APS Loan Management Ltd ν. Δημοσθένους κ.α., Αρ. Αγωγής: 3008/08, 27/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A551 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3008/08 Μεταξύ: APS Loan Management Ltd (κατόπιν ειδοποίησης ημερ. 06/11/20 δυνάμει του αρ.18
(4)Ν.169(Ι)/15) Ενάγουσα και
- XXXXX Δημοσθένους
- XXXXX Κανάρη
- XXXXX Συλλούρη Εναγόμενοι ------------------------------------------------ (Αίτηση εναγόμενης 3 ημερ. 13/02/20 για παραμερισμό απόφασης) Ημερομηνία: 27 Νοεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για εναγόμενη 3 - αιτήτρια: κα Κ. Ανέμου για Χρήστος Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κ. Ν. Καλλένος για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (εφ' εξής τράπεζα) στις 27/05/08 και με αυτή αξιώνετο από όλους τους εναγόμενους το ποσό των €7.714,53 πλέον τόκους και έξοδα. Ήταν ειδικότερα ο ισχυρισμός της ενάγουσας τράπεζας ότι δυνάμει συμφωνίας δανείου που σύναψε στις 05/05/05 με την εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτιδα και τους εναγόμενους 2 και 3 ως εγγυητές της τελευταίας, χορήγησε στην εναγόμενη 1 δάνειο ύψους 5.000ΛΚ, το οποίο θα επιβαρύνετο με τόκο 10.5% ετησίως και το οποίο θα αποπληρώνετο σε 84 μηνιαίες δόσεις. Όμως, παρά το ότι το δάνειο χορηγήθηκε πλήρως στην εναγόμενη 1 εντούτοις η τελευταία, σύμφωνα με την τράπεζα, δεν συμμορφώθηκε με τις συμβατικές της υποχρεώσεις και παρέλειψε να καταβάλει τις συμφωνηθείσες δόσεις της με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στις 24/03/08 οφειλόμενο προς την τράπεζα υπόλοιπο ύψους €7.714,
- Αν και για την εν λόγω οφειλή , ισχυρίστηκε η τράπεζα, στάληκαν γραπτές ειδοποιήσεις προς τους εναγόμενους στις 27/02/08 και 24/03/08, εντούτοις κανένας εξ΄αυτών δεν ανταποκρίθηκε με αποτέλεσμα η τράπεζα να τερματίσει την πιστωτική διευκόλυνση, να επιβαρύνει το οφειλόμενο υπόλοιπο με συνολικό τόκο 14,5% ετησίως και να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Σύμφωνα με τις Ε/Δ ιδιώτη επιδότη ημερ. 04/06/08, 26/06/08 και 29/09/08 που κατατέθηκαν στο φάκελο της υπόθεσης, η αγωγή φέρεται να επιδόθηκε στους εναγόμενους 1, 2 και 3 στις 29/05/08, 24/06/08 και 23/09/08 αντίστοιχα. Για την εναγόμενη 3 συγκεκριμένα, ο επιδότης κατέγραψε στην Ε/Δ του ημερ. 29/09/08 ότι πιστό αντίγραφο της αγωγής επιδόθηκε στην διεύθυνση «XXXXX 8, XXXXX XXXXX» στην άνω των 16 ετών αδελφή και συγκάτοικο της εναγόμενης 3 έναντι της υπογραφής της στις 23/09/
- Εμφάνιση στην αγωγή καταχωρήθηκε μόνο από την εναγόμενη 1 εναντίον της οποίας στη συνέχεια εκδόθηκε στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση, εκ συμφώνου απόφαση στις 16/12/
- Εναντίον των εναγομένων 2 και 3, οι οποίοι δεν είχαν καταχωρήσει εμφάνιση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, η τράπεζα προχώρησε με αίτηση στη βάση της Δ.17 Θ.2, 3 και 5 και ζήτησε και πέτυχε την έκδοση απόφασης εναντίον τους ως η απαίτηση της. Ειδικότερα, σε σχέση με την εναγόμενη 3 η τράπεζα καταχώρησε την αίτηση της στις 14/11/08 και στις 24/11/08 προχώρησε σε απόδειξη της απαίτησης της εναντίον της εν λόγω εναγόμενης προσκομίζοντας Ε/Δ του Χ. Παπαλαμπριανού, στα πλαίσα της οποίας δήλωσης κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως τεκμήρια η γραπτή έγκριση και η συμφωνία του επίδικου δανείου, έξι επιστολές που είχαν σταλεί στους εναγόμενους, περιλαμβανομένων και δύο επιστολών που φέρονται να στάληκαν στην εναγόμενη 3 στη διεύθυνση XXXXX 67 στο XXXXX στις 27/02/08 και 24/03/08 αντίστοιχα, με τις οποίες η τράπεζα παρουσιαζόταν να ενημερώνει την εν λόγω εναγόμενη για το «δάνειο για το οποίο ευθύνεστε ως εγγυήτρια» και συγκεκριμένα για τις καθυστερήσεις που παρουσιάζονταν και για την απόφαση όπως αυτό τερματιστεί και το οφειλόμενο υπόλοιπο του απαιτηθεί άμεσα και από την ίδια. Εφόσον δεν υπήρξε οποιαδήποτε εμφάνιση από πλευράς εναγόμενης 3, ο αδελφός Δικαστής που επιλήφθηκε τότε της αίτησης, έχοντας ικανοποιηθεί από τα όσα του παρουσίασε τότε η τράπεζα, ενέκρινε την αίτηση και εξέδωσε στις 24/11/08 απόφαση υπέρ της τελευταίας και εναντίον της εναγομένης 3 ως η απαίτηση. Εντεκάμιση σχεδόν χρόνια αργότερα, ήτοι στις 13/02/20, η εναγόμενη 3 καταχώρησε την παρούσα αίτηση ζητώντας στη βάση της Δ.17 Θ.10 όπως η εναντίον της απόφαση της 24/11/08 παραμεριστεί για τους λόγους που αυτή αναφέρει στην Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση της. Συγκεκριμένα η εναγόμενη 3 ισχυρίζεται ότι την ύπαρξη της παρούσας αγωγής και την εναντίον της απόφαση τις «ανακάλυψε» όταν περί τα τέλη του Φλεβάρη 2019 έλαβε ειδοποίηση που η τράπεζα της έστειλε στη διεύθυνση XXXXX 67 στο XXXXX, ότι προτίθετο να πουλήσει κάποιες πιστωτικές διευκολύνσεις στις οποίες αυτή, η εναγόμενη 3 δηλαδή, παρουσιαζόταν να είναι εγγυητής. Επειδή όμως η ίδια δεν είχε υπόψη της σε τι πιστωτικές διευκολύνσεις είναι που αναφερόταν η τράπεζα και ούτε θυμόταν να είχε ποτέ υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο εγγύησης ή άλλη συμφωνία με την τράπεζα, προσπάθησε τόσο η ίδια όσο και οι δικηγόροι της να λάβουν περαιτέρω διευκρινίσεις από την τράπεζα. Σε κάποιο στάδιο, ισχυρίζεται η εναγόμενη 3, και συγκεκριμένα μεταξύ 03 και 04 Ιουνίου 2019, η τράπεζα έστειλε στους δικηγόρους της κάποια άγνωστη σ' εκείνη κατάσταση λογαριασμού και έκαμε αναφορά σε κάποια αγωγή με αρ. 3008/
- Επειδή όμως ούτε τότε η τράπεζα την εφοδίασε με οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, εξουσιοδότησε τους δικηγόρους της να διενεργήσουν έρευνα σε σχέση με τον εν λόγω αριθμό αγωγής οπόταν και εντοπίστηκε η παρούσα υπόθεση και μετά από διάφορες προσπάθειες που έκαμαν οι δικηγόροι της, κατέστη δυνατό να εξασφαλιστούν αντίγραφα του φακέλου. Σημειώνω εδώ ότι στον φάκελο της υπόθεσης υπάρχουν κατατεθειμένες αποδείξεις (certifications) αιτημάτων έρευνας και λήψης αντιγράφων από τους δικηγόρους της εναγομένης 3 ημερ. 11/12/19, 16/12/19, 05/02/20 και 06/02/
- Διαπίστωσε τότε η εναγόμενη 3, ως ισχυρίζεται στην Ε/Δ της, ότι η τράπεζα την είχε ενάγει ως εγγυήτρια της εναγόμενης 1, ότι η αγωγή επιδόθηκε στην αδερφή της στη διεύθυνση XXXXX 8, XXXXX στην XXXXX δήθεν διότι συγκατοικούσε με την εν λόγω αδερφή της στην εν λόγω διεύθυνση και εν τέλει ότι με την Ε/Δ του Παπαλαμπριανού, η τράπεζα εξασφάλισε απόφαση εναντίον της στις 24/11/
- Όμως, ισχυρίζεται η εναγόμενη 3: «.η αδελφή μου δεν θυμάται να της είχε επιδοθεί το εν λόγω κλητήριο. Δεν μου είχε δώσει τέτοιο κλητήριο ούτε με είχε ενημερώσει για την ισχυριζόμενη επίδοση. Εν πάση περιπτώσει δεν συγκατοικούσα με την αδερφή μου ούτε διέμενα στην εν λόγω διεύθυνση. Από αρκετά χρόνια πριν το 2008 μέχρι σήμερα διαμένω στη διεύθυνση XXXXX 39 στο XXXXX..φαίνεται ότι οι ενάγοντες είχαν προχωρήσει σε απόδειξη της υπόθεσης εναντίον μου χωρίς να παρουσιάσουν έγγραφο εγγύησης ή άλλο έγγραφο υπογραμμένο από εμένα. Δεν θυμάμαι να έχω υπογράψει οποιαδήποτε τέτοια εγγύηση ή παρόμοιο έγγραφο και ουδέποτε πριν λάβω τα αντίγραφα (του φακέλου) είχα λάβει οποιοδήποτε έγγραφο, επιστολή, ειδοποίηση, κατάσταση λογαριασμού ή κλητήριο σε σχέση με την παρούσα αγωγή, ούτε είχα αντιληφθεί ότι εκκρεμούσε αγωγή ή ότι είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον μου.» Η εταιρεία APS Loan Management Ltd, η οποία αγόρασε την επίδικη πιστωτική διευκόλυνση από την τράπεζα και δυνάμει των προνοιών του Ν.169(Ι)/15 την αντικατέστησε στα επίδικα δικαιώματα και υποχρεώσεις, αντέδρασε στην υπό κρίση αίτηση της εναγόμενης 3 και καταχώρησε ένσταση προβάλλοντας είκοσι δύο συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Οι λόγοι που προβάλλει η APS περιστρέφονται γύρω από τις αρχές που διέπουν αιτήματα της παρούσας φύσης και υποστηρίζονται από Ε/Δ του λειτουργού της, Α. Γερομόσχου, ο οποίος αναφέρει ότι κατέχει όλα τα έγγραφα που αφορούν στα επίδικα θέματα και τα οποία παραλήφθηκαν από την τράπεζα. Εν συντομία, η καθ' ης αίτηση υποστηρίζει ότι η επίδοση που είχε γίνει το 2008 στην εναγόμενη 3 ήταν καθ' όλα ορθή, νόμιμη και σύμφωνη με τους Θεσμούς και ότι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της τελευταίας στερούνται οποιουδήποτε νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Αυτό, σύμφωνα με τον ομνύοντα, όχι μόνο γιατί οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί της εναγόμενης 3 προβάλλονται κατ' εντελώς γενικό και αόριστο τρόπο που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ικανοποιεί το σχετικό βάρος απόδειξης που η τελευταία έχει στους ώμους της, αλλά και διότι η διεύθυνση στην οποία ο επιδότης ορκίστηκε το 2008 ότι επέδωσε την αγωγή (Τεκ.4 ένστασης), είναι η διεύθυνση που και η ίδια η εναγόμενη έχει δηλώσει στο Κτηματολόγιο ως διεύθυνση της, κάτι που διαπιστώθηκε και το 2013 όταν η τράπεζα ερεύνησε τα αρχεία του Κτηματολογίου και ενέγραψε την προς όφελος της δικαστική απόφαση της 24/11/08 ως επιβάρυνση (ΜΕΜΟ) επί της ακίνητης περιουσίας της εναγόμενης 3 (βλ. Τεκ.6 ένστασης). Πρόσθετα τούτου, υποστηρίζει ο ομνύοντας, κανένα στοιχείο δεν έχει παρουσιάσει η εναγόμενη 3 προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι από το 2008 διαμένει στο XXXXX και αυτό πέραν και ανεξάρτητα του ότι η επιστολή που η ίδια ισχυρίζεται ότι έλαβε το Φλεβάρη 2019 σε σχέση με τα επίδικα θέματα, είναι στη διεύθυνση στο XXXXX που απεστάλη, ήτοι στη διεύθυνση που η ίδια η εναγόμενη είχε δηλώσει στην τράπεζα το 2005 κατά την υπογραφή της εγγύησης της και στην οποία διεύθυνση είχαν σταλεί διάφορες ειδοποίησεις από την τράπεζα τόσο πριν όσο και μετά την καταχώρηση της αγωγής (Τεκ. 2, 3 και 8 ένστασης). Όσον αφορά τέλος τον ισχυρισμό της εναγόμενης 3 ότι δεν θυμάται να υπέγραψε ποτέ οποιοδήποτε εγγυητήριο έγγραφο ή να ενεπλάκη ποτέ στην επίδικη διευκόλυνση, ο ομνύοντας υποστηρίζει ότι πέραν της γενικότητας και αοριστίας που χαρακτηρίζει τον εν λόγω ισχυρισμό, αυτός καταρρίπτεται από τα σχετικά τραπεζικά έγγραφα που είχαν υπογραφεί στις 05/05/05 και στα οποία φαίνεται ξεκάθαρα ότι η ίδια η εναγόμενη 3 είχε υπογράψει τότε τη συμφωνία εγγύησης στη βάση της οποίας ενάχθηκε στην παρούσα αγωγή. Τίποτα επομένως κατά τον ομνύοντα δεν δικαιολογεί επιτυχία της παρούσας αίτησης αφού η αδικαιολόγητη παράλειψη της εναγόμενης 3 να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή και μετέπειτα η μεγάλη και αδικαιολόγητη αδράνεια της να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση, θα πρέπει να θεωρηθούν ως παντελής έλλειψη ενδιαφέροντος από μέρους της, σε βαθμό μάλιστα που συνιστά καταφρόνηση και κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών και περιφρόνηση των δικαιωμάτων των εξ' αποφάσεως πιστωτών της. Εξέτασα με προσοχή λοιπόν τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Οι αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης δυνάμει της Δ.17 είναι γνωστές και δύναται να συνοψισθούν στο ότι για να πετύχει μια αίτηση παραμερισμού, ο εναγόμενος θα πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο, εκ πρώτης όψεως βέβαια, ότι έχει καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση, ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του ενώ θα πρέπει επίσης να μην έχει επιδείξει αδικαιολόγητη καθυστέρηση αναγόμενη σε περιφρόνηση του δικαστηρίου στην υποβολή της αίτησης του για παραμερισμό (βλ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε66/2014, 12/4/2019, Mερκή Zήνωνας ν. Yiannoukas Holiday Inns Limited και Άλλου
(1994)1 ΑΑΔ 736 και Τσεσμελόγλου Κυριακή ν. Σοφοκλή Σοφοκλέους
(2013)1 ΑΑΔ 64). Βεβαίως, το νομότυπο της διαδικασίας επίδοσης μιας αγωγής, θέμα άμεσα συνδεδεμένο με τη μη εμφάνιση, είναι παράγοντας καθοριστικής σημασίας, εφόσον μπορεί από μόνος του να οδηγήσει σε ex debito justitae παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να εξεταστούν θέματα μη εμφάνισης και καλής υπεράσπισης (βλ. μεταξύ άλλων Γιωργαλλίδης Nικόλας ν. Xρυσόστομου Xρίστου (Tτόμη)
(1997)1 ΑΑΔ 247) και Τσεσμελόγλου ανωτέρω).Όπως πρόσφατα λέχθηκε στις, JURGEN κ.α. v. ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 80/2014, 1/6/2020: «.Η νομολογία που λαμβάνεται στο ζήτημα που παραμερισμού νομοτύπων αποφάσεων που έχουν εκδοθεί ερήμην είναι πολύ γνωστή και επαρκώς θεμελιωμένη. Το Δικαστήριο, όπως λέχθηκε στην Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646 και επαναλήφθηκε σε πλείστες όσες αποφάσεις όπως τη Bush κ.ά. ν. Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342 και Αργυρού ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λίμιτεδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 229, κατευθύνει την προσοχή του σε δύο παράγοντες, ο πρώτος εκ των οποίων αφορά στο κατά πόσο έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση στην καταχώρηση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό και ο άλλος σχετίζεται με το κατά πόσο έχει διαφανεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή με αναγκαία επί τούτου υποστήριξη της αίτησης με ένορκη δήλωση επί της ουσίας, (Annual Practice 1970 σελ.. 117, παρ. 13/9/4). Οι δύο αυτοί παράγοντες εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο εξέτασης μιας αίτησης για παραμερισμό, της αρχής, δηλαδή, να υπάρχει οριστική λήξη της αντιδικίας το συντομότερο δυνατό («interest repuplicae ut sit finis litium») και από την άλλη να μην αποστερείται διάδικος με ευκολία της δυνατότητας να ακουστεί, (Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204)..Πέραν των ανωτέρω αρχών δεν υπάρχουν στεγανά στην εξέταση μιας αίτησης της φύσεως αυτής, δεδομένου ότι ανακύπτουν διαφορετικά δεδομένα και γεγονότα στην κάθε υπόθεση..Όπως ήδη λέχθηκε, κάθε υπόθεση αντιμετωπίζεται αναλόγως των γεγονότων της. Για παράδειγμα στην πρόσφατη υπόθεση Κοστανιάν ν. Βασιλείου, ECLI:CY:AD:2020:A73, ECLI:CY:AD:2020:A73, Πολ. Έφ. αρ. 168/2013, ημερ. 25.2.2020, λέχθηκε ότι «... τυχόν επιπόλαιοι χειρισμοί ενός εναγομένου, που οδηγούν στην έκδοση απόφασης εναντίον του, δεν θεωρούνται, χωρίς άλλο, από τη νομολογία ως καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, οποιασδήποτε μορφής•». Εκεί η εφεσείουσα όταν παρέλαβε κλητήριο ένταλμα που αφορούσε διαφορά επί διαμερισμάτων σε πολυκατοικία και χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε περαιτέρω για τη συγκεκριμένη συναλλαγή παρέδωσε το κλητήριο στο συνεναγόμενο της, ο οποίος την προέτρεψε να του δώσει το κλητήριο ένταλμα για να ενεργήσει, όπως και ο ίδιος, παραδίδοντας το στο δικηγόρο του για διευθέτηση. Όμως ο συνεναγόμενος δεν ενήργησε όπως αντιλήφθηκε η εφεσείουσα και εκδόθηκε απόφαση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης, η οποία όμως παραμερίστηκε από το Εφετείο. Η παρούσα περίπτωση όμως είναι διαφορετική, δεδομένου ότι οι εφεσείοντες γνώριζαν περί των διαδικασιών και η ιδιότητα τους ενέχει τη δική της σημασία. Στη Sokollow S.A. Oddzial Zaklady Miesne W Kole v. Lope Enterprises Ltd
(2014)1 Α.Α.Δ. 2555, θεωρήθηκε αδικαιολόγητη η ενέργεια των αλλοδαπών δικηγόρων των εφεσειόντων να επιλέξουν να αποστείλουν κάποια έγγραφα που θεώρησαν σχετικά για την υπεράσπιση τους στο αρμόδιο Πρωτοκολλητείο χωρίς να λάβουν συμβουλή από συναδέλφους τους στην Κύπρο ως προς τον τρόπο χειρισμού του κλητηρίου εντάλματος που είχε επιδοθεί στους εφεσείοντες. Η νομολογία αποκαλύπτει ότι για την παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης πρέπει να δίδονται ικανοποιητικοί λόγοι, όπως, για παράδειγμα, ότι η αγωγή δεν περιήλθε σε γνώση των εναγομένων δίδοντας προς τούτο συγκεκριμένες και εύλογες εξηγήσεις, (Iason Travel & Tours Ltd n. L. Pashias Travel Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 402). Επίσης, όμως, ότι η άνευ επαρκών εξηγήσεων παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης αποτελεί καλό λόγο για μη παραμερισμό. Στην Κάτια Χριστοφόρου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 86, η εφεσείουσα όχι μόνο καθυστέρησε αδικαιολόγητα στην καταχώρηση εμφάνισης επικαλούμενη άγνοια της δυνατότητας αυτής, θέση που δεν έγινε αποδεκτή, αλλά καθυστέρησε να λάβει και μέτρα για παραμερισμό μετά την επίδοση σ΄ αυτή αίτησης παρακοής. Εδώ οι εφεσείοντες παρέλειψαν να εμφανιστούν σε πέραν της μιας των ευκαιριών που είχαν, όπως ήδη εξηγήθηκε πιο πάνω.Η νομολογία θέλει τους δύο παράγοντες προς παραμερισμό απόφασης να είναι σωρευτικοί, (Τρύφωνος Τρύφων Κύπρος ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αλληλεγγύης
(2014)1 Α.Α.Δ. 1080).Ως εκ τούτου δεν παρίσταται ανάγκη να συζητηθεί η συζητήσιμη υπεράσπιση σε έκταση.». ΚΑΛΛΙΣΙΗΣ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ, ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ (ΤΜΗΜΑ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΥΔΑΤΩΝ), ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. Ε207/2014, 11/9/2020: «Σύμφωνα με πάγια νομολογία, σε αίτηση όπως η υπό αναφορά, εναπόκειται στον εναγόμενο, αιτητή, ο ίδιος να καταδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση έναντι της απαίτησης του ενάγοντος. Κύρια αυθεντία επί του θέματος τούτου είναι η αγγλική υπόθεση Evans v. Bartlam [1937] 2 All E.R. 646, στην οποία, ακριβώς, έχει λεχθεί, σχετικά, στη σελίδα 650: "..., where the judgment was obtained regularly, there must be an affidavit of merits, meaning that the applicant must produce to the court evidence that he has a prima facie defence." Η αυθεντία αυτή υιοθετήθηκε, κατ' επανάληψη, από την κυπριακή νομολογία, στην ολότητά της και όχι μόνο σε σχέση με την εν λόγω πτυχή, η οποία, εδώ, ενδιαφέρει άμεσα..Το εκδικάσαν Δικαστήριο έκρινε ότι οι, ως άνω, ισχυρισμοί του εφεσείοντος δεν ήταν ικανοποιητικοί προς αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Ως εκ τούτου, απέρριψε την αίτηση. Η κρίση του δε αυτή προσβάλλεται με την παρούσα έφεση, διά της οποίας επιχειρείται να δοθεί υπόσταση στην πιο πάνω γενική, ουσιαστικά, άρνηση του εφεσείοντος. Η προσπάθεια τούτη, όμως, δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Η εκδοχή την οποία ο εφεσείων πρόβαλε προς υπεράσπισή του, εμφανώς, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, είναι επιφανειακή, με αποτέλεσμα να μην τυγχάνει εφαρμογής η υπόθεση Iason Travel & Tours Ltd v. L. Pashias Travel Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 402. Συγκεκριμένα, αυτός δεν εμβαθύνει σε γεγονότα, ως θα έπρεπε, ώστε η εκδοχή του να εμφανίζεται, στην όψη της, πειστική. ΄Οπως λέχθηκε στην υπόθεση Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, στη σελίδα 2124, «Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη.»» και ΚΟΤΣΩΝΗΣ ν. ΔΗΜΟΣ ΓΕΡΙΟΥ, ECLI:CY:AD:2019:A452, Πολιτική Έφεση Αρ. 254/2013, 31/10/2019 «.Σύμφωνα με τη Δ.17 Κ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, ο οποίος εφαρμόζεται κατ΄ αναλογία στην παρούσα περίπτωση, λόγω απουσίας ειδικού κανονισμού στους περί Ειδικούς για τον Καθορισμό Αποζημίωσης Κανονισμούς του 1956, η εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίσει εκδοθείσα απόφαση είναι διακριτικής φύσης. Ο εναγόμενος σε τέτοιου είδους υποθέσεις οφείλει να καταδείξει ότι (α) έχει ως πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και (β) υπάρχει σοβαρός λόγος για τη μη εμφάνιση στη διαδικασία. Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αναλύονται στην Evans v. Bartlam
(1937)2 All ER 646 και υιοθετήθηκαν από τα Κυπριακά Δικαστήρια (βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 28, Πίττας ν. Unigoods Trading Co. Ltd
(2004)1Γ ΑΑΔ 1761, Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1Γ ΑΑΔ 1774). Επιδίωξη του Δικαστηρίου είναι η εξισορρόπηση αφενός του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και αφετέρου η ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων με τη διασφάλιση της τελεσιδικίας. Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό απόφασης που ελήφθηκε ερήμην, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Εν τούτοις, το Δικαστήριο μπορεί παρά ταύτα να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές λοιπόν, σημειώνω τα εξής αναφορικά με τα όσα περιβάλλουν την υπό κρίση περίπτωση. Συνιστά αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι για να πετύχει το 2008 την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγόμενης 3, η τράπεζα επικαλέστηκε αφ' ενός το ότι με την παράλειψη της να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή μετά που αυτή της επιδόθηκε σύμφωνα με την ένορκο δήλωση του επιδότη ημερ. 29/09/08, η εναγόμενη 3 ουσιαστικά επέλεξε να μην αντικρούσει τους ισχυρισμούς που την έφεραν να είχε συμφωνήσει να είναι εγγυήτρια της πρωτοφειλέτιδας εναγόμενης 1 και κατ' επέκταση το ίδιο υπόλογη να εξοφλήσει το αξιούμενο ποσό και και αφ' ετέρου τα όσα αναντίλεκτα λέχθηκαν και τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της Ε/Δ Παπαλαμπριανού ημερ. 14/11/
- Ο τελευταίος είχε τότε αναφέρει τα εξής στην Ε/Δ του: «.Είμαι στην υπηρεσία των άνω εναγόντων και είμαι εξουσιοδοτημένος παρ' αυτών να κάμω την παρούσα ένορκο δήλωση.
- Έχω αναγνώσει την έκθεση απαιτήσεως της άνω αγωγής και συμφωνώ πλήρως με το περιεχόμενο της.
- Επισυνάπτω με την παρούσα τα ακόλουθα έγγραφα: Τεκμήρια Α - Πιστοποιημένο αντίγραφο απόφασης/έγκρισης ημερ. 28.4.05 γενομένης αποδεχτής υπό της εναγόμενης 1 την 5.5.05 δι' έγκριση δανείου ύψους £5000 Τεκμήριο Β - Πιστοποιημένο αντίγραφο συμφωνίας δανείου ημερ. 5.5.05 δια £5.000.- πλέον τόκους η οποία διέπεται από τον Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο του 2001, Τεκμήριο Γ - Τρεις επιστολές εναγόντων ημερ. 27.2.08 προς ένα έκαστο των εναγομένων. Τεκμήριο Δ - Τρεις επιστολές εναγόντων ημερ. 24.3.08 προς ένα έκαστο των εναγομένων. Τεκμήριο Ε - Κατάσταση Λογαριασμού. Σημείωση: Τα πρωτότυπο των Τεκμηρίων είναι ήδη κατατεθειμένα στην αίτηση για συνοπτική απόφαση εναντίον της εναγομένης 1»
- Από την ημέρα καταχώρησης της παρούσας αγωγής οι εναγόμενοι ουδέν ποσό επλήρωσαν έναντι του χρέους τους.
- Παρακαλώ όπως εκδοθεί απόφαση εναντίον της εναγόμενης 3, για το ποσό των €7.714,53 πλέον.» Σήμερα, εντεκάμιση σχεδόν χρόνια μετά την έκδοση απόφασης εναντίον της λόγω της παράλειψης της να καταχωρήσει εμφάνιση μετά που η αγωγή φέρεται να της επιδόθηκε 2 μήνες πριν την απόφαση, η εναγόμενη 3 ισχυρίζεται αφ' ενός ότι η αγωγή δεν περιήλθε ποτέ σε γνώση της και αφ' ετέρου ότι αν της δίνετο το δικαίωμα να υπερασπιστεί, αυτή είχε και έχει καλή υπεράσπιση να προβάλει διότι «.φαίνεται ότι οι ενάγοντες είχαν προχωρήσει σε απόδειξη της υπόθεσης εναντίον μου χωρίς να παρουσιάσουν έγγραφο εγγύησης ή άλλο έγγραφο υπογραμμένο από εμένα. Δεν θυμάμαι να έχω υπογράψει οποιαδήποτε τέτοια εγγύηση ή παρόμοιο έγγραφο.». Εξετάζοντας λοιπόν πρώτα τον ισχυρισμό της εναγόμενης ότι δεν έλαβε ποτέ γνώση για την αγωγή, ισχυρισμός ο οποίος αν ευσταθεί μπορεί από μόνος του να οδηγήσει σε παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης ex debito justitae, παρατηρώ τα εξής. Σύμφωνα με τον όρκο του επιδότη, η αγωγή επιδόθηκε στην άνω των 16 ετών αδερφή και συγκάτοικο της εναγόμενης 3 σε συγκεκριμένη διεύθυνση στην Έγκωμη, ισχυρισμός ο οποίος αν ευσταθεί, ικανοποιεί πλήρως τις πρόνοιες της Δ.5 Θ.2
(1)(i)[1] ώστε να θεωρηθεί ότι η επίδοση που έγινε ήταν ορθή και νόμιμη και ότι η αγωγή περιήλθε επαρκώς σε γνώση της εναγόμενης 3. Η εναγόμενη 3 επιχείρησε να αμφισβητήσει τα όσα ο επιδότης ορκίστηκε το 2008 χρησιμοποιώντας μόνο τη δική της μαρτυρία, στην οποία όμως μαρτυρία δεν αρνείται ότι ως ο επιδότης ορκίστηκε, η Β. Στυλιανού που φέρεται να έλαβε την αγωγή το 2008 είναι όντως αδερφή της, ότι όντως η Στυλιανού διέμενε στην διεύθυνση που φέρεται να έγινε η επίδοση και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η τελευταία ήταν όντως άνω των 16 ετών. Πρόσθετα τούτων όμως, ενώ η θέση του επιδότη στην Ε/Δ του ήταν ότι η αγωγή επιδόθηκε στην Στυλιανού η οποία υπέγραψε προσωπικά το αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος ως η άνω των 16 ετών αδελφή και συγκάτοικος της εναγόμενης 3, θέση η οποία συνάδει με τα όσα παρουσιάζονται στο αντίγραφο της αγωγής που ο επιδότης επεσύναψε στην Ε/Δ επίδοσης, καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε από πλευράς εναγόμενης 3 που να αντικρούει είτε τη φερόμενη υπογραφή της Στυλιανού είτε ότι το ότι η τελευταία υπέγραψε υπό την ιδιότητα που παρουσιάζεται να υπέγραψε, και σίγουρα δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί εδώ το γεγονός ότι από την ίδια τη Στυλιανού που φέρεται να έχει υπογράψει για την παραλαβή της αγωγής, καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης. Υπό το φως αυτών των δεδομένων συνεπώς, ο ισχυρισμός της εναγόμενης 3 ότι η Στυλιανού της ανέφερε απλά ότι «.δεν θυμάται να της είχε επιδοθεί το εν λόγω κλητήριο.» δεν αρκεί για να κλονίσει τα όσα ενόρκως ισχυρίστηκε το 2008 ο επιδότης. Παραμένει βεβαίως να εξεταστεί ο ισχυρισμός της εναγόμενης 3 ότι η αγωγή δεν περιήλθε ποτέ σε γνώση της διότι κατά τον ουσιώδη χρόνο που φέρεται να έγινε η επίδοση, αυτή, η εναγόμενη 3 δηλαδή, όχι μόνο δεν διέμενε με την αδερφή της στη συγκεκριμένη διεύθυνση στην XXXXX αλλά και ότι από το 2008 και μέχρι σήμερα διαμένει σε άλλη διεύθυνση στο XXXXX. Ενώ όμως εύλογα θα αναμένετο ότι τους ισχυρισμούς της αυτούς η εναγόμενη 3 θα τους αποδείκνυε με κάποιας μορφής μαρτυρία, αν μη τι άλλο διότι τους πρόβαλε για να καταδείξει ένα πραγματικό γεγονός, εντούτοις οι ισχυρισμοί της αυτοί παρέμειναν μέχρι τέλους να συνιστούν απλά γενικές και ατεκμηρίωτες αναφορές στην Ε/Δ της. Σίγουρα, αν η εναγόμενη 3 όντως διέμενε σε συγκεκριμένη διεύθυνση στο XXXXX τα τελευταία 12 χρόνια, κάποιο γραπτό στοιχείο θα υπήρχε που να το επιβεβαιώνει αυτό και το οποίο στοιχείο η εναγόμενη 3 εύκολα θα μπορούσε να το εξασφαλίσει και να το παρουσιάσει, όπως π.χ. αντίγραφα λογαριασμών κοινής ωφέλειας ή έστω κάποιας μορφής αλληλογραφία. Τίποτα όμως τέτοιο δεν έπραξε η εναγόμενη 3 με αποτέλεσμα οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί της να υπόκεινται σε απόρριψη ως καθαρά γενικοί, αόριστοι και αβάσιμοι. Την ίδια στιγμή όμως, οι ισχυρισμοί της εναγόμενης 3 φαίνεται να καταρρίπτονται και από τα αδιαμφισβήτητα επίσημα Κτηματολογικά αρχεία που παρουσίασε η καθ' ης η αίτηση, στα οποία ως διεύθυνση της εναγόμενης 3 αναγράφεται η διεύθυνση στην οποία έγινε η επίδοση της αγωγής, ήτοι «XXXXX 8, XXXXX XXXXX». Με άλλα λόγια, όχι μόνο η εναγόμενη 3 δεν παρουσίασε καμία μαρτυρία που να υποδηλοί, είτε ως θέμα πραγματικό είτε ως θέμα νομικό, ότι με τον τρόπο που της επιδόθηκε η αγωγή το 2008 αυτή δεν περιήλθε σε γνώση της αλλά και τα όσα ορκίστηκε ο επιδότης το 2008 αναφορικά με τον τόπο και τρόπο που επέδωσε την αγωγή, φαίνεται πό τις περιστάσεις να επιβεβαιώνονται ως αληθή όπως επιβεβαιώνεται και αυτή καθ' αυτή η επάρκεια της επίδοσης που έγινε. Όπως λοιπόν και αν ήθελαν ιδωθούν οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί της εναγόμενης 3, αυτοί κρίνονται να στερούνται κάθε ερείσματος και οι γενικές και αόριστες θέσεις που προβάλλονται από πλευράς της τελευταίας για να πλήξουν τα όσα ορκίστηκε ο επιδότης το 2008 και τα οποία επιβεβαιώνονται και από γραπτή μαρτυρία, δεν συνιστούν θεωρώ επαρκή και τεκμηριωμένη αμφισβήτηση του εν λόγω επιδότη, ιδιαίτερα και όταν δεν έχει αποδοθεί κανένα αλλότριο κίνητρο στον τελευταίο. Κανένας συνεπώς λόγος δεν συντρέχει γιατί να μην θεωρηθεί ότι η επίδοση της αγωγής στην εναγομένη 3 που έγινε πριν 12 χρόνια περίπου, ήτοι στις 23/09/08, ήταν όντως νόμιμη και νομότυπη. Εφόσον δε, πέραν των όσων αναφέρονται ανωτέρω, καμία άλλη δικαιολογία δεν δόθηκε από μέρους της εναγόμενης 3 ως προς το γιατί δεν καταχωρήθηκε έγκαιρα από πλευράς της σημείωμα εμφάνισης ή γιατί παρήλθαν εντεκάμιση σχεδόν χρόνια για να καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση παραμερισμού, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί και ότι η τελευταία ενημερώθηκε δεόντως για την εναντίον της αγωγή και παρά ταύτα παρέλειψε αδικαιολόγητα να εμφανιστεί και να ανακόψει έτσι την έκδοση απόφασης εναντίον της. Αν και σύμφωνα με τη νομολογία που αναφέρεται ανωτέρω, η πιο πάνω διαπίστωση μου είναι καθοριστική για την τύχη της αίτησης εφόσον «.η άνευ επαρκών εξηγήσεων παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης αποτελεί καλό λόγο για μη παραμερισμό.» διότι «.Η νομολογία θέλει τους δύο παράγοντες προς παραμερισμό απόφασης να είναι σωρευτικοί.», θα προχωρήσω παρά ταύτα να εξετάσω και τον ισχυρισμό της εναγόμενης 3 περί ύπαρξης καλής υπεράσπισης, αν μη τι άλλο διότι ο εν λόγω ισχυρισμός είναι σε κάποιο βαθμό συνδεδεμένος και με τη γενικότερη στάση που αυτή επέδειξε. Η ουσία λοιπόν της προτιθέμενης υπεράσπισης της εναγόμενης 3 αφορά στην αμφισβήτηση της στην κατ' ισχυρισμό εμπλοκή της στο επίδικο δάνειο και ειδικότερα στον ισχυρισμό που πρόβαλε τότε η τράπεζα ότι στις 05/05/05 αυτή, η εναγόμενη 3 δηλαδή, εγγυήθηκε γραπτώς την εναγόμενη 1 για το επίδικο δάνειο και ότι παρέλειψε να τηρήσει τις υποχρεώσεις της ως τέτοια εγγυήτρια όταν κλήθηκε επανειλημμένα να το πράξει. Η επί του προκειμένου θέση που προβάλλει σήμερα η εναγόμενη 3 είναι απλά ότι «.Δεν θυμάμαι να έχω υπογράψει οποιαδήποτε τέτοια εγγύηση ή παρόμοιο έγγραφο και ουδέποτε.είχα λάβει οποιοδήποτε έγγραφο, επιστολή ειδοποίηση, κατάσταση λογαριασμού.». Το ερώτημα λοιπόν είναι αν η θέση αυτή της εναγόμενης 3 θα μπορούσε να θεωρηθεί ως καλή συζητήσιμη υπεράσπιση στα όσα η τράπεζα της καταλόγιζε. Επί αυτού σημειώνω τα εξής: Εκ πρώτης όψεως η συγκεκριμένη θέση της εναγόμενης δεν φαίνεται να συνιστά τίποτα περισσότερο παρά μια καθαρά επιφανειακή εκδοχή που δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως συζητήσιμη υπεράσπιση (βλ. ΚΑΛΛΙΣΙΗΣ ανωτέρω). Όπως δε χαρακτηριστικά το έθεσε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Πατούρης Μιχάλης ν. Ηellenic Bank Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 2118 όπου μία εκ των προβαλλόμενων ως καλών υπερασπίσεων σε αίτηση παρόμοιας φύσης ήταν ο ισχυρισμός ότι «Δεν γνωρίζω διότι δεν βρήκα πουθενά στα έγγραφα που εγώ κατέχω αν οι ενάγοντες όπως ισχυρίζονται έχουν πράγματι εγγυητήριο υπογραμένο από εμένα για χρέη της ενάγουσας εταιρείας»: «.Ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε άλλες επιφυλάξεις, εξ αντικειμένου η προβληθείσα υπεράσπιση του εφεσείοντος στερείται αξιοπιστίας. Κειμένεται η υπεράσπισή του μεταξύ πιθανολογούμενης άγνοιας ή αδυναμίας γνώσης των γεγονότων αφενός, και απουσίας συνεπειών από τις πράξεις του σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι εγγυήθηκε την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, αφετέρου..». Βεβαίως, η έστω και έμμεσα άρνηση ενός ισχυρισμού και δη ισχυρισμού περί ενυπόγραφης ανάληψης κάποιας συμβατικής δέσμευσης, επιβάλλει στην πλευρά που βασίζεται στον ισχυρισμό αυτό να τον αποδείξει με ικανοποιητική μαρτυρία, χωρίς όμως να παραγνωρίζεται την ίδια στιγμή και το ότι η αντίδικη πλευρά επέλεξε μόνο να αρνηθεί τον ισχυρισμό και να μην προβάλει τον οποιοδήποτε δικό της θετικό ισχυρισμό ως προς τα συγκεκριμένα γεγονότα (βλ. μεταξύ άλλων Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. E.T. Autospares Enterprises Ltd κ.ά.
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 843). Είναι προφανώς αυτή την αρχή που είχε κατά νου η εναγόμενη 3 όταν προς επίρρωση της προτιθέμενης υπεράσπισης της ισχυρίστηκε ότι «.φαίνεται ότι οι ενάγοντες είχαν προχωρήσει σε απόδειξη της υπόθεσης εναντίον μου χωρίς να παρουσιάσουν έγγραφο εγγύησης ή άλλο έγγραφο υπογραμμένο από εμένα.». Διεξήλθα λοιπόν τα όσα τέθηκαν ενώπιον του αδελφού Δικαστή το 2008 κατά την απόδειξη της υπόθεσης της τράπεζας εναντίον της εναγομένης 3 και παρατηρώ ότι στην Ε/Δ Παπαλαμπριανού που η τράπεζα είχε τότε παρουσιάσει προς απόδειξη της υπόθεσης, όντως δεν περιλαμβάνετο οποιοδήποτε έγγραφο εγγύησης υπογραμμένο από την εναγόμενη 3 σε σχέση με το επίδικο δάνειο παρά μόνο γίνονταν κάποιες αναφορές στη σύμβαση με την εναγομένη 1 ότι το επίδικο δάνειο θα εξασφαλίζετο μεταξύ άλλων και με προσωπική εγγύηση της εναγόμενης
- Για τους λόγους όμως που θα προχωρήσω να εξηγήσω, κρίνω ότι το στοιχείο αυτό δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιτυχία της παρούσας αίτησης. Η αγωγή της τράπεζας εναντίον της εναγόμενης 3 αφορούσε σε εκκαθαρισμένη απαίτηση και η αίτηση για απόφαση εδραζόταν και επί της Δ.17 Θ.
- Συνεπώς, εκτός αν το απαιτούσε το Δικαστήριο, που στην παρούσα περίπτωση δεν το απαίτησε, από τη στιγμή που η απόφαση ζητείτο στη βάση της παράλειψης της εναγομένης 3 να καταχωρήσει εμφάνιση και να αντικρούσει έτσι τους ισχυρισμούς που προβάλλονταν εναντίον της στο κλητήριο ένταλμα, δεν χρειαζόταν να παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία από την τράπεζα υπό τη μορφή ένορκης δήλωσης ή άλλως πως ώστε να εκδοθεί απόφαση ως η απαίτηση προς όφελος της και εναντίον της εναγόμενης 3 (βλ. Tράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βασίλη Χαραλάμπους και Άλλων
(2010)1 ΑΑΔ 829). Βεβαίως, στην προκείμενη περίπτωση η τράπεζα επέλεξε να παρουσιάσει μαρτυρία προς απόδειξη της υπόθεσης της, ήτοι την Ε/Δ Παπαλαμπριανού, το περιεχόμενο της οποίας έχω ήδη παραθέσει αυτούσιο ανωτέρω και στην οποία Ε/Δ ο ομνύοντας δήλωσε τη συμφωνία του με τους ισχυρισμούς που παρατίθεντο στην Ε/Α σε σχέση με την ιδιότητα όλων των εναγομένων και το λόγο που αυτοί ενάγονταν. Υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις συνεπώς, αυτού του είδους η μαρτυρία θα ήταν αρκετή για να οδηγήσει στην έκδοση απόφασης εναντίον της εναγόμενης 3, αφού η τελευταία, με το να μην εμφανιστεί στην αγωγή, θεωρείτο ότι δεν αμφισβητούσε τους ισχυρισμούς που προβάλλονταν στην Ε/Α αναφορικά με το ότι είχε εγγυηθεί γραπτώς την εξόφληση του επίδικου ποσού και ότι κλήθηκε επανειλημμένα να το πράξει χωρίς όμως να ανταποκριθεί (βλ. Βασίλη Χαραλάμπους ανωτέρω όπου το λεκτικό της Ε/Δ απόδειξης ήταν παρόμοιο με το λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε στην παρούσα περίπτωση). Σε κάθε περίπτωση όμως, με την ένσταση που καταχώρησε στην παρούσα αίτηση η καθ' ης η αίτηση έχει παρουσιαστεί ως μέρος του Τεκ.7, κάποιο έγγραφο εγγύησης δανείου με αρ. 0138-26-008207-00 και ημερομηνία 05/05/05, ήτοι τον ίδιο αριθμό δανείου και ημερομηνία που σύμφωνα με την Ε/Α και τα έγγραφα που παρουσίασε ο Παπαλαμπριανού το 2008, έφερε η επίδικη συμφωνία με την εναγόμενη 1 και το οποίο εγγυητήριο παρουσιάζεται να υπογράφεται αφ' ενός από τους εναγομένους 2 και 3 υπό την ιδιότητα του εγγυητή και από την εναγόμενη 1 υπό την ιδιότητα του «χρεώστη» και αφ' ετέρου από δύο τραπεζικούς λειτουργούς ως μάρτυρες των εν λόγω υπογραφών, οι οποίοι είναι τα ίδια πρόσωπα που σύμφωνα με τα έγγραφα του Παπαλαμπριανού υπέγραψαν την ίδια μέρα ως μάρτυρες της υπογραφής της εναγομένης 1 στη συμφωνία του επίδικου δανείου. Το πιο πάνω έγγραφο η εναγόμενη 3 δεν επεχείρησε να το αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο ή να ζητήσει όπως της επιτραπεί να θέσει με κάποιο τρόπο τη δική της θέση αναφορικά με αυτό. Αντιθέτως, η εναγόμενη 3 επέμεινε στην αρχική της θέση ότι «.Δεν θυμάμαι να έχω υπογράψει οποιαδήποτε τέτοια εγγύηση ή παρόμοιο έγγραφο.» και περιορίστηκε απλά στο να υποστηρίξει, μέσω της αγόρευσης του δικηγόρου της, ότι «.μέχρι σήμερα, οι Καθών η Αίτηση δεν είναι σε θέση να αποδείξουν τι μαρτυρία είχε προσκομιστεί για να εκδοθεί η εν λόγω απόφαση, δεν είναι καν γνωστό αν η 5η σελίδα του Τεκμηρίου 7 είχε παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Εν πάσει περιπτώσει, η εν λόγω σελίδα είναι αόριστη και δεν συνιστά εγγύηση.» Με κάθε σεβασμό όμως προς την πλευρά της εναγόμενης, το έγγραφο που έχει παρουσιάσει η καθ' ης η αίτηση και το οποίο φέρεται να υπογράφτηκε από την εναγόμενη 3 υπό την ιδιότητα του εγγυητή της εναγόμενης 1 την ίδια μάλιστα ημερομηνία που η τελευταία υπέγραψε τη συμφωνία του επίδικου δανείου, όχι μόνο έκδηλα φαίνεται από τον τίτλο του να συνιστά «ΕΓΓΥΗΤΗΡΙΟ», αλλά και τόσο η όψη του όσο και το περιεχόμενο του καταδεικνύουν ότι πρόκειται για το έγγραφο εγγύησης της εναγομένης 3 στο οποίο γινόταν αναφορά στην Ε/Α και το οποίο συνάδει πλήρως με όλες τις θέσεις που προβάλλονταν στην αγωγή. Αν τώρα η εναγόμενη 3 θεωρούσε ότι έπρεπε και ότι μπορούσε να αντικρούσει είτε το περιεχόμενο είτε τη γνησιότητα του εγγράφου αυτού, είτε ακόμη να πλήξει το αξιόπιστο των ισχυρισμών του ομνύοντα της καθ' ης η αίτηση με αναφορά στο χρονικό σημείο που παρουσιάστηκε το συγκεκριμένο έγγραφο, αυτό έπρεπε να γίνει με τον ενδεδειγμένο τρόπο, ήτοι μέσω αντεξέτασης ή συμπληρωματικής Ε/Δ και όχι με μια απλή παράθεση διάφορων υποθετικών και γενικών θέσεων κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Έστω λοιπόν και αν για άγνωστο λόγο το έγγραφο αυτό δεν παρουσιάστηκε το 2008 κατά το στάδιο της απόδειξης της υπόθεσης, η παρουσίαση του σήμερα, σε συνδυασμό με την επιλογή της εναγόμενης 3 να μην το αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο, καταδεικνύει αφ' ενός ότι οι ισχυρισμοί της τράπεζας ήταν πάντοτε αληθείς ώστε υπό το φως τη μη εμφάνισης της εναγόμενης 3 να δικαιολογείτο η έκδοση απόφασης υπέρ της τράπεζας και αφ' ετέρου ότι κανένα ουσιαστικό σκοπό δεν θα εξυπηρετούσε ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης ώστε να δοθεί απλά το δικαίωμα στην εναγόμενη 3 να ισχυριστεί ως υπεράσπιση ότι «.Δεν θυμάμαι να έχω υπογράψει οποιαδήποτε τέτοια εγγύηση ή παρόμοιο έγγραφο.». Κάτι τέτοιο μάλιστα, θα συνιστούσε θεωρώ υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις απλά παραβίαση του καθήκοντος του Δικαστηρίου για «ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων με τη διασφάλιση της τελεσιδικίας» (βλ Κοτσώνης ανωτέρω). Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, απ' όποια σκοπιά και αν ήθελε ιδωθεί η παρούσα αίτηση αυτή δεν μπορεί να επιτύχει και επομένως απορρίπτεται με έξοδα υπέρ εναγόντων και εναντίον εναγομένης 3, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «2.
(1)The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left- (i) with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof;.» or cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο