HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. KYRIACOS PARPAS HOLDINGS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 6593/2011, 30/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A555 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6593/2011 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD Εναγόντων και 1. KYRIACOS PARPAS HOLDINGS LTD, εκ Κυρηνείας 145, Αγλαντζιά, Λευκωσία 2. Πάρπας XXXXX, εκ XXXXX 5, XXXXX, Λευκωσία 3. K.P. PARPAS ENTERPRISES LTD, εκ Κυρηνείας 145, Αγλαντζιά, Λευκωσία Εναγομένων Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: Στ. Χριστοδούλου για Γεωργιάδης & Πελίδης ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: Α. Μαθηκολώνης για Ανδρέας Μαθηκολώνης & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Δικογραφία Η Εναγόμενη 1 Εταιρεία ενάγεται ως Πρωτοφειλέτιδα δυνάμει των ακόλουθων Συμφωνιών: · Συμφωνία Τρεχουμένου Λογαριασμού ημερ. 29/9/1990. Ο σχετικός λογαριασμός με αρ. XXXXX84-01 θα έφερε βασικό επιτόκιο 5,50% και περιθώριο 3,25%, ήτοι συνολικό επιτόκιο 8,75%. · Συμφωνία Δανείου ημερ. 14/5/2001 για το ποσό €649.268,55. Το ρηθέν δάνειο και ο σχετικός λογαριασμός με αρ. XXXXX84-03 θα έφερε βασικό επιτόκιο 7% και περιθώριο 2%, ήτοι συνολικό επιτόκιο 9%. Προς εξασφάλιση των ως άνω υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 ο Εναγόμενος 2 και η Εναγόμενη 3 Εταιρεία δυνάμει συμβάσεως εγγυήσεως ημερ. 15/10/1998 εγγυήθηκαν την πληρωμή όλων των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα μέχρι του ποσού €1.025.160,86. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των ως άνω υποχρεώσεων η Εναγόμενη 1 υποθήκευσε στις 19/9/2006 δυνάμει της Υποθήκης XXXXX/06 τα κτήματα που περιγράφονται στην παράγραφο 32 της Έκθεσης Απαίτησης υπό στοιχεία α (i)-(v). Σύμφωνα με την αξίωση η Ενάγουσα λόγω της μη τήρησης εκ μέρους της Εναγόμενης 1 των όρων των επίδικων συμφωνιών και επειδή οι αναφερόμενοι λογαριασμοί της Εναγόμενης 1 παρουσίαζαν καθυστερήσεις και/ή υπερβάσεις η Ενάγουσα τερμάτισε τη λειτουργία τους με επιστολή της ημερ. 22/4/2010 καθιστώντας απαιτητά τα οφειλόμενα ποσά και με τις συστημένες επιστολές της ημερ. 23/8/2010 και 12/7/2011 αξίωσε από τους Εναγόμενους την πληρωμή τους. Σύμφωνα πάντοτε με την αξίωση τα οφειλόμενα υπόλοιπα των επίδικων συμφωνιών τρεχουμένου λογαριασμού και δανείου ανέρχονταν ως ακολούθως: · Της Συμφωνίας Τρεχούμενου Λογαριασμού ποσόν €7.262,64 πλέον τόκος προς 13% από 1/8/2011 μέχρι τελείας εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου 2 φορές κατ' έτος, την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. · Του Λογαριασμού Δανείου ποσόν €578.715,96 πλέον τόκος προς 13% από 1/8/2011 μέχρι τελείας εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου 2 φορές κατ' έτος, την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι προβάλλουν τα εξής: · Αναφορικά με τη Συμφωνία Τρεχουμένου Λογαριασμού η Εναγόμενη 1 αρνείται ότι έλαβε και/ή απεδέχθη τις επιστολές προσφοράς ημερ. 21/8/2002, 25/4/2001 και 17/6/2004. · Παραδέχονται την υπογραφή της Συμφωνίας ημερ. 28/6/2004. · Αναφορικά με τη συμφωνία δανείου ημερ. 14/5/2001 παραδέχονται την υπογραφή της (παράγραφος 6 της Υπεράσπισης). · Αρνούνται ωστόσο τους όρους αυτής (παράγραφος 7 της Υπεράσπισης) προβάλλοντας ότι: (α) Η οποιαδήποτε μεταβολή και/ή αύξηση του βασικού επιτοκίου είναι παράνομη και/ή αυθαίρετη (β) Η οποιαδήποτε μεταβολή του βασικού επιτοκίου, των προμηθειών, του περιθωρίου, των τραπεζικών δικαιωμάτων, του τόκου υπερημερίας, του χρόνου καταβολής και/ή χρέωσης του τόκου, είναι παράνομη και/ή αυθαίρετη (γ) Η Ενάγουσα δεν είχε συμβατικό δικαίωμα για μεταβολή του βασικού επιτοκίου και οι οποιεσδήποτε σχετικές πρόνοιες είναι στο μεγαλύτερο μέρος τους ασαφείς και αόριστες. · Αρνούνται την αποδοχή της επιστολής προσφοράς ημερ. 25/4/2001 (παράγραφος 6 της Υπεράσπισης). · Αρνούνται την υπογραφή και τους όρους των τροποποιητικών Συμφωνιών ημερ. 28/7/2004, 15/7/2008 και 16/6/2009 (παράγραφος 8 της Υπεράσπισης). · Αρνούνται την παραλαβή οποιωνδήποτε επιστολών της Ενάγουσας ημερ. 22/4/2010, 23/8/2010 και 12/7/2011 (παράγραφος 9 της Υπεράσπισης). · Αρνούνται την παραλαβή και αποδοχή των επιστολών της Ενάγουσας ημερ. 17/6/2004, 7/9/2006, 6/4/2009 και 2/7/2008 με τις οποίες η Ενάγουσα τους πληροφορούσε για αύξηση του βασικού επιτοκίου και/ή επιβολή επιτοκίου υπερημερίας (παραγράφοι 11 και 13 της Υπεράσπισης). · Αναφορικά με τις Συμβάσεις Εγγυήσεως των Εναγομένων 2 και 3, οι Εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται ότι η οποιαδήποτε εγγύηση εδόθη από αυτούς για κάλυψη της Εναγόμενης 1 αφορούσε το ποσό του δανείου και ότι ουδέν έτερο ποσό και/ή οφειλή εγγυήθηκαν (παράγραφος 14 της Υπεράσπισης). · Σε σχέση με τις Συμβάσεις Υποθηκεύσεως η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι η Υποθήκη η οποία συνέστησε και/ή κατάρτησε υπέρ της Ενάγουσας ημερ. 19/9/2006, εδόθη για ποσό πολύ μεγαλύτερο του τότε οφειλόμενου, κάτι το οποίο η Ενάγουσα παρέλειψε να αναφέρει στην Εναγόμενη με αποτέλεσμα να δεσμευθούν αδικαιολόγητα όλα τα ακίνητα της εναγόμενης 1 όπως αυτά αναφέρονται στις παραγράφους 32(α)(
- i)- 32(α)(
- v)της Έκθεσης Απαίτησης. Επιπλέον, προβάλλεται ότι η όλη συμπεριφορά της Ενάγουσας καθιστά την εγγραφή της πιο πάνω υποθήκης άκυρη και/ή ακυρώσιμη (παράγραφος 15 της Υπεράσπισης). · Αρνούνται ότι έλαβαν τις επιστολές τερματισμού ημερ. 22/4/2010 και τις επιστολές ημερ. 23/8/2010 και 12/7/2011 (παράγραφος 16 της Υπεράσπισης). · Αρνούνται ότι οφείλουν τα αναφερόμενα στις παραγράφους 35 και 36 της Έκθεσης Απαίτησης ποσά. Επισημαίνεται ότι στις 3/12/2012 η Αγωγή απερρίφθη καθόσον αφορά την Εναγόμενη 3 Εταιρεία και παρέμεινε για τους υπόλοιπους Εναγόμενους 1 και 2. Επιπλέον παρόλο που στην Έκθεση Απαίτησης γίνεται αναφορά τόσο σε Συμφωνία Δανείου όσο και σε Συμφωνία για Τρεχούμενο Λογαριασμό τελικά κατά την ακροαματική διαδικασία η Ενάγουσα δεν προώθησε την αξίωση της σε σχέση με τον Τρεχούμενο Λογαριασμό και παρέμεινε η αξίωση σε σχέση με την Συμφωνία Δανείου. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσής της εναντίον των Εναγομένων η Ενάγουσα κάλεσε μόνο έναν μάρτυρα ως ακολούθως: · XXXXX Γεωργιάδου (Μ.Ε.1) Από πλευράς Υπεράσπισης δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Ενόψει της μη προσκόμισης οποιαδήποτε μαρτυρίας από πλευράς Υπεράσπισης δεν υφίστανται αντικρουόμενες θέσεις γεγονότων και η παρούσα υπόθεση περιορίζεται στο κατά πόσο η Ενάγουσα Τράπεζα έχει προσκομίσει αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία για να τεκμηριώσει την αξίωσή της. Σύνοψη μαρτυρίας Μ.