που καλύπτετο από ασφαλιστική κάλυψη ώστε το εν λόγω ποσό να απαιτηθεί πρώτα από τη συγκεκριμένη ασφαλιστική εταιρεία. Αναλόγως δε της απάντησης της ασφαλιστικής εταιρείας, ισχυρίστηκε η μάρτυς, αποφασίζετο και το αν θα χρεωθεί ή όχι ο ασθενής προσωπικά με το σχετικό ποσό. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, στην παρούσα περίπτωση η ενάγουσα, αφού χρέωσε με το επίδικο ποσό την ασφαλιστική εταιρεία της εναγόμενης, αποτάθηκε στην εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία για να λάβει τη σχετική πληρωμή. Στη συνέχεια όμως, η ασφαλιστική εταιρεία της εναγόμενης ενημέρωσε γραπτώς την ενάγουσα στις 15/04/08 ότι η αμοιβή της θα έπρεπε να διευθετηθεί πρώτα με την εναγόμενη απευθείας και ακολούθως η τελευταία θα έπρεπε να υποβάλει σχετική απαίτηση προς την ασφαλιστική της εταιρεία επισυνάπτοντας όλα τα σχετικά έγγραφα και αποδείξεις ώστε να εξεταστεί η απαίτηση της (claim), «όπως προνοείται από τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (της)» (Τεκ.4). Θέση της μάρτυρος ήταν ότι η ίδια ενημέρωσε άμεσα την εναγόμενη τηλεφωνικώς και μέσω ταχυδρομείου και γι' αυτή την εξέλιξη. Προς επίρρωση των πιο πάνω ισχυρισμών της η μάρτυς επεσύναψε ως Τεκ.1 στη δήλωση της επιστολή που έστειλε η εναγόμενη στην ενάγουσα στις 22/05/18, ήτοι μετά που της επιδόθηκε η παρούσα αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας επιστολής κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο. «Με την παρούσα θα ήθελα να αναφερθώ στην αγωγή που μου επιδόθηκε στις 16/5/2018 και να εκφράσω τη δυσαρέσκεια μου γιατί όπως σας έχω εξηγήσει πολλές φορές στην XXXXX από το λογιστήριο και στην δικηγόρο σας το ποσό αυτό δεν το χρωστώ τουλάχιστον όλο γιατί εγώ έκανα τη εγχείρηση με την προϋπόθεση ότι θα πληρωνόταν από την ασφάλεια που αν θυμάμαι καλά ήταν η Άλφα Ασφαλιστική. Όμως σας εξήγησα πάρα πολλές φορές έγινε λάθος από τον γιατρό κον Ριρή στην συμπλήρωση της φόρμας και δεν δέχθηκε η ασφάλεια να πληρώσει την απαίτηση και έτσι ο γιατρός έκανε άλλη διόρθωση και πηγαινοερχόταν το θέμα για πολλά χρόνια. Και από τι μου έχετε πει η ασφάλεια δεν θα πλήρωνε τίποτα και έπρεπε να πληρώσω εγώ όλο το ποσό. Αφού εξήγησα την δική μου θέση φάνηκε ότι την καταλάβατε και ότι θα μοιράζαμε την διαφορά και θα τελείωνε το θέμα. Ήρθατε από την πλευρά σας και μου κάνατε μια μεγάλη έκπτωση δεν θυμάμαι το ποσό ακριβώς αλλά ήταν γύρω στα 1200 ευρώ. Δέχθηκα αυτή την πρόταση και σας εξήγησα ότι δεν ήμουν σε θέση να εξοφλήσω το ποσό αμέσως και σας εισηγήθηκα με δόσεις των 30 ευρώ το μήνα για να γίνει η διευθέτηση. Ένα δύο μήνες πριν την αγωγή με πήρε τηλέφωνο η δικηγόρος σας κα Μιλτιάδου και μου είπε για το υπόλοιπο που έχω και της εξήγησα την κατάσταση ότι δεν είναι μόνο δικό μου λάθος που εκκρεμεί ακόμα αυτή η οφειλή και με πίεσε αν μπορώ να δώσω παραπάνω δόση το μήνα και της είπα να το δω και να το συζητήσω και με τον σύζυγο μου. Για ναι μεν εργαζόμαστε και οι δύο αλλά έχουμε δύο παιδιά, ένα στεγαστικό δάνειο, ένα για δάνειο για αυτοκίνητο και εγώ έχω πολλά θέματα με την υγεία μου. Πάσχω από υποθυρεοειδισμό και πριν δύο χρόνια διαγνώστηκα με ρευματοειδή αρθρίτιδα. Οπόταν καταλαβαίνετε πόσο δύσκολο είναι να εξοφλήσω αυτό το ποσό. Για να έρθουμε σε διακανονισμό και να αρθεί η δικαστική αγωγή εναντίον μου, εγώ σας προτείνω να πληρώνω 50 ευρώ το μήνα για να εξοφλήσω το ποσό των 1200- 1300 ευρώ μετά την έκπτωση που μου έχετε κάνει μέσα σε διάστημα 2 χρόνων περίπου.». Η μάρτυς αντεξετάστηκε τόσο ως προς την προσωπική γνώση που ισχυρίστηκε ότι έχει για την υπόθεση όσο και σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι η εναγόμενη γνώριζε εξ' αρχής για το τιμολόγιο της ενάγουσας και την υποχρέωση της να το εξοφλήσει η ίδια προσωπικά λόγω της αρνητικής απάντησης της ασφαλιστικής της εταιρείας. Υπεβλήθη στη μάρτυρα ότι ο λόγος που δεν προσκόμισε το έντυπο που κατά τον ισχυρισμό της συμπληρώθηκε κατά την εισαγωγή της εναγόμενης ήταν διότι από αυτό θα φαινόταν ότι ήταν πάντοτε κοινώς αντιληπτό ότι η αμοιβή της ενάγουσας θα καλυπτόταν από την ασφάλεια της εναγόμενης, ότι ουδέποτε η μάρτυς ή οποιοσδήποτε από την ενάγουσα ενημέρωσε την εναγόμενη για το τιμολόγιο 07108 ή για το υπόλοιπο του λογαριασμού ή για την απάντηση της ασφάλειας, ότι η κατ' ισχυρισμό άμεση ενημέρωση της εναγόμενης για την έκδοση του τιμολογίου 07108 επ' ονόματι της δεν συνάδει με τη θέση της μάρτυρος ότι χρεώνετο πρώτα η ασφαλιστική εταιρεία της εναγόμενης και αυτό διότι η απάντηση της εν λόγω ασφαλιστικής φέρεται να παραλήφθηκε ένα σχεδόν χρόνο μετά που η εναγόμενη εξήλθε της κλινικής και ότι η αδράνεια και καθυστέρηση της ενάγουσας να ενημερώσει την εναγόμενη για την ύπαρξη της επίδικης προσωπικής της οφειλής είχε ως αποτέλεσμα η τελευταία να χάσει το δικαίωμα της να αποζημιωθεί από την ασφαλιστική της εταιρεία. Η μάρτυς απέρριψε κατηγορηματικά τις υποβολές που της τέθηκαν επιμένοντας στον ισχυρισμό της ότι είναι η ίδια που ενημέρωσε από την αρχή την εναγόμενη και για την οφειλή αλλά και για την απάντηση της ασφαλιστικής της εταιρείας, αλλά και ότι επανειλημμένα μιλούσε μαζί της στο τηλέφωνο για το συγκεκριμένο θέμα. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, αν και για άγνωστο λόγο δεν κατάφερε να εντοπίσει το έντυπο εισαγωγής που υπέγραψε η εναγόμενη όταν εισήλθε στην κλινική, εντούτοις η τελευταία γνώριζε πάντοτε για την προσωπική της υποχρέωση να πληρώσει τις υπηρεσίες που έλαβε αφού κατά τις συχνές τηλεφωνικές συνομιλίες που η ίδια είχε με την εναγόμενη, η τελευταία όχι μόνο δεν αμφισβητούσε αυτήν της την υποχρέωση αλλά μάλιστα υποσχόταν και ότι θα προσπαθούσε να εξεύρει τρόπο να αποπληρώσει το χρέος της, ζητώντας όπως της επιδειχθεί κατανόηση λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Μάλιστα δε, ισχυρίστηκε η μάρτυς, όχι μόνο η ενάγουσα έδειξε κατανόηση στην εναγόμενη και δεν κινήθηκε ενωρίτερα με δικαστικές διαδικασίες αλλά και η ίδια, η μάρτυς δηλαδή, ανέλαβε να διερευνήσει με τους γιατρούς της κλινικής κατά πόσο θα μπορούσε να παρασχεθεί κάποια έκπτωση στην εναγόμενη για σκοπούς διευθέτησης της οφειλής της, καταφέρνοντας στο τέλος να δεχτεί η ενάγουσα όπως αν η εναγόμενη κατέβαλλε ένα ποσό της τάξης των €1200, το θέμα θα θεωρείτο λήξαν. Όμως ούτε τότε ανταποκρίθηκε θετικά η εναγόμενη, εξ' ου και η ενάγουσα αναγκάστηκε να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Στη δική της μαρτυρία η εναγόμενη επαναλαμβάνει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ότι ήταν πάντοτε η κοινή αντίληψη των μερών ότι όλα τα σχετικά με τις επίδικες ιατρικές υπηρεσίες έξοδα θα πληρώνονταν από την ασφαλιστική της εταιρεία και ότι ουδέποτε ενημερώθηκε ότι η ασφάλεια της αρνήθηκε να πληρώσει οπόταν ήταν δική της πλέον ευθύνη να εξοφλήσει την ενάγουσα. Ισχυρίστηκε δε η εναγόμενη ότι η πρώτη φορά που ενημερώθηκε γι' αυτή την εξέλιξη ήταν 10 χρόνια αργότερα, ήτοι στις 29/06/17, όταν έλαβε από την ενάγουσα επιστολή - απαίτηση στην οποία επισυνάπτετο η απάντηση που είχε στείλει στην τελευταία η ασφαλιστική της εταιρεία το 2008 και η οποία απάντηση δεν της είχε ποτέ προηγουμένως κοινοποιηθεί (Τεκ.1). Κατά την εναγόμενη, όταν ενημερώθηκε το 2017 για την ύπαρξη της επίδικης οφειλής, επικοινώνησε άμεσα με την ενάγουσα για να διαμαρτυρηθεί οπόταν και αντιπρόσωποι της τελευταίας, αφού της παραδέχτηκαν ότι ενήργησαν αμελώς, της πρότειναν όπως καταβάλει μόνο €1200 ώστε το όλο θέμα να διευθετηθεί. Ενώ όμως επιχειρείτο να επιτευχθεί αυτή η προτεινόμενη διευθέτηση, ισχυρίζεται η εναγόμενη, η ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή οπόταν και αυτή, η εναγόμενη δηλαδή, αναγκάστηκε να στείλει στην ενάγουσα την επιστολή της 22/05/18 (Τεκ.2), ήτοι την επιστολή που η ΜΕ1 παρουσίασε ως Τεκ.1 στη δική της γραπτή ένορκη μαρτυρία. Η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση γραπτών εμπεριστατωμένων αγορεύσεων από αμφότερους τους συνηγόρους με τις οποίες οι τελευταίοι ανέπτυξαν τη σχετική επιχειρηματολογία τους, υποστηρίζοντας, η μεν κα Μιλτιάδου ότι με την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΕ1 η ενάγουσα απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό την υπόθεση της, ο δε κ. Κουλίας ότι σε αντίθεση με τη θέση της εναγόμενης η οποία θα πρέπει να γίνει πλήρως αποδεχτή, τόσο η μαρτυρία όσο και η υπόθεση της ενάγουσας θα πρέπει να απορριφθούν από το Δικαστήριο συνεπεία της υπέρμετρης, αδικαιολόγητης και ζημιογόνας καθυστέρησης στην αξίωση της επίδικης οφειλής και ότι κανένα ποσό δεν θα πρέπει να διαταχτεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα. Σημειώνω εδώ ότι αν και στην αγόρευση του ο κ. Κουλίας καμία επιχειρηματολογία δεν προβάλλει σε σχέση με την δικογραφημένη ένσταση περί παραγραφής της επίδικης αξίωσης, εντούτοις θα εξετάσω το θέμα αφ' ενός διότι η εν λόγω ένσταση ουδέποτε αποσύρθηκε και αφ' ετέρου διότι στη δική της αγόρευση, η κα Μιλτιάδου επιχειρηματολόγησε και επί αυτού του θέματος θεωρώντας το ότι παραμένει να συνιστά ένα από τα εκκρεμούντα επίδικα ζητήματα. Ενόψει όμως του ότι το θέμα της παραγραφής έχει συνδεθεί και με την προσκομισθείσα μαρτυρία αναφορικά με τη στάση και συμπεριφορά που ο κάθε διάδικος επέδειξε από την ημερομηνία δημιουργίας της οφειλής, ήτοι από τον Ιούλιο 2007, θα εξετάσω το θέμα αυτό αφού αξιολογήσω τη μαρτυρία και αποκρυσταλλωθεί το πραγματικό πλαίσιο γεγονότων που περιβάλλει την υπόθεση. Εξέτασα λοιπόν με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου έχοντας παράλληλα παρακολουθήσει με προσοχή τη ΜΕ1 ενώ κατέθετε και έχοντας κατά νου και τη σχετική νομολογία που αφορά στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Επισημαίνω κατ' αρχή αυτό που ανέφερα και σε προηγούμενες αποφάσεις μου σε υποθέσεις ταχείας εκδίκασης, ήτοι ότι οι βασικοί κανόνες απόδειξης, όπως είναι π.χ. ο κανόνας ότι «.στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου...να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες.» αφού η άνευ ικανοποιητικής εξήγησης, παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της (βλ. Δημήτρης Σκάρος ν. Χριστοδούλου κ.α.

(1998)1 Α.Α.Δ. 291, Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785, Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) A.A.Δ.1527, Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383) και ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015), δεν ατονούν επειδή η δίκη διεξήχθη στη βάση έγγραφης μαρτυρίας. Αυτό γιατί το μόνο που άλλαξε η «νέα Δ.30», είναι την διαδικασία και όχι το ουσιαστικό δίκαιο απόδειξης και ούτε πρόκειται για εκδίκαση ενδιάμεσης αίτησης, όπου εφαρμόζονται οι πρόνοιες της Δ.48 και το Δικαστήριο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς και χωρίς να προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας για να καταλήξει σε ευρήματα, περιορίζεται σε μια αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας για να διαπιστώσει κατά πόσο, από αντιπαραβολή της έγγραφης μαρτυρίας, αποδεικνύεται στην όψη της και μόνο, «on the face of it», η αντίστοιχη υπόθεση που προωθείται. Αντιθέτως, η διαδικασία ταχείας εκδίκασης στη βάση γραπτής ένορκης μαρτυρίας αφορά στην ακρόαση της ουσίας της διαφοράς και η αποδεικτική αξία της προσκομισθείσας μαρτυρίας εξετάζεται υπό τους συνήθεις κανόνες απόδειξης, με γνώμονα το σχετικό βάρος απόδειξης που ο κάθε διάδικος φέρει στους ώμους του και καμία σημασία έχει το γεγονός ότι η μαρτυρία προσκομίστηκε εγγράφως αντί προφορικά. Τούτου λεχθέντος βέβαια, επισημαίνω και ότι το θέμα αντεξέτασης κάποιου μάρτυρα επί κάποιου ισχυρισμού του δεν εξετάζεται απομονωμένα από το βάρος απόδειξης που ο κάθε διάδικος φέρει ή την αποδεικτική αξία που ο συγκεκριμένος ισχυρισμός έχει από μόνος του, υπό την έννοια ότι αν είναι έκδηλο ότι ένας ισχυρισμός δεν ευσταθεί, είτε επειδή στερείται οποιουδήποτε ερείσματος είτε διότι αντίκειται σε μαρτυρία που είναι αυτοδύναμη και αυταπόδεικτη, όπως π.χ. τα παραδεκτά γεγονότα ή η πραγματική μαρτυρία, είτε πολύ απλά διότι ο ισχυρισμός είναι εντελώς ατεκμηρίωτος, σίγουρα δεν υφίσταται ανάγκη να αντεξεταστεί ο μάρτυρας απλά για να του υποβληθεί η αντίθετη θέση ή η έκδηλη αντίφαση. Το ουσιαστικό βάρος άλλωστε είναι στην πλευρά που προβάλλει τον ισχυρισμό να τον αποδείξει και όχι στην άλλη πλευρά να αποδείξει ότι ο ισχυρισμός δεν ευσταθεί και το Δικαστήριο «έχει πάντοτε την εξουσία να μην αποδεχθεί την μαρτυρία η οποία δεν έτυχε αντεξέτασης, εφόσον από το σύνολο της υπόλοιπης αποδέκτης μαρτυρίας, κριθεί ότι αυτό ενδείκνυται» (βλ. ΣΚΟΡΔΗ ν. ΛΑΝΤΟΥ κ.α., ECLI:CY:AD:2020:A127, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 429/2012, 22/4/2020). Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, σημειώνω τα εξής αναφορικά με τη μαρτυρία και τα επίδικα θέματα. Όπως έχω ήδη αναφέρει, συνιστά κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των μερών ότι μεταξύ 09/07/07 και 10/07/07, η εναγόμενη έλαβε από την ενάγουσα τις επίδικες ιατρικές υπηρεσίες έναντι αμοιβής και ότι ούτε εκείνη, η εναγόμενη δηλαδή, ούτε η ασφαλιστική εταιρεία που την κάλυπτε τότε, αλλά ούτε και οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο έχει μέχρι σήμερα καταβάλει στην ενάγουσα την σχετική αμοιβή της, η φύση και το κόστος της οποίας αμοιβής δεν αμφισβητείται ότι είναι ως περιγράφονται στο τιμολόγιο 07108, ήτοι για το συνολικό ποσό των €2.033,
  1. Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό ότι η ενάγουσα έστειλε στην εναγόμενη μία τουλάχιστο επιστολή με την οποία την ενημέρωνε τόσο για την εκκρεμότητα της επίδικης οφειλής όσο και για την κατ' ισχυρισμό προσωπική της ευθύνη να την εξοφλήσει, ήτοι την επιστολή ημερ. 29/06/17 που η ίδια η εναγόμενη παρουσίασε ως Τεκ.1 και ότι η εναγόμενη έστειλε προς την ενάγουσα στις 22/05/18, ήτοι μετά την καταχώρηση τις αγωγής, επιστολή στην οποία παρέθετε τις δικές τις θέσεις αναφορικά με το όλο θέμα. Για όλα τα πιο πάνω κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα συνεπώς, κάμνω ανάλογα ευρήματα. Το ζήτημα που έχει καταστεί επίδικο από την εναγόμενη, το οποίο είναι και το ζήτημα σε σχέση με το οποίο αντεξετάστηκε η ΜΕ1, είναι το κατά πόσο η ενάγουσα ενημέρωσε έγκαιρα ή ποτέ την πρώτη για την επίδικη οφειλή καθώς και για την προσωπική της υποχρέωση να αποπληρώσει την εν λόγω οφειλή μετά που η ασφάλεια της δεν το έπραξε. Υπενθυμίζω ότι η θέση της εναγόμενης είναι ότι μόλις ένα χρόνο πριν την καταχώρηση της αγωγής πληροφορήθηκε για τη θέση της ασφαλιστικής της εταιρείας και για την προσωπική της υποχρέωση να πληρώσει, ήτοι με την επιστολή του Ιουνίου 2017, ενώ η θέση της ΜΕ1, για την οποία η υπεράσπιση υπέβαλε στη τελευταία ότι δεν λέει την αλήθεια, είναι ότι είναι η ίδια που από το 2008 ενημέρωσε πλήρως την εναγόμενη για την υποχρέωση της να πληρώσει μετά την απάντηση της ασφαλιστικής της εταιρείας και που έκτοτε επικοινωνούσε επανειλημμένα με την εναγόμενη για αυτή της την εκκρεμότητα, λαμβάνοντας μάλιστα από την τελευταία διάφορες υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις ότι η οφειλή θα εξοφλείτο και εξασφαλίζοντας της και σημαντική έκπτωση. Ως προς τις πιο πάνω εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις της εναγόμενης και της ΜΕ1, είναι νομίζω αρκετό ένας να διεξέλθει της επιστολής που έστειλε ανεπιφύλακτα η εναγόμενη στην ενάγουσα στις 22/05/18, ήτοι λίγες μέρες μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής (Τεκ.1 ενάγουσας - Τεκ.2 εναγόμενης), για να διαπιστώσει ότι σε αντίθεση με την εναγόμενη, όλες οι θέσεις της ΜΕ1 επιβεβαιώνονται ως πλήρως αληθείς. Εξηγώ. Κατά πρώτο και κυριότερο, όσον αφορά τη θέση της ΜΕ1 ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι μόλις το 2017 ενημερώθηκε για πρώτη φορά για την επίδικη οφειλή και την άρνηση της ασφάλειας της να πληρώσει διότι η η εναγόμενη είχε άμεσα ενημερωθεί για την εν λόγω εξέλιξη όταν λήφθηκε η απάντηση της ασφαλιστικής το 2008, θέση την οποία η υπεράσπιση αμφισβήτησε έντονα κατά την αντεξέταση της μάρτυρος, η ίδια η εναγόμενη στην επιστολή που έστειλε στις 22/08/19 αναφέρει ότι «.όπως σας έχω εξηγήσει πολλές φορές στην XXXXX από το λογιστήριο και στην δικηγόρο σας.έγινε λάθος από τον γιατρό.στην συμπλήρωση της φόρμας και δεν δέχθηκε η ασφάλεια να πληρώσει την απαίτηση και έτσι ο γιατρός έκανε άλλη διόρθωση και πηγαινοερχόταν το θέμα για πολλά χρόνια. Και από τι μου έχετε πει η ασφάλεια δεν θα πλήρωνε τίποτα και έπρεπε να πληρώσω εγώ όλο το ποσό». Σίγουρα, η αναφορά της εναγόμενης στην επιστολή της 22/05/18 σε θέμα που «πηγαινοέρχεται για πολλά χρόνια», το οποίο δημιουργήθηκε διότι «δεν δέχθηκε η ασφάλεια να πληρώσει την απαίτηση», δεν μπορεί να σημαίνει θέμα για το οποίο η εναγόμενη ενημερώθηκε για πρώτη φορά μόλις ένα χρόνο πριν να στείλει την επιστολή της, ως ήταν ουσιαστικά και ο ισχυρισμός που πρόβαλε κατά τη μαρτυρία της επικαλούμενη την επιστολή της ενάγουσας ημερ. 29/06/
  2. Αντιθέτως, η γραπτή αναφορά της ίδιας της εναγόμενης σε «πολλά χρόνια» επιβεβαιώνει πλήρως τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς της ΜΕ
  3. Κατά δεύτερο, η θέση της ΜΕ1 ότι η ίδια έχει πολύ καλή και προσωπική γνώση της υπόθεσης λόγω της προσωπικής εμπλοκής της και των πολλών συνομιλιών που είχε με την εναγόμενη για το θέμα, θέση η οποία επίσης αμφισβητήθηκε έντονα κατά την αντεξέταση της μάρτυρος, επιβεβαιώνεται και αυτή από την επιστολή της ίδιας της εναγόμενης, αφού στην εν λόγω επιστολή η τελευταία αναφέρει ότι σε σχέση με την απαίτηση της ενάγουσας όπως πληρώσει προσωπικά την επίδικη οφειλή, αυτή, η εναγόμενη δηλαδή, έχει «εξηγήσει» τη θέση της «.πολλές φορές στην XXXXX από το λογιστήριο.». Κατά τρίτο, η συγκεκριμένη επιστολή της εναγόμενης επιβεβαιώνει και τις θέσεις της ΜΕ1 ότι η εναγόμενη γνώριζε πλήρως ότι υπήρχε η επίδικη οφειλή και ότι ακόμη εκκρεμούσε η εξόφληση της - «.της εξήγησα την κατάσταση ότι δεν είναι μόνο δικό μου λάθος που εκκρεμεί ακόμα αυτή η οφειλή.», ότι η εναγόμενη δεν αρνήθηκε ποτέ ότι και η ίδια οφείλει προσωπικά να πληρώσει τις επίδικες υπηρεσίες- «.το ποσό αυτό δεν το χρωστώ τουλάχιστον όλο.», ότι πριν την καταχώρηση της αγωγής μεσολάβησε η ίδια η μάρτυρας και χορηγήθηκε στην εναγόμενη σημαντική έκπτωση για φιλική διευθέτηση της επίδικης οφειλής - «.μου κάνατε μια μεγάλη έκπτωση δεν θυμάμαι το ποσό ακριβώς αλλά ήταν γύρω στα 1200 ευρώ. Δέχθηκα αυτή την πρόταση.», ότι ακόμη και πριν την καταχώρηση της αγωγής η ενάγουσα επικοινώνησε εκ νέου με την εναγόμενη σε μια ύστατη προσπάθεια εξώδικης διευθέτησης - «.Ένα δύο μήνες πριν την αγωγή με πήρε τηλέφωνο η δικηγόρος σας κα Μιλτιάδου και μου είπε για το υπόλοιπο που έχω.» και ότι όντως η εναγόμενη είχε υποσχεθεί πριν την καταχώρηση της αγωγής ότι θα διευθετούσε το όλο θέμα- «.σας εισηγήθηκα με δόσεις των 30 ευρώ το μήνα για να γίνει η διευθέτηση..». Τέλος, τα όσα αναφέρονται ανωτέρω να προκύπτουν από την επιστολή της ίδιας της εναγόμενης, σε συνδυασμό με το ότι στην επιστολή που η ενάγουσα έστειλε στην εναγόμενη στις 29/06/17 και την οποία η ίδια η εναγόμενη παρουσίασε ως Τεκ.1 χωρίς να αμφισβητεί το περιεχόμενο της, αναφέρεται ότι είχε προηγηθεί τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενης αναφορικά με το ότι «συνεχίζει να εκκρεμεί υπόλοιπο ύψους €2.033,24» παρά τις «επανειλημμένες υποσχέσεις» της τελευταίας για εξόφληση και ότι σε περίπτωση που η εναγόμενη παραλείψει «και πάλι» να ανταποκριθεί μέχρι τις 14/07/17, θα ληφθούν ανάλογα νομικά μέτρα εναντίον της, καταρρίπτουν πλήρως και τον ισχυρισμό της εναγόμενης ότι αντιπρόσωποι της ενάγουσας της παραδέχτηκαν αμέλεια, ισχυρισμός ο οποίος σε κάθε περίπτωση προβάλλεται εντελώς γενικά και αόριστα στη μαρτυρία της εναγόμενης. Ση βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας συνεπώς, αντίθετα με τη μαρτυρία της εναγόμενης η οποία θεωρώ στερείται κάθε ερείσματος, η μαρτυρία της ΜΕ1, η οποία μου έκαμε και καλή εντύπωση ως μάρτυρας, κρίνεται στο σύνολο της καθ' όλα αξιόπιστη και στη βάση αυτής της αξιόπιστης μαρτυρίας της ΜΕ1 προβαίνω σε περαιτέρω ανάλογα ευρήματα. Βρίσκω συγκεκριμένα ότι η εναγόμενη ήταν εξ' αρχής ενήμερη για την επίδικη οφειλή καθώς επίσης και για το ότι θα ευθύνετο προσωπικά να την αποπληρώσει σε περίπτωση που η ασφαλιστική της εταιρεία δεν το έπραττε. Βρίσκω επίσης ότι σύντομα μετά που η ασφαλιστική εταιρεία της εναγόμενης ενημέρωσε την ενάγουσα στις 15/04/08 ότι η επίδικη οφειλή έπρεπε να διευθετηθεί απ' ευθείας με την εναγόμενη, η τελευταία ενημερώθηκε σχετικά από τη ΜΕ1 και έκτοτε έλαβαν χώρα μεταξύ των δύο τους καθώς επίσης και μεταξύ της εναγόμενης και άλλων λειτουργών της ενάγουσας αρκετές συζητήσεις στα πλαίσια των οποίων η εναγόμενη αναγνώριζε ότι θα πρέπει να πληρώσει η ίδια την επίδικη οφειλή και υποσχόταν ότι θα προσπαθούσε να εξεύρει τρόπο να το πράξει ζητώντας πίστωση χρόνου καθώς επίδειξη κατανόησης λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Η στάση αυτή της εναγόμενης αντιμετωπίστηκε θετικά από την ενάγουσα, η οποία αν και επέδειξε εμπιστοσύνη και ανοχή στις υποσχέσεις της εναγομένης και μέχρι και τις 11/05/18 που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή έκαμε αρκετές προσπάθειες για να ανακτήσει το λαβείν της, περιλαμβανομένης και της χορήγησης σημαντικής έκπτωσης στην εναγόμενη για σκοπούς φιλικής διευθέτησης, ουδέποτε εγκατέλειψε την αξίωση της. Παρά ταύτα, μέχρι και σήμερα η εναγόμενη κανένα ποσό δεν κατέβαλε έναντι της επίδικης οφειλής η οποία εξακολουθεί να οφείλεται πλήρως. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου, τα όσα ισχυρίζεται ως υπεράσπιση η εναγόμενη περί καθυστέρησης της ενάγουσας να την πληροφορήσει για την ύπαρξη και εκκρεμότητα της επίδικης οφειλής κρίνονται να μην ευσταθούν και απορρίπτονται όπως επίσης απορρίπτεται και ο σχετικός ισχυρισμός της εναγόμενης περί πρόκλησης βλάβης στα δικαιώματα της, ο οποίος ισχυρισμός άλλωστε, αν και συνδέθηκε από πλευράς εναγόμενης με τις υποχρεώσεις και δικαιώματα που απορρέουν από την σύμβαση που αυτή είχε με την ασφαλιστική της εταιρεία, εντούτοις ουδέποτε τεκμηριώθηκε με οποιοδήποτε τρόπο και παρέμεινε μέχρι τέλους να συνιστά ένα γενικό και αόριστο ισχυρισμό. Επισημαίνω εδώ ότι η εναγόμενη μπορούσε, αν επιθυμούσε, να επιχειρήσει να εισάγει στην παρούσα αγωγή την ασφαλιστική της εταιρεία ως τριτοδιάδικο και να ζητήσει από αυτή τη συνεισφορά που ισχυρίζεται τώρα ότι έχει στερηθεί όμως τίποτα τέτοιο δεν έπραξε και ούτε παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι «.έχει χάσει πάσα δικαίωμα προς διεκδίκηση των αποζημιώσεων των οποίων πιθανόν να δικαιούτω από την τότε ασφαλιστική της εταιρεία». Αυτό που παραμένει πλέον να εξεταστεί υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων μου, είναι η θέση της εναγόμενης ότι η επίδικη αξίωση έχει παραγραφεί, θέση την οποία προχωρώ να εξετάσω. Ως έχει νομολογηθεί, για σκοπούς εξέτασης του νομικού θέματος της παραγραφής, «το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος» (βλ. Δημητρίου ν. Δημητρίου
(2012)1(Α) ΑΑΔ 834) και είναι «με αναφορά στο χρόνο καταχώρησης της αγωγής (που) εξετάζεται κατά πόσο η απαίτηση έχει εκ τούτου παραγραφεί.» (βλ. Όμηρος Χριστοδουλίδης ν Global Capital Securities and Financial Services Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 636). Βεβαίως, «.η παραγραφή αποτελεί δικονομικό κανόνα δικαίου και συνεπώς αν έχει παραγραφεί η απαίτηση με προγενέστερο νόμο αυτή δεν εξαφανίζεται αλλά μπορεί να προωθηθεί δικονομικά εφόσον με το νεότερο νόμο επεκτείνεται ο χρόνος της παραγραφής.» (βλ. Global ανωτέρω). Ακόμη δηλαδή και αν προηγούμενο νομοθέτημα έχει καταστήσει παραγραμμένο το αγώγιμο δικαίωμα, εντούτοις, αν μεταγενέστερο νομοθέτημα που ισχύει κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής, έχει ρυθμίσει διαφορετικά το θέμα, τότε το αγώγιμο δικαίωμα δύναται να θεωρηθεί ότι βρίσκεται ακόμη «εν ζωή». Το κρίσιμο χρονικό σημείο επομένως, τόσο για σκοπούς επιμέτρησης του χρόνου παραγραφής όσο και για καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου, είναι η ημέρα καταχώρησης της αγωγής Είναι σε συνάρτηση με αυτή την ημερομηνία που θα εξεταστεί ποιο είναι το νομοθέτημα που θα εφαρμοστεί για να αποφασιστεί το κατά πόσο το αγώγιμο δικαίωμα έχει ή όχι παραγραφεί καθώς επίσης και ο χρόνος που παρήλθε από την ημέρα που έλαβε χώρα η κατ' ισχυρισμό πράξη ή παράλειψη από την οποία πηγάζει το αγώγιμο δικαίωμα (βλ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ν. LOUIS HOTELS PUBLIC COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 8/2013, 1/10/2019).. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 11/05/
  1. Κατ' εκείνη την ημερομηνία, στην Κυπριακή έννομη τάξη είχε ήδη εισαχθεί ο Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012 (66(I)/2012), ο οποίος Νόμος τέθηκε «σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2012» δυνάμει του αρχικού αρ.
  2. Μέχρι την 01/07/12 όμως, οι πρόνοιες που αφορούσαν στο χρόνο παραγραφής δυνάμει του προηγούμενου Νόμου περί παραγραφής, ήτοι του Κεφ. 15, είχαν τεθεί σε αναστολή αρχικά με τον περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμο του 1964, Ν. 57/1964 και στη συνέχεια με τον περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο του 2002 (Ν. 110(Ι)/2002) ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή την 1.6.2005 και ο οποίος καταργήθηκε την 01/07/12 με το Ν.66(Ι)/
  3. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του τότε αρ. 3 του Ν.66(Ι)/12, «.Ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής..» και αν και είχε πλέον ενεργοποιηθεί η προσμέτρηση του χρόνου για σκοπούς παραγραφής, εντούτοις, με τις πρόνοιες του τότε αρ.26 του Ν.66(Ι)/12, ο νομοθέτης έδωσε ουσιαστικά παράταση στο χρόνο παραγραφής αγώγιμων δικαιωμάτων που είχαν προκύψει πριν την 01/07/12, αρχικά μέχρι 31/12/2013 και στη συνέχεια, κατόπιν διαδοχικών ετήσιων τροποποιήσεων που έλαβαν χώρα μεταξύ 2012 - 2015, περαιτέρω παρατάσεις από έτος σε έτος μέχρι και την 31/12/
  4. Οι πρόνοιες του αρ.3 που αφορούσαν στο πότε ξεκινά να μετρά ο χρόνος παραγραφής, παρέμειναν αναλλοίωτες μέχρι και τις 23/12/15 που θεσπίστηκε ο τροποποιητικός Ν.207(Ι)/15, ο οποίος κατάργησε το αρ.26 και τις εκεί αναφερόμενες παρατάσεις, αλλά την ίδια στιγμή, «μηδένισε το χρόνο» ουσιαστικά για σκοπούς παραγραφής αφού σύμφωνα με την τροποποίηση που έγινε τότε στο αρ.3, καθορίστηκε νομοθετικά ότι «ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρείται από την 1η Ιανουαρίου 2016». Εφόσον λοιπόν η βάση της παρούσας αγωγής σύμφωνα με την ενάγουσα είχε συμπληρωθεί πριν την 01/07/12 που τέθηκε σε ισχύ ο Ν.66(I)/2012αλλά μέχρι και την 01/07/12 ο χρόνος παραγραφής τελούσε υπό αναστολή και στη συνέχεια δόθηκε εκ του Νόμου παράταση μέχρι και τις 31/12/15 όταν και πλέον ο χρόνος «μηδενίστηκε» νομοθετικά για να ξεκινήσει να μετρά εκ νέου από την 01/01/16, το θέμα της παραγραφής στην παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε μετά την τροποποίηση του αρ.3, θα πρέπει να εξεταστεί υπό το φως του «μηδενίσματος» που επέφερε στις 23/12/15 ο Ν. 207(Ι)
  5. Άλλωστε, και να είχε παραγραφεί κάποιο δικαίωμα δυνάμει προγενέστερου Νόμου, «.η απαίτηση.δεν εξαφανίζεται αλλά μπορεί να προωθηθεί δικονομικά εφόσον με το νεότερο νόμο επεκτείνεται ο χρόνος της παραγραφής.» (βλ. Global ανωτέρω). Με γνώμονα τα πιο πάνω, εφόσον το υπό κρίση αγώγιμο δικαίωμα αφορά ουσιαστικά σε αμοιβή για παρασχεθείσες ιατρικές υπηρεσίες, ο λιγότερος χρόνος παραγραφής που προνοείται στο αρ. 7 του Νόμου είναι τα 3 χρόνια (βλ. αρ.7
(2)). Μετρώντας το χρόνο αυτό των 3 ετών από την 01/01/16, η αξίωση της ενάγουσας θα παραγράφετο την 01/01/19, ήτοι πολύ μεταγενέστερα από την ημερομηνία που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Δεν μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί ότι η επίδικη αξίωση είχε παραγραφεί κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής ως υποστηρίζει η υπεράσπιση και επομένως και αυτή η θέση της εναγόμενης απορρίπτεται. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, κρίνω ότι η ενάγουσα πέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον της εναγόμενης στον απαιτούμενο βαθμό και ότι καμία θέση της εναγόμενης δεν ευσταθεί. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €2.033,24 πλέον νόμιμο τόκο από σήμερα πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο πλέον ΦΠΑ αν υπάρχει. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.