← Κύπρος

ASTROBANK LIMITED ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.α., Αίτηση/Έφεση αρ. 59/2018, 20/11/2020

ASTROBANK LIMITED ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.α., Αίτηση/Έφεση αρ. 59/2018, 20/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A540 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αίτηση/Έφεση αρ. 59/2018 Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, και τους τροποποιητικούς Νόμους 3/60 μέχρι 155(Ι)/2013, Άρθρα 80, 81 και 85 και Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (9/1965), μέχρι (Αρ. 10) του 2015 και Τροποποιητικό Νόμο 10/2015 (Ν.139(Ι)/2015), Μέρους VIB «Προστασία Αγοραστών» Άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΓ Μεταξύ: ASTROBANK LIMITED, εκ Λεωφόρος Σπύρου Κυπριανού 1, 1065 Λευκωσία, Κύπρος Εφεσείουσα/Αιτήτρια -και-

  1. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, εκ Λευκωσίας
  2. Cyproperties Constructions Ltd (HE 76527) υπό εκκαθάριση, διά του Εκκαθαριστή της,
  3. XXXXX ΑΜΙΝ ΜΟΥΣΤΑΦΑ (Α.Δ.Τ. XXXXX9028), εκ Λευκωσίας Εφεσίβλητοι/Καθ'ων η Αίτηση Ημερομηνία: 20 Νοεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια/Εφεσείουσα: Μ. Μενελάου για Λ. Παπαφιλίππου & Σια ΔΕΠΕ Για Καθ΄ου η Αίτηση/Εφεσίβλητο 1: κα Κ. Παπαδοπούλου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για Καθ΄ου η Αίτηση/Εφεσίβλητο 3: Χρ. Χριστοφόρου για Χρίστος Σ. Χριστοφόρου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Επιδιωκόμενες Θεραπείες Με την παρούσα Αίτηση/Έφεση η Αιτήτρια/Εφεσείουσα αξιώνει από το Δικαστήριο την έκδοση των πιο κάτω Διαταγμάτων: Α. Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου δια της οποίας να κηρύσσεται άκυρη και/ή παράνομη και/ή άνευ οποιουδήποτε νομικού και/ή δεσμευτικού αποτελέσματος και/ή δια της οποίας το Δικαστήριο να προβεί στην ακύρωση της Απόφασης του Διευθυντή και/ή του Ανώτερου Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας η οποία περιέχεται στην ειδοποίηση ημερ. 24/1/2018 με Αρ. Φακ. ΑΕΑ 383/2016, Τεκμήριο Α της παρούσας. Β. Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η Απόφαση του Διευθυντή και/ή του Ανώτερου Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας η οποία περιέχεται στην ειδοποίηση ημερ. 24/1/2018 με Αρ. Φακ. ΑΕΑ 383/2016, Τεκμήριο Α της παρούσας, με την οποία ειδοποιεί για την μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι του Εφεσίβλητου/Καθ'ου η Αίτηση 3 δυνάμει σύμβασης ενώ το ακίνητο βαρύνεται από τις υποθήκες XXXXX/2002 και XXXXX/2004 προς όφελος και/ή εξασφάλιση της Εφεσείουσας/Αιτήτριας. Γ. Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία ο Νόμος 142(Ι)/2014 δυνάμει του οποίου προστέθηκε το Μέρος VIA στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο (Ν.9/1965), να κηρύσσεται ως αντισυνταγματικός. Προβαλλόμενοι Λόγοι Οι Λόγοι για τους οποίους η Αιτήτρια/Εφεσείουσα προσβάλλει την Απόφαση/Ειδοποίηση του Διευθυντή Κτηματολογίου ημερ. 24/1/2018 είναι οι ακόλουθοι:
  4. Ο Διευθυντής και/ή ο Ανώτερος Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας προέβη στην εφεσιβληθείσα Απόφαση στη βάση διατάξεων νόμου οι οποίες είναι αντισυνταγματικές ως αναλύεται πιο κάτω.
  5. Η εφεσιβληθείσα Απόφαση στη βάση των Άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο Ν. 9/1965, όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Αρ. 10/2015 (Ν. 139(Ι)/2015), (στο εξής «ο Νόμος»), παραβιάζει και περιορίζει το δικαίωμα που διασφαλίζεται από το Άρθρο 25

(1)του Συντάγματος, για άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος, απασχόλησης, εμπορίου και/ή επικερδούς εργασίας, εφόσον:
  1. Παρεμβαίνει στο δικαίωμα της Αιτήτριας να οργανώνει ελεύθερα και να προγραμματίζει την επιχειρηματική της δραστηριότητα ως αυτή κρίνει ορθή μέσα στα πλαίσια του νόμου και με σκοπό την κερδοφορία.
  2. Καταργεί το δικαίωμα διεκδίκησης των οφειλόμενων προς την Αιτήτρια ποσών σύμφωνα με τις υποθήκες και/ή συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων (όπως αυτές καθορίζονται στην επισυναπτόμενη Ένορκη Δήλωση της κας Λοϊζίδου) και/ή παραβιάζει το εν λόγω δικαίωμα στερώντας το δικαίωμα της Αιτήτριας στην εξασφάλιση των επίδικων υποθηκών.
  3. Ο Νόμος παραβιάζει το εν λόγω δικαίωμα χωρίς οποιαδήποτε αιτιολόγηση και χωρίς να στοιχειοθετείται η ανάγκη ούτε να συντρέχει οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 25
(2)του Συντάγματος που να δικαιολογεί τον περιορισμό του θεμελιώδους δικαιώματος αυτού. 3. Η εφεσιβληθείσα Απόφαση συνιστά παραβίαση των Άρθρων 23
(1), 23
(2)και 23
(4)του Συντάγματος καθώς:
  1. Επιβάλλει αδικαιολόγητα στέρηση, επιβάρυνση και/ή περιορισμούς πάνω στο δικαίωμα ιδιοκτησίας και/ή περιουσίας της Αιτήτριας χωρίς να αποδίδεται σ' αυτή οποιαδήποτε δίκαια αποζημίωση.
  2. Περιορίζει και/ή απαλλοτριώνει το αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας ως ενυπόθηκου δανειστή έναντι της οφειλέτιδας, Εφεσίβλητης/Καθ' ης η Αίτηση 2, και/ή το δικαίωμα της να διεκδικήσει το οφειλόμενο προς αυτήν χρέος και/ή τα συμβατικά της δικαιώματα που συνιστούν ιδιοκτησία προστατευόμενη από το Άρθρο
  3. Παραβιάζει και περιορίζει το δικαίωμα που προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος, χωρίς οποιονδήποτε λόγο που με βάση το Άρθρο 23 θα δικαιολογούσε τέτοιο περιορισμό.
  4. Η εφεσιβληθείσα Απόφαση είναι παράνομη αφού προσκρούει στις πρόνοιες του Πρώτου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον κυρωτικό Νόμο Ν. 39/
  5. Η προσβαλλόμενη Απόφαση είναι αντισυνταγματική αφού επίσης παραβιάζει το Άρθρο 26 του Συντάγματος:
  6. Παρεμβαίνοντας στις ήδη αποκρυσταλλωμένες συμβατικές σχέσεις της Αιτήτριας με την ενυπόθηκο οφειλέτιδα, Εφεσίβλητη/Καθ' ης η Αίτηση 2
  7. Παρεμβαίνοντας στο δικαίωμα της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση 2 να επιλέξουν και/ή να διαμορφώσουν ελεύθερα το περιεχόμενο και/ή τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης.
  8. Εκ των υστέρων τροποποιώντας και/ή καταργώντας συμβάσεις (τις υποθήκες και τις συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων) κατά τρόπο αντίθετο προς τη βούληση των συμβαλλομένων.
  9. Κατεδαφίζοντας τα θεμέλια της συμβατικής διευθέτησης των μερών και προκαλώντας αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών.
  10. Οι πιο πάνω παραβιάσεις γίνονται άνευ οποιασδήποτε δικαιολόγησης και χωρίς να βασίζονται στις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων.
  11. Ο Διευθυντής και/ή ο Ανώτερος Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας, ενώ είχε ενώπιον του την Ένσταση της Εφεσείουσας η οποία του κοινοποιήθηκε στις 29/12/2017, αδικαιολόγητα και/ή αυθαίρετα και/ή αόριστα και/ή εκτός του πλαισίου του Νόμου απέρριψε την Ένσταση της Εφεσείουσας/Αιτήτριας, παραβλέποντας και/ή αγνοώντας και/ή μη λαμβάνοντας υπόψη του τα συμφέροντα και/ή δικαιώματα της Εφεσείουσας/Αιτήτριας.
  12. Ο Διευθυντής και/ή ο Ανώτερος Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας, ενώ είχε ενώπιον του την Ένσταση της Εφεσείουσας η οποία του κοινοποιήθηκε στις 29/12/2017 προχώρησε στην απόρριψη της χωρίς να δικαιολογήσει και/ή επεξηγήσει επαρκώς και δεόντως την απόρριψη του υπό κρίση αιτήματος και η Απόφαση του πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας και/ή επαρκούς αιτιολογίας και/ή δεν γίνεται πλήρης και/ή λεπτομερής αναφορά στους παράγοντες που λήφθηκαν υπόψη για την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας.
  13. Ο Διευθυντής και/ή ο Ανώτερος Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας πήρε την Απόφαση να προβεί στην απαλλαγή του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/XXXXX τεμ. XXXXX, στην ενορία Παναγίας, Λευκωσία, από τις υποθήκες με αρ. XXXXX/2002 και XXXXX/2004 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας και ενέκρινε την μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή XXXXX Αμίν Μουσταφά, Καθ'ου η Αίτηση 3, χωρίς να προσμετρήσει όλους τους συναφείς παράγοντες και προβλεπόμενες από τους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015 (Κ.Δ.Π. 298/2015) παραμέτρους, όπως, μεταξύ άλλων, το ποσό του υπολοίπου χρέους, τις εκθέσεις εκτίμησης που ετοιμάστηκαν για το σκοπό αυτό, την αξία των εγγεγραμμένων υφιστάμενων εμπράγματων βαρών ή απαγορεύσεων που βαρύνουν το εν λόγω ακίνητο.
  14. Ο Διευθυντής και/ή ο Ανώτερος Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας προέβηκε στην εφεσιβληθείσα Απόφαση επικαλούμενος γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, χωρίς να λάβει υπόψη την αξία της υπό κρίση υφιστάμενης υποθήκης ως όφειλε και/ή ενήργησε εκτός του πλαισίου του νόμου.
  15. Η εφεσιβληθείσα Απόφαση του Διευθυντή και/ή του Ανώτερου Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας είναι παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή λανθασμένη και/ή αυθαίρετη και/ή δεν βασίστηκε και/ή δεν έλαβε υπόψη όλα τα πραγματικά γεγονότα και/ή δεδομένα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και που είχε υποχρέωση να προσμετρήσει.
  16. Η εφεσιβληθείσα Απόφαση του Διευθυντή και/ή του Ανώτερου Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας είναι εσφαλμένη καθότι δεν έλαβε υπόψη γεγονότα και/ή στοιχεία που όφειλε να λάβει υπόψη και/ή παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι η εξασφάλιση της Εφεσείουσας/Αιτήτριας δυνάμει των υποθηκών με αρ. XXXXX/2002 και XXXXX/2004 θα έπρεπε να διασφαλισθεί και/ή εξασφαλισθεί.
  17. Ο Διευθυντής και/ή ο Ανώτερος Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας παρέλειψε να εξετάσει την υπό κρίση υπόθεση ακολουθώντας την νόμιμη και/ή ορθή και/ή δέουσα διαδικασία και/ή πρακτική.
  18. Ο Διευθυντής και/ή ο Ανώτερος Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας παρέλειψε να εξετάσει την υπό κρίση υπόθεση τηρώντας τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης.
  19. Η εφεσιβληθείσα Απόφαση του Διευθυντή και/ή του Ανώτερου Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας είναι εσφαλμένη και/ή αυθαίρετη και στηρίζεται σε πλάνη περί τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και περί των νομικών κριτηρίων που θέτει το Άρθρο 44ΚΒ
(4)του Μέρους VIB «Προστασία Αγοραστών» του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (9/1965) και ο κανονισμός 8 των Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμών του 2015 (Κ.Δ.Π. 298/2015) με αποτέλεσμα η Εφεσείουσα/Αιτήτρια να πλήττεται αφόρητα και/ή ανεπανόρθωτα και/ή κινδυνεύει να παραμείνει ανεξασφάλιστος οφειλέτης εις βάρος των συμφερόντων της ως προς τις παραχωρηθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις, οι οποίες παρουσιάζουν μέχρι σήμερα χρεωστικό υπόλοιπο.
  1. Η εφεσιβληθείσα Απόφαση του Διευθυντή και/ή του Ανώτερου Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας είναι εσφαλμένη και/ή αυθαίρετη και στηρίζεται σε πλάνη περί τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αφού δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η Εφεσείουσα έχει καταχωρήσει την Αγωγή υπ' αριθμό XXXXX/14 εναντίον της Εφεσίβλητης 2 και των εγγυητών της αξιώνοντας μεταξύ άλλων και διατάγματα εκποίησης των Υποθηκών XXXXX/2002 και XXXXX/
  2. Η εφεσιβληθείσα Απόφαση του Διευθυντή και/ή του Ανώτερου Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας είναι εσφαλμένη και/ή αυθαίρετη και ελήφθη κατά παράβαση του Άρθρου 220 του περί Εταιρειών Νόμου αφού εναντίον της Εφεσίβλητης 2 έχει εκδοθεί Διάταγμα Εκκαθάρισης ημερομηνίας 22/1/2016 το οποίο δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την 20/1/
  3. Η εφεσιβληθείσα Απόφαση του Διευθυντή και/ή του Ανώτερου Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας ελήφθη κατά παράβαση των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας και κανονισμών και/ή κατά παράβαση του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Ένορκη Δήλωση Χρ. Λοϊζίδου Η παρούσα Αίτηση/Έφεση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Λοϊζίδου, η οποία είναι στην υπηρεσία της Αιτήτριας/Εφεσείουσας Τράπεζας. Σε αυτήν αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: · Η σχέση μεταξύ της Εφεσείουσας και της Εφεσίβλητης 2 άρχισε να υφίσταται τον Φεβρουάριο του 2002 με την παροχή Πιστωτικών Διευκολύνσεων υπό την μορφή Τρεχούμενου Λογαριασμού και Δανείου Τακτής Προθεσμίας. Αργότερα τον ίδιο χρόνο, στις 29/10/2002 δόθηκαν στην Εφεσίβλητη 2 περαιτέρω πιστωτικές διευκολύνσεις. Συγκεκριμένα, το όριο Υπεραναλήψεως του Τρεχούμενου Λογαριασμού αυξήθηκε, μετά από συμφωνία μεταξύ των μερών, στο ποσό των €256.290,21, παραχωρήθηκε Δάνειο Τακτής Προθεσμίας για το ποσό των €2.802.106,36 και διάφορες εγγυητικές επιστολές που θα δίδονταν για σκοπούς έκδοσης τίτλων. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 επιστολή έγκρισης ημερ. 29/10/2002 στην οποία φαίνονται όλες οι εγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις καθώς επίσης και οι εξασφαλίσεις που θα δίνονταν. · Προς εξασφάλιση όλων των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων, η Εφεσίβλητη 2 παραχώρησε προς όφελος της Εφεσείουσας, μεταξύ άλλων, την Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου υπ' αριθμό XXXXX/2002 ημερ. 31/10/2002 του Επ. Κτηματολογίου Λευκωσίας για το ποσό των Λ.Κ. 350.000 πλέον τόκους. Η εν λόγω Υποθήκη αφορούσε το ακίνητο υπ' αρ. Εγγραφής XXXXX, Φυλ./Σχ. ΧΧΙ/47W.Ι47.E.1, Τεμάχιο XXXXX, στη Παναγιά της Επαρχίας Λευκωσίας το οποίο ήταν ιδιοκτησία το όλο της Εφεσίβλητης 2 και υποθηκεύτηκε το όλο μερίδιο. Αντίγραφο της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκευσης Ακινήτου υπ' αριθμό XXXXX/2002 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  4. · Τον Μάρτιο του 2004, η Εφεσείουσα/Αιτήτρια παραχώρησε προς όφελος της Εφεσίβλητης 2 επιπλέον πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή παραχώρησε επιπλέον όριο στον Τρεχούμενο Λογαριασμό Υπεραναλήψεως που αναφέρεται ανωτέρω, εγκρίνοντας στις 8/3/2004 την αύξηση του ορίου από €256.290,21 σε €854.300,
  5. Επιστολή έγκρισης ημερ. 8/3/2004 στην οποία φαίνεται η έγκριση της αύξησης του προαναφερόμενου ορίου καθώς και δύο νέων δανείων επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  6. · Προς περαιτέρω εξασφάλιση για τις εν λόγω πιστωτικές διευκολύνσεις, ως φαίνεται και από το Τεκμήριο 4 πιο πάνω, η Εφεσίβλητη 2 παραχώρησε επιπλέον εξασφάλιση προς όφελος της Εφεσείουσας/Αιτήτριας, την Β σειράς Υποθήκη υπ' αριθμό XXXXX/2004 για το ποσό των Λ.Κ. 76.000 πλέον 7% κυμαινόμενο τόκο επί του ακινήτου με αρ. Εγγραφής XXXXX, Φυλ./Σχ. ΧΧΙ/47W.Ι47.E.1, Τεμάχιο XXXXX, στη Παναγιά της Επαρχίας Λευκωσίας το οποίο ήταν ιδιοκτησία το όλο της Εφεσίβλητης 2 και υποθηκεύτηκε το όλο μερίδιο. Αντίγραφο της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκευσης Ακινήτου υπ' αριθμό XXXXX/2004 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  7. · Στις 24/9/2010 στα πλαίσια αναχρηματοδότησης της Εφεσίβλητης 2 και/ή αναπροσαρμογής της συμβατικής της μεταξύ των μερών σχέσης η Εφεσείουσα ενέκρινε την τροποποίηση των πιστωτικών διευκολύνσεων. Επιστολή έγκρισης ημερ. 24/9/2010 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  8. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που δόθηκαν προς όφελος της Εφεσίβλητης 2, παραχωρήθηκε από την Cyproperties Developments & Constructions Ltd εγγύηση για το ποσό των €160.000 η οποία θα κάλυπτε όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις που εγκρίθηκαν από την Εφεσείουσα στις 24/9/
  9. Το Εγγυητήριο Έγγραφο ημερ. 24/9/2010 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  10. Οι Υποθήκες XXXXX/2002 και XXXXX/2004 θα συνέχιζαν σύμφωνα με το Τεκμήριο 6, να εξασφαλίζουν όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις που έλαβε η Εφεσίβλητη
  11. · Ένεκα της μη συμμόρφωσης της Εφεσίβλητης 2 με τις συμβατικές της υποχρεώσεις, ως αυτές απέρρεαν από τις κατά καιρούς Συμφωνίες για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων από την Εφεσείουσα, και ένεκα του γεγονότος ότι οι λογαριασμοί της Εφεσίβλητης 2 παρουσίαζαν καθυστερήσεις, η Εφεσείουσα με επιστολές της ημερ. 8/3/2012 τερμάτισε τη λειτουργία των πιστωτικών διευκολύνσεων της Εφεσίβλητης
  12. Δέσμη επιστολών τερματισμού και δέσμη προειδοποιητικών επιστολών επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 8 και 9 αντίστοιχα. · Ως εκ των ανωτέρω, η Εφεσείουσα καταχώρησε στις 6/10/2014 την υπ' αριθμό XXXXX/2014 Αγωγή του Ε. Δ. Λευκωσίας, με την οποία αξιώνει τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών της Εφεσίβλητης 2 καθώς επίσης και Διάταγμα εκποίησης του ακινήτου που αποτελεί το αντικείμενο των εν λόγω Υποθηκών υπ' αριθμούς XXXXX/2002 και XXXXX/
  13. Την 1/7/2016 ενώ η εν λόγω Αγωγή ήταν ορισμένη για Ακρόαση, οι δικηγόροι της Εφεσίβλητης 2 αποσύρθηκαν και η Αγωγή επαναορίστηκε για Οδηγίες με σκοπό να διορίσει νέους δικηγόρους η Εφεσίβλητη
  14. ένας από τους λόγους που οδήγησε τους δικηγόρους της Εφεσίβλητης 2 στην απόσυρση από την αγωγή XXXXX/2014 είναι το γεγονός ότι την 22/1/2016 εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου, στα πλαίσια της αίτησης Εκκαθάρισης υπ' αριθμό XXXXX/2014 του Ε.Δ. Λευκωσίας, με το οποίο διατάσσεται η εκκαθάριση της Εφεσίβλητης 2 και η περιουσία της Εφεσίβλητης 2 περιήλθε στα χέρια του Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 10 Διάταγμα Εκκαθάρισης ημερ. 22/1/2016 το οποίο δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 20/1/2017 (Τεκμήριο 11). · Ενόψει των πιο πάνω, στις 24/8/2016 η Εφεσείουσα καταχώρησε Αίτηση με την οποία ζητούσε την άδεια του Δικαστηρίου για συνέχιση της διαδικασίας στην Αγωγή 5528/2014 αλλά και της Έφεσης XXXXX/16 (της οποίας τα γεγονότα είναι παρόμοια με την παρούσα). Το Δικαστήριο εξέδωσε Διάταγμα συνέχισης της διαδικασίας στην Αγωγή XXXXX/2014 αλλά και της Έφεσης XXXXX/16 στις 23/12/2016 το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  15. · Εν τω μεταξύ, η Εφεσείουσα έλαβε στις 8/12/2017 ειδοποίηση υποβολής ένστασης δυνάμει του Άρθρου 44ΚΒ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτου ήτοι, Ειδοποίηση τύπου «ΙΕ», που έφερε ημερομηνία 21/11/
  16. Ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας καλούσε την Εφεσείουσα όπως εντός 45 ημερών υποβάλει ένσταση στη μεταβίβαση του ακινήτου υπ' αρ. Εγγραφής 0/XXXXX Φυλ./Σχ. 21/47Ε1, Τεμάχιο XXXXX στην Παναγιά επ' ονόματι του XXXXX Αμίν Μουσταφά (Α.Δ.Τ. XXXXX9028), Εφεσίβλητου 3, ή να προβεί σε αίτηση μεταφοράς της εξασφάλισης που κατέχει επί του εν λόγω ακινήτου σε άλλο ακίνητο το οποίο ήθελε υποδείξει προς το Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Στην εν λόγω Ειδοποίηση γίνεται αναφορά στην αίτηση του Εφεσίβλητου 3 για μεταβίβαση του προαναφερθέντος ακινήτου επ' ονόματι του δυνάμει του ΠΩΕ3381/2007, η οποία φέρει αριθμό XXXXX/
  17. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 13 η Ειδοποίηση υποβολής ένστασης τύπος ΙΕ ημερ. 21/11/
  18. · Οι υποθήκες οι οποίες δόθηκαν προς όφελος της Εφεσείουσας επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής XXXXX, Φυλ./Σχ. ΧΧΙ/47W.Ι47.E.1, Τεμάχιο XXXXX, στη Παναγιά της Επαρχίας Λευκωσίας είναι προγενέστερες και συγκεκριμένα προηγούνταν όλων των εγγεγραμμένων επιβαρύνσεων, συμπεριλαμβανομένου και του ΠΩΕ3381/
  19. Δηλαδή, η Εφεσείουσα κατείχε την προνομιούχο πρώτη θέση σε περίπτωση εκποίησης του ενυπόθηκου και επιβαρυμένου ακινήτου. · Ως εκ τούτου και λόγω της πιο πάνω εξέλιξης που ήρθε εις γνώση της Εφεσείουσας, η Εφεσείουσα ασκώντας τα σχετικά της δικαιώματα ως αυτά απορρέουν από το Μέρος VIB του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (9/1965), στις 29/12/2017 απέστειλε στο Επ. Κτηματολόγιο Λευκωσίας επιστολή. Δια της επιστολής της, η Εφεσείουσα πρόβαλε την ένσταση της στην υλοποίηση της μεταβίβασης του ακινήτου, την οποία υποστήριξε με Ένορκη Δήλωσή μου και επισυνημμένα σχετικά τεκμήρια. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 14 η επιστολή της Εφεσείουσας ημερ. 29/12/2017 μαζί με την Ένορκη Δήλωση και τα σχετικά τεκμήρια που αναφέρονται ανωτέρω. · Το Επ. Κτηματολόγιο Λευκωσίας απέστειλε στους δικηγόρους της Εφεσείουσα επιστολή ημερ. 24/1/2018 και με την οποία τους ενημέρωνε ότι η ένσταση της Εφεσείουσας στην μεταβίβαση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ. 21/47Ε1, τεμάχιο XXXXX στην Παναγιά στην Επαρχία Λευκωσίας δεν γίνεται αποδεχτή προβάλλοντας τους εξής λόγους:-
  20. Οι λόγοι που αναφέρονται στην ένσταση της Εφεσείουσας σύμφωνα με το Νόμο 9/1965, δεν εμποδίζουν τον Διευθυντή να προχωρήσει στην μεταβίβαση του ακινήτου και
  21. Η κατάθεση της Σύμβασης Πώλησης ημερ. 7/9/2007 έγινε δεκτή στο Κτηματολόγιο στις 10/9/2007 επειδή τηρήθηκαν όλες οι αναγκαίες διατυπώσεις, σύμφωνα με τον Περί Πώλησης Γης Νόμο κεφ.
  22. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 16 η επιστολή ημερ. 24/1/2018 Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση τόσο από τον Καθ΄ου η Αίτηση 1 όσο και από τον Καθ΄ου η Αίτηση
  23. Ένσταση Καθ΄ου η Αίτηση 1 - Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση τόσο από τον Καθ΄ου η Αίτηση 1 όσο και από τον Καθ΄ου η Αίτηση
  24. Οι βασικοί Λόγοι Ένστασης από μέρους του Καθ΄ου η Αίτηση 1 είναι οι ακόλουθοι: □ Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή, πλήρως αιτιολογημένη και/ή η διαδικασία που εκτίθεται στο φάκελο ΑΕΑ383/2016 είναι καθόλα νόμιμη, ορθή και σύμφωνη με το Σύνταγμα, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής «η ΕΣΔΑ»), το πρώτο πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, □ Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβιάζει το Άρθρο 25
(1)του Συντάγματος και/ή δεν παρεμβαίνει στο δικαίωμα της Αιτούσας/Εφεσειούσας για άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος, απασχόλησης, εμπορίου και επικερδούς εργασίας και/ή δεν καταργεί το δικαίωμα διεκδίκησης των οφειλομένων προς την Αιτούσα/Εφεσειούσα ποσών, αφού δίνεται το δικαίωμα μεταφοράς των υποθηκών □ Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβιάζει τις πρόνοιες των εγγράφων υποθήκης που υπογράφηκαν μεταξύ της Αιτούσας/Εφεσειούσας και της Καθ΄ης/Εφεσίβλητης αρ. 2 και/ή σε καμία περίπτωση δεν τάσσεται υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη για να μπορεί αυτός να αποφύγει συμβατικές του υποχρεώσεις προς την Αιτούσα/Εφεσειούσα. Η Αιτούσα/Εφεσειούσα, ειδοποιήθηκε για το δικαίωμα της να υποβάλει ένσταση ή αίτηση για μεταφορά των υποθηκών της και προτίμησε να υποβάλει Ένσταση στην οποία προέβαλε ζητήματα συνταγματικότητας του Νόμου. Ουδέποτε υπέβαλε αίτηση για μεταφορά της Υποθήκης σε άλλη περιουσία της Καθ' ης/Εφεσίβλητης υπ' αρ. 2, ως προνοείται από τον Νόμο. □ Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβιάζει ούτε περιορίζει και/ή δεν περιορίζει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της Αιτούσας/εφεσείουσας δυνάμει του Άρθρου 23 του Συντάγματος □ Με τον υπό εξέταση Νόμο προστατεύεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου κατά τρόπο εύλογο, αναλογικό και συνταγματικά επιτρεπτό. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση και/ή ανεπίτρεπτο περιορισμό και/ή στέρηση του δικαιώματος περιουσίας του αγοραστή. □Η απουσία νομοθετικής ρύθμισης αναφορικά με την τυχόν καταβολή αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή ή/και σε άλλο πρόσωπο δεν καθιστά τον υπό εξέταση Νόμο και/ή τις πρόνοιες του αντισυνταγματικές. Περαιτέρω, από τον Νόμο προβλέπεται το δικαίωμα υποβολής αίτησης για μεταφορά του εμπράγματου βάρους σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του πωλητή, προβλέπεται δηλαδή μηχανισμός για να παραμείνει η εξασφάλιση της Αιτούσας/Εφεσειούσας έναντι των χρεών του πωλητή. □ Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβιάζει το Άρθρο 26 του Συντάγματος καθότι ο πυρήνας του δικαιώματος που προστατεύει του εν λόγω άρθρου δεν επηρεάζεται, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων παραμένουν σε ισχύ. □ Καμία παράβαση του Άρθρου 220 του περί Εταιρειών Νόμου δεν στοιχειοθετείται και/ή δεν αποδεικνύεται καθώς το υπό αναφορά άρθρο αναφέρεται σε δικαστικές διαδικασίες και/ή αγωγές εναντίον της εταιρείας. Η παρούσα απόφαση του Διευθυντή αφορά στην δέσμια αρμοδιότητα του να εφαρμόζει τους εκάστοτε εν ισχύ Νόμους και Κανονισμούς. Ένορκη Δήλωση Ι. Ματθαίου Η Ένσταση του Καθ΄ου η Αίτηση 1 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Ματθαίου, Κτηματολογικού Λειτουργού στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: § Ο κ. XXXXX Αμίν Α.Δ.Τ. XXXXX9028 από Άγιο Ιωάννη Λεμεσού (στο εξής «ο Καθ' ου/Εφεσίβλητος υπ΄αρ. 3») κατέθεσε στο Επ. Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας στις 10/9/2007 την Σύμβαση Πώλησης ημερ. 7/9/2007 μεταξύ της εταιρείας CYPROPERTIES CONSTUCTIONS LIMITED (HE76527) (Πωλητές) και των ίδιου σαν αγοραστή για το διαμέρισμα αρ. XXXXX, στον 2ον όροφο με αποθήκη αρ. XXXXX και χώρο στάθμευσης αρ. XXXXX επί του τεμαχίου XXXXX, τμήμα Ε, τότε αρ. εγγραφής XXXXX, ενορία Παναγία του Δήμου Λευκωσίας ΠΩΕ 3381/
  1. Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α, δέσμη εγγράφων που περιέχει (α) Αντίγραφο της αίτησης κατάθεσης αντιγράφου της συμβάσεως πωλήσεως ακίνητης ιδιοκτησίας (β) αντίγραφο της απόδειξης πληρωμής τελών και δικαιωμάτων του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και (γ) αντίγραφο της Συμφωνίας Πώλησης ημερ. 7/9/
  2. § Το πιο πάνω διαμέρισμα είναι σήμερα εγγεγραμμένο στα Κτηματικά Μητρώα με αρ. εγγραφής 0/XXXXX ημερ. 17/5/2011, ενορία Παναγία, του Δήμου Λευκωσίας, για το όλο μερίδιο στο όνομα της εταιρείας CYPROPERTIES CONSTRUCTIONS LIMITED (αλλαγή ονόματος εταιρείας) από Θεμιστοκλή Δέρβη 41, Διαμ. 506, 1066 Λευκωσία, όπως φαίνεται στην Έκθεση Λεπτομερειών Ακινήτου, η οποία επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β. Σημειώνεται ότι για την εταιρεία έχει διοριστεί διαχειριστής παραλήπτης σύμφωνα με ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης ο Λεωνίδας Κίμωνος. § Στις 4/4/2016, ο Καθ' ου/Εφεσίβλητος υπ' αρ. 3, κατέθεσε στο Επ. Κτηματολογικό Γραφείο, σύμφωνα με τον περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεων Ακινήτων Νόμο. Ν. 9/1965όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον Νόμο 139(Ι)/2015 την Αίτηση Μεταβίβασης ακινήτου επ΄ ονόματι του αγοραστή, η οποία έλαβε τον αριθμό ΑΕΑ383/2016 (Αίτηση Εγκλωβισμένων Αγοραστών).Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως, μαζί με αντίγραφο της απόδειξης είσπραξης Τελών και Δικαιωμάτων του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. § Μαζί με την αίτηση του, ο Καθ' ου/Εφεσίβλητος υπ΄αρ. 3 προσκόμισε Ένορκη Δήλωση με τεκμήριο βεβαίωση από την πωλήτρια εταιρεία για την αποπληρωμή του πιο πάνω αγορασθέντος διαμερίσματος, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ. § Ακολούθως, στις 27/6/2017 με επιστολή ο Καθ' ου/Εφεσίβλητος υπ΄ αρ. 3 (αγοραστής ειδοποιήθηκε να προσκομίσει διάφορές φοροαπαλλαγές και βεβαιώσεις. Αντίγραφο της επιστολής ημερ. 27/6/2017 επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε. § Ο Καθ΄ου/Εφεσίβλητος υπ΄αρ. 3 προσκόμισε (α) Βεβαίωση από τον Δήμο Λευκωσίας, αντίγραφο της οποίας παρουσιάζεται και επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΣΤ1, (β) Βεβαίωση από το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας, αντίγραφο της οποίας παρουσιάζεται και επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΣΤ2 και (γ) Βεβαίωση από το Τμήμα Φορολογίας αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΣΤ
  3. § Στις 21/11/2017 στάληκε προς την Αιτήτρια/Εφεσείουσα, με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο Ειδοποίηση (Τύπος ΙΕ) για υποβολή ένστασης στην Μεταβίβαση του ακινήτου ή αίτηση μεταφοράς των XXXXX/2002 και XXXXX/2004 σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία της ιδιοκτήτριας εταιρείας, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ζ. § Την 14/12/2017 ελήφθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, επιστολή της Αιτήτριας/Εφεσειούσας ημερ. 14/12/2017, με την οποία η Αιτήτρια/Εφεσειούσα υπέβαλλε την Ένσταση της για την μεταβίβαση του ακινήτου, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Η. § Η Ένσταση εξετάστηκε και με απόφαση του Διευθυντή ημερ. 24/1/2018 απορρίφθηκε. Η απόφαση του Διευθυντή γνωστοποιήθηκε στην Αιτούσα/Εφεσειούσα με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο. Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Θ αντίγραφο της επιστολής ημερ. 24/1/
  4. Ένσταση Καθ΄ου η Αίτηση 3 - Λόγοι Ένστασης Οι βασικοί Λόγοι Ένστασης από μέρους του Καθ΄ου η Αίτηση 3 είναι οι ακόλουθοι: □ Οι πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΗ- 44ΚΖ του Νόμου ή/και οι Διατάξεις επί των οποίων βασίστηκε ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα. □ Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει ούτε περιορίζει και/ή δεν περιορίζει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της Αιτήτριας/Εφεσείουσας δυνάμει του Άρθρου 23 του Συντάγματος. □ Με τον υπό εξέταση Νόμο προστατεύεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου κατά τρόπο εύλογο, αναλογικό και συνταγματικά επιτρεπτό. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση και/ή ανεπίτρεπτο περιορισμό και/ή στέρηση του δικαιώματος περιουσίας του αγοραστή. □ Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει το Άρθρο 26 του Συντάγματος καθότι ο πυρήνας του δικαιώματος που προστατεύει το εν λόγω Άρθρο δεν επηρεάζεται, αφού τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων παραμένουν σε ισχύ. □ Ο Καθ' ου η Αίτηση ενήργησε καλόπιστα και τιμώντας το πωλητήριο έγγραφο εξόφλησε το τίμημα αγοράς του διαμερίσματος. Οποιαδήποτε ζημιά δεν μπορεί να επιζητηθεί από τους καλόπιστους αγοραστές που έχουν εκπληρώσει όλες τους τις συμβατικές υποχρεώσεις. □ Τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα παραβιάσει τα συνταγματικά δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση 3 για απρόσκοπτη απόλαυση της περιουσίας του και θα δώσει το δικαίωμα στην Αιτήτρια να προχωρήσει με εκποίηση περιουσίας του με αποτέλεσμα ο Καθ' ου η Αίτηση 3 να χάσει το διαμέρισμα το οποίο εξόφλησε ως προνοούσε το Πωλητήριο Έγγραφο και να υποστεί ασύμφορες ζημιές για τον ίδιο. □ Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή και/ή η διαδικασία που εκτίθεται στο φάκελο ΑΕΑ 383/2016 είναι καθ' όλα νόμιμη, ορθή και σύμφωνη με το Σύνταγμα, τον Νόμο, τους Κανονισμούς, τους κανόνες τις επιείκειας και της φυσικής δικαιοσύνης. Ένορκη Δήλωση Καθ΄ου η Αίτηση 3 Η Ένσταση του Καθ΄ου η Αίτηση 3 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ιδίου στην οποία, από πλευράς γεγονότων, αναφέρονται τα ακόλουθα: ■ Κατά και/ή περί τις 7/9/2007 ο Καθ΄ου η Αίτηση 3 μετήλθε σε έγγραφη Συμφωνία με την Εφεσίβλητη/Καθ΄ης η Αίτηση 2 Εταιρεία για αγορά ενός διαμερίσματος υπ΄ αρ.201 του ακίνητου με αρ Εγγραφής Ε XXXXX, Φ/σχ 21/47.W1 τεμάχιο XXXXX, Τμήμα «Ε» στην Παλλουριώτισσα (Παναγιά) οδός XXXXX στην Λευκωσία και κατέβαλε προς την Εφεσίβλητη/Καθ΄ης η Αίτηση 2 Εταιρεία το ποσό των ΛΚ60.000 (€102,516.00) προς πλήρη εξόφληση του τιμήματος πώλησης. Αντίγραφο Βεβαίωσης Εξόφλησης επισυνάπτεται ως «Τεκμήριο 1». ■ Στις 10/9/2007 καταχώρησε το Αγοραπωλητήριο έγγραφο στο Επ. Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης με Αρ ΠΩΕ 3381/
  5. ■ Μετά την τροποποίηση του περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεων Ακίνητων Νόμο του 1965 (9/1965), με τροποποιητικό Νόμο 10/2015 (Ν.139(Ι)/2015), Μέρος VIB «Προστασία Αγοραστών» υπέβαλε σχετική αίτηση στο Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας με αρ Φακ: ΑΕΑ383/2016 για μεταβίβαση και εγγραφή του ρηθέντος διαμερίσματος επ΄ ονόματι του ως εγκλωβισμένος αγοραστής. ■ Κατόπιν και μετά από σχετική ειδοποίηση που έλαβε από τον Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας προσκόμισε σε αυτόν όλα τα απαραίτητα έγγραφα και βεβαίωσης πληρωμής όπου ο Διευθυντής έκρινε και/ή αποφάσισε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του Νόμου για εγγραφή του εν λόγω διαμερίσματος επ΄ ονόματι του. ■ Οι Εφεσείοντες/Αιτητές, προεβήκαν σε σχετική ένσταση προς τον Διευθυντή, ημερ. 29/12/2017 η οποία επισυνάπτεται ως «Τεκμήριο 3» στην Ε/Δ Λοιζϊδου ημερ. 16/2/2018 που συνοδεύει την Αίτηση/Έφεση των Εφεσείοντων προβάλλοντας διάφορους λόγους ένστασης στην μεταβίβαση του ρηθέντος ακινήτου επ΄ ονόματι του. ■ Με επιστολή του Διευθυντή προς τους Εφεσείοντες/Αιτητές ημερ. 24/1/2018 που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην Αίτηση/Έφεση, ο πρώτος ενημέρωσε τους τελευταίους, ότι θα προχωρήσει στην μεταβίβαση του ως άνω αναφερομένου Ακίνητο και θα μεταβιβάζετο επ' ονόματι του Εφεσίβλητου/Καθ' ου η Αίτηση 3 καθότι τηρήθηκαν όλες οι αναγκαίες διατυπώσεις, όπως αυτές προβλέπονται από την ισχύουσα Νομοθεσία, ήτοι στον Περί Πώλησης Γης (ειδική Εκτέλεση) Νόμος, Κεφ
  6. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με το Άρθρο 80 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου δύναται να υποβάλει Έφεση κατά αυτής στο Δικαστήριο εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της εν λόγω απόφασης. Θα πρέπει καταρχάς να σημειώσουμε ότι με τον Νόμο 142(Ι)/14 εισήχθη στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτου Ν. 9/1965 το Μέρος VIB υπό τον τίτλο «Προστασία Αγοραστών». Με το Άρθρο 44ΙΣΤ προνοείτο η αναστολή πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου για το οποίο είχε κατατεθεί Σύμβαση Πώλησης στο Κτηματολόγιο δυνάμει του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Ν.81(Ι)/2011μέχρι τις 4/9/2015 υπό κάποιες προϋποθέσεις. Η αναστολή των πωλήσεων ίσχυσε αρχικά μέχρι τις 30/4/2015 και διαδοχικά με δύο άλλους Νόμους παρατάθηκε μέχρι τις 4/9/2015 [Ν.53(Ι)/2015και Ν.133(Ι)/2015]. Κατά την εν λόγω ημερομηνία δημοσιεύθηκε ο Τροποποιητικός Νόμος 139(Ι)/2015, ο οποίος επεξέτεινε την προστασία αγοραστών με τα επίμαχα Άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ τα οποία προσέθεσε στο Μέρος VIB του βασικού Νόμου. Λίγες μέρες αργότερα θεσπίστηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο και οι σχετικοί περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμοί του 2015 (Κ.Δ.Π.298/15). Η ουσία των νέων αυτών Άρθρων είναι πως ο Διευθυντής του Κτηματολογίου είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν αίτησης από αγοραστή (ή πωλητή) ακινήτου δυνάμει κατατεθειμένης σύμβασης και υπό τον όρο ότι έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα και υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος, ακολουθώντας την προβλεπόμενη διαδικασία προβαίνει «σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της Υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή.» (Άρθρο 44ΚΒ). Όπως αναφέρεται στο Άρθρο 44ΙΗ οι διατάξεις των Άρθρων 44ΙΘ μέχρι 44ΚΖ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που ακίνητο βαρύνεται με σύμβαση η οποία έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο μέχρι 31/12/2014 ή έχει κατατεθεί σε αυτό δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου με σκοπό τη μεταβίβαση του ακινήτου, το οποίο αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης, επ' ονόματι του αγοραστή. Η προβλεπόμενη διαδικασία με βάση τα σχετικά Άρθρα αναλυτικά έχει ως ακολούθως: · Με βάση το Άρθρο 44ΙΘ η μεταβίβαση από τον Διευθυντή ενός ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή διενεργείται είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν υποβολής σε αυτόν αίτησης, μεταξύ άλλων από τον αγοραστή ή των πωλητή δυνάμει κατατεθειμένης σύμβασης στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο [Άρθρο 44ΙΘ (1]). · Οποιαδήποτε εκκρεμούσα διαδικασία δυνάμει των διατάξεων VIA του Νόμου 9/65 αναστέλλεται μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της εξέτασης της αίτησης που υποβάλλεται συμφώνως των διατάξεων του παρόντος Νόμου όταν: (α) έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος για το αντικείμενο της σύμβασης και είτε έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα της πώλησης, είτε έχει καταβληθεί μέρος αυτού μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και ο αγοραστής δηλώνει εγγράφως ότι θα το καταβάλει και καταβάλλει το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης σε ειδικό προσωρινό λογαριασμό [Άρθρο 44ΙΘ
(2)(α)] ή (β) δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το αντικείμενο της σύμβασης και είτε έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης ή μέρος αυτού μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και ο αγοραστής δηλώνει εγγράφως ότι θα το καταβάλει και το καταβάλλει στον ειδικό προσωρινό λογαριασμό που προβλέπεται και επιπροσθέτως η έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας είναι εφικτή σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου [Άρθρο 44ΙΘ
(2)(β)]. · Ο Διευθυντής προβαίνει σε εξέταση της υποβληθείσας αίτησης και διερευνά αν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης, και (β) Υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας [Άρθρο 44Κ
(1)]. · Σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές ο Διευθυντής γνωστοποιεί στον αγοραστή, πωλητή, ενυπόθηκο δανειστή με την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο ΙΕ την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος 45 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης ενημερώνοντάς τον ότι, σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης, θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της Υποθήκης [Άρθρο 44ΚΒ
(1),
(2)]. · Ο αγοραστής, πωλητής ή ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται εντός 45 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της Ειδοποίησης να υποβάλει ένσταση στον Διευθυντή για τους ακόλουθους λόγους: (α) ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή ή (β) ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη είτε έχει τερματισθεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου [Άρθρο 44ΚΒ
(3)]. Ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται, επίσης, να αιτηθεί όπως η Υποθήκη μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ίδιου πωλητή [Άρθρο 44ΚΒ
(4)]. · Καμία μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή διενεργείται σε περίπτωση που εκκρεμούν οφειλές του αγοραστή σε σχέση με φόρους ή τέλη [Άρθρο 44ΚΓ]. Πραγματικό Υπόβαθρο - Μη αμφισβητούμενα Γεγονότα Τα γεγονότα που αφορούν στην υπό κρίση Αίτηση/Έφεση είναι ως επί το πλείστον κοινώς αποδεκτά και έχουν ως εξής: § Στις 29/10/2002 δόθηκαν από την Αιτήτρια στην Καθ' ης η Αίτηση αρ.2 πιστωτικές διευκολύνσεις (βλ. Τεκμήριο 2 της Ε/Δ Λοϊζίδου). § Προς εξασφάλιση των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων η Καθ'ης η Αίτηση 2 παραχώρησε προς όφελος της Αιτήτριας, μεταξύ άλλων, την Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου XXXXX/2002 ημερ. 31/10/2002 που αφορούσε το ακίνητο με Αρ. εγγραφής XXXXX τεμ. XXXXX, στην ενορία Παναγίας, Λευκωσία(στο εξής το «Ακίνητο») (βλ. Τεκμήριο 3 της Ε/Δ Λοϊζίδου). § Τον Μάρτιο του 2004 η Αιτήτρια παραχώρησε επιπλέον πιστωτικές διευκολύνσεις στην Καθ' ης η Αίτηση 2 (βλ. Τεκμήριο 4 της Ε/Δ Λοϊζίδου). § Προς εξασφάλιση των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων η Καθ'ης η Αίτηση 2 παραχώρησε προς όφελος της Αιτήτριας, μεταξύ άλλων, την Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου XXXXX/2004 ημερ. 11/3/2004 που αφορούσε το Ακίνητο (βλ. Τεκμήριο 5 της Ε/Δ Λοϊζίδου). § Ένεκα της μη συμμόρφωσης της Καθ' ης η Αίτηση 2 με τις συμβατικές τις υποχρεώσεις και ένεκα του γεγονότος ότι οι λογαριασμοί της Καθ' ης η Αίτηση 2 παρουσίαζαν καθυστερήσεις, η Αιτήτρια στις 8/3/2012 τερμάτισε τη λειτουργία των πιστωτικών διευκολύνσεων (βλ. Τεκμήρια 8 και 9 της Ε/Δ Λοϊζίδου). § Ως εκ των ανωτέρω η Αιτήτρια καταχώρησε στις 6/10/2014 την υπ'αρ. XXXXX/2014 Αγωγή στο Ε.Δ. Λευκωσίας με την οποία αξιώνει μεταξύ άλλων τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών της Καθ' ης η Αίτηση 2 καθώς και την εκποίηση του Ακινήτου που αποτελεί το αντικείμενο των Υποθηκών XXXXX/2002 και XXXXX/2004 (στο εξής οι «Υποθήκες»). § Στις 10/9/2007 κατατέθηκε από τον Καθ' ου η Αίτηση 3 στο Επ. Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας το Πωλητήριο Έγγραφο με αριθμό ΠΩΕ 3381/
  1. § Στις 4/4/2016 ο Καθ' ου η Αίτηση 3 υπέβαλε αίτηση στο Επ. Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας για μεταβίβαση του Ακινήτου επ' ονόματι του. § Στις 22/1/2016 εκδόθηκε Διάταγμα Εκκαθάρισης από το Ε.Δ. Λευκωσίας στο πλαίσιο της Αίτησης υπ'αρ. XXXXX/2014 και η περιουσία της Καθ' ης η Αίτηση 2 περιήλθε στα χέρια του Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της (βλ. Τεκμήριο 10 της Ένορκης Δήλωσης Λοϊζίδου). § Στις 21/11/2017 ο Καθ' ου η Αίτηση 1 απέστειλε στην Αιτήτρια, ωςενυπόθηκο δανειστή, Ειδοποίηση Τύπου ΙΕ με την οποία καλείτο ηΑιτήτρια, εάν το επιθυμούσε, να υποβάλει ένσταση στην πρόθεσητου Καθ' ου η Αίτηση 1 να μεταβιβάσει το Ακίνητο επ' ονόματι του Καθ' ου η Αίτηση 3 ή να προβεί σε αίτηση για μεταφορά της υποθήκης σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία (βλ. Τεκμήριο 13 της Ε/Δ Λοϊζίδου). § Στις 29/12/2017 η Αιτήτρια δια επιστολής της πρόβαλε Ένσταση στην υλοποίηση της μεταβίβασης (βλ. Τεκμήριο 14 της Ε/Δ Λοϊζίδου). § Στις 24/1/2018 το Επ. Κτηματολόγιο Λευκωσίας απέρριψε την Ένσταση της Αιτήτριας και την ενημέρωσε ότι θα προβεί σε απαλλαγή του Ακινήτου από τις Υποθήκες και στη μεταβίβασή του επ' ονόματι του Καθ' ου η Αίτηση 3, εκτός εάν εντός 30 ημερώ νπροσκομιστεί δικαστικό Διάταγμα που να διατάζει διαφορετικά. § Στις 16/2/2018 καταχωρήθηκε από την Αιτήτρια η παρούσα Αίτησηη οποία υποστηρίζεται με την Ένορκη Δήλωση Λοϊζίδου, την ίδια μέρα καταχωρήθηκε και ενδιάμεση μονομερής Αίτηση. § Στις 20/2/2018 εκδόθηκαν από το Ε.Δ. Λευκωσίας τα αιτούμενα προσωρινά απαγορευτικά Διατάγματα ως η μονομερής ενδιάμεση Αίτηση ημερ. 16/2/
  2. Εισηγήσεις για Αντισυνταγματικότητα Μελετώντας τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων προκύπτει ότι αυτοί έχουν επικεντρωθεί στις εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας των Άρθρων 44ΙΗ έως 44 ΚΖ του Ν.9/
  3. Με βάση την πάγια νομολογία διάδικος ο οποίος επιθυμεί να εγείρει ζητήματα αντισυνταγματικότητας νομοθετικών διατάξεων οφείλει να καθορίσει επακριβώς τα Άρθρα του Νόμου που αμφισβητεί και τη συνταγματική διάταξη στην οποία, κατά την άποψη του, αυτά προσκρούουν. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία v. Πάμπου Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196 «η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού μπορεί να καταστεί επίδικο θέμα μόνον μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν». Επίσης στην υπόθεση Αχιλλέως κ.ά. v. Πιτταρά
(2012)1Β Α.Α.Δ.1590 επαναλήφθηκε ότι η νομολογία επιτάσσει ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως, ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Λέχθηκε ακόμη ότι, σε κάθε περίπτωση, το θέμα της συνταγματικότητας νόμου πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν. Υποστηρίχθηκε από πλευράς Καθ' ου η Αίτηση 1 ότι η Αιτήτρια δεν εξειδικεύει ποιες διατάξεις του Νόμου και με ποιον τρόπο έρχονται σε αντίθεση με συγκεκριμένα Άρθρα του Συντάγματος. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται την πιο πάνω άποψη. Δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα ασαφούς αναφοράς και έλλειψης εξειδίκευσης των Άρθρων του Νόμου που σύμφωνα με τις θέσεις της Αιτήτριας αντιβαίνουν το Σύνταγμα. Στην προκειμένη περίπτωση με δεδομένο ότι οι νομοθετικές πρόνοιες που προσβάλλονται ως αντισυνταγματικές προσδιορίζονται σαφώς στην υπό κρίση Αίτηση/Έφεση ( Οι πρόνοιες του Τροποποιητικού Νόμου 10/2015 και ειδικότερα τα Άρθρα 44ΙΘ,44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΓ του Ν.9/1965) δεν θεωρώ ότι ο πιο πάνω λόγος ένστασης έχει οποιοδήποτε έρεισμα. Στην υπό εξέταση περίπτωση έχω, λοιπόν, ικανοποιηθεί ότι οι προβαλλόμενες εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας έχουν εγερθεί με την απαραίτητη ακρίβεια και λεπτομέρεια στους Λόγους Έφεσης επί των οποίων βασίζεται η Αίτηση ούτως ώστε να μπορούν να τύχουν εξέτασης στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης/Έφεσης, υιοθετούνται δε και αναπτύσσονται στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει. Επιπλέον θεωρώ ότι η εξέταση των εν λόγω εισηγήσεων κρίνεται σκόπιμη ενόψει του ότι θα μπορούσε να καθορίσει την τύχη και το αποτέλεσμα της υπό κρίση Αίτησης/Έφεσης. Με βάση τη πάγια νομολογία οι αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην υπόθεση Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 ως ακολούθως: ■ Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία. ■ Τα Δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος. ■ Αν είναι δυνατόν τα Δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος. ■ Η Δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα Δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. Στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η μεδοθολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα.» Κατά το στάδιο των Αγορεύσεων ο κ. Μενελάου εκ μέρους της Αιτήτριας υποστήριξε ότι η προσβαλλόμενη Απόφαση,η οποία βασίστηκε στο Μέρος VIB του Νόμου και συγκεκριμένα τα Άρθρα 44ΙΗ έως 44ΚΖ, περιορίζει και παραβιάζει τα δικαιώματα της όπως αυτά διασφαλίζονται από τα Άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος. Παρά την ύπαρξη Λόγου Έφεσης με βάση τον οποίο προβλήθηκε ότι η προσβαλλόμενη Απόφαση του Διευθυντή παραβιάζει και τα δικαιώματα που διασφαλίζονται από το Άρθρο 25 του Συντάγματος, εντούτοις αυτός ο Λόγος Έφεσης δεν προωθήθηκε στις Αγορεύσεις. Παραβίαση του Άρθρου 23 σε σχέση με το δικαίωμα ιδιοκτησίας Αποτέλεσε λοιπόν Λόγο Έφεσης ότι η προσβαλλόμενη Απόφαση η οποία λήφθηκε στη βάση των Άρθρων 44ΙΘ -44ΚΒ παραβιάζει το Άρθρο 23 του Συντάγματος για τους εξής λόγους: 1. Επιβάλλει αδικαιολόγητα στέρηση, επιβάρυνση και/ή περιορισμούς πάνω στο δικαίωμα ιδιοκτησίας και/ή περιουσίας της Αιτήτριας χωρίς να αποδίδεται σ' αυτή οποιαδήποτε δίκαια αποζημίωση. 2. Περιορίζει και/ή απαλλοτριώνει το αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας ως ενυπόθηκου δανειστή έναντι της οφειλέτιδας, Εφεσίβλητης/Καθ' ης η Αίτηση 2, και/ή το δικαίωμα της να διεκδικήσει το οφειλόμενο προς αυτήν χρέος και/ή τα συμβατικά της δικαιώματα που συνιστούν ιδιοκτησία προστατευόμενη από το Άρθρο 23. 3. Παραβιάζει και περιορίζει το δικαίωμα που προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος, χωρίς οποιονδήποτε λόγο που με βάση το Άρθρο 23 θα δικαιολογούσε τέτοιο περιορισμό. Το Άρθρο 23 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα απόκτησης, κυριότητας, κατοχής, απόλαυσης και διάθεσης περιουσίας, κινητής και ακίνητης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Άρθρο 12
(5)(α) του Ν.9/65 καθορίζει πως ««εμπράγματο βάρος»» σημαίνει άμεση επί ακινήτου απαίτηση, δικαίωμα επιβάρυνσης ή υποχρέωση, υφιστάμενη δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύι νόμου» το οποίο σαφώς περιλαμβάνει υποθήκη. Σύμφωνα με την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Χαραλάμπους κ.ά. v. Υπουργού Οικονομικών κ.ά.
(2014)3 A.A.Δ. 175, η έννοια της περιουσίας περιλαμβάνει τα εξής: «Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως", καθώς και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται, κατ' αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλόμενου κράτους.» Σύμφωνα με πάγια θέση του ΕΔΑΔ κατά την ερμηνεία του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής «η ΕΣΑΔ») το οποίο αναφέρεται στο δικαίωμα ιδιοκτησίας, τα «possessions» τα οποία καλύπτονται από το δικαίωμα ιδιοκτησίας, μπορεί να είναι υπάρχοντα (existing possessions), συμπεριλαμβανομένων και απαιτήσεων (claims) τις οποίες κάποιος έχει θεμιτή προσδοκία (legitimate expectation) ότι θα απολαύσει (Kopecky v. Slovakia, Αίτηση αρ. 44912/98, ημερ. 28/9/04, παρ. 35[1]), όταν αυτή η θεμιτή προσδοκία αντλεί τη βάση της στο εθνικό Δίκαιο. Έτσι, απαιτήσεις που πηγάζουν από το δίκαιο των αστικών αδικημάτων, κρίθηκε ότι εμπίπτουν στον όρο «possessions» (Pressos Compania Naviera SA v. Belgium, Αίτηση αρ. 17849/91, ημερ. 20/11/95 και Maurice v. France, Αίτηση αρ. 11810/03, ημερ. 6/10/05), ομοίως δε στον ίδιο όρο κρίθηκε να εμπίπτουν απαιτήσεις που αντλούν τη βάση τους σε συμβάσεις (Mellacher v. Austria, Αιτήσεις αρ. 10522/83, 11011/84, 11070/84, 11070/84, ημερ. 19/12/89). Στο Σύγγραμμα του Δρος Κ. Παρασκευά Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο: Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες, στη σελίδα 360 αναφέρονται τα εξής: «Η διάταξη του Άρθρου 23 του Συντάγματος προστατεύει την ιδιοκτησία σε όλες τις σύγχρονες μορφές της. Στην έννοια της ιδιοκτησίας ανήκουν όλα τα περιουσιακά δικαιώματα, τόσο τα εμπράγματα όσο και τα ενοχικά, ανήκουν δηλαδή όλα τα οικονομικώς αποτιμητά δικαιώματα. Περαιτέρω στη σελίδα 363 του πιο πάνω Συγγράμματος αναφέρονται τα εξής σχετικά: «Η έννοια της περιουσίας με βάση τη νομολογία του ΕΔΑΔ είναι ευρύτατη και το ΕΔΑΔ προβαίνει, ομολογουμένως, σε μια εντυπωσιακά, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, διασταλτική ερμηνεία της έννοιας της περιουσίας. Σύμφωνα με την σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ η έννοια της περιουσίας, που προστατεύεται από το εν λόγω άρθρο, περιλαμβάνει τόσο κινητά όσο και ακίνητα.[.] Έτσι, στην έννοια της περιουσίας η νομολογία του ΕΔΑΔ συμπεριλαμβάνει όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα είτε απαιτήσεις αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.» Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει πως η υποθήκη καθώς και τα όποια δικαιώματα ή απαιτήσεις απορρέουν από αυτή συνιστούν περιουσία η οποία εμπίπτει εντός της συνταγματικής προστασίας του Άρθρου 23,όπως άλλωστε αναγνωρίζει και η πλευρά του Καθ΄ου η Αίτηση 1 και, επομένως, δεν είναι αποδεκτή η αντίθετη προς τη θέση αυτή εισήγηση που διετυπώθη από μέρους του συνηγόρου του Καθ΄ου η Αίτηση 3. Όσον δε αφορά την εισήγηση εκ μέρους του Καθ΄ου η Αίτηση 3 ότι η οποιαδήποτε εξασφάλιση της Τράπεζας και στην προκειμένη περίπτωση οι υποθήκες δεν επεκτείνονται στα κτίσματα, ήτοι το επίδικο διαμέρισμα, γιατί αφορούν αποκλειστικά το «αρχικό» ακίνητο επί του οποίου αυτές έχουν εγγραφεί, με κάθε σεβασμό, δεν έχει οποιοδήποτε έρεισμα. Με την έκδοση τίτλων η υποθήκη αυτομάτως μεταφέρεται και επιβαρύνει τα διαμερίσματα που έχουν ανεγερθεί επί του ακίνητου. Η θέση που προβλήθηκε από μέρους του Καθ΄ου η Αίτηση 1ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επεμβαίνει στο δικαίωμα ιδιοκτησίας της Αιτήτριας που πηγάζει από τις επίδικες συμβάσεις Υποθήκης καθότι η Αιτήτρια δεν στερείται του δικαιώματος της σε περιουσία και ότι η αναφορά σε περιοριστικούς όρους στη χρήση ιδιοκτησίας οι οποίοι αφήνουν άθικτο τον πυρήνα του δικαιώματος ιδιοκτησίας δεν συνιστούν στέρηση, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Καθ' ου η Αίτηση 1 να απαλλάξει το επίδικο ακίνητο από τις επίδικες Υποθήκες και να το μεταβιβάσει επ' ονόματι του Καθ' ου η Αίτηση 3 ελεύθερο παντός εμπράγματου βάρους συνιστά, κατά την κρίση μου, ακύρωση και εξάλειψη των Υποθηκών η οποία, συνεπώς, απολήγει σε στέρηση της συγκεκριμένης ιδιοκτησίας και των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων που απορρέουν από τις εν λόγω Υποθήκες. Επισημαίνεται δε ότι η εν λόγω απόφαση λήφθηκε χωρίς τη συγκατάθεση της Αιτήτριας και χωρίς την καταβολή σε αυτή δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης, ως θα έπρεπε να είχε γίνει, σε περίπτωση που η θέση του Διευθυντή ήταν ότι η απόφασή του επιτρέπεται δυνάμει του Άρθρου 23
(3)του Συντάγματος. Με την διαγραφή των επίδικων Υποθηκών επί του υπό κρίση ακινήτου η Αιτήτρια αποστερείται της εξασφάλισης που είχε επί αυτού προς είσπραξη του λαβείν της. Ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ότι η στέρηση αυτή γίνεται κατ' επίκληση των εξαιρέσεων που θέτει το Άρθρο 23
(3). Όπως ρητά διαλαμβάνεται στο Άρθρο 23
(3), τέτοιος περιορισμός δικαιώματος μπορεί να γίνει μόνο για τους συγκεκριμένους λόγους που καθορίζονται. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν τίθεται θέμα ύπαρξης λόγων δημόσιας ασφάλειας ή δημοσίων ηθών ή θέματα πολεοδομίας ή αναπτύξεως προς προαγωγή της δημοσίας ωφελείας. Όσον αφορά την ανάγκη προστασίας δικαιωμάτων τρίτων προσώπων και δη του αγοραστή/Καθ΄ου η Αίτηση 3, προβάλλεται πως ο Νομοθέτης κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό παράκαμψε την σειρά προτεραιότητας των εμπραγμάτων βαρών για να επιλύσει το πρόβλημα που δημιουργήθηκε με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων οι οποίοι βρίσκονται «εγκλωβισμένοι» παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Εν πρώτοις η υπό εξέταση περίπτωση δεν αφορά παράκαμψη χρονικής προτεραιότητας αλλά συνιστά διαγραφή δικαιωμάτων του ενυπόθηκου δανειστή χωρίς την ικανοποίηση της οφειλής του και χωρίς τη συναίνεση του. Κατά δεύτερο όπως αναφέρεται στην Πρόεδρος ν. Βουλής (Αρ. 2)
(2000)3 Α.Α.Δ. 238, εναπόκειται στη Νομοθετική Εξουσία να δικαιολογεί την αναγκαιότητα περιορισμού κάποιου θεμελιώδους δικαιώματος και η όποια ρύθμιση πρέπει να είναι ανάλογη προς την τεκμηριωμένη ανάγκη. Στον Ν.139
(1)/15 δεν αναφέρεται οτιδήποτε. Από την Αιτιολογική Έκθεση του[2] προκύπτει ότι σκοπός ήταν να δοθεί η ευχέρεια στον Διευθυντή να ακυρώνει υποθήκη ή γενικά εμπράγματο βάρος με περαιτέρω σκοπό τη μεταβίβαση επ΄ ονόματι εγκλωβισμένου αγοραστή ο οποίος εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Συγκεκριμένα στην υπό εξέταση περίπτωση και, ως προκύπτει από την Αιτιολογική Έκθεση του υπό κρίση Νόμου, η ψήφιση του Νόμου 139(Ι)/2015 - ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο υποβολής και εξέτασης της αίτησης του Καθ' ου η Αίτηση 3 - για την εισαγωγή των διατάξεων των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ στον Νόμο 9/1965 έγινε για να επιλύσει «. το πρόβλημα που υπάρχει σήμερα με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι, παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων». Στην ουσία, σκοπός του Νόμου ήταν να δοθεί η ευχέρεια στον Διευθυντή να ακυρώνει Υποθήκη ή γενικά εμπράγματο βάρος με περαιτέρω σκοπό τη μεταβίβαση επ' ονόματι του εγκλωβισμένου αγοραστή ο οποίος εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Δεν επεξηγείται, όμως, για ποιο λόγο ανάμεσα στα δύο δικαιώματα γίνεται επιλογή του δικαιώματος του αγοραστή και για ποιο λόγο δεν υπήρξε πρόνοια για αποζημίωση του ενυπόθηκου δανειστή (στην προκειμένη περίπτωση της Αιτήτριας) ο οποίος με την επίδικη απόφαση αποστερείται πλήρως του περιουσιακού του δικαιώματος επί του επίδικου ακινήτου. Αυτή η κατάσταση ουδόλως εξισορροπεί τα δύο αυτά περιουσιακά στοιχεία εφόσον εκείνο το οποίο επιτυγχάνεται είναι η διασφάλιση του δικαιώματος του αγοραστή και η διαγραφή δια παντός του δικαιώματος του ενυπόθηκου δανειστή. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η εισήγηση ότι ο περιορισμός του δικαιώματος της Αιτήτριας γίνεται για σκοπούς προστασίας δικαιωμάτων τρίτων προσώπων. Όσον αφορά την επίκληση του δημοσίου συμφέροντος, θα πρέπει να σημειωθεί πως το «δημόσιο συμφέρον» δεν συμπεριλαμβάνεται στους προβλεπόμενους στο Άρθρο 23.3 λόγους οι οποίοι θα δικαιολογούσαν περιορισμούς στην άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Όπως δε προκύπτει από την απόφαση Ολομέλειας στην Κουτσελίνη - Ιωαννίδου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. 740/11, ημ. 7/10/14, η συνταγματικώς επιτρεπόμενη επιβολή απαραίτητων περιορισμών (στην άσκηση δικαιώματος ιδιοκτησίας) προς το συμφέρον της ανάπτυξης και χρήσης ιδιοκτησίας προς προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας, διαφέρει από τους μη επιτρεπόμενους περιορισμούς για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος[3]. Θα πρέπει δε να επισημανθεί πως ούτως ή άλλως ούτε στις επίμαχες διατάξεις του Νόμου Ν.139
(1)/2015 αλλά ούτε και στην Αιτιολογική Έκθεση αυτού περιέχεται οποιαδήποτε επίκληση και/ή προσδιορισμός λόγων «δημοσίου συμφέροντος». Αντίθετα, εκείνο το οποίο προκύπτει από την Αιτιολογική Έκθεση του Νόμου είναι ότι αυτός κατ' ουσίαν εξυπηρετεί και προστατεύει συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων - αυτή των λεγομένων «εγκλωβισμένων αγοραστών» - και όχι το σύνολο των πολιτών. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Πιτσιλλίδης κ.α ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7,«το δημόσιο συμφέρον πρέπει να εξυπηρετεί το σύνολο των πολιτών και όχι μια συγκεκριμένη τάξη πολιτών», όπως έγινε με τον Νόμο 139(Ι)/2015. Η υπόθεση James and Others v. The United Kingdom, Application Νο. 8793/1979, ημερ. 21/2/1986, στην οποία έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα η ευπαίδευτη συνήγορος του Καθ΄ου η Αίτηση 1, και πάλι δεν προσφέρει καθοδήγηση στην παρούσα περίπτωση. Αφενός αυτή αφορά στην έννοια του δημοσίου συμφέροντος και αφετέρου σημειώνει πως μηχανισμός για την αναγκαστική μεταβίβαση, με εύλογη αποζημίωση, συνιστά κατάλληλη και ανάλογη μέθοδο αναπροσαρμογής του νόμου, ενώ στην προκειμένη περίπτωση δεν γίνεται, όπως ήδη επισημάνθηκε ανωτέρω, επίκληση δημοσίου συμφέροντος και δεν προβλέπεται αποζημίωση στον ενυπόθηκο δανειστή στο πλαίσιο του μηχανισμού μεταβίβασης στον αγοραστή. Η συνήγορος του Καθ΄ου η Αίτηση 1 υποστήριξε ότι ούτε η απουσία νομοθετικής ρύθμισης αναφορικά με την τυχόν καταβολή αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή καθιστά τον Ν.139
(1)/2015 και/ή τις πρόνοιες του αντισυνταγματικές προσθέτοντας ότι η αποζημίωση οφείλεται τότε μόνο αφού πρώτα αυτή καθοριστεί από το αρμόδιο πολιτικό Δικαστήριο και εφόσον η Αιτήτρια αποδείξει ότι υπέστη οποιανδήποτε ουσιώδη οικονομική ζημιά. Σε σχέση με το τελευταίο σχετικές είναι οι υποθέσεις Kirzis and others v. The Republic of Cyprus
(1965)3 C.L.R. 46 καθώς και η υπόθεση Lanitis Estates Ltd v. Δημοκρατίας
(1989)3(Ε) Α.Α.Δ. 3252. Παρατίθεται συναφώς το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Lanitis (ανωτέρω): «Σε μερικές προσφυγές αναφέρεται πως τέτοια αποζημίωση δεν έχει πληρωθεί στους αιτητές. Η νομολογία μας πάνω στο ζήτημα αυτό είναι ασφαλής. Η πληρωμή αποζημιώσεων, βάσει του Άρθρου 23.3, οφείλεται τότε μόνο, αφού καθοριστεί από Πολιτικό Δικαστήριο και εφόσο αποδειχθεί ενώπιόν του ότι η οικονομική αξία της ιδιοκτησίας του αιτητή έχει μειωθεί ουσιωδώς. (Νίκος Κύρζης κ.α. ν. Της Δημοκρατίας
(1965)3 Α.Α.Δ. σελ. 46).» Η πιο πάνω θέση παραβλέπει, ωστόσο, το γεγονός ότι η Αιτήτρια χάνει την εξασφάλιση της την οποία μάλιστα είχε κατά προτεραιότητα επί περιουσίας η οποία μεταβιβάσθηκε σε τρίτο χωρίς αυτή να αντικατασταθεί. Δεν θεωρώ ότι χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για να τεκμηριωθεί η ύπαρξη, σε τέτοια περίπτωση, οικονομικής ζημιάς. Στη βάση όλων των πιο πάνω, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν στοιχειοθετείται επαρκώς η ανάγκη η οποία να δικαιολογεί παραβίαση και/ή παρέμβαση επί των περιουσιακών δικαιωμάτων της Αιτήτριας. Αποτελεί, συνεπώς, κατάληξή μου ότι οι επίμαχες διατάξεις στον Νόμο συνιστούν αυθαίρετη και ανεπίτρεπτη επέμβαση σε περιουσιακό στοιχείο της Αιτήτριας και, ως τέτοιες, προσκρούουν στο Άρθρο 23 του Συντάγματος. Παραβίαση του Άρθρου 26 σε σχέση με το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως Αποτέλεσε λόγο Έφεσης ότι η προσβαλλόμενη Απόφαση παραβιάζει το Άρθρο 26 του Συντάγματος. Υπενθυμίζεται ότι το Άρθρο 26 του Συντάγματος προνοεί πως έκαστος έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως και ότι αυτό υπόκειται σε όρους ή περιορισμούς (ή δεσμεύσεις), τιθεμένους επί τη βάσει των γενικών αρχών του Δικαίου των Συμβάσεων. Η πλευρά της Αιτήτριας ειδικότερα προέβαλε ότι η προσβαλλόμενη Απόφαση παραβιάζει το Άρθρο 26 του Συντάγματος: ü Παρεμβαίνοντας στις ήδη αποκρυσταλλωμένες συμβατικές σχέσεις της Αιτήτριας με την ενυπόθηκο οφειλέτιδα, Εφεσίβλητη/Καθ' ης η Αίτηση 2 ü Παρεμβαίνοντας στο δικαίωμα της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση 2 να επιλέξουν και/ή να διαμορφώσουν ελεύθερα το περιεχόμενο και/ή τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης. ü Εκ των υστέρων τροποποιώντας και/ή καταργώντας συμβάσεις (τις υποθήκες και τις συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων) κατά τρόπο αντίθετο προς τη βούληση των συμβαλλομένων. ü Κατεδαφίζοντας τα θεμέλια της συμβατικής διευθέτησης των μερών και προκαλώντας αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών. ü Οι πιο πάνω παραβιάσεις γίνονται άνευ οποιασδήποτε δικαιολόγησης και χωρίς να βασίζονται στις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Αποτέλεσε εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου για τον Καθ΄ου η Αίτηση 3 ότι η προστασία που προσφέρει το Άρθρο 26 του Συντάγματος αφορά μόνο στο δικαίωμα καταρτισμού της σύμβασης και δεν καλύπτει και/ή δεν προσφέρει προστασία αναφορικά με την εκτέλεση της σύμβασης. Η πιο πάνω εισήγηση δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Με βάση τη σχετική με το θέμα Νομολογία το δικαίωμα που κατοχυρώνει το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος περικλείει, πέραν του δικαιώματος της κατάρτισης και σύναψης σύμβασης, και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων, και πως η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη δεν συμβιβάζεται κατ' αρχήν με το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως»[4]. Συγκεκριμένα, στις αποφάσεις στις Αναφορές αρ. 1/14 και 4/14, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων, ημερ. 31/10/14, αποφασίστηκαν τα εξής: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όμως, δεν παρέμεινε στατική αναφορικά με το προαναφερόμενο θέμα, αλλά εξελίχθηκε και μάλιστα προς κατεύθυνση διαφορετική από εκείνη που διατυπώθηκε στην Chimonides (ανωτέρω), από την πλειοψηφία. Στην υπόθεση Republic v. Meneleou
(1982)3 CLR 419 η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξέτασε την εμβέλεια του Άρθρου 26.1 του Συντάγματος και έκαμε αναφορά, μεταξύ άλλων, στη Chimonides (ανωτέρω). Παρατήρησε ότι υπήρχαν τρεις διαφορετικές γνώμες στη Chimonides (ανωτέρω) και ότι εκείνο για το οποίο υπήρχε ομοφωνία, ως προς το Άρθρο 26.1, ήταν ότι αυτό κατοχυρώνει το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» υπό τους όρους και τις διασαφηνίσεις που περιέχονται σ΄ αυτό (το Άρθρο). Στην Menelaou (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι θα ήταν αντίθετο προς την κοινή λογική και τους κανόνες της δικαιοσύνης να επιτραπεί η κατεδάφιση των θεμελίων μιας συμβατικής διευθέτησης και με αυτό τον τρόπο να προκληθεί αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών. Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 ΑΑΔ 36 τονίστηκε και πάλι ότι, σύμφωνα με το συνταγματικό μας δίκαιο, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από τον νόμο που εξετάστηκε εκεί, δεν σχετίζονταν με οποιονδήποτε από τους περιορισμούς που επιτρέπονται από στο Άρθρο 26.1, καθότι με το νόμο εκείνο, αποστερείτο ο ένας συμβαλλόμενος της ελεύθερης επιλογής του ως προς τον προσδιορισμό του περιεχομένου της σύμβασης του και γενικότερα του καταρτισμού της σύμβασης, κατά τη βούλησή του. Ο νόμος, επομένως, σε εκείνη την περίπτωση ήταν αντισυνταγματικός. Στην πλέον πρόσφατη υπόθεση σε Αναφορά του Προέδρου της Δημοκρατίας, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2011)3 ΑΑΔ 683 εξετάστηκε και πάλι το Άρθρο 26 του Συντάγματος και τονίστηκε ότι η έννοια του όρου «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» στις διατάξεις του Άρθρου 26.1 επιδέχεται περιορισμούς μόνο ως προς τους όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που προβλέπονται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Κρίθηκε ότι η ελευθερία του «συμβάλλεσθαι» περιλάμβανε και το δικαίωμα, των συμβαλλομένων, να καθορίσουν ακόμα και την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της σύμβασης τους. Σε εκείνη την υπόθεση, πρόνοια νόμου που μετέθετε την ημερομηνία έναρξης της ισχύος σύμβασης, κρίθηκε ως αντισυνταγματική. Στην προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (Δέστε την Απόφαση του Ελληνικού ΣτΕ 2944/1980 (Τμήμα Δ) και Δαγτόγλου: Συνταγματικό Δίκαιο - Ατομικά Δικαιώματα, 4η Αναθεωρημένη Έκδοση, 2012, Οικονομική Ελευθερία, παράγραφοι 1302-1303). Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται, καταρχήν, με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση.» (Οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου) Τα πιο πάνω έχουν υιοθετηθεί και στην Αναφορά αρ. 9/16, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερ. 26/1/2017 από την Πλήρη Ολομέλεια, όπου αποφασίστηκε ότι η στρέβλωση της βούλησης των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας που επέρχεται με τη μεταγενέστερη της σύναψης της σύμβασης παρέμβαση της Βουλής δεν συνάδει με το Άρθρο 26 του Συντάγματος. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Εξετάσαμε με προσοχή όλα τα ενώπιον μας στοιχεία. Θεωρούμε ότι με τον υπό Αναφορά Νόμο γίνεται καταστρατήγηση του Άρθρου 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως». Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά 1/14 (ανωτέρω) και στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά 4/14 (ανωτέρω), τονίστηκε ότι το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της Σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων. Η μεταγενέστερη επέμβαση του Νομοθέτη δεν συμβιβάζεται, καταρχήν, με την ελευθερία των Συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Ο ισχυρισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι η επέμβασή της στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των Πιστωτικών Ιδρυμάτων δεν μπορεί να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τον υπό Αναφορά Νόμο αλλά ούτε και αποτελεί το αντικείμενο του υπό Αναφορά Νόμου. Τα όσα λέχθηκαν στις προαναφερόμενες Αναφορές 1/14 και 4/14 (ανωτέρω) ισχύουν και στην προκείμενη περίπτωση. Με τον υπό Αναφορά Νόμο υπάρχει παρέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», κατά παράβαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος, όσον αφορά τις υφιστάμενες συμβάσεις (κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του υπό Αναφορά Νόμου) μεταξύ Πιστωτικών Ιδρυμάτων και δανειοληπτών σε σχέση με στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια του προαναφερόμενου ύψους. Αυτό διότι με την μεταγενέστερη (των συμβάσεων) παρέμβαση της Βουλής η βούληση των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, στρεβλώνεται.» (Οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου) Κατά παρόμοιο τρόπο στην απόφαση στην Αναφορά αρ. 3/16, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερ. 16/3/17, η Πλήρης Ολομέλεια αποφάσισε ότι περιορισμός των συμβατικών δικαιωμάτων πιστωτικού ιδρύματος έναντι συγκεκριμένων δανειοληπτών δεν συνάδει με το Άρθρο 26 του Συντάγματος: «Εκτός από τον ανεπίτρεπτο περιορισμό στο δικαίωμα περιουσίας υπάρχει και ανεπίτρεπτος περιορισμός στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 26 του Συντάγματος, όπως επεξηγήθηκε από τη νομολογία μας, εφόσον με το άρθρο 3 περιορίζονται τα συμφωνηθέντα συμβατικά δικαιώματα του Πιστωτικού Ιδρύματος, έναντι συγκεκριμένων δανειοληπτών (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά αρ. 2/96
(1997)3 ΑΑΔ, 36, In re Efthmiou
(1987)1 CLR, 329 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά αρ. 9/16, ημερ. 26.1.2017).» Στην υπό εξέταση περίπτωση είναι προφανές χωρίς, πιστεύω, την ανάγκη ιδιαίτερης ανάλυσης ότι ο τροποποιητικός Νόμος 139(Ι)/2015 έχει επιφέρει ουσιώδη αλλαγή στη βούληση και στο περιεχόμενο των όρων των Συμβάσεων Υποθήκης οι οποίες συνήφθησαν μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση
  1. Είναι δεδομένο ότι κατά τον χρόνο σύναψης των Συμβάσεων Υποθήκης αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν επιλέξει τους όρους της Συμφωνίας τους και γνώριζαν με ακρίβεια τη φύση και τους όρους αυτής συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους όπως πήγαζαν από αυτή. Η Αιτήτρια, έχοντας, προφανώς, υπόψη ότι θα υπήρχε εξασφάλιση μέσω των Υποθηκών προχώρησε στην παραχώρηση, προς την Καθ' ης η Αίτηση 2, σχετικών πιστωτικών διευκολύνσεων. Με τον τροποποιητικό Νόμο 139(Ι)/2015 ξεκάθαρα διαπιστώνεται παρέμβαση σε υφιστάμενη Σύμβαση κατά τρόπο αντίθετο με τη βούληση των συμβαλλομένων όπως αυτή εκφράστηκε κατά το στάδιο σύναψης των επίδικων Συμβάσεων. Κάποια παραδείγματα που ακολουθούν θεωρώ ότι είναι ενδεικτικά. Διαπιστώνεται, μεταξύ άλλων, παρέμβαση στους όρους 6 του Εγγράφου Υποθήκης που επισυνάπτεται σε έκαστη Σύμβαση Δήλωσης Υποθηκεύσεως Ακινήτου αναφορικά με την υποχρέωση της Καθ' ης η Αίτηση 2 να μην μεταβιβάσει το ακίνητο ή οποιοδήποτε μέρος αυτού χωρίς την γραπτή συγκατάθεση της Αιτήτριας ενόσω εκκρεμούν οποιεσδήποτε υποχρεώσεις της προς την Αιτήτρια. Επιπλέον, εξαλείφεται το δικαίωμα της Αιτήτριας, το οποίο απορρέει από τον όρο 9 της Υποθήκης, να πωλήσει ολόκληρο και αυτούσιο το ενυπόθηκο ακίνητο προς ικανοποίηση των οφειλών της Καθ' ης η Αίτηση
  2. Εν ολίγοις, καταργούνται τα δικαιώματα της Αιτήτριας που απορρέουν από τις εν λόγω Συμβάσεις να διατηρεί τις επίδικες Υποθήκες ως ασφάλεια και/ή εξασφάλιση για τα χρέη και/ή οφειλές του Καθ' ου η Αίτηση
  3. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια για να τεκμηριωθεί η ύπαρξη μίας εκ των υστέρων παρέμβασης αλλά και στρέβλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων μέσω της εξάλειψης και/ή αφαίρεσης από την Αιτήτρια των δικαιωμάτων της όπως αυτά απορρέουν από τις επίδικες Συμβάσεις και, συνακόλουθα, διαφοροποίηση της πορείας της συμβατικής της σχέσης με τον αντισυμβαλλόμενο. Είναι απόλυτα ορθή η επισήμανση του ευπαίδευτου συνηγόρου για την Αιτήτρια, με παραπομπή σε σχετική Νομολογία, ότι το δικαίωμα ενός ενυπόθηκου δανειστή να εμμένει στην εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους που του οφείλεται προτού αποδεσμεύσει το ενυπόθηκο κτήμα που του παραχωρήθηκε ως ασφάλεια έναντι του υφιστάμενου χρέους αποτελεί την ουσία σύναψης και ύπαρξης μιας Υποθήκης. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στις υποθέσεις Louisville Joint Stock Land Bank v Radford 295 US 555
(1935)[5] και W.B.Worthern v Kanavaugh 295 US 56
(1935)οι οποίες αναφέρονται στο δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή και στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι όπου λέχθηκε ότι το δικαίωμα ενός ενυπόθηκου δανειστή να εμμένει στην εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους που του οφείλεται προτού αποδεσμεύσει το ενυπόθηκο ακίνητο το οποίο του παραχωρήθηκε ως εξασφάλιση έναντι ενυπόθηκου χρέους, συνιστούσε την ουσία σύναψης και ύπαρξης μιας Υποθήκης. Η θέση της συνηγόρου του Καθ' ου η Αίτηση 1 ότι η επίκληση του δικαιώματος μεγάλου αριθμού των πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας, ήτοι των καλόπιστων αγοραστών ακινήτων να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες της ακίνητης περιουσίας την οποία πλήρωσαν και εξόφλησαν, μπορεί να αποτελέσει επαρκή λόγο δημοσίου συμφέροντος για περιορισμό του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Εν πρώτοις, στο Άρθρο 26 δεν προβλέπεται περιορισμός στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Κατά δεύτερο, η υπόθεση Harvest Capital Management Ltd v. Tamasiou
(2003)1 Α.Α.Δ. 1683 στην οποία έγινε αναφορά διαφοροποιείται εφόσον το Άρθρο 26 του Συντάγματος προβλέπει για την πρόληψη εκμετάλλευσης από πρόσωπα με ιδιάζουσα ισχύ. Εν πάση δε περιπτώσει, δεν πρέπει να λησμονείται ότι στην Αιτιολογική Έκθεση του Νόμου ουδεμία αναφορά γίνεται σε δημόσιο συμφέρον ή σε προστασία πολιτών από πρόσωπα τα οποία κατέχουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ παρά μόνο σε αριθμό εγκλωβισμένων αγοραστών. Ούτε, βεβαίως, μπορεί καθ΄οιονδήποτε τρόπο να θεωρηθεί δεδομένο ότι οι ενυπόθηκοι δανειστές είναι πρόσωπα με ιδιάζουσα οικονομική ισχύ. Κατ' ακολουθίαν όλων των πιο πάνω, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες νομοθετικές διατάξεις ουσιαστικά εκθεμελιώνουν τις Συμβάσεις Υποθήκης μεταξύ της Αιτήτριας και του Καθ' ου η Αίτηση αρ. 2 παραβιάζοντας τοιουτοτρόπως το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως όπως αυτό κατοχυρώνεται από το Άρθρο 26 του Συντάγματος. Κατάληξη Κατ΄ακολουθίαν όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι έχει καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι τα επίμαχα Άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ, 44ΚΓ του Ν.139(Ι)/2015 επί των οποίων βασίζεται η Ειδοποίηση του Διευθυντή ημερ. 24/1/2018 και η οποία επιτρέπει τη διαγραφή και/ή εξάλειψη και/ή ακύρωση των Υποθηκών Υ. XXXXX/02, και Υ. XXXXX/04 επί του επίδικου ακίνητου με αριθμό εγγραφής XXXXX, Φυλ./Σχ. ΧΧΙ/47W.Ι47.E.1, Τεμάχιο XXXXX, στη Παναγιά της Επαρχίας Λευκωσίας παραβιάζουν τα Άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος και, ως εκ τούτου, η σχετική Απόφαση του Καθ΄ου η Αίτηση 1 θα πρέπει να ακυρωθεί. Ως εκ τούτου εκδίδεται Διάταγμα με το οποίο η Ειδοποίηση και/ή Απόφαση του Καθ΄ου η Αίτηση 1 ημερ. 24/1/2018 ακυρώνεται ως τα υπό στοιχεία (Α) και (Β) Διατάγματα καθώς και το υπό στοιχείο (Γ) Διάταγμα. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, η Αιτήτρια/Εφεσείουσα δικαιούται στα έξοδα της. Οι Καθ΄ων η Αίτηση/Εφεσίβλητοι 1 και 3 να καταβάλουν τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αναφορικά με τον Καθ΄ου η Αίτηση 2, ο οποίος δεν έλαβε μέρος στη διαδικασία, θεωρώ ορθό όπως μη εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ) ............... Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] "(c) An applicant can allege a violation of Art.1 of Protocol No.1 only in so far as the impugned decisions related to his "possessions" within the meaning of this provision. "Possessions" can be either "existing possessions" or assets, including claims, in respect of which the applicant can argue that he or she has at least a "legitimate expectation" of obtaining effective enjoyment of a property right". [2] Δέστε Τεκμήριο 1 στην Ένορκη Δήλωση Ματθαίου. [3] Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από την απόφαση στην υπόθεση Κουτσελίνη (ανωτέρω): « Η πρόνοια του Άρθρου 23.3 ότι περιουσιακό δικαίωμα μπορεί να περιοριστεί δια νόμου, για σκοπούς ανάπτυξης και χρησιμοποίησης ιδιοκτησίας προς προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας, δεν ταυτίζεται με τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Είναι ένα πράγμα να περιορίζεται το ιδιοκτησιακό δικαίωμα κάποιου, για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος (που δεν προνοείται στο Άρθρο 23) και άλλο πράγμα να περιορίζεται το δικαίωμα του, υπέρ της ανάπτυξης και χρησιμοποίησης της ιδιοκτησίας του, προς προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας (που προνοείται) (Δέστε: την απόφαση της πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2014)3 Α.Α.Δ. 175)». [4] Στο Σύγγραμμα «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», Τόμος Α του Πολυβίου Γ. Πολυβίου, στη σελίδα 34, αναφέρεται ότι η κλασσική ανάλυση με βάση κυρίως μελέτη πολλών συγχρόνων Συνταγμάτων και ακαδημαϊκών συγγραμμάτων όσον αφορά το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι θεωρεί ότι το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει: · επιλογή του αντισυμβαλλόμενου, · την απόφαση προσχώρησης ή μη σε σύμβαση, · διαμόρφωση του περιεχομένου της σύμβασης, · δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης. [5] "This right of the mortgagee to insist upon full payment before giving up his security has been deemed of the essence of a mortgage". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.