Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της Χριστοδούλου, Αρ. Αίτησης: 368/19, 4/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A563 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 368/19 Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της XXXXX Χριστοδούλου και Επί τοις αφορώσι τον Περί Πωλήσεως Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος 81
(1)2011 μέχρι 118
(1)2019 άρθρα 1, 2 και 12 ---------------------------------------- Ημερομηνία: 04 Δεκεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για αιτήτρια: κ. Παπαθεοδώρου Για καθ' ου η αίτηση: κ. Κονναρής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η κυρίως γενική αίτηση στην παρούσα υπόθεση, η οποία καταχωρήθηκε στις 27/09/19, αφορά σε αίτημα της Μ. Χριστοδούλου από τη Λευκωσία για να εκδοθεί, στη βάση κυρίως του αρ. 12 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011 (Ν. 81(I)/2011), διάταγμα Δικαστηρίου που να επιτρέπει την κατάθεση στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, ενός πωλητηρίου εγγράφου μιας οικίας στο κατεχόμενο σήμερα χωρίο Πεντάγια, το οποίο αγοραπωλητήριο φέρεται να υπεγράφη πριν από 48 χρόνια, ήτοι την 01/09/73, μεταξύ της ιδίας ως αγοράστριας και της XXXXX Μιχαήλ, άλλως XXXXX Μιχαλάκη Χριστοφή από τη Λεμεσό ως πωλήτριας. Με την ίδια Γενική Αίτηση η Χριστοδούλου ζητά μεταξύ άλλων και διάταγμα με το οποίο να της επιτραπεί να εγείρει αγωγή εναντίον της Μιχαήλ για ειδική εκτέλεση της επίδικης συμφωνίας καθώς και διατάγματα με τα οποία να αναγνωρίζεται ότι η ημερομηνία κατάθεσης του αγοραπωλητηρίου είναι η 01/09/73 και ότι με την κατάθεση του, αυτό θα προηγείται οποιασδήποτε επιβάρυνσης είχε εγγραφεί επί του ακινήτου από την 01/09/73 και μέχρι σήμερα. Την αίτηση υποστηρίζει Ε/Δ της Χριστοδούλου, η οποία ισχυρίζεται ότι στη βάση του συγκεκριμένου αγοραπωλητηρίου εγγράφου, το οποίο σύναψε με την Μιχαήλ πριν την Τουρκική εισβολή του 1974 (Τεκ.1), κατέβαλε στην τελευταία 1.900 Λ.Κ. έναντι του συμφωνηθέν τιμήματος αγοράς των 3.000 Λ.Κ. και έκτοτε ήταν έτοιμη και πρόθυμη να καταβάλει και το υπόλοιπο ποσό των 1.100 Λ.Κ., το οποίο με βάση το συμβόλαιο έπρεπε να είχε καταβληθεί με δόσεις μέχρι την 01/06/75, και έτσι να ολοκληρώσει την πώληση και να εγγραφεί το ακίνητο στο όνομα της. Τη συναλλαγή όμως, ισχυρίζεται η Χριστοδούλου, τη διέκοψε η τουρκική εισβολή του 1974, οπόταν 36 χρόνια αργότερα, την 18/10/10 δηλαδή, έστειλε μέσω του δικηγόρου της επιστολή στη Μιχαήλ για να παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας σε συγκεκριμένη ώρα και μέρα για να της καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς και να λάβει μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα της (Τεκ.2). Σύμφωνα πάντα με την Ε/Δ της Χριστοδούλου, η Μιχαήλ δεν ανταποκρίθηκε θετικά στο αίτημα ισχυριζόμενη ότι δεν είχε εξασφαλίσει ακόμη τίτλο ιδιοκτησίας στο όνομα της, όμως αυτό, κατά την Χριστοδούλου, δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα εφόσον από έρευνα που αυτή διεξήγαγε στο Κτηματολόγιο το 2010 διαπίστωσε ότι η Μιχαήλ ήταν από τις 27/05/03 εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου (Τεκ.3). Καταχώρησε συνεπώς η Χριστοδούλου την αγωγή 10840/10 εναντίον της Μιχαήλ στο Ε.Δ. Λευκωσίας με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο, αξιώνοντας ειδική εκτέλεση της μεταξύ τους σύμβασης πώλησης και διαζευκτικά αποζημιώσεις ύψους €80.000. Η εν λόγω αγωγή, στην οποία η Χριστοδούλου είχε καταχωρήσει και Ε/Α και την οποία η τελευταία επεσύναψε στην αίτηση της ως Τεκ.4, τελικά αποσύρθηκε στις 24/11/16 άνευ βλάβης του δικαιώματος καταχώρησης νέας. Αυτό έγινε, σύμφωνα πάντα με τη Χριστοδούλου, διότι οι δικηγόροι της είχαν διαπιστώσει τότε ότι δεν μπορούσε να ζητηθεί ειδική εκτέλεση σύμβασης η οποία δεν είχε προηγουμένως κατατεθεί στο Κτηματολόγιο. Για το λόγο αυτό, μετά που τροποποιήθηκε το 2017 ο περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011 και ο περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος Ν.9/1965, «άνοιξε ο δρόμος και δημιουργήθηκε η δυνατότητα νομικά για την υποβολή αίτησης όπως είναι αυτή η οποία επισυνάπτεται στην παρούσα Ένορκή Δήλωση μου». Στην πιο πάνω αίτηση της Χριστοδούλου η Μιχαήλ καταχώρησε ένσταση στις 21/01/20, προβάλλοντας 11 συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Την ένσταση της Μιχαήλ υποστηρίζει Ε/Δ της δικηγόρου Σ. Νικολάου, η οποία αναφέρει ότι συνεργάζεται με τους δικηγόρους της Μιχαήλ και ότι ο λόγος που ορκίζεται αυτή την Ε/Δ που υποστηρίζει την ένσταση αντί της Μιχαήλ είναι αφ' ενός διότι η τελευταία βρίσκεται στο εξωτερικό και αφ' ετέρου διότι η υπό κρίση αίτηση «άπτεται κύρια νομικών θεμάτων». Δηλώνει παρά ταύτα η Νικολάου ότι τα όσα γεγονότα αναφέρει στην Ε/Δ της ότι τα γνωρίζει προσωπικά, αυτά τα γνωρίζει «από μελέτη σχετικών εγγράφων που τηρούνται στα γραφεία (των δικηγόρων της Μιχαήλ) καθώς και από πληροφορίες που μου δόθηκαν από την καθ' ης η αίτηση», ενώ τα γεγονότα που δεν γνωρίζει προσωπικά, «.και για τα οποία αναφέρεται άλλη πηγή γνώσεως, είναι αληθινά από όσο καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω». Όσον αφορά δε τα νομικά θέματα στα οποία η Νικολάου κάμνει αναφορά στην Ε/Δ της, αυτά η τελευταία αναφέρει ότι προέρχονται από τις νομικές συμβουλές που έλαβε από τους δικηγόρους της Μιχαήλ, κ. Η. Κονναρή και κα Φ. Χριστοδουλίδου. Επί της ουσίας της ένστασης η Νικολάου υποστηρίζει ότι ως έχει συμβουλευτεί από την κα Χριστοδουλίδου, η αιτήτρια κωλύεται από του να προωθεί την παρούσα αίτηση εφόσον ως η ίδια η Χριστοδούλου είχε δηλώσει στην Έκθεση Απαίτησης της αγωγής 10840/10 που επισυνάφθηκε ως τεκμήριο στην αίτηση, το επίμαχο πωλητήριο έγγραφο το είχε τερματίσει από τότε. Θεωρεί δε η Νικολάου ότι είναι παραπλανητική η αναφορά της αιτήτριας στην Ε/Δ της ότι με την εν λόγω αγωγή η τελευταία ζητούσε ως κύρια θεραπεία την ειδική εκτέλεση και αυτό διότι από το περιεχόμενο της εν λόγω αγωγής προκύπτει ότι η κύρια θεραπεία που αξιώνετο εκεί ήταν, σύμφωνα με την Ε/Α, οι αποζημιώσεις και αυτό προφανώς με δεδομένο τον τερματισμό του πωλητηρίου εγγράφου (παρ.5, 6 και 7 Ε/Δ Νικολάου). Πρόσθετα τούτου, επικαλούμενη τη συμβουλή της κας Χριστοδουλίδου, η Νικολάου υποστηρίζει ότι με βάση το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε το 2011 και 2012, παρείχετο από τότε δικαίωμα στην αιτήτρια να καταχωρήσει χωρίς άδεια του Δικαστηρίου το πωλητήριο έγγραφο και παρά ταύτα δεν το έπραξε και καμία εξήγηση ή έστω επαρκή εξήγηση δεν προσφέρει η Χριστοδούλυου γι' αυτή την αδράνεια της ώστε να δικαιούται σήμερα να επιχειρεί μέσω της παρούσας αίτησης να δημιουργήσει το απαιτούμενο πραγματικό και νομικό υπόβαθρο για να αξιώσει με αγωγή την ειδική εκτέλεση της συμφωνίας (παρ.8, 9, 10 και 11 Ε/Δ Νικολάου). Σε κάθε περίπτωση όμως, υποστηρίζει η Νικολάου, από τα όσα η ίδια η αιτήτρια ισχυρίζεται προκύπτει ότι η τελευταία δεν δικαιούται σε ειδική εκτέλεση και διότι είχε παραβεί την υποχρέωση της για εξόφληση του τιμήματος αγοράς ως η σύμβαση προνοούσε, ήτοι σε «έξι δόσεις εκ τριακοσίων λιρών έκαστη της πρώτης αρχομένης την 1/12/1973 των δε υπολοίπων ανά τριμηνία και της τελευταίας δόσης εκ £200,000 μιλς (διακοσίων) την 1/06/1975». Αναφέρει επίσης η Νικολάου ότι εξ όσων έχει πληροφορηθεί από την Μιχαήλ, λόγω της τουρκικής εισβολής που είχε ως αποτέλεσμα το επίμαχο ακίνητο να περιέλθει στην κατοχή των τουρκικών δυνάμεων και λόγω του ότι η αιτήτρια δεν είχε ούτως ή άλλως συμμορφωθεί με το συμβατικό τρόπο εξόφλησης του τιμήματος, αμφότερες αιτήτρια και Μιχαήλ, συμφώνησαν όπως το πωλητήριο έγγραφο τερματιστεί και από το 1973 μέχρι και το 2010 η πρώτη ουδέποτε ενόχλησε την τελευταία για το συγκριμένο θέμα (παρ.14 και 15 Ε/Δ Νικολάου). Στη βάση των πιο πάνω, καταλήγει η Νικολάου, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί εξ όσων τη συμβουλεύει η κα Χριστοδουλίδου, εφόσον τα όσα έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου η Χριστοδούλου δεν ικανοποιούν τις προϋποθέσεις της σχετικής νομοθεσίας αλλά αντίθετα καταδεικνύουν, ως η ίδια η Χριστοδούλου έχει ισχυριστεί, ότι η επίμαχη σύμβαση έχει τερματιστεί εδώ και μία δεκαετία τουλάχιστον, ενώ ταυτόχρονα, τίποτα από τα όσα έχει ισχυριστεί η Χριστοδούλου δεν εξηγούν γιατί επιδείχθηκε από πλευράς της τόσο μεγάλη καθυστέρηση και αδράνεια στο να επιχειρηθεί να κατατεθεί το επίμαχο πωλητήριο, αν αυτό ήταν σε ισχύ, ως η Χριστοδούλου ισχυρίζεται, ιδιαίτερα ενόψει του ότι το πωλητήριο μπορούσε να επιχειρηθεί να κατατεθεί και ενόσω εκκρεμούσε η αγωγή XXXXX/10 και διότι (παρ. 17i - xi). Αντιδρώντας στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένσταση της Μιχαήλ, η πλευρά της Χριστοδούλου καταχώρησε στις 13/11/20 την παρούσα αίτηση ζητώντας στη βάση κυρίως της Δ.36, Δ.39, Δ.48 και αρ.26 Κεφ.9 όπως: Α. Αντεξετάσει την Νικολάου επί των ισχυρισμών που αυτή προβάλλει στις παραγράφους 5, 6, 8, 9, 10, 14, 15 και 17 της Ε/Δ της σε σχέση με τον κατ' ισχυρισμό τερματισμό της επίμαχης συμφωνίας από την ίδια την αιτήτρια, την κατ' ισχυρισμό αδράνεια της Χριστοδούλου να ζητήσει πριν το 2010 μεταβίβαση του ακινήτου, τη θέση ότι η Χριστοδούλου προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστηρίου παρουσιάζοντας την αγωγή XXXXX/10 να αφορά κυρίως σε ειδική εκτέλεση αντί αποζημιώσεις, το νομικό καθεστώς που κατ' ισχυρισμό υφίστατο κατά τις διάφορες περιόδους που αναφέρει η Νικολάου, την κατ' ισχυρισμό συμφωνία για τερματισμό της σύμβασης και την κατ' ισχυρισμό αμέλεια που επέδειξε η αιτήτρια για να καταθέσει το αγοραπωλητήριο στο Κτηματολόγιο. Β. Την καταχώρηση συμπληρωματικής Ε/Δ από την Χριστοδούλου ώστε να τοποθετηθεί / απαντήσει στον ισχυρισμό ότι τερμάτισε η ίδια τη σύμβαση ή ότι συμφώνησε με την Μιχαήλ να τερματιστεί. Κατά την πρώτη εμφάνιση της αίτησης έθεσα στους συνηγόρους της Χριστοδούλου τον προβληματισμό κατά πόσο μπορεί να ζητείται ταυτόχρονα και αντεξέταση του αντίδικου ομνύοντα αλλά και καταχώρηση συμπληρωματικής Ε/Δ και αυτό λαμβανομένου υπόψη ότι υπό το φως του αιτήματος για καταχώρηση συμπληρωματικής Ε/Δ προς απάντηση στους ισχυρισμούς της Νικολάου, οι ισχυρισμοί της αιτήτριας που θα προωθηθούν κατά την προτιθέμενη αντεξέταση παρουσιάζονται να μην έχουν ακόμη ολοκληρωθεί. Αμφότεροι τότε οι συνήγοροι ζήτησαν χρόνο να δουν το θέμα οπότε και την επόμενη ημέρα οι δικηγόροι της Χριστοδούλου ενημέρωσαν το Δικαστήριο ότι δεν θα επέμεναν στην αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής Ε/Δ αλλά περιόριζαν την αίτηση τους στο να εκδοθεί διάταγμα αντεξέτασης της Νικολάου. Θέση των συνηγόρων της Μιχαήλ ήταν ότι θεωρούσαν άσκοπη την αντεξέταση της Νικολάου, αφ' ενός διότι η τελευταία είναι σε νομικά θέματα που αναφέρεται στην Ε/Δ της και αφ' ετέρου διότι ως η ίδια αναφέρει στην Ε/Δ της, τα θέματα για τα οποία ζητείται να αντεξεταστεί τα πληροφορήθηκε από την δικηγόρο κα Χριστοδουλίδου, η οποία όμως, όπως και η Νικολάου, δεν εργάζονται πλέον στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τη Μιχαήλ. Δήλωσαν επομένως οι δικηγόροι της Μιχαήλ ότι αν και δεν θα είχαν ένσταση να αντεξεταστεί η Χριστοδουλίδου, νοουμένου όμως ότι θα της επιδοθεί προσωπικά κλήση μάρτυρα εφόσον έχει πλέον διοριστεί ως Επαρχιακός Δικαστής, θα είχαν ένσταση να αντεξεταστεί η Νικολάου. Εφόσον όμως η πλευρά της Χριστοδούλου δήλωσε ότι θα επιμείνει στο αίτημα της ως έχει περιοριστεί, δηλαδή να αντεξετάσει τη Νικολάου, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως καταχωρηθεί ένσταση από πλευράς Μιχαήλ. Με την ένσταση της, η οποία υποστηρίζεται από Ε/Δ του δικηγόρου Η. Κονναρή, η πλευρά της Μιχαήλ υποστηρίζει ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, εφόσον κατά την εν λόγω πλευρά, όχι μόνο το υπό κρίση αίτημα είναι ουσιαστικά γενικό και αόριστο και υποβάλλεται κακόπιστα με αδικαιολόγητη καθυστέρηση 10 ½ μηνών αλλά και διότι αυτό στο οποίο η αίτηση ουσιαστικά αποσκοπεί, είναι να αντεξεταστεί η Νικολάου επί αμιγώς νομικών ζητημάτων και δη ζητημάτων τα οποία προήλθαν από τις νομικές συμβουλές της Χριστοδουλίδου. Πρόσθετα όμως τούτου, υποστηρίζεται στην ένσταση, ακόμα και αυτό το θέμα του τερματισμού που επιδιώκει να αντεξετάσει η πλευρά της Χριστοδούλου, είναι θέμα το οποίο προκύπτει από τη μαρτυρία που η η τελευταία έχει η ίδια θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου με τη Νικολάου απλά να το υποδεικνύει. Για τους λόγους αυτούς συνεπώς, καταλήγει η πλευρά της Μιχαήλ, η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και αν η πλευρά της Χριστοδούλου όντως ήθελε και μπορούσε να αμφισβητήσει τα θέματα για τα οποία ζητά τώρα α αντεξετάσει τη Νικολάου τότε ίσως να έπρεπε να επιχειρήσει να το πράξει με συμπληρωματική Ε/Δ και όχι με αντεξέταση. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων αναφορά στις οποίες κάμνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Κρίνω παρά ταύτα σκόπιμο όπως αναφέρω εδώ ότι ο δικηγόρος που εμφανίστηκε για να παραδώσει τη γραπτή αγόρευση εκ μέρους των δικηγόρων της Μιχαήλ, έθιξε προφορικά και τη θέση ότι εφόσον η κυρίως αίτηση αφορά ουσιαστικά σε πρωτογενή διαδικασία, όμοιας φύσης με μία συνήθη αγωγή, τότε θα έπρεπε να προηγηθεί της παρούσας αίτησης κλήση για οδηγίες ως η Δ.55 προνοεί και στα πλαίσια εκείνης της κλήσης να καθοριστεί από το Δικαστήριο κατά πόσο η ακρόαση θα γίνει στη βάση προφορικής μαρτυρίας ή στη βάση των Ε/Δ. Αν και η θέση του εν λόγω συνηγόρου ήταν ότι η ακρόαση της κυρίως διαδικασίας θα πρέπει να γίνει με προφορική μαρτυρία, εντούτοις προς το παρόν θεωρεί ότι η παρούσα αίτηση είναι πρόωρη εφόσον δεν έχουν ακόμη δοθεί οδηγίες για να διεξαχθεί η ακρόαση της κυρίως αίτησης στη βάση των Ε/Δ ώστε να χρήζει εξέτασης το ενδεχόμενο αντεξέτασης των ομνυόντων επί των ισχυρισμών που προβάλλουν στις Ε/Δ τους. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Ως προς τη θέση που προβλήθηκε προφορικά κατά το στάδιο των αγορεύσεων από το συνήγορο που εμφανίστηκε εκείνη την μέρα εκ μέρους των δικηγόρων της Μιχαήλ, θα περιοριστώ να αναφέρω αφ' ενός ότι η εν λόγω θέση, όχι μόνο δεν αποτέλεσε μέρος της ένστασης της πλευράς της Μιχαήλ αλλά ούτε και συνάδει με τις θέσεις που προβλήθηκαν από την τελευταία και αυτό αν μη τι άλλο διότι η πλευρά της Μιχαήλ υποστήριξε και ότι δεν θα είχε ένσταση στο να αντεξεταστεί η Χριστοδουλίδου επί των θέσεων που προβάλλονται στην Ε/Δ Νικολάου αλλά και ότι τα θέματα που προτίθεται να αμφισβητήσει η Χριστοδούλου συνιστούν θέματα των οποίων η αμφισβήτηση θα έπρεπε ίσως να γίνει με συμπληρωματική Ε/Δ και όχι με αντεξέταση. Έστω όμως για να διασκεδάσω τη συγκεκριμένη θέση του συνηγόρου, η οποία όπως ανέφερα δεν συνιστά θέμα προς εξέταση, θα παραπέμψω απλά στα όσα σχετικά λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΧΑΤΖΗΙΩΣΗΦ, ΖΑΠΙΤΗΣ & ΑΣΠΡΙΔΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, Πολιτική Αίτηση Αρ. 15/2019, 6/2/2019 και πρόσφατα στην απόφαση της μειοψηφίας στην υπόθεση ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD, ECLI:CY:AD:2020:A144, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 68/2019, 8/5/2020, οι οποίες αποφάσεις ασχολήθηκαν με αιτήσεις για κατάθεση αγοραπωλητηρίου εγγράφου δυνάμει του αρ. 12 του Ν.81(Ι)/11 ως τροποποιήθηκε το 2017, ως είναι και η κυρίως αίτηση στην παρούσα περίπτωση. Σημειώνω εδώ ότι τα όσα λέχθηκαν από τη μειοψηφία στην Π.Ε. 68/19 αναφορικά με τη φύση και διαδικασία τέτοιων αιτήσεων δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της διαφωνίας με την πλειοψηφία αλλά ήταν απλά μέρος του διαφορετικού σκεπτικού με βάση το οποίο η μειοψηφία κατέληξε στη δική της ετυμηγορία ως προς το εκεί επίδικο θέμα, το οποίο ήταν μόνο το αν αίτηση στη βάση του αρ.12 θα πρέπει ή όχι να επιδίδεται και σε πιστωτές που ενδεχομένως να έχουν συμφέρον επί της επηρεαζόμενης ακίνητης ιδιοκτησίας. Πρόσθετα τούτων όμως θα αναφέρω και τα εξής. Ο χαρακτήρας μιας διαδικασίας δεν καθορίζει τη μορφή της προσκομισθείσας μαρτυρίας αλλά τον τρόπο που θα προσεγγιστεί και θα εξεταστεί η εν λόγω μαρτυρία από το Δικαστήριο. Δηλαδή, αν θα πρέπει το Δικαστήριο να αξιολογήσει σε βάθος την προσαχθείσα μαρτυρία, να εξάγει συμπεράσματα αξιοπιστίας και να καταλήξει σε ευρήματα ή αν θα περιοριστεί σε μια αντικειμενική θεώρηση των ενόρκων δηλώσεων, περιορίζοντας την σχετική διεργασία, στο είδος και τις προϋποθέσεις της συγκεκριμένης αίτησης, ανάλογα και με την περίπτωση (βλ. μεταξύ άλλων Τσιαντή Χριστίνα και Άλλη,
(2010)1 Α.Α.Δ. 773, Λευκίδου Mαρία Γεώργαινα ν. Άριστου Kανναουρίδη
(1999)1 ΑΑΔ 528, Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 C.L.R. 263 και Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Η πρόσφατη δε τροποποίηση της Δ.30 για εκδίκαση αγωγών στη βάση γραπτής μαρτυρίας, είτε λόγω του ύψους της διαφοράς είτε κατόπιν συμφωνίας των μερών, συνιστά τρανή ένδειξη ότι, ακόμη και μια συνηθισμένη «αγωγή», δύναται να εκδικαστεί στη βάση γραπτής, αντί προφορικής μαρτυρίας και όλα τα δικαιώματα των μερών και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης, εξακολουθούν να διασφαλίζονται με τον ίδιο τρόπο και στο ακέραιο. Σ' αυτό συμβάλλει και η δυνατότητα που παρέχεται για αντεξέταση των μαρτύρων, αν βέβαια τα μέρη επιθυμούν να προβούν σε τέτοια αντεξέταση. Η απουσία όμως προφορικής μαρτυρίας από τη διαδικασία, ουδόλως μεταβάλλει τη φύση ή τον «πρωτογενή χαρακτήρα» της, αφού το κριτήριο παραμένει το ίδιο, ήτοι, κατά πόσο στη βάση της αξιολόγησης της αποδεκτής μαρτυρίας, το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε ευρήματα και να εξάγει συμπεράσματα ως προς το αν έχει ικανοποιηθεί το ανάλογο βάρος απόδειξης που φέρουν οι διάδικοι. Ας μη μας διαφεύγει άλλωστε ότι, η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, καθορίζεται πάντα με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης και ότι είναι «...επίσης, καλά νομολογημένο ότι το δικαστήριο, σε θέματα διαδικασίας και πρακτικής, έχει ευρεία διακριτική εξουσία να καθορίζει την ενώπιόν του διαδικασία. Στην Eleftheriades a.ο. v. Mavrellis a.ο.
(1985)1 C.L.R. 436, ... αναφέρονται τα εξής:- (σελ. 445) "It is perfectly legitimate for the Court, both under the rules and in exercise of inherent powers, to regulate proceedings before it, for the Court to issue all necessary directions in order to make possible adjudication upon the substance of the case." Προκύπτει από το πιο πάνω ότι το δικαστήριο έχει εξουσία να δίδει οδηγίες, ανάλογα με τις ανάγκες της υπόθεσης, χωρίς βέβαια το θεσμοθετημένο πλαίσιο διαδικασίας, εκεί όπου αυτό υπάρχει, να καταργείται, κατ' επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του δικαστηρίου.» (βλ. Coward Martin
(2013)1 ΑΑΔ 1070). Στη βάση των πιο πάνω λοιπόν και εφόσον αμφότεροι οι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση επέλεξαν να καταθέσουν εκατέρωθεν γραπτές ένορκες δηλώσεις, μορφή αποδεκτής μαρτυρίας, θεωρώντας ότι έτσι οι θέσεις των πελατών τους προβάλλονταν στον καλύτερο δυνατό βαθμό, και επιμένοντας στην επιλογή τους αυτή, επιχειρηματολόγησαν και τις νομικές τους θέσεις σε σχέση με το κρίση αίτημα, ουδείς λόγος υπάρχει για να θέσει εμπόδιο το Δικαστήριο και να ζητήσει ν' ακολουθηθεί διαφορετική διαδικασία. Άλλωστε, στη σύγχρονη εποχή, με όλα τα δικαστικά προβλήματα που ο τεράστιος όγκος των υποθέσεων συνεπάγεται, η εκδίκαση υποθέσεων στη βάση γραπτών παραστάσεων όχι μόνο βοηθά τα μέγιστα τη διαδικασία αλλά εξυπηρετεί και καλύτερα την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, αφού αν μη τι άλλο, με τον τρόπο αυτό εξοικονομείται πολύτιμος δικαστικός αλλά και δικηγορικός χρόνος. Των πιο πάνω λεχθέντων και επί της ουσίας πλέον του υπό κρίση αιτήματος, επισημαίνω ότι το δικαίωμα αντεξέτασης ενός ενόρκου δηλούντα, είτε αυτό εδράζεται στη βάση της Δ.48 Θ.4
(2)είτε στη βάση της Δ.39, διέπεται από σαφείς νομολογιακές αρχές. Κατά πρώτο, η αίτηση για αντεξέταση παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο, ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, να εγκρίνει ή να απορρίψει το αίτημα, ευχέρεια η οποία ασκείται δικαστικά, με γνώμονα και τη φύση της διαδικασίας αλλά και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Όπως επισημαίνεται στη Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοΐζου
(2008)1 Α.Α.Δ. 280, το Δικαστήριο μπορεί ακόμη και να απορρίψει την αίτηση έστω και αν δεν υπάρχει ένσταση στο σχετικό αίτημα. Κατά δεύτερο, σε περίπτωση που διαταχθεί η αιτούμενη αντεξέταση, αυτή πρέπει να περιοριστεί μόνο σε θέματα συναφή με το περιεχόμενο της επίμαχης ένορκης δήλωσης και τα οποία τελούν υπό αμφισβήτηση. Διεξήλθα λοιπόν του συνόλου των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν προς υποστήριξη της κυρίως αίτησης και της ένστασης αντίστοιχα, όσο και των αντίστοιχων επίμαχων ισχυρισμών στους οποίους αφορά και σημειώνω τα εξής. Ως προς τον ποιο ήταν το νομικό καθεστώς που περιέβαλλε την κατάθεση αγοραπωλητηρίων εγγράφων κατά τα διάφορα χρονικά στάδια που αφορούν στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, είναι έκδηλο θεωρώ ότι επί του προκειμένου ισχυρισμός της Νικολάου αφορά σε θέμα αμιγώς νομικό και για το οποίο ουδόλως δικαιολογείται η αντεξέταση της. Αμφότεροι οι συνήγοροι των μερών θα έχουν την ευκαιρία να τοποθετηθούν επί του θέματος κατά τη νομική τους επιχειρηματολογία. Όσον αφορά τη θέση της Νικολάου ότι η ίδια η Χριστοδούλου τερμάτισε την επίδικη σύμβαση και παρά ταύτα επιχειρεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο ως προς το θέμα αυτό, απλή ανάγνωση των επί του προκειμένων παραγράφων της Ε/Δ Νικολάου καταδεικνύει ότι η τελευταία δεν κάνει τίποτε περισσότερο παρά να υποδείξει διάφορες πτυχές της μαρτυρίας της ίδιας της Χριστοδούλου και να προβάλει τη δική της νομική επιχειρηματολογία ως προς το πώς η εν λόγω μαρτυρία θα πρέπει να ερμηνευτεί αυτό το Δικαστήριο. Παρενθετικά σημειώνω ότι η Νικολάου απλά υποδεικνύει στην Ε/Δ της ότι στην Ε/Α της αγωγής που η Χριστοδούλου καταχώρησε το 2010 με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο και που η ίδια κατέθεσε στην κυρίως αίτηση της ως Τεκ.4, η τελευταία ισχυρίστηκε ότι είχε η ίδια τερματίσει την επίδικη σύμβαση όταν η Μιχαήλ δεν ανταποκρίθηκε θετικά στην πρόσκληση της αλλά παρά ταύτα καμία σχετική αναφορά ή εξήγηση δεν παρέχεται περί τούτου στην Ε/Δ που η Χριστοδούλου καταχώρησε προς υποστήριξη της κυρίως αίτησης της, η οποία προφανώς προωθείται στη βάση του ισχυρισμού ότι η επίδικη σύμβαση εξακολουθεί να ισχύει. Ομοίως, η θέση της Νικολάου ως προς το ποια ήταν τελικά η κυρίως θεραπεία της αγωγής της Χριστοδούλου προβάλλεται με αναφορά στο περιεχόμενο του συγκεκριμένου Τεκμηρίου που η ίδια Χριστοδούλου παρουσίασε, και ειδικότερα στο ότι ενώ στο Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο οι θεραπείες που αξίωνε η Χριστοδούλου προβάλλονταν να συνίστανται σε διάταγμα ειδικής εκτέλεσης και διαζευκτικά σε αποζημιώσεις, στην Ε/Α, όπου προβλήθηκε και ο ισχυρισμός περί τερματισμού της συμφωνίας από την ίδια, οι αξιώσεις αντιστράφηκαν και αξιώνονταν πλέον πρώτα οι αποζημιώσεις και διαζευκτικά η ειδική εκτέλεση της σύμβασης. Κανένας συνεπώς λόγος αντεξέτασης της Νικολάου επί αυτών των θέσεων της δεν υπάρχει εφόσον πρόκειται καθαρά για θέμα ερμηνείας της μαρτυρίας που η ίδια η Χριστοδούλου επέλεξε να παρουσιάσει καθώς και επιχειρηματολογία ως προς το την αποδεικτική «δύναμη» και αξία της εν λόγω μαρτυρίας. Τα όσα αναφέρω πιο πάνω ισχύουν και σε σχέση με τις θέσεις της Νικολάου ως προς την κατ' ισχυρισμό αδικαιολόγητη αδράνεια και καθυστέρηση που επέδειξε η Χριστοδούλου, αφού το μόνο που κάμνει επί του προκειμένου η Νικολάου είναι να επιχειρηματολογήσει ότι η ίδια θεωρεί ότι τίποτα στη μαρτυρία της Χριστοδούλου δεν δικαιολογεί το γιατί η τελευταία δεν κατέθεσε τη σύμβαση κατά την κατά τ' άλλα παραδεκτή πάροδο του χρόνου από τη σύναψη της συμφωνίας μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής και ακολούθως από την απόσυρση της αγωγής μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Το αν τώρα η Χριστοδούλου προέβη και σε άλλες ενέργειες από αυτές που αναφέρει στην Ε/Δ της, αυτό, πέραν του ότι δεν καλύπτεται από τις υφιστάμενες γραπτές παραστάσεις, δεν είναι θέμα που εμπίπτει στο πεδίο γνώσης της Νικολάου ούτε όμως και η Χριστοδούλου ισχυρίζεται κάτι διαφορετικό ώστε να δικαιολογείται η αιτούμενη αντεξέταση. Σε κάθε περίπτωση όμως, το αν η επί του προκειμένου θέση της Νικολάου ευσταθεί ή όχι υπό το φως της προσκομισθείσας μαρτυρίας, αυτό και πάλι συνιστά θέμα επιχειρηματολογίας και όχι λόγο για να δοθεί άδεια για αντεξέταση. Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό της Νικολάου στην παρ. 14 της Ε/Δ της ότι η Μιχαήλ την ενημέρωσε ότι είχε συμφωνήσει με τη Χριστοδούλου όπως τερματίσουν τη συμφωνία, ο εν λόγω ισχυρισμός προβάλλεται να αφορά σε πραγματικό γεγονός, το οποίο είναι άμεσα σχετικό με την υπόθεση και τα ουσιώδη επίδικα θέματα που εγείρονται. Ως τέτοιος ισχυρισμός που είναι, δικαιολογεί να δοθεί άδεια ώστε να αντεξεταστεί η ομνύουσα που τον προβάλλει, αν μη τι άλλο διότι «.στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου...να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες.», αφού η άνευ ικανοποιητικής εξήγησης, παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της (βλ. Δημήτρης Σκάρος ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291, Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785, Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) A.A.Δ.1527, Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383) και ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015). Το ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, κατ' επιλογή της πλευράς της Μιχαήλ, προβάλλεται ως εξ' ακοής μαρτυρία μέσω της Νικολάου, είναι μεν θέμα που μπορεί να άπτεται της βαρύτητας που το Δικαστήριο θα δώσει στο τέλος στον ισχυρισμό αυτό, όμως ουδόλως επηρεάζει την αποδεκτότητα του εν λόγω ισχυρισμού ή την υποχρέωση του Δικαστηρίου να τον αξιολογήσει ως μέρος του συνόλου της μαρτυρίας που θα τεθεί ενώπιον του. Σημειώνω εδώ ότι δεν έχω παραγνωρίσει ότι ο επί του προκειμένου ισχυρισμός της Νικολάου συνίσταται σε μια απλή αναφορά που δεν «συνοδεύεται» από οποιεσδήποτε λεπτομέρειες και ότι δεν φαίνεται η τελευταία να εδράζει επί του εν λόγω ισχυρισμού τις καταληκτικές της θέσεις, αφού για το συγκεκριμένο θέμα του κατ' ισχυρισμό τερματισμού της επίδικης σύμβασης, η Νικολάου ουσιαστικά στηρίζεται στα όσα κατ' εκείνη προκύπτουν από τη μαρτυρία της ίδιας της Χριστοδούλου. Ενόσω όμως ο εν λόγω ισχυρισμός περί γεγονότος παραμένει και προωθείται ως μέρος των ισχυρισμών που υποστηρίζουν την ένσταση, η αντίδικη πλευρά υποχρεούται αλλά και δικαιούται να τον αμφισβητήσει μέσω της διαδικασίας της αντεξέτασης. Το αν τώρα η πλευρά της Μιχαήλ θα αποφασίσει να μην προωθήσει τον εν λόγω ισχυρισμό οπόταν και πλέον ίσως να μην παρίσταται η ανάγκη για αντεξέταση της Νικολάου επί του συγκεκριμένου ισχυρισμού, αυτό θα το εξετάσω όταν και εφόσον εγερθεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η κα Σ. Νικολάου, ενόρκως δηλούσα στην Ε/Δ ημερ. 17/01/20 η οποία υποστηρίζει την ένσταση της Μιχαήλ, να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο την ημέρα και ώρα που θα οριστεί η υπόθεση για ακρόαση ώστε να αντεξεταστεί μόνο επί του ισχυρισμού της στην παρ.14 της Ε/Δ της ότι η αιτήτρια και η καθ' ης η αίτηση συμφώνησαν όπως το επίδικο αγοραπωλητήριο έγγραφο τερματιστεί. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, ενόψει του ότι η φύση του εγκριθέντος αιτήματος είναι άμεσα συναρτημένη με την τύχη της κυρίως διαδικασίας, τα εν λόγω έξοδα διατάσσονται να είναι έξοδα στην πορεία της κυρίως αίτησης, σε καμία όμως περίπτωση εναντίον της πλευράς της Χριστοδούλου. Θα προχωρήσω τώρα να λάβω τις θέσεις των συνηγόρων ως προς το πότε δύναται να οριστεί η υπόθεση για ακρόαση ενόψει και της υφιστάμενης κατάστασης με τα μέτρα που εφαρμόζονται για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο