ANIMALIA GENETICS LIMITED κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής : 1801/2020, 5/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A525 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής : 1801/2020 ΜΕΤΑΞΥ: 1. ANIMALIA GENETICS LIMITED (HE 27960) 2. XXXXX ΠΑΠΑΕΥΣΤΑΘΙΟΥ 3. XXXXX ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ 4. XXXXX ΠΑΠΑΕΥΣΤΑΘΙΟΥ Ενάγοντες και 1. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ 1148) 2. XXXXX ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ (ΑΔΤ XXXXX8800) προσωπικά και/ή υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής/παραλήπτης της εταιρείας ANIMALIA GENETICS LIMITED (HE 27960) Εναγόμενοι Αίτηση ημερ. 17/7/2020 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 5 Νοεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτητές/Ενάγοντες: Δ. Παπαδόπουλος μαζί με κ. Χ. Παπαχριστοδούλου και κα Ε. Μαζέρη για Παπαδόπουλος, Λυκούργος &Σια ΔΕΠΕ. Για Καθ΄ης η Αίτηση/Εναγόμενη αρ.1:Μ. Ηλιάδης, μαζί με κ. Φ. Νικολάου για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για Καθ΄ου η Αίτηση/Εναγόμενου αρ.2: Χ. Αρτέμης, μαζί με κ. Α. Αλεξάνδρου, για Τορναρίτης & Σια ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Αιτούμενες Θεραπείες Οι Αιτητές προχώρησαν στις 17/7/2020 με την καταχώρηση Αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 1 Τράπεζας και του Πέτρου Ιωαννίδη ως Διαχειριστή/Παραλήπτη της εταιρείας αλλά και από την προσωπική του ιδιότητα. Μέσω του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου αξιώνεται αριθμός θεραπειών. Σε αυτές περιλαμβάνονται αξίωση για Αποζημιώσεις για συνομωσία, και/ή απάτη και/ή συνομωσία για διάπραξη απάτης και πρόκληση ζημιάς με παράνομα μέσα και/ή δόλο και/ή καταδολίευση και/ή ιδιοποίηση χρηματικού ποσού το οποίο δικαιωματικά ανήκει στην Ενάγουσα 1 καθώς και Απόφαση για το ποσό που ήθελε κριθεί από το Δικαστήριο ότι η Ενάγουσα στερήθηκε και/ή παρανόμως δεν αποδόθηκε σε αυτή και/ή οι Εναγόμενοι οικειοποιήθηκαν από οποιαδήποτε αποξένωση και/ή πώληση και/ή μεταβίβαση περιουσίας και/ή δικαιώματος της Ενάγουσας 1.Εναντίον της Εναγόμενης 1 Τράπεζας αξιώνεται, επίσης, αριθμός Δηλωτικών Αποφάσεων που αναφέρονται στις Συμφωνίες πιστωτικών Διευκολύνσεων συμπεριλαμβανομένων Συμφωνιών Εγγύησης και Συμβάσεων Υποθήκευσης που οι Ενάγοντες είχαν συνάψει με αυτή τις οποίες ζητείται να κριθούν άκυρες και/ή ακυρώσιμες καθώς και Απόφαση ότι τα υπόλοιπα των λογαριασμών τους είναι εσφαλμένα και αυθαίρετα ως αποτέλεσμα παράνομων και αντισυμβατικών χρεώσεων. Εναντίον του Εναγόμενου 2 επιδιώκεται, επίσης, Απόφαση ότι οφείλει στην Ενάγουσα ποσό €4.000.000 ως ζημιά που προκάλεσε στην Ενάγουσα 1 και στους Ενάγοντες 2-4 ως εγγυητές αυτής λόγω παράβασης καθήκοντος του να ενεργεί με τη δέουσα επιμέλεια και/ή επειδή ενήργησε κατά ζημιογόνο τρόπο προς τα συμφέροντα της Ενάγουσας 1 και/ή των εγγυητών της και/ή επειδή δεν έλαβε την ορθή τιμή για τα περιουσιακά της στοιχεία και/ή επειδή δεν διεξήγαγε ορθά και με τη δέουσα επιμέλεια τις εργασίες της Ενάγουσας 1. Ταυτόχρονα καταχώρησαν και την υπό κρίση Αίτηση με την οποία επιζητούσαν μονομερώς τα ακόλουθα Διατάγματα: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους να διαθέσουν και/ή μειώσουν την αξία και/ή αποξενώσουν και/ή πωλήσουν και/ή μεταφέρουν και/ή επιβαρύνουν και/ή δωρίσουν και/ή δεσμεύσουν συμβατικά και/ή μεταβιβάσουν και/ή εκχωρήσουν και/ή αποποιηθούν ή παραιτηθούν (waive) ή άλλως πως διαχειριστούν (deal with) οποιαδήποτε περιουσία της Ενάγουσας 1 μέχρι εκδίκασης της αίτησης ημερομηνίας 17/7/2020 δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το παρόν διάταγμα και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου, με την ακόλουθη επιφύλαξη και/ή περιορισμό: Το παρόν Διάταγμα δεν απαγορεύει στους Εναγόμενους να διαθέσουν ή να διαχειριστούν περιουσιακά στοιχειά της Εναγόμενης 1 κατά τη διεξαγωγή των συνήθων εργασιών της Εναγόμενης 1, νοουμένου ότι προηγουμένως θα ενημερώσουν τους δικηγόρους των Εναγόντων με την πρώτη δυνατή ευκαιρία, κατά πόσο η αξία του περιουσιακού στοιχείου που θα διαθέσουν ή διαχειριστούν υπερβαίνει τα ΕΥΡΩ 10 000,00 και νοουμένου ότι θα προσδιορίσουν το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο όπως επίσης και τη συναλλαγή στην οποία προτίθενται να προβούν. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους να καταθέσουν οποιαδήποτε εισπρακτέα της Ενάγουσας 1 σε λογαριασμούς άλλους από αυτούς της Εναγόμενης 1 και/ή άλλως πως εκχωρήσουν και/ή εκτρέψουν τα εισπρακτέα της Εναγόμενης 1 σε τρίτα πρόσωπα, μέχρι εκδίκασης της αίτησης ημερομηνίας 17/7/2020 δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το παρών διάταγμα και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους να συμψηφίσουν και/ή να πληρώσουν στην Εναγόμενη 1 και/ή να καταβάλουν έναντι των δανειακών υποχρεώσεων της Ενάγουσας 1 και/ή εκχωρήσουν και/ή άλλως πως μεταβιβάσουν την κυριότητα οποιωνδήποτε εισπρακτέων και/ή ποσού και/ή τιμήματος και/ή προϊόντος πώλησης προκύψει από την πώληση και/ή αποξένωση και/ή διάθεση των περιουσιακών στοιχείων της Ενάγουσας 1, σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, μέχρι τελείας αποπερατώσεως της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει τον Εναγόμενο 2 όπως παραδώσει εντός 10 ημερών από την επίδοσή του Διατάγματος στους Ενάγοντες ένορκη δήλωση στην οποία θα απαριθμεί και θα επισυνάπτει ως Τεκμήρια όλα τα έγγραφα που έδωσε σε οποιουσδήποτε προσφοροδότες και/ή ενδιαφερόμενους για αγορά και/ή απόκτηση και/ή διαχείριση και/ή άλλως πώς εκμετάλλευση των περιουσιακών στοιχείων της Ενάγουσας 1, περιλαμβανομένων των εγγράφων που αφορούν οποιαδήποτε Πρόσκληση Εκδήλωσης Ενδιαφέροντος δημοσιεύθηκε μεταξύ 1/3/2020 και 31/6/2020. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει τον Εναγόμενο 2 όπως παραδώσει εντός 10 (δέκα) ημερών από την επίδοσή του στους Ενάγοντες όλα τα έγγραφα που έδωσαν και/ή παρέδωσαν και/ή υπέβαλαν οποιοιδήποτε προσφοροδότες και/ή ενδιαφερόμενοι και/ή τρίτοι για αγορά και/ή απόκτηση και/ή διαχείριση και/ή άλλως πώς εκμετάλλευση των περιουσιακών στοιχείων της Ενάγουσας 1, περιλαμβανομένων των εγγράφων που αφορούν οποιαδήποτε Πρόσκληση Εκδήλωσης Ενδιαφέροντος δημοσιεύθηκε μεταξύ 1/3/2020 και 31/6/2020. ΣΤ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει τον Εναγόμενο 2 όπως παραδίδει στους Ενάγοντες, εντός 3 (τριών) ημερών από την στιγμή που έρχονται στην γνώση του και/ή κατοχή του, όλα τα έγγραφα που δίνουν και/ή παραδίδουν και/ή υποβάλλουν οποιοιδήποτε προσφοροδότες και/ή ενδιαφερόμενοι και/ή τρίτοι για αγορά και/ή απόκτηση και/ή διαχείριση και/ή άλλως πώς εκμετάλλευση των περιουσιακών στοιχείων της Ενάγουσας 1, περιλαμβανομένων των εγγράφων στα πλαίσια της Πρόσκλησης Εκδήλωσης Ενδιαφέροντος για υποβολή πρότασης που δημοσιεύθηκε την 24/05/2020. Ζ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στην Ενάγουσα 1 και/ή σε οποιοδήποτε άτομο εκπροσωπεί την Ενάγουσα 1 και/ή στον Εναγόμενο 2 και/ή οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα σχετίζονται με τους Εναγόμενους να: 1. προβούν σε και/ή να διεξάγουν οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις και/ή συνομιλίες και/ή συναντήσεις και/ή επικοινωνίες με τρίτα πρόσωπα αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία της Ενάγουσας 1, εκτός εάν ενημερώσουν για αυτές 3 (τρείς) ημέρες προηγουμένως τον κύριο XXXXX Ιωαννίδη (ΑΔΤ: XXXXX3295 με στοιχεία επικοινωνίας τηλέφωνο: XXXXX56 και email: XXXXX@joannides.com.
- cy)ΚΑΙ διασφαλίσουν ότι θα του επιτραπεί να παραστεί κατά την και/ή να παρακολουθήσει την διεξαγωγή τους, ΚΑΙ/Η να 2. προβούν σε οποιεσδήποτε ενέργειες αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία της Ενάγουσας 1 χωρίς να ενημερώσουν 10 ημέρες προηγουμένως από κάθε ενέργεια τον κύριο XXXXX Ιωαννίδη, μέχρι τελείας αποπερατώσεως της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η. Δήλωση και/ή Οδηγίες του Δικαστηρίου ότι για τους σκοπούς των αιτητικών «Α» και «Β» ο όρος «περιουσία» περιλαμβάνει (χωρίς περιορισμό) τα ακόλουθα και θα ερμηνεύεται ανάλογα: 1. Όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Ενάγουσας 1, ανά το παγκόσμιο, είτε κατέχονται εξ' ολοκλήρου ή από κοινού με άλλους (solely or jointly owned), ανεξάρτητα εάν το συμφέρον της Εναγόμενης 1 επί αυτών είναι άμεσο/ονομαστικό ή ωφέλιμο ή κατέχεται άλλως πως (legally, beneficially or otherwise). 2. Όλα τα περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων η Ενάγουσα 1 έχει άμεση ή έμμεση εξουσία να διαθέσει ή να διαχειριστεί ως να ήταν δική της. Η Ενάγουσα 1 θεωρείται ότι έχει τέτοια εξουσία και/ή δυνατότητα επί οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου το οποίο κατέχεται και/ή ελέγχεται από οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, στη βάση των άμεσων ή έμμεσων οδηγιών της Ενάγουσας 1. 3. Όχι μόνο υλικά αγαθά αλλά επίσης ενδεικτικά, αλλά όχι περιοριστικά οποιοδήποτε άυλο δικαίωμα (chose in action), περιλαμβανομένων συμβατικών δικαιωμάτων, αγώγιμων δικαιωμάτων δικαιώματα και δικαιώματα σε ενοίκια. Οι Ενάγοντες/Αιτητές αρχικά απευθύνθηκαν μονομερώς στο Δικαστήριο αιτούμενοι την έκδοση των πιο πάνω Διαταγμάτων. Διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς Το Δικαστήριο αφού διεξήλθε της Αίτησης εξέδωσε Διατάγματα ως τα αιτητικά (Δ) - (ΣΤ) της Αίτησης με διαφοροποίηση ως προς τον χρόνο παράδοσης των αιτουμένων εγγράφων από τους Καθ' ων η Αίτηση. Συγκεκριμένα εκδόθηκαν τα ακόλουθα Διατάγματα: (
- i)Διάταγμα όπως ο Εναγόμενος 2 εντός 15 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος παραδώσει στο Δικαστήριο Ένορκη Δήλωση στην οποία να απαριθμεί και να επισυνάπτει τα έγγραφα που έδωσε σε οποιουσδήποτε προσφοροδότες και/ή ενδιαφερόμενους για αγορά και/ή απόκτηση και/ή διαχείριση και/ή άλλως πως εκμετάλλευση των περιουσιακών στοιχείων της Ενάγουσας 1 περιλαμβανομένων των εγγράφων που αφορούν οποιαδήποτε πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος δημοσιεύθηκε μεταξύ 1/3/20 και 31/6/20. (
- ii)Διάταγμα όπως ο Εναγόμενος 2 εντός 15 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος παραδώσει στο Δικαστήριο όλα τα έγγραφα που έδωσαν και ή παρέδωσαν και/ή υπέβαλαν οποιοιδήποτε προσφοροδότες και/ή ενδιαφερόμενοι και/ή τρίτοι για αγορά και/ή απόκτηση και/ή διαχείριση και/ή άλλως πως εκμετάλλευση των περιουσιακών στοιχείων της Ενάγουσας 1 περιλαμβανομένων των εγγράφων που αφορούν οποιαδήποτε πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος δημοσιεύθηκε μεταξύ 1/3/20 και 31/6/20. (iii) Διάταγμα όπως ο Εναγόμενος 2 παραδώσει στο Δικαστήριο εντός 7 ημερών από τη στιγμή που έρχονται στην γνώση του ή κατοχή του όλα τα έγγραφα που δίδουν και/ή παραδίδουν και/ή υποβάλλουν οποιοιδήποτε προσφοροδότες και/ή ενδιαφερόμενοι και/ή τρίτοι για αγορά που έδωσαν και ή παρέδωσαν και/ή υπέβαλαν απόκτηση και/ή διαχείριση και/ή άλλως πως εκμετάλλευση των περιουσιακών στοιχείων της Ενάγουσας 1 ως αυτά περιλαμβάνονται στην πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για υποβολή πρότασης που δημοσιεύθηκε στις 24/5/2020. Μετά από σχετική διευθέτηση μεταξύ των μερών η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο Α, ο χρόνος συμμόρφωσης με τα εκδοθέντα Διατάγματα παρατάθηκε και στις 28/7/2020 τα εκδοθέντα Διατάγματα διαμορφώθηκαν ως καταγράφεται στο εν λόγω Τεκμήρια. Η υπό κρίση Αίτηση ημερ. 17/7/2020 συνοδεύεται από Ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 2, XXXXX Παπαευσταθίου. Τα υπόλοιπα αιτητικά παρέμειναν για επίδοση. Ενστάσεις Εναγομένων - Συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις Οι Ενστάσεις των Εναγομένων 1 και 2 καταχωρήθηκαν στις 25/8/2020. Η Ένσταση της Εναγόμενης 1 υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της XXXXX Αποστολίδου και η Ένσταση του Εναγόμενου 2 συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του ιδίου, δηλαδή από τον XXXXX Ιωαννίδη. Στις 7/9/2020 καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα 2, XXXXX Παπαευσταθίου, Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση. Στις 15/9/2020 καταχωρήθηκε επίσης από την XXXXX Αποστολίδου, Λειτουργό της Εναγόμενης 1, Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση. Στις 15/9/2020 καταχωρήθηκαν από τον Εναγόμενο 2 οι ακόλουθες Συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις: (
- i)από τον Διαχειριστή/Παραλήπτη XXXXX Ιωαννίδη. (
- ii)από τον Δικαστικό Επιδότη XXXXX Ιωάννου. (iii) από τη Διευθύντρια στον Ελεγκτικό Οίκο ParkerRandal. (
- iv)από τον αντιπρόσωπο του Παραλήπτη/Διαχειριστή XXXXX Κωνσταντινίδη. Σύνοψη Γεγονότων και Εκατέρωθεν Εκδοχών Ακολουθεί στη συνέχεια μία σύνοψη των ουσιωδών στην παρούσα υπόθεση γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την Αίτηση και Ενστάσεις καθώς και τις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν. Θα επιχειρηθεί βασικά η καταγραφή των προβαλλόμενων από κάθε πλευρά εκδοχών. Εκδοχή Εναγόντων Η βασική εκδοχή των Εναγόντων, όπως προκύπτει από την Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα 2, μπορεί να συνοψιστεί ως ακολούθως: Η Ενάγουσα 1 Εταιρεία προέβη σε δανεισμό από την Εναγόμενη Τράπεζα αρ. 1 με σκοπό τη δημιουργία σταθμού επεξεργασίας βιομάζας για παραγωγή ενέργειας. Λόγω του ότι κατά την Εναγόμενη 1 Τράπεζα η Ενάγουσα 1 δεν ήταν σε θέση να αποπληρώσει τις δανειακές της υποχρεώσεις, την 1/11/2017 διορίστηκε από την Τράπεζα ο Εναγόμενος 2 ως Παραλήπτης/Διαχειριστής της Περιουσίας της Εταιρείας βάσει Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης (Floating Charge). Η θέση των Αιτητών αναφορικά με την υπό κρίση Αίτηση συνοπτικά είναι ότι: · Η Τράπεζα μέχρι και σήμερα έχει εφαρμόσει υπερχρεώσεις και παράνομους τοκισμούς πέραν των €880.000. · Ο Παραλήπτης/Διαχειριστής κακοδιαχειρίστηκε την Ενάγουσα 1 Εταιρεία για να δοθεί η εντύπωση πως η πώληση των περιουσιακών της στοιχείων αποτελεί την μοναδική λύση και επιλογή. Ειδικότερα: ü Δεν διεκδίκησε τα εισπρακτέα της Animalia. ü Δεν υπόβαλε λογαριασμούς ως είχε θεσμικό καθήκον. ü Επέτρεψε την δημιουργία κινδύνων που αφορούν την ασφάλεια και υγεία και καταστροφών στην Μονάδα και τα Υποστατικά. ü Δεν διασφάλισε την ανανέωση προσοδοφόρων αδειών της Animalia. ü Μέχρι σήμερα παρά το ότι παρά παρήλθαν ήδη 2.5 χρόνια από τότε που διορίστηκε, δεν έχει υποβάλει στον Έφορο Εταιρειών λογαριασμούς της διαχείρισης ως είχε νομική υποχρέωση να πράξει. · Από τον διορισμό του μέχρι σήμερα: § Δεν διαχειρίστηκε την Animalia ούτε διαφύλαξε τα συμφέροντα της. Αν το έπραττε οι οφειλές της Animalia προς την Τράπεζα θα είχαν εξοφληθεί. § Δεν έχει υποβάλει Λογαριασμούς/Οικονομικές Εκθέσεις στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη (ο Έφορος Εταιρειών), ως είχε νομική υποχρέωση. · Τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας θα πωληθούν δόλια για ποσό χαμηλότερο από την πραγματική τους αξία. · Ο Παραλήπτης/Διαχειριστής παρέβη ή θα παραβεί την υποχρέωσή του για διαχείριση με δέουσα επιμέλεια ούτως ώστε να λάβει την πρέπουσα τιμή για τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας. Αποτέλεσε θέση των συνηγόρων των Αιτητών ότι με την υπό κρίση Αίτηση οι Αιτητές δεν επιθυμούν να σταματήσουν την προσπάθεια του Παραλήπτη/Διαχειριστή να πωλήσει και/ή διαθέσει την περιουσία της Εταιρείας αλλά επιδιώκουν την εξασφάλιση πλήρους διαφάνειας στην πώληση και/ή διάθεση των περιουσιακών της στοιχείων, με σκοπό να διασφαλιστούν τα συμφέροντα της Εταιρείας, των μετόχων της και των εγγυητών των δανείων. Όπως τέθηκε εκ μέρους των Αιτητών, η ουσία του ζητήματος είναι ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα η Animalia και οι εγγυητές της, δεν θα έχουν ποτέ την ευκαιρία να διασφαλίσουν ότι θα εξασφαλιστεί δίκαιο και πραγματικό αντίτιμο για τα περιουσιακά στοιχεία και την εμπορική εύνοια της Animalia. Τα περιουσιακά στοιχεία θα πωληθούν σε χαμηλότερες τιμές από την τιμή της αγοράς (notatarms-length) και λόγω της αδιαφάνειας στην διαδικασία το ενδεχόμενο δωροδοκίας θα είναι αυξημένο. Ο Ενάγοντας αρ.2, ομνύοντας στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι απεύθυνε πολλές φορές έκκληση στον Διαχειριστή και στην Τράπεζα προσπαθώντας να εξεύρει μία λύση και να προτείνει τρόπους διαχείρισης της Animalia για να αρχίσει σιγά σιγά η αποπληρωμή του δανείου. Διατείνεται δε ότι τόσο η Τράπεζα όσο και ο Διαχειριστής τον αγνοούσαν επιδεικτικά. Περί τις αρχές Ιουνίου πληροφορήθηκε ότι ο Διαχειριστής δημοσίευσε Πρόσκληση Εκδήλωσης Ενδιαφέροντος για υποβολή πρότασης (Request for Proposal) για τα περιουσιακά στοιχεία της Animalia. Η καθαρή αξία της Animalia και των περιουσιακών της στοιχείων είναι τουλάχιστον€6 000 000. Προ ολίγων ημερών πληροφορήθηκε ότι: → Υπάρχουν διάφοροι σοβαροί ενδιαφερόμενοι/εταιρείες που προσφέρουν πέραν των €5 εκατομμυρίων. → Υψηλά ιστάμενα στελέχη της Τράπεζας σε συνεργασία με τον Διαχειριστή θα επωφεληθούν προσωπικά εις βάρος της εταιρείας. → Το οποιοδήποτε κέρδος από την πώληση το οποίο κανονικά θα έμενε στην Εταιρεία και τους εγγυητές θα «φαγωθεί» και θα καταλήξει ως αμοιβή του Διαχειριστή και στις τσέπες συγκεκριμένων στελεχών της Τράπεζας. Εκδοχή Εναγόμενης 1/Τράπεζας Η εκδοχή από μέρους της Τράπεζας έχει συνοπτικά, ως εξής Η συνεργασία της εταιρείας με την Καθ' ης η Αίτησης 1 μετρά από το 1989 και καθόλο το διάστημα που μεσολάβησε η Τράπεζα είχε προβεί σε σημαντικό αριθμό αναδιαρθρώσεων στο πλαίσιο παροχής επιπρόσθετων πιστωτικών διευκολύνσεων με σκοπό την τακτοποίηση καθυστερήσεων στο πρόγραμμα αποπληρωμής των υποχρεώσεων της εταιρείας. Ενδεικτικές της κακοπιστίας των όσων ισχυρίζεται στην ένορκή του δήλωση ο Ενάγοντας 2 είναι και οι αναφορές του ότι η Τράπεζα τους εξανάγκασε να αναδιαρθρώσουν τα δάνεια που είχαν λάβειεκ μέρους της εταιρείας, την ίδια στιγμή που οι ίδιοι ζητούσαν νέες διευκολύνσεις από την Τράπεζα, και ότι η Τράπεζα του επέβαλε όπως ορίσει ως εγγυητές της εταιρείαςτις κόρες του, οι οποίες, δήθεν, δεν είχαν καμία σχέση με την εταιρεία. Απορρίπτεται κατηγορηματικά ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι οι οφειλές της Animalia προς την Τράπεζα θα έπρεπε να ήταν κατά €881.165,55 ευρώ λιγότερες με βάση Έκθεση από οικονομικούς συμβούλους που έχουν διορίσει οι Αιτητές. Όλες οι χρεώσεις γίνονταν με βάση τις πρόνοιες των Συμφωνιών που είχαν συνάψει τα μέρη ως αυτές τροποποιούνταν από καιρό σε καιρό και κοινοποιούνταν στην Ενάγουσα 1 μέσω ενημερωτικών επιστολών, βάσει των συμβατικών δικαιωμάτων της Τράπεζας. Η κακοδιαχείριση της Ενάγουσας 1 από τον Ενάγοντα 2 προκύπτει ξεκάθαρα και από τις καταστάσεις λογαριασμού όπου πιστώνονταν τα εισπρακτέα από την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου για την παραγωγή βιοαερίου. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 9δέσμη καταστάσεων λογαριασμών. Οι εν λόγω καταστάσεις αποδεικνύουν ακριβώς την κακοδιαχείριση της Ενάγουσας 1 από τον Ενάγοντα 2, στην οποία οφείλεται η μείωση της παραγωγής και, κατ' επέκταση, των εισοδημάτων της εταιρείας από €40.000 - €45.000 μηνιαίως το 2015, σε €5.000 - €6.000 μηνιαίως το τελευταίο τρίμηνο το 2017. Η κατάσταση αυτή δεν άφηνε άλλη επιλογή στην Τράπεζα από τον διορισμό Διαχειριστή/Παραλήπτη της εταιρείας σε μια τελευταία προσπάθεια διάσωσης των εργασιών της εταιρείας. Τα εισοδήματα της Ενάγουσας 1 από την παραγωγή έχουν επανέλθει με τον διορισμό του Διαχειριστή, με βάση τις καταθέσεις που λαμβάνονται από την ΑΗΚ κάθε μήνα.Η στάση αυτή της Τράπεζας αποδεικνύει την προσπάθειά της να στηρίξει οικονομικά την εταιρεία, σε διαφορετική περίπτωση, θα χρησιμοποιούσε όλο το διαθέσιμο υπόλοιπο για αποπληρωμή των δανείων της. Ο ισχυρισμός ότι ο Διαχειριστής της εταιρείας δεν έχει υποβάλει τις Οικονομικές Καταστάσεις της Εταιρείας στον Έφορο Εταιρειών είναι,επίσης, παραπλανητικός και εγείρεται με σκοπό να δημιουργηθούν εντυπώσεις στο Δικαστήριο, αφού, ο μόνος λόγος για τον οποίο δεν είχαν καταχωρηθεί μέχρι σήμερα οι Λογαριασμοί είναι γιατί ο ίδιος δεν είχε μέχρι την έγερση της Αγωγής αυτής παραδώσει την κατάσταση ενεργητικού και παθητικού της εταιρείας (Statement of Affairs), γεγονός που διευθετήθηκε πρόσφατα μετά από συμφωνία των δικηγόρων των διαδίκων στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η πρόσκληση προσφορών (requestforproposal) για ενοικίαση/πώληση όλων, ή μέρους των περιουσιακών στοιχείων της Ενάγουσας 1, «θα μαγειρευτεί» από διάφορα ανώτερα στελέχη της Τράπεζας αυτός απορρίπτεται από την Τράπεζα κατηγορηματικά. Η Τράπεζα έχει επενδύσει πολύ χρόνο και χρήμα στην εν λόγω διαδικασία καθότι είναι ο μόνος τρόπος να ανακτήσει τις οφειλές της Ενάγουσας 1 κρατώντας την παράλληλα σε λειτουργία. Έχει δε ακολουθήσει την προβλεπόμενη και νενομισμένη διαδικασία ανοίγματος των προσφορών με την παρουσία δικηγόρων και στην οποία η ίδια η Τράπεζα δεν ήταν παρούσα. Στόχος της Τράπεζας είναι να εισπράξει το μέγιστο από την εν λόγω διαδικασία και όχι να προκρίνει την προσφορά «του εκλεκτού» η οποία θα είναι «πολύ χαμηλότερη» από την πραγματική αγοραία αξία των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας ώστε η Τράπεζα να ζημιώσει στο τέλος,όπως εντελώς αυθαίρετα και αβάσιμα ισχυρίζεται ο Ενάγοντας 2. Εκδοχή Εναγόμενου 2 Όσον αφορά την εκδοχή του Εναγόμενου 2 αυτή μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: Από τα γεγονότα διαφαίνεται ότι ο Ενάγων 2 είχε ενημερωθεί για τον διορισμό του Παραλήπτη/Διαχειριστή αμέσως μετά τον διορισμό τον Νοέμβριο του 2017. Είχε,επίσης, γνώση των επίδικων Συμφωνιών καθώς και των γεγονότων που οδήγησαν στον διορισμό του Παραλήπτη/Διαχειριστή.Όλα όσα σήμερα ισχυρίζεται ότι συνέβησαν και δημιούργησαν την βάση αγωγής του ήταν επίσης γνωστά σε αυτόν από καιρό. Ακόμα και η πρόθεση του Διαχειριστή/Παραλήπτη να προχωρήσει με την διαδικασία των προσφορών ήταν γνωστή στον Ενάγοντα 2 (ΜΠ). Καμία ενέργεια δεν έκανε για να προστατέψει τα δικαιώματα είτε της Εταιρείας είτε του ίδιου όλο αυτό το διάστημα τουλάχιστον από τον διορισμό του Διαχειριστή/Παραλήπτη και μετά. Σήμερα καταχρηστικά επινόησε το τέχνασμα περί δήθεν πληροφοριών που έλαβε περί δήθεν στημένης πρόσκλησης και προσπάθειας εξαπάτησης τόσο του ίδιου όσο και της Εταιρείας από τον Διαχειριστή/Παραλήπτη και λειτουργούς της Τράπεζας με σκοπό να «μαγειρέψουν» τα νούμερα. Τα όσα αναφέρει ο ΜΠ είναι αόριστα, ασαφή αστήρικτα και έωλα. Καμία προστασίας δεν χρειαζόταν η Ενάγουσα από τις ενέργειες του Διαχειριστή/Παραλήπτη και ούτε ήταν κατεπείγον η έκδοση του Διατάγματος εναντίον του Διαχειριστή/Παραλήπτη για αποτροπή οποιοσδήποτε ενέργειας του. Εκτός από το γεγονός ότι η Αιτήτρια 1 και ο ΜΠ υπέγραψαν την Συμφωνία και τα Ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης το 1995 και το 2011 και ουδέποτε τα αμφισβήτησαν έκτοτε και εκτός από το γεγονός ότι οι Αιτητές ουδέποτε ισχυρίστηκαν ότι το ομόλογο είναι άκυρο πριν την έγερση της παρούσας Αγωγής, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι τα γεγονότα τα οποία θα έπρεπε να λάβει υπόψη το Δικαστήριο ήταν ότι οι Συμβάσεις αναδιάρθρωσης του 2015 των τραπεζικών διευκολύνσεων που δόθηκαν στην Αιτήτρια είναι άκυρες. Ως εκ των πιο πάνω κωλύονται σήμερα οι Αιτητές να αμφισβητούν τις Συμφωνίες τους με την Τράπεζα. Οι Αιτητές γνώριζαν το 2015 την ύπαρξη των Ομολόγων και αφού μετά το 2015 θεώρησαν ότι οι αναδιαρθρώσεις των τραπεζικών διευκολύνσεων έγιναν παράτυπα, όπως ισχυρίζονται, μπορούσαν τουλάχιστον από το 2015 να ισχυριστούν ότι η Τράπεζα δεν δικαιούτο να διορίσει Παραλήπτη/Διαχειριστή με βάση τα Ομόλογα. Αντί τούτου όμως οι Αιτητές αποφάσισαν πολύ μεταγενέστερα του χρόνου κατά τον οποίο η Τράπεζα άσκησε τα δικαιώματα της που απορρέουν από τα εν λόγω Ομόλογα να καταχωρήσει την παρούσα Αγωγή και Αίτηση και να εξασφαλίσει τα επίδικα Παρεμπίπτοντα Διατάγματα. Ο ισχυρισμός του Ενάγοντα 2 ότι ο Παραλήπτης/Διαχειριστής δεν διαχειρίστηκε την επιχείρηση με τρόπο ώστε να διαφυλάξει τα συμφέροντα της Αιτήτριας 1 είναι παντελώς αναληθής. Ενδεικτική του αποτελέσματος της διαχείρισης του Εναγόμενου 2 είναι η σύγκριση των αποτελεσμάτων προ του διορισμού του και μετά τον διορισμό του. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 14 σχετικός Πίνακας σύγκρισης των αποτελεσμάτων διαχείρισης της Αιτήτριας 1 πριν τον διορισμό του Π/Δ με τα αποτελέσματα μετά το διορισμό του αναφορικά με την παραγωγή ενέργειας και τις πωλήσεις προς την ΑΗΚ. Σχετικές είναι επίσης οι Καταστάσεις εισπράξεων και πληρωμών της διαχείρισης που ο Π/Δ ετοίμασε για τις περιόδους μέχρι και την 31/10/2019 και τις οποίες καταχώρησε στον Έφορο Εταιρειών ως όφειλε, γεγονός το οποίο σκόπιμα ο Ενάγοντας 2 απέκρυψε από το Δικαστήριο. Με τον διορισμό του κάλεσε τον Ενάγοντα 2 να ετοιμάσει και να του παραδώσει την Έκθεση Καταστάσεως (Statement of Affairs) της Αιτήτριας 1 για την περίοδο μέχρι και την ημερομηνία διορισμού του. Αυτό φαίνεται και στο Τεκμήριο 12 της Ε.Δ. Παπαευσταθίου. Αρχικά ο Ενάγοντας 2 απέφευγε να προχωρήσει με την ετοιμασία αλλά, μετά από δικές του ενέργειες και με την συνδρομή του λογιστικού γραφείου Parker Randall Limited, ετοίμασε την Κατάσταση η οποία παραδόθηκε στον Έφορο Εταιρειών μαζί με την Έκθεση του αλλά και με τις Καταστάσεις εισπράξεων και πληρωμών της διαχείρισης για τις περιόδους μέχρι την 31/10/2018 και 31/10/2019. Λόγω του ότι η Έκθεση Καταστάσεως που ετοίμασε ο Ενάγοντας 2 δεν είχε ετοιμαστεί σύμφωνα με τον νενομισμένο τύπο C39,αυτή επεστράφη από τον Έφορο Εταιρειών την 12/12/2018, την 9/1/2019 και την 30/4/2020 μαζί με την Έκθεση του Π/Δ και την Κατάσταση εισπράξεων και πληρωμών. Γι΄αυτό εστάλη επιστολή ημερ. 3/7/20 στο Ενάγοντα 2 με την οποία καλείτο να προχωρήσει με την εκτέλεση της Έκθεσης Καταστάσεως στο σωστό τύπο έτσι ώστε να μπορέσει Π/Δ να επανακαταχωρήσει στον Έφορο Εταιρειών όλα τα πιο πάνω. Με τον διορισμό του ο Π/Δ διαπίστωσε ότι οι Ελεγμένες Οικονομικές Καταστάσεις της Αιτήτριας 1 δεν είχαν ετοιμαστεί από την περίοδο 2012 μέχρι το 2016. Με δικές του ενέργειες και σε γνώση του Ενάγοντα 2 ετοιμάστηκαν οι Ελεγμένες Οικονομικές Καταστάσεις μέχρι και την περίοδο που ολοκληρώθηκε την 31/12/2016. Από την Έκθεση Καταστάσεως που ο ίδιος ο Ενάγοντας 2 ετοίμασε,Τεκμήριο 17στην παρούσα, προκύπτει ότι οι οφειλές της Αιτήτριας σε πιστωτές κατά την 1/11/2017 ανέρχονταν σε €7.583.869. Εξασφαλισμένοι πιστωτές εκ €5.673.886,00, προνομιούχοι πιστωτές εκ €496.163,00 και μη εξασφαλισμένοι πιστωτές εκ €1.413.820,00. Στην τρίτη σελίδα της Έκθεσης Καταστάσεως φαίνεται καθαρά ότι υπάρχει έλλειμμα μεταξύ υποχρεώσεων και περιουσιακών στοιχείων της Αιτήτριας 1 εκ €1.538.094,00. Ο Διαχειριστής/Παραλήπτηςέλαβε όλα τα αναγκαία βήματα και μέτρα για να επαναφέρει την λειτουργία και κατάσταση της επιχείρησης της Αιτήτριας 1 σε υποφερτή κατάσταση που να επιτρέπει αφενός την συνέχιση των εργασιών της Αιτήτριας 1 με σκοπό την πώληση της επιχείρησης με καλύτερο υπό τις περιστάσεις δυνατό τίμημα προς όφελος των πιστωτών της και αφετέρου την συνεργασία με όλα τα αρμόδια Κυβερνητικά Τμήματα με σκοπό την συμμόρφωση με τις διάφορες υποδείξεις τους και ταυτόχρονα τη καταχώρηση αιτήσεων για ανανέωση των διαφόρων αδειών της Αιτήτριας 1. Ο Π/Δ αποφάσισε να διατηρήσει τις εργασίες της Αιτήτριας 1, αναλαμβάνοντας προσωπικά ρίσκο στην περίπτωση δημιουργίας ζημιών από τις εργασίες, γιατί θεώρησε ότι με το κλείσιμο τις επιχείρησης, που είχε κάθε δικαίωμα να πράξει, η αξία των περιουσιακών στοιχείων της Αιτήτριας 1 θα περιοριζόταν κατά ένα μεγάλο ποσοστό. Αυτό γιατί η αξία των εγκαταστάσεων, κτιρίων και μηχανημάτων της Αιτήτριας 1 είναι άμεσα συνυφασμένα με την αξία της γης και το αντίστροφο. Επομένως αν έκλεινε η επιχείρηση τόσο η αξία της γης όσο και η αξία των εγκαταστάσεων, κτιρίων και μηχανημάτων θα είχε υποστεί τεράστια απώλεια. Η αξία της Αιτήτριας 1 σε τέτοια περίπτωση θα είχε μειωθεί ουσιαστικά. Αντί αυτού αποφάσισε να συνεχίσει τις εργασίες και δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την δημοσίευση προσφορών για την πώληση της επιχείρησης της Αιτήτριας 1 που δύο