Ε.1 Η ΜΕ1 είναι στην Υπηρεσία της Ενάγουσας από το 1996 μέχρι σήμερα. Τον Απρίλιο του 2014 τοποθετήθηκε στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών (Debt Recovery Unit) στη Λευκωσία ενώ σήμερα είναι τοποθετημένη στην Υπηρεσία Υποστήριξης Χορηγήσεων (Credit Support). Κατά τη μαρτυρία της (Έγγραφο 1) παρουσίασε τα σχετικά με την Αγωγή έγγραφα που επιμαρτυρούν την αξίωση της Τράπεζας (Τεκμήριο 1 - 20). Μεταξύ αυτών είναι και οι καταστάσεις λογαριασμών (Τεκμήριο 17) καθώς επίσης και οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών (Τεκμήριο 18) από τις οποίες αφαιρέθηκαν όλες οι χρεώσεις προμηθειών, study fees και άλλα έξοδα. Νομική Πτυχή Σε παρόμοιες περιπτώσεις τραπεζικού χρέους όπως η υπό εξέταση και με βάση τα λεχθέντα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829 τα βασικά στοιχεία τα οποία χρήζουν απόδειξης ούτως ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι: (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και (δ) Το οφειλόμενο υπόλοιπο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή την μοναδική μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον μου. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή την Μ.Ε.1 και έχω εξετάσει τόσο την προφορική της μαρτυρία όσο και την γραπτή μαρτυρία που προσέφερε στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης[1] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Αξιολόγησα τη μαρτυρία της με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία τα οποία κατά περίπτωση θα αναφερθούν κατωτέρω. Η εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο δεν είναι αρκετή από μόνη της να οδηγήσει στην αποδοχή ή απόρριψη των θέσεων του. Είναι η αξιολόγηση από απόψεως περιεχομένου των όσων κατατίθενται και ο συσχετισμός τους με τα υπόλοιπα στοιχεία της μαρτυρίας που επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.[2] Η εντύπωση που σχημάτισα για την Μ.Ε.1 ήταν απόλυτα θετική. Μου έδωσε την εικόνα αξιόπιστης μάρτυρος και ότι αυτή προσπάθησε έντιμα να παραθέσει με ειλικρίνεια τη δική της γνώση για την υπόθεση. Θεωρώ λοιπόν ότι με ειλικρίνεια και σαφήνεια παρέθεσε τα γεγονότα που ενέπιπταν στη γνώση της διευκρινίζοντας, σε κάθε περίπτωση, την ακριβή εμπλοκή και γνώση της. Δεν έχω δε διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια αλλοίωσης γεγονότων ή υπερβολής στις θέσεις και τοποθετήσεις τους. Καθ΄όλη τη διάρκεια της εξέτασης της παρέμεινε σταθερή και συνεπής στις θέσεις της ενώ σε κανένα σημείο δεν κλονίσθηκε η μαρτυρία της ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης. Ακολουθεί στη συνέχεια η εξέταση των επιμέρους ζητημάτων που, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, χρήζουν απόδειξης προς το σκοπό κατάληξης στα αναγκαία ευρήματα. Α. Οι Συμφωνίες των διαδίκων Η Μ.Ε.1 βρίσκεται στην Υπηρεσία της Ενάγουσας από το
- Τον Απρίλιο του 2014 είχε τοποθετηθεί στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών (Debt Recovery Unit) στη Λευκωσία ενώ σήμερα είναι τοποθετημένη στην Υπηρεσία Υποστήριξης Χορηγήσεων (Credit Support). Όπως προέκυψε, κατόπιν έγκρισης αίτησης της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων υπό μορφή δανείου, η Ενάγουσα συνήψε με την Εναγόμενη 1 έγγραφη Συμφωνία ημερ. 14/5/2001 δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε όπως η Ενάγουσα παραχωρήσει στην Εναγόμενη 1 δάνειο για το ποσό των Λ.Κ.380.000 (Τεκμήριο 4). Προς τον σκοπό αυτό η Ενάγουσα άνοιξε στο όνομα της Εναγόμενης 1 λογαριασμό δανείου ο οποίος φέρει αριθμό 119-31-024484-03 και παραχώρησε στην Εναγόμενη 1 δάνειο για ποσό Λ.Κ.380.000 (€649.268,55). Στη Συμφωνία Δανείου, Τεκμήριο 4, στη σελ. 3, η Εναγόμενη 1 αναγνώρισε εγγράφως τη λήψη του ποσού των Λ.Κ.380.000 σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας Δανείου. Με επιστολή ημερ. 25/4/2001 (Τεκμήριο 5) που η Ενάγουσα απέστειλε στην Εναγόμενη 1 στην οποία αναφέρονταν οι όροι των πιστωτικών διευκολύνσεων που εγκρίθηκαν, η Ενάγουσα πληροφόρησε την Εναγόμενη ότι ενέκρινε σχετικό αίτημά της υπό τους όρους, προϋποθέσεις και εξασφαλίσεις που αναφέρονταν στην εν λόγω επιστολή. Το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής έγινε εγγράφως αποδεκτό από την Εναγόμενη 1 μέσω του XXXXX Πάρπα στις 22/5/
- Δυνάμει τροποποιητικής Συμφωνίας ημερ. 28/7/2004 στη Συμφωνία Δανείου, η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 1 συμφώνησαν ότι το δάνειο θα ήταν πληρωτέο με 96 ίσες μηνιαίες δόσεις των Λ.Κ.4.800 (8.201,30) η καθεμιά, της πρώτης πληρωτέας την 31/7/2004 και της τελευταίας 30/6/2012, ενώ όλοι οι άλλοι όροι της Συμφωνίας Δανείου παρέμειναν οι ίδιοι (Τεκμήριο 6). Η Ενάγουσα με επιστολή της ημερ. 7/9/2006 (Τεκμήριο 7) που απέστειλε στην Εναγόμενη 1 την πληροφόρησε αναφορικά με τους όρους των πιστωτικών διευκολύνσεων που εγκρίθηκαν, ανανεώθηκαν και συνέχισαν να παραχωρούνται στην Εναγόμενη 1 μεταξύ άλλων και σε σχέση με τον λογαριασμό δανείου. Το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής (Commitment Letter) έγινε εγγράφως αποδεκτό από την Εναγόμενη στις 12/9/
- Με επιστολή ημερ. 2/7/2008 (Τεκμήριο 8) που η Ενάγουσα απέστειλε στην Εναγόμενη 1 της πληροφόρησε ότι οι όροι των πιστωτικών διευκολύνσεων που αφορούσαν το δάνειο είχαν τροποποιηθεί υπό τους όρους, προϋποθέσεις και εξασφαλίσεις που αναφέρονταν σε αυτή. Το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής (Commitment Letter) έγινε εγγράφως αποδεκτό στις 15/7/
- Δυνάμει τροποποιητικής Συμφωνίας ημερ. 15/7/2008 στη Συμφωνία Δανείου (Τεκμήριο 9) η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 1 συμφώνησαν ότι το δάνειο θα ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση ή δια μιας δόσεως εκ €397.304 πλέον τόκους της δόσης πληρωτέας την 30/10/2008 προς πλήρη εξόφληση. Σε σχέση με τον λογαριασμό δανείου η Ενάγουσα απέστειλε στην Εναγόμενη 1 στις 6/4/2009 επιστολή (Τεκμήριο 10) στην οποία αναφέρονται οι όροι των πιστωτικών διευκολύνσεων που εγκρίθηκαν, ανανεώθηκαν και συνέχισαν να παραχωρούνται στην Εναγόμενη 1 με τους όρους, προϋποθέσεις και εξασφαλίσεις που καταγράφονται σε αυτή. Το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής (Commitment Letter) έγινε εγγράφως αποδεκτό από την Εναγόμενη 1 στις 5/5/2009 μέσω του XXXXX Πάρπα. Δυνάμει τροποποιητικής Συμφωνίας ημερ. 16/6/2009 της Συμφωνίας Δανείου (Τεκμήριο 11) η Ενάγουσα και η Εναγόμενη συμφώνησαν ότι το δάνειο συμπεριλαμβανομένων των τόκων θα ήταν πληρωτέο εις πρώτη ζήτηση ή δια μιας δόσεως εκ €418.516,7 πλέον τόκοι, της δόσης πληρωτέας την 31/7/2009 προς πλήρη εξόφληση. Εγγυητήρια Έγγραφα και Υποθήκες Προς εξασφάλιση της πληρωμής των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 εταιρείας προς την Ενάγουσα Τράπεζα σύμφωνα με τους όρους των πιο πάνω συμφωνιών, οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν δυνάμει 2 Εγγράφων Εγγύησης ημερ. 15/10/1998 (Τεκμήρια 12Α και 12Β) τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 υπό τους όρους που καταγράφονται στις εν λόγω Συμφωνίες Εγγύησης έκαστος μέχρι του ποσού των €1.025.160,86 (Λ.Κ.600.000) πλέον τόκους προς 8% ετησίως. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των ως άνω πιστωτικών διευκολύνσεων, η Εναγόμενη 1 παραχώρησε στην Ενάγουσα την ακόλουθη Υποθήκη την οποία συνέστησε και κατάρτησε υπέρ της Ενάγουσας. · Αρ. Δηλώσεως Υποθήκης XXXXX/2006 Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας 19/9/2006 για ποσό Λ.Κ.280.000 (€478.408,40) πλέον σύνθετο τόκο επ' αυτού προς 7,50% ετησίως από 19/9/2006 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα καθώς και του επισυνημμένου επ' αυτής εγγράφου Υποθήκης ημερ. 19/9/2006 επί των ακινήτων που περιγράφονται στο Παράρτημα Α του Εγγράφου Υποθήκης (και την παράγραφο 32 της Έκθεσης Απαίτησης υπό στοιχεία (α)(i) - (v) Τεκμήριο 13). Όπως προέκυψε η υπογραφή των πιο πάνω εγγράφων αλλά και η αυθεντικότητα τους δεν αμφισβητείται. Ως εκ τούτου, από την εν λόγω μαρτυρία και τα παρουσιασθέντα από αυτήν έγγραφα προέκυψε και είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η επίδικη Συμφωνία Δανείου καθώς και οι τροποποιητικές Συμφωνίες που ακολούθησαν έχουν δεόντως υπογραφεί από την Εναγόμενη 1 και δημιουργούν για αυτή έννομα αποτελέσματα. Περαιτέρω προκύπτει και είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η επίδικη Συμφωνία Εγγύησης έχει δεόντως υπογραφεί από τον Εναγόμενο 2 και δημιουργεί για αυτόν έννομα αποτελέσματα. Τέλος, όσον αφορά τη Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας που αναφέρθηκε ανωτέρω και αυτή προέκυψε και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι έχει δεόντως υπογραφεί από μέρους της Εναγόμενης 1 Εταιρείας και δημιουργεί για αυτήν έννομα αποτελέσματα. Β. Δικαίωμα τερματισμού Όπως προέκυψε από την αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Ε.1, την οποία έχω αποδεχτεί και η οποία δεν αμφισβητήθηκε, σε συνάρτηση με τις Καταστάσεις Λογαριασμού που κατέθεσε, σταδιακά το επίδικο δάνειο κατέστη μη εξυπηρετούμενο εφόσον οι συμφωνηθείσες δόσεις του δανείου δεν κατεβάλλοντο κατά τον χρόνο που αυτές καθίσταντο πληρωτέες και/ή ενόψει της μη πληρωμής των οφειλομένων όπως προνοείτο στις επίδικες Συμφωνίες. Οι σχετικοί με το ως άνω ζήτημα όροι 4 και 6 στην επίδικη Συμφωνία (Τεκμήριο 4) παρατίθενται πιο κάτω:
- Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιασδήποτε δόσης, το καθυστερημένο ποσό θα φέρει επιπλέον χρέωση τόκου υπερημερίας από την ημέρα της καθυστέρησης μέχρι την εξόφλησή του. Ως τόκος υπερημερίας συμφωνείται το εκάστοτε Σύνολο Επιτοκίου όπως θα ισχύει κατά τη χρονική στιγμή της υπερημερίας προσαυξημένο κατά 1.50%. Ο χρεώστης εκτός από τους τόκους υπερημερίας, οφείλει τόκους επ' αυτών από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης, οι οποίοι προστίθενται στο ποσό του δανείου ανά εξάμηνο. Περαιτέρω, παράλειψη ή άρνηση του χρεώστη όπως καταβάλει ολόκληρη ή μέρος οποιασδήποτε από τις πιο πάνω δόσεις, μαζί με οποιουσδήποτε τόκους ή προμήθειες ή δικαιώματα που οφείλονται δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, κατά τις καθορισμένες ημερομηνίες ή μόλις η Τράπεζα με βάση την παρούσα συμφωνία απαιτήσει οποιαδήποτε πληρωμή, καθιστούν το πιο πάνω δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπό του αμέσως πληρωτέο και απαιτητό και παρέχει στην Τράπεζα, χωρίς επηρεασμό οποιασδήποτε άλλης θεραπείας ή δικαιώματός της, το δικαίωμα όπως απαιτήσει και εισπράξει αμέσως ολόκληρο το πιο πάνω δάνειο, προμήθειες ή δικαιώματα. Νοείται ότι η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να δίνει παρατάσεις και να δέχεται πληρωμές έναντι οποιασδήποτε δόσεως η οποία είναι πληρωτέα και/ή να τροποποιεί όλους ή οποιουσδήποτε από τους όρους που αναφέρονται στην αποπληρωμή του δανείου. Ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλο όρο που περιέχεται στην παρούσα συμφωνία, η Τράπεζα θα έχει πάντοτε το δικαίωμα να απαιτήσει σε οποιαδήποτε στιγμή αποπληρωμή του δανείου ή οποιουδήποτε υπολοίπου του, οπότε το δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του καθίσταται αμέσως πληρωτέο και απαιτητό.
- Μόλις το πιο πάνω δάνειο ή οποιοδήποτε μέρος του ζητηθεί από την Τράπεζα θα καθίσταται αμέσως απαιτητό και θα εξοφλείται, ο δε χρεώστης οφείλει να πληρώσει αμέσως κάθε ποσό οφειλόμενο προς την Τράπεζα, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, τόκου, τόκου υπερημερίας, προμήθειας, δικαιωμάτων, δαπανών, επιβαρύνσεων, χρεώσεων και άλλων εξόδων, παράλειψη δε του χρεώστη να πράξει αυτό αμέσως, θα συνεπάγεται σημαντική αύξηση του Περιθωρίου από την ημέρα της ζήτησης του δανείου, η δε Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή του χρέους πλέον των Δικαστικών ή/και άλλων εξόδων οποιασδήποτε φύσης μέχρι πλήρους και τελικής εξόφλησης. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σε σχέση με τον τερματισμό των συμφωνιών πολύ κατατοπιστική είναι η υπόθεση Lombard Natwest v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 στην οποία ο σχετικός όρος στην επίδικη Συμφωνία προέβλεπε τα εξής: «
- Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και άνευ προειδοποιήσεως προς τον πελάτην να τερματίση την λειτουργίαν οιουδήποτε λογαριασμού και/ή καταστήση απαιτητόν ή απαιτητά οιονδήποτε δάνειον και/ή πίστωσιν και/ή αλλάς Τραπεζικάς ή πιστωτικάς διευκολύνσεις γενομένας ή γενησομένας προς τον πελάτην και ζήτηση αμέσως παρά του πελάτου την πληρωμήν όλων των ποσών, τα οποία ο πελάτης οφείλει εις την Τράπεζαν συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμηθείας και οιουδήποτε άλλου οφειλομένου ποσού εν σχέσει προς οιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπανάς." Αποφασίστηκε στη βάση του πιο πάνω όρου ότι «το κυρίαρχο στοιχείο στη στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής είναι ο τερματισμός του λογαριασμού ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους.» Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, η Ενάγουσα θα μπορούσε να τερματίσει τη Συμφωνία Δανείου ακόμη και αν δεν υπήρχε διάρρηξη των όρων αποπληρωμής της. Συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, εφόσον η Ενάγουσα είχε το δικαίωμα οποτεδήποτε να ζητήσει άμεση εξόφληση του δανείου με το δάνειο να καθίσταται ληξιπρόθεσμο και πληρωτέο, θα μπορούσε να ζητήσει την άμεση εξόφλησή του ανά πάσα στιγμή, έστω κι αν δεν υπήρχε παράβαση της Σύμβασης Δανείου. Στις υποθέσεις που αφορούν απαιτήσεις επί τη βάση ενός απλού δανείου, όπως είναι η Συμφωνία Δανείου στην παρούσα υπόθεση, σε ό,τι αφορά τον πρωτοφειλέτη δεν χρειάζεται απαίτηση πληρωμής προτού κινηθεί η αγωγή για το χρέος[3]. Προκύπτει και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά τις 22/4/2010 οι Εναγόμενοι παρέλειπαν και/ή καθυστερούσαν να καταβάλουν τις δόσεις τους και είχαν, συνεπώς, διαρρήξει την επίδικη Συμφωνία Δανείου. Επομένως, στις 22/4/2010 που η Ενάγουσα τερμάτισε τη Συμφωνία, είχε το δικαίωμα και νομιμοποιείτο να το πράξει. Γ. Οι Προειδοποιητικές Επιστολής και Επιστολές Τερματισμού Κρίνω σκόπιμο να εξετάσω κατά πόσο οι επιστολές τερματισμού κοινοποιήθηκαν εφόσον στην Υπεράσπιση των Εναγομένων υπάρχει άρνηση παραλαβής οποιωνδήποτε επιστολών και/ή επιστολών τερματισμού. Η Μ.Ε.1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 14 δέσμη επιστολών αποτελούμενη από αντίγραφα 3 επιστολών απευθυνόμενα προς τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 ημερ. 22/4/
- Η επιστολή η οποία απευθύνεται στην Εναγόμενη 1 Εταιρεία αναφέρει ως διεύθυνση αποστολής την οδό Κυρηνείας 145, 2113 Αγλαντζιά, Λευκωσία. Όσον αφορά την επιστολή η οποία απευθύνεται στον Εναγόμενο 2, η διεύθυνση η οποία αναγράφεται είναι η XXXXX 5, XXXXX XXXXX, Λευκωσία, η οποία, όπως προκύπτει, με βάση την ηλεκτρονική έρευνα από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 2), είναι η διεύθυνση του Εναγόμενου
- Η επιστολή η οποία απευθύνεται στην Εναγόμενη 3 Εταιρεία αναφέρει ως διεύθυνση την οδό Κυρηνείας 145, 2113 Αγλαντζιά, Λευκωσία, η οποία, όπως προκύπτει και από το Τεκμήριο 10, ήτοι η επιστολή της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη 1 ημερ. 6/4/2009 το περιεχόμενο της οποίας έγινε εγγράφως αποδεκτό τόσο από την Εναγόμενη 1 όσο και από την Εναγόμενη 3 Εταιρεία στις 5/5/2009, πέραν της υπογραφής εκ μέρους της Εναγόμενης 3 καταγράφεται και η διεύθυνσή της, ήτοι οδό Κυρηνείας 145, 2113 Αγλαντζιά. Εν πρώτοις να επισημάνω ότι αναφορικά με τη μέθοδο που ακολουθήθηκε από την Ενάγουσα για την αποστολή επιστολών τερματισμού, σχετικός είναι ο όρος 12 της επίδικης Συμφωνίας Δανείου (Τεκμήριο 4) ο οποίος έχει ως εξής: «Κάθε ειδοποίηση βάσει του παρόντος εγγράφου θα μπορεί να σταλεί στον πελάτη με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή με ιδιόχειρη επιστολή, στη διεύθυνση που φαίνεται πιο κάτω ή σε οποιανδήποτε νέα διεύθυνση την οποία θα δώσει ο πελάτης προς την Τράπεζα, ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση.» Για να είναι υπόχρεος ο εγγυητής να καταβάλει το χρέος και συνεπώς να μπορεί να εναχθεί πρέπει να τηρούνται δύο προϋποθέσεις. Το χρέος πρέπει να έχει καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη, να έχει δηλαδή ο πρωτοφειλέτης υποχρέωση για την αποπληρωμή του και να έχει υποβληθεί αξίωση αποπληρωμής από τον δανειστή προς τον εγγυητή αν υφίσταται τέτοια πρόνοια στη συμφωνία εγγύησης. Εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από το δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει[4]. Μπορεί, όμως, τα μέρη να καταστήσουν την παροχή ειδοποίησης από το δανειστή στον εγγυητή μέρος της συμφωνίας για την ανάκτηση του. Και σε εκείνη ακόμα την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα του χρέους, δηλαδή τη δυνατότητα ανάκτησης του. Όσον αφορά το Εγγυητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 12Α, ημερ. 15/10/1998, με το οποίο o Eναγόμενος 2 εγγυήθηκε την υποχρέωση καταβολής στους Ενάγοντες οποιωνδήποτε ποσών θα καθίσταντο πληρωτέα σε σχέση με τις πιο πάνω υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 προς αυτούς μέχρι και το ποσό των Λ.Κ.600.000 πλέον τόκους και έξοδα, δυνάμει του όρου 2 του εν λόγω Εγγράφου η υποχρέωση του για πληρωμή θα άρχιζε από τη στιγμή που θα του ζητήτο από την Τράπεζα. Ο εν λόγω όρος έχει ως ακολούθως:
- Εγώ ο κάτωθεν υπογεγραμμένος δια της παρούσης εγγυώμαι απάσας τας υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτου προς την Τράπεζαν, είτε αι υποχρεώσεις αύται είναι παρούσαι ή μελλοντικαί, είτε αύται κατέστησαν ή ενδέχεται να καταστώσιν απαιτηταί, είτε αύται είναι προσωπικαί ή κοιναί μεθ' οιουδήποτε άλλου προσώπου ή προσώπων και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι, αναλαμβάνω δε να πληρώσω προς υμάς άμα τη ζητήσει οιονδήποτε ποσόν χρημάτων ήθελε καταστή πληρωτέον εις υμάς εν σχέσει με τας ρηθείσας υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτου ή οιανδήποτε τούτων, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην υπό εξέταση περίπτωση είναι φανερό ότι οι συμβαλλόμενοι, δηλ. η Τράπεζα από την μια (Ενάγουσα) και οι εγγυητές από την άλλη (Εναγόμενοι 2 και 3, κατέστησαν μέρος της Συμφωνίας Εγγύησης την αναγκαιότητα παροχής προς τους εγγυητές ειδοποίησης και δη γραπτής έτσι ώστε να άρχεται η δυνατότητα ανάκτησης από αυτούς του οφειλόμενου ποσού. Αναφορικά με τη μέθοδο που ακολουθήθηκε από την Ενάγουσα για την αποστολή των επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού σχετικός είναι ο όρος 9 του Εγγυητηρίου, Τεκμήριο 12Α ο οποίος έχει ως ακολούθως:
- Γραπτή ζήτησις βάσει της παρούσης θα θεωρήται ότι εγένετο καταλλήλως παρ' εμού ή των διαχειριστών της περιουσίας μου εάν δοθή δι' επιστολής σταλείσης διά συνήθους ταχυδρομείου εις την διεύθυνσιν την αναφερομένην κατωτέρω και θα έχη πλήρη ισχύν παρά την τυχόν αλλαγήν διευθύνσεώς μου και κοινοποίησιν της τοιαύτης αλλαγής προς την Τράπεζαν, και τοιαύτη ζήτησις θα θεωρήται ότι ελήφθη παρ' εμού ή των διαχειριστών της περιουσίας μου 24 ώρας μετά την ταχυδρόμησίν της, και θα είναι ισχυρά εάν υπογραφή υπό οιουδήποτε υπαλλήλου της Τραπέζης, και προς απόδειξιν της ταχυδρομήσεως θα είναι αρκετόν να αποδειχθή η ρίψις του φακέλλου του περιέχοντος την ζήτησιν εις το ταχυδρομείου νοουμένου ότι ο φάκελλος έφερε την ορθήν διεύθυνσιν. Στην υπόθεση Theodorou ν. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 λέχθηκε ότι υφίσταται τεκμήριο ότι αν αποδειχθεί ότι μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο, αυτό συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη της παράδοσής της στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται. Παρατίθεται κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: "There is a presumption that a letter shown to have been posted, and not returned by the post office, is pnma facie evidence of its delivery to the person to whom it is addressed ...." Αφ' ης στιγμής αποδειχθεί ότι μια επιστολή φέρει την ορθή διεύθυνση, ταχυδρομήθηκε και δεν επιστράφηκε, τεκμαίρεται ότι έφθασε στον προορισμό της. Το δε βάρος της απόδειξης ότι η επιστολή έφερε την ορθή διεύθυνση, ότι ταχυδρομήθηκε και ότι δεν επιστράφηκε, το φέρει ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται κάτι τέτοιο[5]. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό και τα όσα σχετικά κατέθεσε η Μ.Ε.1 κατά το στάδιο της αντεξέτασης όπου εξήγησε με σαφήνεια ότι η Τράπεζα έχει ένα Τμήμα αλληλογραφίας όπου καταλήγουν όλες οι επιστολές και αν είναι συστημένες καταγράφονται σε αρχείο και ο υπάλληλος της Τράπεζας της παίρνει στο ταχυδρομείο. Όπως επίσης εξήγησε, όταν είναι συστημένες οι επιστολές, το ταχυδρομείο σφραγίζει το αρχείο της Τράπεζας, ενώ σε περίπτωση που μία επιστολή επιστραφεί αζήτητη ή επιστραφεί για οποιονδήποτε λόγο, η Τράπεζα έχει αρχείο όπου τις καταγράφει και επιπλέον στον ηλεκτρονικό φάκελο που τηρείται υπάρχει σαρωμένος ο φάκελος ότι επιστράφηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως εξήγησε με πειστικό τρόπο, έλεγξε και διαπίστωσε ότι καμία από τις επιστολές οι οποίες είχαν αποσταλεί δεν ήταν επιστραφείσα. Εν πάση περιπτώσει, όπως προέκυψε από την αντεξέταση, δεν υπήρχε ουσιαστική αμφισβήτηση από μέρους της Υπεράσπισης της παραλαβής από τους Εναγόμενους των επιστολών τερματισμού ούτε και τέθηκε ευθέως τέτοιο ζήτημα κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.
- Μάλιστα σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης ο συνήγορος Υπεράσπισης εξέλαβε ως δεδομένο και την αποστολή των επιστολών τερματισμού[6]. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι επιστολές τερματισμού ημερ. 22/4/2010, Τεκμήριο 14, ταχυδρομήθηκαν προς τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 στις σωστές διευθύνσεις και εφόσον αυτές δεν επιστράφηκαν από το ταχυδρομείο, τεκμαίρεται ότι παραλήφθηκαν από αυτούς. Το Τεκμήριο δεν έχει ανατραπεί. Ακόμα και να μην είχαν έτσι τα πράγματα, δηλαδή να μην είχαν αποσταλεί ή παραληφθεί οι πιο πάνω αναφερόμενες επιστολές, η καταχώρηση της Αγωγής συνιστά επαρκή τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας Δανείου και η απαίτηση πληρωμής του οφειλόμενου ποσού[7]. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο επίδικος λογαριασμός δανείου έχει δεόντως τερματιστεί και το χρεωστικό υπόλοιπο στον εν λόγω λογαριασμό έχει καταστεί απαιτητό έναντι της πρωτοφειλέτιδας Εταιρείας από την οποία απαιτήθηκε να το εξοφλήσει και έχουν προς τούτο ειδοποιηθεί οι εγγυητές από τους οποίους, επίσης, απαιτήθηκε η εξόφληση τους. Δ. Το Οφειλόμενο Υπόλοιπο Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι αρνούνται και το υπό αναφορά οφειλόμενο υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού. Όπως είναι πάγια νομολογημένο στις πολιτικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει με επαρκή μαρτυρία και αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση και η εκδοχή του, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων είναι πιο πιθανή παρά όχι. Σε περίπτωση, λοιπόν, που η Ενάγουσα ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της είναι πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση[8]. Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μια εκδοχή ως προς τα γεγονότα τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός εάν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο[9]. Ανάμεσα, λοιπόν, στα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης ήταν και η απόδειξη του διεκδικουμένου υπολοίπου. Για το σκοπό αυτό η πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσε τις Καταστάσεις Λογαριασμού, ήτοι το Τεκμήριο
- Οι πιο πάνω Καταστάσεις συνοδεύονται από Πιστοποιητικό τιτλοφορούμενο «Πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 ως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 32
(1)/2004». Το παρουσιασθέν Πιστοποιητικό είναι υπογεγραμμένο από την ίδια την Μ.Ε.1 η οποία αναφέρει ότι είναι κάτοχος υπεύθυνης θέσης και μία εκ των αρμόδιων Λειτουργών για την τήρηση και λειτουργία του Αρχείου της Ενάγουσας. Το Πιστοποιητικό βεβαιώνει ότι οι συνημμένες Καταστάσεις Λογαριασμών αποτελούν μέρος του Αρχείου τήρησης και διατήρησης των λογαριασμών των πελατών της Ενάγουσας και συγκεκριμένα για τον επίδικο λογαριασμό με αρ. 119-31-024484-03 που αφορά την Εναγόμενη 1 και αναφέρονται στη χρονική περίοδο από το άνοιγμά του μέχρι 3/2/2020. Περαιτέρω πιστοποιείται ότι η Ενάγουσα αποτελεί επιχείρηση η οποία, δυνάμει αδείας ημερ. 14/6/1974, ασκεί τραπεζικές εργασίες αδιάλειπτα και συστηματικά μέχρι σήμερα με σκοπό το κέρδος. Επιπλέον, πιστοποιείται ότι η Ενάγουσα συστηματικά διατηρεί Αρχείο και σε ηλεκτρονική μορφή καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα των επίδικων λογαριασμών μέχρι σήμερα και ότι από το Αρχείο σε ηλεκτρονική μορφή παρήχθησαν, κατ' εντολή της Μ.Ε.1, οι επισυνημμένες Καταστάσεις Λογαριασμών στις οποίες γίνεται αναλυτική καταγραφή όλων των πράξεων που αφορούν τον λογαριασμό της Εναγόμενης 1 και οι οποίες Καταστάσεις ελέγχθηκαν από την ίδια τη μάρτυρα και είναι σύμφωνες με τα στοιχεία που αναγράφονται και φαίνονται στο ηλεκτρονικό Αρχείο. Επιπλέον, όπως προέκυψε από τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 και δεν αμφισβητήθηκε, οι Καταστάσεις Λογαριασμού παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από την ίδια στον ηλεκτρονικό της υπολογιστή και, αφού συγκρίθηκαν από την ίδια με την αρχική καταχώρηση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Ικανοποιούνται, συνεπώς, οι προϋποθέσεις του Άρθρου 35
(3)του Κεφ.9 και συνιστούν, επομένως, οι Καταστάσεις αποδεικτικό στοιχείο των καταχωρήσεων που εμπεριέχουν, η αξία των οποίων αποτιμάται από το Δικαστήριο. Η αποτίμηση αυτή ασκείται δικαστικά και συνυπολογίζονται όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου[10].Οι καταστάσεις δεν συνιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων, κάτι που θα ίσχυε μόνο εφόσον θα είχαν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του Άρθρου 22 του Νόμου. Η διαφορά μεταξύ της αποδοχής εγγράφου δυνάμει του Άρθρου 22 και του Άρθρου 35 του περί Απόδειξης Νόμου είναι πρόδηλη. Ενώ στην πρώτη περίπτωση το έγγραφο συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων που εμπεριέχει, στη δεύτερη περίπτωση συνιστά αποδεικτικό στοιχείο, η αξία του οποίου αποτιμάται από το Δικαστήριο. Στην πρωτόδικη απόφαση στην Αγωγή υπ' αριθμό 5812/2012 του Ε.Δ. Λεμεσού Emporiki Bank-Cyprus Limited v. Springfari Limited κ.α., ημερ. 23/11/2018 ο έντιμος αδελφός Δικαστής Χ. Μαλαχτός (Π.Ε.Δ. ως ήταν τότε) αναφέρει στην σελίδα 33 τα ακόλουθα: «Η θέση που προκύπτει από τη νομολογία είναι πως μια κατάσταση λογαριασμού, που δεν έχει αποδειχτεί ότι είναι τραπεζικό βιβλίο, δεν παύει από του να συνιστά μαρτυρικό υλικό η αποδεικτική αξία του οποίου μπορεί να αποτιμηθεί από το Δικαστήριο και, ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης να κριθεί ή να μη κριθεί ικανοποιητικό στοιχείο προς τεκμηρίωση της αξίωσης. Εάν το περιεχόμενο της αμφισβητείται και η τράπεζα δεν μπορεί με τη μαρτυρία που παρουσιάζει να δώσει εξηγήσεις για χρεώσεις που παρουσιάζονται σε αυτή ή υπάρχει μαρτυρία από την υπεράσπιση ότι συγκεκριμένες χρεώσεις είναι αδικαιολόγητες ή ότι παραλείπονται πιστώσεις οι οποίες θα έπρεπε να είναι καταχωρημένες η αντιμετώπιση της κατάστασης και η βαρύτητα που θα αποδοθεί από το Δικαστήριο σε αυτή μπορεί να είναι διαφορετική από την περίπτωση που δεν αμφισβητήθηκε καμία συγκεκριμένη καταχώρηση.» Επομένως με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 35
(2)του Κεφ. 9 οι Καταστάσεις συνιστούν αποδεικτικά στοιχεία των καταχωρήσεων που εμπεριέχουν η αξία των οποίων αποτιμάται από το Δικαστήριο[11]. Η αποτίμηση αυτή ασκείται δικαστικά και συνυπολογίζονται όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου[12]. Το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν προσφέρθηκε μαρτυρία από πλευράς των Εναγομένων αναφορικά με την ανάληψη/εκταμίευση του ποσού των δανείων και τα ποσά που καταβλήθηκαν έναντι έχει καταλυτική σημασία. Συγκεκριμένα δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από τους Εναγομένους ότι δεν έγινε ανάληψη του ποσού του δανείου ή ότι υπήρξε θέμα υπερχρέωσης ή λανθασμένης καταχώρησης στις εν λόγω Καταστάσεις Λογαριασμού. Ούτε, επίσης, τέθηκε οποιοδήποτε θέμα ότι, πέραν των όσων καταγράφονται, υπήρξαν καταθέσεις/πιστώσεις ή οποιαδήποτε ποσά που θα έπρεπε να πιστωθούν στον επίδικο λογαριασμό[13]. Όπως δε προέκυψε, ουδεμία αμφισβήτηση έγινε είτε αναφορικά με την ανάληψη των ποσών του δανείου, είτε αναφορικά με τα ποσά που καταβλήθηκαν έναντι και γενικότερα αναφορικά με την ορθότητα των καταχωρήσεων στις πιο πάνω Καταστάσεις. Αν η πλευρά των Εναγομένων αμφισβητούσε οποιαδήποτε χρέωση στους επίδικους λογαριασμούς και γενικότερα την ορθότητα ή μη των Καταστάσεων λογαριασμού όφειλε να αντεξετάσει σχετικά την Μ.Ε.1 επί του περιεχομένου τους κάτι, που επαναλαμβάνω, δεν έχει πράξει. Επιπλέον η Μ.Ε.1 παρουσίασε αναδομημένες Καταστάσεις Λογαριασμού (Τεκμήριο 18) στις οποίες έχουν αφαιρεθεί όλες οι χρεώσεις προμηθειών, study fees και άλλα έξοδα. Να επισημάνω εδώ ότι, όπως υποδεικνύεται στη νομολογία, η αναδόμηση λογαριασμών είναι επιτρεπτή ενέργεια που δεν μπορεί να θεωρηθεί εκτός δικογράφων όταν κρίνεται από το Πιστωτικό Ίδρυμα ότι θα πρέπει να διαμορφώσει το ποσό της απαίτησης του προς τα κάτω με αφαίρεση χρεώσεων και δικαιωμάτων ή με διαφορετικό υπολογισμό των τόκων. Σχετικές υποθέσεις είναι η Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας
(2011)1 Α.Α.Δ. 2192. Επί του σημείου αυτού η θέση του κ. Μαθηκολώνη κατά τις αγορεύσεις ότι ήτο σκανδαλώδης η συμπεριφορά της Ενάγουσας Τράπεζας να ζητήσει μέσω των επιστολών τερματισμού μεγαλύτερο ποσό, δεν μπορεί να έχει έρεισμα ενώ σε κανένα σημείο δεν υπήρξε παραδοχή από πλευράς της Ενάγουσας Τράπεζας -το αντίθετο ήταν αυτό που προβλήθηκε από την Τράπεζα - ότι οι διάφορες χρεώσεις που είχαν αφαιρεθεί στις Αναδομημένες Καταστάσεις Λογαριασμού δεν θα έπρεπε εξαρχής να είχαν συμπεριληφθεί και/ή ότι αποτελούσαν παράνομες χρεώσεις. Ούτε, βεβαίως, κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 υπήρξε αμφισβήτηση συγκεκριμένων χρεώσεων του επίδικου λογαριασμού. Σχετικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα από τα πρακτικά ημερ.4/3/2020 σελίδες 11-12: E. Αυτές οι ειδοποιήσεις, σας ρωτώ και θέλω μια απάντηση, τα ποσά που έγραφαν πάνω ήταν τα υπόλοιπα που παρουσιάζονταν στις κανονικές καταστάσεις λογαριασμού; A. Μάλιστα. E. Άρα πρέπει κυρία μάρτυς θα συμφωνήσεις μαζί μου ότι, αυτές οι επιστολές απαίτησης και πολύ περισσότερο οι επιστολές τερματισμού που χρεώνονταν, που στάλθηκαν στους Εναγόμενους ήταν ας το πούμε λανθασμένες. Δηλαδή δεν υπήρχε η αναδομή των λογαριασμών; A. Δεν υπήρχε η αναδόμηση των λογαριασμών τότε. Ναι. Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Σας έχει πει εάν ήταν λανθασμένες. Αυτό είχε πει. Η μάρτυρας συνεχίζει: A. Επειδή είπατε αναδομή, εννοούσατε αναδόμηση; E. Ναι, αναδόμηση. A. Λυπούμαι που θα διαφωνήσω μαζί σας, αλλά δεν ήταν λανθασμένες διά τον λόγο ότι όπως είπαμε στις αναδομημένες καταστάσεις τις δημιουργήσαμε αφού αφαιρέσαμε έξοδα και προμήθειες και study fees κτλ. Άρα δεν ήταν λανθασμένες. Και στις σελίδες 12-13: E. Δηλαδή εδώ έχουμε μια εικόνα της Ελληνικής Τράπεζας και όχι μόνο δυστυχώς, να έρχεστε να παρουσιάζετε μια εικόνα ότι οι εταιρείες, οι οφειλέτες, οι δανειολήπτες χρωστούσαν ένα πολύ μεγαλύτερο ποσό το οποίο εκ των υστέρων φαίνεται ότι δεν χρωστούσαν; A. Να απαντήσω; E. Ναι. A. Κύριε Μαθηκολώνη, χρωστούσαν το ποσό. Η αφαίρεση των εξόδων και των προμηθειών έγινε στα πλαίσια της αναδόμησης. Είμαστε σε μια ακροαματική διαδικασία, η τράπεζα κινήθηκε νομικά έναντι των πελατών και κάμνει μια κίνηση καλής θέλησης με απώτερο σκοπό να εισπράξει το λαβείν της έστω χωρίς τις χρεώσεις προμηθειών. Αυτό έγινε. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στη μαρτυρία της η Μ.Ε.1 εξήγησε ενδελεχώς τη διεργασία που έκανε για την ετοιμασία των Αναδομημένων Καταστάσεων Λογαριασμού. Όπως εξήγησε με κατατοπιστικό τρόπο, χρησιμοποίησε ηλεκτρονικό σύστημα το οποίο με την εισαγωγή του αριθμού λογαριασμού του πελάτη στο εν λόγω σύστημα, αυτό αναπαραγάγει όλες τις χρεοπιστώσεις χωρίς τόκους και στη συνέχεια αφαίρεσε όλες οι χρεώσεις προμηθειών, study fees και άλλα έξοδα και εισήγαγε στο σύστημα το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της Ενάγουσας για τη συγκεκριμένη περίοδο. Εν ολίγοις όπως προέκυψε, η Μ.Ε.1 αφού αφαίρεσε τις πιο πάνω χρεώσεις εφάρμοσε το βασικό επιτόκιο όπως αυτό κυμαίνετο και μεταβάλλετο από καιρού εις καιρό στη βάση σχετικών ανακοινώσεων στο τύπο πλέον το συμφωνηθέν περιθώριο για το οποίο υπήρξε μεταβολή δύο φορές μέσω σχετικών επιστολών ανειλημμένης υποχρέωσης (Commitment Letters) της Ενάγουσας ημερ. 7/9/2006 και 6/4/2009 (Τεκμήρια 7 και 10 αντίστοιχα) των περιεχόμενων των οποίων έγινε εγγράφως αποδεκτό από τους Εναγόμενους. Ακολούθως η Μ.Ε.1 εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια το περιεχόμενο των εν λόγω Καταστάσεων με τις στήλες από τις οποίες αυτές απαρτίζονται, ήτοι Value Date (ημερομηνία από την οποία θα ισχύει η καταχώρηση για σκοπούς τόκου), Debit Amount (το ποσό με το οποίο χρεώθηκε ο λογαριασμός του πελάτη), Credit Amount (το ποσό με το οποίο πιστώθηκε ο λογαριασμός του πελάτη), Balance (το υπόλοιπο του λογαριασμού χωρίς τόκους) Excess Rate (το επιτόκιο χρέωσης επί των καθυστερημένων δόσεων), Days (αριθμός των ημερών που παρουσιάζονται καθυστερήσεις στην αποπληρωμή της πιστωτικής διευκόλυνσης), Period Interest (Τόκος Περιόδου από την τελευταία εγγραφή), Debit Interest (συνολικός χρεωστικός τόκος κάθε περιόδου), Debit Rate (το εκάστοτε ισχύον χρεωστικό επιτόκιο). Η θέση του κ. Μαθηκολώνη ότι οι Αναδομημένες Καταστάσεις Λογαριασμού δεν αποτελούν μέρος του Αρχείου της Ενάγουσας Τράπεζας διότι κατασκευάστηκαν ειδικά για σκοπούς αφαίρεσης χρεώσεων δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Η Μ.Ε.1, όπως ήδη επισημάνθηκε ανωτέρω, εξήγησε με απόλυτα κατατοπιστικό και λεπτομερή τρόπο τη διεργασία που ακολούθησε για σκοπούς ετοιμασίας των Αναδομημένων Καταστάσεων και δεν χρειάζεται να την επαναλάβουμε. Η μόνη διαφορά μεταξύ των Αρχικών Καταστάσεων Λογαριασμού και των Αναδομημένων είναι ότι στις τελευταίες απλώς έχουν αφαιρεθεί όλες οι χρεώσεις προμηθειών, study fees και άλλα έξοδα. Επιπλέον η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου Υπεράσπισης ότι η διαφορά στο ποσό μεταξύ των Αρχικών Καταστάσεων Λογαριασμού - Κανονικών, όπως τις χαρακτήρισε- και των Αναδομημένων δεν αφορούσε μόνο εκείνες τις χρεώσεις που καθόρισε η Μ.Ε.1 αλλά και παράνομες χρεώσεις τόκων παραβλέπει την σαφέστατη θέση της Μ.Ε.1 η οποία αντεξεταζόμενη εξήγησε ότι όλες εκείνες οι χρεώσεις τις οποίες είχε αφαιρέσει αφορούσαν σε ποσά τα οποία τοκίζονταν σε βάθος χρόνου[14]. Από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο καταλήγει ότι το Πιστοποιητικό που κατατέθηκε δυνάμει του Άρθρου 35 του πιο πάνω Νόμου τηρεί όλα τα εχέγγυα της Νομοθεσίας και επιβεβαιώνει τις Καταστάσεις Λογαριασμών ως μέρος του Αρχείου τήρησης και διατήρησης των τραπεζικών λογαριασμών. Ειδικότερα και κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω, οι Καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών, οι οποίες καταδείχθηκε ότι αποτελούν μέρος του Αρχείου της Τράπεζας, αποτυπώνουν την πραγματικότητα αναφορικά με τη λειτουργία τους, τις χρεοπιστώσεις και τα υπόλοιπα στοιχεία, ήτοι παρουσιάζουν το ορθό ποσό που εκταμιεύθηκε από την Τράπεζα και όλες τις δόσεις που πληρώθηκαν και εμπεριέχουν τις ορθές καταχωρήσεις που ανταποκρίνονται στην πραγματικές δοσοληψίες που έγιναν. Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω οι Καταστάσεις των επίδικων Λογαριασμών, οι οποίες καταδείχθηκε ότι αποτελούν μέρος του Αρχείου της Τράπεζας, αποτυπώνουν την πραγματικότητα αναφορικά με τη λειτουργία τους, τις χρεοπιστώσεις και τα υπόλοιπα στοιχεία, ήτοι παρουσιάζουν το ορθό ποσό που εκταμιεύθηκε από την Τράπεζα και όλες τις δόσεις που πληρώθηκαν και εμπεριέχουν τις ορθές καταχωρήσεις που ανταποκρίνονται στην πραγματικές δοσοληψίες που έγιναν. Ε. Οι Τόκοι Η χρέωση τόκου είναι ζήτημα που εξαρτάται από τους όρους της επίδικης Σύμβασης. Επαφίεται, δηλαδή, στα συμβαλλόμενα μέρη να καθορίσουν το ύψος του επιτοκίου όπως και έπραξαν στην υπό εξέταση περίπτωση.[15] Με βάση τους όρους της Συμφωνίας Δανείου (Τεκμήριο 4) ρητά συμφωνήθηκε ότι ο λογαριασμός θα χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα καθορίζεται από το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της Τράπεζας προσαυξημένο, σε κάθε περίπτωση, κατά 2% (το περιθώριο), ήτοι, κατά το χρόνο σύναψης της Συμφωνίας, βασικό επιτόκιο 7%, περιθώριο 2% και άρα συνολικό επιτόκιο 9%. Με βάση τον όρο 2Α της επίδικης Συμφωνίας Δανείου η Ενάγουσα δικαιούτο «κατά την απόλυτη κρίση της να μεταβάλλει καθημερινώς και/ή οποτεδήποτε το Βασικό Επιτόκιο και να δίδει προς τούτο σχετική ειδοποίηση στον χρεώστη με ανακοίνωση στον τύπο ή με οποιοδήποτε άλλο προσφορότερο κατά την κρίση της Τράπεζας τρόπο». Επιπλέον με βάση τον όρο 2Γ η Ενάγουσα Τράπεζα δικαιούτο «να μεταβάλλει καθημερινώς και/ή οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς, της αξίας του χρήματος και οποιωνδήποτε μεταβολών στην οικονομική κατάσταση του χρεώστη, στην υφιστάμενη ή συμφωνημένη ευρύτερη συνεργασία της Τράπεζας με τον χρεώστη, ή κατά την κρίση της, τις προμήθειες, το Περιθώριο, τα τραπεζικά δικαιώματα και τον τόκο υπερημερίας όπως αναφέρεται πιο κάτω, τον χρόνο καταβολής/χρέωσης του τόκου ή γενικά οποιαδήποτε άλλη αλλαγή και η αλλαγή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον χρεώστη που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή ειδοποίηση ως προνοείται στην παράγραφο 12 της παρούσας συμφωνίας ή με τον προσφορότερο κατά την κρίση της τράπεζας τρόπο και θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση». Όπως προέκυψε, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου αποφάσισε μέσω σχετικής Απόφασης της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής ημερ. 21/12/2007 (Τεκμήριο 20) ότι με την εφαρμογή των διατάξεων των περί Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμων του 2007 τα υφιστάμενα δάνεια σε Κυπριακές Λίρες τα υπόλοιπα των οποίων από την 1/1/2008 θα μετατραπούν σε Ευρώ, θα έχουν ως Βασικό Επιτόκιο το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ως Τεκμήριο 19 κατατέθηκε δέσμη με αντίγραφα όλων των σχετικών δημοσιεύσεων στον Τύπο αναφορικά με τις μεταβολές του Βασικού Επιτοκίου της Ενάγουσας Τράπεζας. Όπως προέκυψε από την μαρτυρία της Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση στις Καταστάσεις Λογαριασμού καθόσον αφορά τις μεταβολές στο Βασικό Επιτόκιο είχε εφαρμοστεί το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Τράπεζας. Παρά δε την επίμονη αντεξέταση του συνηγόρου Υπεράσπισης, και επί αυτού του σημείου η μαρτυρία της η Μ.Ε.1 παρέμεινε αταλάντευτα σταθερή. Μάλιστα σε αρκετές από τις δημοσιεύσεις που κατατέθηκαν ως μέρος του Τεκμηρίου 19 πριν την μεταβολή του Βασικού Επιτοκίου γίνεται ρητή αναφορά στην Απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.[16] Αυτό εξάλλου επεσήμανε και η Μ.Ε.1 παραπέμποντας στις ανακοινώσεις στον ημερήσιο τύπο[17]. Η Μ.Ε.1 όσες φορές και αν ερωτήθηκε παρέμεινε αταλάντευτα σταθερή στη θέση της ότι τόσο στις αρχικές (Κανονικές όπως χαρακτηρίστηκαν) Καταστάσεις Λογαριασμού[18] όσο και στις Αναδομημένες είχε εφαρμοστεί το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης ως οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας[19]. Εν ολίγοις εκείνο το οποίο προέκυψε είναι ότι όλες οι διακυμάνσεις του Βασικού Επιτοκίου του επίδικου Δανείου έγιναν σε πλήρη συνάρτηση με την διακύμανση του ελάχιστου επιτοκίου προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης ως οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Στη βάση των πιο πάνω όρων και μέσω των σχετικών δημοσιεύσεων της Ενάγουσας στον Τύπο, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 19, δόθηκε η απαιτούμενη ειδοποίηση για την μεταβολή του Βασικού Επιτοκίου της Ενάγουσας για τον επίδικο λογαριασμό. Όσον αφορά το Περιθώριο, όπως ήδη επισημάνθηκε ανωτέρω, υπήρξε μεταβολή αυτού δύο φορές μέσω σχετικών Επιστολών της Ενάγουσας Τράπεζας (Commitment Letters). Συγκεκριμένα με την Επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης ημερ. 7/9/2006 (Τεκμήριο 7) το Περιθώριο αυξήθηκε από 2% σε 3% ενώ με την Επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης ημερ. 6/4/2009 (Τεκμήριο 10) το Περιθώριο αυξήθηκε εκ νέου σε 5,75%. Τόσο το περιεχόμενο της Επιστολής ημερ. 7/9/2006 όσο και της Επιστολής ημερ. 6/4/2009 έγιναν εγγράφως αποδεκτά από τους Εναγόμενους στις 12/9/2006 και 5/5/2009 αντίστοιχα. ΣΤ. Καταχρηστικοί όροι Ο κ. Μαθηκολώνης εισηγήθηκε ότι οι όροι της επίδικης Συμφωνίας με τους οποίους παρεχόταν το δικαίωμα στην Ενάγουσα Τράπεζα να μεταβάλλει κατά την κρίση της και οποτεδήποτε το Περιθώριο στο πλαίσιο που καταγράφονται σε αυτούς είναι ιδιαζόντως επαχθείς και καταχρηστικοί. Αν και δεν έγινε αναφορά σε συγκεκριμένο Νόμο ο οποίος να είναι σχετικός με το πιο πάνω ζήτημα, ο ευπαίδευτος συνήγορος, μεταξύ άλλων, έχει παραπέμψει σε Απόφαση της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή για εμπορικές Πρακτικές του Πιστωτικού Ιδρύματος Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ σε σχέση με Συμβάσεις Στεγαστικών Δανείων.[20] Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι η εν λόγω Απόφαση είχε ως αντικείμενο εξέτασης πρακτικές του πιστωτικού ιδρύματος Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ για παράβαση του Νόμου περί των Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών των Επιχειρήσεων προς τους Καταναλωτές Νόμου του 2007 (N. 103(I)/2007) σε σχέση με συμβάσεις στεγαστικών δανείων με καταναλωτές. Ο εν λόγω Νόμος εφαρμόζεται στις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές. Με βάση δε το ερμηνευτικό Άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου «καταναλωτής» σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, όσον αφορά τις εμπορικές πρακτικές που καλύπτει ο εν λόγω Νόμος, ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελεύθερη επαγγελματική του δραστηριότητα. Ως εκ των πιο πάνω η εν λόγω παραπομπή δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την υπό κρίση υπόθεση. Άλλος Νόμος ο οποίος αφορά σε καταχρηστικούς όρους και/ή καταχρηστικές ρήτρες είναι ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 [Ν.93(Ι))/1996] όπως και η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ. Σκοπός της Οδηγίας στην οποία ο Νόμος βασίζεται είναι να προστατεύσει τον καταναλωτή ο οποίος λόγω της μειονεκτικότερης διαπραγματευτικής θέσης του καθώς και του επιπέδου της πληροφόρησης έναντι του πωλητή/προμηθευτή αποδέχεται συμβατικούς όρους που έχει εκ των προτέρων καταρτίσει ο πωλητής/προμηθευτής γνωρίζοντας (ο καταναλωτής) ότι είναι άδικοι χωρίς να μπορεί να ασκήσει επιρροή επί του περιεχομένου τους[21]. Ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 [Ν.93(Ι))/1996] τυγχάνει εφαρμογής σε καταναλωτές οι οποίοι είναι φυσικά πρόσωπα. Σχετικό είναι το Άρθρο 3
(1)του Νόμου όπου διαλαμβάνεται ότι ο Νόμος τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Σύμφωνα δε με το ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Νόμου «Καταναλωτής» σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος, επενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησης του. Στην προκειμένη περίπτωση η επίδικη Σύμβαση Δανείου έχει συναφθεί μεταξύ της Ενάγουσας Τράπεζας και της Εναγόμενης 1 Εταιρείας η οποία είναι η Πρωτοφειλέτιδα. Με δεδομένο λοιπόν ότι η Πρωτοφειλέτιδα είναι νομικό πρόσωπο ο Νόμος 93(Ι)/1996 δεν τυγχάνει εφαρμογής. Ζ. Κατάληξη Για τους λόγους που πιο πάνω έχω εξηγήσει και με βάση τη μαρτυρία που έχω αποδεχθεί η Ενάγουσα έχει πετύχει να αποδείξει την αξίωση της. Ως εκ τούτου εκδίδεται Απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για το ποσό των €902.283,41 πλέον τόκο προς 7,75% ετησίως επί ποσού €896.301,84 από 1/2/2020 του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε, μεταξύ άλλων, Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2011)1Α.Α.Δ. 2192, Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056. [2] Δέστε Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ,
(2011)1Α.Α.Δ. 2192. [3] Δέστε Μακεδόνας ν. Ευάγγελου Λαζάρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1322 όπου λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής σχετικά: «Με την έφεση αμφισβητείται η πρωτόδικη άποψη ότι χρειαζόταν οποιαδήποτε απαίτηση ληρωμής προτού κινηθεί η αγωγή για το χρέος. Η επί του θέματος συζήτηση κάλυψε διάφορα είδη νομικών σχέσεων όπου είχε απασχολήσει το κατά πόσο τέτοια απαίτηση ήταν ή όχι αναγκαία και είχαν, συναφώς, επισημανθεί διακρίσεις μεταξύ περιπτώσεων. Έγινε εκτενής αναφορά σε νομολογία, αγγλική και κυπριακή. Νομίζουμε πως αρκούν, για να φωτίσουν το πεδίο, οι αποφάσεις στις υποθέσεις In re J. Brown's Estate [1893] 2 Ch. 300, Bradford Old Bank v. Sutcliffe [1918] 2 K.B. 833, MS Fashions Ltd and Others v. Bank of Credit and Commerce International SA and Others (No. 2) [1993] 3 All E.R. 769, Ioannou v. Hassan 3 C.L.R. 30 και Lombard Natwest Ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 στις οποίες μας παρέπεμψε ο συνήγορος του εφεσείοντος και, σε μερικές από αυτές, ο συνήγορος των εφεσιβλήτων. Θεωρούμε πως δεν χρειάζεται να επεκταθούμε. Μπορούμε εν προκειμένω να περιοριστούμε στην πτυχή της απαίτησης που αφορούσε σε απλό δάνειο. Με βάση τη νομολογία, σε ό,τι αφορά τον πρωτοφειλέτη δεν χρειάζεται απαίτηση πληρωμής. Αυτό ισχύει ακόμα και αν θεωρηθεί ότι εδώ η πρόνοια στο γραμμάτιο περί απαίτησης αντανακλούσε και στο ίδιο το δάνειο. Στην re J. Brown's Estate (ανωτέρω) το ζήτημα τέθηκε ως εξής: «.. Where there is a present debt and a promise to pay on demand, the demand is not considered to be a condition precedent to the bringing of the action. But it is otherwise on a promise to pay a collateral sum on request, for then the request ought to be made before action brought.»» Δέστε, επίσης, τις υποθέσεις Ioannou v. Hasan 3 C.L.R. 30, Lombard Natwest Ltd ν. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465, κ.ά. και Εταιρεία J.K. Vavlites (Hotels & Leisure) Ltd, ν. Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου Προνοίας του Τακτικού Ωρομίσθιου Κυβερνητικού Προσωπικού, Πολιτική Έφεση αρ. 31/2013, ημερ. 30/1/2019. [4] Δέστε Savvides ν. Christofides
(1978)1 C.L.R. 303 και Lombard Natwest Ltd ν. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ.
- [5] Δέστε, επίσης, Σάββα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Προσφυγή αρ. 341/10, ημερ. 6/12/
- [6] Ε. Άρα πρέπει κυρία μάρτυς θα συμφωνήσεις μαζί μου ότι, αυτές οι επιστολές απαίτησης και πολύ περισσότερο οι επιστολές τερματισμού που χρεώνονταν, που στάλθηκαν στους Εναγόμενους ήταν ας το πούμε λανθασμένες. Δηλαδή δεν υπήρχε η αναδομή των λογαριασμών; [7] Δέστε Κυριάκου ν Χρυσοστόμου
(2004)1 Α.Α.Δ.
- («Όπως δε παρατηρεί και ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Εφεσίβλητη, η ίδια η καταχώρηση της αγωγής συνιστούσε, αν τούτο απαιτείτο, επαρκή τερματισμό της συμφωνίας και απαίτηση πληρωμής του οφειλόμενου ποσού.») [8] Δέστε Μπούλος Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ [2001] 1 Α.Α.Δ.
- [9] Δέστε Barry Wynne ν. David Costaki Mavronikola ως Διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα [2009) 1 Α.Α.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. ν. Γιώργος Οικονόμου ECLI:CY:AD:2014:A786, Π.Ε.335/09 ημερ. 17/10/
- [10]Δέστε Άρθρο 35
(1)του Κεφ.
- [11] Δέστε Χριστοδούλου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A232, Πολιτική Έφεση Αρ. 294/2012, ημερ.18/6/
- [12] Δέστε Άρθρο 35
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9. [13] Δέστε Π. Ζερβός v. Hellenic Bank Public Company LTD
(2013)1 Α.Α.Δ. 2357, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου κ.ά
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, Χρήστος Θεοδώρου v. Hellenic Bank Limited
(2012)1 Α.Α.Δ.
- [14] Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Άρα αυτό το ποσό λέτε ότι είναι σύνολο των χρεώσεων και προμηθειών; Η μάρτυρας συνεχίζει: A. Όχι αυτούσιο στο σύνολο Εντιμότατη. Το σύνολο αυτών των ποσών το οποίο σε βάθος χρόνου τοκιζόταν. Δηλαδή δεν αφαίρεσα 3 δεκάρια οπότε θα έχω το τελικό αποτέλεσμα με διαφορά
- Αφαίρεσα χρεώσεις προμηθειών και έξοδα οι οποίες σε βάθος χρόνου θα υφίσταντο τοκισμό. [15] Δέστε Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου κ.ά
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 και Θεοδώρου v. Hellenic Bank Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ.
- [16] Δέστε δημοσιεύσεις ημερ.11/3/2009, 8/4/2009, 13/5/2009, 12/4/2011, 11/7/2011, 8/11/2011, 13/12/2011, 10/7/2012, 8/5/2013, 13/11/2013, 11/6/2014, 10/9/2014, 16/3/2016 όπου η συγκεκριμένη αναφορά είναι «Σε συνέχεια απόφασης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για μείωση του Βασικού Επιτοκίου η Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία ανακοινώνει ανάλογη μείωση του επιτοκίου.» [17] E. Τώρα, στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού όπως τις έχεις καταθέσει, χρεώνονταν με το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης ή δεν χρεώνονταν έτσι; A. Χρεώνονται έτσι. E. Εγώ σας υποβάλλω κυρία μάρτυς ότι, αυτό που λέτε είναι μεγάλο λάθος. A. Απορρίπτω την υποβολή σας και διά του λόγου το αληθές υπάρχουν ως Τεκμήρια οι ανακοινώσεις στον ημερήσιο τύπο. Υπάρχει σύμβαση και οι δυο επιστολές ανειλημμένης υποχρέωσης που τροποποιούν το επιτόκιο και με μια απλή μαθηματική πράξη μπορεί κάποιος να το διαπιστώσει. E. Δηλαδή, είναι η θέση σου ότι αυτά είναι τα επιτόκια όλα που παραθέτεις σε μεγάλη έκταση στη δήλωσή σου και οι ανακοινώσεις της τράπεζας και ούτω καθ' εξής που αναφέρεται, όλα αυτά τα επιτόκια λέεις εσύ τώρα ότι είναι τα ελάχιστα επιτόκια προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας; A. Μάλιστα. [18] Η ερώτηση μου είναι απλή, εσύ μπορείς να μας πεις, να πείσεις το Δικαστήριο ότι οι αυθεντικές καταστάσεις λογαριασμού χρεώνονται με το ελάχιστο επιτόκιο ή δεν μπορείς να μας το πεις αυτό το πράγμα; A. Απάντησα ήδη ότι χρεώνονται με το επιτόκιο που καθοριζόταν βάσει της εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου. Απάντησα ήδη στην αρχή ότι ναι, χρεώνονται. [19] E. Και σας υποβάλλω επίσης κυρία μάρτυς ότι, τα ποσά που ζητούνται με τις διάφορες επιστολές που αποστάλθηκαν που έχετε καταθέσει ως Τεκμήριο, είναι με βάση την κανονική κατάσταση λογαριασμού. Συμφωνείτε; A. Μάλιστα. E. Και δεν είναι αφαιρεμένο και τα ποσά που απαιτούνταν δεν ήταν ποσά με βάση το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης; A. Κύριε Μαθηκολώνη, εξήγησα το 2 ‑ 3 φορές. Ήταν με βάση εκείνο το επιτόκιο. Απλά δεν ήταν αφαιρεμένες οι χρεώσεις, προμήθειες, όπως εξήγησα πολλές φορές. E. Απολογούμαι που σας αναγκάζουμε να απαντήσετε πολλές φορές το ίδιο πράγμα. Δεν έχω άλλη ερώτηση Εντιμότατη. [20] Δέστε Αριθμό Απόφασης 2017/17 (ΑΠ) ημερ. 17/7/
- [21] Δέστε Banco Espanol de Credito SA v. Joaquin Calderon Camino C-618/10, ημερ. 14/6/2012 ".the system of protection introduced by Directive 93/13 is based on the idea that the consumer is in a weak position vis-à-vis the seller or supplier, as regards both his bargaining power and his level of knowledge. This leads to the consumer agreeing to terms drawn up in advance by the seller or supplier without being able to influence the content of those terms (Joined Cases C‑240/98 to C‑244/98 Océano Grupo Editorial and Salvat Editores [2000] ECR I‑4941, paragraph 25; Case C‑168/05 Mostaza Claro [2006] ECR I‑10421, paragraph 25; and Case C‑40/08 Asturcom Telecomunicaciones [2009] ECR I‑9579, paragraph 29)." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο