← Κύπρος

LCP Holdings and Investments Ltd ν. Euroinvestment & Finance Public Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1720/2010, 19/11/2020

LCP Holdings and Investments Ltd ν. Euroinvestment & Finance Public Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1720/2010, 19/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A537 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1720/2010 Μεταξύ:- LCP Holdings and Investments Ltd Ενάγουσα Και 1. Euroinvestment & Finance Public Ltd 2. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Εναγόμενες Ημερομηνία: 19 Νοεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: Α. Αποστολίδης για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: Γ. Κουρουπίδης για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή- Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί Με την παρούσα Αγωγή η Ενάγουσα Εταιρεία αξιώνει την έκδοση Απόφασης για το συνολικό ποσό €564.246,11 ως οφειλόμενο υπόλοιπο λογαριασμού και/ή ως αποζημιώσεις για παράνομη κατακράτηση. Εκδοχή Ενάγουσας με βάση την Έκθεση Απαίτησης Οι βασικοί ισχυρισμοί της Ενάγουσας, όπως προκύπτουν από την Έκθεση Απαίτησής της, έχουν ως ακολούθως: Η θέση της Ενάγουσας είναι ότι διατηρούσε καταθέσεις στην Εναγόμενη 1 οι οποίοι κατά το 2008 παρουσίαζαν πιστωτικά υπόλοιπα τα ποσά €307.890,44 και €256.355,67 αντίστοιχα. Κατά ή περί της 3/11/2004 και 16/11/2004 ο Λάμπρος Παναγιωτίδης φέρεται να υπέγραψε εκ μέρους της Ενάγουσας και προς όφελος ης Εναγόμενης 1 επιστολές εγγύησης και/ή δέσμευσης των ποσών που βρίσκονταν κατατεθειμένα στους επίδικους λογαριασμούς. Οι ρηθείσες επιστολές είχαν δοθεί από τον Λάμπρο Παναγιωτίδη φαινομενικά προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εταιρείας Starcloud Investments Ltd η οποία ανέλαβε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που είχε η Εταιρεία CLR Financial Services Ltd βάσει Συμφωνίας Αγοραπωλησίας Μετοχών ημερ. 7/11/2000 που είχε συνάψει η τελευταία με την Εναγόμενη 1. Αναφορικά με τις πιο πάνω επιστολές και/ή εγγυήσεις ουδέποτε είχε εξουσιοδοτηθεί ο Λ. Παναγιωτίδης από την Ενάγουσα στην παραχώρησή τους και δεν δεσμεύουν με οποιοδήποτε τρόπο την Ενάγουσα. Κατά ή περί το τέλος του 2008 η Ενάγουσα είχε απαιτήσει την αποδέσμευση των ποσών που ήταν κατατεθειμένα στους επίδικους λογαριασμούς χωρίς ανταπόκριση από τις Εναγόμενες 1 και 2. Η κατακράτηση και/ή δέσμευση των ποσών στους εν λόγω λογαριασμούς είναι παράνομη. Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενες ισχυρίζονται τα ακόλουθα: · Οι καταθέσεις της Ενάγουσας με την Εναγόμενη 1 στους λογαριασμούς FN6315 και FN6321 έγιναν τον Νοέμβριο του 2004 με σκοπό την άμεση δέσμευσή τους. · Η Εναγόμενη 1 είχε συνάψει με την Εταιρεία CLR Financial Services Ltd Συμφωνία Αγοραπωλησίας Μετοχών ημερ. 7/11/2000. · Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απέρρεαν από την πιο πάνω συμφωνία είχαν εκχωρηθεί από την Ενάγουσα σε τρίτο νομικό πρόσωπο, την Starcloud Investments Ltd. · Με βάση τη Συμφωνία Αγοραπωλησίας Μετοχών ημερ. 7/11/2000 η Εναγόμενη 1 είχε το δικαίωμα να πωλήσει προς την Ενάγουσα όσο και στη συνέχεια και προς την Starcloud Investments Ltd κατόπιν Συμφωνίας ημερ. 30/11/2000 αριθμό μετοχών της εταιρείας CLR Investment Fund Ltd στην τιμή που τις είχε αποκτήσει από την Ενάγουσα τον Νοέμβριο 2000, ήτοι €200.000 πλέον τόκο 8% τον χρόνο νοουμένου ότι το πιο πάνω δικαίωμα θα εξασκείτο μεταξύ 24/10/01 και 31/10/01. · Η Εναγόμενη 1 εξάσκησε το πιο πάνω δικαίωμα πώλησης μετοχών αποστέλλοντας σχετική επιστολή ημερ. 24/10/2001 προς την Εταιρεία Starcloud Investments Ltd με κοινοποίηση προς τον Λ. Παναγιωτίδη ο οποίος είχε εγγυηθεί τις υποχρεώσεις της. · Η Εταιρεία Starcloud Investments Ltd αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να πληρώσει το σχετικό ποσό προς την Εναγόμενη 1 οπόταν η Εναγόμενη 1 εξακολουθούσε να έχει όλα τα δικαιώματα της εναντίον της Ενάγουσας δυνάμει των πιο πάνω Συμφωνιών. · Η CLR Financial Services Ltd και, κατ' επέκταση η Ενάγουσα, ουδέποτε απηλλάγην των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συμφωνία Αγοραπωλησίας Μετοχών ημερ. 7/11/2000. · Περαιτέρω, η Ενάγουσα δεσμεύτηκε ρητά με βάση, μεταξύ άλλων, τις επιστολές ημερ. 3/11/2004 και 16/11/2004 όπως εξοφλήσει όλες τις υποχρεώσεις της ως πρωτοφειλέτιδα που απέρρεαν από την εν λόγω Συμφωνία και/ή ως εγγυήτρια όπως εξοφλήσει όλες τις υποχρεώσεις τις Starcloud Investments Ltd και του Λ. Παναγιωτίδη ως εγγυητού, ως αυτές απέρρεαν από τη ρηθείσα Συμφωνία ημερ. 30/11/2000. · Προς εξασφάλιση των εν λόγω δεσμεύσεων η Ενάγουσα, (τότε CLR Capital Ltd), δέσμευσε γραπτώς τις καταθέσεις της στους επίδικους λογαριασμούς FN6315 και FN6321 και έδωσε το δικαίωμα στην Εναγόμενη 1 και, κατ' επέκταση στην Εναγόμενη 2, να συμψηφίσει και/ή μεταφέρει οποιαδήποτε ποσά από τις εν λόγω καταθέσεις προς εξόφληση μέρους ή του συνόλου των πιο πάνω υποχρεώσεων. · Οι εγγυήσεις και/ή δεσμεύσεις λογαριασμών που δόθηκαν με τις επιστολές ημερ. 3/11/2004 και 16/11/2004 εκ μέρους της Ενάγουσας δόθηκαν με νόμιμο αντάλλαγμα, ήτοι την παροχή περαιτέρω χρόνου προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Ενάγουσας και/ή της Starcloud Investments Ltd και/ή του Λ. Παναγιωτίδη και δη την αποπληρωμή του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης των επίδικων μετοχών οι οποίες απορρέουν από τη Συμφωνία Αγοραπωλησίας Μετοχών ημερ. 7/11/2000 καθώς και τη Συμφωνία ημερ. και 30/11/2000 ήτοι από το δικαίωμα πώλησης των μετοχών της CLR Investment Fund Ltd προς την Ενάγουσα και/ή τη Starcloud Investments Ltd το οποίο η Εναγόμενη 1 το εξάσκησε. Μαρτυρία Η πλευρά της Ενάγουσας για να αποδείξει την υπόθεση της παρουσίασε ένα μάρτυρα τον XXXXX Ξιούρο (Μ.Ε.1). Η Υπεράσπιση παρουσίασε και αυτή ένα μόνο μάρτυρα τον XXXXX Σαββίδη (Μ.Υ.1). Σύνοψη Μαρτυρίας Η προσαχθείσα μαρτυρία και οι εκατέρωθεν εκδοχές μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Εκδοχή Ενάγουσας Ο Μ.Ε.1 κατέχει σήμερα τη θέση του Διευθύνοντα Σύμβουλου των Εναγόντων. Παρουσίασε τις Συμφωνίες Τεκμήρια 6 και 7 και διατύπωσε τη θέση ότι με βάση το Τεκμήριο 7 οι Ενάγοντες έχουν απαλλαχθεί οριστικά από οποιεσδήποτε υποχρεώσεις προς την Εναγόμενη 1 ή 2 που πηγάζουν από την αρχική Συμφωνία Τεκμήριο 6 και ότι όλες οι εν λόγω υποχρεώσεις και δικαιώματα προς την Εναγόμενη 1 που απέρρεαν από την εν λόγω Συμφωνία ανελήφθησαν από την εταιρεία Starcloud Investments Ltd. Παρουσίασε τις επιστολές Τεκμήρια 8Α και 8Β επισημαίνοντας ότι η όλη αλληλογραφία που αφορούσε το Τεκμήριο 7 στελνόταν έκτοτε από την Εναγόμενη 1 προς την ετ. Starcloud και προς τον XXXXX Παναγιωτίδη προσωπικά προσθέτοντας ότι, αν η Εναγόμενη 1 θεωρούσε ότι η Ενάγουσα είχε αναλάβει την οποιαδήποτε υποχρέωση, θα απέστελλε τη σχετική αλληλογραφία και προς αυτήν. Αναφέρθηκε στις καταθέσεις ταχτής προθεσμίας που η Ενάγουσα διατηρούσε στην Εναγόμενη 1 και στα πιστωτικά υπόλοιπα που αυτές παρουσίαζαν (Τεκμήριο 9). Παρουσίασε τις επιστολές εγγύησης Λ. Παναγιωτίδη ημερ. 3/11/2004 και 16/11/2004 (Τεκμήρια 10 και 11 αντίστοιχα) τις οποίες, όπως ισχυρίστηκε, ο Λ. Παναγιωτίδης υπέγραψε εκ μέρους των Εναγόντων παράνομα, παράτυπα και αντικανονικά χωρίς ποτέ να έχουν εξουσιοδοτηθεί ή εγκριθεί από την Ενάγουσα ενώ δεν ήταν εις γνώση της. Όπως κατέθεσε, ενώ από το τέλος του 2008 η Ενάγουσα ειδοποίησε τις Εναγόμενες 1 και 2 και απαίτησαν τη διάθεση των ποσών και αποδέσμευση των επίδικων λογαριασμών της, οι Εναγόμενες 1 και 2, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας (Τεκμήρια 13Α και 13Β), μέχρι σήμερα αρνήθηκαν και παρέλειψαν να το πράξουν με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να απολύει τόκο προς 6,5% ετησίως και να υφίσταται ζημιά επί του συνολικού ποσού των €564.246,11. Εκδοχή Εναγομένων Ο Μ.Υ.1 διετέλεσε Πρόεδρος και Πρώτος Εκτελεστικός Διευθυντής στην Εναγόμενη 1 κατά την περίοδο 2000-2008 και Διευθυντής στην Εναγόμενη 2 από το 2008 μέχρι σήμερα. Στη μαρτυρία του ανέφερε, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: · Τον Οκτώβριο 2000 η Ενάγουσα μέσω του Λ. Παναγιωτίδη προσέγγισε την Εναγόμενη 1 με σκοπό την επένδυση ύψους Λ.Κ.200.000 σε μετοχές της CLR Investment Fund με διασφαλισμένη από την Ενάγουσα ελάχιστη απόδοση 8% για έναν χρόνο. · Οι διαπραγματεύσεις εκ μέρους της Ενάγουσας γίνονταν αποκλειστικά από τον Λ. Παναγιωτίδη και τον Γ. Χατζηπιερή (Νομικό Σύμβουλο της Ενάγουσας) ενώ για την Εναγόμενη 1 ενεργούσε ο Μ.Υ.1. Αυτές κατέληξαν στην υπογραφή του Τεκμηρίου 6. · Με την υπογραφή του Τεκμηρίου 6 ο Λ. Παναγιωτίδης ενημέρωσε την Εναγόμενη 1 ότι η Ενάγουσα επιθυμούσε να εκχωρήσει τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απέρρεαν από το Τεκμήριο 6 σε τρίτο νομικό πρόσωπο, την Εταιρεία Starcloud Investment Ltd και χρειαζόταν την συνυπογραφή της Εναγόμενης 1. · O M.Y.1 απαίτησε, ως προϋπόθεση για τη συναίνεση της Εναγόμενης 1 στην εκχώρηση, την προσωπική εγγύηση του Λ. Παναγιωτίδη ότι θα τηρηθούν οι υποχρεώσεις που απέρρεαν από το Τεκμήριο 6 και ότι, σε περίπτωση που η εταιρεία στην οποία εκχωρούνταν τα δικαιώματα του Τεκμηρίου 6 δεν τηρούσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις, η Ενάγουσα θα παρέμενε υπόλογη σύμφωνα με την αρχική δέσμευσή της στη βάση του Τεκμηρίου 6. Οι απαιτήσεις της Εναγόμενης 1 έγιναν αποδεκτές και υπεγράφη το Τεκμήριο 7 από την Ενάγουσα, την Εναγόμενη 1, τη Starcloud Investment Ltd και τον Λ. Παναγιωτίδη. · Η Εναγόμενη 1 με τις επιστολές των Τεκμηρίων 8Α και 8Β επιχείρησε να εξασκήσει τα δικαιώματά της που απέρρεαν από τα Τεκμήρια 6 και 7, ήτοι το δικαίωμα πώλησης μετοχών χωρίς, ωστόσο, αποτέλεσμα εφόσον η Starcloud Investment Ltd δεν συμμορφώθηκε. · Μετά πάροδο περίπου δύο ετών και κατόπιν συνεχών πιέσεων του Μ.Υ.1 προς τον Λ. Παναγιωτίδη για την τήρηση των όρων του Τεκμηρίου 7, ο Λ. Παναγιωτίδης του παρέδωσε τις επιταγές της Ενάγουσας ημερ. 25/10/2004 (Τεκμήριο Α1 προς αναγνώριση) και ημερ. 22/11/2004 (Τεκμήριο Α2 προς αναγνώριση, αντίστοιχα) και η Εναγόμενη 1 εξέδωσε σχετικές αποδείξεις για τα ποσά που παρέλαβε. · Με την επιταγή 25/10/2004 η Εναγόμενη 1 είχε ανοίξει τον επίδικο λογαριασμό με αρ. 6315 και με την επιταγή ημερ. 22/11/2004 τον λογαριασμό υπ' αρ. 6321. Την ίδια περίοδο ο Λ. Παναγιωτίδης είχε υπογράψει εκ μέρους της Ενάγουσας τα Τεκμήρια 10 και 11 (ημερ. 3/1/04 και 16/11/04, αντίστοιχα). · Με την επιστολή του Μ.Υ.1 ημερ. 4/1/2009 προς τον Οικονομικό Διευθυντή της Εναγόμενης 2 (Τεκμήριο 17), ο ΜΥ1 εξάσκησε τα δικαιώματα που απέρρεαν από τα Τεκμήρια 10 και 11 για συμψηφισμό προς εξόφληση μέρους των υποχρεώσεων που απέρρεαν από τα Τεκμήρια 6 και 7. · Ο Λ. Παναγιωτίδης ήταν μεγαλομέτοχος και Διευθυντής της Ενάγουσας και υπέγραφε όλα τα σχετικά έγγραφα και παρουσιαζόταν ότι είχε την εξουσιοδότηση και έγκριση ως Διοικητικός Σύμβουλος. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με προσοχή τους μάρτυρες, η μαρτυρία των οποίων αξιολογήθηκε με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία, καθοδηγούμενο από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία τα οποία κατά περίπτωση θα αναφερθούν πιο κάτω. Γενικά το Δικαστήριο έχει αξιολογήσει τη μαρτυρία στο σύνολο της και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και σε καμία περίπτωση μικροσκοπικά ή αποσπασματικά[1] με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό[2]. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας έγινε έχοντας υπόψη όχι μόνο το σύνολο της μαρτυρίας που δόθηκε τόσο για την πλευρά της Ενάγουσας όσο και για την Υπεράσπιση αλλά και όλες τις εισηγήσεις της Υπεράσπισης. Θα πρέπει να σημειώσω εξαρχής ότι σημαντικό μέρος από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση και/ή έχει παραμείνει αναντίλεκτο. Έχοντας δε υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας το Δικαστήριο κρίνει ότι θα εξυπηρετούσε καλύτερα τις ανάγκες της υπόθεσης η θεματική παράθεση με βάση τα επίδικα της υπόθεσης ζητήματα με παράλληλη αξιολόγηση προς εξακρίβωση τυχόν αμφισβητουμένων γεγονότων. Επί του παρόντος περιορίζομαι σε μια γενική αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσφέρθηκε και των δύο μαρτύρων που έχουν καταθέσει, ένας από κάθε πλευρά. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 λέω ότι ήταν σαφής και θετική. Μου έδωσε ξεκάθαρα την εικόνα αξιόπιστου μάρτυρα ο οποίος προσπάθησε έντιμα να παραθέσει με ειλικρίνεια τη δική του γνώση για την υπόθεση. Δεν παραγνωρίζω ότι η γνώση του βασίστηκε, κυρίως, στα Τεκμήρια που παρουσίασε και το ότι ο ίδιος δεν ήταν εμπλεκόμενος στις Συμφωνίες Τεκμήρια 6 και 7 ή στις εγγυητικές Τεκμήρια 10 και 11 όταν δόθηκαν από τον Λ. Παναγιωτίδη. Αντεξεταζόμενος, ωστόσο, έδωσε άμεσες και πειστικές απαντήσεις σε ό,τι ρωτήθηκε και μπορούσε να είναι σημαντικό στην παρούσα υπόθεση. Για παράδειγμα αντεξεταζόμενος σε σχέση με το θέμα των εξουσιοδοτήσεων ο Μ.Ε.1 εξήγησε με σαφήνεια και κατατοπιστικά ότι το κάθε έγγραφο συμφωνίας που αφορά σε νομική οντότητα πρέπει να εξετάζεται κατά το χρόνο που υπογράφεται και τίθεται σε ισχύ. Όπως δε ξεκαθάρισε, δεν συνεπάγεται ότι μια εξουσιοδότηση που υπήρχε το 2001 θα εξακολουθούσε να ισχύει το 2004 ιδιαίτερα στην περίπτωση όπου το υπό εξέταση έγγραφο αφορά σε νομικές οντότητες και μάλιστα δημόσιες εταιρείες. Δεν έχω δε διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από τον Μ.Ε.1 αλλοίωσης γεγονότων ή υπερβολής στις θέσεις και τοποθετήσεις του. Ο Μ.Υ.1, σε αντίθεση με τον Μ.Ε.1, ήταν εμπλεκόμενος στις Συμφωνίες Τεκμήρια 6 και 7 και στην υπογραφή των Τεκμηρίων 10 και 11 με τον Λ. Παναγιωτίδη. Παρά το γεγονός αυτό, ήταν εμφανής η προσπάθεια του να ερμηνεύσει με τον τρόπο που επιθυμούσε τους όρους της Συμφωνίας Τεκμήριο 7 τονίζοντας μάλιστα ότι ο ίδιος πίστευε, έστω και χωρίς να έχει τύχει νομικής συμβουλής ή να είναι ο ίδιος νομικός, ότι είχε καλή αντίληψη του τι υπέγραφε. Σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, υπήρχαν αντιφάσεις και αυτοαναιρέσεις, ενώ σε κάποια άλλα δεν μπόρεσε να δώσει πειστικές απαντήσεις. Γεγονότα τα οποία αποτελούν κοινό έδαφος και/ή δεν έχουν αμφισβητηθεί Εν πρώτοις κρίνεται σκόπιμο όπως παρατεθούν στο σημείο αυτό εκείνα τα γεγονότα τα οποία αποτέλεσαν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων και/ή δεν έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης. Αυτά έχουν ως ακολούθως: · Η Ενάγουσα είναι Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Προηγουμένως ονομαζόταν Λαϊκή Επενδυτική ΕΠΕΥ Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ και στη συνέχεια ονομάστηκε σε Marfin CLR Public Co Limited. · Η Εταιρεία CLR Capital Public Limited (προηγουμένως CLR Capital Limited) διαλύθηκε χωρίς εκκαθάριση στις 8/1/2009 λόγω συγχώνευσής της με την Ενάγουσα σύμφωνα με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 12/12/2008 και όλες οι εργασίες, δικαιώματα και υποχρέωσες της CLR Capital Public Limited μεταφέρθηκαν και αναλήφθησαν από την Ενάγουσα. · Προηγουμένως η CLR Capital Limited ονομαζόταν CLR Financial Services Ltd. · Από τον Ιούλιο του 2012 η Ενάγουσα έφερε το όνoμα Laiki Capital Public Limited. · Από τον Αύγουστο του 2015 η Ενάγουσα φέρει το όνομα LCP Holdings & Investments Public Limited. · Η Εναγόμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Προηγουμένως ονομαζόταν Euroinvestment & Finance Limited και στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Euroinvestment & Finance Public Limited. · Η Εναγόμενη 2 είναι Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές εγγεγραμμένη στην Κύπρο και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με τη διεξαγωγή τραπεζικών και άλλων συναφών εργασιών. · Δυνάμει διευθετήσεων μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Εναγόμενης 2 και συγκεκριμένα με βάση τον περί Μεταβιβάσεως Τραπεζικών Εργασιών Νόμο, η Εναγόμενη 2 ανέλαβε τις εργασίες της Εναγόμενης 1 περιλαμβανομένων και των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έναντι της Ενάγουσας σε σχέση με τις καταθέσεις της τελευταίας στην Εναγόμενη 1 με αριθμούς FN6315 και FN6321. · Στις 7/11/2000 μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 υπεγράφη Συμφωνία Προαίρεσης (Call Option) για την αγορά μετοχών της CLR Investment Fund Limited (Τεκμήριο 6). · Στις 30/11/2000 μεταξύ της Ενάγουσας και της Starcloud Investment Limited υπεγράφη Συμφωνία για εκχώρηση από την Ενάγουσα των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών της που πηγάζουν από τη Συμφωνία ημερ. 7/11/2000 με αντίστοιχη ανάληψη αυτών των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων από τη Starcloud υπό την εγγύηση του Λ. Παναγιωτίδη. · Η Ενάγουσα διατηρούσε καταθέσεις με την Εναγόμενη 1 στους λογαριασμούς με αριθμούς FN6315 και FN6321. Τα πρωτότυπα πιστοποιητικά κατάθεσης τακτής προθεσμίας ημερ. 27/10/2004 για το ποσό των Λ.Κ.150.000 και ημερ. 16/11/2004 για το ποσό των Λ.Κ.125.000 τα οποία έληγαν έναν χρόνο μετά από κάθε κατάθεση, αντίστοιχα, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 9Α και 9Β. · Στις 29/10/2008 και 17/11/2008 οι πιο πάνω καταθέσεις τακτής προθεσμίας στους επίδικους λογαριασμούς παρουσίαζαν τα ακόλουθα πιστωτικά υπόλοιπα: Αρ. λογαριασμού Ημερομηνία Πιστωτικό υπόλοιπο (
  2. i)FN6315 29/10/2008 €307.890,44 (
  3. ii)FN6321 17/11/2008 €256.355,67 ► Συμφωνία Εκχώρησης - Τεκμήριο 7 Ένα από τα επίδικα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση είναι η ερμηνεία και οι συνέπειες που η Συμφωνία Εκχώρησης, Τεκμήριο 7, επέφερε στις συναλλαγές των μερών. Η εκδοχή της Ενάγουσας μέσω του Μ.Ε.1 ήταν ότι μέσω του Τεκμηρίου 7 η Ενάγουσα είχε εκχωρήσει όλα τα συμφέρονται και υποχρεώσεις της που πήγαζαν από τη Συμφωνία Δικαιώματος Προαίρεσης Αγοράς Μετοχών ημερ. 7/11/2000, Τεκμήριο 6, σε τρίτη εταιρεία και συγκεκριμένα στη Starcloud Investment Limited με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να απαλλαγεί οριστικά, όπως τέθηκε στη μαρτυρία του Μ.Ε.1, από οποιεσδήποτε υποχρεώσεις προς την Εναγόμενη 1 ή προς την Εναγόμενη 2 που πηγάζουν από τη Συμφωνία ημερ. 7/11/200 (Τεκμήριο 6) και όλες οι εν λόγω υποχρεώσεις και δικαιώματα να αναληφθούν από την εταιρεία Starcloud Investment Limited. Αντίθετη ήταν η εκδοχή της πλευράς των Εναγομένων όπως προωθήθηκε από τον Μ.Υ.1 η οποία θεωρεί ότι, με βάση το Τεκμήριο 7, η Ενάγουσα ουδέποτε αποδεσμεύτηκε από τη Συμφωνία Προαίρεσης για την αγορά των μετοχών και ότι, αν δεν τηρούνταν τα όσα είχαν συμφωνηθεί με τη Starcloud, τότε η Εναγόμενη 1 μπορούσε να στραφεί στην Ενάγουσα. Χαρακτηριστικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 κατά το στάδιο της αντεξέτασης (σελ. 8-10 των πρακτικών ημερ. 6/2/2020): E. Διαβάστε τώρα τι έχετε πει στην παράγραφο 6 ότι αν δεν τηρήσει τις υποχρεώσεις της πάμε πίσω στην Ενάγουσα, γιατί αυτό λέτε στην παράγραφο 6, (διαβάζει) "η Ενάγουσα θα παρέμενε...Τεκμηρίου 6", από πού προκύπτει αυτό από το Τεκμήριο 7; A. Η δική μου κατανόηση εδώ είναι ότι εμείς λέγαμε, αυτοί ζητούσαν να καταχωρηθεί συμφωνία, να αποδεσμευτεί η CLR FINANCIAL SERVICES και να υποκατασταθεί από τη STARCLOUD, εμείς δεν είμαστε διατεθειμένοι να το κάνουμε αυτό διότι η CLR FINANCIAL SERVICES ήταν ένας πολύ πιο ισχυρός οργανισμός, πολύ πιο μεγάλος και εισηγμένος τότε και εμείς είπαμε ότι θα σας δώσουμε, αποδεχόμαστε την εκχώρηση μόνο υπό προϋποθέσεις και η προϋπόθεση είναι ότι η STARCLOUD θα τηρήσει την υποχρέωση της. E. Λέτε στην παράγραφο 6 ότι απαιτήσατε αυτά τα πράγματα, δηλαδή προσωπική εγγύηση του Παναγιωτίδη ότι σε περίπτωση που η STARCLOUD δεν τηρήσει τις υποχρεώσεις της να πάτε πίσω στην Ενάγουσα αλλά και απαίτηση σας τουλάχιστον το δεύτερο κομμάτι, το δικαίωμα σας να μπορείτε να αποταθείτε στην Ενάγουσα δεν έχει αποτυπωθεί στο Τεκμήριο 7, στη Συμφωνία Εκχώρησης, το αντίθετο μάλιστα, έρχεστε και υπογράφετε και λέτε ότι η STARCLOUD στη δεύτερη σελίδα, ως να ήταν το αρχικό μέρος της συμφωνίας, σαν να μην υπήρχε Ενάγουσα και εξ' αρχής είχε μπει η STARCLOUD. A. Δεν συμφωνώ μαζί σας, νομίζω είναι σαφές ότι είπαμε ότι αποδεχόμαστε εκχώρηση μόνο υπό προϋποθέσεις. E. Ποιες προϋποθέσεις; A. Μια από τις προϋποθέσεις είναι ότι η STARCLOUD θα τηρήσει τις υποχρεώσεις της προς εμάς και, αν δεν τηρήσει τις υποχρεώσεις της προς εμάς, τότε δεν αποδεχόμαστε την εκχώρηση. Δεν είμαι νομικός αλλά εγώ έτσι το διαβάζω. E. Σας υποβάλλω ότι τούτο το οποίο λέτε στην παράγραφο 6, ειδικά για το δικαίωμα σας να στραφείτε πίσω στην Ενάγουσα είναι υστερόβουλες δικές σας σκέψεις που δεν πηγάζουν από το κείμενο του Τεκμηρίου 7 που υπογράψετε και αποδεχθήκατε. A. Τι είναι υστερόβουλες; E. Σκέψεις δικές σας. A. Ποιο; E. Αυτό που λέτε στη δήλωση σας ότι σε περίπτωση που δεν συμμορφωνόταν ή η STARCLOUD δεν τηρούσε τη Συμφωνία θα ήταν δεσμευμένη, θα παρέμενε λέτε η Ενάγουσα υπόλογη σύμφωνα με την αρχική της δέσμευση. A. Δεν υπάρχει καμιά υστεροβουλία, αντιθέτως το όλο Τεκμήριο 7 και η συζήτηση και διαπραγμάτευση που έγινε με τον Λάμπρο Παναγιωτίδη ήταν ότι εμείς δεν είμαστε διατεθειμένοι να επιτρέψουμε την εκχώρηση παρά μόνο υπό συγκεκριμένους όρους που ήταν ότι θα μας πληρώσει η STARCLOUD, εννοώ να τηρήσει τις υποχρεώσεις της με 8% και 20% απόδοση, αν δεν το τηρούσε για μας παρέμενε υπόλογη η CLR, γι΄ αυτό υπάρχει αυτή η ρητή παράγραφος στο τέλος που δεν ήταν μέρος του κειμένου, που είχαν ετοιμάσει τότε και ζητούσαν την υπογραφή μας. Εμείς είπαμε μόνο με αυτόν τον ρητό περιορισμό και προϋποθέσεις θα δεχόμαστε να σας διευκολύνουμε να κάνετε αυτό που θέλετε και ο λόγος διότι υπήρχε αντισυμβαλλόμενη η CLR, πελώρια εταιρεία εισηγμένη με ισολογισμούς, ξέραμε την οικονομική της κατάσταση, γι΄ αυτό επενδύσαμε διότι θεωρήσαμε ότι για 1 χρόνο που ήταν η Συμφωνία οι πιθανότητες να μην μπορέσει να τηρήσει τις υποχρεώσεις της ήταν περιορισμένες, ενώ η εταιρεία STARCLOUD ήταν κάτι άγνωστο για μας. ............................................. A. Εμείς είχαμε το δικαίωμα να πωλήσουμε στην STARCLOUD και αν η STARCLOUD δεν τηρούσε τις υποχρεώσεις της, να τις πάρει τις μετοχές δηλαδή και να πληρώσει, τότε, κατά τη δική μας αντίληψη, σύμφωνα με το Τεκμήριο 7 αναβίωνε η υποχρέωση της CLR να αγοράσει αυτές τις μετοχές και να μας πληρώσει. E. Σας υποβάλλω ότι η θέση σας αυτή είναι εσφαλμένη. A. Διαφωνώ............... (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το υπό εξέταση ζήτημα, ωστόσο, αφορά στον τρόπο ερμηνείας της Συμφωνίας, Τεκμήριο 7, λαμβάνοντας βεβαίως υπόψη το περιεχόμενό της. Η ερμηνεία των όρων ενός εγγράφου μιας συμφωνίας, αποτελεί νομικό ζήτημα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου[3], ευχέρεια η οποία πρέπει να αποσκοπεί στην εξεύρεση των πραγματικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Όπως έχει νομολογηθεί, η ερμηνεία εγγράφου αποσκοπεί στην εξακρίβωση του νοήματος που προσλαμβάνουν οι λέξεις που έχουν χρησιμοποιηθεί, εφόσον αυτές οι λέξεις εκλαμβάνεται ότι αποδίδουν και αποκαλύπτουν τις προθέσεις των μερών. Ο σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο. Η σημασία της φρασεολογίας που ενσωματώθηκε στην επίδικη σύμβαση και ειδικότερα το ότι αυτή υπερισχύει έναντι τυχόν διαφορετικών προθέσεων που τα μέρη είχαν αλλά δεν εξωτερίκευσαν, υπογραμμίστηκε στην Αγγλική υπόθεση Monypenny ν. Monypenny

(1861)9 H.L.C. 114, η οποία υιοθετήθηκε στην δική μας υπόθεση Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1Α Α.Α.Δ. 168, 173. Λέχθηκε εκεί ότι: "The question is not what the parties to a deed may have intended to do by entering into that deed, but what is the meaning of the words used in that deed: a most important distinction in all cases of construction and the disregard of which often leads to erroneous conclusions". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως πολύ εύγλωττα καταγράφεται στο Σύγγραμμα «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» του Π. Γ. Πολυβίου Τόμος Β, σελ. 464, «σημασία έχει όχι η υποκειμενική αντίληψη ή πρόθεση είτε του ενός συμβαλλομένου είτε του άλλου, αλλά η αντικειμενική εντύπωση που προσφέρεται και αποκομίζεται από τον αντικειμενικό άνθρωπο, είτε αυτός είναι ο αποδέκτης της πρότασης είτε ο μέσος συνετός άνθρωπος, που γνωρίζει όμως τα γεγονότα και το πλαίσιο της υπό διαπραγμάτευση Σύμβασης». Κατά συνέπεια, στο χώρο της ερμηνείας συμβάσεων και εγγράφων αυτό που έχει σημασία είναι όχι το τι πραγματικά εννοούσαν τα μέρη, αλλά η σημασία των λέξεων όπως γίνεται αντιληπτή από τον μέσο συνετό πολίτη (με βάση αντικειμενικά κριτήρια, λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων). Επιπλέον η έμφαση στο ίδιο το περιεχόμενο μιας συμφωνίας και ο αποκλεισμός στην εξωγενή μαρτυρία όπως, υπεδείχθη στην υπόθεση Χατζηστυλλή ν. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 989, «αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές». Όπως συναφώς τονίσθηκε στην υπόθεση Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου (ανωτέρω): «Εξωγενής μαρτυρία για τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών δεν είναι αποδεχτή. Δεν είναι επιτρεπτή η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη ότι υποκειμενικές προθέσεις των μερών δεν είναι σύμφωνες με τις ειδικές εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν στο έγγραφο. (Βλ. Mavrou ν. Theodorou
(1984)1 C.L.R. 635.) Η ερμηνεία ενός εγγράφου αποτελεί αποκλειστικό έργο του Δικαστηρίου και όχι, ασφαλώς, ζήτημα υποκειμενικής αντίληψης που οι διάδικοι σχηματίζουν σε σχέση με αυτό. Κατά συνέπεια η όποια προσπάθεια των μαρτύρων που παρουσιάστηκαν από κάθε πλευρά να ερμηνεύσει την Συμφωνία Τεκμήριο 7 δεν έχει σημασία ούτε και εξυπηρετεί σε οτιδήποτε η αναφορά στο τι ανέφερε είτε ο Μ.Ε.1 είτε ο Μ.Υ.1 αναφορικά με την δική τους αντίληψη για τον τρόπο ερμηνείας της Συμφωνίας. Το Δικαστήριο προσπαθώντας να ερμηνεύσει ένα έγγραφο καθοδηγείται από τις καθιερωμένες αρχές ερμηνείας[4]. Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου μιας Συμφωνίας αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων της Συμφωνίας. Στην υπόθεση Amethyst Distributors Ltd v. Ιεράς Μονής Κύκκου
(2011)1 Α.Α.Δ. 199 λέχθηκαν τα εξής: «Είναι φανερό ότι η έφεση αφορά στην ερμηνεία των όρων της επίδικης σύμβασης. Πρόκειται για νομικό θέμα για το οποίο το δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια. Σκοπός είναι η εξεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των συμβαλλομένων. Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία μιας σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δεν χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. Οι ερμηνευτικοί κανόνες χρησιμοποιούνται μόνο όταν το νόημα ενός όρου, είναι ασαφές (Pell Frischmann Consultants Ltd v. Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ. 33, 44). Όπου επιχειρείται ερμηνεία όρων της σύμβασης, το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της σύμβασης στον μέσο λογικό άνθρωπο[5])». Στην υπόθεση Τρύφωνας Χαραλάμπους κ.α. ν. Liberty Life Insurance Public Company Limited
(2011)1 Α.Α.Δ. τονίσθηκε ότι οδηγός για την ερμηνεία των προνοιών ενός εγγράφου είναι η γραμματική έννοια της λέξης ή φράσης που χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο που απαιτείται, κρινόμενη πάντα υπό το πρίσμα των σκοπών της συμφωνίας όπως αυτοί αποκαλύπτονται από τη Συμφωνία στο σύνολο της. Στην ίδια υπόθεση τονίστηκε, επίσης, ότι για να εξευρεθεί το νόημα των διαφόρων όρων που περιλαμβάνει μια Σύμβαση το έγγραφο πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και με συμμετρικότητα, έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος να δημιουργηθεί δυσαρμονία στην εξήγηση των όρων η οποία δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών[6]. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Limited v. Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λτδ (Αρ.2)
(1998)1 Α.Α.Δ. 2335: «Οδηγό για την ερμηνεία συμβατικών όρων αποτελεί το κείμενό τους, ορώμενο, όχι απομονωμένο, αλλά στο πλαίσιο της συμφωνίας στην οποία απαντάται. Όπως υποδείξαμε στην πρόσφατη απόφασή μας, στη Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ,
(1998)1 Α.Α.Δ. 407, το κείμενο συμβατικής πρόνοιας, όπως εντάσσεται στο πλαίσιο της συμφωνίας, αποτελεί το θεμελιακό κανόνα ερμηνείας των συμβάσεων. Το κριτήριο, όπως επισημάναμε:- " ... . είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Mαρτυρία που αναφέρεται στους υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectification). (Βλ. ICS v. West Bromwich BS [1998] 1 All E.R. 98 (HL)). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ' αυτόν, για τα συμφωνηθέντα." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των δύο πλευρών διαπιστώνονται από το ίδιο το κείμενο μιας συμφωνίας. Πάγια ερμηνευτική αρχή είναι ότι η πρόθεση των μερών εξάγεται από τη γλωσσική αποτύπωση μιας συμφωνίας, δηλ. των σκέψεων τους που για το σκοπό αυτό εξετάζεται συνολικά. Επαναλαμβάνω. Σκοπός της ερμηνείας εγγράφου είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο. Ως εκ τούτου, η ερμηνεία πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Πολύφημος Χοτέλς Λτδ ν. Γεώργιου Ν. Μούτση
(2000)1 Α.Α.Δ 1809 στις σελ. 1815-1816: «Ένας βασικός κανόνας ερμηνείας ενός εγγράφου είναι ότι οι λέξεις που χρησιμοποιούνται πρέπει να ερμηνεύονται κατά γράμμα (literal meaning), όπως είναι γενικά κατανοητές (Robertson v. French [1803] 4 East 130). Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Beard v. Moira Colliery Co. ([1915] 1 Ch. 257), «Στην ερμηνεία ενός εγγράφου πρέπει να αποδίδεται σε συνηθισμένες λέξεις η απλή και συνηθισμένη ερμηνεία τους.» Όπως προκύπτει το Τεκμήριο 7, δεν είναι τίποτε από άλλο μια ανέκκλητη εκχώρηση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Ενάγουσας προς τη Starcloud που παρέμενε πλέον το μόνο πρόσωπο που είχε αναλάβει τις υποχρεώσεις και δικαιώματα της Ενάγουσας όπως αυτά απέρρεαν από τη Συμφωνία, Τεκμήριο
  1. Η φράση που απαντάται στο τέλος του Τεκμηρίου 7 το «ως εάν η Starcloud Investment Limited ήταν αρχικό μέρος της συμφωνίας ημερ. 7/11/2000» είναι πλήρως αποκαλυπτική των συνεπειών που είχε η Συμφωνία Τεκμήριο 7[7]. Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι στη νομοθεσία της Κύπρου παρά την απουσία διατάξεων ρυθμιστικών της εκχώρησης, εντούτοις η εκχώρηση και μεταβίβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (assignment) αναγνωρίζεται από το δίκαιό μας. Όπως είναι νομολογημένο από τη στιγμή που ο εκχωρητής (assignor) εκχωρεί τα δικαιώματά του στον εκδοχέα (assignee) αποξενώνεται αυτών των δικαιωμάτων τα οποία και περιέρχονται αυτούσια στον εκδοχέα[8]. Εξέταση λοιπόν του Τεκμηρίου 7 αβίαστα αποκαλύπτει ότι υπήρξε απόλυτη εκχώρηση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Ενάγουσας που απέρρεαν από τη Συμφωνία Τεκμήριο 6 προς τρίτο νομικό πρόσωπο, ήτοι την Starcloud. Να πω και κάτι άλλο. Η ίδια η συμπεριφορά που η Εναγόμενη 1 επέδειξε στη συνέχεια ακριβώς διαψεύδει τα όσα ο Μ.Υ.1 προσπάθησε στη μαρτυρία του να προωθήσει ότι, δηλ. η Ενάγουσα δεν είχε στην πραγματικότητα αποδεσμευτεί από την Συμφωνία Προαίρεσης για την αγορά των μετοχών και ότι, αν δεν τηρούνταν τα όσα συμφωνήθηκαν με την Starcloud, τότε η Ενάγουσα θα παρέμενε υπόλογη και η Εναγόμενη 1 θα μπορούσε να στραφεί σε αυτή για να αγοράσει τις μετοχές και να πληρώσει την Εναγόμενη
  2. Δεν είναι, λοιπόν, άνευ σημασίας το γεγονός ότι οι ειδοποιήσεις για την εξαγορά των μετοχών, Τεκμήρια 8Α και 8Β, είχαν σταλεί από την Εναγόμενη 1 προς την Starcloud με κοινοποίηση στον Λ. Παναγιωτίδη (υπό την ιδιότητα του εγγυητή της Starcloud) και όχι προς την Ενάγουσα. Η εν λόγω συμπεριφορά της Εναγόμενης 1 ξεκάθαρα, κατά την κρίση μου, αποδεικνύει ότι και η Εναγόμενη 1, παρά τα όσα διατείνεται ο Μ.Υ.1 μέσω της μαρτυρίας που προσκόμισε, ακριβώς θεωρούσε ότι, μετά την σύναψη της Συμφωνίας Τεκμήριο 7, η ίδια είχε να κάνει πλέον με την Starcloud και τον Λ. Παναγιωτίδη, υπό την ιδιότητα του εγγυητή της Starcloud, και όχι με την Ενάγουσα. Στο ερώτημα γιατί τις εν λόγω επιστολές δεν τις είχε αποτείνει και στην Ενάγουσα παρά μόνο στην Starcloud και στον Λ. Παναγιωτίδη, η απάντηση του Μ.Υ.1 ότι δεν είχε λόγο να πιστεύει ότι η Starcloud δεν θα τηρούσε την υποχρέωση της και ότι θα απευθύνετο στην Ενάγουσα μόνο αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, δεν έπεισε. Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι, ενώ ο Μ.Υ.1 ερωτήθηκε αν τέτοια επιστολή στάλθηκε καθ΄οιονδήποτε χρόνο προς την Ενάγουσα, ουδεμία τέτοια επιστολή παρουσίασε. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την αντεξέταση του Μ.Υ.1 σχετικά με το υπό εξέταση ζήτημα: E. Μπορείτε να μου εξηγήσετε, αφού ήταν αυτή η δική σας αντίληψη και έχει αποτυπωθεί γιατί τις επιστολές τις επόμενες, δηλαδή τα Τεκμήρια 8Α και 8Β τα αποστέλλατε προς την STARCLOUD και προς τον κύριο Παναγιωτίδη εγγυητή της STARCLOUD και όχι προς την Ενάγουσα, την CLR FINANCIAL SERVICES LTD τότε αφού η αντίληψη η δική σας ήταν ότι αν δεν πληρώσει η STARCLOUD θα πάμε πίσω στη CLR; Γιατί αυτές τις επιστολές τις αποτείνατε σε αυτούς τους δύο και όχι και στην Ενάγουσα; A. Διότι δεν είχα γνώση ότι η STARCLOUD δεν είχε, δεν γνώριζα αν η STARCLOUD, δεν είχα λόγο να πιστεύω ότι δεν θα τηρήσει την υποχρέωση της. Τη βασική υποχρέωση την είχε η STARCLOUD. Η CLR θα είχε υποχρέωση μόνο αν δεν τηρούσε την υποχρέωση της, γι' αυτό απευθύναμε πρώτα στη STARCLOUD. E. Αποταθήκατε και στη CLR με αντίστοιχες επιστολές; A. Όχι διότι θα έπρεπε να απευθυνθούμε σίγουρα αν η STARCLOUD δεν τηρούσε τις υποχρεώσεις της και δεν της δίναμε παράταση. E. Φτάσετε μέχρι το '89, συμψηφίσατε λογαριασμούς και από το 2000 μέχρι το 2009 δεν μπήκατε στον κόπο αφού η αντίληψη σας ήταν ότι μπορούμε να πάμε πίσω στην αρχική Συμφωνία και αφού η αντίληψη σας ήταν ότι η Συμφωνία με βάση το Τεκμήριο 7 μπορούσαμε να πάμε πίσω στη CLR FINANCIAL SERVICES LTD και δεν μπήκετε στον κόπο να στείλετε μια επιστολή ‑‑ A. Συγγνώμη αλλά νομίζω ότι δεν περιγράφετε πλήρως όλα τα γεγονότα όπως είχαν γίνει. Αν θέλετε μπορώ να σας τα αναφέρω. E. Έχετε κύριε Σαββίδη οποιαδήποτε επιστολή από το 2000 μέχρι το 2009 που αποτείνεται η Εναγόμενη 1 προς την Ενάγουσα και να της λέει ότι πρέπει να τηρήσεις τη συμφωνία εκείνη αφού η STARCLOUD δεν έχει συμμορφωθεί και εγώ έχω δικαίωμα να στρέφομαι εναντίον σου; A. Μην ξεχνάτε ότι είχαμε κατάθεση δεσμευμένη από τη CLR, το πρόβλημα το είχε η CLR, όχι εμείς. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η εν λόγω θέση, ήτοι για την μη ύπαρξη οποιασδήποτε επιστολής που να απευθύνεται στην Ενάγουσα, υποστηρίχθηκε με πειστικότητα και από τον Μ.Ε.1 ότι, δηλαδή, μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 7 και την εκχώρηση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε τρίτο μέρος δεν υπήρξε οποιαδήποτε ειδοποίηση από την Εναγομένη 1 προς την Ενάγουσα με την οποία η Εναγόμενη 1 να ειδοποιεί την Ενάγουσα για οποιεσδήποτε υποχρεώσεις απορρέουν από την Συμφωνία Τεκμήριο 6 και/ή να ζητήσει την εκτέλεση οποιωνδήποτε όρων και υποχρεώσεων που απέρρεαν από την εν λόγω Συμφωνία Τεκμήριο 6[9]. Η όποια προσπάθεια της Υπεράσπισης να παρουσιάσει ότι η κοινοποίηση των Τεκμηρίων 8Α και 8Β στον νομικό Χατζηπιερή, ο οποίος διετέλεσε για κάποιο χρονικό διάστημα νομικός Σύμβουλος της Ενάγουσας, ουσιαστικά θεωρείται ότι αποτελεί κοινοποίηση στην Ενάγουσα, ελλείψει οποιασδήποτε μαρτυρίας είτε ότι δέσμευε την Ενάγουσα είτε ότι είχε ουσιαστική εμπλοκή στα επίδικα γεγονότα, έπεσε στο κενό. Ούτε διαφαίνεται να έχει οποιαδήποτε σημασία το αν η Ενάγουσα και η Starcloud χρησιμοποιούσαν την ίδια διεύθυνση για την αλληλογραφία τους. Εν πάση περιπτώσει, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω με παραπομπή στα πρακτικά, η απάντηση του Μ.Υ.1 κατά την αντεξέταση όταν ρωτήθηκε αν η Εναγόμενη 1 είχε αποταθεί στην Ενάγουσα με ανάλογες επιστολές όπως τα Τεκμήρια 8Α και 8Β ήταν αρνητική. ► Οι Καταθέσεις Τακτής Προθεσμίας - Τεκμήρια 9A και 9Β - Η κατάθεση των Λ.Κ.200.000 της CLR Stockbrokers Ltd Η εκδοχή των Εναγομένων αναφορικά με το πιο θέμα, μέσω του Μ.Υ.1, είναι, βασικά, η ακόλουθη: → Μετά την άσκηση από την Εναγόμενη 1 του δικαιώματος πώλησης μετοχών μέσω της αποστολής της επιστολής Τεκμήριο 8Α ο Λ. Παναγιωτίδης ζήτησε μία χρονική παράταση μέχρι τις 31/1/2002 για την καταβολή του ποσού προς την Εναγόμενη
  3. → Για να μπορέσει να συναινέσει η Εναγόμενη 1 στην πιο πάνω παράταση ο Λ. Παναγιωτίδης είχε προηγουμένως καταθέσει στις 7/11/2001 το ποσό των Λ.Κ. 200.000 εκ μέρους της εταιρείας CLR StockBrokers Ltd. → H προθεσμία που είχε δοθεί από την Εναγόμενη 1 πέρασε χωρίς η Starcloud να συμμορφωθεί. → Δύο χρόνια μετά ήρθε ο Λ. Παναγιωτίδης εκ μέρους της Ενάγουσας και με σκοπό την τήρηση των όρων του Τεκμηρίου 7 παρέδωσε τις επιταγές των ποσών για Λ.Κ. 125.000 και Λ.Κ.150.000 (Τεκμήρια 18Α και 18Β) οπόταν και ανοίχτηκαν οι επίδικοι λογαριασμοί τακτής προθεσμίας Τεκμήρια 9Α και 9Β. → Με την κατάθεση των πιο πάνω δύο ποσών η Εναγόμενη 1 αποδέσμευσε το ποσό των Λ.Κ. 200.000 προς όφελος της εταιρείας CLR StockBrokers Ltd Εν ολίγοις η εκδοχή των Εναγομένων είναι ότι οι καταθέσεις των Λ.Κ.125.000 (Τεκμήριο 9Α) και Λ.Κ.150.000 (Τεκμήριο 9Β) έγιναν από την Ενάγουσα ως εξασφάλιση για την τήρηση των Συμφωνιών Τεκμήρια 6 και
  4. Σε ό,τι αφορά αυτό το ζήτημα αντεξεταζόμενος ο Μ.Υ.1 δεν μπόρεσε να δώσει σαφείς και πειστικές απαντήσεις. Αντίθετα, σε ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του υπήρξε αντιφατικός και ανακόλουθος. Ενώ παρουσίαζε ο ίδιος ως Τεκμήριο 15 κατάσταση λογαριασμού της Εναγόμενης 1 η οποία αναφέρετο στον λογαριασμό με αρ. FO1CLR02 με δικαιούχο την CLR Strockbrokers Limited όπου υπήρξε στις 7/11/2001 μία κατάθεση ύψους Λ.Κ.200.000, αρχικά και όταν ρωτήθηκε σχετικά δεν ήτο σε θέση να επεξηγήσει τη μεταφορά (transfer to) στον λογαριασμό XXXXXZZ01 ή να αναφέρει τον παραλήπτη αυτής της μεταφοράς. Στη συνέχεια και με έκδηλη την έλλειψη βεβαιότητας ανέφερε ότι ο εν λόγω λογαριασμός στον οποίο είχε γίνει η μεταφορά ήταν λογαριασμός που ανήκε στην Εναγόμενη
  5. Παρατίθεται πιο κάτω απόσπασμα από τα Πρακτική ημερ. 6/2/2020, σελίδες 16-17: E. Ωραία να πάμε πίσω, το Τεκμήριο 15 δεν λέει στην όψη του ότι 31.12.01 transfer 200 000 στον λογαριασμό XXXXXΖΖ 01; A. Ναι. E. Και φτάνει στο τέλος της περιόδου και έχει μηδέν; A. Ο λογαριασμός αυτός γίνεται μηδέν και γίνονται 200 000 σε κάποιον άλλο λογαριασμό, στον XXXXXΖΖ 01 του συγκεκριμένου ποσού. Δικαστήριο: Που ο λογαριασμός αυτός ανήκει; Μάρτυρας: Στην Εναγόμενη
  6. Κος Αποστολίδης: Ο λογαριασμός δηλαδή αυτός, το XXXXXΖΖ 01 ανήκει στην Εναγόμενη 1; Μάρτυρας: Υποθέτω ναι διότι τα χρήματα έμειναν στην Εναγόμενη 1 μέχρι το
  7. E. Πού προκύπτει αυτό από το Τεκμήριο 15; A. Από το Τεκμήριο 15 προκύπτει ότι ήρθαν τα χρήματα. E. Ναι αλλά λέει ότι έφυγαν ‑‑ A. Από τον λογαριασμό αυτό και μεταφέρθηκαν σε άλλον λογαριασμό στην Ενάγουσα και τα χρήματα αποδεσμεύτηκαν το 2004 για το συγκεκριμένο ‑‑ Δικαστήριο: Πρέπει να μιλάτε πιο αργά! Κος Αποστολίδης: Το ότι αποδεσμεύτηκαν το 2004 δεν προκύπτει από το Τεκμήριο 15; Μάρτυρας: Μάλιστα. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σε άλλο όμως σημείο της αντεξέτασής του, όταν ρωτήθηκε σε σχέση με τον ισχυρισμό που είχε προβάλει στην κυρίως εξέτασή του ότι στις 16/11/2004 η Εναγόμενη 1 είχε αποδεσμεύσει το ποσό των Λ.Κ.200.000 που διατηρούσε δυνάμει της κατάθεσης ημερ. 7/11/2001 και συγκεκριμένα να εξηγήσει πως τα χρήματα αυτά είχαν μπει στον λογαριασμό της Εναγόμενης 1, αναίρεσε πλήρως τον προηγούμενό του ισχυρισμό προβάλλοντας ότι δεν είχε αναφέρει ότι το ποσό αυτό είχε μπει σε λογαριασμό της Εναγόμενης 1 αλλά σε λογαριασμό της Ενάγουσας. Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από τα Πρακτικά ημερ.6/2/2020, σελίδα 17: E. Κύριε μάρτυς, στην παράγραφο 16 της δήλωσης σας λέτε τα εξής, (διαβάζει) "ταυτόχρονα...2003", πώς λέτε με βάση το Τεκμήριο 15 ότι τα χρήματα αυτά μπήκαν στον λογαριασμό της Εναγόμενης 1; A. Της Εναγόμενης 1; E. Έτσι είπετε πριν. A. Όχι, στον λογαριασμό της CLR Stockbrokers Ltd, δεν ανέφερα ότι μπήκαν στην Εναγόμενη
  8. Δεν ήταν, όμως, μόνο αυτό το σημείο που αναίρεσε στη μαρτυρία του. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι κατά την επανεξέταση του ο Μ.Υ.1 είχε αναφέρει ότι είχε στην κατοχή του αποδεικτικά που έδειχναν ότι ο αριθμός XXXXΖΖ 01 ανήκε στην CLR StockBrokers Ltd καθώς και την μεταφορά του ποσού των Λ.Κ.200.000 πλέον τόκους σε άλλη εταιρεία την CLR Securities & Financial Services Ltd. Ωστόσο, παρά την πιο πάνω αναφορά του, είναι αξιοσημείωτο ότι κανένα στοιχείο δεν παρουσίασε που να επιβεβαιώνει τα λεγόμενα του ούτε και του ζητήθηκε από την Υπεράσπιση να το πράξει. Ενώ στην κυρίως εξέτασή του είχε ισχυριστεί ότι η Εναγόμενη 1 αποδέσμευσε το ποσό των Λ.Κ.200.000 όταν ο Λ. Παναγιωτίδης είχε φέρει τις επιταγές (αρχικά Τεκμήριο Α1 προς Αναγνώριση και Τεκμήριο Α2 προς Αναγνώριση και στη συνέχεια Τεκμήριο 18Α και Τεκμήριο 18Β), αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το εν λόγω ποσό δεν ήταν δεσμευμένο δεχόμενος με αυτό τον τρόπο τη θέση που του ετέθη ότι αυτά ήταν λεφτά της Ενάγουσας που η ίδια, ανά πάσα στιγμή, μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε. Στο εύλογο δε ερώτημα που του ετέθη πώς αυτά τα χρήματα τα είχε συνδέσει με τα γεγονότα της υπόθεσης εφόσον, όπως ήταν τελικά η εκδοχή του, ήταν χρήματα της Ενάγουσας που μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε, με έκδηλη αμηχανία και χωρίς βεβαίως να πείσει, ούτε λίγο, ούτε πολύ, απάντησε ότι η Εναγόμενη 1 δεν ήταν διατεθειμένη να «δώσει» ή να «απελευθερώσει» τα εν λόγω χρήματα και τούτο παρόλο που αποτελούσαν λεφτά της Ενάγουσας. Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από τα Πρακτικά ημερ.6/2/2020, σελίδα 20: E. Οι 200 000 ήταν δεσμευμένες; A. Οι 200 000 της CLR Stockbrokers Ltd δεν ήταν δεσμευμένες. E. Τι αποδεσμεύσετε; A. Τις επιστρέψαμε αν θέλετε, έχετε δίκαιο, δεν ήταν τεχνικά αποδέσμευση, τους επιστρέψαμε τις 200 000 που ήταν δικές τους. E. Αυτό που λέτε δηλαδή, στην παράγραφο 16 της δήλωσης σας, δεν ισχύει ότι τις αποδεσμεύσατε; A. Εντάξει, εξαρτάται, αν μιλούμε με ακριβείς τεχνικούς όρους δεν είναι αποδέσμευση για κάτι που ήταν δεσμευμένο, ήταν απελευθέρωση, επιστροφή αν θέλετε. E. Δικά τους χρήματα ήταν, ότι ήθελαν τα έκαναν. A. Βεβαίως. E. Πώς τα συνδέετε επομένως με τα γεγονότα της υπόθεσης, εκείνες τις 200 000 αφού ήταν δικά τους χρήματα και ανά πάσα στιγμή μπορούσαν να τα κάνουν ότι θέλουν; A. Δεν είμαστε διατεθειμένοι να τους δώσουμε, να απελευθερώσουμε 200 000 της CLR Stockbrokers Ltd, αν, παρόλο που είχαν κάθε δικαίωμα διότι δεν τηρούσαν τις υποχρεώσεις τους να φέρετε άλλη κατάθεση, γι΄αυτό έφεραν άλλη κατάθεση. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Εν ολίγοις η εκδοχή του ήταν ότι, παρά το γεγονός ότι τα εν λόγω χρήματα δεν ήσαν καθ' οιονδήποτε τρόπο δεσμευμένα, η Τράπεζα, δηλαδή η Εναγόμενη 1, μπορούσε να μην τα δώσει στον νόμιμο ιδιοκτήτη τους, ήτοι την Ενάγουσα. Στη συνέχεια δε όταν ρωτήθηκε να εξηγήσει πως θα μπορούσε η Εναγόμενη 1 να αρνηθεί να πάρει η Ενάγουσα τα λεφτά της κατάθεσης των Λ.Κ.200.000 και μάλιστα να απαιτείται από αυτή να φέρει άλλη κατάθεση για να μπορεί να τα πάρει, ο Μ.Υ.1, χωρίς περιστροφές και οποιοδήποτε ενδοιασμό, απάντησε ότι αυτό ήταν ένα μέτρο πίεσης που απέδωσε και τούτο ανεξαρτήτως της ορθότητας ή νομιμότητας αυτού! Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από τα Πρακτικά ημερ.6/2/2020, σελίδες 20-21: E. Κύριε Σαββίδη, είχαν κάποια χρήματα οι CLR Stockbrokers Ltd τα οποία μπορούσαν να τα κάνουν ότι θέλουν ανά πάσα στιγμή αφού δεν ήταν δεσμευμένα με οποιοδήποτε τρόπο και ούτε είχαν συνδεθεί με οποιοδήποτε τρόπο με τη Συμφωνία Τεκμήριο 6 και 7, ήρθε ο Παναγιωτίδης λοιπόν μια καλή μέρα και έφερε 2 επιταγές και πώς συνδέονται οι 200 000‑‑ A. Δεν ήρθε μια καλή μέρα και ήθελε να μεταφέρει τις 200 000 που ανήκαν στη CLR εκτός της Euroinvestment. E. Πώς μπορούσε ένα ποσό που μπορώ να κάνω ότι θέλω στην Τράπεζα να πρέπει υποχρεωτικά να βάλω άλλες 2 επιταγές για να μπορώ να πιάσω τα χρήματα αυτά, δεν στέκει το ένα με το άλλο. A. Στο δικό μου μυαλό στέκει διότι θα μπορούσε αν δεν του δίναμε τα χρήματα τα οποία δικαιούτο μπορούσε και αυτός να κινηθεί νομικά εναντίον μας, οπόταν του ασκήσαμε πίεση και του είπαμε δεν σου δίνουμε τα χρήματα, να φέρεις άλλη κατάθεση και να την δεσμεύσεις και αυτό έπραξε. E. Μπορούσετε εσείς να αρνηθείτε να πιάσει ο Παναγιωτίδης ή η CLR τις 200 000 λίρες; Μπορούσετε εσείς σε οποιοδήποτε στάδιο από το 2000 μέχρι το 2004 που σας δόθηκαν οι επιταγές να αρνηθείτε να πιάσουν τα χρήματα αυτά να τα κάνουν ότι ήθελαν; A. Βεβαίως μπορείς να αρνηθείς, δεν σημαίνει είσαι ορθός και νόμιμος αλλά μπορείς να αρνηθείς και ήταν μέτρο άσκησης πίεσης που απέδωσε. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Επιπλέον αντεξεταζόμενος ο Μ.Υ.1 για τα Τεκμήρια 19Α και 19Β, ήτοι τις χειρόγραφες αποδείξεις κατάθεσης των δύο επιταγών για ποσό Λ.Κ.150.000 και Λ.Κ.125.000 αντίστοιχα, δεν προέβη, τελικά, σε οποιαδήποτε διασύνδεση ή συσχετισμό των εν λόγω ποσών με τις Συμφωνίες Τεκμήρια 6 και 7 αλλά, αντιθέτως, παραδέχτηκε τη θέση που του τέθηκε από το συνήγορο της Ενάγουσας ότι ο σκοπός κατάθεσης των επιταγών ήταν η δημιουργία νέου γραμματίου, όπως εξάλλου αναφέρεται και στις πιο πάνω αναφερόμενες αποδείξεις (Τεκμήρια 19Α και 19Β), και ότι εκείνη την περίοδο ο Λ. Παναγιωτίδης είχε φέρει τις επιταγές για να κάνει κατάθεση για νέο γραμμάτιο εκ μέρους της Ενάγουσας. Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από τα Πρακτικά ημερ.6/2/2020, σελίδα 19: E. Συμφωνείς μαζί μου ότι τα Τεκμήρια 19Α και 19Β που είναι χειρόγραφες αποδείξεις κατάθεσης, ρητά αναφέρουν ότι ο σκοπός κατάθεσης των επιταγών ήταν για τη δημιουργία νέου γραμματίου σε κάθε έκαστη από τις 2 αυτές αποδείξεις; A. Μάλιστα. E. Για κάθε έκαστο ποσό; A. Μάλιστα. E. Η θέση σου είναι ότι ο κύριος Παναγιωτίδης έφερε τις επιταγές αυτές για να κάνει κατάθεση για νέο γραμμάτιο εκ μέρους της CLR FINANCIAL SERVICES εκείνη τη περίοδο; A. Ναι, χωρίς καμιά αμφιβολία. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Βεβαίως δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στη συνέχεια της αντεξέτασης του ο Μ.Υ.1 προσπάθησε να προωθήσει, εκ νέου, την εκδοχή που να διασυνδέει τις πιο πάνω καταθέσεις με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απέρρεαν από τις Συμφωνίες Τεκμήρια 6 και 7 ισχυριζόμενος ότι οι δύο πιο πάνω καταθέσεις έγιναν με σκοπό να «αποδεσμευτεί»- από την Εναγόμενη 1- το ποσό των Λ.Κ.200.000 της CLR Stockbrokers Ltd[10]. Ωστόσο και πάλι η μαρτυρία του δεν έπεισε εφόσον ενώ από την μια ισχυρίζετο ότι οι δύο πιο πάνω καταθέσεις είχαν γίνει για σκοπούς αποδέσμευσης των Λ.Κ.200.000, στη συνέχεια, αναιρώντας τον ίδιο τον εαυτό του και τα λεγόμενα του, παραδέχτηκε ότι το ποσό των Λ.Κ.200.000 δεν ήταν δεσμευμένο αλλά ήταν χρήματα της CLR Stockbrokers Ltd τα οποία ό,τι ήθελε μπορούσε να τα κάνει. Ήδη έχουμε σχολιάσει πιο πάνω, με παραπομπή σε αποσπάσματα της μαρτυρίας του, το αλλοπρόσαλλο των ισχυρισμών του σχετικά με το ποσό των Λ.Κ.200.
  9. Όπως λοιπόν, τελικώς, προέκυψε μέσω της αντεξέτασης του Μ.Υ.1, δεν υπήρξε οποιαδήποτε δέσμευση του ποσού των Λ.Κ.200.000 τα οποία ήταν χρήματα που μπορούσε η CLR Stockbrokers Ltd να κάνει ό,τι ήθελε, αποτυγχάνοντας έτσι η Υπεράσπιση να παρουσιάσει οτιδήποτε που να δείχνει τον όποιον συσχετισμό ή διασύνδεση των συγκεκριμένων χρημάτων και/ή της κατάθεσης τους με την Συμφωνία Προαίρεσης και Συμφωνία Εκχώρησης. Επιπλέον η εκδοχή των Εναγομένων ότι ο Λ. Παναγιωτίδης είχε φέρει τις δύο επιταγές για να γίνουν γραμμάτια προς όφελος της Ενάγουσας τα οποία θα έφεραν τόκο υπέρ της καθ΄έτος ως δέσμευση αντί, μέσω των ποσών αυτών των επιταγών, να εξοφληθεί η οφειλή η οποία εκκρεμούσε και για την οποία, σύμφωνα με την εκδοχή της Εναγόμενης 1, υπόλογη ήταν η Ενάγουσα, φαντάζει παράδοξη ενώ, αντεξεταζόμενος επί τούτου ο Μ.Υ.1, δεν έδωσε πειστικές απαντήσεις. Περαιτέρω ούτε και ο ισχυρισμός του Μ.Υ.1 ότι η συνεννόηση του με τον Λ. Παναγιωτίδη ήταν ότι τα χρήματα των δύο επιταγών, άμεσα και άμα τη καταθέσει τους, να δεσμευτούν έπεισε αλλά, αντίθετα, διαψεύδεται και από το γεγονός ότι τα πρωτότυπα των Τεκμηρίων 9Α και 9Β, ήτοι των Πιστοποιητικών Καταθέσεων Τακτής Προθεσμίας, πουθενά στην όψη τους δεν αναγράφουν δεσμευμένα, "blocked", ότι, δηλαδή, δεσμεύτηκαν κατά το στάδιο της κατάθεσης, όπως αναγράφεται στα αντίγραφα των Πιστοποιητικών Κατάθεσης κατά το στάδιο της ανανέωσης τους (Τεκμήρια 16Α και 16Β). Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από τα Πρακτικά ημερ.6/2/2020, σελίδα 21: Κος Αποστολίδης: Μπορώ να έχω τα πρωτότυπα του Τεκμηρίου 9; Δικαστήριο: Βεβαίως. Κος Αποστολίδης: Κύριε μάρτυς, αυτό είναι πιστοποιητικό κατάθεσης τακτής προθεσμίας που έγινε μόλις πιάσετε τις επιταγές, συμφωνείτε ότι είναι πρωτότυπο; Μάρτυρας: Ναι βέβαια. E. Βλέπετε πουθενά να γράφει blocked όπως είπετε εσείς; A. Όχι. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το μόνο δε που ο Μ.Υ.1 είχε για απάντηση όταν του τέθηκε ότι στο Τεκμήριο 9Α και 9Β που είναι τα πρωτότυπα των Πιστοποιητικών Καταθέσεων Τακτής Προθεσμίας δεν αναγράφεται blocked όπως αναγράφουν τα Τεκμήρια που ο ίδιος έχει έφερε αργότερα, ήτοι τα Τεκμήρια 16Α και 16Β, ήταν ότι το αν είναι δεσμευμένα ή όχι είναι νομικό σημείο και ότι ο ίδιος είχε ενώπιον του ρητή δέσμευση από την CLR. Εν ολίγοις εκείνο το οποίο προκύπτει, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι ότι δεν προκύπτει από τα πρωτότυπα έγγραφα που κατατέθηκαν να έγινε δέσμευση των καταθέσεων αυτών άμεσα και κατά το στάδιο της κατάθεσης αλλά αργότερα. ► Οι Εγγυητικές Επιστολές Λ. Παναγιωτίδη Αποτέλεσε εκδοχή των Εναγομένων ότι την ίδια περίοδο που είχαν παραδοθεί οι δύο επιταγές για ποσό Λ.Κ.150.000 και Λ.Κ.125.000 αντίστοιχα ο Λ. Παναγιωτίδης εκ μέρους της Ενάγουσας είχε υπογράψει τις δύο Εγγυητικές Επιστολές, Τεκμήρια 10 και 11 με τις οποίες εξουσιοδοτείτο η Εναγόμενη 1 όπως καταθέσει τα ποσά των επιταγών στους λογαριασμούς κατάθεσης οι οποίοι θα ήταν δεσμευμένοι για την εξασφάλιση της πληρωμής της υποχρέωσης της εταιρείας Starcloud Investments Ltd και παράλληλα η Ενάγουσα δεσμεύετο όπως η υποχρέωση που απέρρεε από την Συμφωνία ημερ. 7/11/2000 εξοφληθεί πλήρως. Η εκδοχή, ωστόσο, των Εναγομένων με βάση τα δεδομένα που υφίσταντο κατά τον ουσιώδη χρόνο ελέγχεται ως προς τη λογική της. Και εξηγούμαι. Μέχρι τον Νοέμβριο του 2004 που είχαν δοθεί οι δύο εγγυητικές επιστολές από τον Λ. Παναγιωτίδη, ενώπιον των Εναγομένων υφίσταντο τα ακόλουθα δεδομένα: Κατά πρώτον, με βάση τη Συμφωνία Εκχώρησης, η εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων αγοράς των μετοχών με την ανάλογη καταβολή τιμήματος έπρεπε να γίνει από την εταιρεία Starcloud. Ωστόσο, το δικαίωμα προαίρεσης για την εξαγορά των μετοχών δεν ασκήθηκε από τη Starcloud εντός της προθεσμίας που είχε συμφωνηθεί, με αποτέλεσμα η εν λόγω προθεσμία να περάσει αναξιοποίητη και/ή άπραγη. Σε περίπτωση παράλειψης ή αποτυχίας της Starcloud να συμμορφωθεί, οι Εναγόμενες είχαν το δικαίωμα να στραφούν εναντίον του εγγυητή, δηλαδή εναντίον του Λ. Παναγιωτίδη, ένεκα της εγγύησης που αυτός είχε παράσχει. Το γιατί οι Εναγόμενες δεν στράφηκαν εναντίον του Λ. Παναγιωτίδη στη βάση της υφιστάμενης προσωπικής του εγγύησης και, αντ΄αυτού, επέλεξαν να απαιτήσουν από την Ενάγουσα εγγυητικές επιστολές, ουδόλως έχει επεξηγηθεί από την μαρτυρία που προσέφερε ο Μ.Υ.
  10. Ενώ λοιπόν παρέχονταν οι πιο πάνω δυνατότητες, οι Εναγόμενοι, όλως παραδόξως, καμία από αυτές δεν αξιοποίησαν και αφού παρήλθε η όποια προθεσμία είχε δοθεί στη Starcloud και στον Λ. Παναγιωτίδη ήρθαν 3 χρόνια μετά να ετοιμάσουν με τον Λ. Παναγιωτίδη στα γραφεία της Εναγόμενης 1 τις δύο αυτές εγγυητικές επιστολές. Ουδεμία πειστική εξήγηση δόθηκε από την Υπεράσπιση γιατί, αφότου παρήλθαν οι όποιες προθεσμίες και/ή παρατάσεις χρόνου οι Εναγόμενες δεν έδρασαν για να εισπράξουν τα οφειλόμενα από την Starcloud και Παναγιωτίδη. Η θέση του Μ.Υ.1 στην ερώτηση αν τον απασχόλησε το γεγονός ότι οι εγγυητικές προέρχονταν από τη CLR/Ενάγουσα, ενώ είχε προηγηθεί Συμφωνία Εκχώρησης στη Starcloud, καθώς και προσωπική εγγύηση του Λ. Παναγιωτίδη, ότι εξακολουθούσε να θεωρεί τη CLR ότι δεν είχε αποδεσμευτεί από τις υποχρεώσεις της, κρίνεται παντελώς παράδοξη και δεν μπορεί, συνεπώς, να πείσει. Δεν διαφεύγει δε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ακόμη και ο ίδιος αντεξεταζόμενος σε κάποιο στάδιο είχε παραδεχτεί ότι «τη βασική υποχρέωση την είχε η Starcloud»[11]. Επιπλέον, δεν είναι άνευ σημασίας ότι σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του ο Μ.Υ.1 είχε αναφέρει ότι ο σκοπός των καταθέσεων της Ενάγουσας, το αντικείμενο, δηλαδή, των δύο εγγυητικών επιστολών, ήταν να λειτουργούν ως γραμμάτια τοκοφόρα τα οποία ανοίχθηκαν προς όφελος της Ενάγουσας, χωρίς, επομένως, να γίνεται κατά τον ουσιώδη χρόνο δημιουργίας των εν λόγω καταθέσεων οποιαδήποτε διασύνδεση ή συσχετισμός με τις οφειλές της Starcloud ή του Λ. Παναγιωτίδη προσωπικά. Να πω και κάτι άλλο. Στην υπό εξέταση περίπτωση και με βάση τα διαλαμβανόμενα στο Τεκμήριο 7 οι Εναγόμενες όταν και εφόσον λάμβαναν το τίμημα εξαγοράς των μετοχών έπρεπε να μεταβιβάσουν τις μετοχές στην Starcloud. Ωστόσο, όπως προέκυψε, μετά τη δέσμευση και στη συνέχεια συμψηφισμό των χρημάτων των επίδικων καταθέσεων της Ενάγουσας ουδεμία μαρτυρία προσήχθη από πλευράς Εναγομένων για μεταβίβαση των μετοχών στην Starcloud. ► Κατά πόσο ο Λ. Παναγιωτίδης ενήργησε με ή χωρίς την εξουσιοδότηση της Ενάγουσας κατά την υπογραφή των εγγυητικών επιστολών (Τεκμήρια 10 και 11) Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο Λ. Παναγιωτίδης όταν υπέγραφε τις εγγυητικές επιστολές, Τεκμήρια 10 και 11, στην παρουσία και καθ' υπόδειξη του Μ.Υ.1 δεν είχε παρουσιάσει στον Μ.Υ.1 οποιαδήποτε εξουσιοδότηση από την Ενάγουσα για την εν λόγω πράξη του. Μάλιστα ο Μ.Υ.1 αντεξεταζόμενος και ερωτηθείς αν ο Λ. Παναγιωτίδης του είχε παρουσιάσει εξουσιοδότηση ότι μπορούσε να υπογράψει εκ μέρους της CLR, δεν είχε οποιαδήποτε δυσκολία να παραδεχτεί ότι το θέμα αυτό καθόλου δεν τον είχε απασχολήσει και/ή προβληματίσει γιατί, στο δικό του μυαλό, ο Λ. Παναγιωτίδης ήταν η CLR και, ως εκ τούτου, δεν χρειαζόταν ούτε είχε λόγο, όπως ήταν η εκδοχή του, να ζητήσει οτιδήποτε. Σχετικά επί τούτου είναι και τα ακόλουθα αποσπάσματα από την αντεξέταση του Μ.Υ.1 στις σελίδες 24 και 25 των πρακτικών: E. Δεν σας παραξένεψε το γεγονός ότι το Τεκμήριο τα Τεκμήρια μάλλον 10 και 11 δεν φέρουν οποιοδήποτε επικεφαλίδα της CLR CAPITAL PUBLIC LTD τότε; A. Όχι. E. Δεν σας παραξένεψε το γεγονός ότι ενώ έφερε επιταγή με 2 υπογραφές έδωσε εγγυητική με 2 υπογραφές ως προς την εξουσιοδότηση που θα είχε; A. Δεν είχα καμιά αμφιβολία και λόγο να διερωτηθώ αν ο κύριος Παναγιωτίδης εκπροσωπούσε ή μη τη CLR. Ο κύριος Παναγιωτίδης ήταν η CLR στα δικά μας μάτια. ............. E. Ούτε εκείνη τη μέρα ζητήσατε ή είδατε οποιαδήποτε εξουσιοδότηση από τη CLR CAPITAL PUBLIC Ltd που ήταν τότε προς τον κύριο Παναγιωτίδη. A. Σας είπα ήταν ανώτατο εκτελεστικό όργανο της CLR, δεν είχα καμιά αμφιβολία, δεν με απασχόλησε το θέμα. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η εκδοχή της Ενάγουσας, όπως αυτή με σαφήνεια και πειστικότητα μεταφέρθηκε από τον Μ.Ε.1 στη μαρτυρία του, ήταν ότι ο Λ. Παναγιωτίδης δεν είχε εξουσιοδότηση από την Ενάγουσα να υπογράψει τις εγγυητικές επιστολές Τεκμήρια 10 και 11 για να δεσμευτούν οι καταθέσεις της που βρίσκονταν κατατεθειμένες στους επίδικους λογαριασμούς FN 6315 για ποσό Λ.Κ.150.000 και FN 6321 για ποσό Λ.Κ.125.000, καθώς και ότι ο Λ. Παναγιωτίδης ουδέποτε είχε ενημερώσει την Ενάγουσα σχετικά με το ζήτημα αυτό. Όπως μάλιστα τόνισε, πέραν του ότι ο Λ. Παναγιωτίδης δεν είχε τέτοια εξουσιοδότηση, το γεγονός αυτό το γνώριζε και η Εναγομένη
  11. Δεν είναι άνευ σημασίας και η εύλογη απορία που εκφράστηκε από πλευράς του Μ.Ε.1 στο υπό εξέταση θέμα για το πώς είναι δυνατόν οι επιταγές για τα ποσά Λ.Κ.125.000 και Λ.Κ.150.000 (Τεκμήριο 18Α και 18Β, αντίστοιχα) να φέρουν δύο υπογραφές των Διοικητικών Συμβούλων της Ενάγουσας και αυτό να είναι απαιτητό από την Τράπεζα ως ζήτημα ορθής τραπεζικής πρακτικής, ενώ καθόσον αφορά τις εγγυητικές επιστολές, αυτές να φέρουν μόνο την υπογραφή του Λ. Παναγιωτίδη και αυτό να θεωρείται ορθή συναλλαγματική πρακτική από μέρους της Ενάγομενης 1 η οποία, όπως επεσήμανε, ασκούσε τραπεζικές εργασίες με άδεια από την Κεντρική Τράπεζα. Μεταφέρω στο σημείο αυτό σχετικό απόσπασμα από την από την αντεξέταση του Μ.Ε.1 στις σελίδες 13-14 των πρακτικών: E. Η Ενάγουσα μου είπατε μόλις τώρα ότι αμφισβητεί τα Τεκμήρια 10 και 11, για ποιον λόγο; A. Και στο Τεκμήριο Προς Αναγνώριση Α
(1)και Α
(2)βλέπετε ότι η Alpha Bank για να εξαργυρώσει επιταγή και να δώσει λεφτά από τον λογαριασμό της CLR Capital Public Ltd απαιτούσε δύο υπογραφές από την εταιρεία. Αυτό είμαι σίγουρος ότι ήταν στη βάση συγκεκριμένων πρακτικών που είχαν δοθεί, όπως είθισται η τραπεζική πρακτική να δίδονται όσον αφορά λογαριασμούς νομικών προσώπων. Αντιστοίχως θα ανέμενα και από την Euro Investment Finance η οποία ασκούσε τραπεζικές εργασίες με άδεια της Κεντρικής Τράπεζας ότι θα έλεγχε τη νομιμότητα οποιωνδήποτε εξουσιοδοτήσεων και οποιωνδήποτε υπογραφών γίνονται ή φέρονται να έχουν γίνει, εκ μέρους νομικών οντοτήτων στη βάση εξουσιοδοτήσεων. Δηλαδή μου παρουσιάσατε προς Αναγνώριση επιταγή η οποία φέρεται ότι εκδόθηκε και υπογράφεται από δύο εξουσιοδοτημένα άτομα της CLR Capital Public, εκ των οποίων ο ένας είναι ο κύριος Λάμπρος Παναγιωτίδης, η οποία έγινε αποδεκτή και με απόδειξη, όπως έχετε στα Τεκμήρια προς Αναγνώριση Β
(1)και Β
(2)και υπάρχει ο ισχυρισμός μετά ότι από μόνος του ο κύριος Λάμπρος Παναγιωτίδης, δέσμευσε την εταιρεία από υποχρέωση προσωπική δική του ή συνδεδεμένη στο εταιρεία, όπως έχετε αναφέρει εσείς. Η θέση της Ενάγουσας και εμένα προσωπικά είναι ότι ο κύριος Λάμπρος Παναγιωτίδης, δεν είχε τέτοιου είδους εξουσιοδότηση και ότι η Euro Investment and Finance το γνώριζε αυτό. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Είναι για τους πιο πάνω λόγους που ο Μ.Ε.1 με βεβαιότητα ανέφερε ότι το ότι ο Λ. Παναγιωτίδης δεν είχε τη συγκεκριμένη εξουσιοδότηση ήταν κάτι που αποδεικνύετο και από τα Τεκμήρια που είχαν προσκομισθεί.[12]. Επιπλέον εγείρει ερωτηματικά η όλη διαδικασία που ακολουθήθηκε στην υπό εξέταση περίπτωση όπου οι εγγυητικές επιστολές που υπεγράφησαν από τον Λ. Παναγιωτίδη ετοιμάστηκαν από τον ίδιο τον Μ.Υ.1 εκ μέρους της Εναγόμενης 1, ο οποίος τις έθεσε ενώπιον του Λ. Παναγιωτίδη για υπογραφή. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τα πρακτικά στη σελίδα 26: E. Τα Τεκμήρια 10 και 11 είναι μαζί που τα συντάξετε για να υπογραφούν στο γραφείο σας; A. Το Τεκμήριο 10 απ' ό,τι θυμάμαι το απαίτησα εγώ. E. Και το υπαγορεύατε στη γραμματέα σας και το έγραφε; A. Το είχα ετοιμάσει και απαιτούσα να το υπογράψει αν ήθελε να του αποδεσμεύσω, να του απελευθερώσω τις 200 000 κατάθεση της CLR Stockbrokers Ltd. E. Δηλαδή ήρθε ο κύριος Παναγιωτίδης με επιταγή στις 22 Νοεμβρίου του 2004 και περίμενε να υπογράψει και την εγγύηση που του ετοιμάσετε; A. Ναι. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Επιπλέον αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι οι εγγυητικές, Τεκμήρια 10 και 11 αποτελούν επιστολές οι οποίες δεν ετοιμάστηκαν σε επιστολόχαρτο της Ενάγουσας κάτι το οποίο, ωστόσο, δεν φάνηκε να είχε απασχολήσει ή προβληματίσει τον Μ.Υ.
  1. Δεν διαφεύγουν, βεβαίως, της προσοχής του Δικαστηρίου οι αρχές που προκύπτουν από την νομολογία αναφορικά με την εφαρμογή του δόγματος της φαινόμενης πληρεξουσιότητας (apparent/ostensible authority). Είναι στη βάση αυτών των αρχών που η πλευρά των Εναγομένων εισηγήθηκε, στο πλαίσιο της Αγόρευσης της, ότι ακόμη και στην περίπτωση που προέκυπτε ότι ο Λ. Παναγιωτίδης είχε ενεργήσει χωρίς εξουσιοδότηση η Ενάγουσα δεσμεύεται από τις ενέργειες του. Όπως είναι νομολογημένο, οι συνέπειες από τη φαινόμενη πληρεξουσιότητα βρίσκουν έρεισμα στις αρχές του κωλύματος (estoppel) που αποτελούν μέρος του δικαίου μας κατά το Άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
  2. Όπως δε προκύπτει, κωλύεται εκείνος που παριστά ή που επιτρέπει με αυτό τον τρόπο να παρίσταται άλλος ως αντιπρόσωπος του, να αρνηθεί δέσμευση, όταν ο τρίτος, στηριγμένος σε αυτή την παράσταση, ενεργεί προς βλάβη του ή, ακόμα ευρύτερα, διαφοροποιεί τη θέση του.[13] Επισημαίνεται, εν προκειμένω, ότι η πιο πάνω αρχή εφαρμόζεται στις περιπτώσεις καλόπιστων τρίτων συναλλασσόμενων. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση ΣΠΕ Παλλουριώτισσας και Nicosia Palace Hotel Co Ltd v. Λώρη Ηρακλέους
(2003)1 Α.Α.Δ. 722: «Η απάντηση είναι ότι όταν ένας διευθυντής ή αξιωματούχος μιας εταιρείας που διορίζεται νόμιμα ενεργεί καθ' υπέρβαση των εξουσιών που του παρέχονται, η εταιρεία δεσμεύεται από τις πράξεις του, σύμφωνα με την απόφαση Royal British Bank v. Turquand [1856] E and B 327 [1843-1860] All E.R. Rep. 435). .................................... Η υιοθέτηση του δόγματος βασίζεται στην κοινή λογική που στοχεύει στην προώθηση των εμπορικών συναλλαγών. Η ανάπτυξη των εμπορικών δοσοληψιών με εταιρείες θα ήταν τρομερά δύσκολη αν ένα πρόσωπο που είχε πρόθεση να συμβληθεί με μια εταιρεία θα έπρεπε να βεβαιώνεται ότι οι αξιωματούχοι της εταιρείας με τους οποίους συναλλαττόταν είχαν πραγματική εξουσία προς τούτο. Το δόγμα δεν είναι μόνο πρακτικό αλλά και δίκαιο. Ο μεγάλος αριθμός των πιστωτών μιας εταιρείας δεν πρέπει να χάνει το δικαίωμα να εισπράξει το λαβείν του, γιατί μια εταιρεία ισχυρίζεται ότι ένας συγκεκριμένος αξιωματούχος ενήργησε κατά παράβαση εξουσίας ενεργώντας σε αντίθεση με κάποιο εσωτερικό κανονισμό. Ο πιο πάνω κανόνας που αποτελεί μια βασική πτυχή του εταιρικού δικαίου, δεν εφαρμόζεται όταν
(1)Το πρόσωπο που συναλλάττεται με την εταιρεία γνωρίζει ότι οι εσωτερικοί κανονισμοί έχουν καταστρατηγηθεί (Howard v. Patent Ivory Co. [1888] 38 Ch. D. 156),
(2)Το έγγραφο είναι προϊόν πλαστογραφίας (Ruben v. Great Fingall Consolidated [1906] A.C. 439),
(3)Το πρόσωπο που συναλλάττεται με την εταιρεία είχε κάποια προειδοποίηση να προβεί στις δέουσες ενέργειες και παρέλειψε να το πράξει (Underwood (A.L.) Ltd v. Bank of Liverpool and Martins Ltd [1924] 1 K.B. 775), και
(4)Το πρόσωπο που συναλλάττεται με την εταιρεία δεν έχει επιθεωρήσει τα δημόσια έγγραφα της εταιρείας (που συμπεριλαμβάνουν το ιδρυτικό έγγραφο και το καταστατικό της εταιρείας (memorandum and articles of association), τα συνήθη και έκτακτα ψηφίσματα (special and extraordinary resolutions), τον κατάλογο των διευθυντών (particulars of directors) και τον κατάλογο επιβαρύνσεων (register of charges).|» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το ερώτημα κατά συνέπεια που προκύπτει στο σημείο αυτό είναι κατά πόσο η Ενάγουσα δεσμεύεται από τις πράξεις του Λ. Παναγιωτίδη σε περίπτωση που αυτός έδρασε χωρίς εξουσιοδότηση. Έχει εν προκειμένω σημασία η διερεύνηση του κατά πόσο οι Εναγόμενες ήταν καλόπιστες. Στη βάση της σχετικής νομολογίας είναι σαφές ότι αν το πρόσωπο που συναλλάσσεται με την Εταιρεία - που στην προκειμένη περίπτωση είναι η Ενάγουσα σχετικά με τις εγγυητικές επιστολές - είχε κάποια προειδοποίηση ή γνώριζε κάποια γεγονότα στη βάση των οποίων θα έπρεπε να προέβαινε στις δέουσες έρευνες αλλά παρέλειψε να το πράξει, τότε δεν ισχύει το Δόγμα της φαινόμενης πληρεξουσιότητας και, συνεπακόλουθα, η συναλλαγή αυτή είναι άκυρη. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι με βάση τη σχετική νομολογία η έννοια ή το δόγμα της φαινόμενης πληρεξουσιότητας σκοπό έχει την προστασία των εύλογων προσδοκιών του τρίτου προσώπου ο οποίος διαμόρφωσε την εύλογη εντύπωση ότι ο αντιπρόσωπος είχε την αναγκαία εξουσιοδότηση να δεσμεύσει τον αντιπροσωπευόμενο, ανεξάρτητα αν υπήρχε ή όχι στην πραγματικότητα η αναγκαία εξουσιοδότηση μεταξύ αντιπροσώπου και αντιπροσωπευόμενου. Και αυτό γιατί, όπως εύστοχα επεξηγείται στο Σύγγραμμα Το Δίκαιο των Συμβάσεων Π. Πολυβίου, «όταν συνομολογείται κάποια σύμβαση από αντιπρόσωπο εκ μέρους άλλου προσώπου (του αντιπροσωπευόμενου) το τρίτο πρόσωπο συνήθως βασίζεται όχι στις παραμέτρους της πραγματικής εξουσιοδότησης του αντιπροσώπου αλλά στο πως αυτή παρουσιάζεται και εμφανίζεται σε τρίτα πρόσωπα»[14] καθώς και στην πληροφόρηση που ένα τέτοιο τρίτο πρόσωπο δυνατόν να έχει. Στην υπό εξέταση περίπτωση θεωρώ πως υπήρχαν κάποια δεδομένα τα οποία ήταν υπόψη του Μ.Υ.1 και θα έπρεπε να τον είχαν προβληματίσει ή τουλάχιστον να τον είχαν απασχολήσει πριν να ζητήσει και στη συνέχεια εξασφαλίσει την υπογραφή του Λ. Παναγιωτίδη στις επίδικες εγγυητικές επιστολές. Κατά πρώτο ο Μ.Υ.1 γνώριζε για το περιεχόμενο της Συμφωνίας Εκχώρησης σύμφωνα με την οποία όλα τα συμφέροντα/δικαιώματα και υποχρεώσεις της Ενάγουσας που πήγαζαν από τη Συμφωνία Δικαιώματος Προαίρεσης Αγοράς Μετοχών ημερ. 7/11/2000 (Τεκμήριο 6) είχαν εκχωρηθεί σε τρίτη εταιρεία, την Starcloud. Έπειτα στη γνώση του Μ.Υ.1 ήταν και το γεγονός της παραχώρησης, στο πλαίσιο της Συμφωνίας Εκχώρησης, εγγύησης όχι από την Ενάγουσα μέσω του Λ. Παναγιωτίδη αλλά από τον Λ. Παναγιωτίδη προσωπικά. Με δεδομένη δε την παραχώρηση προσωπικής εγγύησης από τον Λ. Παναγιωτίδη ως φυσικό πρόσωπο πως μπορούσε να δικαιολογηθεί το όποιο δικαίωμα της Εναγόμενης 1, σε περίπτωση που η Starcloud δεν τιμούσε τα συμφωνηθέντα, να στραφεί πλέον πίσω στην Ενάγουσα; Επιπλέον, δεν θα έπρεπε να προβληματίσει τον Μ.Υ.1 το γεγονός ότι με τις εγγυητικές επιστολές που ο Λ. Παναγιωτίδης υπέγραφε εκ μέρους της Ενάγουσας Τεκμήρια 10 και 11, ουσιαστικά ο ίδιος αποδεσμεύετο από την προσωπική του εγγύηση που είχε παραχωρήσει μέσω του Τεκμηρίου 7; Περαιτέρω ο Μ.Υ.1 είχε υπόψη του ότι τα ποσά των Λ.Κ.125.000 και Λ.Κ.150.000 λειτουργούσαν ως τοκοφόρες καταθέσεις χωρίς την όποια διασύνδεση τους ως μορφή εξασφάλισης για τη Συμφωνία Εκχώρησης. Ήδη έχει επισημανθεί ότι ο ίδιος ο Μ.Υ.1 αντεξεταζόμενος είχε δεχτεί ότι ο σκοπός των καταθέσεων της Ενάγουσας ήταν να λειτουργούν ως γραμμάτια τοκοφόρα χωρίς, επομένως, να γίνεται κατά τον ουσιώδη χρόνο δημιουργίας τους οποιαδήποτε διασύνδεση τους με την Συμφωνία Εκχώρησης και τις οφειλές της Starcloud. Επιπλέον ο Μ.Υ.1 ετοίμασε και έθεσε τις δύο εγγυητικές επιστολές προς υπογραφή από τον Λ. Παναγιωτίδη χωρίς προηγουμένως ο τελευταίος να του παρουσιάσει οποιαδήποτε εξουσιοδότηση εκ μέρους της Ενάγουσας, ούτε και ο ίδιος ο Μ.Υ.1 ζήτησε από τον Λ. Παναγιωτίδη να του παρουσιάσει οποιαδήποτε εξουσιοδότηση ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο της Εταιρείας. Διατείνεται η πλευρά των Εναγομένων ότι ουδεμία μεταβολή στην ιδιότητα του Λ. Παναγιωτίδη είχε γίνει από την υπογραφή του Τεκμηρίου 6 μέχρι και την υπογραφή των Τεκμηρίων 10 και 11 και ότι μεταβολή υπήρξε μεταγενέστερα, το 2005 με την παραίτησή του από το ΔΣ της Ενάγουσας Εταιρείας (Τεκμήριο 12). Παραβλέπει, ωστόσο, η Εναγόμενη τη θέση που εύλογα, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, διατύπωσε ο Μ.Ε.1 ότι κάθε έγγραφο και κάθε συμφωνία που αφορά σε νομική οντότητα, ιδίως αν αυτή είναι δημόσια ετααιρεία, θα πρέπει να εξετάζεται στον χρόνο κατά τον οποίο έχει υπογραφεί και τίθεται σε ισχύ. Με δεδομένο ότι στην προκείμενη περίπτωση οι εγγυητικές επιστολές, Τεκμήρια 10 και 11 ετοιμάστηκαν τον Νοέμβριο του 2004 ενώ τα άλλα Τεκμήρια αφορούν Συμφωνίες που έγιναν προηγουμένως κατά το 2000 είναι λογικό να λεχθεί ότι δεν σημαίνει ότι μια εξουσιοδότηση που ίσχυε το 2000 εξακολουθεί να ισχύει και το
  1. Ούτε είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι κατά την επίδικη περίοδο, ήτοι το 2004, οι επιταγές Τεκμήρια 18Α και 18Β της Ενάγουσας έφεραν δύο υπογραφές εκ μέρους της για να την δεσμεύσουν, ήτοι εξουσιοδοτημένους υπογράφοντες (signatories), και αυτό ήταν κάτι το οποίο αναμένετο να είναι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, στη γνώση της Εναγόμενης
  2. Σχετική επί του προκειμένου είναι η ακόλουθη περικοπή από τα πρακτικά της αντεξέτασης του Μ.Ε.1, σελίδα 14: E. Άρα για να αντιληφθώ, για να είχαν δεσμευτική ισχύ τα Τεκμήρια 6, 7, 10 και 11 θα έπρεπε να υπάρχει ακόμα μία υπογραφή, εκτός από του κύριου Παναγιωτίδη; A. Δεν είναι αυτό που λέω. Το κάθε έγγραφο, η κάθε συμφωνία για νομικές οντότητες πρέπει να εξετάζεται στον χρόνο κατά τον οποίο υπογράφεται και τίθεται σε ισχύ. Το Τεκμήριο 10 και 11 είναι συγκεκριμένο και αναφέρεται στον Νοέμβριο του
  3. Τα άλλα τα Τεκμήρια αφορούν γεγονότα και υπογραφές και συμφωνίες που έγιναν το
  4. Δεν σημαίνει ότι μία εξουσιοδότηση του 2000 ισχύει το 2004 ιδίως όταν μιλούμε για νομικές οντότητες, κυρίως δημόσιες. Είναι δεδομένο το ότι εκείνη την περίοδο και το γνωρίζει η Euro Investment and Finance, αφού έχει και έχουν προσκομίσει από μόνοι τους τις εγκριμένες επιταγές ότι ήταν δύο οι signatories για να μπορέσει να δεσμευτεί η CLR Capital Public. Αξιοσημείωτο, βεβαίως, είναι και το ότι ουδόλως φάνηκε να απασχολεί τον Μ.Υ.1 το γεγονός ότι, ενώ ο Λ. Παναγιωτίδης είχε φέρει επιταγές στις οποίες υπήρχαν δύο υπογραφές εκ μέρους της Ενάγουσας (Τεκμήρια 18Α και 18Β), οι εγγυητικές επιστολές που έδωσε έφεραν μόνο τη δική του υπογραφή εκ μέρους της Ενάγουσας. Στην αγόρευση των ευπαιδεύτων συνηγόρων των Εναγομένων, στο πλαίσιο σχολιασμού του περιεχομένου της επιστολής Τεκμήριο 13Α που η Ενάγουσα είχε αποστείλει στις Εναγόμενες μέσω των δικηγόρων της με αίτημα να της αποδοθούν τα ποσά που διατηρούσε κατατεθειμένα στους επίδικους λογαριασμούς τονίστηκε ότι, ενώ η παρούσα Αγωγή βασίστηκε εξ ολοκλήρου στο ότι τα ποσά κατακρατούνταν παράνομα καθότι τα Τεκμήρια 10 και 11 είχαν δοθεί από τον Λ. Παναγιωτίδη χωρίς εξουσιοδότηση, στην εν λόγω επιστολή δεν γίνεται καμία αναφορά σε αυτό το ζήτημα. Αν και για το θέμα αυτό αντεξεταζόμενος ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι η επιστολή Τεκμήριο 13Α ήταν μια επιστολή που απεστάλη από τους δικηγόρους της Ενάγουσας χωρίς να περιέχει εξαντλητικά τα νομικά σημεία που εγείρονταν για να τεθεί υπόψη του Γ.Δ. της Εναγόμενης 2 το ζήτημα της δέσμευσης των χρημάτων των καταθέσεων, εντούτοις μια απλή ανάγνωση του Τεκμηρίου 13Α αποκαλύπτει ότι προβάλλεται η θέση ότι οι επιστολές εγγύησης φέρονταν να είχαν δοθεί στην Εναγόμενη 1 από και εκ μέρους της Ενάγουσας, ισχυρισμός ο οποίος, κατά την εκτίμησή μου, καλύπτει και το ζήτημα της μη ύπαρξης εξουσιοδότησης του Λ. Παναγιωτίδη, έστω και αν δεν γίνεται ειδική αναφορά σε αυτό. Η σχετική περικοπή από την επιστολή Τεκμήριο 13Α έχει ως ακολούθως: "The letters of guarantee by, and the charge on the accounts of, CLR Capital Ltd ("CLR Capital") dated 3.11.2004 and 16.11.2004, which were purportedly given to Euroinvestment for and on behalf of CLR Capital and which relate to the accounts of CLR Capital with numbers FN6315 and FN6321 respectively, were given long after conclusion of the relevant underlying transaction and without any consideration. The aforesaid letters of guarantee and charge are void and ineffective". Επιπλέον η πιο πάνω εισήγηση παραγνωρίζει επίσης και το περιεχόμενο της δεύτερης επιστολής που στάληκε από τους Δικηγόρους της Ενάγουσας προς τους Δικηγόρους της Εναγόμενης ημερ. 17/11/2009 (Τεκμήριο 13Β) όπου ρητά προβάλλεται, μεταξύ άλλων και η θέση ότι οι επιστολές της Ενάγουσας ημερ. 3/11/2004 και 16/11/2004 που φέρονται να δόθηκαν στην Εναγόμενη για σκοπούς εξασφάλισης πληρωμής υποχρεώσεων της Starcloud δεν είχαν εξουσιοδοτηθεί από την Ενάγουσα[15]. Παράνομη κατακράτηση κινητής περιουσίας - Άρθρο 37 του Κεφ. 148 Στην παρούσα υπόθεση το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας βασίζεται στο αστικό αδίκημα της παράνομης κατακράτησης των χρημάτων των δύο καταθέσεων, Τεκμήρια 9Α και 9Β και στη συνέχεια της ιδιοποίησης τους από την Εναγόμενη 1 πολλά χρόνια μετά όταν μέσω της επιστολής ημερ. 24/10/2009 (Τεκμήριο 13) ζητήθηκε η επιστροφή τους. Το αστικό αδίκημα της άνομης κατακράτησης πράγματος διαλαμβάνεται στο Άρθρο 37 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο αναφέρει τα εξής: 37.-
(1)Παράvoμη κατακράτηση πράγματoς συvίσταται στηv παράvoμη κατακράτηση κιvητής ιδιoκτησίας από oπoιoδήπoτε πρόσωπo πoυ δικαιoύται στηv άμεση κατoχή της.
(2)Σε αγωγή πoυ εγείρεται για παράvoμη κατακράτηση πράγματoς τo βάρoς της απόδειξης ότι η κατακράτηση ήταv vόμιμη φέρει o εvαγόμεvoς. Το εν λόγω αδίκημα συνίσταται σε κατακράτηση πράγματος και άρνηση επιστροφής του στον Ενάγοντα ή παρεμπόδιση του Ενάγοντα από ανάληψη κατοχής του. Το βασικό στοιχείο είναι η παράνομη κατακράτηση η οποία καταμαρτυρείται με άρνηση επιστροφής του αντικειμένου όταν αυτή απαιτηθεί[16]. Απόλυτα διαφωτιστικό ως προς τα συστατικά στοιχεία του υπό εξέταση αστικού αδικήματος είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνέταιροι κ.ά Πολιτική Έφεση Αρ. 118/2010, ημερ. 16/12/2015[17]: «[..] το βασικό στοιχείο του αστικού αδικήματος της κατακράτησης είναι η άρνηση επιστροφής του αντικειμένου όταν αυτή απαιτηθεί. Η κυριότητα του αντικειμένου δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την έγερση αγωγής με βασικό στοιχείο πάντοτε να είναι το παράνομο της κράτησης από τον μη δικαιούχο. Η κατακράτηση («detinue»), δίνει δικαίωμα στον ενάγοντα να ζητήσει και επιστροφή του αντικειμένου σε αντίθεση με την ιδιοποίηση («conversion»), η οποία δίνει δικαίωμα σε αποζημιώσεις επί προσωπικού επιπέδου, (δέστε Salmond on the Law of Torts 16η έκδ. σελ. 92-3, 96-8 και 113 και Ogus on Damages σελ. 148-9). Πολύ πρόσφατα στην Gabstore Trading Ltd v. Μαϊφώσιη, ECLI : CY : AD : 2015:A227, ECLI:CY:AD:2015:A227, Πολ. Έφ. αρ. 194/2010, ημερ. 30.3.2015, το Εφετείο αναφέρθηκε στο αστικό αδίκημα της παράνομης κατακράτησης το οποίο συντελείται όταν ο παρακρατών το πράγμα αρνείται την επιστροφή του στον ιδιοκτήτη ή τον παρεμποδίζει από την ανάληψη της κατοχής του. Εφόσον αποδεικνύεται άρνηση επιστροφής με κατάλληλη μαρτυρία το αδίκημα στοιχειοθετείται, (Sidki v. Drymotis
(1962)C.L.R. 251 και Panayi v. Αρτεμίου κ.ά.
(1976)J.S.C. 1-4 σελ. 510).» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η παράνομη κατακράτηση πράγματος συνιστά συνεχιζόμενο αδίκημα και το αγώγιμο δικαίωμα εγείρεται, κατά πρώτο, την ημέρα της άρνησης του Εναγόμενου να το επιστρέψει και συνεχίζεται μέχρι την παράδοση του πράγματος[18]. Όσον αφορά την έννοια του «πράγματος» όπως αυτή χρησιμοποιείται στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ.148 στο ερμηνευτικό Άρθρο 2 «κινητή ιδιοκτησία» σημαίvει «όλα τα άψυχα πράγματα και ζώα, και περιλαμβάvει χρήματα, τoυς καρπoύς δέvτρωv και αμπελιώv, δημητριακά, λαχαvικά και άλλες σoδειές και ύδωρ είτε απoχωρίστηκαv από τη γη είτε όχι». Είναι σημαντικό στο σημείο αυτό να παραπέμψουμε και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνέταιροι κ.ά (ανωτέρω) όπου λέχθηκαν τα εξής σχετικά με την ερμηνεία του «πράγματος»: «Δεν είναι ορθό το επιχείρημα του εφεσείοντος ότι το άρθρο 37 δεν καλύπτει την περίπτωση διότι αυτή αφορούσε σε πνευματική ιδιοκτησία και όχι σε πράγμα. Το πνευματικό έργο όλου του συνεταιρισμού αφορούσε τη σκέψη και τη νοητική εργασία όλων των συνεταίρων, περιλαμβανομένου και του εφεσείοντος. Η πνευματική αυτή εργασία όμως δεν παρέμενε νεφελώδης και νοητική. Εκφραζόταν στη βάση αρχιτεκτονικών σχεδίων και στατικών μελετών που μεταφέρονταν σε δισκάκια. Και είναι αυτά που ο εφεσείων κατακρατούσε μη παραχωρώντας πρόσβαση στους υπόλοιπους». Στη βάση των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω προκύπτει ότι η κατακράτηση πράγματος περιλαμβάνει και τα χρήματα (money). Aναφορά μπορεί, επίσης, να γίνει στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας (Κύπρου) v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2009)1 Α.Α.Δ. 714[19]. Με βάση τις πρόνοιες του εδαφίου
(2)του Άρθρου 37, το βάρος απόδειξης της νομιμότητας της κατακράτησης φέρει ο Εναγόμενος. Με βάση το Άρθρο 38 του Κεφ.148 σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώσει την ύπαρξη παράνομης κατακράτησης πράγματος δύναται «αφoύ λάβει υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης, vα διατάξει επιστρoφή της κατακρατoύμεvης ιδιoκτησίας επιπρόσθετα με oπoιαδήπoτε άλλη θεραπεία πoυ πρovoείται από τo Νόμo αυτό ή αvτί της θεραπείας αυτής». Με βάση την Αγγλική νομολογία και συγκεκριμένα την υπόθεση General and Finance Facilities Ltd v. Cooks Cars (Romford) Ltd
(1963)1 W.L.R. 644 η οποία αναφέρθηκε και στην υπόθεση Panayi v Artemiou and others
(1976)3 J.S.C. 510, σε Αγωγή για παράνομη κατακράτηση πράγματος η απόδοση θεραπείας δύναται να έχει τρείς μορφές, ως ακολούθως: (α) Η επιδίκαση αποζημιώσεων για την κατακράτηση, (β) Επιστροφή της περιουσίας ή πληρωμή της αξίας του, (γ) επιστροφή της περιουσίας και αποζημιώσεις για την κατακράτησή Ευρήματα/Διαπιστώσεις - Τελικά Συμπεράσματα Κατ΄ακολουθίαν όλων των πιο πάνω δύνανται να διατυπωθούν τα ακόλουθα ευρήματα/διαπιστώσεις και τελικά συμπεράσματα: ▬ Στις 7/11/2000 η Ενάγουσα μαζί με την Εναγόμενη 1 υπέγραψαν την Συμφωνία Προαίρεσης (call option) για την αγορά μετοχών της CLR Investment Fund Ltd. Το δικαίωμα αυτό έπρεπε να ασκηθεί εντός συγκεκριμένης χρονικής περιόδου και για συγκεκριμένο τίμημα. ▬ Στις 30/11/2000 υπεγράφη μεταξύ της Ενάγουσας, της Εναγόμενης 1, του Λ. Παναγιωτίδη και της Starcloud Συμφωνία Εκχώρησης Τεκμήριο 7 δια της οποίας όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απέρρεαν από την Συμφωνία Προαίρεσης μεταβιβάζονταν από την Ενάγουσα προς την Starcloud. Προς συμμόρφωση των πιο πάνω παραχωρήθηκε από τον Λ. Παναγιωτίδη προσωπική εγγύηση. ▬ Η Εναγόμενη 1 εξάσκησε το πιο πάνω δικαίωμα πώλησης μετοχών αποστέλλοντας σχετική επιστολή ημερ. 24/6/2001 προς την Starcloud με κοινοποίηση τον Λ. Παναγιωτίδη (Τεκμήριο 18Α). Η Starcloud αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να πληρώσει το σχετικό ποσό προς την Εναγόμενη
  1. ▬ Κατά τον ουσιώδη χρόνο η Ενάγουσα διατηρούσε καταθέσεις στην Εναγόμενη 1 στους λογαριασμούς με αρ. FN 6315 και FN
  2. Είχε προηγηθεί κατάθεση των επιταγών ημερ. 25/10/2004 (Τεκμήριο Α1 προς Αναγνώριση και μετέπειτα Τεκμήριο 18Α) και ημερ. 22/11/2004 (Τεκμήριο Α2 προς Αναγνώριση και μετέπειτα Τεκμήριο 18Β). Με την επιταγή Τεκμήριο 18Α η Εναγόμενη 1 είχε ανοίξει τον λογαριασμό FN 6315 και με την επιταγή Τεκμήριο 18Β τον λογαριασμό FN
  3. Ακολούθησε η έκδοση και παράδοση στην Ενάγουσα των Πιστοποιητικών Κατάθεσης Τακτής Προθεσμίας Τεκμήρια 9Α και 9Β. Για τις πιο πάνω επιταγές η Εναγόμενη 1 εξέδωσε προς την Ενάγουσα τις αποδείξεις είσπραξης ημερομηνιών 27/10/2004 και 23/11/2004, Τεκμήρια 19Α και 19Β, αντίστοιχα. ▬ Σκοπός των καταθέσεων στους επίδικους λογαριασμούς ήταν να λειτουργούν ως τοκοφόρες καταθέσεις προς όφελος της Ενάγουσας με ετήσιο επιτόκιο 6,25% (Τεκμήρια 9Α και 9Β). ▬ Στις 3/11/2004 και 16/11/2004 ο Λ. Παναγιωτίδης υπέγραψε εκ μέρους της Ενάγουσας, χωρίς να έχει προς τούτο την εξουσιοδότηση της, τις επιστολές εγγύησης Τεκμήρια 10 και 11 προς όφελος της Εναγόμενης 1 για δέσμευση των ποσών που βρίσκονταν κατατεθειμένα στους επίδικους λογαριασμούς. ▬ Παρά το γεγονός ότι η Ενάγουσα ειδοποίησε τους Εναγόμενες και απαίτησε τη διάθεση των ποσών και αποδέσμευση των επίδικων λογαριασμών τους αποστέλλοντας, μεταξύ άλλων, και τις επιστολές των Δικηγόρων της ημερ. 27/10/2009 και 17/11/2009 (Τεκμήρια 13Α και 13Β) οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν να συμμορφωθούν. ▬ Με επιστολή της Εναγόμενης 1 ημερ. 4/11/2009 προς τον Οικονομικό Διευθυντή της Εναγόμενης 2 δόθηκαν οδηγίες για τον συμψηφισμό των πιο πάνω καταθέσεων περιλαμβανομένων όλων των τόκων έναντι της οφειλής της Starcloud. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω με βάση το εδάφιο
(2)του Άρθρου 37 το βάρος απόδειξης της νομιμότητας της κατακράτησης φέρει ο Εναγόμενος. Είναι σαφές, επομένως, ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων και διαπιστώσεων ότι οι Εναγόμενες δεν έχουν αποσείσει το βάρος που είχαν να δείξουν ότι έδρασαν νόμιμα και ότι έχουν, συνεπώς, νόμιμη κατοχή των χρημάτων. Στη βάση όλων των πιο πάνω προκύπτει ότι η Εναγόμενη 1 παράνομα αρχικά δέσμευσε τις καταθέσεις της Ενάγουσας και αργότερα, όταν ζητήθηκε από την Ενάγουσα η επιστροφή τους, προχώρησε στην ιδιοποίηση τους. Κατάληξη Κατ΄ακολουθίαν όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει την απαίτηση της εναντίον των Εναγομένων 1 και
  1. Ως εκ τούτου εκδίδεται Απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για τα ποσά που αναφέρονται στα αιτητικά υπό στοιχεία Α και Β συνολικού ύψους €564.246,11 πλέον τόκο ως το αιτητικό υπό στοιχείο Γ. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1]Δέστε Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 101/11, ημερ. 19/7/
  2. [2] Δέστε Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056. [3] Δέστε Halfdan Grieg ν. Stirling Coal Corpn [1973] 1 All E.R. 545 (Kerr, J.)· Panayiotou v. Island Beach Development
(1985)1 C.L.R. 623. [4] Δέστε Πολύφημος Χοτέλς Λτδ ν. Γεώργιο Ν. Μούτση
(2000)1 Α.Α.Δ 1809. [5] Δέστε Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1156, Θεολόγου κ.ά. v. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407, 413 και Saab a.o. v. Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499. [6] Δέστε Σύλλογος «Ανόρθωσις» Αμμοχώστου δια του Προέδρου αυτού Κίκη Κωνσταντίνου ν. «Απόλλων» Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Λεμεσού δια του Γενικού Γραμματέα Γιώργου Παπά
(2002)1 Α.Α.Δ 518. [7] «Εμείς η Euroinvestment and Finance Limited αναγνωρίζουμε και αποδεχόμαστε την πιο πάνω εκχώρηση και αναλαμβάνουμε να τηρήσουμε όλες τις υποχρεώσεις μας οι οποίες πηγάζουν από τη συμφωνία ημερ. 7/11/2000 προς την Starcloud Ιnvestments Limited ως εάν η Starcloud Ιnvestment Limited ήταν αρχικό μέρος της συμφωνίας ημερ. 7/11/2000 υπό την προϋπόθεση ότι και η Starcloud Investments Limited θα τηρήσει όλες τις σχετικές της υποχρεώσεις προς εμάς». [8] Δέστε Vassos Ayiomamitis Developments Limited v. Thomaide
(2000)1 Α.Α.Δ.
  1. [9] Δέστε σελίδα 7 των πρακτικών ημερ. 11/12/
  2. [10] «.υπήρχε η κατάθεση των 200 000 από την εταιρεία συμφερόντων του Ομίλου CLR, σε κάποιο στάδιο το 2004 ζήτησαν να αποσύρουμε τα χρήματα αυτά, ζήτησαν να αποσύρουμε τα χρήματα αυτά που δεν ήταν δεσμευμένα και εγώ πήρα τη θέση ότι και ζητούσαν να τους στείλουμε τα χρήματα αυτά, ότι ήταν πολύ επείγον για αυτούς διότι τα χρήματα αυτά ήταν χρήματα πελατών και έπρεπε η εταιρεία CLR Stockbrokers Ltd να τα αποδώσει στους ιδιοκτήτες. Εγώ πήρα τη θέση ότι θα το πράξουμε αυτό μόνο αν έρθει μια άλλη κατάθεση και δεσμευθεί για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των Τεκμηρίων 6 και 7 και αυτό έπραξε και έφερε τις 2 καταθέσεις ειδικά με τον σκοπό να δεσμευτούν για να αποδεσμευτούν οι 200 000 της CLR Stockbrokers Ltd που πράγματι αποδεσμεύσαμε σαν αποτέλεσμα της ενεχυρίασης των νέων καταθέσεων. E. Οι 200 000 ήταν δεσμευμένες; A. Οι 200 000 της CLR Stockbrokers Ltd δεν ήταν δεσμευμένες. .[..]». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) [11] Δέστε σελίδες 9-10 των Πρακτικών ημερ. 6/2/
  3. [12] E. Εκείνο που γνωρίζετε και λέτε είναι ότι σίγουρα στα Τεκμήρια 10 και 11 δεν είχε εξουσιοδότηση να δεσμεύει την Ενάγουσα, ο κύριος Παναγιωτίδης; A. Εγώ λέω ότι δεν είχε τη συγκεκριμένη εξουσιοδότηση και είναι κάτι που αποδεικνύεται και από τα Τεκμήρια που έχετε προσκομίσει εσείς. [13] Δέστε Paneuropean Insurance Co. Ltd v Χειμάρη
(2004)1 Α.Α.Δ. 713. [14] Δέστε σελίδα 847 του πιο πάνω Συγγράμματος. [15] «[..] Οι επιστολές της εταιρείας CLR Capital Ltd (μεταγενέστερα μετονομασθείσα σε CLR Capital Public Ltd) ημερομηνίας 3 Νοεμβρίου 2004 και 16 Νοεμβρίου 2004 που φέρονται να δόθηκαν στην Euroinvestment για σκοπούς εξασφάλισης πληρωμής υποχρεώσεων της Starcloud Investments Ltd μέσω δέσμευσης των λογαριασμών της CLR Public Capital Ltd με αριθμούς FN6315 και FN6321 αντίστοιχα, πέραν και ανεξάρτητα από το ότι δεν έχουν εξουσιοδοτηθεί από την CLR Public Capital Ltd, σε κάθε περίπτωση δόθηκαν χωρίς οποιαδήποτε αντιπαροχή και πολύ μεταγενέστερα της υποκείμενης συναλλαγής. Οι εν λόγω επιστολές της CLR Public Capital Ltd είναι άκυρες και χωρίς αποτέλεσμα και η κατακράτηση από τους πελάτες σας των χρημάτων που βρίσκονται κατατεθειμένα στους πιο πάνω λογαριασμούς είναι παράνομη και αδικαιολόγητη.[..]» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) [16] Δέστε Sidki v Drymiotis
(1962)C.L.R.
  1. [17] Δέστε, επίσης, Gabstore Trading Ltd v. Μαιφώσιη ECLI:CY:AD:2015:A227, Πολιτική Έφεση αρ. 194/2010, ημερ. 30/3/
  2. [18] Δέστε Panayi v Artemiou and others
(1976)3 J.S.C. 510 και General and Finance Facilities Ltd v. Cooks Cars (Romford) Ltd
(1963)1 W.L.R. 644. [19] «Η ιδιοποίηση ως αστικό αδίκημα αναφέρεται κατά κύριο λόγο στην άνευ εξουσίας και δικαιώματος ανάληψη της κατοχής αγαθού και όπως εξηγείται στο σύγγραμμα του F. H. Lawson "Remedies of English law" σελ. 155 - 156, η ιδιοποίηση είναι: «the intentional taking of a chattel with a view to appropriating it, destroying it, selling it for one's own benefit,.....» Όπως περαιτέρω αναφέρθηκε στην υπόθεση Lipkin Gorman v. Karpnale Ltd [1991] 3 W.L.R. 10, απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων, ιδιοποίηση δεν υπάρχει για την κατοχή χρημάτων «taken and received as currency» (δέστε Orton v. Butler [1822] 5 B. & Ald. 652 και Foster . Green [1862] 7 H. & N. 881) και επομένως ως πλάσμα δικαίου («legal fiction»), είναι που επεκτάθηκε το δικαίωμα της αγωγής για ιδιοποίηση ώστε να περιλαμβάνει και το χαρτί της επιταγής και κατ' επέκταση το αναφερόμενο σ' αυτή, ποσό. Αυτή η επέκταση έγινε στην πορεία του χρόνου διότι παραδοσιακά το αδίκημα της ιδιοποίησης αφορούσε καθ' αυτό χειροπιαστά αγαθά που μπορούσαν να τύχουν φυσικής μεταφοράς ή κλοπής». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.