(2)χρόνια προηγουμένως ήταν έτοιμη για λουκέτο με στόχο την μερική και σε βάθος χρόνου σταδιακή αποπληρωμή των πιστωτών της. Νομική Πτυχή αναφορικά με την έκδοση Παρεμπίπτοντων Διαταγμάτων Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναφερθεί με εμπεριστατωμένο και άκρως βοηθητικό τρόπο για το Δικαστήριο τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει Αιτήσεις για Προσωρινά Διατάγματα. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων.[2] Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Το Στοιχείο του Κατεπείγοντος Πριν το Δικαστήριο εξετάσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης ενός διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Ν.14/60 θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το διάταγμα που έχει εκδώσει μονομερώς πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θα πρέπει να είχε καταδειχθεί ενώπιον του το επείγον της έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. Έχουν εδώ εφαρμογή οι πρόνοιες του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.6. Όπως έχει νομολογηθεί, το υπαρκτό του στοιχείου του κατεπείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Χ"Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(A) A.A.Δ. 203, 207 «κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δ υτέρου να ακουστεί». Επίσης στην υπόθεση Αμβροσιάδου ν. Coward
(2013)1 A.A.Δ. 78, τονίστηκε ότι παροχή θεραπείας χωρίς να ακουστεί η πλευρά εναντίον της οποίας αυτή στρέφεται, δικαιολογείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου η ανάγκη είναι τόσο επείγουσα ώστε να μην παρέχεται χρόνος για ειδοποίηση της άλλης πλευράς χωρίς να διακινδυνεύεται η όλη εξασφάλιση η οποία επιδιώκεται. Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τα όσα έλαβαν χώρα από το στάδιο δημοσίευσης στον Τύπο της πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος για υποβολή πρότασης για αγορά περιουσιακών στοιχείων της Ενάγουσας Εταιρείας αρ. 1 καθώς και τα όσα ήλθαν στη γνώση της πλευράς των Αιτητών και περιγράφονται ειδικότερα στις παραγράφους 94 μέχρι 99 της Ένορκης Δήλωσης του Ενάγοντα 2 ημερ. 17/7/2020, θεωρώ ότι πληρείτο το στοιχείο του κατεπείγοντος. Συγκεκριμένα, διαπιστώνεται ότι μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν στη γνώση των Αιτητών δεν έχει επιδειχθεί οποιαδήποτε αδράνεια ή καθυστέρηση από πλευράς τους στο να ζητήσουν θεραπεία. Μη Αποκάλυψη Ουσιωδών Γεγονότων Οι Εναγόμενοι/Καθ΄ωνηΑίτηση μεταξύ των διαφόρων λόγων που επικαλούνται για σκοπούς ακύρωσης των Προσωρινών Διαταγμάτων που εκδόθηκαν στην παρούσα υπόθεση είναι αυτός που αφορά την από πλευράς των Εναγόντων/Αιτητών μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων στο στάδιο που αιτούντο την έκδοση των Διαταγμάτων μονομερώς. Μάλιστα οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν ένα από τους κύριους άξονες των θέσεων τους. Είναι θεμελιωμένο ότι το Δικαστήριο μπορεί με βάση αυτό και μόνο το λόγο και χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού Διατάγματος να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι, κατά το στάδιο της έκδοσης του, δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων η οποία, ενδεχομένως, να επηρέασε το Δικαστήριο. Όταν ουσιώδη γεγονότα δεν αποκαλύπτονται στο Δικαστήριο στο πλαίσιο μονομερούς Αίτησης το Δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει το εκδοθέν διάταγμα έστω και αν οι ουσιαστικές περιστάσεις της υπόθεσης θα δικαιολογούσαν τη χορήγηση της θεραπείας. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς (ex parte) συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί[6].Οι μονομερείς αιτήσεις είναι αιτήσεις υψίστης πίστεως (ubberima fides) εφόσον κρίνονται έξω από το κανονικό πλαίσιο της δίκης και οι κανόνες πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα. Η ύψιστη πίστη η οποία διέπει κάθε μονομερή αίτηση επιβάλλει στους αιτητές να παρουσιάσουν κατά τρόπο ξεκάθαρο το φάσμα του συνόλου των γεγονότων. Η ορθή διάσταση της υποχρέωσης πλήρους αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις, αναπτύχθηκε από τον Πική, Π., δίδοντας την απόφαση της Ολομέλειας στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd,
(1996)1Α.Α.Δ.597, 601-602[7]: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου ..... .................. Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. ..... Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην υπόθεση εκείνη παρασιώπηση στην ένορκη δήλωση ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας για παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο του Ισραήλ, έστω και αν επισυνάφθηκε για άλλο σκοπό, κρίθηκε ότι έπληττε καίρια το εκδοθέν διάταγμα για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1Α.Α.Δ.248τονίστηκε ότι η φύση της διαδικασίας μονομερούς αίτησης λόγω του στοιχείου της υψίστης πίστεως (uberrima fides) επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Έτσι το καθήκον του Ενάγοντα είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστή όταν αποφάσιζε κατά πόσο θα εγκρίνει την Αίτηση[8]. Στην υπόθεση Larissa (αρ. 2) (πιο πάνω) αναφέρθηκε με επιδοκιμασία η ακόλουθη περικοπή από την αγγλική υπόθεση Castelli v. Cook
(1849)7 Hare, 89, 94[9] σε ελληνική μετάφραση: «Ένας Ενάγοντας που αποτείνεται με μονομερή αίτηση συμβάλλεται (καθώς έχει διατυπωθεί) με το Δικαστήριο ότι θα θέσει την όλη υπόθεση με πλήρη και δίκαιο τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου. Αν παραλείψει να το πράξει, και όταν το άλλο μέρος αποταθεί για ακύρωση του διατάγματος το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι έχει αποκρυβεί οποιοδήποτε ουσιαστικό γεγονός ή δεν έχει υποβληθεί με τον ορθό τρόπο, στον Ενάγοντα θα ειπωθεί ότι το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει την ουσία, και ότι εφόσον έχει παραβεί την σύμβαση του για επίδειξη καλής πίστης, το διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί.» Οι αρχές που διέπουν το θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων συνοψίσθηκαν στην υπόθεση Bloczek Limited v. Vianova Holding Limited
(2013)1 Α.Α.Δ. 1460 ως ακολούθως: «Είναι θεμελιωμένη αρχή του δικαίου της επιεικείας ότι η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή, την υποχρέωση αποκάλυψης στο δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, εκείνων δηλαδή που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Τέτοιες αιτήσεις είναι υψίστης πίστεως και γι' αυτό ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει εις γνώσιν του δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή οποιαδήποτε γεγονότα θα εγνώριζε αν ασκούσε εύλογη επιμέλεια, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο (τον αντίδικο του) και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιωδών γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου, σε μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του δικαστηρίου και το δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να ακυρώσει ένα, μονομερώς εκδοθέν, παρεμπίπτον διάταγμα, για το λόγο της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, χωρίς καν να εξετάσει την ουσία της αίτησης. Επομένως τέτοιο θέμα, όταν εγείρεται, εξετάζεται κατά προτεραιότητα. Το τί συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό... Η αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων συναρτάται με την ύψιστη καλή πίστη που ο αιτητής πρέπει να επιδείξει ερχόμενος στο δικαστήριο και ζητώντας θεραπεία σύμφωνα με το δίκαιο της επιεικείας....». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Vasilyeva v. Φοβερού κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ. 1672 (σελ. 1676): «Η διαπίστωση απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση διατάγματος που εκδόθηκε με μονομερή αίτηση με αποτέλεσμα το διάταγμα να καθίσταται ακυρωτέο. Η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να υπάρχει σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επιδρά καταλυτικά ανεξαρτήτως από την ύπαρξη πρόθεσης εξαπάτησης του δικαστηρίου ή αν έγινε καλόπιστα. Σε κάθε περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό και η μη αποκάλυψη συναρτάται με τις εξ αντικειμένου συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στη βάση των πιο πάνω θεμελιωμένων και πάγιων αρχών καθίσταται επιβεβλημένη η εξέταση προκαταρκτικά των ισχυρισμών των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση περί μη αποκάλυψης και/ή απόκρυψης. Το ζήτημα αυτό θα εξετασθεί στη βάση των πιο κάτω θεματικών ενοτήτων. ▬ Οικονομικές Καταστάσεις Όπως προέκυψε ένα από τα βασικά ζητήματα που ο Ενάγοντας 2 τόνισε κατά το στάδιο που προσέφυγε στο Δικαστήριο μέσω μονομερούς Αίτησης σε σχέση με την ισχυριζόμενη κακοδιαχείριση από μέρους του Παραλήπτη/Διαχειριστή ήταν το παράπονο του για παράλειψη του τελευταίου να υποβάλλει λογαριασμούς κατά παράβαση του θεσμικού και νομικού του καθήκοντος. Ενώ λοιπόν ο Ενάγοντας 2 ισχυρίστηκε (στην παράγραφο 6.10.ii και 76, 77 και 78) ότι ο Παραλήπτης/Διαχειριστής από τον διορισμό του μέχρι σήμερα δεν έχει υποβάλει λογαριασμούς/Οικονομικές καταστάσεις στον Έφορο Εταιρειών ως είχε νομική υποχρέωση να πράξει, απέκρυψε ότι μέχρι την έγερση της παρούσας Αγωγής δεν είχε ο ίδιος παραδώσει στον Παραλήπτη/Διαχειριστή της Ενάγουσας 1 την Κατάσταση Ενεργητικού και Παθητικού της Εταιρείας (Statement of Affairs), γεγονός που είχε ως συνέπεια ο Παραλήπτης/ Διαχειριστής της Ενάγουσας 1 να μην μπορεί να υποβάλει τις οικονομικές καταστάσεις της Εταιρείας στον Έφορο Εταιρειών. Στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα 2ημερ.7/9/2020, μετά που ηγέρθη το ζήτημα της μη αποκάλυψης, αυτός απλώς ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε ότι η Έκθεση Περιουσιακών Στοιχείων (Statement of Affairs) έπρεπε να υποβληθεί στον Έφορο Εταιρειών σε συγκεκριμένο τύπο και ότι η Έκθεση που έδωσε οδηγίες να ετοιμαστεί έχρηζε τροποποίησης. Είναι φανερό ότι ο Ενάγοντας 2 μέσω των όσων προβάλλει δεν απορρίπτει τον ισχυρισμό των Καθ' ων η Αίτηση ότι ουδέποτε παρέδωσε στον Διαχειριστή της Ενάγουσας 1 την Κατάσταση Ενεργητικού και Παθητικού της Εταιρείας. Μάλιστα είναι αξιοσημείωτο ότι, ενώ ήταν ο ίδιος ο Ενάγοντας 2 ο οποίος επικαλέστηκε το γεγονός της μη υποβολής στον Έφορο Εταιρειών από τον Παραλήπτη/Διαχειριστή των Οικονομικών Καταστάσεων της εταιρείας με σκοπό την έκδοση παρεμπίπτοντων Διαταγμάτων ως αναφέρθηκε ανωτέρω, στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωσή του ημερ. 7/9/2020 και συγκεκριμένα στην παράγραφο 47[10]αυτής αναφερόμενος στην επιστολή ημερ. 3/7/2020,Τεκμήριο 12(γ), που η πλευρά του Παραλήπτη/Διαχειριστή είχε ισχυριστεί ότι του είχε αποσταλεί και με την οποία τον καλούσε όπως παραδώσει την Έκθεση Καταστάσεως στο σωστό τύπο εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, ο ίδιος αμφισβητεί ότι η υποβολή τους ήταν επείγουσας φύσεως. Επίσης είναι σημαντικό εν προκειμένω να επισημανθεί ότι τα όσα ο Παραλήπτης/Διαχειριστής διατείνεται αναφορικά με τις ενέργειες που έκανε αναφορικά με το ζήτημα της ετοιμασίας και παράδοσης από τον Ενάγοντα 2 της Κατάστασης Λογαριασμού συμπεριλαμβανομένης και της συνδρομής από το λογιστικό γραφείο Parker Randal Ltd, κατ΄ουσίαν δεν αμφισβητούνται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 2 παρά μόνο το αν η πιο πάνω επιστολή ημερ. 3/7/2020 του είχε όντως επιδοθεί κατά το χρονικό διάστημα που η πλευρά του Παραλήπτη/Διαχειριστήδιατείνεται ότι είχε γίνει. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο Ενάγοντας 2 απέφυγε να αποκαλύψει ότι απέφευγε να προχωρήσει με την ετοιμασία της εν λόγω Κατάστασης (Statemento f Affairs) και ότι ήταν μετά από ενέργειες του Παραλήπτη/Διαχειριστή και τη συνδρομή του λογιστικού γραφείου Parker Randal Ltd που ετοίμασε την Κατάσταση η οποία παραδόθηκε στον Έφορο Εταιρειών μαζί με την Έκθεση του Παραλήπτη/Διαχειριστή και την Κατάσταση Εισπράξεων και Πληρωμών. Σχετική επί τούτου είναι και η Ένορκη Δήλωση της Μ. Οικονόμου της Εταιρείας ParkerRandalLtd ημερ. 15/9/2020 όπου αναφέρει ότι είχε εμπλακεί, με προτροπή του Παραλήπτη/Διαχειριστή, σε συνδρομή προς τον Ενάγοντα 2 για ετοιμασία της Έκθεσης Καταστάσεως. Όπως συγκεκριμένα αναφέρει, μετά την καταχώρηση στον Έφορο Εταιρειών, ενημερώθηκε ότι αυτή έπρεπε να ετοιμαστεί σε διαφορετικό τύπο αποδεκτό από τον Έφορο Εταιρειών και να επανακαταχωρηθεί. Όπως περαιτέρω αναφέρει, σε συνεννόηση και προτροπή του Παραλήπτη/Διαχειριστή και του αντιπροσώπου του, ετοίμασε ξανά την Έκθεση Καταστάσεως στον σωστό τύπο και κάλεσε τον Ενάγοντα 2 να προσέλθει να παραλάβει το έγγραφο, ούτως ώστε να προβεί στις δέουσες ενέργειες. Παρά δε τις επανειλημμένες οχλήσεις της, αυτό δεν κατέστη δυνατό, αφού ο Ενάγοντας 2 προέβαλλε διάφορες δικαιολογίες και δεν προσερχόταν στο γραφείο της, αν και η Έκθεση Καταστάσεως ήταν έτοιμη, στον σωστό τύπο, από το τέλος του Φεβρουαρίου
- Ωστόσο, λόγω του ότι η Έκθεση Καταστάσεως που είχε ετοιμάσει ο Ενάγοντας 2 δεν είχε συνταχθεί με τον νενομισμένο τύπο C.39, επεστράφη από τον Έφορο Εταιρειών στις 12/12/2018, 9/1/2019 και 30/4/2020 μαζί με την Έκθεση του Παραλήπτη/Διαχειριστή και την Κατάσταση Εισπράξεων και Πληρωμών. Επιπλέον, ο ίδιος στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωσή του παραδέχεται ότι τουλάχιστον από τις 25/10/19 και εντεύθεν γνώριζε ότι η εν λόγω Έκθεση (Statement of Affairs) θα έπρεπε να υποβληθεί στον Έφορο Εταιρειών με διαφορετικό τύπο[11]. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας 2, αν και επεσύναψε στην αρχική του Ένορκη Δήλωση το Τεκμήριο 12 στο οποίο περιλαμβάνεται επιστολή του Παραλήπτη/Διαχειριστή ημερ. 1/11/2017 με την οποία ο Παραλήπτης/Διαχειριστής με τον διορισμό τον κάλεσε να του προμηθεύσει άμεσα με Κατάσταση ενεργητικού και παθητικού της Ενάγουσας 1 Εταιρείας (Statement of Affairs) κατά την εν λόγω ημερομηνία, εντούτοις απέκρυψε το πιο πάνω γεγονός. Δεν είναι, επίσης, άνευ σημασίας ότι τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 3.17 της ένορκης δήλωσης του Παραλήπτη/Διαχειριστή ημερ. 25/8/2020 σε σχέση με την επιστολή που απέστειλε στον Ενάγοντα ημερ. 8/6/2018 εις απάντηση της επιστολής του τελευταίου ημερ. 29/5/2018 (Τεκμήριο 11) όπου ο Παραλήπτης/Διαχειριστής του επισημαίνει ότι, παρά τις γραπτές και προφορικές υπενθυμίσεις του και ενώ του είχε ζητηθεί να υποβάλει εντός 14 ημερών από την ημέρα διορισμού του Εναγόμενου 2 Κατάσταση αναφορικά με την περιουσιακή κατάσταση της Εταιρείας, δεν το έχει πράξει, ουδόλως έχουν αμφισβητηθεί στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 2 ημερ.7/9/
- Για να το θέσω πιο καθαρά, λέγω ότι η μη αναφορά και μη αποκάλυψη από τους Ενάγοντες των πιο πάνω στοιχείων και η παρουσίαση των γεγονότων με τρόπο που να δίνει μια εικόνα ουσιωδώς διαφορετική συνιστά σοβαρή παρασπονδία σε σχέση με το καθήκον που είχαν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά με την Αίτηση ουσιώδη γεγονότα. Η εντύπωση δε που δόθηκε με όσα οι Ενάγοντες/Αιτητές έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου στο μονομερές στάδιο ήταν η εικόναενός Παραλήπτη/Διαχειριστή ο οποίος αδιαφορεί για τις εκ του Νόμου υποχρεώσεις του και, ειδικότερα,καθόσον αφορά την υποβολή λογαριασμών/Οικονομικών Εκθέσεων στο Έφορο Εταιρειών. Δεν είναι, όμως, τέτοια η εικόνα η οποία προκύπτει από τα πιο πάνω Τεκμήρια που επισυνάφθηκαν στην Ένσταση και τα οποία, επαναλαμβάνω, αν και δεν αμφισβητήθηκαν, ουδέποτε αποκαλύφθηκαν από τον Ενάγοντα κατά το στάδιο που προσέφυγε στο Δικαστήριο μονομερώς καταχωρώντας την υπό κρίση Αίτηση. ▬ Αποξένωση Ενεχυριασμένων Μετοχών Όπως προέκυψε, ο Ενάγοντας 2 δεν αποκάλυψε ότι ο ίδιος ως μέτοχος και Διευθυντής της Ενάγουσας 1 Εταιρείας κατά παράβαση της Συμφωνίας Ενεχυριάσεως Μετοχών ημερ. 24/5/2006 με την οποία είχε ενεχυριάσει τις μετοχές της Ενάγουσας 1 που κατείχε στην Εταιρεία Neoborn προς όφελος της Τράπεζας, προχώρησε στην πώληση των εν λόγω μετοχών σε τρίτη Εταιρεία λόγω διαφορών που είχε μαζί με τους κατά τον καιρό εκείνο συνεταίρους του[12]. Δηλαδή, κατά παράβαση της Συμφωνίας που συνήψε με την Τράπεζα αναφορικά με την ενεχυρίαση 1.000 μετοχών, ο Ενάγοντας 2 αποξένωσε τις μετοχές σε τρίτο πρόσωπο και χωρίς προηγουμένως να υπάρξει οποιαδήποτε συνεννόηση με την Τράπεζα ώστε να λάβει έγκριση για την ενέργεια αυτή, ενώ στη συνέχεια αποξένωσε επιπλέον το 20% των μετοχών πάλι εν αγνοία της Τράπεζας και ενώ αυτές οι μετοχές υπόκειντο σε εξασφάλιση προς όφελος της Τράπεζας. Το ότι πράγματι ο Ενάγοντας 2 πώλησε ενεχυριασμένες μετοχές που αποτελεί παράβαση συμβατικών του υποχρεώσεων έναντι της Τράπεζας εμμέσως πλην σαφώς το παραδέχεται στις παραγράφους 33 και 34της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσής του. Οι παραγράφοι 33 και 34 έχουν ως ακολούθως :
- Με λίγα λόγια η Neoborn αντικατόπτριζε μία σύμβαση ενοικίου τόσο των χώρων αλλά και των ζώων με ημερομηνία λήξης το έτος του
- Ο Διαχειριστής και η Τράπεζα ουδέποτε ήταν σε θέση να καταλάβει ότι η Neoborn θα μπορούσε να αποφέρει τεράστια εισοδήματα. Δυστυχώς μέχρι και σήμερα αναλώνονται με επουσιώδη ζητήματα και όχι με την αλήθεια. Το θέμα είναι αν ήταν ενεχυριασμένες οι μετοχές ή ότι το 2015 υπέγραψα με την Χρ. Νικοδήμου η ότι έπρεπε να ταΐσω 1500 ζώα; Ποιος θα μου έδινε τα λεφτά; Έπρεπε να στέκομαι να περιμένω τον Θεό να μου στείλει χρήματα από τη στιγμή που παρακαλούσα την Τράπεζα να με βοηθήσει χωρίς αποτέλεσμα;
- Πραγματικά, δεν εύχομαι σε κανένα να πρέπει να ταΐσει 1500 ζώα σε ένα Σαββατοκύριακο: δηλαδή να παρασκευάσει 150 τόνους ζωοτροφές αξίας €30.000 και να μην έχει τα χρήματα να το πράξει! Τα ζώα δεν καταλαβαίνουν ούτε από μετοχές ούτε από ενεχυριάσεις. Δεν πούλησα κτίρια, δεν πούλησα μηχανήματα, δεν εκποίησα ποτέ τίποτε προς δικό μου όφελος. Ότι έπραξα ήταν με σκοπό την επιβίωση των ζωών, για να μεγιστοποιήσω την αξία της Animalia. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως ορθά επισημαίνεται από την πλευρά του Εναγόμενου 2, ο Ενάγοντας 2 δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα της παραδοχής του σχετικά με την μεταβίβαση των ενεχυριασμένων στην Τράπεζα μετοχών. Προσπαθεί, μάλιστα, να πείσει ότι η πράξη αυτή είναι επουσιώδης υποβαθμίζοντας με αυτό τον τρόπο τη σημασία αυτής της ενέργειάς του. Το ότι στις 11/5/2017 είχε αποσταλεί επιστολή (Τεκμήριο 7 στην Ένορκη Δήλωση XXXXX Αποστολίδου ημερ. 25/8/2020) από την Εναγόμενη 1 Τράπεζα προς της Ενάγουσα εταιρεία με την οποία η Τράπεζα, αφούείχε αναφερθεί στην Συμφωνία Πώλησης μετοχών ημερ. 9/6/2016 μεταξύ της Ενάγουσας και της Caddy Farms Ltd Cyprus Ltd, ζητούσε όπως η Εταιρεία μεριμνήσει εγκαίρως και δεόντως για την ενεχυρίαση των εν λόγω μετοχών προς όφελος της Τράπεζας για εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εταιρείας μαζί της καθώς και το ότιη εν λόγω επιστολή είχε αγνοηθεί παντελώς από τον Ενάγοντα 2, ουδόλως έχει αμφισβητηθεί από την πλευρά των Εναγόντων μέσω της Συμπληρωματικής ένορκης Δήλωσης του Ενάγοντα ημερ.7/9/
- Προβλήθηκε από μέρους της Εναγόμενης Τράπεζας αρ.1 ότι η Ενάγουσα αρ. 1, κατά παράβαση των Συμφωνιών που είχε συνάψει με την Τράπεζα, η οποία ήταν κάτοχος Ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης, συνήψε Συμφωνία με την εταιρεία Cuddy Farms Anatolia και στη συνέχεια ίδρυσαν την εταιρεία Neoborn της οποίας το μετοχικό κεφάλαιο κατεχόταν από την Ενάγουσα 1 κατά 50% και την εταιρεία Cuddy Farms κατά, επίσης, 50%. Είναι δε παραδεκτό γεγονός ότι στις 15/7/2016 μεταξύ της Ενάγουσας 1 και της Neoborn υπεγράφη Συμφωνία ενοικίασης των ακινήτων της Ενάγουσας. Ο ισχυρισμός της Εναγόμενης 1 ότι η Ενάγουσα, κατά παράβαση των Συμφωνιών που είχε υπογράψει με την Τράπεζα, προχώρησε σε συμφωνίες που είχαν ως αποτέλεσμα η εταιρεία Cuddy Farms να αποκτήσει το 50% της νεοσυσταθείσας εταιρείας Neoborn στην οποία ανήκουν περιουσιακά στοιχεία της Ενάγουσας 1 και τα οποία ήταν επιβαρυμένα προς όφελος της Τράπεζας, ουδόλως αμφισβητήθηκε από πλευράς της Ενάγουσας 1 στο πλαίσιο της συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης της. Η μη αποκάλυψη του γεγονότος της αποξένωσης από τους Αιτητές περιουσιακών στοιχείων τα οποία υπόκειντο σε εξασφάλιση, χωρίς αμφιβολία, δίδει μια άλλη διάσταση στην εικόνα που ο Ενάγοντας 2 προσπάθησε να παρουσιάσει στο μονομερές στάδιο μέσω της αρχικής του ένορκης δήλωσης σε σχέση με τον ίδιο και την Εταιρεία του και της κακής, όπως την περιέγραψε, αντιμετώπισης που έτυχε από την Εναγόμενη 1 Τράπεζα ή, τουλάχιστον, δεν αποκαλύπτει μια ουσιώδη πτυχή σε σχέση με δικές του αντισυμβατικές ενέργειες έναντι της Τράπεζας. ▬ Εγγυήσεις από τις θυγατέρες του Ενάγοντα 2 Ο Ενάγοντας 2 ισχυρίστηκε ότι δέχτηκε στο πλαίσιο της καλής του πίστης αλλά και του εύρους και της έντασης του εκβιασμού που δέχτηκε τότε, όπως ισχυρίστηκε, για να αναγκάσει τις δύο του κόρες να υπογράψουν ως εγγυήτριες για κάτι που, όπως το έθεσε, δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση, αποκρύβοντας με αυτό