← Κύπρος

Σε ότι αφορά την Εταιρεία ASSOFIT HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αίτηση Εταιρείας: 537/18, 30/11/2020

Σε ότι αφορά την Εταιρεία ASSOFIT HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αίτηση Εταιρείας: 537/18, 30/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A556 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αίτηση Εταιρείας: 537/18 Σε ότι αφορά την Εταιρεία ASSOFIT HOLDINGS LIMITED και Σε ότι αφορά τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113 ----------------------------------------------------- Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για αιτήτρια: κ. Σ. Κώστα και κ. Π. Γεωργίου Για εταιρεία ASSOFIT: κ. Χ. Φρακάλας με κα Μ. Καϊλή Για Εταιρείες STOCKMAN INTERHOLD και ALTHOR PROPERTY INVESTMENTS LTD: κ. Λαμπριανίδης με κα Ιωσήφ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας αίτησης, η οποία καταχωρήθηκε στις 07/12/18 από την κυπριακή εταιρεία ARRICANO REAL ESTATE PLC, (εφ' εξής η ARRICANO ή η αιτήτρια), είναι αφ' ενός το αίτημα της τελευταίας για έκδοση δικαστικού διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται αφ' ενός η διόρθωση και/ή τροποποίηση και/ή μεταβολή του Μητρώου Μελών της κυπριακής εταιρείας ASSOFIT HOLDINGS LIMITED από τη Λευκωσία (ΗΕ 220610) (εφ' εξής η ASSOFIT ή η εταιρεία) καθώς επίσης και η διενέργεια όλων των ενεργειών που μια τέτοια τροποποίηση/διόρθωση/μεταβολή συνεπάγεται, και αφ' ετέρου η ακύρωση κάθε εταιρικών εκθέσεων ή εγγράφων τύπου ΗΕ32 και ΗΕ57 που έχουν ήδη καταχωρηθεί στον Έφορο Εταιρειών από την εταιρεία και των οποίων το περιεχόμενο δεν συνάδει με την διόρθωση που ζητείται να γίνει. Σε προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσα στις 13/07/20 στα πλαίσια της κυρίως αίτησης, είχα την ευκαιρία να συνοψίσω σε γενικές γραμμές τα όσα την περιβάλλουν. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση μου: «Η κυρίως διαδικασία στην παρούσα υπόθεση αφορά σε αίτηση της ARRICANO στη βάση κυρίως του αρ.111 Κεφ.113 για διόρθωση του μητρώου μελών της ASSOFIT ώστε το εν λόγω μητρώο να παρουσιάζει, «Σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 03/04/18 στην Γεν. Αίτηση XXXXX/16» στα πλαίσια της οποίας η «7η απόφαση του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου.ενεγράφη ως απόφαση κυπριακού Δικαστηρίου», την ARRICANO ως μέτοχο από τις 03/04/18 1601 συνήθη μετοχών ονομαστικής αξίας €1 έκαστη οι οποίες μετοχές κατέχονται σήμερα από την εταιρεία ALTHOR. Η Ε/Δ που υποστηρίζει την εν λόγω αίτηση, η οποία φέρει ημερ. 02/07/18, έγινε από τον μ. Μ. Ζαμπέλα, ένα εκ των διευθυντών τότε της ARRICANO, ο οποίος όμως απεβίωσε μετά την καταχώρηση της υποστηρικτικής του Ε/Δ. Η θέση του Ζαμπέλα εν συντομία είναι ότι ARRICANO και STOCKMAN συνιστούσαν τις μόνες μετόχους της ASSOFIT και ότι μεταξύ τους υπήρχε συγκεκριμένη συμφωνία για τις συγκεκριμένες μετοχές στις οποίες αφορά η αίτηση, στη βάση της οποίας συμφωνίας η STOCKMAN ξεκίνησε στις 09/11/10 διαιτησία στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου. Επειδή όμως εκκρεμούσης της διαιτησίας η STOCKMAN μεταβίβασε στις 25/07/14 τις επίμαχες μετοχές στην ALTHOR η οποία συνιστά θυγατρική της εταιρεία στο όνομα της οποίας και οι μετοχές εγγράφηκαν, το θέμα τέθηκε ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου το οποίο στις 05/05/16 και 07/06/16 εξέδωσε την Έβδομη Απόφαση του σύμφωνα με την οποία διατάχθηκε μεταξύ άλλων όπως η STOCKMAN «.μεταβιβάσει ή να προκαλέσει την μεταβίβαση όλων των Μετοχών του Δικαιώματος Προαίρεσης που η ίδια ή οι θυγατρικές εταιρείες της ή οποιεσδήποτε οντότητες υπό τον έλεγχο της κατέχουν στην Assofit (είτε άμεσα είτε έμμεσα) στην Arricano εντός 30 ημερών από την παρούσα απόφαση.» Ακολούθως, στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης XXXXX/16, η εν λόγω Έβδομη Διαιτητική απόφαση διατάχθηκε στις 03/04/18 από Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου όπως εγγραφεί και εκτελεστεί στην Κύπρο με όλες τις συνέπειες που ένα τέτοιο διάταγμα συνεπάγεται. Παρά ταύτα, επειδή μέχρι και σήμερα οι επίμαχες μετοχές δεν έχουν ακόμη εγγραφεί στο όνομα της ARRICANO καταχωρήθηκε η κυρίως αίτηση με την οποία η τελευταία, σύμφωνα με τον Ζαμπέλα, επιδιώκει την αιτούμενη διόρθωση «προς συμμόρφωση με την απόφαση στη Γενική Αίτηση XXXXX/2016 ημερ. 03/04/2018 στα πλαίσια της εκτέλεσης της Έβδομης Απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου.». Στην εν λόγω αίτηση της ARRICANO έχουν καταχωρήσει ενστάσεις τόσο η ASSOFIT όσο και οι STOCKMAN και ALTHOR, με τις ενστάσεις τους να περιστρέφονται κυρίως γύρω από το πεδίο εμβέλειας και εφαρμογής του αρ.111 Κεφ.

  1. Ο βασικός ισχυρισμός των τελευταίων είναι ότι αυτό που στην πραγματικότητα ζητά η ARRICANO με την αίτηση της δεν είναι η διόρθωση κάποιου λάθους ή παράληψης σε σχέση με την εγγραφή του ιδιοκτήτη των επίμαχων μετοχών στο μητρώο της ASSOFIT αλλά η εκτέλεση ουσιαστικά της διαιτητικής απόφασης και αυτό πέραν και ανεξάρτητα του ότι με βάση τη δική τους ερμηνεία της επίμαχης διαιτητικής απόφασης, εγείρονται σωρεία νομικών και πραγματικών αμφισβητήσεων σε σχέση με τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή με αποτέλεσμα τα επίδικα θέματα που προκύπτουν να μπορούν μόνο στα πλαίσια τακτικής αγωγής να εξεταστούν. Πρόσθετα της θέσης αυτής, εγείρεται και η θέση ότι η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας διότι μέχρι σήμερα η αιτήτρια έχει κατ' επανάληψη προσπαθήσει να πετύχει να καταστεί ιδιοκτήτης των επίμαχων μετοχών μέσω διάφορων δικαστικών διαδικασιών που καταχώρησε, οι οποίες διαδικασίες όμως είτε απορρίφθηκαν, είτε αποσύρθηκαν, είτε εκκρεμούν και οι οποίες καταδεικνύουν το πραγματικό εύρος του πλαισίου των διαφορών των μερών. Τέτοιες διαδικασίες κατά τους ενισταμένους συνιστούν η αγωγή XXXXX/14 του Ε.Δ. Λευκωσίας η οποία αποσύρθηκε μετά που το Δικαστήριο απέρριψε προσωρινά διατάγματα που αρχικά εκδόθηκαν προς όφελος της ARRICANO και τα οποία αφορούσαν στην νομιμότητα της μεταβίβασης των επίμαχων μετοχών προς της ALTHOR, η Γενική Αίτηση XXXXX/16 η οποία καταχωρήθηκε αμέσως μετά την απόρριψη της αγωγής XXXXX/14 και με την οποία ζητούνται πανομοιότυπες με την αγωγή θεραπείες, η αγωγή XXXXX/16 του Ε.Δ. Λευκωσίας με την οποία ζητούνται αποζημιώσεις ύψους €150 εκ. εναντίον της STOCKMAN και της ASSOFIT καθώς επίσης και Αίτηση Εκκαθάρισης της ASSOFIT που καταχώρησε στο Ε.Δ. Λάρνακας η ARRICANO και η οποία απερρίφθει κατόπιν επιτυχίας αίτησης διαγραφής που καταχώρησε η ASSOFIT.» Επειδή η πιο πάνω σύνοψη έγινε για σκοπούς της ενδιάμεσης διαδικασίας που αφορούσε σε αίτημα της ARRICANO για καταχώρηση συμπληρωματικής Ε/Δ, αίτημα το οποίο και εγκρίθηκε, θεωρώ σκόπιμο όπως για σκοπούς της υπό κρίση «κυρίως» διαδικασίας, προσθέσω στα πιο πάνω και τα όσα άλλα στοιχεία προκύπτουν από τις εκατέρωθεν θέσεις των μερών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που παρουσιάστηκαν μέσω της συμπληρωματικής Ε/Δ της ARRICANO και των διευκρινίσεων που δόθηκαν από τους συνηγόρους κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Η STOCKMAN συνιστά εταιρεία εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους ενώ η ALTHOR, η οποία είναι θυγατρική της πρώτης, συνιστά εταιρεία εγγεγραμμένη στις Σεϋχέλλες και είναι μέχρι σήμερα η εγγεγραμμένη μέτοχος των μετοχών στις οποίες αφορά η παρούσα αίτηση. Τα έντυπα ΗΕ32 και ΗΕ57 δε, τα οποία είχαν καταχωρηθεί στον Έφορο Εταιρειών από την εταιρεία και τα οποία επιχειρούνται μέσω της παρούσας αίτησης να ακυρωθούν, συνιστούν τα έγγραφα με τα οποία η εταιρεία ενημέρωσε τον Έφορο για την απόκτηση από την ALTHOR των επίμαχων μετοχών δια μεταβίβασης τους από τη STOCKMAN και την ανάλογη εγγραφή της πρώτης στο μητρώο της εταιρείας ως μέτοχο. Μεταξύ των εδώ εμπλεκομένων μερών, υπήρχαν και υπάρχουν κατά την τελευταία δεκαετία, διάφορες δικαστικές διαδικασίες, τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό, οι οποίες περιστρέφονται ουσιαστικά γύρω από μια συμβατική - οικονομική διαφορά που έχει ανακύψει μεταξύ της ARRICANO και της STOCKMAN. Ειδικότερα, από μια απλή έρευνα στις βάσεις δεδομένων των δημοσιευμένων αποφάσεων των Επαρχιακών Δικαστηρίων της Κύπρου αναφορικά με τις διαδικασίες που έλαβαν χώρα μέχρι σήμερα μεταξύ των εμπλεκομένων μερών και στις οποίες εκδόθηκε κάποια απόφαση, είτε τελική είτε ενδιάμεση, διαπιστώνεται ότι πέραν της διαιτησίας στο Λονδίνο, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η σχετική με την παρούσα αίτηση, «Έβδομη Διαιτητική απόφαση» και της ημεδαπής Γενικής Αίτησης 416/16 στα πλαίσια της οποίας η εν λόγω διαιτητική απόφαση διατάχθηκε να εγγραφεί και να εκτελεστεί στην Κύπρο, έλαβαν χώρα τουλάχιστο οι εξής δικαστικές διαδικασίες: Arricano Real Estate PLC (πρώην Arricano Trading Limited) ν. Stockman Interhold SA, Γενική Αίτηση αρ. XXXXX/2016 (Λεμεσός), ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ASSOFIT HOLDINGS LTD, Αίτηση Εκκαθάρισης υπ' Αρ.: XXXXX/2012 (Λάρνακα), Arricano Real Estate Plc ν. Assofit Holdings Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: XXXXX/14 (Λευκωσία), STOCKMAN INTERHOLD SA κ.α. ν. ΑRRICANO REAL ESTATE PLC κ.α., Αρ. Αγωγής: XXXXX/13 (Λευκωσία), ARRICANO REAL ESTATE PLC ν. ASSOFIT HOLDINGS LIMITED, Αίτηση Αρ. XXXXX/2013 (Λευκωσία), Stockman Interhold SA ν. Arricano Trading Limited κ.α., Αρ. Αγωγής XXXXX/12 (Λεμεσός), ARRICANO TRADING LTD ν. STOCK MAN INTERHOLD SA κ.α., Πρωτογενής Αίτηση: XXXXX/11 (Λάρνακα). Πρόσθετα των πιο πάνω, από τα όσα έχουν θέσει ενώπιον μου οι δύο πλευρές, φαίνεται ότι η αγωγή XXXXX/14 έχει διακοπεί, η αίτηση εκκαθάρισης XXXXX/12 έχει απορριφθεί και εναντίον της απόφασης στην Γενική Αίτηση XXXXX/06 για εγγραφή και εκτέλεση της «Έβδομης Απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου» έχει ασκηθεί έφεση η οποία ακόμη εκκρεμεί. Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό ότι στην Γενική Αίτηση XXXXX/16, στα πλαίσια της οποίας διατάχθηκε η εγγραφή και εκτέλεση στην Κύπρο της «Έβδομης Διαιτητικής Απόφασης», ούτε η ALTHOR αλλά ούτε και η εταιρεία (ASSOFIT) ήταν διάδικοι και ότι με την εγγραφείσα «Έβδομη Διαιτητική Απόφαση», πέραν της διαταγής προς την STOCKMAN «να μεταβιβάσει ή να προκαλέσει τη μεταβίβαση όλων των Μετοχών.που η ίδια ή η θυγατρικές εταιρείες της ή οποιεσδήποτε οντότητες υπό τον έλεγχο της κατέχουν στην ASSOFIT (είτε άμεσα είτε έμμεσα) στην ARRICANO» διατάχθηκε επίσης «.ότι σε περίπτωση που η Stockman δεν μεταβιβάσει ή προκαλέσει την μεταβίβαση των Μετοχών του Δικαιώματος Προαίρεσης δυνάμει της παραγράφου (β) πιο πάνω, η Arricano μπορεί να επιλέξει, δίνοντας ειδοποίηση στην Arricano και στον Μοναδικό Διαιτητή, να εγκαταλείψει το δικαίωμα της για ειδική εκτέλεση και αντί αυτού να αξιώσει αποζημιώσεις αντί ειδική εκτέλεση», κάτι για το οποίο ο διαιτητής επεφύλαξε την δικαιοδοσία του να αποφασίσει σε περίπτωση που η ειδική εκτέλεση δεν καταστεί δυνατή. Σημειώνω εδώ ότι μέρος του σκεπτικού της απόφασης στην Γενική Αίτηση XXXXX/16 με την οποία επιτράπηκε η εγγραφή και εκτέλεση στην Κύπρο της «Έβδομης Διαιτητικής απόφασης», ήταν, ως καταγράφεται στην απόφαση, και το ότι «.η διαταγή του διαιτητή στην παρούσα, προβλέπει μεταβίβαση των μετοχών όχι μόνο από την καθ' ης η αίτηση αλλά διατάσσει την καθ' ης η αίτηση όπως προκαλέσει την μεταβίβαση όλων των μετοχών που η ίδια ή οι θυγατρικές εταιρείες της ή οποιεσδήποτε οντότητες υπό τον έλεγχο της κατέχουν. Αυτό, έχοντας υπόψη ότι οι επίδικες μετοχές, έχουν κατ' ισχυρισμό ανεπίτρεπτα μεταβιβαστεί σε εταιρεία που ελέγχει, η καθ' ης η αίτηση. Εξ' άλλου όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε από τον συνήγορο της αιτήτριας, η διαιτητική απόφαση δεν περιορίζεται μόνο σε διάταγμα ειδικής εκτέλεσης αλλά αναφέρει ότι η αιτήτρια δικαιούται σε αποζημιώσεις και/ή σε συμψηφισμό δυνάμει των κανόνων της επιείκειας. Περαιτέρω, ο διαιτητής επιφύλαξε την δικαιοδοσία του να ακούσει σχετική απαίτηση για αποζημιώσεις, πέραν των αποζημιώσεων που ήδη επιδίκασε υπέρ της αιτήτριας σε περίπτωση που η ειδική εκτέλεση δεν είναι δυνατή.» (βλ. ARRICANO REAL ESTATE PLC (πρώην ARRICANO TRADING LTD) ν. STOCKMAN INTERHOLD SA, Αρ. Γεν. Αίτησης: 416/2016, 3/4/2018). Τέλος, σύμφωνα με τις εδώ προβληθείσες κοινές θέσεις μεταξύ των μερών , φαίνεται ότι υπήρχαν και υπάρχουν και οι εξής διαδικασίες: Α. Γενική Αίτηση XXXXX/12 (Λεμεσός), η οποία καταχωρήθηκε από τη STOCKMAN και με την οποία εγγράφηκε στην Κύπρο η «Πρώτη Απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου». Η εν λόγω διαδικασία έχει ολοκληρωθεί με την έκδοση σχετικής απόφασης για εγγραφή. Β. Αγωγή XXXXX/16 (Λευκωσίας) η οποία καταχωρήθηκε από την ARRICANO εναντίον της εταιρείας, της STOCKMAN και άλλων και με την οποία αξιώνονται αποζημιώσεις ύψους €150εκ. στη βάση κατ' ισχυρισμό δόλιας μεταβίβασης δανείων, παράβασης καθηκόντων εμπιστευματοδόχου κλπ. Η εν λόγω αγωγή καταχωρήθηκε μετά που διεκόπη η αγωγή XXXXX/14 και ακόμη εκκρεμεί. Γ. Αγωγή XXXXX/2014 (Λευκωσία) η οποία καταχωρήθηκε στις 24/08/14 από την ARRICANO εναντίον της εταιρείας, της STOCKMAN και άλλων και με την οποία αγωγή η πρώτη ζητούσε όπως ακυρωθεί η μεταβίβαση των εδώ επίμαχων 1601 μετοχών από την STOCKMAN προς την ALTHOR, την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει αφ' ενός τη μεν ALTHOR να μεταβιβάσει τις εν λόγω μετοχές πίσω στη STOCKMAN και τη δε STOCKMAN να αποδεχθεί τη μεταβίβαση και αφ' ετέρου την εταιρεία να διορθώσει το μητρώο μελών της εταιρείας ώστε να παρουσιάζει την STOCKMAN ως εγγεγραμμένο μέτοχο των εν λόγω μετοχών. Η εν λόγω αγωγή τελικά διακόπηκε «με επιφύλαξη καταχώρησης νέας» στις 31/05/18, ήτοι δύο περίπου μήνες μετά την απόφαση στη Γενική Αίτηση XXXXX/16 με την οποία εγγράφηκε στην Κύπρο η «Έβδομη Διαιτητική Απόφαση» με την οποία η STOCKMAN διατάχθηκε όπως «.μεταβιβάσει ή να προκαλέσει την μεταβίβαση όλων των Μετοχών του Δικαιώματος Προαίρεσης που η ίδια ή οι θυγατρικές εταιρείες της ή οποιεσδήποτε οντότητες υπό τον έλεγχο της κατέχουν στην Assofit (είτε άμεσα είτε έμμεσα) στην Arricano εντός 30 ημερών.». Δ. Γενική Αίτηση XXXXX/16 (Λευκωσία), η οποία καταχωρήθηκε από την ARRICANO στις 31/05/16, ήτοι μετά την έκδοση της «Έβδομης Διαιτητικής Απόφασης» και με την οποία η τελευταία ζητά την έκδοση αριθμού διαταγμάτων τα οποία θα ισχύουν «.μέχρι πλήρους εκδίκασης και/ή αποπεράτωσης της μεταξύ των (ARRICANO) και (STOCKMAN) διαιτητικής διαδικασίας υπ' αριθμό 101732 ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου.και/ή μέχρι την, εγγραφή αναγνώριση και εκτέλεση στην Κύπρο οποιαδήποτε Διαιτητικής Απόφασης εκδοθεί στο πλαίσιο της Διαιτησίας αυτής.» και με τα οποία ν' απαγορεύεται και/ή ακυρώνεται οποιαδήποτε μεταβίβαση ή αποξένωση των επίμαχων 1601 μετοχών από τη STOCKMAN και/ή την ALTHOR προς οποιοδήποτε πρόσωπο εκτός από την ARRICANO, να διατάσσεται η αποκάλυψη του μητρώου μελών της εταιρείας καθώς και οποιουδήποτε εγγράφου περιβάλλει όσες καταχωρήσεις έγιναν σε αυτό από τις 25/02/10 και τέλος διάταγμα με το οποίο ν' απαγορεύεται στην STOCKMAN και/ή στην ALTHOR από του να «.επιτρέψουν και/ή προβούν σε οποιαδήποτε αλλαγή και/ή καταχώρηση στο μητρώο μελών της ASSOFIT. σε σχέση με οποιαδήποτε μεταβίβαση των μετοχών στην εταιρεία ASSOFIT που είναι και/ή ήταν εγγεγραμμένες απ' ονόματι της (STOCKMAN) και/ή της ALTHOR που είναι υπό τον πλήρη έλεγχο αυτής.» Την εν λόγω Γενική Αίτηση, την οποία η ARRICANO καταχώρησε μετά που διέκοψε την αγωγή XXXXX/14, η τελευταία τη χαρακτηρίζει ως επικουρική διαδικασία στη διαιτητική διαδικασία διότι με αυτή επιδιώκει να εκδοθούν πανομοιότυπα με την XXXXX/14 «.διατάγματα παγοποίησης σε σχέση με τις επίμαχες 1601 μετοχές.», τα οποία όμως θα ισχύουν «.μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών ενώπιον του LCIA.». Είναι δε κοινώς αποδεκτό ότι κατόπιν μονομερούς αίτησης που καταχώρησε η ARRICANO στα πλαίσια της εν λόγω Γενικής Αίτησης, η τελευταία έχει ήδη εξασφαλίσει προσωρινά διατάγματα πανομοιότυπου λεκτικού με αυτά που ζητά ως τελικές θεραπείες και ότι τα εν λόγω προσωρινά διατάγματα εξακολουθούν μέχρι σήμερα να βρίσκονται σε ισχύ αφού ακόμη δεν έχει εξεταστεί το κατά πόσο αυτά θα πρέπει να καταστούν ή όχι απόλυτα. Οι θέσεις δε που η κάθε πλευρά προωθεί στην εν λόγω διαδικασία έχουν τεθεί ενώπιον μου μέσω του Τεκ. 2 της ένστασης της ASSOFIT και εν συντομία έχουν ως εξής. Η μεν ARRICANO υποστηρίζει μεταξύ άλλων ότι είναι ορθό, νόμιμο και αναγκαίο να καταστούν απόλυτα τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα στη βάση των προνοιών του αρ.32 Ν.14/60διότι παρά την έκδοση της «Έβδομης Διαιτητικής Απόφασης» και το εκεί εκδοθέν διάταγμα μεταβίβασης των επίμαχων μετοχών, η διαιτητική διαδικασία εξακολουθεί να είναι «ongoing concern», εκκρεμούσα δηλαδή υπόθεση και αυτό αφ' ενός γιατί ο διαιτητής έχει επιφυλάξει την δικαιοδοσία του να αποφασίσει ενδεχόμενη απαίτηση της ARRICANO για αποζημιώσεις σε περίπτωση που STOCKMAN δεν συμμορφωθεί με το διάταγμα ειδικής εκτέλεσης και αφ' ετέρου γιατί η STOCKMAN είχε εφεσιβάλει μία από τις προηγούμενες αποφάσεις του Διαιτητή και εξέφρασε πρόθεση να εφεσιβάλει και την «Έβδομη Διαιτητική Απόφαση». Είναι γι' αυτό το λόγο δε, υποστηρίζει σ' εκείνη τη διαδικασία η ARRICANO, που θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η διαιτησία στην Αγγλία δεν έχει ακόμη αποπερατωθεί - «has yet to be finalised» - και ότι υφίσταται η άμεση ανάγκη όπως απαγορευτεί η οποιαδήποτε αλλαγή του μητρώου της ASSOFIT μέχρι να μπορέσει να εγγραφεί και να εκτελεστεί η «Έβδομη Διαιτητική Απόφαση» (βλ. παρ. 66-72 της ένορκης δήλωσης που καταχώρησε η ARRICANO προς υποστήριξη της μονομερούς αίτησης της στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης XXXXX/16). Η δε STOCKMAN, με την ένσταση που καταχώρησε στις 20/04/18, ήτοι μετά την απόφαση στην Γενική Αίτηση XXXXX/16, υποστηρίζει μεταξύ άλλων ότι με την έκδοση της «Έβδομης Διαιτητικής Απόφασης» και την εγγραφή της Κύπρο, η διαιτησία στην Αγγλία «.έχει ολοκληρωθεί και η εκδοθείσα διαιτητική απόφαση έχει καταστεί τελική και δεσμευτική» και ότι ούτε η απόφαση που εκδόθηκε στην έφεση που τελικά καταχώρησε η STOCKMAN εναντίον της «Έβδομης Διαιτητικής Απόφασης» έχει μεταβάλει αυτή την κατάσταση πραγμάτων. Ως εκ τούτου, υποστηρίζει η STOCKMAN, εφόσον τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα υποτίθεται ότι θα ίσχυαν μέχρι την εγγραφή και αναγνώριση στην Κύπρο της «Έβδομης Διαιτητικής Απόφασης», «ο λόγος έκδοσης και η απολυτοποίηση τους έχει εκλείψει και δεν υφίσταται πλέον» (βλ. παρ.17-23 ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση της STOCKMAN στη μονομερή αίτηση στη Γενική Αίτηση 266/16). Μετά την καταχώρηση της συμπληρωματικής Ε/Δ από πλευράς ARRICANO, με την οποία Ε/Δ δόθηκαν διευκρινήσεις αναφορικά με τις διάφορες διαδικασίες που υφίσταντο και υφίστανται μεταξύ των μερών και ουσιαστικά επαναλήφθηκαν μέσω ενός εκ των αλλοδαπών δικηγόρων της τελευταίας τα όσα είχαν υποστηριχθεί από τον αποβιώσαντα πλέον Ζαμπέλα και τα οποία τελικά φάνηκε ότι στην πλειοψηφία τους δεν αμφισβητούνταν, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν με εμπεριστατωμένες τελικές αγορεύσεις, τόσο προφορικά όσο και γραπτώς. Κατά την επιχειρηματολογία τους δε, οι συνήγοροι παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε σχετικές κυπριακές και αγγλικές αποφάσεις και τοποθετήθηκαν επίσης και επί των διάφορων διευκρινήσεων που ζήτησε το Δικαστήριο. Αν και ειδική αναφορά στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο, κρίνω σκόπιμο όπως συνοψίσω εδώ την ουσία του συνόλου των θέσεων τους. Ο μεν κ. Κώστα υποστηρίζει ότι οι πελάτες του, δηλαδή η ARRICANO, δικαιούνται να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες των επίμαχων μετοχών ή έστω να λάβουν την αξία αυτών, και ότι αυτό το γεγονός έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής πλέον κρίσης αφού η Έβδομη Διαιτητική απόφαση, μετά την εγγραφή της στην Κύπρο θεωρείται ως απόφαση κυπριακού Δικαστηρίου. Το ότι ενδεχόμενη επιτυχία της παρούσας θα συνεπάγεται ουσιαστικά ικανοποίηση της Έβδομης Διαιτητικής απόφασης δεν σημαίνει, υποστήριξε ο συνήγορος, ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να θεωρηθεί ως διαδικασία εκτέλεσης εν τη συνήθη έννοια του νομικού αυτού όρου, αφού το υπό κρίση αίτημα, ούτε μέτρο εκτέλεσης είναι αλλά ούτε και προωθείται ως τέτοιο μέτρο. Αντιθέτως, η ARRICANO απλά προσπαθεί να λάβει αυτό που δικαιωματικά, αλλά και δικαστικά πλέον έχει αποφασιστεί ότι της ανήκει και σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί, ως ισχυρίζονται οι αντίδικοι, ότι η εδώ προσπάθεια της ARRICANO συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας μόνο και μόνο διότι τυχόν επιτυχία της αίτησης θα καταστήσει ουσιαστικά άνευ αντικειμένου τις άλλες δικαστικές διαδικασίες που εκκρεμούν μεταξύ των μερών. Στην αντιπέρα όχθη, αμφότεροι οι κύριοι Φρακάλας και Λαμπριανίδης υποστήριξαν ακριβώς το αντίθετο. Ότι δηλαδή η παρούσα αίτηση συνιστά, όπως άλλωστε αναφέρεται ρητά κατά τους συνήγορους στο κυρίως σώμα της αίτησης, μια προσπάθεια εκτέλεσης δικαστικής απόφασης κατ' ανεπίτρεπτο όμως τρόπο, εφόσον η διαδικασία του αρ.111 Κεφ.113 δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό αυτό. Πέραν και ανεξάρτητα όμως τούτου, υποστήριξαν οι συνήγοροι, η παρούσα αίτηση συνιστά και κατάχρηση της διαδικασίας εφόσον με αυτή επιδιώκεται ουσιαστικά ο ίδιος σκοπός που επιδιώκεται με όλες τις άλλες εκκρεμούσες διαδικασίες που έχει καταχωρήσει η ARRICANO, ήτοι στο να ακυρώσει τη μεταβίβαση των επίμαχων μετοχών από την STOCKMAN προς την ALTHOR και να πετύχει την εγγραφή τους επ' ονόματι της ιδίας. Κατά τους συνηγόρους, το ότι ήδη εκκρεμούν δικαστικές διαδικασίες που άπτονται του κατ' ισχυρισμό δικαιώματος της ARRICANO να λάβει τις επίμαχες μετοχές καταδεικνύει ξεκάθαρα ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση είναι σε τέτοιο βαθμό αμφισβητούμενα που δεν θα μπορούσε το θέμα να αποφασιστεί στα πλαίσια της συνοπτικής διαδικασίας που επιβάλλεται να διέπει μια εταιρική αίτηση που εδράζεται στις πρόνοιες του αρ.
  2. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Με τη νομική πτυχή που διέπει την εξουσία του Δικαστηρίου με βάση το αρ.111 Κεφ.113 είχα την ευκαιρία να ασχοληθώ στα πλαίσια της υπόθεσης του Ε.Δ. Λεμεσού, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ FAR EAST LAND BRIDGE LIMITED, Αίτηση Αρ.: 235/2017, 17/4/2018 από την οποία παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα το οποίο υιοθετώ πλήρως για σκοπούς της παρούσα διαδικασίας: «ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι πρόνοιες του αρ. 111 Κεφ.113 επί των οποίων εδράζεται η αίτηση, έχουν ως εξής: «111.-

(1)Αν-(α) χωρίς ικανοποιητικό λόγο, το όνομα οποιουδήποτε προσώπου καταχωρείται ή παραλείπεται από το μητρώο μελών της ή (β) γίνεται παράλειψη ή άσκοπη καθυστέρηση της καταχώρησης στο μητρώο του γεγονότος ότι οποιοδήποτε πρόσωπο έπαυσε να είναι μέλος, το πρόσωπο που είναι δυσαρεστημένο, ή οποιοδήποτε μέλος της εταιρείας, ή η εταιρεία, δύναται να αποταθεί στο Δικαστήριο για διόρθωση του μητρώου.
(2)Όταν υποβάλλεται αίτηση με βάση το άρθρο αυτό, το Δικαστήριο δύναται είτε να απορρίψει την αίτηση ή δύναται να διατάξει διόρθωση του μητρώου και πληρωμή αποζημίωσης από την εταιρεία οποιωνδήποτε ζημιών που υπέστηκε το δυσαρεστημένο μέρος.
(3)Μετά από αίτηση με βάση το άρθρο αυτό το Δικαστήριο δύναται να αποφασίζει οποιοδήποτε θέμα σχετικά με το δικαίωμα οποιουδήποτε προσώπου που είναι μέρος στην αίτηση αυτή όπως το όνομα του καταχωρείται ή παραλείπεται από το μητρώο, είτε το θέμα προέκυψε μεταξύ μελών ή φερομένων μελών, ή μεταξύ μελών ή φερομένων μελών από τη μια και της εταιρείας από την άλλη, και γενικά δύναται να αποφασίζει για κάθε ζήτημα που είναι αναγκαίο ή σκόπιμο να αποφασιστεί για τη διόρθωση του μητρώου. ...» Το γενικότερο δικονομικό πλαίσιο που διέπει μια αίτηση για διόρθωση μητρώου μελών μιας εταιρείας στη βάση του αρ.111 Κεφ.113 (πρώην αρ.110), διέπεται, κατ' αρχή, από τους Κανονισμούς 4 και 6(α) των περί Εταιρειών Διαδικαστικών Κανονισμών 396/1944 (επί των οποίων επίσης εδράζεται η αίτηση), οι οποίοι είναι σχεδόν πανομοιότυποι με την παλαιά RSC Ο.102 των Κανόνων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας (Rules of the Supreme Court) που θεσπίστηκε στην βάση του τότε εν ισχύ Companies Act 1948. Ως εξηγώ στην ενδιάμεση απόφαση μου ημερ. 08/01/18, οι Κανονισμοί 396/1944, κατέληξαν με την πάροδο του χρόνου να περιγράφονται και ως οι περί Εταιρειών Κανονισμοί του 1951, δηλαδή οι Κανονισμοί του Νόμου του 1951 ήτοι του Κεφ.113 (βλ. Κ.2 ερμηνεία του όρου «Law» και Karaoglanian Sons Ltd. and Others v. Karaoglanian and Another
(1976)JSC 1875). Οι πρόνοιες των σχετικών με την παρούσα διαδικασία, Κ.4 και 6(α), έχουν ως εξής: «4.-
(1)Every petition and summons and all notices, affidavits and other proceedings under any petition or summons shall be entitled in the District Court concerned, and in the matter of the company, and in the matter of the Companies Law,
  1. .......
  2. The following applications shall be made by summons:- (a) Applications for rectification of the register of members of a company under section 110 of the Law.» (έμφαση δική μου) Ο άμεσα σχετικός Κ. 6(α) των Κανονισμών 1951 που αφορά στην υποβολή εναρκτήριας αίτησης (originating summons) για διόρθωση μητρώου στη βάση του άρθρου 111 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, άρθρο του οποίου οι πρόνοιες είναι ταυτόσημες με το πρώην αρ. 116 του αγγλικού Companies Act 1948 και μετέπειτα αρ.359 του Companies Act 1985, (βλ. Σχολαί Φρειδερίκου Λτδ ανωτέρω[1] και Χατζηγαβριήλ κ.α ν. Ξενοφώντος κ.α
(2005)1 Α.Α.Δ. 57), είναι επίσης πανομοιότυπος σχεδόν με το r. 3
(1)της RSC Ο.102, με τη μόνη διαφορά να έγκειται στο γεγονός ότι στην Αγγλία, η αίτηση για διόρθωση μητρώου μελών εταιρείας, μπορούσε να γίνει και με originating summons αλλά και με originating motion (βλ. επίσης βλ. Palmer's Company Law, 21st Ed, pgs 455-456 και Pennington's Company Law, 4th ed. pgs.294-295). Η διαδικασία εκδίκασης εναρκτήριας εταιρικής αίτησης και δη αίτησης για διόρθωση μητρώου μελών στην Αγγλία, επιβάλλεται, σύμφωνα με τις αγγλικές αποφάσεις και συγγράμματα, να είναι καθαρά συνοπτικής φύσης και σε περίπτωση που εγείρεται σοβαρή αμφισβήτηση ως προς τα γεγονότα και/ή ως προς τα δικαιώματα επί των μετοχών ή/και διεκδικήσεις, το Δικαστήριο, το οποίο ασκεί διακριτική εξουσία για τη χορήγηση ή μη της αιτούμενης θεραπείας, θα αρνηθεί να τη χορηγήσει στα πλαίσια της προβλεπόμενης συνοπτικής διαδικασίας και θα αφήσει τους αιτητές να επιζητήσουν τη θεραπεία με αγωγή. (βλ. Palmer's και Pennington ανωτέρω). Αυτή όμως είναι και η προσέγγιση της κυπριακής νομολογίας αναφορικά με το αρ. 111 του Κεφ. 113 αλλά και σε σχέση με τις εταιρικές αιτήσεις γενικότερα (βλ. Σχολαί Φρειδερίκου Λτδ και Χατζηγαβριήλ ανωτέρω και ενδεικτικά Σπανού Έφη M ν. GIP Constructions Limited
(1999)1 ΑΑΔ 315 και Χατζηγιάννης Ανδρέας ν. C J Kyprianou Promotions Ltd,
(2010)1 Α.Α.Δ. 991). Το πιο κάτω απόσπασμα από την Φρειδερίκου ανωτέρω είναι άκρως κατατοπιστικό: «Η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 111 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 για διόρθωση του μητρώου των μελών εταιρείας είναι συνοπτική και το δικαστήριο ασκεί διακριτική εξουσία για τη χορήγηση ή μη θεραπείας. Όπου εγείρεται σοβαρή αμφισβήτηση ως προς τα γεγονότα και/ή ως προς τα δικαιώματα επί των μετοχών ή/και διεκδικήσεις, το δικαστήριο αρνείται τη χορήγηση θεραπείας στα πλαίσια της προβλεπόμενης από το άρθρο 111 συνοπτικής διαδικασίας και οι αιτητές αφήνονται να επιζητήσουν θεραπεία με αγωγή. Στην προκείμενη περίπτωση η αμφισβήτηση που προέκυψε αναφορικά με την ιδιοκτησία των επίδικων μετοχών είναι έκδηλη. ... η δε συζήτηση που ακολούθησε, ανέδειξε όντως το μέγεθος της διαφοράς καθώς και την ύπαρξη σοβαρών υπό αμφισβήτηση γεγονότων. Η απόδειξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών που είχαν προβληθεί είναι φανερό ότι θα καθιστούσε τη διαδικασία δύσκολη και περίπλοκη εκτρέποντας την από τα όρια του σκοπού τον οποίο η διάταξη θεσπίστηκε για να εξυπηρετήσει. Το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Pennigton's Company Law, 7th ed., σελ. 421 είναι σχετικό με το θέμα και παρατίθεται στην εκκαλούμενη απόφαση: «The court may in its discretion refuse to rectify the register on a summary application under the Companies Act
  1. Where the facts are admitted and the question is simply one of law, or where the facts can easily be ascertained, the court will entertain the application, but if the facts are complex and in dispute, or if there is pending litigation about the same question between one of the parties to the application and a third person, the court will always refuse to give a decision on a summary application, and will leave the application to seek rectification in an action commenced by writ. Furthermore, an application for rectification will be rejected if it is made for an improper purpose (e g to prevent votes being cast in respect of shares contrary to the wishes of an applicant who claims no beneficial interest in them).» Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά άντλησε καθοδήγηση από την αγγλική νομολογία* εφόσον το άρθρο 359 της αγγλικής Companies Act 1985 είναι ταυτόσημο με το άρθρο 111 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
  2. Στο σύγγραμμα Mayson, French & Ryan On Company Law, 18th ed. 2001-2003, para 14.3.3, σελ. 387 αναφέρεται: «An application under s. 359 for rectification of a company's register of members may be made by any member of the company or by the company itself (s. 359
(1)). The court's power to order rectification under s. 359 is discretionary and rules of court have always made the procedure summary, so the court will not act under the section if there is a complicated question to be tried (Re Leon Needham Ltd [1966] 110 SJ 652) or if injustice would be caused to other members who have not been represented (Re Sussex Brick Co. [1904] 1 Ch 598 per Vaughan Williams LJ at pp. 606-7). Under the new Civil Procedure Rules, which is intended for claims which are unlikely to involve a substantial dispute of fact (Practice Direction 49B (supplementing the Civil Procedure Rules 1998), para. 2). However, r. 8.1
(3)of the Civil Procedure Rules 1998 permits the court to order that a claim started under Part 8 should proceed as if it had been started in the usual way under Part 7, which would allow for a full trial of disputed facts. This may now enable the court to deal with a wider range of claims under s. 359 than before (see Re Hoicrest Ltd [2000] 1 WLR 414).» Ανάλογη είναι και η προσέγγιση η οποία εντοπίζεται στα συγγράμματα που αναφέρουν στην αγόρευσή τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εφεσιβλήτων 1 ήτοι, BOYLE & BIRDS COMPANY LAW 2nd ed., p. 436, para 15.6 και HALSBURY'S LAWS OF ENGLAND 4th ed., vol. 7
(1)p. 254 para 373. Από τις πιο πάνω αυθεντίες καθίσταται σαφές ότι σε κάθε περίπτωση όπου διαπιστώνεται ότι υπάρχουν αμφισβητούμενα θέματα ιδιοκτησίας ή/και τέτοιες αμφισβητήσεις κλπ, το δικαστήριο δεν αποφασίζει και δεν χορηγεί θεραπεία όταν το δίκαιο της υπόθεσης και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης άλλως απαιτούν.» Χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει και στο σύγγραμμα «Minority Shareholders: Law, Practice and Procedure» 4th ed. by Joffe et al, pg. 178-183) Η αγγλική νομολογία έχει υποδείξει μάλιστα ότι, τόσο «συνοπτική» είναι η φύση της όλης διαδικασίας, που αν διαπιστωθεί ότι για να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει σε απόφαση, θα πρέπει να ακουστεί προφορική μαρτυρία και οι μάρτυρες να αντεξεταστούν, τότε η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και η όλη «διαφορά» θα πρέπει να αφεθεί να επιλυθεί σε διαδικασία αγωγής (βλ. Re Hoicrest Ltd [2000] 1 BCLC 194 στην οποία παραπέμπει η Φρειδερίκου - «Due to sharp differences between the parties as to matters of fact, oral evidence and cross-examination were necessary to resolve the dispute . the "summary" jurisdiction [was] procedurally inappropriate.». Τα αγγλικά δικαστήρια έχουν κρίνει ως κατάλληλες περιπτώσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, τις ακόλουθες: «...where the applicant was induced to take shares by misrepresentation where the company improperly neglected to register a transfer, where shares had been issued to the applicant as paid up without filing a contract in compliance with what is now section 52 of the Act of 1948; where shares were improperly forfeited;where the company, acting on a forged transfer, had removed the name of the applicant, the real owner,where there was a dispute between the vendor and purchaser of shares; where shares had been irregularly allotted to an applicant; where the signatory of an underwriting letter not constituting a contract had been placed on the register; where a shareholder who had made an ultra vires surrender of his shares to the company, claimed to have his name reinstated. (βλ. Palmer's pg. 455). Πρόσθετα των πιο πάνω, η αγγλική νομολογία έχει αναγνωρίσει επίσης τη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος βάσει του αρ.111 και στην περίπτωση όπου οι διευθυντές μιας εταιρείας παραλείπουν να συμμορφωθούν με την θέσμια υποχρέωση που έχουν δυνάμει του αρ.76 Κεφ.113 (S.80 Companies At 1948), ήτοι όπως αποστείλουν στον εκδοχέα μέσα σε δύο μήνες από την ημερομηνία που κατατέθηκε στην εταιρεία η μεταβίβαση, ειδοποίηση για την άρνηση τους να τον εγγράψουν ως μέλος της εταιρείας (βλ. αναφορά Palmer's στην παρ. 7.123 της έκδοσης 2017 στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος των αιτητών και η οποία αναφορά συναντάται και στο ίδιο σύγγραμμα στην έκδοση 2014 - «...where the share transfer documentation had been lodged with a company but the directors failed to notify the transferee of their refusal to register the transfer within two months». Ως προς το ποιοι είναι οι αναγκαίοι «διάδικοι» σε μια αίτηση αυτής της φύσης, σύμφωνα με την αγγλική νομολογία και συγγράμματα, στη διαδικασία θα πρέπει να λάβουν μέρος όλα τα πρόσωπα που δυνατό να επηρεαστούν δυσμενώς από την αιτούμενη διόρθωση (βλ. Re R W Peak (Kings Lynn) Ltd [1998] 1 BCLC 193). Παρά ταύτα, δεν είναι αναγκαίο να συνενωθούν στη διαδικασία όλα τα εγγεγραμμένα μέλη που κατέχουν μετοχές άλλες από αυτές για τις οποίες ζητείται η διόρθωση, εφόσον τα συμφέροντα εκείνων των μελών, θεωρούνται ότι εκπροσωπούνται δεόντως από την εταιρεία (βλ. Morgan v Morgan Insurance Brokers Ltd [1993] BCLC 676). Ούτε όμως είναι ορθό όπως σε μία αίτηση για διόρθωση του μητρώου μελών, ενώνονται ως ξεχωριστοί διάδικοι οι διευθυντές μιας εταιρείας, εκτός αν πρόθεση του αιτητή είναι να τους καταστήσει προσωπικά υπεύθυνους για τα έξοδα της διαδικασίας, νοουμένου βέβαια ότι το αίτημα του αυτό έχει έρεισμα ή αν οι ίδιοι οι διευθυντές επιθυμούν να συνενωθούν ως διάδικοι (βλ. Re Copal Vanish Co Ltd [1917] 2 Ch. 349). Σημειώνω τέλος την αρχή περί αναδρομικότητας της εγγραφής/διόρθωσης του μητρώου κατ' εφαρμογή του αρ.111, ήτοι της αρχής του nunc pro tunk ("now for then"), σύμφωνα με την οποία, σε κατάλληλες περιπτώσεις, το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας όπως εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του μητρώου κατά τρόπο που το όνομα του αιτητή θα θεωρείται καταγραμμένο ή διαγραμμένο ανάλογα με την περίπτωση, από τότε που θα έπρεπε να είχε καταγραφεί ή διαγραφεί (βλ. Re Joint Stock Discount Co, Nation's Case
(1866)LR 3 Eq 77, Re New Millenium Experience Co Ltd [2004] 1 BCLC 19, Barbor v Middleton
(1998)4 BCC 681 και Re Sussex Brick Co ανωτέρω, βλ. επίσης σελ. 182 Minority Shareholders: Law, Practice and Procedure ανωτέρω»). Στα πιο πάνω θα προσθέσω και τα όσα ανέφερα στην ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσα στα πλαίσια της πιο πάνω διαδικασίας (βλ. απόφαση ημερ. 12/6/2018), ήτοι ότι, το μητρώο μελών μιας εταιρείας αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία των όσων εκεί αναφέρονται και πρέπει να αναφέρονται (αρ.113 Κεφ.113), ότι το πιστοποιητικό μετοχών που φέρει την κοινή σφραγίδα της εταιρείας και ορίζει οποιεσδήποτε μετοχές που κατέχονται από μέλος, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη του τίτλου του μέλους για τις μετοχές (βλ. αρ. 79 Κεφ.113), ότι η πιστοποίηση από εταιρεία οποιουδήποτε μεταβιβαστικού εγγράφου μετοχών λογίζεται ως παράσταση από την εταιρεία σε οποιοδήποτε πρόσωπο που ενεργεί με βάση την πιστοποίηση ότι παρουσιάστηκαν τέτοια έγγραφα στην εταιρεία που δείχνουν εκ πρώτης όψεως τίτλο για μετοχές (βλ. αρ. 77 Κεφ.113), ότι δεν είναι νόμιμη για την εταιρεία η καταχώρηση μεταβίβασης μετοχών εκτός αν παραδοθεί κατάλληλο μεταβιβαστικό έγγραφο στην εταιρεία (βλ. αρ. 73 Κεφ.113) και τέλος ότι οι διευθυντές της εταιρείας δύναται να αρνηθούν να καταχωρήσουν και να εγγράψουν στο μητρώο οποιαδήποτε μεταβίβαση (αρ. 76 Κεφ.113). Η ίδια η φύση της διαδικασίας διόρθωσης του μητρώου τώρα, ως αυτή προδιαγράφεται στο αρ. 111, αφορά σε «διόρθωση» (rectification) μιας κατάστασης πραγμάτων, δηλαδή της εικόνας του μητρώου, και όχι στη «δημιουργία» (creation) μιας κατάστασης πραγμάτων ως είναι το αποτέλεσμα των σύνηθων πολιτικών αγωγών όπου με την απόφαση αποκτώνται inter partes δικαιώματα και επιβάλλονται inter partes υποχρεώσεις. Με την απόφαση για διόρθωση του μητρώου μελών επομένως, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει ούτε και δίνει δικαιώματα και δη inter partes δικαιώματα, αλλά αποκαθιστά (rectifies) την πραγματική εικόνα πραγμάτων και αυτό διότι το μητρώο μελών μιας εταιρείας «αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία οποιωνδήποτε θεμάτων που απαιτούνται ή εξουσιοδοτούνται από το Νόμο αυτό να καταχωρούνται σε αυτό» (βλ. αρ. 113 Κεφ.113, Palmer's Company Law, 21st Ed, pg 455-456 και Pennington's Company Law, 4th ed. pgs.294-295). Για να διαταχθεί λοιπόν η διόρθωση (rectification) του μητρώου στα πλαίσια μιας εταιρικής αίτησης με βάση το αρ.111, σημαίνει ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι η η εικόνα του μητρώου δεν αντικατοπτρίζει την αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα απλά διότι «the register does not show the person who is really entitled to shares» (βλ. Pennington's σελ. 294). Όσον φορά τώρα το θέμα της δικαιοδοσίας που έχει εγερθεί, αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί στη βάση τόσο του συγκεκριμένου αιτήματος που έχει υποβληθεί όσο και του τι ακριβώς είναι που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει ώστε να μπορέσει να αποφανθεί επί του αιτήματος. Με άλλα λόγια, για να αποφασιστεί το θέμα της δικαιοδοσίας, θα πρέπει να εξεταστεί, πέραν της φύσης του αιτήματος και το κατά πόσο, τα ουσιώδη με το αίτημα γεγονότα εμπίπτουν, για οποιοδήποτε λόγο, στην ειδική αρμοδιότητα άλλου Δικαστηρίου ή Δικαστηρίου άλλης χώρας. Το κριτήριο όμως δεν είναι το αν οι διάφορες πτυχές της σχέσης των μερών τυγχάνει να εμπίπτουν σε άλλη δικαιοδοσία, αλλά το ποια είναι τα γεγονότα που απαιτούνται να εξεταστούν και να αποδειχθούν ώστε να καταστεί δυνατή η εξέταση του συγκεκριμένου αιτήματος που έχει υποβληθεί, που στην παρούσα περίπτωση, αφορά σε αίτημα διόρθωσης μητρώου εταιρείας. Το ότι κάποιο άλλο Δικαστήριο ενδεχομένως να έχει δικαιοδοσία να αποφανθεί επί θεμάτων που εγείρονται μεταξύ των μερών, άλλων από τα επίδικα, είναι άνευ σημασίας (βλ. κατ' αναλογία Citigate Dewe Rogerson Ltd v Artaban Public Affairs SPRL [2009] EWHC 1689 (Ch) (30 June 2009)). Υπενθυμίζω βεβαίως εδώ ότι συνιστά νομολογιακή αρχή ότι σε αιτήσεις για διόρθωση μητρώου, το Δικαστήριο της χώρας στην οποία βρίσκεται εγγεγραμμένη η εταιρεία της οποίας ζητείται να διορθωθεί το μητρώο, είναι πρωτίστως το Δικαστήριο που έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να εξετάσει το αίτημα και να διατάξει τη διόρθωση (βλ. International Credit and Investment Co (Overseas) v. Adham [1994]
  1. BCLC 66) και σχετικό με την εν λόγω αρχή είναι θεωρώ και το εξής απόσπασμα από την Artaban ανωτέρω, όπου το θέμα που είχε προκύψει εκεί αφορούσε στο κατά πόσο το αγγλικό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να εκκαθαρίσει αγγλική εταιρεία, στη βάση οφειλής, μέρος της οποίας εκκρεμούσε για εκδίκαση ενώπιον βελγικού Δικαστηρίου: «.I acknowledge here that the present contemplated winding-up proceedings and the existing Belgian proceedings are between the same parties. I acknowledge that they are brought in the courts of different Member States. I accept that the court first seised is the Belgian court. However, it does not seem to me that they involve the same cause of action. The proceedings in Belgium are essentially a private law dispute between two contracting parties which include, as part of the relief sought, recovery of sums included within the invoices which form the subject matter of the disputed statutory demand. The proposed winding-up proceedings in this country would involve the invocation of a class remedy for the benefit of all creditors of the applicant company. They would not be directed, in form at least, to the simple recovery of a contract debt. They would, as I say, involve the invocation of a class remedy for the benefit of all creditors; they would result in the making of the usual compulsory winding-up order, not in a money judgment in favour of an individual litigant, namely the respondent .. the appropriate, and only appropriate, forum for winding-up proceedings in relation to the company is the Companies Court in this jurisdiction» Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, επιβάλλεται κατά την κρίση μου όπως παρατεθούν πρώτα τα όσα γεγονότα προκύπτουν να είναι κοινώς αποδεκτά και αδιαμφισβήτητα και τα οποία συνιστούν το αποκρυσταλλωμένο πραγματικό (factual) πλαίσιο που περιβάλλει την υπόθεση. Υπενθυμίζω δε ότι εφόσον πρόκειται για εταιρική αίτηση, τα γεγονότα επί των οποίων εξετάζεται η υπόθεση είναι αυτά που περιέχονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις και ότι είναι στη βάση αυτών των γεγονότων που θα εξεταστεί και το κατά πόσο υπάρχει τέτοια σοβαρή αμφισβήτηση και διάσταση γεγονότων, ώστε να μην δικαιολογείται η εκδίκαση της «διαφοράς» στα πλαίσια της συνοπτικής εταιρικής διαδικασίας αλλά στα πλαίσια τακτικής αγωγής. Βεβαίως, το γεγονός ότι προβάλλεται απλά ένας ισχυρισμός περί ύπαρξης αμφισβητούμενων γεγονότων δεν αρκεί από μόνο του να οδηγήσει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα, ιδιαίτερα όταν τα ουσιώδη γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα και η μαρτυρία της μιας πλευράς, κατόπιν εξέτασης και κατανόησης της, διαφανεί ότι «...is simply incredible...» και ότι οι εκεί προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, συνιστούν απλά μια προσπάθεια να «θολώσει το τοπίο» με ένα «νέφος αμφισβητήσεων» (a cloud of objections on affidavits). (βλ. Χατζηγαβριήλ ανωτέρω και κατ' αναλογία, Re a Company No. 006685 of 1996 ανωτέρω) και ως Re Claybridge Shipping Company SA [1981] Com LR 107). ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΘΕΣΕΙΣ ΝΑ ΕΙΙΑ ΑΔΙΑΜΦΙΣΒΗΤΗΤΗΑ ΚΑΙ ΝΑ ΣΥΝΙΣΤΟΥΝ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ (FACTUAL) ΠΛΑΙΣΙΟ ΠΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΙΤΗΣΗ Μεταξύ ARRICANO και STOCKMAN έχει ανακύψει μια συμβατική - οικονομική διαφορά η οποία περιστρέφεται γύρω από την ιδιοκτησία και/ή την αξία των 1601 επίμαχων μετοχών στην ASSOFIT. Η διαφορά αυτή ξεκίνησε να δικάζεται το 2010 σε μία τουλάχιστο διαιτησία στην Αγγλία, στα πλαίσια της οποίας διαιτησίας έχουν μέχρι σήμερα εκδοθεί διάφορες αποφάσεις. Ενόσω εκκρεμούσε η εν λόγω διαιτησία, η STOCKMAN μεταβίβασε τις επίμαχες μετοχές στη θυγατρική της εταιρεία ALTHOR, και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η εν λόγω μεταβίβαση αποτέλεσαν αντικείμενο ενασχόλησης του Άγγλου διαιτητή, ο οποίος στις 05/05/16 εξέδωσε την «Έβδομη Διαιτητική απόφαση» του. Με την εν λόγω απόφαση, ως αυτή διορθώθηκε στις 07/06/16, ο Άγγλος διαιτητής διέταξε την STOCKMAN όπως μεταβιβάσει ή προκαλέσει τις θυγατρικές της εταιρείες να μεταβιβάσουν στην ARRICANO τις επίμαχες μετοχές προς εκτέλεση έτσι της συμφωνίας που η τελευταία φαίνεται να είχε με την STOCKMAN. Με την ίδια απόφαση αντιμετωπίστηκε και το ενδεχόμενο η STOCKMAN να μη συμμορφωθεί με την εν λόγω διαταγή, αφού ο διαιτητής έδωσε το δικαίωμα στην ARRICANO όπως σε περίπτωση που δεν της μεταβιβαστούν οι μετοχές, να του ζητήσει όπως της επιδικάσει αποζημιώσεις αντί ειδική εκτέλεση της συμφωνίας, θέμα το οποίο ο Άγγλος διαιτητής επιφυλάχθηκε να το αποφασίσει αναλόγως του αν θα υπήρχε ή όχι συμμόρφωση από πλευράς STOCKMAN. Με το που εκδόθηκε η «Έβδομη Διαιτητική Απόφαση», η ARRICANO καταχώρησε στις 31/05/16 στην Κύπρο τη Γενική Αίτηση XXXXX/16, την οποία χαρακτήρισε ως επικουρική της διαιτησίας διαδικασία, και ισχυριζόμενη εκεί ότι θα επιχειρούσε να εγγράψει στην Κύπρο την «Έβδομη Διαιτητική Απόφαση» και ότι παρά την έκδοση της εν λόγω απόφασης η διαιτησία στην Αγγλία δεν είχε ολοκληρωθεί διότι εκκρεμούσε ακόμη να αποφασιστεί εκεί το θέμα των αποζημιώσεων που αυτή θα δικαιούται αν η STOCKMAN δεν της μεταβιβάσει ή δεν προκαλέσει να της μεταβιβαστούν οι επίμαχες μετοχές, ζήτησε «.διατάγματα παγοποίησης σε σχέση με τις επίμαχες 1601 μετοχές, μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών ενώπιον του LCIA.». Μεταξύ των διαταγμάτων που ζητά σ' εκείνη τη Γενική Αίτηση η ARRICANO ως τελικές θεραπείες και τα οποία διατάγματα φαίνεται να έχουν εκδοθεί επί προσωρινής βάσης και να εξακολουθούν μέχρι σήμερα να ισχύουν, είναι και διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στην STOCKMAN και/ή στην ALTHOR από του να «.επιτρέψουν και/ή προβούν σε οποιαδήποτε αλλαγή και/ή καταχώρηση στο μητρώο μελών της ASSOFIT. σε σχέση με οποιαδήποτε μεταβίβαση των μετοχών στην εταιρεία ASSOFIT που είναι και/ή ήταν εγγεγραμμένες επ' ονόματι της (STOCKMAN) και/ή της ALTHOR που είναι υπό τον πλήρη έλεγχο αυτής.». Εκκρεμούσης της εκδίκασης της Γενικής Αίτησης XXXXX/16, η ARRICANO καταχώρησε στις 31/10/16 στην Κύπρο άλλη Γενική Αίτηση, ήτοι τη Γενική Αίτηση XXXXX/16, στην οποία διάδικοι ήταν μόνο η ARRICANO και η STOCKMAN. Στα πλαίσια εκείνης της διαδικασίας η ARRICANO, ισχυριζόμενη ότι η «Έβδομη Διαιτητική Απόφαση» ήταν οριστική και δεσμευτική για τα μέρη, πέτυχε στις 03/04/18 όπως της δοθεί άδεια να εγγράψει και να εκτελέσει στην Κύπρο τη σχετική διαιτητική διαταγή ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας της με την STOCKMAN για μεταβίβαση των επίμαχων μετοχών στο όνομα της καθώς επίσης και την επιφύλαξη του διαιτητή όπως αποφασίσει σε μελλοντικό στάδιο τις αποζημιώσεις που θα δικαιούται η ARRICANO σε περίπτωση που η STOCKMAN δεν συμμορφωθεί. Μέχρι σήμερα, και τουλάχιστον μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, τα εκδοθέντα διατάγματα στη XXXXX/16 όσο και το εγγεγραμμένο στα πλαίσια της XXXXX/16 διάταγμα της Έβδομης Διαιτητικής απόφασης εξακολουθούν να βρίσκονται σε ισχύ. Παρά ταύτα, καμία εκ των STOCKMAN ή ALTHOR δεν έχει υπογράψει οποιοδήποτε έντυπο μεταβίβασης των επίμαχων μετοχών προς την ARRICANO, ούτε η ASSOFIT έχει λάβει από τη STOCKMAN ή την ALTHOR οποιοδήποτε έντυπο μεταβίβασης των επίμαχων μετοχών προς την ARRICANO και οι επίμαχες μετοχές εξακολουθούν να είναι μέχρι σήμερα εγγεγραμμένες επ' ονόματι της ALTHOR η οποία και κατέχει τα σχετικά πιστοποιητικά μετοχών. Αυτή δε την εικόνα πραγμάτων είναι και που το μητρώο μελών της ASSOFIT παρουσιάζει μέχρι σήμερα. Υπό το φως λοιπόν του πιο πάνω αδιαμφισβήτητου πραγματικού πλαισίου που περιβάλλει την υπό κρίση αίτηση και με γνώμονα τις προαναφερόμενες νομικές αρχές, παρατηρώ τα εξής. Η παρούσα αφορά σε αίτημα διόρθωσης μητρώου κυπριακής εταιρείας, με το ίδιο το μητρώο να βρίσκεται στην Κύπρο. Το αίτημα αυτό καθ' αυτό παρουσιάζεται να εδράζεται πρωτίστως στη βάση δικαιώματος που φαίνεται να προκύπτει από κάποια συμφωνία μεταξύ της ARRICANO και της STOCKMAN, η οποία συμφωνία, αν και δεν έχει τεθεί ενώπιον μου είναι εντούτοις κοινώς αποδεκτό ότι διέπεται από ρήτρα αλλοδαπής διαιτησίας εξ' ου και τα μέρη έχουν ήδη οδηγηθεί από το 2010 σε διαιτησία στην Αγγλία. Δικαιοδοσία επομένως να επικαλεστεί την εν λόγω συμφωνία ώστε να διορθώσει το μητρώο της ASSOFIT στα πλαίσια της παρούσας εταιρικής αίτησης, το παρών Δικαστήριο δεν έχει. Το υπό κρίση αίτημα όμως παρουσιάζεται να εδράζεται και επί της κατάστασης πραγμάτων που έχει δημιουργηθεί στην Κύπρο μετά και την εγγραφή της «Έβδομης Διαιτητικής Απόφασης». Ποια είναι όμως αυτή η κατάσταση πραγμάτων και πώς είναι που δικαιολογεί, αν δικαιολογεί, την ανάληψη δικαιοδοσίας από το παρόν Δικαστήριο και την άσκηση της εξουσίας του για έγκριση του αιτήματος στα πλαίσια εταιρικής αίτησης με βάση το αρ.111 Κεφ.113; Όταν οι επίμαχες μετοχές μεταβιβάστηκαν από την STOCKMAN στην ALTHOR προφανώς η τελευταία έλαβε και τα σχετικά πιστοποιητικά μετοχών με τη σφραγίδα της ASSOFIT αλλά και το μητρώο μελών της τελευταίας διαμορφώθηκε ανάλογα ώστε να παρουσιάζει αυτήν ακριβώς την εικόνα, ήτοι την ALTHOR πλέον ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτη των επίμαχων μετοχών. Με την Γενική Αίτηση XXXXX/16 η ARRICANO επεδίωξε και επιδιώκει όπως το μητρώο μελών της ASSOFIT παραμείνει να παρουσιάζει αυτή την εικόνα «.μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών ενώπιον του LCIA.», ήτοι να παρουσιάζει την ALTHOR ως εγγεγραμμένη μέτοχο και η ARRICANO φαίνεται να έχει ήδη καταφέρει να διατηρήσει αυτή την κατάσταση πραγμάτων με δικαστική μάλιστα σφραγίδα αφού έχει ήδη καταφέρει να εξασφαλίσει «.διατάγματα παγοποίησης σε σχέση με τις επίμαχες 1601 μετοχές.». Μάλιστα δε, ένα από τα διατάγματα που φαίνεται να έχει εξασφαλίσει προσωρινά η ARRICANO ή τουλάχιστο που θέλει να εξασφαλίσει στο διηνεκές, είναι και διάταγμα με το οποίο ν' απαγορεύεται στην STOCKMAN και/ή στην ALTHOR από του να «.επιτρέψουν και/ή προβούν σε οποιαδήποτε αλλαγή και/ή καταχώρηση στο μητρώο μελών της ASSOFIT. σε σχέση με οποιαδήποτε μεταβίβαση των μετοχών στην εταιρεία ASSOFIT που είναι και/ή ήταν εγγεγραμμένες απ' ονόματι της (STOCKMAN) και/ή της ALTHOR που είναι υπό τον πλήρη έλεγχο αυτής.». Την ίδια στιγμή όμως, η ARRICANO έχει εξασφαλίσει μέσω της Γενικής Αίτησης 416/16 και δικαστικό διάταγμα που διατάσσει την STOCKMAN όπως της μεταβιβάσει ή όπως προκαλέσει να της μεταβιβαστούν οι επίμαχες μετοχές στο όνομα της με όλες τις αλλαγές που η συμμόρφωση με ένα τέτοιο διάταγμα συνεπάγεται για το μητρώο μελών της ASSOFIT. Υπενθυμίζω ότι λόγω της εγγραφής του στην Κύπρο, το διαιτητικό διάταγμα της «Έβδομης Διαιτητικής Απόφασης» θεωρείται από τις 03/04/18 και μέχρι σήμερα διάταγμα αναγνωρισμένο και άμεσα εκτελεστό εντός των ορίων της Κυπριακής Δημοκρατίας ως δικαστικό πλέον διάταγμα (βλ. μεταξύ άλλων ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ ΜΕΤΟΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΟΙΚΤΟΥ ΤΥΠΟΥ - ΔΙΑΚΛΑΔΙΚΗ ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ «URALMETPROM» INTERDEPARTMENTAL CONCERN OAO URALMETPROM ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ BESUNO LTD, ECLI:CY:AD:2014:A123, Πολιτική Έφεση Αρ. 269/2009, 20/2/2014). Ενώ όμως συνεχίζουν να ισχύουν και να προωθούνται παράλληλα αμφότερα τα διατάγματα που εξασφάλισε η ARRICANO στις χωριστές και ανεξάρτητες Γενικές Αιτήσεις XXXXX/16 και 266/16 και ενώ συνεχίζει να επιδιώκεται η έκδοση των διαταγμάτων που ζητούνται με την XXXXX/16 ως τελικές θεραπείες διότι κατά την ARRICANO η διαιτησία στην Αγγλία δεν έχει ολοκληρωθεί αφού παραμένει να αποφασιστούν εκεί οι αποζημιώσεις που αυτή θα δικαιούται σε περίπτωση που η STOCKMAN δεν συμμορφωθεί με το διαιτητικό διάταγμα που έχει πλέον εγγραφεί μέσω της XXXXX/16, η ARRICANO επιδιώκει με την παρούσα αίτηση όπως ταυτόχρονα διαταχθεί η μεταβολή του μητρώου της ASSOFIT ώστε να την παρουσιάζει εκείνη ως εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη των επίμαχων μετοχών σε αντικατάσταση της ALTHOR. Πώς θα μπορούσε όμως να διαταχθεί στην παρούσα διαδικασία η διόρθωση του μητρώου της ASSOFIT όταν κατόπιν αίτησης της ίδιας της ARRICANO έχει διαταχθεί και επιδιώκεται να διαταχθεί δικαστικώς στο διηνεκές όπως η υφιστάμενη εικόνα του μητρώου αυτού παραμείνει ως έχει «.μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών ενώπιον του LCIA.», οι οποίες διαδικασίες, σύμφωνα με τα όσα ακόμη και σήμερα προωθεί η ARRICANO στη XXXXX/16, δεν έχουν ολοκληρωθεί; Θα μπορούσε ίσως να επιχειρηματολογηθεί, όπως έχει επιχειρηματολογηθεί στην παρούσα από τον κ. Κώστα, ότι επειδή η XXXXX/16 είναι επικουρικής φύσης διαδικασία, σκοπός της είναι διατηρήσει την κατάσταση πραγμάτων μέχρι να τελεσφορήσουν οι αποφάσεις της διαιτησίας και συγκεκριμένα η «Έβδομη Διαιτητική Απόφαση». Και έτσι όμως να έχουν τα πράγματα, κάτι βεβαίως που θα πρέπει να εξεταστεί σ' εκείνες τις διαδικασίες, η απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα δεν μπορεί κατά την κρίση μου παρά να είναι αρνητική. Εξηγώ. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι τα διατάγματα που έχουν εκδοθεί στις χωριστές και ανεξάρτητες Γενικές Αιτήσεις XXXXX/16 και XXXXX/16 αποκλείουν το ένα την εφαρμογή του άλλου αφού το ένα απαγορεύει στην STOCKMAN και την ALTHOR από του να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια που θα μεταβάλει την υφιστάμενη εικόνα του μητρώου της ASSOFIT το οποίο παρουσιάζει την ALTHOR ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτη των επίμαχων μετοχών και το άλλο διατάσσει την STOCKMAN, και μέσω της οποιαδήποτε θυγατρική της εταιρεία όπως είναι η ATLHOR, να προβεί ουσιαστικά σε τέτοιες ενέργειες ώστε η ARRICANO να αντικαταστήσει τον υφιστάμενο ιδιοκτήτη των επίμαχων μετοχών και έτσι αναπόφευκτα να προκαλέσει τη μεταβολή της υφιστάμενης εικόνας του μητρώου μελών της ASSOFIT. Αν τώρα μπορεί να θεωρηθεί ότι τα διατάγματα αυτά δύναται να συνυπάρχουν, π.χ. λόγω της επικουρικής φύσης της XXXXX/16, τότε εξυπακούεται ότι μέχρι να τελεσφορήσει η διαταγή της XXXXX/16 και να μεταβιβαστούν οι επίμαχες μετοχές στην ARRICANO, το υφιστάμενο μητρώο της ASSOFIT δεν πρέπει και δεν μπορεί να μεταβληθεί συνεπεία του διατάγματος που η ARRICANO εξασφάλισε στα πλαίσια της στη 266/
  2. Όπως όμως η ARRICANO ισχυρίζεται ότι μόνο η συμμόρφωση με το διάταγμα της XXXXX/16 και η μεταβίβαση των επίμαχων μετοχών στο όνομα της ή τουλάχιστο η υπογραφή των σχετικών εντύπων μεταβίβασης και παράδοση τους στην ASSOFIT, θα συνεπάγεται επιτυχή ολοκλήρωση του επικουρικού σκοπού της 216/16, έτσι και για σκοπούς της παρούσας αίτησης, μόνο αν υπάρξει συμμόρφωση με το διάταγμα της XXXXX/16 και μεταβιβαστούν οι επίμαχες μετοχές ή τουλάχιστο υπογραφούν τα σχετικά μεταβιβαστικά έντυπα θα μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά αδιαμφισβήτητο γεγονός το ποιος είναι πραγματικά ο ιδιοκτήτης των επίμαχων μετοχών και το πρόσωπο που η ASSOFIT θα πρέπει να καταχωρήσει στο μητρώο ως τέτοιο μέτοχο ώστε να μπορεί στη συνέχεια να εξεταστεί και το κατά πόσο αδικαιολόγητα δεν διορθώνεται το μητρώο. Όσο όμως η ASSOFIT δεν παραλαμβάνει από τις STOCKMAN και ALTHOR τα κατάλληλα μεταβιβαστικά έγγραφα ώστε να θεωρείται νόμιμη η καταχώρηση μεταβίβασης μετοχών στην ARRICANO (βλ. αρ. 73 Κεφ.113), το μητρώο μελών δεν μπορεί να διορθωθεί στα πλαίσια μιας συνοπτικής εταιρικής διαδικασίας. Αυτό γιατί για να διαταχθεί υπό αυτές τις περιστάσεις η αιτούμενη διόρθωση, είτε θα πρέπει οι αλλοδαπές STOCKMAN και ALTHOR να υποχρεωθούν σε συμμόρφωση με την αγγλική διαιτητική απόφαση ή με το διάταγμα της XXXXX/16, διαδικασίες όμως οι οποίες, λόγω κυρίως του αλλοδαπού στοιχείου που τις περιβάλλει, εκφεύγουν της δικαιοδοσίας, αν όχι των κυπριακών δικαστηρίων, τουλάχιστο της δικαιοδοσίας που έχει το παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, είτε, να εξεταστούν και να αποφασιστούν πρώτα τα εκατέρωθεν inter partes δικαιώματα επί των εν λόγω μετοχών εφόσον η ALTHOR δεν ήταν διάδικος σε καμία διαδικασία, οπόταν και το θέμα πλέον θα εκφύγει της συνοπτικής εταιρικής διαδικασίας αφού θα είναι πλέον κατάλληλο μόνο για τη διαδικασία της συνήθους πολιτικής αγωγής (βλ. κατ' αναλογία Σχολαί Φρειδερίκου ανωτέρω). Η αναφορά που γίνεται στον Palmer's ότι η διόρθωση μπορεί να γίνει ακόμη και εκεί όπου υπάρχει διαφορά μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή των μετοχών - «.where there was a dispute between the vendor and purchaser of shares.», και την οποία επικαλέιται η ARRICANO για να υποστηρίξει το υπό κρίση αίτημα της, δεν υποδηλοί οτιδήποτε το διαφορετικό και σίγουρα δεν υποδηλοί αυτό που υποστηρίζει η ARRICANO, ήτοι ότι στα πλαίσια της παρούσας συνοπτικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να της αποδώσει τα δικαιώματα της χωρίς να χρειάζεται το θέμα να κριθεί σε τακτική διαδικασία αγωγής. Τα πιο πάνω μάλιστα επιβεβαιώνονται και από την απόφαση του Ανακτοσυμβουλίου στην υπόθεση Nilon Limited and another (Appellants) v Royal Westminster Investments S.A. and others (Respondents) (British Virgin Islands) [2015] UKPC 2 στην οποία με έχει παραπέμψει η ίδια η πλευρά της ARRICANO και η οποία υπόθεση αφορούσε σε διαφορά που είχε ανακύψει στα πλαίσια κατ' ισχυρισμό συμφωνίας που συνήφθη για τη μεταβίβαση κάποιων μετοχών συγκεκριμένης ημεδαπής εταιρείας μεταξύ του αλλοδαπού ιδιοκτήτη-πωλητή των μετοχών από τη μια και των αγοραστών παραπονουμένων από την άλλη, με τους τελευταίους να ισχυρίζονται ότι δικαιούνταν εκείνοι να καταστούν ιδιοκτήτες των μετοχών. Εξηγώ. Όπως και στην παρούσα υπόθεση έτσι και στη Nilon, η οποία να σημειωθεί ότι αφορούσε σε αγωγή και όχι σε εταιρική αίτηση και στην οποία μάλιστα είχαν ανταλλαχθεί και δικόγραφα του τύπου έκθεσης απαίτησης και υπεράσπισης, οι παραπονούμενοι ισχυρίζονταν ότι είχαν συνάψει συμφωνία με κάποιο αλλοδαπό πρόσωπο για μεταβίβαση επ' ονόματι τους συγκεκριμένων μετοχών που αυτός κατείχε σε μια ημεδαπή εταιρεία. Επειδή όμως ο εν λόγω αλλοδαπός ιδιοκτήτης ουδέποτε τήρησε τη συμφωνία και ουδέποτε εκτέλεσε προς όφελος των παραπονουμένων οποιαδήποτε έγγραφα μεταβίβασης μετοχών, οι τελευταίοι, ισχυριζόμενοι ότι είχε παραβιαστεί η συμφωνία τους, αξίωσαν με την αγωγή τους εναντίον του αλλοδαπού ιδιοκτήτη διάταγμα ειδικής εκτέλεσης για να τους μεταβιβάσει τις επίδικες μετοχές. Ταυτόχρονα όμως, επικαλούμενοι τις αντίστοιχες του κυπριακού αρ.111 Κεφ.113 πρόνοιες, οι παραπονούμενοι κατέστησαν συνεναγόμενη και την ημεδαπή εταιρεία και αξίωσαν εναντίον της διάταγμα διόρθωσης του μητρώου μελών της ώστε να παρουσιάζει εκείνους ως ιδιοκτήτες των μετοχών που ζητούσαν να διαταχθεί ο αλλοδαπός εναγόμενος να τους μεταβιβάσει καθώς επίσης και αποζημιώσεις αντί για ειδική εκτέλεση - «The Mahtani parties have brought proceedings in the BVI against Mr Varma for breach of a contract to procure the issue of shares in Nilon to the Mahtani parties, and against Nilon for rectification of its share register to show the Mahtani parties as shareholders. They also claim an order for specific performance of the Joint Venture Agreement, and damages in lieu of or in addition to specific performance.». Το κυριότερο εμπόδιο όμως που είχαν να υπερπηδήσουν οι εκεί παραπονούμενοι έγκειτο ακριβώς στο γεγονός ότι δεν υπήρχαν υπογραμμένα και δεόντως εκτελεσμένα έντυπα μεταβίβασης προς όφελος τους και αυτό διότι στην απουσία των εν λόγω εγγράφων, το δικαίωμα τους να καταστούν ιδιοκτήτες των επίδικων μετοχών δεν φαινόταν να είχε ακόμη αποκρυσταλλωθεί. Αυτό ήταν ουσιαστικά και το θέμα που απασχόλησε σε όλες τις δικαστικές βαθμίδες που εξετάστηκε η υπόθεση, περιλαμβανομένου και του Ανακτοσυμβουλίου και ειδικότερα το κατά πόσο υπό αυτές τις περιστάσεις θα μπορούσε να θεωρηθεί αφ' ενός ότι το Δικαστήριο των BVI ήταν το κατάλληλο forum να εκδικάσει την επίδικη διαφορά και αφ' ετέρου το κατά πόσο η περίπτωση ήταν τέτοια που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν οι αντίστοιχες με το αρ.111 Κεφ.113 πρόνοιες της νομοθεσίας των BVI. Εξετάζοντας το κατά πόσο το Δικαστήριο των BVI ήταν το κατάλληλο forum να εκδικάσει την επίδικη διαφορά, το Ανακτοσυμβούλιο υπενθύμισε κατ' αρχή την αρχή ότι το κατά πόσο ένα Δικαστήριο είναι το κατάλληλο forum αποφασίζεται και με βάση το πού συνήφθη η επίδικη συμφωνία αλλά και με το πού βρίσκεται η μαρτυρία που θα παρουσιαστεί κατά την ακρόαση. Λαμβανομένου συνεπώς υπόψη ότι για να μπορέσει υπό τις περιστάσεις να αποκρυσταλλωθεί το κατ' ισχυρισμό δικαίωμα των παραπονουμένων να καταστούν ιδιοκτήτες των επίδικων μετοχών και κατ' επέκταση να επιλυθεί η επίδικη διαφορά, θα έπρεπε πρώτα να αποκρυσταλλωθούν τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης μέσω της μαρτυρίας που θα προσκομιζόταν κατά την ακρόαση και συγκεκριμένα τα γεγονότα που περιέβαλλαν την κατ' ισχυρισμό συμφωνία με τον αλλοδαπό ιδιοκτήτη και ότι η εν λόγω μαρτυρία βρισκόταν και παρέπεμπε στην Αγγλία και όχι στα BVI, το Ανακτοσυμβούλιο έκρινε ότι το Δικαστήριο του BVI δεν ήταν το κατάλληλο forum για την επίλυση της συγκεκριμένη διαφοράς: «. In the search for the appropriate forum the question of the location of witnesses will be an important factor, and has been described as a core factor: see VTB Capital Plc v Nutritek International Corporation [2013] UKSC 5, [2013] AC 337, at para 62, per Lord Mance.. the determination of the dispute between the Mahtani parties and Mr Varma would largely involve questions of fact.the issues would be largely factual concerning the terms, if any, on which they agreed to participate in the ownership and management of Nilon, and evidence as to what was said at the meeting in Rochester, Kent would be important, but also important would be documentary evidence of subsequent dealings.the witnesses (including Mr Mata and Mr Surana, the managing director and secretary of Nilon, and who were said to be involved in the formation and performance of the Joint Venture Agreement) would be mainly in England.» Ως προς το δεύτερο θέμα, ήτοι το κατά πόσο στην απουσία δεόντως υπογραμμένων και εκτελεσμένων εγγράφων μεταβίβασης θα μπορούσε να διαταχθεί η διόρθωση μητρώου εταιρείας στη βάση των αντίστοιχων με το αρ.111 Κεφ.113 προνοιών της νομοθεσίας των BVI, που είναι και το σημαντικότερο μέρος του λόγου της Nilon για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, το Ανακτοσυμβούλιο, με παραπομπή σε Αγγλική νομολογία από το 1800, η οποία νομολογία αφορούσε αιτήματα διόρθωσης μητρώου στη βάση διαφορών που είχαν ανακύψει μεταξύ «πωλητή» και «αγοραστή» - «.where there was a dispute between the vendor and purchaser of shares.», αποφάσισε ότι οι διαδικασίες διόρθωσης μητρώου με βάση τις πρόνοιες της εταιρικής νομοθεσίας μπορούν να ενεργοποιηθούν μόνο όταν ο αιτητής έχει αποκτήσει δικαίωμα στην εγγραφή συνεπεία μιας έγκυρης μεταβίβασης τίτλου και όχι απλά ένα δικαίωμα που ενδέχεται να αποκτήσει συνεπεία ενός διατάγματος ειδικής εκτέλεσης μιας συμφωνίας. Το δικαίωμα του να εγγραφεί ως μέτοχος ο αιτητής θα το αποκτήσει, σύμφωνα με το Ανακτοσυμβούλιο, μόνο όταν κατόπιν διατάγματος εκδοθούν και διατεθούν προς όφελος του οι επίμαχες μετοχές και όχι προηγουμένως:
  3. The great majority of the cases on the power of the court to order rectification involve a situation where a transfer has been executed but not registered, and the applicant seeks to be put on the register: eg Re Contract Corporation, Head's Case, White's Case,
(1866)LR 3 Eq 84; Re Overend, Gurney & Co., Ward and Garfit's Case
(1867)LR 4 Eq 189; Re London, Hamburgh and Continental Exchange Bank, Ward and Henry's Case
(1867)LR 2 Ch App 431 (conflicting transfers); Smith v Charles Building Services Ltd [2006] BCC 334; Blindley Heath Investments Ltd v Bass [2014] EWHC 1366 (Ch). 41. The next largest category is cases (many of which are old cases concerning holders of partly paid shares seeking to avoid being contributories) where the applicant is already on the register but wishes to be removed, eg because the registration was effected as a result of misrepresentation (Re Scottish and Universal Bank Ltd, Ship's Case
(1865)2 DJ&S 544) or was effected without authority (Martin's Case
(1865)2 H&M 669) or was illegal because exchange control permission was not obtained (Re Transatlantic Life Assurance Co. Ltd [1980] 1 WLR 79) or bonus shares were improperly issued (Re Cleveland Trust plc [1991] BCC 33).
  1. The overwhelming majority of the cases turn on legal title..
  2. In the view of the Board, proceedings for rectification can only be brought where the applicant has a right to registration by virtue of a valid transfer of legal title, and not merely a prospective claim against the company dependant on the conversion of an equitable right to a legal title by an order for specific performance of a contract. It follows that Re Hoicrest Ltd was wrong as a matter of principle, however sensible it might have been as a matter of case management.
  3. The claim form seeks an order that the register be rectified forthwith to give effect to what is described as the true and proper state of affairs pertaining to it, in accordance with the terms of the Joint Venture Agreement, by entering the names of the Mahtani parties as the legal owners of the relevant numbers of shares in Nilon. The Mahtani parties have no such present right, which could only arise after they had been successful in their principal claim against Mr Varma, and only after he had been ordered to procure the issue and allotment of the shares to them. In these proceedings the Mahtani parties have no arguable case to a present right to rectification, and there is therefore no claim against Nilon to which Mr Varma can be a necessary and proper party.
  4. Even if, contrary to the view of the Board, proceedings for rectification could be a vehicle for deciding questions of beneficial interest or the right to specific performance of an obligation to transfer, or procure the allotment of, shares, this case is not a suitable one for the application of what has always been meant to be the summary procedure which, in the BVI, is contained in section 43 of the BVI Act.». Με άλλα λόγια, μόνο όταν υπάρχει ξεκάθαρο και αδιαμφισβήτητο μεταβιβαστικό έγγραφο δύναται η διαδικασία διόρθωσης του μητρώου να θεωρηθεί ως συνοπτικής φύσης διαδικασία και κατ' επέκταση ως εμπίπτουσα στη διακριτική εξουσία που παρέχει το αρ.111 Κεφ.113, εφόσον σε μια τέτοια περίπτωση, το δικαίωμα στις μετοχές είναι ήδη αποκρυσταλλωμένο και το μόνο που απομένει είναι η «τυπική» εγγραφή του νέου ιδιοκτήτη στο μητρώο. Εν τη απουσία όμως ενός τέτοιου μεταβιβαστικού εγγράφου, το δικαίωμα στις μετοχές δεν είναι αδιαμφησβήτητο και σε μια τέτοια περίπτωση, «.το δικαστήριο αρνείται τη χορήγηση θεραπείας στα πλαίσια της προβλεπόμενης από το άρθρο 111 συνοπτικής διαδικασίας και οι αιτητές αφήνονται να επιζητήσουν θεραπεία με αγωγή.» (βλ. Σχολαί Φρειδερίκου ανωτέρω). Άλλωστε, δυνάμει των προνοιών του αρ.73 Κεφ.113, η απουσία δεόντως υπογραμμένου και εκτελεσμένου μεταβιβαστικού εγγράφου δύναται να θεωρηθεί ως νόμιμη δικαιολογία και για την άρνηση της εταιρείας να προβεί στην αιτούμενη καταχώρηση στο μητρώο της. Σημειώνω εδώ ότι στη Nilon, το Ανακτοσυμβούλιο έκρινε ότι στο βαθμό που η Re Hoicrest Ltd [2000] 1 BCLC 194, στην οποία παρέπεμψε και η Σχολαί Φρειδερίκου ανωτέρω, άφηνε περιθώριο για μια πιο «ελαστική» εφαρμογή των επίμαχων εταιρικών προνοιών, αυτή ήταν εσφαλμένη - «.It follows that Re Hoicrest Ltd was wrong as a matter of principle, however sensible it might have been as a matter of case management.». Υπό το φως των πιο πάνω συνεπώς και λαμβανομένου υπόψη ότι στην παρούσα υπόθεση το μόνο που έχει προς το παρόν η ARRICANO είναι ένα δικαίωμα όπως η STOCKMAN της μεταβιβάσει τις επίμαχες μετοχές στα πλαίσια ενός διατάγματος ειδικής εκτέλεσης της μεταξύ τους συμφωνίας, ότι μέχρι σήμερα δεν έχει επιτευχθεί συμμόρφωση με το εν λόγω διάταγμα, ότι οι επίμαχες μετοχές είναι ακόμη εγγεγραμμένες επ' ονόματι της ALTHOR, ότι καμία εκ των STOCKMAN ή ALTHOR δεν έχει υπογράψει οποιοδήποτε έντυπο μεταβίβασης των επίμαχων μετοχών προς την ARRICANO, ότι ούτε η ASSOFIT έχει λάβει από τη STOCKMAN ή την ALTHOR οποιοδήποτε έντυπο μεταβίβασης των επίμαχων μετοχών προς την ARRICANO ώστε να μπορεί νόμιμα να καταχωρήσει στο μητρώο της την όποια μεταβίβαση των επίδικων μετοχών, ότι η υφιστάμενη εικόνα του μητρώου μελών της ASSOFIT, η οποία εικόνα παρουσιάζει την ALTHOR ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτη των επίμαχων μετοχών, έχει, κατόπιν αιτήματος της ίδιας της ARRICANO, διαταχθεί και επιδιώκεται να διαταχθεί να παραμείνει αναλλοίωτη «.μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών ενώπιον του LCIA.», ότι σύμφωνα με τα όσα ακόμη και σήμερα προωθεί η ARRICANO στη XXXXX/16 οι εν λόγω διαιτητικές διαδικασίες δεν έχουν ολοκληρωθεί και ότι έχει ήδη αποφασιστεί από τον Άγγλο διαιτητή ότι σε περίπτωση μη μεταβίβασης των μετοχών, η ARRICANO θα δικαιούται σε αποζημιώσεις αντί για μεταβίβαση, με το ύψος των εν λόγω αποζημιώσεων να παραμένει να αποφασιστεί από το διαιτητή, η παρούσα αίτηση, όπως και να ήθελε ιδωθεί, δεν μπορεί με βάση τις σχετικές νομικές αρχές να επιτύχει. Επισημαίνω εδώ ότι αυτό που διαφοροποιεί την παρούσα υπόθεση από την υπόθεση FAR EAST που είχα εξετάσει στο παρελθόν και στην οποία με παρέπεμψε η πλευρά της ARRICANO, είναι ότι σε εκείνη την περίπτωση, αν και όλα τα αναγκαία για τη μεταβίβαση έγγραφα «.υπογράφηκαν και εκτελέστηκαν δεόντως από τη (καταχωρημένη ιδιοκτήτρια) και την εταιρεία και παραδόθηκαν στους αιτητές.», η εκεί επηρεαζόμενη εταιρεία δεν προχωρούσε με τη σχετική καταγραφή στο μητρώο. Διέταξα συνεπώς τη διόρθωση του μητρώου σ' εκείνη την υπόθεση διότι έκρινα ότι οι λόγοι που η εταιρεία και η μέχρι τότε εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των εκεί επίμαχων μετοχών πρόβαλλαν για να δικαιολογήσουν τη μη καταχώρηση των νέων ιδιοκτητών στο μητρώο ήταν υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης αδικαιολόγητοι και δεν συνιστούσαν τίποτε άλλο παρά μια «.προσπάθεια να «θολώσουν το τοπίο» με ένα «νέφος αμφισβητήσεων» (a cloud of objections on affidavits), τουλάχιστο σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό ύπαρξη σημαντικής διάστασης γεγονότων και πληθώρας ουσιωδών αμφισβητήσεων». Επρόκειτο δηλαδή για μια πολύ διαφορετική περίπτωση από την παρούσα, τόσο ως προς την ουσία όσο και προς τα γεγονότα της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται με ένα σετ εξόδων εναντίον της αιτήτριας ARRICANO και υπέρ της ASSOFIT, και ένα σετ εξόδων εναντίον της ARRICANO και υπέρ των STOCKMAN και ALTHOR ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εφόσον οι θέσεις που προώθησαν η ASSOFIT από τη μια και οι STOCKMAN και ALTHOR από την άλλη, ήταν μεν ξεχωριστές αλλά την ίδια στιγμή κοινές ως προς την ουσία τους, αμφότερα τα επιδικασθέντα σετ εξόδων θα είναι μειωμένα κατά το ήμισυ. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Γεωργίου Ανδρέας και Άλλη ν. Σχολαί Φρειδερίκου Λτδ. και Άλλου
(2004)1 ΑΑΔ 866 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.