← Κύπρος

ΑΝΑΤΟΛΙΤΗΣ, μέσω του νομίμου πληρεξούσιου αντιπροσώπου του XXXX Ανατολίτη ν. ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 853/14, 24/11/2020

ΑΝΑΤΟΛΙΤΗΣ, μέσω του νομίμου πληρεξούσιου αντιπροσώπου του XXXX Ανατολίτη ν. ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 853/14, 24/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A544 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 853/14 Μεταξύ: XXXXX ΑΝΑΤΟΛΙΤΗΣ, μέσω του νομίμου πληρεξούσιου αντιπροσώπου του XXXXX Ανατολίτη Ενάγοντας και ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Εναγόμενη --------------------------------------------- Ημερομηνία: 24/11/20 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: κ. Μάγος Για εναγόμενη: κα Κοζάκου μαζί με κα Νικολάου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex tempore) Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 12/02/14 από τον ενάγοντα εναντίον της εναγόμενης κυπριακής τράπεζας. Πυρήνας της αγωγής είναι ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι η εναγόμενη τράπεζα αρνήθηκε να του πληρώσει την εγγυητική που εξέδωσε προς όφελός του στις 12/09/06 ύψους 40.000 ΛΚ ώστε να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση της εταιρείας S.K Master Development Ltd με τις συμβατικές της υποχρεώσεις απέναντι στον ενάγοντα για έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας ενός διαμερίσματος που ο τελευταίος αγόρασε από την εν λόγω εταιρεία. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η εγγυητική αυτή της εναγόμενης ίσχυε αρχικά μέχρι τις 05/08/08 και στη συνέχεια παρατάθηκε μέχρι και τις 05/01/

  1. Προϋπόθεση για την πληρωμή της, σύμφωνα πάντα με τον ενάγοντα, ήταν να υποβληθεί γραπτή απαίτηση από μέρους του στην οποία θα δηλώνετο ότι δεν εξεδόθηκε ο σχετικός τίτλος και ότι οι πωλητές, δηλαδή η εταιρεία που ανέφερα προηγουμένως, δεν μεταβίβασε το ακίνητο στο όνομά του μέχρι κάποια συγκεκριμένη ημερομηνία. Κατά τον ενάγοντα, εφόσον αυτός υπέβαλε τέτοια απαίτηση πριν τη λήξη της εγγυητικής, η εναγόμενη όφειλε να του πληρώσει το ποσό της και με το να μην το πράξει τον ανάγκασε να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή και να αξιώσει το ποσό της εγγυητικής, δηλαδή το ποσό των 40.000 ΛΚ. Στην Υπεράσπισή της που είχε καταχωρήσει η εναγόμενη στις 24/06/14 ήγειρε διάφορα θέματα νομικά και πραγματικά. Οι πραγματικοί ισχυρισμοί της εναγόμενης περιστρέφονται γύρω από το ότι στα πλαίσια διάφορων συμφωνιών που έγιναν μεταξύ της ίδιας και του ενάγοντα στις οποίες φαίνεται να ενεπλάκη και η πωλήτρια εταιρεία S.K Master Development Ltd, η εναγόμενη τράπεζα κατέληξε να χορηγεί δάνειο στον Ενάγοντα για να αγοράσει το συγκεκριμένο διαμέρισμα, την ίδια στιγμή να εκδίδει την εγγυητική σε σχέση με τις υποχρεώσεις της πωλήτριας εταιρείας και παράλληλα να λαμβάνει από τον Ενάγοντα και εκχώρηση των δικαιωμάτων του από το πωλητήριο έγγραφο. Με λίγα λόγια η εναγόμενη κατέστη ουσιαστικά πιστώτρια του ενάγοντα, εγγυήτρια του πωλητή και δικαιούχος του πωλητηρίου εγγράφου. Θέση της εναγόμενης είναι ότι συνεπεία αυτού του πραγματικού πλαισίου, ο ενάγοντας δεν έχει πλέον οποιοδήποτε δικαίωμα επί της εν λόγω εγγυητικής επιστολής και ως εκ τούτου δεν δικαιούται να ζητά την πληρωμή της ο ίδιος. Η απάντηση του Ενάγοντα στο σχετικό δικόγραφο του περιορίστηκε στο να επισημάνει το παραδεκτό της έκδοσης της εγγυητικής επιστολής και να προβάλει τη θέση ότι το δάνειο έγινε μετά την έκδοση της εγγυητικής επιστολής και ότι αυτό πληρώνεται κανονικά και σύμφωνα με τους όρους του. Η υπόθεση ακολούθως προχώρησε στη διαδικασία της ισχύουσας τότε Δ.30, δόθηκαν οι διάφορες προδικαστικές οδηγίες και ορίστηκε για πρώτη φορά για ακρόαση στις 29/02/
  2. Στη συνέχεια, από τα πρακτικά του Δικαστηρίου φαίνεται ότι λόγω βεβαρημένου προγράμματος είτε του Δικαστηρίου είτε των δικηγόρων, η ακρόαση αναβάλλετο μέχρι και τις 29/09/20 που τέθηκε ενώπιον μου για πρώτη φορά ορισμένη για οδηγίες λόγω της πανδημίας του κορονοϊού οπόταν με κοινό αίτημα την όρισα σήμερα για ακρόαση. Εν τω μεταξύ όμως, η πλευρά των εναγόμενων καταχώρησε στις 19/11/20 την παρούσα αίτηση τροποποίησης, με την οποία, επικαλούμενη τις πρόνοιες της Δ.25, ζητά όπως της επιτραπεί να τροποποιήσει την Υπεράσπισή της ώστε να προσθέσει σε αυτή ο πραγματικός ισχυρισμός ότι το δάνειο του ενάγοντα έχει εξοφληθεί στις 12/02/18 και ότι έχει εκδοθεί τίτλος για το διαμέρισμα στις 05/02/19 αλλά ο Ενάγοντας δεν έχει ακόμη απευθυνθεί στην πωλήτρια εταιρεία για να του μεταβιβάσει το διαμέρισμα. Στη βάση αυτού του προτιθέμενου ισχυρισμού, η εναγόμενη τράπεζα θέλει να προσθέσει ως νομικό ισχυρισμό ότι ο Ενάγοντας δεν νομιμοποιείται πλέον να έχει οποιοδήποτε δικαίωμα επί του πωλητηρίου εγγράφου και ταυτόχρονα να αξιώνει την πληρωμή της εγγυητικής και ότι σε περίπτωση πληρωμής της εγγυητικής, το πωλητήριο έγγραφο καθίσταται άμεσα άκυρο και όλα τα δικαιώματα του περιέρχονται στην εναγόμενη τράπεζα. Θεωρεί δε η τράπεζα, το οποίο συνιστά άλλο νομικό ισχυρισμό που θέλει να προσθέσει, ότι με την έκδοση του τίτλου η εγγυητική επιστολή κατέστη ανενεργή, θεωρείται ότι έχει εξοφληθεί και δεν μπορεί να εισπραχθεί, διότι ο όρος για τον οποίο είχε εκδοθεί η εγγυητική, η έκδοση δηλαδή του τίτλου του διαμερίσματος, έχει υλοποιηθεί και ο ενάγοντας δεν έχει υποστεί οποιανδήποτε ζημιά. Πέραν όμως της τροποποίησης των ισχυρισμών της Υπεράσπισης της, η εναγόμενη τράπεζα επιθυμεί τώρα να προσθέσει και ανταπαίτηση με την οποία να ζητά δήλωση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου ότι έχει λάβει όλα τα δικαιώματα που προκύπτουν από το πωλητήριο έγγραφο μεταξύ Ενάγοντα και πωλήτριας εταιρείας καθώς επίσης και δήλωση ή διάταγμα του Δικαστηρίου ότι με την έκδοση του τίτλου του διαμερίσματος η εγγυητική επιστολή θεωρείται πλέον ανενεργή και εξοφληθείσα. Στην αίτηση αυτή η πλευρά του ενάγοντα έφερε ένσταση, την οποία άκουσα σήμερα προφορικά για σκοπούς εξοικονόμησης χρόνου. Η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του ενάγοντα περιστράφηκε ουσιαστικά γύρω από τις αρχές που διέπουν αιτήματα αυτής της φύσης, με κεντρικό άξονα της το χρόνο που έχει παρέλθει τόσο από την καταχώρηση της αγωγής όσο και από την ημερομηνία που φέρεται να έχει εκδοθεί κάποιος τίτλος, χρόνος ο οποίος σύμφωνα με τον συνήγορο έχει αδικαιολόγητα παρέλθει άπρακτος από πλευράς εναγόμενων. Πρόσθετα τούτου, υποστήριξε ο συνήγορος, ο ισχυρισμός της εναγόμενης για έκδοση τίτλου είναι ανυπόστατος, διότι από το σχετικό έγγραφο που έχουν παρουσιάσει οι εναγόμενοι ως τον φερόμενο τίτλο, φαίνεται ότι δεν πρόκειται για «καθαρό» τίτλο, διότι σε αυτόν αναφέρεται ρητά ότι δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε μεταβίβαση, εφόσον δεν υπάρχει συμμόρφωση με διάφορους όρους που επέβαλε η Πυροσβεστική Υπηρεσία. Κατά τον κύριο Μάγο συνεπώς, ούτε ο χρόνος που έχει παρέλθει δικαιολογείται, αλλά ούτε και επί της ουσίας τους οι προτιθέμενοι ισχυρισμοί της εναγόμενης δύναται να θεωρηθούν ως καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Σημειώνω εδώ ότι ο συνήγορος έθιξε παραμφερώς και το ότι ενδεχομένως η πωλήτρια εταιρεία S.K Master Development Ltd να έχει πλέον διαλυθεί, κάτι το οποίο κατά τον συνήγορο επίσης επηρεάζει την κατ' ισχυρισμό δυνατότητα του ενάγοντα να καταστεί ιδιοκτήτης του διαμερίσματος και να δοθεί έτσι κάποια έστω υπόσταση στους ισχυρισμούς της εναγόμενης. Σημειώνω παρενθετικά εδώ ότι η θέση της εναγόμενης τράπεζας ως προς το γιατί είναι που επιδιώκει τώρα την αιτούμενη τροποποίηση είναι γιατί η έκδοση του τίτλου και η εξόφληση του δανείου συνιστούν γεγονότα που έλαβαν χώρα πολύ μετά την καταχώρηση της αρχικής Υπεράσπισης και επομένως δεν μπορούσαν να συμπεριληφθούν στους αρχικούς δικογραφημένους ισχυρισμούς. Εξέτασα με προσοχή τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου. Αν και ο κύριος Μάγος επικαλέστηκε τις πρόνοιες της νέας Δ.25, εντούτοις, ενόψει της χρονολογίας και της κλίμακας υπόθεσης, η υπό κρίση αίτηση διέπεται από τις πρόνοιες της παλαιάς Δ.25 και τις νομολογιακές αρχές που περιβάλλουν την εν λόγω Διάταξη. Στις εν λόγω αρχές δεν θεωρώ σκόπιμο να κάνω εκτενή αναφορά και θα περιοριστώ να παραπέμψω ενδεικτικά στις αποφάσεις Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1)

(1990)1 AAΔ 24, Kayat Trading Ltd ν. Genzyme Corporation (Αρ. 2)
(2013)1 ΑΑΔ 543 και Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L Arakelian ν Ταμείου Προνοίας του προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της εταιρειών κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A87, ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολιτική Έφεση Αρ. 51/2012, 11/2/2016, από τις οποίες διαπιστώνεται ότι το θέμα τροποποίησης δικογράφων ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά και φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η τάση, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις ακόμα και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο εκείνο, ασκείται με φειδώ. Κατά κανόνα συνεπώς, σύμφωνα με τη νομολογία που αφορά στις πρόνοιες της Δ.25 ως ισχύουν για την παρούσα υπόθεση, παρέχεται άδεια για τροποποίηση σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, εκτός βέβαια αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι οι αιτητές ενεργούν κακόπιστα ή ότι με την τροποποίηση, αν επιτραπεί, θα επηρεαστεί η αντίδικη πλευρά σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην είναι δυνατή η αποζημίωση της με την καταβολή εξόδων. Οι εν λόγω αρχές βέβαια δεν είναι τίποτε άλλο από εργαλεία προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. (βλ. Αρακελιάν). Σε κάθε περίπτωση όμως, ακόμη και υπό το φως της επιπλέον αυστηρότητας που φαίνεται να διέπει τη νέα Δ.25, οι προαναφερόμενες αρχές που περιβάλλουν την παλαιά Διάταξη συνεχίζουν να είναι καθοδηγητικές και εκεί όπου εφαρμόζεται η νέα Δ.25. Έχοντας λοιπόν τις εν λόγω αρχές κατά νου και έχοντας διεξέλθει της αίτησης καθώς και των θέσεων που αμφότεροι οι συνήγοροι έθεσαν σήμερα ενώπιόν μου, παρατηρώ τα εξής: Είναι γεγονός ότι τα γεγονότα που επιχειρεί να προσθέσει τώρα η εναγόμενη προέκυψαν, ως η ίδια ισχυρίζεται τουλάχιστον, από το 2018 που φέρεται να έχει εξοφληθεί το δάνειο του Ενάγοντα και ξανά το 2019 που φέρεται να έχει εκδοθεί κάποιος κατ' ισχυρισμό τίτλος για το επίδικο διαμέρισμα. Η πορεία όμως του δανείου του ενάγοντα, καθώς επίσης και η δυνατότητα μεταβίβασης του διαμερίσματος επ' ονόματί του με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου είναι θέματα που εκ της υφιστάμενης δικογραφίας έχουν ήδη απασχολήσει τους διαδίκους ως το πραγματικό και νομικό πλαίσιο επί του οποίου αμφότεροι προτίθενται να προβάλουν και να προωθήσουν τις αντίστοιχες θέσεις τους. Υπενθυμίζω εδώ ότι και η πλευρά του ενάγοντα έχει, για τους δικούς της λόγους, επισημάνει στην υφιστάμενη Απάντησή της το γεγονός ότι τότε ο Ενάγοντας πλήρωνε κανονικά το δάνειό. Συνεπώς, το ενδεχόμενο το δάνειο του ενάγοντα να έχει σήμερα εξοφληθεί δεν μπορεί παρά να έχει κάποια βαρύνουσα σημασία είτε υπέρ των θέσεων του ενάγοντα είτε υπέρ των θέσεων της εναγόμενης. Βεβαίως, το ποια ακριβώς είναι η σημασία του γεγονότος αυτού είναι θέμα νομικό και θα πρέπει αποφασιστεί κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, όταν και θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα αναγκαία γεγονότα. Το ίδιο ισχύει και με το θέμα της φερόμενης έκδοσης τίτλου και το αναφέρω αυτό χωρίς να παραγνωρίζω τα σημεία που έχει θίξει ο κύριος Μάγος, ήτοι ότι δεν πρόκειται περί καθαρού τίτλου ο οποίος δύναται να μεταβιβαστεί στον ενάγοντα. Και αυτά τα σημεία όμως άπτονται ουσιαστικά της εγκυρότητας και της ορθότητας της ουσίας της προτιθέμενης θέσης της τράπεζας ότι με την έκδοση του τίτλου ο ενάγοντας κωλύεται από του να ζητά αποζημιώσεις με βάση την εγγυητική. Προφανώς όμως, αν μετά την ακρόαση διαφανεί ότι δεν ευσταθεί το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου η εναγόμενη τράπεζα εδράζει την εν λόγω θέση της, ανάλογες ενδεχομένως να είναι και οι συνέπειες επί του νομικού θέματος που η τελευταία θέλει να εγείρει ως Υπεράσπιση. Αυτό, όμως, δεν είναι κάτι που θα αποφασιστεί στο παρόν στάδιο, αλλά κατά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης. Με άλλα λόγια, μετά την καταχώρηση της υφιστάμενης δικογραφίας φαίνεται να έχουν προκύψει κάποια γεγονότα που άπτονται άμεσα των ισχυρισμών αμφότερων των πλευρών και τα οποία γεγονότα επηρεάζουν άμεσα το πραγματικό και νομικό πλαίσιο εντός του οποίου θα κινηθούν οι διάδικοι κατά την ακρόαση. Το να δοθεί άδεια όπως τα εν λόγω γεγονότα περιληφθούν στη δικογραφία ως μέρος της Υπεράσπισης, και στη συνέχεια, στα πλαίσια του δικαιώματος του ενάγοντα, στο ανάλογα τροποποιημένο Απαντητικό δικόγραφο του τελευταίου, είναι θεωρώ κάτι που θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, αλλά και τα συμφέροντα των διαδίκων, έστω και αν τα εν λόγω γεγονότα επιχειρούνται να καταχωρηθούν στη δικογραφία με μεγάλη καθυστέρηση. Όμως, όπως υποδεικνύει και η σχετική νομολογία, η καθυστέρηση από μόνη της δεν συνιστά λόγο για να απορριφθεί αίτηση τροποποίησης αν το συμφέρον της δικαιοσύνης δικαιολογεί τέτοια τροποποίηση και αν δεν υπάρχει κακοπιστία και η άλλη πλευρά δύναται να αποζημιωθεί με έξοδα. Αυτές οι ασφαλιστικές δικλείδες υφίστανται θεωρώ στην παρούσα περίπτωση, εφόσον και η δικαιοσύνη θα εξυπηρετηθεί αν επιτραπεί η τροποποίηση αλλά και η πλευρά του ενάγοντα θα μπορέσει να αποζημιωθεί για την όποια ταλαιπωρία έχει υποστεί, έστω και αν ήταν σήμερα έτοιμη να ξεκινήσει την ακροαματική διαδικασία. Ούτε όμως διαπιστώνεται από πλευράς εναγόμενης να υπάρχει κακοπιστία. Επισημαίνω εδώ και ότι η ακρόαση δεν έχει ακόμη ξεκινήσει και ότι ο οποιοσδήποτε εκτροχιασμός προκληθεί συνεπεία της τροποποίησης, αυτός μπορεί να αντιμετωπιστεί με ανάλογες οδηγίες ως προς τη σύντομη εκδίκαση της υπόθεσης. Στη βάση των πιο πάνω συνεπώς, κρίνω ότι στον βαθμό που η πλευρά των Eναγόμενων επιθυμεί να τροποποιήσει την Υπεράσπισή της προσθέτοντας τις πραγματικές και νομικές θέσεις της περί της έκδοσης κάποιου τίτλου και της εξόφλησης του δανείου του ενάγοντα, αυτή η πτυχή της αίτησης δύναται να εγκριθεί. Δεν θεωρώ όμως ότι τα πιο πάνω ισχύουν το ίδιο και για την προβολή ανταπαίτησης. Αυτό διότι προσεκτική ανάγνωση της ανταπαίτησης που επιχειρεί να προσθέσει η Eναγόμενη φανερώνει ότι πρόκειται ουσιαστικά για επανάληψη των όσων ισχυρισμών προβάλλονται να συνιστούν την Υπεράσπιση της εναγόμενης, ότι δηλαδή δεν δικαιούνται ο Ενάγοντας να αξιώνει την εγγυητική διότι έχει εκχωρήσει τα δικαιώματά του από το πωλητήριο στην τράπεζα και δεύτερο ότι η εγγυητική έχει εξοφληθεί διότι έχει εκδοθεί τίτλος, θέσεις όμως οι οποίες δεν χρειάζεται να εγείρονται ως ανταπαίτηση για να οδηγήσουν στην προτιθέμενη απαλλαγή της εναγόμενης. Υπό αυτές τις περιστάσεις συνεπώς, η προβολή ανταπαίτησης θα συνεπάγετο μόνο αδικαιολόγητο εκτροχιασμό της διαδικασίας και αυτό λόγω των δικονομικών διδικασιών που επιβάλλεται να γίνουν συνεπεία της έγερσης μιας τέτοιας Ανταπαίτησης στο παρόν στάδιο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, συνεπώς, η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς και δίδεται άδεια για τροποποίηση της Υπεράσπισης ως η παράγραφος Α. 1, 2, 3 και 4 της αίτησης, ενώ το αιτητικό υπό στοιχείο Α5 απορρίπτεται. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από σήμερα και πιστό αντίγραφό της να παραδοθεί στην άλλη πλευρά και τροποποιημένη Απάντηση από πλευράς ενάγοντα να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών στη συνέχεια. Το Δικαστήριο θα ορίσει την υπόθεση στις 16 Δεκεμβρίου 20 για να ελέγξει τη συμμόρφωση των διαδίκων με τις εν λόγω οδηγίες και αναλόγως η υπόθεση θα οριστεί για ακρόαση. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, αυτά, όπως και τα όποια σπαταληθέντα έξοδα ήθελε προκύψουν από την τροποποίηση, επιδικάζονται, ως είναι και ο γενικός κανόνας, υπέρ της πλευράς του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι δε πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. Προτού εγκαταλείψω την απόφασή μου κρίνω σκόπιμο να επισημάνω το εξής. Αν και σίγουρα το θέμα θα διαφωτιστεί καλύτερα μετά την ολοκλήρωση της τροποποιημένης δικογραφίας, φαίνεται ότι με την τροποποιηθείσα πλέον Υπεράσπιση τα πλείστα θέματα που εγείρονται είναι κυρίως νομικά και προέρχονται από κοινώς αποδεκτά έγγραφα. Δηλαδή, εφόσον είναι ήδη παραδεκτές οι γραπτές συμφωνίες των μερών και φαίνεται να είναι αποδεκτό και το γεγονός ότι το κτηματολόγιο έχει εκδώσει το έγγραφο που η εναγόμενη θεωρεί ότι συνιστά τίτλο σε σχέση με το διαμέρισμα που αγόρασε ο ενάγοντας, ενδεχομένως πλέον να μην χρειάζεται να προσκομιστεί μαρτυρία κατά την ακρόαση ως προς το κατά πόσο το εν λόγω έγγραφο θεωρείται τίτλος ή όχι ή αν δύναται να χρησιμοποιηθεί ή όχι για σκοπούς μεταβίβασης ή μαρτυρία αναφορικά με τις συνέπειες της εξόφλησης του δανείου του ενάγοντα, εφόσον τα θέματα αυτά προβάλλουν πλέον να είναι καθαρά νομικά. Είμαι σίγουρος όμως ότι αυτό είναι κάτι που αμφότεροι οι συνήγοροι θα το έχουν υπόψη τους κατά την ακρόαση. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.