τον τρόπο το γεγονός ότι οι κόρες του ήταν μέτοχοι στην Ενάγουσα 1 Εταιρεία αφού ο ίδιος προηγουμένως είχε μεταβιβάσει τις μετοχές του σε αυτές. ▬ Εταιρεία Neoborn Ενώ ο Ενάγοντας 2 ισχυρίστηκε ότι κατά το 2016 η Εταιρεία Neoborn είχε καθαρό κέρδος €500.000 και ότι η Ενάγουσα 1 Εταιρεία είχε να λαμβάνει από την Neoborn ως μέρισμα €150.000 ετησίως, δεν επισύναψε τις Ελεγμένες Οικονομικές Καταστάσεις της Εταιρείας οι οποίες, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 40 στην Ένορκη δήλωση του Παραλήπτη/Διαχειριστή, παρουσιάζουν λειτουργικές ζημιές από την ημερομηνία δημιουργίας της με αρνητικό αποθεματικό κερδοζημιών της τάξης των €1.493.387 για να διαφανεί κατά πόσο υπήρχε ή όχι η δυνατότητα καταβολής μερισμάτων και/ή να εξηγηθεί στο Δικαστήριο αν τα πιο πάνω στοιχεία στις Ελεγμένες Οικονομικές Καταστάσεις επηρέαζαν ή όχι τέτοια δυνατότητα. Δεν είναι δε άνευ σημασίας και το γεγονός ότι σε κανένα σημείο της αρχικής Ένορκης του Δήλωσης δεν αναφέρει ότι από την ημερομηνία εγγραφής της Εταιρείας Neoborn είναι και παραμένει ο ίδιος Διευθυντής της εταιρείας αποκρύπτοντας αυτό το γεγονός και δίδοντας, κατ΄αυτό τον τρόπο, την εντύπωση ότι είναι ο Παραλήπτης/Διαχειριστής ο κυρίαρχος της λειτουργίας της εν λόγω εταιρείας. Και ενώ είχε αποκρύψει στην αρχική του ένορκη δήλωση το γεγονός της ιδιότητας του ως Διευθυντή της Neoborn, στην συμπληρωματική του Ένορκη Δήλωση στην παράγραφο 28, ενώ παραδέχεται ότι κατέχει την εν λόγω ιδιότητα, αναφέρει, απλώς, ότι δεν είναι ο μόνος Διευθυντής και ότι υπάρχουν ακόμη δύο Διευθυντές. ▬ Μη αναφορά στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 15 → Στην παράγραφο 70.4 της αρχικής Ένορκης του Δήλωσης του ο Ενάγοντας 2 ισχυρίσθηκε ότι μετά τον διορισμό του ο Παραλήπτης/Διαχειριστής είχε προτείνει στην Τράπεζα την μεταβίβαση των ακινήτων της Ενάγουσας 1 εταιρείας για περίοδο 10-15 ετών έναντι συγκεκριμένου μισθίου με σκοπό την αποπληρωμή του χρέους. Ενώ δε επισυνάπτει ως Τεκμήριο 15 την επιστολή της Τράπεζας ημερ. 9/1/2018 η οποία αποτελεί απάντηση σε επιστολή του Ενάγοντα 2 ημερ. 19/12/2017 (Τεκμήριο 14), αποφεύγει να αναφέρει και/ή να επισημάνει και/ή να στρέψει την προσοχή του Δικαστηρίου στο περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής και συγκεκριμένα στο γεγονός ότι σε αυτή την επιστολή η Τράπεζα είχε απορρίψει τον πιο πάνω ισχυρισμό αναφέροντας ότι ουδέποτε ο Παραλήπτης/Διαχειριστής είχε προτείνει τα όσα ο Ενάγοντας 2 ισχυρίστηκε στην επιστολή του[13]. ▬ Μη Αποκάλυψη των Ελεγμένων Οικονομικών Καταστάσεων της Ενάγουσας 1 → Ισχυρίστηκε στις παραγράφους 54 και 55 της Ένορκης του Δήλωσης[14] ότι ενώ, η Ενάγουσα 1 Εταιρεία από τα μέσα του 2016 είχε αρχίσει να πηγαίνει καλά και να παράγει κέρδος με την αποπληρωμή των δανείων να φαντάζει εφικτή, μπήκε σε διαχείριση, αποκρύβοντας, ωστόσο, τις Ελεγμένες Οικονομικές Καταστάσεις της Εταιρείας και/ή παραλείποντας να αναφερθεί σε αυτές [Τεκμήριο 7(στ) στην ένορκη Δήλωση του Παραλήπτη/Διαχειριστή] σύμφωνα με τις οποίες κατά το έτος 2016 οι ζημιές πριν την φορολογία ανέρχονταν στο ποσό των €786.
- → Ισχυρίστηκε στην παράγραφο 6.9 της αρχικής του Ένορκης Δήλωσης ότι τα εισοδήματα της Ενάγουσας 1 εταιρείας θα απέφεραν το ποσό των €1.200.000 ετησίως παραλείποντας, ωστόσο, να επισυνάψει τις Ελεγμένες Οικονομικές Καταστάσεις της Ενάγουσας 1 εταιρείας τις οποίες επισύναψε οΠαραλήπτης/Διαχειριστής, Εναγόμενος 2, στην αρχική Ένορκη του Δήλωση ως Τεκμήριο 7 (α)-(ζ) από τις οποίες προκύπτει ότι τα εισοδήματα της Ενάγουσας για τα έτη 2016 και 2017 δεν ήταν σε καμία περίπτωση σε αυτό το ύψος εφόσον κατά το έτος 2016 ανέρχονταν στο ποσό των €891.285 ενώ κατά το έτος 2015 ανέρχονταν στο ποσό των €554.
- Είναι δε αξιοσημείωτο ότι στην συμπληρωματική του Ένορκη Δήλωση ο Ενάγοντας 2 ημερ.7/9/2020 αναφερόμενος στις Οικονομικές Καταστάσεις της Εταιρείας [Τεκμήριο 7 (α)-(ζ)] προβάλει τη θέση ότι «έχουν συνταχθεί με πολύ γενικευμένο τρόπο και προχειρότητα σε σημείο που διαβάζοντας τες να είναι δύσκολο για κάποιον να κατανοήσει και αντιληφθεί την πραγματική οικονομική κατάσταση της Animalia.» Και τούτο το αναφέρει αποκρύβοντας παράλληλα το γεγονός ότι μέχρι και την 31/12/2016 οι Οικονομικές Καταστάσεις είναι ελεγμένες και, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 7(στ)[15],έχουν εγκριθεί και υπογραφεί από τον ίδιο τον Ενάγοντα 2, ενώ οι Οικονομικές Καταστάσεις για την περίοδο μέχρι και την 31/12/2017 έχουν ετοιμαστεί από τους Ελεγκτές της Ενάγουσας
- Αποκρύβοντας, δηλαδή, με αυτό τον τρόπο τη δική του συμμετοχή και/ή εμπλοκή στις εν λόγω Οικονομικές Καταστάσεις. ▬ Μη Αποκάλυψη του ότι η Ενάγουσα 1 ήτο υπό διαχείριση → Όπως προέκυψε, ο Ενάγοντας 2 δεν αποκάλυψε στην αρχική του Ένορκη Δήλωση το γεγονός ότι παρουσιάζετο ως ο νόμιμος εκπρόσωπος της Ενάγουσας 1 σε τρίτους αποκρύβοντας μάλιστα το ότι η εταιρεία ευρίσκετο σε διαχείριση καθώς και ότι ενεργούσε χωρίς την συναίνεση του Παραλήπτη/Διαχειριστή. Για το ότι ο Ενάγοντας 2 δεν αμφισβήτησε τα όσα σχετικά του καταλόγισε ο Παραλήπτης/Διαχειριστής, δηλ. ότι εμφανίζετο ως ο αντιπρόσωπος της Ενάγουσας εταιρείας, προκύπτει από τα όσα περιέχονται στις παραγράφους 65-71 της συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης του Ενάγοντα 2 ημερ. 7/9/
- Παράδειγμα τέτοιας συμπεριφοράς, την οποία ο Ενάγοντας 2 παραδέχεται στην συμπληρωματική του Ένορκη Δήλωση στην παράγραφο 69, ήταν και η περίπτωση όπου ο Ενάγοντας υπέγραψε, ως Διευθυντής της Ενάγουσας 1, Πιστοποιητικό Συνεργασίας με την Εταιρεία A+E Agriculture and Enviromental Services Ltd[16]χωρίς, βεβαίως, τη γνώση και/ή έγκριση του Παραλήπτη/Διαχειριστή. Η υποχρέωση στον Αιτητή που προσφεύγει στο Δικαστήριο ζητώντας, μονομερώς, θεραπεία είναι να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία το Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει υπόψη του συμπεριλαμβανομένων και ζητημάτων που ο Αιτητής θεωρεί αναμενόμενο να εγερθούν ή να προβληθούν από τον αντίδικο του, είτε σε σχέση με τη ουσιαστική απαίτηση, είτε σε σχέση με το αίτημα για προσωρινή θεραπεία[17]. Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι η αρχή της μη αποκάλυψης τυγχάνει εφαρμογής όχι μόνο στις περιπτώσεις που ένας Αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα, αλλά και όταν αυτά εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλιπής ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα αν αυτό γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Τα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω συνιστούν, κατά την εκτίμηση μου, τέτοιες περιστάσεις. Επισημαίνεται εδώ ότι το κατά πόσο είναι ουσιώδες ένα ζήτημα ή όχι προσδιορίζεται από το πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω στα πλαίσια σκιαγράφησης της νομικής πτυχής αδιαμφισβήτητα ένας αιτητής ο οποίος προσφεύγει μονομερώς στο Δικαστήριο επιδιώκοντας την εξασφάλιση συγκεκριμένης θεραπείας έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη θέτοντας ξεκάθαρα, μέσω της Ένορκης Δήλωσης του, τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης και επισύροντας την προσοχή του Δικαστηρίου στα συγκεκριμένα, κρίσιμα για την υπόθεση, στοιχεία. Να πω και κάτι άλλο. Το ότι το Δικαστήριο πιθανόν να είχε εκδώσει τα αιτούμενα προσωρινά Διατάγματα ακόμη και αν τα πλήρη γεγονότα είχαν αποκαλυφθεί δεν έχει σημασία. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Injunctions του David Bean, 10η έκδοση, στη σελ. 125, παρά. 7.46: "The fact that the judge might well have made the same order even if the full facts had been disclosed is beside the point...". Επισημαίνεται ότι με τα όσα καταγράφηκαν ανωτέρω το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης στην ουσία της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς. Όλες οι αναφορές που γίνονται πιο πάνω έγιναν για να καταδειχθεί το ουσιώδες των γεγονότων το οποίο εξετάζεται υπό το φως των δεδομένων της υπόθεσης και τα οποία γεγονότα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν τέθηκαν ενώπιον του. Και τούτο προς το σκοπό επισήμανσης της υποχρέωσης που είχε η πλευρά των Εναγόντων/Αιτητών να θέσουν όλο το φάσμα αυτών των γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το στάδιο που προσέφυγαν σ΄ αυτό μoνομερώς, κατά τρόπο δίκαιο και ολοκληρωμένο για να αξιολογηθεί και σταθμιστεί η επίδραση τους στην κρίση για έκδοση ή μη στην απουσία της άλλης πλευράς, των αιτουμένων Διαταγμάτων. Έχω την πεποίθηση ότι τα μη αποκαλυφθέντα από τουςΑιτητές γεγονότα, στοιχεία και/ή Τεκμήρια και, επίσης, ο γενικότερος τρόπος παρουσίασης όλων των στοιχείων ήσαν τέτοια που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν να επιτελέσουν σε ουσιώδη βαθμό την υποχρέωση τους για αποκάλυψη γεγονότων με πλήρη, ειλικρινή και δίκαιο τρόπο έτσι ώστε να μπορούσε το Δικαστήριο στο στάδιο που εξέταζε τη μονομερή τους Αίτηση να προβληματιστεί κατάλληλα και να ασκήσει ορθά και δίκαια τη διακριτική του ευχέρεια. Περαιτέρω η όλη συμπεριφορά των Εναγόντων/Αιτητών δεν συνάδει για τους λόγους που ήδη αναλύθηκαν ανωτέρω με το επίπεδο καλής πίστης που αναμένεται και επιβάλλεται σε διαδικασίες όπως η υπό εξέταση οι οποίες έχουν τις καταβολές τους και στηρίζονται στο Δίκαιο της Επιείκειας. Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας Αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης[18]. Αυτό διότι, επαναλαμβάνω, ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο Δίκαιο της Επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υφίστης πίστεως. ("uberrima fides").[19] Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων στις οποίες έχω προβεί και οι οποίες αφορούν και αναφέρονται σε αποτυχία των Αιτητών να εκπληρώσουν το καθήκον της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων και να προσέλθουν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια καθόσον αφορά τα μονομερώς εκδοθέντα Διατάγματα υπό στοιχεία (Δ), (Ε) και (ΣΤ) παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων ζητημάτων που είχαν εγερθεί και αφορούν την εξέταση της ουσίας και, ειδικότερα, της ικανοποίησης ή μη των προϋποθέσεων για έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων. Eφαρμογή Νομικών Αρχών στα Γεγονότα της Υπόθεσης Ενόψει του ότι στην υπό κρίση Αίτηση, πέραν των μονομερώς εκδοθέντων Διαταγμάτων υπό στοιχεία (Δ), (Ε) και (ΣΤ),αποτελεί αντικείμενο εξέτασης και το υπό στοιχείο (Ζ) αιτούμενο Διάταγμα προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση με βάση τις προϋποθέσεις που τίθενται στο Άρθρο 32 του Ν.14/
- Σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Ενάγοντα. Συγκεκριμένα με βάση το περιεχόμενο του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος και με βάση τις θεραπείες που επιζητούνται στην παρούσα υπόθεση εγείρεται θέμα συνομωσίας και/ή απάτης και/ή συνομωσίας για διάπραξη απάτης και πρόκληση ζημιάς με παράνομα μέσα και/ή δόλο και/ή καταδολίευσης και/ή ιδιοποίησης χρηματικού ποσού το οποίο δικαιωματικά, όπως προβάλλεται, ανήκει στην Ενάγουσα 1 και ζήτημα αναφορικά με την εγκυρότητα των Συμφωνιών Πιστωτικής Διευκόλυνσης συμπεριλαμβανομένων Συμφωνιών Εγγύησης και Συμβάσεων Υποθήκευσης που η Ενάγουσα 1 είχε συνάψει με την Εναγόμενη 1 Τράπεζα καθώς και θέμα παράβασης καθήκοντος να ενεργεί με τη δέουσα επιμέλεια από μέρους του Παραλήπτη/Διαχειριστή Εναγομένου
- Στη βάση όλων των πιο πάνω διαπιστώνεται ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και, ως εκ τούτου, η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Πιθανότητα Επιτυχίας Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που θα πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σ΄ αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και από τυχόν προφορική μαρτυρία σε περίπτωση αντεξέτασης, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ζητηθεί από οποιαδήποτε από τις αντίδικες πλευρές. Επισημαίνεται ότι σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32, η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή. Όπως υπεδείχθη στην Απόφαση Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, Απόφαση ημερ. 23/3/2017 «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνουτου διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.».Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980,ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.» Στην υπό εξέταση υπόθεση η εκδοχή των Αιτητών είναι ότι η Τράπεζα έχει μέχρι σήμερα επιβάλει υπερχρεώσεις και παράνομους τοκισμούς που ξεπερνούν το ποσό των €880.000 και ότι ο Παραλήπτης/Διαχειριστής έχει κακοδιαχειριστεί την Ενάγουσα Εταιρεία για να δοθεί η εντύπωση πως η μόνη λύση και επιλογή είναι η πώληση των περιουσιακών της στοιχείων. Προβλήθηκε, περαιτέρω, ότι ο Παραλήπτης/Διαχειριστής έχει παραβεί την υποχρέωσή του για επίδειξη δέουσας επιμέλειας στη διαχείριση και ότι τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας αναμένεται να πωληθούν δόλια για ποσό χαμηλότερο από την πραγματική τους αξία. Από την άλλη, η Εναγόμενη 1 Τράπεζα προβάλλει ότι καθ' όλο το διάστημα της συνεργασίας που είχε με την Ενάγουσα Εταιρεία η Τράπεζα είχε προβεί σε σημαντικό αριθμό αναδιαρθρώσεων στο πλαίσιο παροχής επιπρόσθετων πιστωτικών διευκολύνσεως με στόχο την τακτοποίηση καθυστερήσεων στο πρόγραμμα αποπληρωμής των υποχρεώσεων της Εταιρείας. Απορρίπτει δε τόσο τον ισχυρισμό για εξαναγκασμό από μέρους της Τράπεζας για αναδιάρθρωση των δανείων επισημαίνοντας ότι είναι οι ίδιοι οι Αιτητές οι οποίοι ζητούσαν νέες πιστωτικές διευκολύνσεις από την Τράπεζα όσο και τον ισχυρισμό για υπερχρεώσεις του ύψους που οι Αιτητές διατείνονται, επισημαίνοντας ότι όλες οι χρεώσεις γίνονταν με βάση τις πρόνοιες των επίδικων Συμφωνιών. Επιπλέον η πλευρά της Τράπεζας υποστηρίζει ότι υπήρξε κακοδιαχείριση της Ενάγουσας Εταιρείας από τον ίδιο τον Ενάγοντα 2 και συνεπακόλουθη μείωση της παραγωγής και, κατ' επέκταση, των εισοδημάτων της Εταιρείας οδηγώντας σε μία κατάσταση η οποία δεν άφηνε άλλη επιλογή από εκείνη του διορισμού Παραλήπτη/Διαχειριστή της Εταιρείας σε μια τελευταία προσπάθεια διάσωσης των εργασιών. Όσον αφορά την εκδοχή του Εναγόμενου 2, προβλήθηκε ότι οι ισχυρισμοί ότι αυτός διαχειρίστηκε την επιχείρηση με τρόπο ζημιογόνο προς τα συμφέροντα της Ενάγουσας 1 είναι παντελώς αναληθείς επισυνάπτοντας προς τούτο στοιχεία από τα οποία να προκύπτει σύγκριση των αποτελεσμάτων προ του διορισμού του και μετά του διορισμού του. Προβάλλεται, επίσης, ότι ο Εναγόμενος 2 ως Διαχειριστής/Παραλήπτης έλαβε όλα τα αναγκαία διαβήματα για να επαναφέρει τη λειτουργία της επιχείρησης της Ενάγουσας 1 σε υποφερτή κατάσταση που να επιτρέπει αφενός τη συνέχιση των εργασιών της με σκοπό την πώληση της επιχείρησης με καλύτερο υπό τις περιστάσεις δυνατό τίμημα προς όφελος των πιστωτών της και αφετέρου τη συνεργασία με όλα τα αρμόδια Κυβερνητικά Τμήματα με σκοπό τη συμμόρφωση με τις υποδείξεις τους και ταυτόχρονα την καταχώρηση αιτήσεων για ανανέωση των διαφόρων αδειών της Ενάγουσας
- Τέλος προβλήθηκε από πλευράς του Παραλήπτη/Διαχειριστή ότι συνεχίζοντας και διατηρώντας τις εργασίες της Εταιρείας κατάφερε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη δημοσίευση προσφορών για την πώληση της επιχείρησης της Εταιρείας η οποία 2 χρόνια προηγουμένως ήταν έτοιμη για κλείσιμο και τούτο με στόχο τη μερική και σε βάθος χρόνου σταδιακή αποπληρωμή των πιστωτών. Επαναλαμβάνω. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, απλώς να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 ικανοποιούνται. Αποφεύγω δε, επιμελώς, να καταλήξω σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση Αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Tο ζητούμενο εν προκειμένω δεν είναι η διαμόρφωση οριστικής πεποίθησης είτε για την υπόθεση των Εναγόντων, είτε για τη βασιμότητα της Υπεράσπισης. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: με τα όσα οι Ενάγοντες/Αιτητές έχουν θέσει υπόψη του Δικαστηρίου και λαμβανομένων υπόψη των θέσεων της άλλης πλευράς, στοιχειοθετείται ορατή πιθανότητα επιτυχίας; Πιθανότητα τέτοια που δεν είναι μια απλή πιθανότητα, αλλά πάντως με τον πήχη να βρίσκεται πιο χαμηλά από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων»; Όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας και, ως εκ τούτου, πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου
- Δυσκολία Απονομής Δικαιοσύνης Θα εξετάσουμε στην συνέχεια και το κατά πόσο συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση του πιο πάνω άρθρου, δηλαδή, να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, απαιτείται να διαφανεί ότι, χωρίς την έκδοση του διατάγματος, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄εξοχή στο δίκαιο της Επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοση του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ΄ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος.[20] Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής και/ή χρηματικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.[21] Σε ό,τι αφορά την τρίτη προϋπόθεση του πιο πάνω Άρθρου, δηλαδή, να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος, ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης[22].Ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Α. Λοϊζου στην υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδης (αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 14 αποσαφήνισε τη δυνατότητα έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής με βάση το ΄Άρθρο 32 του Νόμου 14/
- Το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της μαρτυρίας, υφίσταται βάσιμος κίνδυνος η απόφαση υπέρ του Ενάγοντα να παραμείνει ανικανοποίητη. Η πλευρά των Αιτητών βασικά διατείνεται ότι θα είναι αδύνατο να αποζημιωθούν μεταγενέστερα αφού δεν θα είναι σε θέση να γνωρίζουν το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων, τα έγγραφα που χρησιμοποιήθηκαν, τις προσφορές που δόθηκαν και γενικότερα την πραγματική αξία της Ενάγουσας Εταιρείας 1[23]. Επίσης, ισχυρίζονται ότι με τη μη έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων, οι Καθ' ων η Αίτηση θα ολοκληρώσουν τη διαδικασία πώλησης των περιουσιακών στοιχείων της Ενάγουσας Εταιρείας πριν την εκδίκαση της Αγωγής. Όπως ορθά επισημάνθηκε από την πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση 1 Τράπεζας, δεν προβλήθηκε εν προκειμένω οποιοσδήποτε ισχυρισμός από πλευράς των Αιτητών ότι, σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής των Εναγόντων, η Εναγόμενη 1 Τράπεζα δεν θα είναι σε θέση να την ικανοποιήσει χρηματικά και/ή άλλως πως. Με άλλα λόγια, δεν έχει καταδειχθεί, ούτε καν έχει προβληθεί, ότι στην περίπτωση επιτυχίας των Εναγόντων στην Αγωγή τους και έκδοσης μελλοντικά απόφασης υπέρ τους και εναντίον των Εναγομένων, υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να μην μπορεί να γίνει πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους και τέτοια απόφαση να παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν πρέπει δε να λησμονείται στο σημείο αυτό ότι η Ενάγουσα Εταιρεία με παραδοχή των ιδίων των Εναγόντων, οφείλει ένα μεγάλο ποσό προς την Εναγόμενη 1 Τράπεζα, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι η εκδοχή της Τράπεζας είναι ότι αυτό το ποσό είναι πολύ μεγαλύτερο, το οποίο, σε περίπτωση κατάληξης στη διαδικασία πρόσκλησης προσφορών, θα μπορέσει, ως διαφαίνεται, η Εναγόμενη 1 Τράπεζα να έχει πιθανότητες ανάκτησης. Κατά παρόμοιο τρόπο και στην περίπτωση του Καθ' ου η Αίτηση 2, Παραλήπτη/Διαχειριστή, εναντίον του οποίου οι Αιτητές αξιώνουν αποζημιώσεις για ζημιά που ισχυρίζονται ότι προκάλεσε στην Ενάγουσα Εταιρεία και/ή στους Ενάγοντες 2 - 4 ως εγγυητές της, λόγω παράβασης του καθήκοντός του να ενεργεί με τη δέουσα επιμέλεια και/ή επειδή ενήργησε, όπως προβάλλεται, κατά ζημιογόνο τρόπο προς τα συμφέροντα της Ενάγουσας 1 και/ή των εγγυητών της, δεν προεβλήθη ισχυρισμός ότι, σε περίπτωση που η Αιτητές επιτύχουν στην Αγωγή τους, ο Καθ' ου η Αίτηση 2 δεν θα είναι σε θέση να τους ικανοποιήσει και/ή να τους αποζημιώσει. Να πω και κάτι άλλο αναφορικά με τη φύση του αιτούμενου υπό στοιχείο Β Διατάγματος μέσω του οποίου, βασικά, επιδιώκεται η έκδοση Διατάγματος «εποπτείας» με τον διορισμό και/ή την ανάθεση σε τρίτο πρόσωπο «εποπτικών» ή άλλων καθηκόντων σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία της Ενάγουσας Εταιρείας τα οποία έχει ήδη αναλάβει δυνάμει Ομόλογου κυμαινόμενης επιβάρυνσης ο Παραλήπτης/Διαχειριστής, Εναγόμενος
- Ο κ. Ηλιάδης εκ μέρους της Εναγόμενης 1 Τράπεζας, επισήμανε ότι δεν είναι δουλειά του Δικαστηρίου «να διορίζει Κηδεμόνες στους Διαχειριστές» και ότι οι Διαχειριστές έχουν καθήκοντα με βάση τον Νόμο και είναι υπόλογοι σε αυτόν που τους διόρισε και στους άλλους πιστωτές αλλά και στους μετόχους της Εταιρείας. Η πιο πάνω επισήμανση με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη.Είναι γνωστή η νομολογιακή αρχή ότι ένας Διαχειριστής/Παραλήπτης δεν μπορεί να ενεργεί αυθαίρετα και ότι υπόκειται στις πρόνοιες της σχετικής Νομοθεσίας[24] τις οποίες οφείλει να εφαρμόσει ενώ, σε περίπτωση παράλειψης διεκπεραίωσης των καθηκόντων του με τον πρέποντα και/ή δέοντα τρόπο, υπόκειται σε κυρώσεις. Έχει δε καθήκον επιμέλειας προς όλους και πρωτίστως προς τους πιστωτές (κατόχους των ομολόγων) της εταιρείας που τον διόρισαν. Όπως επισημαίνεται στο ΣύγγραμμαThe Law Relating To Receivers Managers And Administrators 4th edn., Hubert Picarda στησελίδα 155: "A receiver plainly owes duties to the debenture holder who appointed him. And he owes those duties to his appointor both in contract and in tort. His appointment on acceptance becomes a contract between his appointor and himself giving rise to contractual and tortious duties. He will also owe fiduciary duties to his appointor in respect of the realisation of charged assets. It is also further established that a receiver owes duties to the company over whose assets he is appointed receiver.111Accordingly, a mortgagor company in receivership may sue the receiver appointed by the mortgagee if the receiver acts improperly and to the detriment of the company."2 Μέχρις ότου ο διορισμός του Αιτητή ως Π/Δ δυνάμει Ομόλογου κυμαινόμενης επιβάρυνσης ακυρωθεί ή ανακληθεί - στην προκειμένη περίπτωση είναι σαφές ότι δεν μεσολάβησε τέτοιο διάβημα - θεωρώ ότι θα πρέπει αυτός να αφεθεί να ασκεί τις εξουσίες που ο Νόμος του παρέχει καθώς και τις υποχρεώσεις του οι οποίες απορρέουν από τα Ομόλογα και να συνεχίσει να εκτελεί τα καθήκοντα του. Είναι ορθή επί τούτου η επισήμανση από μέρους των ευπαιδεύτων συνηγόρων του Εναγόμενου 2 Παραλήπτη/Διαχειριστή (κ.κ. Αρτέμης και Αλεξάνδρου) ότι εφόσον αυτός έχει δεόντως διοριστεί και ο διορισμός του δεν προσβάλλεται, αυτός είναι ο ρυθμιστής της κατάστασης και η εταιρεία λειτουργεί και αποφασίζει μέσω του. Επαναλαμβάνω. Μέχρις ότου ακυρωθεί ή ανακληθεί ο διορισμός του Παραλήπτη/Διαχειριστή αυτός θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εκτελεί τα καθήκοντα και τις εξουσίες που του εναποθέτει ο Νόμος και οι πρόνοιες των Ομολόγων βάσει των οποίων έχει διοριστεί. Υπό αυτά τα δεδομένα καταλήγω ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση, ότι δηλαδή οι Αιτητές χωρίς την έκδοση του αιτούμενου υπό στοιχείο (Ζ) Διατάγματος δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως είναι νομολογημένο, στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση, το θέμα λήγει εκεί χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να επικαλεστεί τη διακριτική του ευχέρεια για την μη έκδοση του[25]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων στις οποίες έχω προβεί και οι οποίες αφορούν και αναφέρονται σε αποτυχία τωνΑιτητών/Εναγόντων να εκπληρώσουν το καθήκον της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων και να προσέλθουν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια καθόσον αφορά τα Διατάγματα τα οποία έχουν εκδοθεί μονομερώς υπό στοιχεία (Δ), (Ε) και (ΣΤ)παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων ζητημάτων που είχαν εγερθεί και αφορούν την εξέταση της ουσίας και, ειδικότερα, της ικανοποίησης ή μη των προϋποθέσεων για έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων. Ως αποτέλεσμα τα εκδοθέντα υπό στοιχεία (Δ), (Ε) και (ΣΤ) προσωρινά Διατάγματα ακυρώνονται στην ολότητα τους. Όσον αφορά το υπό στοιχείο (Ζ) αιτούμενο Διάταγμαη υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Καθ΄ων η Αίτηση δικαιούνται στα έξοδα τους. Οι Αιτητές να καταβάλουν τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] * M Δέστε Decades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσ ά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. 2 Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εται ρεία Α στι κ ών Λ εω φ ορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseosv. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R.303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενί δη ς ν. Ζεμενί δο υ
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσ ολά κη ν. Στυλι ανί δη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζην τί λη ς ν. Ανδρ έου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Ά κη ς (Μετ α φο ρές Δε μά των) Εξ π ρές Λτ δ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δη μ οκ ρα τί α τη ς Σλοβενί ας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Ά κη ς άλλω ς Γρηγό ρη ς Ν. Γρηγορί ου κ. α. ν. Χρι στι άν α Στ αύρ ου Χρι στ οφ όρ ου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6]Δέστε Louis Vuitton v.Δέρμοσακ
(1992)1(Β)Α.Α.Δ.1453,
- [7]Δέστε ,επίσης ,και την σχετικά πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση Commerzbank Auslandbanken Holding A.G. κά v. Adeona Holdings Limited Πολιτική Έφεση αρ.Ε6/2014 ημερ.27/2/
- [8]Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Vasilyeva v. Φοβερού κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ. 1672 (σελ. 1676): «Η διαπίστωση απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση διατάγματος που εκδόθηκε με μονομερή αίτηση με αποτέλεσμα το διάταγμα να καθίσταται ακυρωτέο. Η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να υπάρχει σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επιδρά καταλυτικά ανεξαρτήτως από την ύπαρξη πρόθεσης εξαπάτησης του δικαστηρίου ή αν έγινε καλόπιστα. Σε κάθε περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό και η μη αποκάλυψη συναρτάται με τις εξ αντικειμένου συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου». [9] «Α plaintiff applying ex parte comes (as it has been expressed) under a contract with the Court that he will state the whole case fully and fairly to the Court. If he fails to do that, and the Court finds, when the other party applies to dissolve the injunction, that any material fact has been suppressed or not properly brought forward, the plaintiff is told that the Court will not decide on the merits, and that, as he has broken faith with the Court, the injunction must go.» [10]«
- Επίσης είναι άξιο απορίας πως ο διαχειριστής, ενώ έχει στην κατοχή την ηλεκτρονική μου διεύθυνση, αφού ήταν τόσο επείγουσας φύσεως η υποβολή των οικονομικών καταστάσεων, δεν μου κοινοποίησε την εν λόγω επιστολή με ηλεκτρονικό μήνυμα. Είναι προφανές ότι ο Διαχειριστής και η Τράπεζα, καλοί γνώστες του συστήματος, έστησαν υπόθεσης τους για να με παγιδεύσουν.» [11] Δέστε παράγραφο 42 της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης του Ενάγοντα
- Μεταξύ άλλων αναφέρονται τα ακόλουθα: «Είναι ξεκάθαρο από την αλληλογραφία ότι τουλάχιστον έως τις 25/10/2019 δεν γνώριζα ότι η εν λόγω έκθεση θα έπρεπε να υποβληθεί στον έφορο εταιρειών με διαφορετικό τύπο...[..]» [12] Δέστε Πληρεξούσιο Έγγραφο και Έγγραφο Ενεχυριάσεως Μετοχών ημερ. 24/5/2016, Τεκμήριο 6 στην Ένορκη Δήλωση Τόλιας Αποστολίδου ημερ. 25/8/
- [13]« Θα θέλαμε επίσης να καταγράψουμε ότι ουδέποτε ο κ. Ιωαννίδης πρότεινε στην Τράπεζα τα όσα ισχυρίζεστε στην επιστολή σας.» [14] «
- Από την πρώτη στιγμή που διορίστηκε ο Διαχειριστής, ήμουν απόλυτα συνεργάσιμος μαζί του. Για μένα ήταν πολύ σημαντικό η Εταιρεία να τύχει ορθής διαχείρισης. Σημειώνω ότι η Εταιρεία είχε αρχίσει ήδη να πηγαίνει καλά από τα μέσα του 2016 αφού είχαμε πλέον μία σημαντική εμπειρία στην διαχείριση και εκμετάλλευση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ενώ η ζήτηση των χοίρων είχε αυξηθεί αισθητά, στην Ευρώπη.
- Δυστυχώς, εκεί που η Animalia σιγά-σιγά άρχισε να παράγει κέρδος και η αποπληρωμή των δανείων της φάνταζε εφικτή, η Animalia μπήκε σε διαχείριση». [15]Δέστε σελίδα 7 του Τεκμηρίου 7(στ). [16] Δέστε Τεκμήριο 10 στην Ένορκη δήλωση του Παραλήπτη/Διαχειριστή ημερ.25/8/
- [17] Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Injunction του DavidBean 10η έκδοση στη σελ. 83, παρα. 5.21: "A statement in support of an application for an injunction should contain a clear and concise statement of the following: (a) the facts relied on for the claim; (b) if the application is made without notice, the reasons for giving none: (c) all material facts of which the court should be aware, including any answer asserted by the defendant (or which he is thought likely to assert) either to the substantive claim or to the claim for interim relief, and any facts known to the applicant which might lead the court not to grant relief without notice." (δική μου υπογράμμιση για σκοπούς έμφασης) [18]Δέστε και την απόφαση Κυριάκου κ.α v. Πραξούλα Αντωνιάδου Κυριάκου Πολιτική Έφεση αρ. Ε301/2016, ημερ. 26/9/
- Στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής σχετικά: «Υπήρξε, συνεπώς, απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων η οποία δεν αντιμετωπίστηκε από το Δικαστήριο αν και ήταν τέτοιας φύσεως που, νοουμένου ότι η διαδικασία άρχισε χωρίς ειδοποίηση και μέρος του διατάγματος δόθηκε ex parte, θα έπρεπε να οδηγήσει σε άρνηση του Δικαστηρίου να ακούσει περαιτέρω την πλευρά της εφεσίβλητης (Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Η επιβεβλημένη πορεία θα ήταν να ακυρώσει τα διατάγματα και αυτή θα είναι η κατάληξη της παρούσας έφεσης.» [19] Δέστε και την απόφαση Ιερά Μητρόπολη Πάφου και AristoDevelopersLtd
(2011)1Α.Α.Δ. 1377 (απόφαση πλειοψηφίας που δόθηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Στ. Ναθαναήλ). [20]Δέστε Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255. [21] Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Παναγίδου ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 396. [22]ΔέστεΠαντελίδην. Πιερή
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 2111, Larticon Ltd v. Detergenta Developments
(2004)1 Α.Α.Δ.
- [23]Δέστε παράγραφο 118.3 Ένορκης Δήλωσης Ενάγοντα 2 ημερ. 17/7/
- [24] Δέστε μεταξύ άλλων και τις πρόνοιες των Άρθρων 89 και 300 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- [25]Δέστε Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.ά. v. Adeona Holdings Limited Πολιτική Έφεση αρ. Ε 6/2014, ημερ. 27/2/15 και Χάρης Σταυράκης κ.ά. ν. Δήμος Λευκωσίας Πολιτική έφεση αρ. Ε 68/2013, ημερ. 24/3/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο