ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗ ΕΡΓΑΤΟΥΔΗ ν. GORDIAN HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2962/20, 13/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A531 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2962/20 Μεταξύ: XXXXX ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗ ΕΡΓΑΤΟΥΔΗ Ενάγουσα και GORDIAN HOLDINGS LIMITED Εναγόμενη Ημερομηνία: 13/11/2020 Αίτηση ημερ. 21/10/2020 για παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: κ. Παναγίδης για Κάκκουρας & Παναγίδης ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση: κ. Στυλιανού για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ --------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 21/10/2020, η Ενάγουσα καταχώρισε την πιο πάνω αγωγή με την οποία ζητά αναγνωριστικές αποφάσεις και διατάγματα που αποσκοπούν στην ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού της κατοικίας της. Την ίδια ημέρα καταχώρισε την υπό εξέταση Αίτηση με την οποία ζητά την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων για αναστολή της διαδικασίας πώλησης και του πλειστηριασμού που έχει προγραμματιστεί στις 16/11/2020. Ιστορικό της υπόθεσης (α) Η Αιτήτρια, ηλικίας 78 ετών, είναι ιδιοκτήτρια του οικοπέδου επί της οδού XXXXX 4, XXXXX εντός του οποίου βρίσκεται και η κατοικία της (στη συνέχεια «το επίδικο ακίνητο»). (β) Το υπό αναφορά ακίνητο βαρύνεται με την υποθήκη αρ. Υ. XXXXX/2002 (στη συνέχεια «η επίδικη υποθήκη»), την οποία παραχώρησε η Αιτήτρια το έτος 2002 προς όφελος της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (στη συνέχεια «ΛΚΤ») προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που είχε παραχωρήσει η ΛΚΤ στην Εταιρεία C.N.H. EPENDISIS AXIAS LTD (στη συνέχεια «η Εταιρεία CNH») και του XXXXX Χατζηγαβριήλ (στη συνέχεια «ο ΚΧ»), πρώην γαμβρού της, ήτοι συζύγου της θυγατέρας της XXXXX Εργατούδη. Η επίδικη υποθήκη παραχωρήθηκε για το ποσό των Λ.Κ.300.000 πλέον τόκους προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων των υπό αναφορά CNH και ΚΧ, προς την ΛΚΤ. (γ) Λόγω, προφανώς, του γεγονότος ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν από την ΛΚΤ, προς την CNH και τον ΚΧ, δεν εξυπηρετούντο, η ΛΚΤ καταχώρισε το έτος 2006 την αγωγή XXXXX/06 εναντίον των CNH και ΚΧ, ως πρωτοφειλετών και 4 άλλων προσώπων ως εγγυητών και/ή ενυπόθηκων οφειλετών. Μεταξύ αυτών ήταν και η Αιτήτρια (ως Εναγόμενη 6), υπό την ιδιότητα της ενυπόθηκης οφειλέτιδας, δυνάμει της επίδικης υποθήκης, αλλά η αγωγή εναντίον της απορρίφθηκε ως αποσυρθείσα, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της ΛΚΤ. Εναντίον των υπόλοιπων 5 Εναγομένων εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση για ποσά πέραν των Λ.Κ.6,3 εκ. (έξι εκατομμυρίων τρακοσίων χιλιάδων λιρών Κύπρου). Εκδόθηκαν, επίσης, διατάγματα εκποίησης (άλλων) ενυπόθηκων ακινήτων καθώς και διάταγμα επιβάρυνσης και πώλησης μετοχών (βλ. Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας). (δ) Όπως είναι γνωστό, η Τράπεζα Κύπρου, διαδέχτηκε την ΛΚΤ στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της, ως αποτέλεσμα των διαταγμάτων που εκδόθηκαν από τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου στη βάση του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, συνεπεία της κατάρρευσης της κυπριακής οικονομίας και των γεγονότων που έλαβαν χώρα το Μάρτιο του έτους 2013 (βλ. ΚΔΠ 104/2013, Τεκμήριο 4 στην Ένσταση). (ε) Στη βάση προνοιών του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν. 69(Ι)/2015- στη συνέχεια ο «Νόμος») και Σχεδίου Διακανονισμού μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και της Καθ' ης η Αίτηση (στη συνέχεια «η Καθ' ης»), μεταφέρθηκαν από την Τράπεζα στην Καθ' ης τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από συγκεκριμένες Τραπεζικές διευκολύνσεις καθώς και οι εξασφαλίσεις τους. Είναι η θέση της Αιτήτριας, ότι η επίδικη υποθήκη δεν μπορούσε με βάση τις πρόνοιες του Ν. 169(Ι)/2015 να μεταβιβαστεί στην Καθ' ης και σε κάθε περίπτωση δεν περιελήφθη στο Σχέδιο Διακανονισμού, (στη συνέχεια «ΣΔ»), το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο με σχετικό Διάταγμα ημερομηνίας 23/05/2019 (Τεκμήριο 6 στην Ένσταση). Με την πιο πάνω θέση της Αιτήτριας, διαφωνεί η Καθ' ης, ως επεξηγείται στη συνέχεια. (στ) Για τις πιο πάνω εξελίξεις, ενημερώθηκε η Αιτήτρια, τόσο από την Τράπεζα Κύπρου όσο και από την Καθ' ης, μέσω σχετικών ειδοποιήσεων που της απέστειλαν το Μάιο 2019 (βλ. Τεκμήρια 8 και 9 στην Ένσταση καθώς και παρά. 12 ένορκης δήλωσης Αιτήτριας). (ζ) Τον Ιανουάριο 2020 η Καθ' ης απέστειλε στην Αιτήτρια Ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ» ενώ είχαν προηγηθεί Ειδοποιήσεις Τύπου «Θ» και «Ι» τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2019 (βλ. Τεκμήρια 5 και 6 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας και Τεκμήρια 11 και 14 στην Ένσταση). (η) Τέλος, στις 07/09/2020, επιδόθηκε στην Αιτήτρια Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» (επίδικη) δυνάμει της οποίας προγραμματίστηκε η διεξαγωγή πλειστηριασμού του επίδικου ακινήτου στις 16/11/2020 (βλ. Τεκμήριο 11 της Ένστασης και Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας). Σημειώνεται ότι είχε προηγηθεί διαδικασία εκποίησης, δυνάμει των προνοιών του Ν. 9/1965 το Νοέμβριο του έτους 2013, η οποία δεν προχώρησε (βλ. Τεκμήριο 5 της Ένστασης). Η παρούσα Αίτηση Ως έχει αναφερθεί πιο πάνω, με την υπό εξέταση Αίτηση, η Αιτήτρια επιδιώκει την αναστολή της διαδικασίας πώλησης του επίδικου ακινήτου. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την Αίτηση εκτίθενται στις ένορκες δηλώσεις της Αιτήτριας και της θυγατέρας της XXXXX Εργατούδη, οι οποίες αφού καταγράφουν το πιο πάνω ιστορικό, ισχυρίζονται, σε συντομία, τα ακόλουθα: Η Αιτήτρια υποστηρίζει, εν ολίγοις, ότι το κατ' ισχυρισμό ενυπόθηκο χρέος της προς την Τράπεζα δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί στην Καθ' ης για τους εξής λόγους: - Το χρέος είναι πέραν του €1 εκ. - Η επίδικη υποθήκη δεν εμπίπτει στην έννοια της πιστωτικής διευκόλυνσης σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου. - Οι πρόνοιες του Νόμου δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην περίπτωση της γιατί δεν είναι πρωτοφειλέτης. - Δεν ενομιμοποιείτο η Καθ' ης να αποστείλει την Ειδοποίηση του Τύπου ΙΑ, Τεκμήριο 4. Πέραν των ανωτέρω, αναφέρει ότι είναι ηλικίας 78 ετών και αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας (βλ. Τεκμήρια 8, 9 και 10), ενώ από το έτος 2000, φιλοξενεί στην οικία της τον αδελφό της, τον οποίο φροντίζει λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει και εκείνος (Τεκμήρια 11-15). Ως εκ των ανωτέρω, υποστηρίζει πως τυχόν εκποίηση της κατοικίας της, θα προκαλέσει στην ίδια και στον αδελφό της σοβαρές δυσχέρειες και ζημιές που δεν θα μπορούσαν να αποκατασταθούν με την επιδίκαση αποζημιώσεων. Η κα XXXXX Εργατούδη, με τη σειρά της, επισημαίνει πως εναντίον της μητέρας της (Αιτήτριας) δεν έχει εκδοθεί απόφαση και υποστηρίζει πως η επίδικη εξασφάλιση δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο μεταβίβασης, με βάση τις πρόνοιες του Νόμου. Πέραν τούτου, αναφέρει πως υπήρχε και μια επί πλέον δική της εξασφάλιση για τις διευκολύνσεις που είχαν παραχωρηθεί από τη ΛΚΤ στον πρώην σύζυγό της, που αφορούσε την εκχώρηση ενός πωλητηρίου εγγράφου για την αγορά οικοπέδου από την Ιερά Μονή Κύκκου, (Τεκμήριο 6), γεγονός που καταγράφεται και στο πρακτικό του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/2006 (Τεκμήριο 7). Αναφέρει, επίσης, πως κατέβαλε, μέσω των δικηγόρων της ειλικρινείς προσπάθειες για εξεύρεση λύσης (βλ. Τεκμήρια 8 και 9) αλλά παρά το γεγονός ότι υπήρξαν διαβουλεύσεις και ανέμενε την τελική τοποθέτηση της Τράπεζας και της Καθ' ης (βλ. Τεκμήρια 10, 11 και 12), έλαβαν τις ειδοποιήσεις για τους πλειστηριασμούς των ενυπόθηκων ακινήτων τους. Η Ένσταση Η Καθ' ης καταχώρισε Ένσταση υποστηρίζοντας πως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στην υποστηρικτική της Ένστασης ένορκη δήλωση του Μ. Αδάμου, παρατίθενται τα γεγονότα και επεξηγούνται αναλυτικά οι λόγοι της Ένστασης. Πολύ συνοπτικά, αφού καταγράφει το ιστορικό της υπόθεσης, ως άνω, υποστηρίζει ότι: - Η επίδικη υποθήκη μεταβιβάστηκε νομίμως στην Καθ' ης από την Τράπεζα, με βάση το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 23/05/2019 (Τεκμήριο 6), το οποίο ενέκρινε και επικύρωσε το ΣΔ (Τεκμήριο 7). - Η Αιτήτρια ήταν ενήμερη από το Μάιο 2019 για τη μεταβίβαση της υποθήκης στην Καθ' ης, ενώ της είχε επιδοθεί η Ειδοποίηση με τον Τύπο «Ι» στις 26/11/2019, με την οποία ενημερώθηκε για την πρόθεση της Καθ' ης να προχωρήσει με τη διαδικασία πλειστηριασμού. Παρά ταύτα, αποτάθηκε στο Δικαστήριο 25 ημέρες πριν από την προγραμματισθείσα ημερομηνία πώλησης του ακινήτου, επιδεικνύοντας μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. - Με τις ένορκες δηλώσεις τους, η Αιτήτρια και η θυγατέρα της, έδωσαν παραπλανητική εικόνα των πραγμάτων στο Δικαστήριο, αποκρύπτοντας το γεγονός ότι στα πλαίσια των συζητήσεων για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης, προτάθηκε στην Αιτήτρια, όπως μεταβιβάσει το ενυπόθηκο ακίνητο στην Καθ' ης και όπως η κατοχή παραμείνει στην Αιτήτρια, με αντάλλαγμα την καταβολή ενοικίου. - Σε κάθε περίπτωση, η Καθ' ης έχει την οικονομική δυνατότητα να αποζημιώσει την Αιτήτρια στην περίπτωση που ήθελε, τελικώς, δικαιωθεί από το Δικαστήριο. Κατέθεσε προς το σκοπό αυτό σχετική βεβαίωση των ελεγκτών της Καθ' ης, καθώς και μέρος των ετήσιων λογαριασμών της για το έτος 2019 (Τεκμήρια 16 και 17, αντίστοιχα). - Καταληκτικά, αναφέρει ότι το σημερινό χρέος των πρωτοφειλετών υπερβαίνει τα €20 εκ. ενώ η επίδικη υποθήκη παραχωρήθηκε προς όφελος της Τράπεζας εδώ και 20 περίπου χρόνια. Σημειώνεται, βέβαια, πως οι ένορκες δηλώσεις τόσο εκ μέρους της Αιτήτριας όσο και της Καθ' ης, περιέχουν αχρείαστα σχόλια και εκτενή νομική επιχειρηματολογία, η οποία θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί. Οι αγορεύσεις των συνηγόρων Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων, με παραπομπές σε αποφάσεις πρωτόδικων, κατά κύριο λόγο, Δικαστηρίων αφού οι πρόνοιες του Νόμου δεν έχουν ακόμη ερμηνευθεί Εφετειακά. Ειδικότερα: - Ο συνήγορος της Αιτήτριας εισηγήθηκε, σε γενικές γραμμές, ότι δεν νομιμοποιείται η Καθ' ης να προωθεί τη διαδικασία πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου, για τους ακόλουθους λόγους:
- i)Το ύψος του χρέους που εξασφάλιζε, με βάση την κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται στην Ειδοποίηση Τύπου «Ι» (Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας) υπερβαίνει το ποσό του €1 εκ. Το γεγονός αυτό από μόνο του, σύμφωνα με το συνήγορο, καθιστά την επίδικη υποχρέωση της Αιτήτριας εκτός της εμβέλειας του Νόμου, αφού με βάση το άρθρο 3, δεν εμπίπτει στην έννοια της «πιστωτικής διευκόλυνσης», δυνάμενης να μεταβιβαστεί.
- ii)Σε κάθε περίπτωση, η Αιτήτρια, ως ενυπόθηκη οφειλέτιδα, δεν εμπίπτει στην έννοια του «δανειολήπτη», ως ο σχετικός ορισμός καθορίζεται στην ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 του Νόμου. Υπέδειξε συναφώς ότι η Αιτήτρια, δεν είναι εξ αποφάσεως οφειλέτης, ως προκύπτει από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, γεγονός που θα την ενέτασσε στην έννοια του «δανειολήπτη». iii) Κατά λογική συνέπεια των πιο πάνω, η επίδικη υποθήκη δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο μεταβίβασης σε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ πιστωτικού ιδρύματος και εταιρείας εξαγοράς.
- iv)Όσον αφορά την εμβέλεια των άρθρων 18 και 19 του Νόμου, ο συνήγορος της Αιτήτριας εισηγήθηκε πως δεν επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3
(1)του Νόμου, ούτε την έννοια της «πιστωτικής διευκόλυνσης».
- v)Σε σχέση με την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην καταχώριση της αγωγής, ο συνήγορος επικαλέστηκε την ηλικία της Αιτήτριας, σε συνάρτηση με την εντύπωση που σχημάτισε ότι η Καθ' ης δεν θα προχωρούσε με την εκποίηση της υποθήκης, των διαπραγματεύσεων που ήταν σε εξέλιξη μέχρι τον Αύγουστο 2019 και της αδράνειας που επικράτησε από τον Μάρτιο 2020 και μετέπειτα, λόγω της πανδημίας του Κορωνοϊού.
- vi)Με δεδομένο, ως υποστήριξε, ότι η Αιτήτρια έχει αποκαλύψει καλό αγώγιμο δικαίωμα με ορατή πιθανότητα επιτυχίας, ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της Αιτήτριας, λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει η ίδια και ο αδελφός της, οι οποίοι διαμένουν στην επίδικη κατοικία. - Διαμετρικά αντίθετες ήταν οι εισηγήσεις του συνηγόρου της Καθ' ης, ο οποίος έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ημερ. 23/05/2019, στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης υπ' αρ. 372/19, με την οποία εγκρίθηκε το ΣΔ μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και της Καθ' ης, καθώς και η μεταβίβαση συγκεκριμένων διευκολύνσεων με τις εξασφαλίσεις τους. Το παρόν Δικαστήριο, εισηγήθηκε ο συνήγορος, δεν κέκτηται εξουσίας να εξετάσει τη νομιμότητα της απόφασης του ομόβαθμου Δικαστηρίου, το οποίο ενέκρινε τη μεταβίβαση της επίδικης υποθήκης από την Τράπεζα στην Καθ' ης. Σε κάθε περίπτωση, εισηγήθηκε ο συνήγορος, η μεταβίβαση της επίδικης υποθήκης έλαβε χώρα με βάση τις πρόνοιες του Νόμου και ουδεμία παράβαση υπήρξε, ως ισχυρίστηκε η Αιτήτρια. Εκείνο που παρανοεί η Αιτήτρια, σύμφωνα με την εισήγηση του συνηγόρου, είναι πως η επίδικη υποθήκη μεταφέρθηκε στην Καθ' ης ως απόρροια της μεταβίβασης της πιστωτικής διευκόλυνσης, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 18
(3)(α) του Νόμου. Εκείνο που διασφαλίζει ο Νόμος, επεσήμανε ο κ. Στυλιανού, είναι ότι η πώληση των πιστωτικών διευκολύνσεων διενεργείται με τις εξασφαλίσεις τους, αφού δεν είναι δυνατό να γίνει διαχωρισμός των δανείων από τις εξασφαλίσεις τους. Σε σχέση με την εισήγηση της Αιτήτριας ότι δεν αποτελεί εξ αποφάσεως οφειλέτη ούτε ήταν πρωτοφειλέτης, εισηγήθηκε πως ο Νόμος δεν προϋποθέτει τις πιο πάνω ιδιότητες για τη μεταφορά της υποθήκης. Όσον αφορά την εισήγηση πως το ύψος του χρέους ξεπερνά το €1 εκ., εισηγήθηκε πως στην προκειμένη περίπτωση, τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 3
(2)του Νόμου αφού ο εξ' αποφάσεως πιστωτής ήταν πιστωτικό ίδρυμα. Πέραν των ανωτέρω, ο συνήγορος της Καθ' ης εισηγήθηκε πως τέθηκε μαρτυρία με την Ένσταση, από την οποία προκύπτει οικονομική ευρωστία της Καθ' ης, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος για να μην αποζημιωθεί η Αιτήτρια σε περίπτωση που επιτύχει η αγωγή της. Νομική πτυχή - Κατάληξη Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρύτατα γνωστές και θεωρώ αχρείαστο να τις επαναλάβω. Θα περιοριστώ να επισημάνω τις τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να συνυπάρχουν, ώστε να δύναται να ασκηθεί η εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 να χορηγήσει τέτοια θεραπεία. Αυτές είναι: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής και (γ) εκτός εάν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πέραν των ανωτέρω τριών προϋποθέσεων, ως έχει νομολογηθεί, το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει όλα τα δεδομένα της υπόθεσης για να κρίνει εάν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estetes Ltd and others
(1982)1 C.L.R. 557, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ''Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Έχω εξετάσει την Αίτηση υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομικών αρχών, έχοντας λάβει υπόψη τις θέσεις και εισηγήσεις των διαδίκων, όπως με επιμέλεια τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από τους ευπαίδευτους συνηγόρους. Προέχει η εξέταση της θέσης της Αιτήτριας πως η Καθ' ης δεν νομιμοποιείται να προωθεί τη διαδικασία του επίδικου ακινήτου. Ο λόγος, όπως προτάθηκε από το συνήγορο, είναι επειδή δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί η επίδικη υποθήκη στην Καθ' ης, με βάση της πρόνοιες του Νόμου. Όπως ορθά υποδεικνύει ο συνήγορος της Καθ' ης, η νομιμότητα της μεταβίβασης δεν είναι ζήτημα που θα μπορούσε να εξεταστεί από το παρόν Δικαστήριο. Για τον απλούστατο λόγο ότι τούτο έχει αποφασιστεί από ομόβαθμο Δικαστήριο στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 372/19. Συγκεκριμένα, όπως αβίαστα προκύπτει από τη μαρτυρία που τέθηκε με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ.) με απόφαση που εκδόθηκε στις 23/05/2019 (Τεκμήριο 6 στην Ένσταση), στα πλαίσια της υπό αναφορά Γενικής Αίτησης, ενέκρινε το ΣΔ μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και της Καθ' ης, καθώς και τις μεταβιβάσεις συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων μαζί με τις εξασφαλίσεις τους. Όπως δε εξηγεί ο Μ. Αδάμου στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση, η επίδικη υποθήκη συμπεριλαμβάνεται μέσα στις εξασφαλίσεις που μεταβιβάστηκαν μαζί με τις πιστωτικές διευκολύνσεις, στην Καθ' ης. Τούτο, υποστηρίζεται και από τις τελευταίες 2 σελίδες του ΣΔ, ως έχει εγκριθεί από το Δικαστήριο (Τεκμήριο 7) αφού σ' αυτές περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός της CNH για τον οποίο είχε παραχωρηθεί η επίδικη υποθήκη, ως επεξηγείται και στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της Καθ' ης. Δεδομένου δε ότι με την αγωγή επιδιώκεται κατ' ουσίαν, αμέσως ή εμμέσως, αναγνώριση από το Δικαστήριο ότι η επίδικη υποθήκη δεν συμπεριλαμβάνεται στο ΣΔ, ή δεν θα έπρεπε να είχε συμπεριληφθεί, για τους λόγους που έχουν, ως άνω, αναφερθεί, είναι προφανές ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε προοπτική για επιτυχία, αφού ως έχει υποδειχθεί, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να αποφανθεί, δίκην Εφετείου, για το κατά πόσο ορθά ή λανθασμένα επικυρώθηκε το ΣΔ. Η πιο πάνω κατάληξη, σφραγίζει και την τύχη της Αίτησης, αφού δεν έχει καταδειχθεί μια από τις βασικές προϋποθέσεις (ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής) για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Στην κατάληξη μου αυτή οδηγήθηκα έχοντας λάβει δεόντως υπόψη την πάγια νομολογιακή αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει, στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο, σε τελικά συμπεράσματα αναφορικά με τα πραγματικά και νομικά ζητήματα της υπόθεσης. Στην παρούσα, όμως, περίπτωση είναι έκδηλο πως δεν υπάρχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, ως έχει επεξηγηθεί. Σε κάθε περίπτωση, εάν το Δικαστήριο είχε την εξουσία να εξετάσει τη νομιμότητα της μεταβίβασης της επίδικης υποθήκης από την Τράπεζα στην Καθ' ης, θα κατέληγα πως δεν υπάρχει παραβίαση του Νόμου, ως εισηγείται ο συνήγορος της Αιτήτριας. Τούτο γιατί η υποθήκη, μεταφέρθηκε στην Καθ' ης, συνεπεία της μεταβίβασης της πιστωτικής διευκόλυνσης, με βάση τις συνδυασμένες πρόνοιες των άρθρων 3
(2)και 18
(3)(α) του Νόμου. Όπως εύστοχα επισημάνθηκε από το συνήγορο της Καθ' ης δεν αμφισβητείται ότι η υποθήκη δεν εμπίπτει στην έννοια της πιστωτικής διευκόλυνσης, ως καθορίζεται στο άρθρο 2 του Νόμου. Εκείνο, όμως, που μεταβιβάζεται δεν είναι η υποθήκη, η οποία αποτελεί την εξασφάλιση, αλλά οι πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 18
(3)(α) του Νόμου, αποκτούνται από τον αγοραστή μετά των εξασφαλίσεων τους. Στις εξασφαλίσεις ως ρητά αναφέρεται στην υπό αναφορά πρόνοια περιλαμβάνονται και τα εμπράγματα βάση. Παρατίθεται αυτούσιο το άρθρο 18
(3)(α) του Νόμου, το περιεχόμενο του οποίου δεν αφήνει περιθώριο για αντίθετη ερμηνεία. Έχει ως ακολούθως: «
(3)(α) Από το χρόνο μεταφοράς ο αγοραστής πιστωτικών διευκολύνσεων υποκαθιστά τον εκχωρητή ως προς όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του σε σχέση με και κατά τρόπο ώστε οποιαδήποτε εξασφάλιση λαμβάνεται από τον εκχωρητή, για σκοπούς διασφάλισης της αποπληρωμής της πιστωτικής διευκόλυνσης, να μεταβιβάζεται στον αγοραστή, να κρατείται και να είναι στη διάθεση του αγοραστή ως εξασφάλιση για την αποπληρωμή της πιστωτικής διευκόλυνσης που μεταβιβάστηκε: Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου και της παραγράφου (β) του παρόντος εδαφίου, οι εξασφαλίσεις περιλαμβάνουν και οποιεσδήποτε συμβάσεις εγγυήσεων και οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος: ........................» Οι πιο πάνω επισημάνσεις απαντούν και τη θέση της Αιτήτριας πως δεν τυγχάνει εφαρμογής ο Νόμος, επειδή το χρέος ξεπερνά το ποσό του €1 εκ. Ως έχει επισημανθεί πιο πριν, στην κρινόμενη υπόθεση τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 3
(2)του Νόμου, αφού πιστωτής είναι Πιστωτικό/Χρηματοδοτικό Ίδρυμα και εφαρμόζονται οι πρόνοιες των άρθρων 18 και 19 του Νόμου. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξή μου, θα απέρριπτα την Αίτηση για δύο επιπρόσθετους και ανεξάρτητους λόγους. Ο πρώτος αφορά τη μεγάλη καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση της Αίτησης και εξηγώ: - Η Αιτήτρια είχε ενημερωθεί για τη μεταφορά της επίδικης εξασφάλισης από το Μάιο 2019 (Τεκμήρια 8 και 9 στην Ένσταση) - Πέραν τούτου, στις 26/11/2019, της είχε επιδοθεί Ειδοποίηση με τον Τύπο «Ι», με επισυνημμένη κατάσταση λογαριασμού. - Ήταν, συνεπώς, ενήμερη ότι η Καθ' ης προωθούσε τη διαδικασία πλειστηριασμού του επίδικου ακινήτου, τουλάχιστον από το Νοέμβριο του έτους
- - Στις 07/09/2020, της επιδόθηκε η Ειδοποίηση «ΙΑ» με την οποία πληροφορήθηκε ότι ορίστηκε ο πλειστηριασμός στις 16/11/
- - Η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε στις 21/10/
- Είναι φανερή, από τα πιο πάνω, η ολιγωρία την οποία επέδειξε η Καθ' ης στην προώθηση των αξιώσεων της. Ενώ γνώριζε από το Μάιο 2019 ότι η επίδικη υποθήκη μεταβιβάστηκε στην Καθ' ης και, γνώριζε επίσης, τουλάχιστον, από το Νοέμβριο 2019, ότι η Καθ' ης προώθησε τη διαδικασία πώλησης του ακινήτου, καταχώρισε την αγωγή και την παρούσα Αίτηση, στις 21/10/2020, 25 ημέρες πριν από την προγραμματισθείσα ημερομηνία πλειστηριασμού. Υποδεικνύεται, μάλιστα, ότι επεδίωξε την εξασφάλιση των διαταγμάτων με μονομερή αίτηση, η οποία επιδόθηκε στην Καθ' ης, κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου, μέσα στα περιορισμένα χρονικά πλαίσια που υπήρχαν, μέχρι τις 16/11/2020 που έχει προγραμματιστεί ο πλειστηριασμός. Τούτο, ασφαλώς, προκάλεσε, ως ήταν αναμενόμενο, πίεση τόσο προς το Δικαστήριο όσο και προς τους διαδίκους, προκειμένου να εκδικαστεί η Αίτηση, προτού λάβει χώρα ο πλειστηριασμός. Η πιο πάνω στάση της Αιτήτριας, της αποστερεί το δικαίωμα να επιδιώκει, μέσω μονομερούς, μάλιστα, αιτήσεως θεραπείες της φύσης που ζητά με την υπό εξέταση αίτηση. Η ολιγωρία και η καθυστέρηση που επέδειξε κρίνεται καταλυτική, υπό το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης (βλ. Bacardi & Co Ltd n. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788 και Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Κλεάνθους
(2013)1 Α.Α.Δ. 158). Καταλήγοντας ως ανωτέρω, δεν παραγνώρισα την ηλικία της Αιτήτριας, τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, καθώς και τις προσπάθειες που έλαβαν χώρα για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης. Τα δεδομένα αυτά ουδόλως δικαιολογούν τη στάση της Αιτήτριας. Αξίζει να υποδειχθεί πως η επίδικη εξασφάλιση δόθηκε εδώ και 18 χρόνια ενώ το χρέος, όπως προκύπτει από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, αυξάνεται, παρά την παρέλευση 14 και πλέον ετών από την ημερομηνία έκδοσης απόφασης εναντίον των πρωτοφειλετών. Θα απέρριπτα, όμως, την Αίτηση και για τον επιπρόσθετο λόγο της μη ικανοποίησης της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν. 14/
- Όπως εξηγείται στην ένορκη δήλωση του Μ. Αδάμου, η Καθ' ης έχει την οικονομική δυνατότητα να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση που ήθελε εκδοθεί εναντίον της, στην περίπτωση που η Αιτήτρια δικαιωθεί τελικώς, από το Δικαστήριο. Σταθμίζοντας, περαιτέρω, όλα τα δεδομένα, ήτοι τις δυσχέρειες που θα υποστεί η Αιτήτρια από την πώληση της κατοικίας της, από τη μια και τις συνέπειες που θα υποστεί η Καθ' ης από τυχόν αναστολή της διαδικασίας πλειστηριασμού από την άλλη, κρίνω πως δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο, να χορηγούντο οι αιτούμενες θεραπείες με συνέπεια την περαιτέρω καθυστέρηση και τη διαιώνιση της εκκρεμότητας της επίδικης υποχρέωσης της Καθ' ης. Υποδεικνύεται δε, πως δεν έχει αμφισβητηθεί η εγκυρότητα της υποθήκης η οποία, ως έχει υποδειχθεί, παραχωρήθηκε από την Αιτήτρια, προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που είχαν δοθεί στους CNH και ΚΧ από το έτος
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος της Αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο