← Κύπρος

ΜΑΣΩΝΙΔΟΥ ν. ΙΩΑΝΝΟΥ, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ, Αρ. Αγωγής: 2288/20, 27/11/2020

ΜΑΣΩΝΙΔΟΥ ν. ΙΩΑΝΝΟΥ, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ, Αρ. Αγωγής: 2288/20, 27/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A549 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2288/20 Μεταξύ: XXXXX ΜΑΣΩΝΙΔΟΥ Ενάγουσα και XXXXX ΙΩΑΝΝΟΥ, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ Εναγόμενου Ημερομηνία: 27/11/2020 Αίτηση ημερομηνίας 27/08/2020 για προσωρινά διατάγματα Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κ. Χρ. Κληρίδης με κα Λ. Μασωνίδου για Χριστόδουλο Γ. Βασιλειάδη & Σια ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο/Καθ' ου η Αίτηση: κ. Χρ. Χριστοδούλου για Μ. Ξ. Ιωάννου & Συνεργάτες --------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρισε η Ενάγουσα στις 27/08/2020, ζητά όπως αναγνωριστεί ως η αποκλειστική δικαιούχος της κινητής και ακίνητης ιδιοκτησίας την οποία κατέλειπε ο αποβιώσας Ανδρέας Κωνσταντινίδης (στη συνέχεια «ο αποβιώσας»), δυνάμει, κατ' ισχυρισμόν, εμπιστεύματος (ρητού και/ή εξυπακουόμενου και/ή εξ' επαγωγής και/ή καταληκτικού). Περαιτέρω, ζητά όπως αναγνωριστεί ως η αποκλειστική κάτοχος της κατοικίας επί της οδού XXXXX 9 στο Στρόβολο (στη συνέχεια «η κατοικία») καθώς και διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος να μεταβιβάσει επ' ονόματι της την υπό αναφορά κατοικία και όλη την υπόλοιπη κινητή και ακίνητη περιουσία του πιο πάνω αποβιώσαντα, την οποία εξειδικεύει στις Αξιώσεις Α και Γ της οπισθογράφησης. Την ίδια ημέρα, καταχώρισε την υπό εξέταση μονομερή Αίτηση, με την οποία ζητούσε προσωρινά διατάγματα με τα οποία να εμποδίζεται ο Εναγόμενος να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη ή ενέργεια που να επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την ως άνω αναφερθείσα κινητή και ακίνητη περιουσία του αποβιώσαντα, συμπεριλαμβανομένης της πώλησης ή μεταβίβασης της στο Γιώργο Κωνσταντινίδη ή σε τρίτο πρόσωπο (θεραπείες Α, Β, Δ, Ε και ΣΤ), καθώς και Διάταγμα το οποίο να διατάσσει τον Εναγόμενο να της παραδώσει την κατοχή της κατοικίας (Θεραπεία Γ). Υποδεικνύεται ότι, από λάθος στην αρίθμηση των θεραπειών, καταγράφονται δύο θεραπείες με το ίδιο γράμμα (Δ), κατά τρόπο ώστε ενώ ζητούνται επτά θεραπείες, φαίνεται ότι ζητούνται έξι (Α-ΣΤ). Το Δικαστήριο το οποίο επιλήφθηκε της Αίτησης στις 31/08/2020 εξέδωσε τα Προσωρινά Διατάγματα ως εζητούντο με την Αίτηση, υπό τον όρο ότι η Αιτήτρια θα κατέθετε προσωπική εγγύηση ύψους €100.

  1. Σημειώνεται ότι η μονομερής Αίτηση τέθηκε ενώπιον Επαρχιακής Δικαστού, λόγω του προγράμματος που ετηρείτο κατά την περίοδο των θερινών διακοπών. Ο Εναγόμενος (στη συνέχεια «Καθ' ου»), καταχώρισε Ένσταση, υποστηρίζοντας ότι δεν εδικαιολογείτο η έκδοση των διαταγμάτων. Η Αίτηση και η Ένσταση Προτού παρατεθεί σύνοψη των ισχυρισμών που προβάλλονται εκατέρωθεν, κρίνεται ορθό να καταγραφούν τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, που περιβάλλουν την υπόθεση, ως προκύπτει μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και ένσταση. Περιβάλλεται εδώ, ότι η Αίτηση υποστηρίζεται από τέσσερις ένορκες δηλώσεις, ήτοι της Αιτήτριας, της αδελφής της XXXXX Μασωνίδου (στη συνέχεια «ΛΜ»), του συζύγου της εξαδέλφης του αποβιώσαντα XXXXX Καράπας (στη συνέχεια «ΣΚ») και του XXXXX Θεοφανίδη, (στη συνέχεια «ΠΘ»), οπτικού και φίλου του αποβιώσαντα. Τα αδιαμφισβήτητα, λοιπόν, γεγονότα, έχουν ως ακολούθως: Ο αποβιώσας, πέθανε στις 26/05/
  2. Ήταν διαζευγμένος από το έτος 1985, ενώ κατά το χρόνο του θανάτου του δεν είχε τελέσει άλλο γάμο και δεν είχε αποκτήσει παιδί. Είχε ένα αδελφό, τον XXXXX Κωνσταντινίδη. Ήταν συνταξιούχος, πρώην πιλότος των Κυπριακών Αερογραμμών, έχοντας αφυπηρετήσει τον Ιούλιο
  3. Κατά το χρόνο του θανάτου του διέμενε στην ιδιόκτητη κατοικία του, ευρισκόμενη επί της οδού XXXXX Αρ. 9, στο Στρόβολο. Ήταν, επίσης, ιδιοκτήτης των οχημάτων, καταθέσεων και ομολόγων που αναφέρονται στις παραγράφους Α και Γ επί της οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος. Μετά το θάνατό του, υποβλήθηκε Αίτηση Διαχείρισης (υπ' αριθμό 1389/2020) στα πλαίσια της οποίας χορηγήθηκαν έγγραφα διαχείρισης στον Εναγόμενο, XXXXX Ιωάννου, δικηγόρο. Στην υπό αναφορά Αίτηση Διαχείρισης, κατονομάζεται ως μοναδικός κληρονόμος ο ρηθείς αδελφός του αποβιώσαντα XXXXX Κωνσταντινίδης. Ένορκη δήλωση Αιτήτριας Με τη μακροσκελή ένορκη της δήλωση, η Αιτήτρια υποστηρίζει, σε αδρές γραμμές, ότι διατηρούσε σχέση με τον αποβιώσαντα από το έτος 1997 και συμβίωναν μαζί «ως σύζυγοι» στην αναφερθείσα οικία του αποβιώσαντα μέχρι την ημέρα του θανάτου του. Υπήρξε μόνο ένα διάλειμμα διακοπής της συμβίωσης και συγκατοίκησης τους κατά την περίοδο 2000-2005 καθώς και κατά την περίοδο της καραντίνας, λόγω του κορωνοϊού, από τα μέσα Μαρτίου 2020 μέχρι τις 21 Μαΐου
  4. Για να τεκμηριώσει τη θέση της, αναφέρεται με πολλές λεπτομέρειες σε κοινές τους δραστηριότητες, εκδρομές και ταξίδια που πήγαιναν μαζί, επισκέψεις και διασκεδάσεις σε συγγενικά και φιλικά σπίτια, δώρα που αντάλλαξαν και σε πολλές άλλες εμφανίσεις τους σε διάφορα γεγονότα - γάμους, βαφτίσεις, γενέθλια κλπ - συγγενικών και φιλικών τους προσώπων. Επισυνάπτει, μάλιστα, φωτογραφικό υλικό, προσκλήσεις και αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία, κατά την εισήγησή της, αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς της (βλ. Τεκμήρια 1-3, 9-28, 33, 37, 53 κ.ά.). Αξίζει από τα πιο πάνω, να επισημανθεί πως ένα από τα δώρα που ισχυρίζεται ότι έλαβε από τον αποβιώσαντα ήταν ένα ακριβό δακτυλίδι, αξίας €11.621 που της χάρισε την παραμονή Πρωτοχρονιάς του 2008 (βλ. Τεκμήρια 14Α-Δ) το οποίο, ως αναφέρει στην παράγραφο 12, «. ήταν η επισφράγιση της σχέσης μας, ως ισότιμης με αυτή ενός παντρεμένου ζευγαριού.». Άλλα σχετικά γεγονότα τα οποία παρατίθενται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας είναι οι αναφορές στις πολύ στενές σχέσεις που είχαν με συγγενικά πρόσωπα του αποβιώσαντα, όπως με τη μητέρα του αποβιώσαντα, η οποία την αποκαλούσε «νύφη της» (απεβίωσε το έτος 2011) και η πολύ φιλική και στενή σχέση που είχαν με το ζεύγος XXXXX και XXXXX (πρώτης εξαδέλφης του αποβιώσαντα) Καράπας (βλ. παράγραφοι 19-21 Ένορκης Δήλωσης Αιτήτριας και Τεκμήρια 33-38Α-Η). Υποστηρίζει, επίσης, ότι ο αποβιώσας είχε πολύ καλές σχέσεις με την οικογένεια της ιδίας ενώ αντίθετα δεν διατηρούσε ιδιαίτερα καλή σχέση με τον αδελφό του τον οποίο ο αποβιώσας είχε βοηθήσει πολλές φορές οικονομικά. Πέραν των ανωτέρω, αναφέρεται στη στήριξη, συμπαράσταση και βοήθεια που το πρόσφερε το έτος 2018 όταν είχε ασθενήσει από τη νόσο των λεγεωνάριων όπως και κατά το Νοέμβριο 2017, όταν υποβλήθηκε σε επέμβαση μετά από ατύχημα (βλ. Τεκμήρια 4 και 5). Υποστηρίζει, επίσης, ότι συγγενικά και φιλικά τους πρόσωπα, όπως και συνάδελφοί τους, τους θεωρούσαν και τους συμπεριφέρονταν ως να ήταν κανονικό ζευγάρι. Όπως επεξηγεί, ο αποβιώσας ήταν πιλότος στις Κυπριακές Αερογραμμές ενώ η ίδια ήταν αεροσυνοδός. Όπως, μάλιστα, αναφέρει στην παράγραφο 17 της ένορκης δήλωσής της, τον επικήδειο είχε εκφωνήσει ο τέως συνάδελφος του Αλ. Σοφοκλέους. Στον επικήδειο λόγο του έκαμε αναφορά και στην ίδια, αποκαλώντας την «πιστή του συνοδοιπόρο» (βλ. Τεκμήριο 29). Επικήδειο λόγο, ως αναφέρει, εκφώνησε και η αδελφή της ΛΜ, εκ μέρους της οικογένειας του αποβιώσαντα, γιατί η ίδια, δεν ήταν σε θέση να μιλήσει «λόγω του σοκ και του πένθους της». Αναφέρεται, επίσης, σε τηλεφωνικά και γραπτά συλλυπητήρια που δέχθηκε για το θάνατο του αποβιώσαντα, όπως ανάμεσα σε άλλα, το γραπτό μήνυμα του συναδέλφου του Χρ. Χ''Αντώνη (μέρος του Τεκμηρίου 32) και τα ηλεκτρονικά μηνύματα της συζύγου πρώτου εξαδέλφου και άλλων εξαδέλφων του αποβιώσαντα (Τεκμήρια 34, 35 και 36, αντίστοιχα). Στη συνέχεια της ένορκης της δήλωσης, αναφέρεται με λεπτομέρεια στις καταθέσεις του αποβιώσαντα που προήλθαν, κυρίως, από τα ποσά που εισέπραξε κατά την αφυπηρέτησή του από το Ταμείο Προνοίας των Κυπριακών Αερογραμμών (γύρω στις €908.000) και σε κατ' ισχυρισμό κοινές αποφάσεις τους για τον αποδοτικότερο τρόπο αποταμίευσης του ποσού (βλ. παρά. 24-27 Ε/Δ και Τεκμήρια 42-44). Υποστηρίζει, συναφώς, ότι προ του κινδύνου κουρέματος του ποσού, το έτος 2013, μετά και από συμβουλές που έλαβαν, αποφάσισαν όπως το ποσό των €400.000 κατατεθεί στο όνομα του αποβιώσαντα, της ιδίας, της αδελφής της ΛΜ και της μητέρας της. Τελικά, ως αναφέρει στην παράγραφο 28, τον Ιούλιο 2017, αποφάσισαν να επενδύσουν το ποσό των €800.000 σε εξαετές κυβερνητικό ομόλογο, λόγω του τότε ευνοϊκού επιτοκίου ύψους 3,5%. Σε αρκετά σημεία της ένορκης δήλωσης της αναφέρεται σε υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις του αποβιώσαντα, τόσο στην ίδια όσο και σε φιλικά και συγγενικά της πρόσωπα, ότι θα της άφηνε όλη την περιουσία του. Αναφέρει, επίσης, ότι τη διαβεβαίωσε ότι η κατοικία του επί της οδού XXXXX ήταν και δική της και ότι μετά το θάνατό του θα ήταν αποκλειστικά δική της. Καταληκτικά υποστηρίζει πως από την ημέρα του θανάτου του αποβιώσαντα δεν μπορεί να διανυκτερεύσει στην κατοικία και διαμένει προσωρινά στην πατρική της κατοικία λόγω επεισοδίων που έλαβαν χώρα τον Μάιο και Αύγουστο 2020, κατά τα οποία ο αδελφός του αποβιώσαντα της επιτέθηκε και την εκφόβισε φραστικά κατά το επεισόδιο του Μαΐου και φραστικά αλλά και σωματικά κατά το επεισόδιο του Αυγούστου,
  5. Πλήρεις λεπτομέρειες των επεισοδίων παραθέτει στις παραγράφους 40-
  6. Αναφέρει, τέλος, πως όλα τα έξοδα της κηδείας του αποβιώσαντα τα επωμίστηκε η ίδια προσωπικά, καταθέτοντας τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία (βλ. Τεκμήρια 57-60). Ένορκη δήλωση ΛΜ Η ΛΜ, δικηγόρος και αδελφή της Αιτήτριας, ως έχει αναφερθεί πιο πάνω, επιβεβαίωσε τη βασική θέση της Αιτήτριας σε σχέση με τη συμβίωση, τις κοινές δραστηριότητες τους και την πολύ καλή σχέση που είχε ο αποβιώσας με την ίδια και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς τους. Επιβεβαιώνει, επίσης, τα επεισόδια που έλαβαν χώρα το Μάιο και Αύγουστο 2020, κατά τα οποία ο αδελφός του αποβιώσαντα φέρεται να: - επενέβη παράνομα στην κατοικία του αποβιώσαντα στις 30/05/2020, απειλώντας την Αιτήτρια, - εισήλθε παράνομα, άλλαξε κλειδαριές και έλαβε κατοχή της κατοικίας στις 24/08/2020, - ανάλογη συμπεριφορά επέδειξε και την επομένη - 25/08/2020 - ημερομηνία κατά την οποία επιτέθηκε εναντίον της Αιτήτριας στην παρουσία της και στην παρουσία του δικηγόρου της καθώς και μελών της Αστυνομίας. Πέραν των πιο πάνω, η ΛΜ καταθέτει ότι σε δύο διαφορετικές ημερομηνίας (το καλοκαίρι του 2017 και 08/03/2020, αντίστοιχα) ο αποβιώσας της είχε αναφέρει ότι είχε πρόθεση να συντάξει διαθήκη και να καταστήσει την Αιτήτρια αποκλειστική κληρονόμο της περιουσίας του. Ένορκη δήλωση ΣΚ Ο ΣΚ καταθέτει επίσης για την αρμονική σχέση της Αιτήτριας με τον αποβιώσαντα και τις στενές σχέσεις που διατηρούσαν με τους συγγενείς της Αιτήτριας. Καταθέτει, επίσης, ότι ο αποβιώσας του είχε αναφέρει ότι σκόπευε να συντάξει διαθήκη, καθιστώντας μοναδική κληρονόμο του την Αιτήτρια. Ένορκη δήλωση ΠΘ Τέλος, ο ΠΘ, στενός φίλος του αποβιώσαντα, καταθέτει για την αρμονική σχέση που είχε ο αποβιώσας με την Αιτήτρια και την εντύπωση που ο ίδιος είχε σχηματίσει, ότι δηλαδή ζούσαν και συμπεριφέρονταν ως να ήταν ανδρόγυνο. Η Ένσταση Η ειδοποίηση ένστασης βασίζεται στο Κεφ. 189 του Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Νόμου ιδίως στα άρθρα 17, 20, 29

(1)
(5)
(6)
(7), 30, 35, 36, 52, 53, 54, τον περί Διαχείρισης Περιουσιών Αποβιωσάντων Διαδικαστικό Κανονισμό του 1955 ιδίως άρθρα: 9, 16, 21, 22, 24, 25, 30, 31, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 45, στον Περί Διαθηκών και διαδοχής Νόμο Κεφ. 195 ιδίως άρθρα 4, 21, 22, 23, 24, 27, 46, 48, 49, 50 Πρώτο Παράρτημα, στον Περί Επίσημων Trustees Νόμο Κεφ. 191, στον Επιτρόπων Trustees Νόμο Κεφ. 193 ιδίως άρθρα 31, 32, 34, 35, 39, 40, 43, 47, 49, στον Περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο ιδίως άρθρα: 2, 4, 6, 13, 14, 16, στον Περί Πολιτικής Συμβίωσης Νόμο ιδίως άρθρα 4, 33, 34, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο ιδίως άρθρο 22
(3)(α)(β), 32, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 ιδίως άρθρα 4, 5, 7, 8, 9 στη Δ. 48 Θ.1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών ως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, στην Δ. 39 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών ως επίσης και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η παρούσα ένσταση είναι οι ακόλουθοι:
  1. Η αίτηση δεν παρέχει βάση για εξέταση Δικονομικά υπαρκτού θέματος και κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί ως ανυπόστατη και/ή ως ουσιαστικά παράτυπη.
  2. Η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει όλα τα έγγραφα και γεγονότα της υπόθεσης ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου.
  3. Το Δικαστήριο που εξέδωσε το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 3/8/20 στερείτο δικαιοδοσίας και/ή υπερέβη την δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου καθ' ύλη.
  4. Η παρούσα αγωγή 2288/20 και κατ' επέκταση το προσωρινό διάταγμα ημερ. 3/8/20 βρίσκεται εκτός του δικαιοδοτικού πλαισίου της θεσμοθετημένης δια νόμου και κανονισμών Διαχείρισης Κληρονομιών.
  5. Τα αιτητικά τόσο της αγωγής όσο και της αίτησης για προσωρινό διάταγμα και οι ζητούμενες θεραπείες βρίσκονται εκτός θεσμοθετημένης διαδικασίας Διαχείρισης Κληρονομιών.
  6. Το παρόν Δικαστήριο είτε στην καθ' ύλη αρμοδιότητα ως Επαρχιακό Δικαστήριο είτε στην καθ' ύλη αρμοδιότητα Προέδρου Δικαστηρίου στερείται δικαιοδοσίας καθ' ύλην.
  7. Η έκδοση του προσωρινού διατάγματος από Επαρχιακό Δικαστή δεν θεραπεύει την έλλειψη αρμοδιότητας καθ' ύλης με μεταγενέστερη συνέχιση του διατάγματος από Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου.
  8. Επί της ουσίας τόσο της αγωγής όσο και του προσωρινού διατάγματος δεν έχει καταδεχθεί εκ πρώτης όψεως πως νομοθετικά η Αιτήτρια - ενάγουσα έχει καλή βάση αγωγής, πως εμποδίζεται η Αιτήτρια να συμμετέχει στη θεσμοθετημένη διαδικασία Διαχείρισης Κληρονομιών και πως είναι αδύνατο ή δύσκολο να της απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
  9. Δεν υπάρχουν οι απαραίτητες κατά νόμο προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Η υποστηρικτική ένορκη δήλωση υπογράφεται από τον ίδιο τον Εναγόμενο, δικηγόρο XXXXX Ιωάννου, υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα. Σ' αυτήν, αναφέρει πως από την πείρα και τις γνώσεις του ως δικηγόρος πέραν από 30 χρόνια «. η αίτηση στην ένορκη δήλωση δεν συμμορφώνεται με ορισμένα κριτήρια που θέτει η θεσμοθετημένη διαδικασία προκειμένου το Δικαστήριο να έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της παρούσης», παραθέτοντας αυτολεξεί τους πιο πάνω λόγους Ένστασης. Πέραν τούτου, επεξηγεί τους λόγους ως ακολούθως: «. Με άλλα λόγια δεν έχουμε κάποια προβλεπόμενη αγωγή στο πλαίσιο της διαχείρισης ή πρωτογενή αίτηση βασιζόμενη σε θεραπείες του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών νόμου ή κανονισμών και παραβιάζονται οι ανωτέρω νόμοι καθώς υπάρχει υπέρβαση δικαιοδοσίας αφού η δικαιοδοσία Επαρχιακού Δικαστή είναι €100.000 και η περιουσία του αποβιώσαντος είναι πέραν των €3.000.
  10. Η δε εγγύηση που υπογράφηκε από την αιτήτρια όταν εκδόθηκε μονομερώς το διάταγμα δεν είναι ικανοποιητική για την προστασία της κληρονομίας σε περίπτωση ζημιάς της περιουσίας. Επίσης το Επαρχιακό Δικαστήριο στην δικαιοδοσία Επαρχιακού Δικαστή ουσιαστικά διατάσσει και/ή ακυρώνει ανώτερο του Δικαστήριο με την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος καταστρατηγώντας τόσο το διάταγμα του εκτελεστή όσο και την ίδια θεσμοθετημένη διαδικασία εισάγοντας νέα διαδικασία κληρονομικών διαφορών. Τέλος, η αιτήτρια - ενάγουσα πέραν του ότι συζητά και ζητά θεραπείες έξω από την Διαχείριση, δεν έχει καταδείξει με την Ε/Δ της πως νόμιμα και με ποια νομοθεσία αντλεί δικαιώματα trustee, σε ποια έκταση, με ποια συνεισφορά και υπό ποια ιδιότητα. Το αντίθετο, οι ποιο πάνω νομοθεσίες αντιστρατεύονται το δικαίωμα και/ή το όποιο δικαίωμα ισχυρίζεται πως έχει». Όσον αφορά τα γεγονότα που σχετίζονται με το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας, τη συμβίωση της με τον αποβιώσαντα, την όλη σχέση τους και τις κατ' ισχυρισμό υποσχέσεις του αποβιώσαντα για να την καθιστούσε αποκλειστική κληρονόμο, δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός, σχόλιο ή/και άρνηση των γεγονότων που προβάλλονται με τις ένορκες δηλώσεις της Αιτήτριας και των άλλων προσώπων που υποστήριξαν με τις ένορκης δηλώσεις τους, τους ισχυρισμούς και τις θέσεις της Αιτήτριας. Η μόνη διαφωνία περιορίζεται στη νομική αντίκριση του αγώγιμου δικαιώματος, τόσο όσον αφορά τον τύπο, όσο και την ουσία του (βλ. παρά. 3 Ε/Δ). Οι αγορεύσεις των συνηγόρων Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας κατέθεσε εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση, υποστηρίζοντας ότι ουδείς από τους λόγους Ένστασης ευσταθεί. Ειδικότερα, αφού προβαίνει σε εκτενή ανάλυση της μαρτυρίας που έχει κατατεθεί προς υποστήριξη της Αίτησης, επισημαίνει ότι: - Οι αξιώσεις της Ενάγουσας στηρίζονται στη δημιουργία καταπιστεύματος προς όφελος της από τον αποβιώσαντα ενόσω αυτός ήταν εν ζωή και αφορά ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία του. - Ορθά, κατά την εισήγηση του συνηγόρου, καταχωρίστηκε η παρούσα αγωγή με την οποία η Αιτήτρια επικαλείται την εφαρμογή του Δικαίου της επιείκειας, λόγω της δημιουργίας του κατ' ισχυρισμό καταπιστεύματος. - Σε σχέση με τους λόγους Ένστασης υποδεικνύει πως ουδεμία εξειδίκευση υπάρχει και σε κάθε περίπτωση δεν ευσταθούν. - Συγκεκριμένα και καθόσον αφορά το λόγο ένστασης για υπέρβαση της καθ' ύλην δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστή που εξέδωσε το προσωρινό διάταγμα, παρέπεμψε στο άρθρο 22 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, υποδεικνύοντας τις πρόνοιες της παρά. 4(β) και επικαλούμενος σχετική επί του θέματος νομολογία. - Όσον αφορά το λόγο ένστασης με βάση τον οποίο το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να αποδώσει τις αξιούμενες θεραπείες, επειδή δεν ηγέρθηκαν με το ορθό ένδικο μέσο, ο συνήγορος επανέλαβε τη φύση της αξίωσης της Ενάγουσας, υποστηρίζοντας πως οι επίδικες αξιώσεις δεν θα μπορούσαν να εγερθούν στα πλαίσια διαχείρισης ή πρωτογενούς Αίτησης. Στη συνέχεια της αγόρευσης του ο συνήγορος πραγματεύεται τις προϋποθέσεις του άρθρου 32, υποστηρίζοντας με αναφορά και στη νομολογία, πως με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία που έχει προσκομίσει η Αιτήτρια, πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις και κατά συνέπεια ζητά την οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Από την άλλη, η πλευρά του Καθ' ου περιορίστηκε να υιοθετήσει τους λόγους Ένστασης. Υποδεικνύεται πως την ημέρα που είχε οριστεί η Αίτηση για ακρόαση, ενώ ο κ. Κληρίδης, ετοίμασε και παρέδωσε στο Δικαστήριο γραπτή αγόρευση, ο κ. Χριστοδούλου που παρουσιάστηκε για τον Καθ' ου, περιορίστηκε απλά να υιοθετήσει τους λόγους Ένστασης, ζητώντας από το Δικαστήριο να απορρίψει τόσο την Αίτηση όσο και την αγωγή, γιατί, όπως ανέφερε «δεν υπάρχει λόγος ύπαρξης μας στη διαδικασία». Όταν δε ζητήθηκε από το Δικαστήριο να επεξηγήσει τις θέσεις του και συγκεκριμένα πού στηρίζεται η θέση «πως η αγωγή είναι εκτός πλαισίου του Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Νόμου», ο συνήγορος παρέπεμψε στα άρθρα που καταγράφονται στην Ένσταση. Επειδή το Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε, όρισε την υπόθεση για περαιτέρω αγορεύσεις/διευκρινίσεις στις 09/11/2020, ώστε να συγκεκριμενοποιήσει η πλευρά του Καθ' ου, με παραπομπές σε νομολογία, τους λόγους Ένστασης σε σχέση με: (α) την υπέρβαση της καθ' ύλην δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και (β) τη θέση ότι η αγωγή θα έπρεπε να καταχωριστεί με βάση τις πρόνοιες του Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Νόμου. Την ημερομηνία εκείνη, ο συνήγορος ζήτησε αναβολή γιατί ως ανέφερε δεν του είχε παραδοθεί αντίγραφο της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου της Αιτήτριας, αίτημα που απορρίφθηκε και η απόφαση επιφυλάχθηκε. Σημειώνεται, ωστόσο, πως όταν υποδείχθηκε στους συνηγόρους του Καθ' ου, στην παρουσία και του ιδίου του Καθ' ου, ότι αναμενόταν να τοποθετηθεί η πλευρά τους στα ως άνω ζητήματα, περιορίστηκαν να υιοθετήσουν και πάλι τους λόγους Ένστασης. Νομική πτυχή - Κατάληξη Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρύτατα γνωστές και θεωρώ αχρείαστο να τις επαναλάβω. Θα περιοριστώ να επισημάνω τις τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να συνυπάρχουν, ώστε να δύναται να ασκηθεί η εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 να χορηγήσει τέτοια θεραπεία. Αυτές είναι: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής και (γ) εκτός εάν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πέραν των ανωτέρω τριών προϋποθέσεων, ως έχει νομολογηθεί, το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει όλα τα δεδομένα της υπόθεσης για να κρίνει εάν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estetes Ltd and others
(1982)1 C.L.R. 557, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ''Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Έχω εξετάσει την Αίτηση υπό το πρίσμα των πιο πάνω αρχών έχοντας λάβει υπόψη τις θέσεις και εισηγήσεις των διαδίκων και των συνηγόρων τους. Αρχίζοντας από τις δύο πρώτες προϋποθέσεις, κρίνω πως έχει τεθεί επαρκής μαρτυρία μέσω των ενόρκων δηλώσεων, από την οποία προκύπτει ότι εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με ορατή προοπτική επιτυχίας. Υπενθυμίζω, εν προκειμένω, πως ό,τι απαιτείται με βάση τη νομολογία είναι να καταδειχθεί ότι ο Ενάγων έχει μια σοβαρή υπόθεση με ορατή προοπτική επιτυχίας. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Cons. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 και σε πολλές άλλες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, «δεν χρειάζεται στο στάδιο αυτό να αποδειχθεί το ουσιαστικό δικαίωμα, αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξης του» (βλ. επίσης, Odysseos v. Pieris Estates and others
(1989)1 CLR 557 και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Στην υπό εξέταση υπόθεση έχει κατατεθεί μαρτυρία από την Αιτήτρια που επιβεβαιώθηκε και από τις υπόλοιπες ένορκες δηλώσεις, ότι ο αποβιώσας της είχε υποσχεθεί, ενόσω ζούσε, ότι θα την καθιστούσε αποκλειστική κληρονόμο του. Υποδεικνύεται πως η μαρτυρία αυτή, όπως και το σύνολο των ισχυρισμών και γεγονότων που παρατίθενται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την Αίτηση, παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Όσον δε αφορά τη θέση του Εναγόμενου, όπως διατυπώθηκε στην Ένσταση, πως η Αγωγή ως έχει καταχωριστεί, δεν είναι το ορθό διάβημα, θα περιοριστώ να υποδείξω ότι οι αξιώσεις της Ενάγουσας στηρίζονται σε κατ' ισχυρισμό υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις του αποβιώσαντα ότι ολόκληρη η περιουσία του θα ανήκε μετά το θάνατό του, στην Αιτήτρια (βλ. Κληρίδης ν. Σταυρίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 521 και Παπαχρυσοστόμου ν. Χριστοφίδου, ECLI:CY:AD:2018:A351, Πολιτική Έφεση Αρ. 328/2012, ημερ. 10/07/2018). Εντελώς αβάσιμος κρίνεται και ο λόγος Ένστασης που αφορά την έκδοση των διαταγμάτων από Επαρχιακό Δικαστή. Το ζήτημα έχει απασχολήσει επανειλημμένα τα δικαστήρια και έχει αποκρυσταλλωθεί πως με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 22
(4)(β) του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, κάθε Επαρχιακός και Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής μπορεί να εκδίδει οποιοδήποτε διάταγμα σε αγωγή, εφόσον δεν διαγιγνώσκεται η ουσία της (βλ. ΡΙΚ κ.ά. ν. Νικολαΐδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 364 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Είναι προφανές ότι με την έκδοση των επίδικων απαγορευτικών διαταγμάτων δεν διαγιγνώσκεται η ουσία της αγωγής, ώστε να εγείρεται ζήτημα υπέρβασης της καθ' ύλην δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που τα εξέδωσε. Καταλήγω, συνεπώς ότι ικανοποιούνται οι πρώτες δύο προϋποθέσεις, επισημαίνοντας πως στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς, αποφεύγοντας να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. μεταξύ άλλων Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 248 και Μιχαηλίδης ν. Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ. 209). Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, είναι προφανές από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία ότι καταδεικνύεται κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων του αποβιώσαντα. Τα επεισόδια τα οποία, φέρονται να έλαβαν χώρα το Μάιο και Αύγουστο 2020, ως έχουν εκτεθεί με λεπτομέρεια στις ένορκες δηλώσεις της Αιτήτριας και της ΛΜ, καταδεικνύουν την πρόθεση, τόσο του αδελφού του αποβιώσαντα όσο και του Εναγόμενου, να αποκλείσουν την Αιτήτρια από τα διεκδικούμενα δικαιώματα της επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντα. Κρίνεται, τέλος, ότι και το ισοζύγιο της ευχέρειας, συνηγορεί υπέρ της οριστικοποίησης του διατάγματος, ώστε να διατηρηθεί το status quo που υπήρχε κατά και αμέσως πριν από το θάνατο του αποβιώσαντα. Όπως έχει κατατεθεί από την Αιτήτρια και τη ΛΜ, η Αιτήτρια φέρεται να έχει στην ουσία εκδιωχθεί από την επίδικη κατοικία ενώ από τη στάση και συμπεριφορά του αδελφού του αποβιώσαντα, προκύπτει η πρόθεση του να οικειοποιηθεί, ως ο μοναδικός κληρονόμος, το σύνολο της περιουσίας του, παραγνωρίζοντας παντελώς τις αξιώσεις της Αιτήτριας. Για τους πιο πάνω λόγους, τα προσωρινά διατάγματα, ως έχουν εκδοθεί μονομερώς, οριστικοποιούνται, με ισχύ μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εις βάρος του Καθ' ου/Εναγόμενου. (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.