Καρανίκη Στεφάνου ν. Loukas & Christos Constantinou Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 5035/15, 23/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A585 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5035/15 Μεταξύ: XXXXX Καρανίκη Στεφάνου Ενάγουσα -και-
- Loukas & Christos Constantinou Ltd
- XXXXX Κωνσταντίνου
- XXXXX Κωνσταντίνου Εναγόμενοι ----------------------------------------- Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα: κ. Σχίζας Για εναγόμενους: κ. Α. Μυλωνάς ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή στις 20/10/2015 με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ισχυριζόμενη ότι ως ιδιοκτήτρια ακίνητου που κτίστηκε στη Λευκωσία κατά το 2005, ενοικίασε το εν λόγω ακίνητο δυνάμει γραπτής συμφωνίας για την περίοδο 01/02/11 - 31/01/15 στην εναγόμενη 1 υπό την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3, έναντι ετήσιου ενοικίου €31.200, πληρωτέου εκ €2600 ευρώ μηνιαίως για τα πρώτα 3 έτη. Θέση της ενάγουσας είναι ότι όρος της συμφωνίας αυτής ήταν ότι στο 4ο έτος το ετήσιο ποσό του ενοικίου θα αυξάνετο στις €36.000, ήτοι €3.000 μηνιαίως και θα συνέχιζε να αυξάνεται κατά €2.400 ευρώ ετησίως για κάθε επόμενο έτος που θα συνέχιζε η ενοικίαση. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης, από τον Αύγουστο 2012 μέχρι και τον Φεβρουάριο 2013, για 7 μήνες δηλαδή, καταβάλλονταν στην ενάγουσα ενοίκια μόνο €2000 ευρώ μηνιαίως αντί €2600 που είχαν συμφωνηθεί, με αποτέλεσμα να καταβληθούν στην τελευταία €4.200 λιγότερα ενοίκια για την εν λόγω περίοδο. Λιγότερα ενοίκια ισχυρίζεται η πλευράς της ενάγουσας της καταβάλλονταν και κατά την περίοδο Μαρτίου 2013 - Αυγούστου 2013 εφόσον της καταβαλλόταν €1300 μηνιαίως αντί €2600, με αποτέλεσμα να της έχουν καταβληθεί για τη συγκεκριμένη περίοδο €5200 λιγότερα. Ακολούθως, ισχυρίζεται η ενάγουσα λόγω της οικονομικής κρίσης του 2013, κατόπιν παράκλησης της εναγόμενης το ενοίκιο μειώθηκε εκ συμφώνου προσωρινά στα €1300 για περίοδο ενός έτους, ήτοι Ιούλιο 2013 - Ιούλιο 2014 και αυτό καταβαλλόταν κανονικά από την εναγόμενη
- Μετά τον Ιούλη 2014 όμως, όταν και τερματίστηκε η προσωρινή μείωση, στην ενάγουσα καταβαλλόταν και πάλι χαμηλότερο ενοίκιο από αυτό που είχε συμφωνηθεί, ήτοι €1300 αντί €3000, και αυτό κατά την Ενάγουσα συνεχίστηκε για 6 μήνες με αποτέλεσμα να της καταβληθούν στο τέλος €10.200 λιγότερα, ήτοι €7800 αντί €18.
- Η δικογραφημένη θέση της ενάγουσας είναι ότι με επιστολή της προς τους εναγόμενους ημερ. 30/12/2014, ενημέρωσε τους τελευταίους ότι δεν επιθυμούσε την ανανέωση της ενοικίασης στη λήξη της συμφωνηθείσας περιόδου, ήτοι στις 31/01/2015 και ότι ήθελε να της δοθεί κενή και ελεύθερα κατοχή του ακινήτου. Με την ίδια επιστολή όμως, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ενημέρωσε τους εναγόμενους και ότι αν εκείνοι επιθυμούσαν τη συνέχιση της ενοικίασης, αυτό θα ήταν εφικτό νοουμένου όμως το μηνιαίο ενοίκιο θα ανέρχετο στα €
- Τελικά, ισχυρίζεται η ενάγουσα, δεν συμφωνήθηκε οποιαδήποτε συνέχιση της ενοικίασης μετά τις 31/1/2015, παρά ταύτα όμως οι εναγόμενοι δεν εγκατέλειψαν το υποστατικό και μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής εξακολούθησαν να το κατέχουν. Στη βάση των πάνω ισχυρισμών της η ενάγουσα αξιώνει από τους εναγόμενους €48.400 ευρώ ως δεδουλευμένα ενοίκια, ήτοι €19.600 μέχρι 31/1/2015 και €28.800 από την 31/12/2014 μέχρι και τον Οκτώβριο 2015 που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή (9 μήνες Χ €3200), πλέον διάταγμα ανάκτησης κατοχής του ακίνητου και μέχρι να επιτευχθεί η ανάκτηση, €3200 μηνιαίως ως ενδιάμεσα οφέλη. Με την κοινή υπεράσπιση που καταχώρησαν οι εναγόμενοι προβλήθηκαν οι εξής ισχυρισμοί. Πρώτο ότι η παρούσα υπόθεση εμπίπτει εντός των προνοιών του περί Ενοικιοστασίου Nόμου αφού οι εναγόμενοι κατέστησαν θέσμιοι ενοικιαστές του επίμαχου ακινήτου και συνεπώς το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται της αναγκαίας καθ' ύλη αρμοδιότητας να επιληφθεί της υπόθεσης. Δεύτερο και ως προς την ουσία της υπόθεσης, κεντρικός άξονας της υπεράσπισης τω εναγομένων, οι οποίοι δέχονται την σύναψη συμφωνίας με την ενάγουσα για ενοικίαση του επίμαχου ακινήτου από την 01/02/11 μέχρι και την 31/1/15, είναι ότι αυτοί «κατέβαλλαν και/ή προπλήρωναν ανελλιπώς το ποσό των €2600 μηνιαίως ως ενοίκιο» μέχρι που τον Ιούνιο 2013, συνεπεία της τότε οικονομικής κρίσης, συμφωνήθηκε με την ενάγουσα όπως το μηνιαίο ενοίκιο μειωθεί μόνιμα στα €1300 ευρώ, ποσό το οποίο οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι έκτοτε κατέβαλλαν κανονικά στην πρώτη. Ισχυρίζονται συνεπώς οι εναγόμενοι ότι η ενάγουσα δεν δικαιολογείται να επικαλείται τα ενοίκια που αναφέρονται στη μεταξύ τους γραπτή συμφωνία ώστε να αξιώνει την οποιαδήποτε διαφορά με τα ποσά που της καταβάλλονταν. Με την Απάντηση της η πλευρά της ενάγουσας επανέλαβε ουσιαστικά τις θέσεις τις που προβάλλει στην Ε/Α και τονίζοντας ότι οι εναγόμενοι πλέον κατέχουν παράνομα το υποστατικό ως επεμβασίες (trespassers), ζητά από το Δικαστήριο όπως επιδικάσει προς όφελος της όλες τις θεραπείες που αξιώνει με την αγωγή. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε από πλευράς εναγομένων ότι δεν θα προωθείτο η προδικαστική ένσταση περί καθ' ύλη αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου ενώ κατά την ακρόαση, μεγάλο μέρος των πραγματικών γεγονότων δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα. Συγκεκριμένα, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το υποστατικό της ενάγουσας κτίστηκε και ενοικιάστηκε για πρώτη φορά το 2005 εξ' ου και δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, ότι μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενης 1 συνήφθη γραπτή συμφωνία ενοικίασης του επίμαχου υποστατικού από 01/02/11 μέχρι την 31/01/15 υπό την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3 και ότι δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας, το ετήσιο ενοίκιο για τα πρώτα 3 έτη θα ήταν €31.200, πληρωτέο εκ €2600 μηνιαίως, ακολούθως στο 4ο έτος της ενοικίασης το ετήσιο ενοίκιο θα αυξάνετο στις €36.000, ήτοι €3.000 μηνιαίως ενώ για κάθε επόμενο έτος που θα συνέχιζε η ενοικίαση, το ενοίκιο θα αυξανόταν κατά €2.400 ετησίως, ήτοι επιπλέον €200 το μήνα σε κάθε έτος. Ως παραδεκτά γεγονότα δηλώθηκαν επίσης ότι «η Ενάγουσα μείωσε το ενοίκιο σε €1300 με προφορική συμφωνία που είχε μαζί με τους Εναγόμενους κατά/ή περί τα μέσα του έτους 2013, κατά τον ισχυρισμό της Ενάγουσας λόγω της οικονομικής κρίσεως», ότι «η ενάγουσα μέσω των δικηγόρων της απέστειλε συστημένη επιστολή ημερομηνίας 14/05/2015 στους Εναγόμενους 1 και οι Δικηγόροι της Ενάγουσας έλαβαν απαντητική επιστολή ημερομηνίας 28/05/15 από τους Εναγόμενους 1», ότι «οι Εναγόμενοι έστειλαν μέσω των Δικηγόρων τους τηλεομοιοτυπικό μήνυμα ημερομηνίας 26/03/18 προσφέροντας €18.200,00 που κατ' ισχυρισμόν των Εναγομένων αντιπροσωπεύει τα ενοίκια από τον μήνα Φεβρουάριο 2015 μέχρι τον μήνα Μάιο του 2016 μείον, κατ' ισχυρισμόν των Εναγομένων, την προκαταβολή», ότι «έγινε παράδοση κατοχής του υποστατικού κατά/ή περί τον μήνα Ιούνιο 2016» και ότι «η Ενάγουσα κατέχει και κατακρατεί προκαταβολή ύψους €2.600,00 μέχρι σήμερα λόγω, κατ' ισχυρισμόν της Ενάγουσας, ζημιών στο υποστατικό, τις οποίες οι Εναγόμενοι δεν αποδέχονται». Πρόσθετα των πιο πάνω, σημειώνω ότι εκ της δικογραφίας ήταν επίσης παραδεκτό ότι οι εναγόμενοι κατέβαλλαν στην ενάγουσα τουλάχιστον €2.000 μηνιαίως από τον Αύγουστο 2012 μέχρι και τον Φεβρουάριο 2013 και τουλάχιστον €1.300 από τον Μάρτιο 2013 μέχρι και την 31/01/15 ενώ, όσον αφορά τη συμφωνία για μείωση του ενοικίου σε €1.300 μηνιαίως, είναι εκ της δικογραφίας παραδεκτό ότι η εν λόγω συμφωνηθείσα μείωση ήταν σε ισχύ τουλάχιστον από τον Ιούλιο
- Στη βάση των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων κάμνω ανάλογα ευρήματα. Κατά την ακρόαση μαρτυρία έδωσαν έξι μάρτυρες, ένας από πλευράς ενάγουσας, ήτοι ο σύζυγος και πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της τελευταίας, Θ. Στεφάνου (ΜΕ1), και πέντε από πλευράς εναγομένων, ήτοι ο εναγόμενος 2 (ΜΥ1), η τότε υπάλληλος και υπεύθυνη καταστήματος Σ. Κωνσταντίνου (ΜΥ2), η τότε υπάλληλος του λογιστηρίου των εναγομένων Γ. Πλατρίτη (ΜΥ3), η νυν λογίστρια της εναγόμενης 1, Κ. Γεωργίου (ΜΥ4) και ο τότε υπάλληλος και υπεύθυνος καταστήματος Α. Κωνσταντινίδης (ΜΥ5). Όλοι οι εν λόγω μάρτυρες κατέθεσαν την ουσία της κυρίως εξέτασης τους μέσω γραπτής δήλωσης (Έγγραφα Α - Στ), ενώ στο σύνολο τους κατατέθηκαν και 32 τεκμήρια, ήτοι: Η επίδικη σύμβαση (Τεκ.2), διάφορες αποδείξεις πληρωμής / είσπραξης που εξέδιδε η πλευρά της ενάγουσας προς τους εναγόμενους (Τεκ. 4, 19 - 21, 24, 28 και 29), αντίγραφα των επιταγών με τις οποίες οι εναγόμενοι πλήρωναν τα διάφορα ποσά που κατέβαλλαν μηνιαίως στην πλευρά της ενάγουσας καθώς και σχετικές βεβαιώσεις από τους εξωτερικούς λογιστές - ελεγκτές των (Τεκ.26 και 27), επιστολή των εναγομένων προς την ενάγουσα ημερ. 29/03/13 με την οποία ζητείτο μείωση του ενοικίου από €2.000 σε €1.000 λόγω οικονομικής κρίσης (Τεκ.25), επιστολή των πρώην δικηγόρων της ενάγουσας προς τους εναγόμενους με ημερ. 30/12/14 με την οποία οι πρώτοι καλούσαν τους τελευταίους να παραδώσουν κενή και ελεύθερη κατοχή του ακινήτου στις 31/01/15 εκτός εάν επιθυμούσαν τη συνέχιση της ενοικίασης οπόταν και θα έπρεπε να καταβάλλουν ως ενοίκιο €3.200 από 01/02/15 (Τεκ.5), επιστολή των εναγομένων προς την ενάγουσα χωρίς ημερομηνία με την οποία οι πρώτοι ζητούσαν να ανανεωθεί η ενοικίαση για ακόμη ένα χρόνο (Τεκ.6), επιστολή των δικηγόρων των εναγομένων προς τους πρώην δικηγόρους της ενάγουσας ημερ. 23/01/15 με την οποία οι πρώτοι ενημέρωναν ότι οι εναγόμενοι θα συνέχιζαν να κατέχουν το υποστατικό αλλά στη βάση του μειωμένου ενοικίου που είχε συμφωνηθεί να ισχύει από τον Ιούνιο 2013, ήτοι €1.300 μηνιαίως (Τεκ.22), επιστολή των νυν δικηγόρων της ενάγουσας προς τους εναγόμενους με ημερ. 14/05/15 με την οποία οι εν λόγω δικηγόροι ενημέρωναν τους τελευταίους ότι το αίτημα τους για ανανέωση δεν στάληκε «ως προβλέπεται στο ενοικιαστήριο έγγραφο», ότι «το ενοικιαστήριο έγγραφο δεν ισχύει ή/και με την παρούσα γίνεται διάρρηξης αυτού από την (ενάγουσα)» και ότι αυτοί, οι εναγόμενοι δηλαδή, κατέχουν «παρανόμως το υποστατικό (trespass)» και συνεπώς θα έπρεπε να το παραδώσουν μέχρι 31/05/15 (Τεκ.7), ενυπόγραφη δήλωση της ενάγουσας ότι στις 18/06/16 παρέλαβε από τους εναγόμενους τα κλειδιά του υποστατικού (Τεκ.14), επιστολή των δικηγόρων των εναγομένων προς τους νυν δικηγόρους της ενάγουσας ημερ. 28/05/15 με την οποία οι πρώτοι αφ' ενός επαναλαμβάνουν στους τελευταίους ότι οι εναγόμενοι ότι συνεχίζουν να κατέχουν το υποστατικό στη βάση του συμφωνηθέντος μειωμένου ενοικίου των €1300 και αφ' ετέρου καλούν την ενάγουσα όπως εξαργυρώσει τις δύο επιταγές που της είχαν ήδη παραδοθεί σε σχέση με το ενοίκιο του Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2015 αλλά και όπως προσέλθει να παραλάβει τις επιταγές για το ενοίκιο του Απριλίου και Μαρτίου 2015 εκδίδοντας ταυτόχρονα και σχετικές αποδείξεις είσπραξης (Τεκ.23), αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ των δικηγόρων των μερών από τις 11/05/16 έως και 26/03/18 (κατά χρονολογική σειρά Τεκ. 8, 10, 11, 31, 12, 30, 16, 15, 17, 18), και τέλος, πληρεξούσιο έγγραφο που η ενάγουσα χορήγησε στο ΜΕ1 στις 07/10/15 (Τεκ.1), βεβαίωση των εναγομένων ημερ. 30/05/13 ότι από τον Σεπτέμβριο 2012 μέχρι Απρίλιο 2013 κατέβαλλαν στην ενάγουσα €2.000 (Τεκ.3), βεβαίωση Τράπεζας Κύπρου ότι η ενάγουσα και ο ΜΕ1 σύζυγος της όφειλαν κατά τις 04/09/15 €500.000 περίπου (Τεκ.9) και φωτογραφίες του υποστατικού (Τεκ.13, 32 και Τεκ. «Χ» προς αναγνώριση). Κρίνω σκόπιμο να αναφέρω εδώ ότι αν και από την ανταλλαγείσα δικογραφία και τα παραδεκτά γεγονότα τα επίδικα θέματα πρόβαλλαν να είναι απλά και συγκεκριμένα, αν μη τι άλλο διότι αυτός ήταν και ο λόγος που δόθηκε αρχικά χρόνος στους διαδίκους να συμφωνήσουν τον περιορισμό των επίδικων θεμάτων μέσω παραδεκτών γεγονότων όπως και τον συμφώνησαν, εντούτοις κατά την ακρόαση αμφότερες οι πλευρές, παρά τις επισημάνσεις και σε κάποια στάδια αναγκαστικές επεμβάσεις του Δικαστηρίου, περιέπλεξαν τα επίδικα θέματα είτε με το να προσκομίσουν μαρτυρία που δεν άπτετο των επίδικων θεμάτων είτε με το να ασχοληθούν με θέματα που ήταν επουσιώδη εφόσον αφορούσαν σε γεγονότα που ήταν ούτως ή άλλως εκ της δικογραφίας παραδεκτά. Τέτοια θέματα ήταν μεταξύ άλλων η κατ' ισχυρισμό πρόκληση ζημιών στο υποστατικό, το πώς οι εν λόγω ζημιές δικαιολογούσαν ή όχι την κατακράτηση από την ενάγουσα του «ντεπόζιτου» των €2.600 και η ακριβής ημερομηνία παράδοσης του υποστατικού τη στιγμή που ήταν παραδεκτό ότι η παράδοση έγινε εντός του Ιουνίου
- Στο βαθμό συνεπώς που η μαρτυρία επεκτάθηκε σε θέματα που δεν καλύπτονται από τη δικογραφία ή που αφορά σε γεγονότα που είναι εκ της δικογραφίας παραδεκτά και συνεπώς, ως μη επίδικα, δεν χρειάζεται να αποδειχτούν, αυτή ουδόλως θα με απασχολήσει (βλ. STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., ECLI:CY:AD:2018:A300, ECLI:CY:AD:2018:A300, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018 και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874). Των πιο πάνω λεχθέντων, σημειώνω ότι, από τις κοινές θέσεις που προωθήθηκαν μέσω της ανταλλαγείσας δικογραφίας και των μαρτύρων που κατέθεσαν κατά την ακρόαση, τις προαναφερόμενες αποδείξεις πληρωμής / είσπραξης που κατατέθηκαν εκατέρωθεν και τις οποίες αποδείξεις κανένας εκ των διαδίκων δεν αμφισβητεί ότι συνιστούν τις αποδείξεις που η πλευρά της ενάγουσας εξέδωσε σε σχέση με τα ποσά που πλήρωναν κατά καιρούς οι εναγόμενοι, καθώς επίσης και από τα μη αμφισβητούμενα αντίγραφα των επιταγών των εναγομένων που ανταποκρίνονται στις εν λόγω πληρωμές (Τεκ. 3, 4, 19, 20, 24 και 26), προκύπτει να συνιστά κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των διαδίκων ότι η πλευρά της ενάγουσας εισέπραττε από τους εναγόμενους €2600 μηνιαίως από τον Φεβρουάριο 2011 μέχρι και τον Οκτώβριο 2011, €2541,50 από το Νοέμβριο 2011 μέχρι και τον Ιούλιο 2012, μόνο €2000 μηνιαίως από τον Σεπτέμβριο 2012 μέχρι και τον Φεβρουάριο 2013 και μόνο €1300 μηνιαίως από το Μάιο 2013 μέχρι και τον Δεκέμβριο
- Σημειώνω επίσης ότι αν και οι αποδείξεις και πληρωμές που αφορούν στα ποσά που καταβάλλονταν από το Νοέμβριο 2011 μέχρι και τον Ιούλιο 2012 φαίνεται να ήταν κατά €58,50 λιγότερα από το ποσό των €2600 που είναι παραδεκτό ότι προνοούσε η σύμβαση Τεκ.2, εντούτοις εκ της δικογραφίας είναι κοινώς αποδεκτό και παραδεκτό ότι με τις εν λόγω πληρωμές οι εναγόμενοι θεωρούνταν ότι κατά τους εν λόγω μήνες ικανοποιούσαν πλήρως την υποχρέωση τους για πληρωμή €2600 ως η συμφωνία Τεκ.
- Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με πληρωμές και εισπράξεις που στις σχετικές αποδείξεις παρουσιάζονται να αφορούν στο ποσό των €1955, οι οποίες εκ της δικογραφίας της ενάγουσας δηλώνονται να συνιστούσαν πληρωμές €
- Στη βάση των ισχυρισμών της ίδιας της ενάγουσας συνεπώς, η εξήγηση που έδωσαν οι εναγόμενοι ως προς τη διαφορά των €58,50 και €45 αντίστοιχα, ήτοι ότι πρόκειται για παρακράτηση και αφαίρεση του ποσού που έπρεπε να αποδοθεί και αποδόθηκε ως φόρος άμυνας σε σχέση με το καταβληθέν ενοίκιο, προβάλλει και λογικοφανής αλλά και συνάδει με τους εκατέρωθεν δικογραφημένους ισχυρισμούς. Αυτό γιατί η υποχρέωση παρακράτησης και καταβολής φόρου άμυνας υπό τις περιστάσεις είναι εκ του νόμου δεδομένη[1] και αφ' ετέρου γιατί κανένα παράπονο δεν προβάλλει η ενάγουσα για μη καταβολή του συμφωνηθέντος ενοικίου των €2600 για τους μήνες πριν τον Αύγουστο 2012, ήτοι τους μήνες που οι αποδείξεις αναφέρουν €2541,50, ενώ οι ισχυρισμοί και αξιώσεις της τελευταίας, οι οποίες είναι παραδεκτές από τους εναγόμενους, φέρουν τους τελευταίους κατά τις περιόδους που καλύπτουν οι εν λόγω πληρωμές και αποδείξεις των €1955, να θεωρούνται ότι έχουν καταβάλει μόνο €600 λιγότερα από τα €2600 που προνοούσε η σύμβαση Τεκ.2, ήτοι να έχουν καταβάλει €
- Είναι συνεπώς ασφαλές να θεωρηθεί ότι εκεί όπου οι αποδείξεις και πληρωμές παρουσιάζονται να αφορούν σε ποσά €2541,50 και €1955, τα εν λόγω ποσά ουσιαστικά συνιστούν πληρωμές μικτού ενοικίου ύψους €2600 και €2000 όπως άλλωστε αμφότερα τα μέρη θεώρησαν. Τα πιο πάνω κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα συνεπώς καθίστανται περαιτέρω ευρήματα μου. Εξέτασα με προσοχή λοιπόν τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Υπόψη μου έλαβα επίσης και τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών επιχειρηματολόγησαν με τις εμπεριστατωμένες τελικές γραπτές αγορεύσεις τους, αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Υπό το φως των παραδεκτών και των κοινών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων, παραθέτω πιο κάτω τα θέματα που προκύπτουν να παραμένουν επίδικα στην υπόθεση και για τα οποία θα προχωρήσω να παραθέσω και ν' αξιολογήσω τη σχετική με αυτά προσκομισθείσα μαρτυρία (βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α. ν. ΑΛΗΦΑΝΤΗ κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 163 /2017, 164/2017, 165/2017, 7/10/2019). Λαμβανομένου υπόψη του ότι είναι παραδεκτό ότι με βάση τη γραπτή συμφωνία του 2005 το μηνιαίο ενοίκιο κατά την περίοδο Αυγούστου 2012 μέχρι και Ιούνιο 2013 ανερχόταν στις €2600, ότι οι εναγόμενοι κατέβαλλαν στην ενάγουσα €2.000 μηνιαίως από τον Σεπτέμβριο 2012 μέχρι και τον Φεβρουάριο 2013, ότι η συμφωνία που έγινε για μείωση του ενοικίου σε €1.300 ίσχυε τουλάχιστο για τα ενοίκια της περιόδου Ιουλίου 2013 - Ιουλίου 2014 και ότι από τον Μάϊο 2013 μέχρι και τον Δεκέμβριο 2015 εναγόμενοι κατέβαλλαν στην ενάγουσα μόνο €1.300 μηνιαίως, τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν αφορούν: Α. Στα ακριβή ποσά που οι εναγόμενοι κατέβαλαν κατά τους μήνες Αύγουστο 2012, Μάρτιο 2013 και Απρίλιο 2013 Β. Στο πότε ξεκίνησε να ισχύει η συμφωνηθείσα μείωση του ενοικίου σε €1300 και κατά πόσο αυτή έπαυσε να ισχύει μετά τον Ιούλιο
- Γ. Στο κατά πόσο για την περίοδο Αυγούστου 2012 - Ιούνιου 2013 που το μηνιαίο ενοίκιο με βάση τη συμφωνία Τεκ.2 ήταν €2600 και για την περίοδο Αυγούστου 2014 - 31/01/15 που το μηνιαίο ενοίκιο με βάση τη συμφωνία Τεκ.2 ήταν €3000, οι εναγόμενοι όφειλαν να καταβάλουν στην ενάγουσα τη διαφορά μεταξύ των ποσών που πραγματικά της κατέβαλαν και των ποσών της συμφωνίας Τεκ.
- Δ. Ενόψει της παραδεκτής κατοχής του υποστατικού από τους εναγόμενους από την 01/02/15 μέχρι και τον Ιούνιο 2016 που η ενάγουσα ανέκτησε την κατοχή καθώς επίσης και του παραδεκτού δικαιώματος της ενάγουσας να λάβει κάποιο ποσό σε σχέση με την εν λόγω περίοδο κατοχής του υποστατικού της, επίδικο θέμα είναι το ποιο είναι αυτό το ποσό που δικαιούται η ενάγουσα να λάβει. Η τελευταία ισχυρίζεται ότι δικαιούται €3200 μηνιαίως λόγω της συμφωνίας των μερών και της επιστολής που έστειλε στις 30/12/14 ενώ οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το ποσό που θα πρέπει να καταβάλουν θα πρέπει να υπολογιστεί με βάση το ποσό που κατέβαλλαν μέχρι την 31/01/15 ως ενοίκιο, ήτοι €1300 μηνιαίως. Με γνώμονα τώρα τα πιο πάνω, στρέφομαι στην προσκομισθείσα μαρτυρία και σημειώνω τα εξής. Όσον αφορά τα επίδικα ενοίκια του Αυγούστου 2012, Μαρτίου 2013 και Απριλίου 2013, η θέση της ενάγουσας, η οποία προωθήθηκε μέσω της μαρτυρίας του ΜΕ1, ήταν ότι οι εναγόμενοι κατέβαλαν, μόνο €2.000 για τον Αύγουστο 2012, μόνο €1.300 για το Μάρτιο 2013 και μόνο €1.300 για τον Απρίλιο 2013 (παρ. 3 και 4 Εγγράφου Α). Υποδείχθηκαν όμως στο Με1 κατά την αντεξέταση του οι αποδείξεις που εκδόθηκαν από πλευράς ενάγουσας την 01/08/12 για «ενοίκιο του μήνα Αυγούστου» (Τεκ.20), την 01/03/13 για «ενοίκιο του μήνα Μαρτίου» (Τεκ.19) και την 01/04/13 για «ενοίκιο του μήνα Απρίλη» (Τεκ.21), σύμφωνα με τις οποίες η ενάγουσα δήλωσε για τους εν λόγω μήνες ότι εισέπραξε από τους εναγόμενους τα ποσά των €2.541,50, €1.955 και €1.955 αντίστοιχα, ήτοι τα ποσά που αντιστοιχούν σε πληρωμές ενοικίου €2.600 και €2.000 ως ανωτέρω αναφέρεται. Αναγνώρισε ο μάρτυρας τις εν λόγω αποδείξεις ως τις αποδείξεις που εκδόθηκαν για τις πληρωμές που έλαβε η ενάγουσα κατά τους συγκεκριμένους μήνες όπως αναγνώρισε και ότι οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί του δεν φαίνεται να συνάδουν με τα ποσά που αναφέρονται στις εν λόγω αποδείξεις ότι εισπράχθηκαν. Ισχυρίστηκε όμως ο μάρτυρας ότι θα πρέπει να υπήρχαν οφειλόμενα ποσά από προηγούμενους μήνες τα οποία καλύφθηκαν με τις συγκεκριμένες πληρωμές. Η θέση όμως αυτή του ΜΕ1, όχι μόνο δεν τεκμηριώθηκε με οποιοδήποτε τρόπο και ούτε υποστηρίχθηκε από οποιαδήποτε μαρτυρία, αλλά και σε κανένα στάδιο της ακρόασης δεν υπεδείχθη από πλευράς ΜΕ1 ή ενάγουσας γενικότερα ποιοι ήταν αυτοί οι κατ' ισχυρισμό μήνες κατά τους οποίους πληρώθηκε λιγότερο ενοίκιο οπόταν και προέκυψε η ανάγκη να συμπληρωθεί με επιπλέον πληρωμές κατά τους μήνες στους οποίους αφορούσαν οι συγκεκριμένες αποδείξεις. Πέραν τούτου όμως, ούτε και από το σύνολο των αποδείξεων που κατατέθηκαν κατά την ακρόαση και οι οποίες δεν αμφισβητούνται ότι συνιστούν τις αποδείξεις που εξέδωσε η πλευρά της ενάγουσας σε σχέση με τις πληρωμές που εισέπραξε, προκύπτει να υπήρχε πριν τον Αύγουστο 2012, στον οποίο αφορά η πρώτη απόδειξη, οποιαδήποτε παράλειψη των εναγομένων να πληρώσουν το ενοίκιο που προνοούσε η συμφωνία Τεκ.2 και ούτε με την παρούσα αγωγή προβλήθηκε τέτοιας μορφής παράπονο. Ούτε όμως και στις συγκεκριμένες αποδείξεις αναφέρεται οτιδήποτε που να υποδηλοί ότι το ποσό που η ίδια η πλευρά της ενάγουσας κατέγραφε ότι εισέπραττε ως ενοίκιο για τον κάθε συγκεκριμένο μήνα, στην πραγματικότητα αφορούσε και σε πληρωμή μέρους απλήρωτου ενοικίου προγενέστερου μήνα. Κοντολογίς, η επί του προκειμένου ισχυρισμοί του ΜΕ1 ως προς τα ποσά που αυτός ισχυρίστηκε ότι κατέβαλαν οι εναγόμενοι ενοικιαστές για τους συγκεκριμένους 3 μήνες παρέμειναν μετέωροι και συνεπώς απορρίπτονται ως ανεδαφικοί και μη ανταποκρινόμενοι στην κοινώς αποδεκτή γραπτή μαρτυρία. Αντιθέτως, οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί των μαρτύρων των εναγομένων και ειδικότερα του ΜΥ1, ο οποίος ήταν και ο μόνος από τους εν λόγω μάρτυρες που παρουσιάστηκε να έχει άμεση και προσωπική γνώση και εμπλοκή στα επίδικα γεγονότα, ότι για τους συγκεκριμένους μήνες οι εναγόμενοι κατέβαλαν τα ποσά των €2.600, €2.000 και €2.000 αντίστοιχα, κρίνονται πλήρως αξιόπιστοι αφού επιβεβαιώνονται από την αδιαμφισβήτητη γραπτή μαρτυρία. Στη βάση λοιπόν των αξιόπιστων αυτών ισχυρισμών του ΜΥ1, προβαίνω σε περαιτέρω εύρημα ότι οι εναγόμενοι κατέβαλαν στην ενάγουσα ως ενοίκιο €2600 τον Αύγουστο 2012, €2000 το Μάρτιο 2013 και €2000 τον Απρίλιο
- Υπό το φως του πιο πάνω ευρήματος μου, το οποίο σφραγίζει από αυτό το στάδιο την τύχη της αξίωσης της ενάγουσας αναφορικά με το αξιούμενο ενοίκιο του μήνα Αυγούστου 2012, το ερώτημα που πρέπει τώρα να απαντηθεί στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας είναι το κατά πόσο οι εναγόμενοι όφειλαν να καταβάλλουν στην ενάγουσα το ποσό των €2.600 μηνιαίως κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου 2012 - Ιουνίου 2013 αντί των ποσών που πραγματικά κατέβαλαν, ήτοι €2.000 μηνιαίως από τον Σεπτέμβριο 2012 μέχρι και τον Απρίλιο 2013 και €1.300 μηνιαίως από τον Μάιο 2013 μέχρι και τον Ιούνιο
- Υπενθυμίζω ότι είναι παραδεκτό ότι η συμφωνία Τεκμήριο 2 επέβαλλε στους εναγόμενους την υποχρέωση για πληρωμή μηνιαίου ενοικίου ύψους €2.600 κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου 2012 - Ιουνίου 2013 και ότι η συμφωνία για μείωση του ενοικίου σε €1.300 ίσχυε τουλάχιστο για τα ενοίκια της περιόδου Ιουλίου 2013 - Ιουλίου
- Επιχείρησαν οι μάρτυρες των εναγομένων και ειδικότερα ο ΜΥ1 να ισχυριστούν ότι ο λόγος για τον οποίο κατέβαλλαν στην ενάγουσα λιγότερο ενοίκιο από αυτό που προνοούσε η σύμβαση Τεκ.2 για την συγκεκριμένη περίοδο ήταν αφ' ενός διότι είχε συμφωνηθεί με την ενάγουσα όπως από τον Σεπτέμβριο 2012 το ενοίκιο μειωθεί στο ποσό των €2000 και αφ' ετέρου διότι η μείωση σε €1.300 είχε συμφωνηθεί τον Απρίλιο 2013 για να ισχύει από τον Μάιο
- Όπως όμως επεσήμανα και κατά την ακρόαση, εκδίδοντας μάλιστα και σχετική ενδιάμεση απόφαση κατά την πρώτη προσπάθεια των εναγομένων να προβάλουν τους εν λόγω ισχυρισμούς, όχι μόνο δεν αναφέρεται πουθενά στο δικόγραφο της υπεράσπισης ο ισχυρισμός ότι μεταξύ ενάγουσας και εναγομένων υπήρξε και μια τρίτη συμφωνία για μείωση του ενοικίου σε €2.000 αλλά τόσο το δικόγραφο των εναγομένων όσο και τα εκ της δικογραφίας παραδεκτά γεγονότα φέρουν το ενοίκιο να παραμένει μέχρι τον Ιούνιο 2013 ως η σύμβαση Τεκ.2 προνοούσε, ήτοι €2.600 μηνιαίως. Υπενθυμίζω ότι η δικογραφημένη θέση των εναγομένων είναι ότι μέχρι που συμφωνήθηκε τον Ιούνιο 2013 η μείωση του ενοικίου σε €1.300, οι τελευταίοι «κατέβαλλαν και/ή προπλήρωναν ανελλιπώς το ποσό των €2600 μηνιαίως ως ενοίκιο». Ευνόητο είναι δε ότι αν η συμφωνία για μείωση του ενοικίου έγινε τον Ιούνιο 2013, ως είναι ο δικογραφημένος ισχυρισμός των εναγομένων, η μείωση δεν θα μπορούσε να αφορά στα ενοίκια του εν λόγω μήνα ή του προηγούμενου, ήτοι του Μαΐου 2013, εφόσον τα εν λόγω ενοίκια είχαν ήδη καταστεί πληρωτέα δυνάμει της σύμβασης Τεκ.2 η οποία προνοούσε ότι τα ενοίκια για κάθε μήνα ήταν πληρωτέα «την 1ην ημέρα έκαστου αρχόμενου μηνός». Οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί των εναγομένων συνεπώς απορρίπτονται και καθίσταται περαιτέρω εύρημα μου ότι ενώ οι εναγόμενοι κατέβαλαν στην ενάγουσα €2.000 μηνιαίως από τον Σεπτέμβριο 2012 μέχρι και τον Απρίλιο 2013 (8 μήνες), €1.300 το Μάιο 2013 και €1300 τον Ιούνιο 2013, όφειλαν να καταβάλλουν €2.600 μηνιαίως από τον Σεπτέμβριο 2012 μέχρι και τον Ιούνιο
- Δηλαδή, από το Σεπτέμβριο 2012 μέχρι και τον Ιούνιο 2013 οι εναγόμενοι κατέβαλαν στην ενάγουσα €7400 λιγότερα. Το επόμενο θέμα που πρέπει να εξεταστεί είναι η διάρκεια της συμφωνηθείσας μείωσης του ενοικίου σε €1.300, η οποία υπενθυμίζω είναι παραδεκτό ότι ίσχυε τουλάχιστον μέχρι και τον Ιούλιο 2014 και αναλόγως της διάρκειας αυτής, κατά πόσο οι εναγόμενοι όφειλαν να καταβάλουν επιπλέον ποσά ως ενοίκια για την περίοδο Αυγούστου 2014 - Ιανουαρίου 2015 από αυτά που είναι παραδεκτό ότι κατέβαλαν. Ήταν λοιπόν ο ισχυρισμός του ΜΕ1 ότι η συγκεκριμένη συμφωνία επετεύχθη στα πλαίσια συνάντησης που είχε ο ίδιος, η ενάγουσα σύζυγος του και ο ΜΥ1 και ότι αυτό που είχε συμφωνηθεί τότε ήταν ότι η εν λόγω μείωση, η οποία ζητήθηκε να γίνει από τον ΜΥ1 λόγω της οικονομικής κρίσης που υφίστατο τότε, θα ίσχυε μόνο για ένα χρόνο, ήτοι μέχρι και τον Ιούλιο
- Η θέση που η υπεράσπιση υπέβαλε στο μάρτυρα κατά την αντεξέταση του, ήταν ότι κατά τη συγκεκριμένη συνάντηση ο ίδιος δεν ήταν παρών αφού μόνο με την ενάγουσα είχε συναντηθεί ο ΜΥ1 και ότι αυτό που είχε λεχθεί και συμφωνηθεί αποκλειστικά μεταξύ της ενάγουσας και του ΜΥ1 ήταν ότι η μείωση θα ίσχυε μέχρις ότου τερματιστεί η ενοικίαση. Αν η ενάγουσα ερχόταν στο Δικαστήριο, υπέβαλε περαιτέρω ο συνήγορος, αυτή θα επιβεβαίωνε τους εναγόμενους. Τις υποβολές της υπεράσπισης ο ΜΕ1 τις απέρριψε κατηγορηματικά, επαναλαμβάνοντας ότι είναι στη παρουσία του και με τη δική του συμβολή που η ενάγουσα σύζυγος του συμφώνησε με το ΜΥ1 να γίνει η μείωση για ένα μόνο χρόνο και την ίδια θέση επανέλαβε και όταν του υπεβλήθη ότι εσκεμμένα δεν έρχεται η ενάγουσα στο Δικαστήριο να καταθέσει. Στο ΜΕ1 υπεβλήθη επίσης ότι ενδεικτικό του ότι η μείωση δεν είχε συμφωνηθεί να είναι προσωρινή είναι το γεγονός ότι ουδέποτε η ενάγουσα ή ο ίδιος παραπονέθηκαν για το ότι οι εναγόμενοι συνέχιζαν να καταβάλλουν το ποσό των €1300 και προς υποστήριξη της υποβολής αυτής, υποδείχθηκαν στο μάρτυρα οι αποδείξεις που εκδόθηκαν από τον Αύγουστο 2014 και μετά (Τεκ.28), οι οποίες αφορούσαν μηνιαίες πληρωμές ενοικίου ύψους €1300 και στις οποίες καμία αναφορά δεν γινόταν περί εκκρεμούντων ποσών ή περί πληρωμών έναντι. Απορρίπτοντας τις υποβολές, ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του προέβαιναν σε προφορικές διαμαρτυρίες προς τους εναγόμενους και τους υπαλλήλους τους για τις μειωμένες πληρωμές και ότι οι τελευταίοι τους υπόσχονταν ότι θα τους καταβάλλονταν επιπρόσθετα ποσά ώστε να καλυφθεί το ενοίκιο που σύμφωνα με τη σύμβαση Τεκ.2 είχε τότε ανέλθει στο ποσό των €3.
- Αναγνωρίζοντας δε ότι στις αποδείξεις που του υποδείχθηκαν δεν αναφερόταν οτιδήποτε περί ελλειμματικής πληρωμής αλλά μόνο η ημερομηνία πληρωμής και το ποσό που εισπράχθηκε ως ενοίκιο, ήτοι €1300, ο μάρτυρας παρέπεμψε στις αποδείξεις που είχαν εκδοθεί πριν τον Αύγουστο 2014 και ισχυρίστηκε ότι αντίθετα με εκείνες τις αποδείξεις, στις αποδείξεις που εκδίδονταν μετά τον Ιούλιο 2014 επίτηδες δεν ανέγραφε το μήνα για τον οποίο λαμβάνονταν οι πληρωμές ώστε να μην θεωρηθεί ότι δεχόταν τα €1.300 ως το ορθό ενοίκιο. Υπεδείχθη τότε στο μάρτυρα ότι ούτε και στην επιστολή που έστειλαν οι δικηγόροι της ενάγουσας στις 30/12/14 ζητώντας την ανάκτηση του υποστατικού, γινόταν οποιαδήποτε αναφορά σε ύπαρξη οφειλόμενων ενοικίων ή παράπονο αναφορικά με το ότι οι εναγόμενοι συνέχισαν και μετά τον Ιούλιο 2014 να καταβάλλουν το μειωμένο ενοίκιο των €1.
- Θέση του μάρτυρα ήταν ότι ο λόγος που δεν έγινε τέτοια αναφορά από τους τότε δικηγόρους της ενάγουσας είναι διότι είχε αποφασιστεί τότε με τους δικηγόρους όπως η προσοχή στραφεί μόνο στο θέμα ανάκτησης του ακινήτου και όπως το θέμα των οφειλών συζητηθεί και αποφασιστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, κατόπιν «συλλογικής σκέψης». Επιμένοντας επί του θέματος, ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων υπέδειξε στο μάρτυρα ότι ούτε και στην επιστολή που έστειλε ο νυν δικηγόρος της ενάγουσας αργότερα, ήτοι στις 14/05/15, προβαλλόταν οποιοδήποτε παράπονο για το θέμα. Κατά το συνήγορο, όλη η μαρτυρία έδειχνε ότι η συγκεκριμένη αξίωση συνιστούσε καθαρά εκ των υστέρων σκέψεις του μάρτυρα. Θέση του ΜΕ1 ήταν ότι δεν τον ενδιέφεραν τα χρήματα αλλά μόνο το να ανακτήσει το ακίνητο και ότι η απόφαση να αξιωθούν τα εν λόγω ποσά λήφθηκε κατόπιν συμβουλής του νυν δικηγόρου της ενάγουσας όταν αποφασίστηκε να καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή τον Οκτώβριο 2015,. Είναι στη βάση της ίδιας νομικής συμβουλής, ισχυρίστηκε περαιτέρω ο μάρτυρας, που αν και οι εναγόμενοι επιχειρούσαν μηνιαίως από τον Ιανουάριο 2015 να καταβάλουν το ποσό των €1300 ως ενοίκιο, αυτός και η σύζυγος του αρνούνταν να παραλάβουν τις εν λόγω πληρωμές διότι αν τις αποδέχονταν, ενδέχετο να επηρεαστούν τα δικαιώματα τους. Η εκδοχή των εναγομένων από την άλλη, όπως αυτή προωθήθηκε μέσω του ΜΥ1, ήταν ότι η επίδικη μείωση συμφωνήθηκε με την ίδια την ενάγουσα να ισχύει για όσο χρόνο θα συνέχιζε η ενοικίαση και ότι είναι γι' αυτό που ουδέποτε η ενάγουσα παραπονέθηκε για το ότι οι εναγόμενοι συνέχιζαν και μετά τον Ιούλιο 2014 να της καταβάλλουν το μειωμένο ποσό των €1.
- Υπεβλήθη στο ΜΥ1 από τον ευπαίδευτο συνήγορο της ενάγουσας ότι η επίδικη μείωση είχε συμφωνηθεί αποκλειστικά μεταξύ του ιδίου και του συζύγου της ενάγουσας, ήτοι του ΜΕ1και ότι στη συνάντηση κατά την οποία συμφωνήθηκε η επίδικη μείωση η ενάγουσα δεν ήταν καν παρούσα. Κατά το συνήγορο μάλιστα, όλες οι συναντήσεις του ΜΥ1 αναφορικά με την επίδικη ενοικίαση γίνονταν μόνο με το ΜΕ1 και αυτό διότι έστω και αν η ενάγουσα ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου, είναι ο ΜΕ1 που ουσιαστικά ασκούσε τον έλεγχο επί της ενοικίασης. Ο μάρτυρας απέρριψε τις εν λόγω υποβολές επαναλαμβάνοντας ότι είναι αποκλειστικά με την ενάγουσα που συναντήθηκε και συμφώνησε τη μείωση και ότι ουδέποτε μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής δεν προβλήθηκε οποιοδήποτε παράπονο από πλευράς της τελευταίας για πληρωμή μειωμένου ενοικίου ως ισχυρίζεται τώρα ο ΜΕ
- Θέση του ήταν ότι ο ίδιος είναι που επεδίωξε να συναντηθεί μόνο με την ενάγουσα εφόσον αυτή ήταν η ιδιοκτήτρια του ακινήτου αλλά και διότι αυτή ήταν πιο «προσβάσιμη» από το σύζυγο της ΜΕ
- Μάλιστα δε, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, όταν συμφώνησε με την ενάγουσα τη μείωση και τέθηκε το θέμα της αντίδρασης του συζύγου της, του ΜΕ1 δηλαδή, η ενάγουσα, του ανέφερε ότι θα φρόντιζε εκείνη να ενημερώσει τον ΜΕ1 αργότερα, «με τον τρόπο της». Όσον αφορά τους ΜΥ2, ΜΥ3, ΜΥ4 και ΜΥ5, η μαρτυρία όλων τους κινήθηκε ουσιαστικά πάνω στις ίδιες γραμμές αφού όλοι τους ισχυρίστηκαν ότι ουδέποτε η ενάγουσα ή ο ΜΕ1 τους παραπονέθηκαν για το μειωμένο ενοίκιο που λάμβαναν από τους εναγόμενους. Σύμφωνα με τους μάρτυρες, εκ της θέσεως τους, ήτοι υπάλληλοι του λογιστηρίου των εναγομένων (ΜΥ3 και ΜΥ4) και υπεύθυνοι του καταστήματος που λειτουργούσε στο υποστατικό της ενάγουσας και από το οποίο η τελευταία και ο ΜΕ1 παραλάμβαναν κάθε μήνα το ενοίκιο (ΜΥ2 και ΜΥ5), αυτοί συνιστούσαν άτομα στα οποία η ενάγουσα και ο ΜΕ1 θα μπορούσαν να διαμαρτυρηθούν για το ενοίκιο αν ήθελαν, πλην όμως ουδέποτε έγινε κάτι τέτοιο και ουδέποτε τους λέχθηκαν τα όσα ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε στην παρούσα αγωγή. Η αντεξέταση των εν λόγω μαρτύρων, από τους οποίους να σημειωθεί μόνο η ΜΥ4 εξακολουθεί σήμερα να εργοδοτείται από τους εναγόμενους, περιστράφηκε ουσιαστικά γύρω από τα κίνητρα τους, με τη θέση της ενάγουσας να είναι ότι με τη μαρτυρία τους αυτοί ήθελαν μόνο να βοηθήσουν τους εργοδότες τους. Έχοντας λοιπόν διεξέλθει προσεκτικά τη μαρτυρίας, σημειώνω τα εξής σχετικά με αυτή την πτυχή της υπόθεσης. Εφόσον και οι δύο πλευρές δέχονται ότι όντως έγινε η επίδικη συμφωνία μείωσης ενοικίου και ότι αυτή ήταν προφορική, η αξιοπιστία των προσώπων που κατ' ισχυρισμό συμμετείχαν και ενεπλάκηκαν στην εν λόγω συμφωνία, ήτοι του ΜΕ1 και του ΜΥ1, καθίσταται καθοριστικής σημασίας. Ενώ όμως η πλευρά των εναγομένων παρουσίασε μέσω της αντεξέτασης του ΜΕ1 και της μαρτυρίας του ΜΥ1 μία σταθερή εκδοχή ως προς το συγκεκριμένο θέμα, η εκδοχή που προώθησε η ενάγουσα μέσω της μαρτυρίας του ΜΕ1 ήταν πολύ διαφορετική από αυτή που προωθήθηκε από το συνήγορο της ενάγουσας κατά την αντεξέταση του ΜΥ
- Εξηγώ. Σύμφωνα με την εκδοχή του ΜΕ1, στη συνάντηση στην οποία συμφωνήθηκε η επίδικη μείωση συμμετείχαν τρία πρόσωπα, ήτοι ο ίδιος, η ενάγουσα ιδιοκτήτρια και ο ΜΥ
- Ήταν μάλιστα κατηγορηματικός ο ΜΕ1 ως προς την παρουσία του ιδίου αλλά και της ενάγουσας συζύγου του σ' εκείνη τη συνάντηση - «.είχαμε συνάντηση στο κατάστημα.Εγώ, μαζί με τον κύριο XXXXX (ΜΥ1) και τη γυναίκα μου για να συζητήσουμε για τα ενοίκια, τα οποία ήταν ελλιπή και μου ανάφερε ότι για να θέλει να συνεχίσει, να βάλουμε το ενοίκιο 1300€, για να μπορέσει να καλύψει τα έξοδά του, επειδή λόγω της οικονομικής κρίσης είχε κάποια προβλήματα και αποδέχτηκα τον έναν χρόνο, εγώ μπροστά στη γυναίκα μου.». Κατά την αντεξέταση όμως του ΜΥ1, η εκδοχή που προωθήθηκε από το συνήγορο της ενάγουσας ήταν εντελώς διαφορετική εφόσον σύμφωνα με τις θέσεις που υπέβαλε ο συνήγορος στο ΜΥ1, η ενάγουσα δεν ήταν καν παρούσα στη συγκεκριμένη συνάντηση και η επίδικη συμφωνία δεν έγινε με την ενάγουσα αλλά αποκλειστικά μεταξύ του ΜΕ1 και του ΜΥ1 - « (ΜΥ1) Βρεθήκαμε . μέσα του μήνα εγώ και η κυρία Αγνή η οποία με την κυρία συμφωνήσαμε όπως είπα και χτες την μείωση του ενοικίου στα 1300 ευρώ.(Δικηγ.) Σου υποβάλλω ότι ουδέποτε συναντήθηκες με την κυρία XXXXX η κυρία XXXXX ήταν απλώς ιδιοκτήτρια ήταν ο σύζυγός της. Είναι μία απλή νοικοκυρά.Ουδέποτε μαζί σου έκανε συμφωνία ή έστω τηλεφωνική επικοινωνία ήταν με τον σύζυγό της εξού και μαρτύρησε (ο ΜΕ1).ουδέποτε συναντήθηκες μαζί της.» Η πιο πάνω διάσταση στις θέσεις που προώθησε η πλευρά της ενάγουσας ως προς τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και δη σε σχέση με ένα απλό αλλά ουσιαστικό γεγονός, ήτοι το ποια ήταν τα πρόσωπα που συναντήθηκαν και συμφώνησαν προφορικά την επίδικη μείωση, δεν μπορεί παρά να δημιουργήσει ερωτηματικά ως προς το αξιόπιστο της επί του προκειμένου εκδοχής του ΜΕ1 και της πλευράς της ενάγουσας γενικότερα. Αν ο ΜΕ1 ήταν παρών στη συγκεκριμένη συνάντηση και μαζί του ήταν και η ενάγουσα ως αυτός ισχυρίστηκε, τότε γιατί ο δικηγόρος της τελευταίας να υποβάλει κατηγορηματικά ότι αυτή δεν ήταν ποτέ παρούσα στην εν λόγω συνάντηση; Αν από την άλλη η ενάγουσα δεν ήταν παρούσα στην εν λόγω συνάντηση, ως ήταν η θέση που υπέβαλε ο δικηγόρος της, τότε γιατί ο ΜΕ1, αν ήταν όντως και αυτός παρών στη συνάντηση ως ισχυρίστηκε, να μην πει την αλήθεια; Σίγουρα όλοι συμφωνούν ότι παρών ήταν τουλάχιστο ο ΜΥ1 και ότι η ενάγουσα πρέπει να ενεπλάκηκε στη συμφωνία αφού ως θέμα νομικό, αλλά και ως και ο ίδιος ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε, αυτή ήταν το μόνο πρόσωπο που μπορούσε να προβεί και να εγκρίνει τη συγκεκριμένη συμφωνία με τους εναγόμενους εφόσον ήταν η ιδιοκτήτρια του επίμαχου ακινήτου. Επισημαίνω εδώ ότι το γενικό πληρεξούσιο που η ενάγουσα χορήγησε στο ΜΕ1 ώστε να την αντιπροσωπεύει και να τη δεσμεύει με τις πράξεις και τις αποφάσεις του δεν ίσχυε κατά την επίδικη συνάντηση που είναι παραδεκτό ότι έγινε περί τα μέσα του 2013, εφόσον το εν λόγω πληρεξούσιο αναφέρει ότι χορηγήθηκε στις 07/10/15, ήτοι πριν την καταχώρηση της αγωγής. Ούτε όμως ήταν ποτέ η θέση του ΜΕ1 ότι είναι εκ των υστέρων που η ενάγουσα ενέκρινε την επίδικη συμφωνία ως υπέβαλε ο συνήγορος της τελευταίας στο ΜΥ1 και ούτε η ίδια η ενάγουσα προσήλθε στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει κάτι τέτοιο.. Γιατί λοιπόν να υπάρχει τέτοια σοβαρή διάσταση μεταξύ της εκδοχής που προώθησε ο ΜΕ1 και της εκδοχής που προώθησε ο συνήγορος της ενάγουσας; Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι ο ΜΕ1 δεν ήταν ποτέ παρών στην εν λόγω συνάντηση και ότι προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό του ότι ήταν ώστε να προσδώσει στην εκδοχή του τη βαρύτητα της μαρτυρίας ενός αυτόπτη μάρτυρα και να αποφύγει έτσι να προσέλθει η ενάγουσα να καταθέσει. Γιατί όμως να μην θέλει ο ΜΕ1 να καταθέσει η ενάγουσα από τη στιγμή που αν τα πράγματα εξελίχτηκαν ως αυτός ισχυρίστηκε, η τελευταία θα μπορούσε όχι μόνο να τον επιβεβαιώσει με τη μαρτυρία της αλλά και θα μπορούσε να αντικρούσει καθοριστικά τους επί του προκειμένου αντίθετους ισχυρισμούς της υπεράσπισης; Η θέση των εναγομένων ως προς τούτο ήταν ότι ο λόγος που δεν προσήλθε στο Δικαστήριο η ενάγουσα είναι διότι αυτή θα επιβεβαίωνε τους δικούς τους ισχυρισμούς και όχι του ΜΕ
- Αν κάποιος όμως αναλογιστεί ότι η προσπάθεια να αποσυνδεθεί η ενάγουσα από την επίδικη συνάντηση έγινε όταν τέθηκαν από την υπεράσπιση συγκεκριμένες λεπτομέρειες ως προς τι ακριβώς είναι που λέχθηκε τότε από την ενάγουσα, οπόταν και πλέον μόνο η τελευταία ή κάποιος που πραγματικά ήταν παρών θα μπορούσε να αντικρούσει τους εναγόμενους, η θέση των τελευταίων ότι ο ΜΕ1 δεν ήταν παρών όταν επετεύχθη η συμφωνία και ότι επιχειρήθηκε να προσδοθεί βαρύτητα στη δική του μαρτυρία του με το να «διαγραφεί» από την εικόνα η ενάγουσα, προβάλλει να είναι πέραν από λογική. Aν τώρα στην πιο πάνω εικόνα προστεθούν και τα όσα είναι κοινώς αποδεκτά ότι προκύπτουν από την αδιαμφισβήτητη γραπτή μαρτυρία της υπόθεσης, ήτοι τις αποδείξεις που εκδίδονταν μετά τον Ιούλιο 2014 (Τεκ.28), την επιστολή των τότε δικηγόρων της ενάγουσας ημερ. 30/11/14 (Τεκ.5) αλλά και την επιστολή του νυν δικηγόρου της ενάγουσας στις 14/05/15 (Τεκ.7), όπου καμία αναφορά δεν γίνεται εκεί σε παράπονο της ενάγουσας για αντισυμβατική συνέχιση πληρωμής μειωμένου ενοικίου, ως εύλογα θα αναμένετο να γίνει αν όντως υπήρχαν και γίνονταν προφορικά τέτοια παράπονα ως ισχυρίστηκε ο ΜΕ1, η θέση των μαρτύρων των εναγομένων ότι ουδέποτε η ενάγουσα ή ο ΜΕ1 διαμαρτυρήθηκαν για τις μειωμένες πληρωμές που λάμβαναν, καθίσταται ακόμη πιο αληθοφανής. Σημειώνω εδώ ότι ο ισχυρισμός του ΜΕ1 ότι οι προφορικές του «διαμαρτυρίες» αποτυπώθηκαν στην κατ' ισχυρισμό εσκεμμένη παράλειψη του να καταγράψει στις αποδείξεις το μήνα στον οποίο αφορούσαν οι πληρωμές που γίνονταν δεν πείθει ούτε και δύναται να σταθεί στη βάσανο της λογικής. Αυτό αν μη τι άλλο και διότι ως ο ίδιος ο ΜΕ1 ουσιαστικά ισχυρίστηκε, μόνο αυτός είναι που γνώριζε για τη συγκεκριμένη διαφοροποίηση στον τρόπο έκδοσης των αποδείξεων. Πώς επομένως θα μπορούσε να θεωρηθεί από τους εναγόμενους ή από οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο ότι προβαλλόταν γραπτή «διαμαρτυρία» από πλευράς ενάγουσας σε σχέση με τις πληρωμές που της γίνονταν όταν η εν λόγω «διαμαρτυρία» δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτή από τον οποιοδήποτε ή έστω από τα πρόσωπα προς τα οποία υποτίθεται ότι απευθυνόταν; Όπως άλλωστε εύστοχα υπέδειξε και ο ΜΥ1 κατά την αντεξέταση του, στις αποδείξεις που εξέδωσε η πλευρά της ενάγουσας όταν πληρώθηκε το ίδιο μειωμένο ποσό σε περίοδο που κατά τον ίδιο το ΜΕ1 δεν ίσχυε η επίδικη μείωση, ήτοι το Μάιο και Ιούνιο 2013 (Τεκ.28), ο τελευταίος ανέγραψε κανονικά εκεί τον μήνα στο οποίο αφορούσαν οι πληρωμές. Τίποτα επομένως από την επί του προκειμένου εκδοχή του ΜΕ1 και της πλευράς της ενάγουσας γενικότερα δεν καταδεικνύει ότι αυτό που είχε συμφωνηθεί με την ενάγουσα ήταν όπως το ενοίκιο μειωθεί σε €1.300 για ένα μόνο χρόνο, ήτοι μόνο μέχρι τον Ιούλιο
- Αντιθέτως, η αδιαμφισβήτητη μαρτυρία αλλά και η στάση και συμπεριφορά που αναδύεται από την εν λόγω μαρτυρία αμφότερα τα μέρη να επέδειξαν ως προς το θέμα αυτό, καταδεικνύει ότι είναι η εκδοχή των εναγομένων και των μαρτύρων τους που ευσταθεί, ήτοι ότι αυτό που συμφωνήθηκε μεταξύ ενάγουσας και ΜΥ1 ήταν ότι μείωση του ενοικίου σε €1300 θα ίσχυε μέχρι να τερματιστεί η ενοικίαση. Λαμβανομένου συνεπώς υπόψη ότι δυνάμει της σύμβασης Τεκ.2, η ενοικίαση θα ίσχυε μέχρι τις 31/01/15 και ότι με την επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 30/12/14, η ενάγουσα δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε την ανανέωση της ενοικίασης, ως είχε δικαίωμα να πράξει, η ενοικίαση και κατ' επέκταση η συμφωνία για μείωση του ενοικίου σε €1300 θα πρέπει να θεωρηθεί ότι τερματίστηκε στη λήξη της συμβατικής περιόδου, ήτοι στις 31/01/
- Καθίσταται συνεπώς περαιτέρω εύρημα μου ότι η συμφωνηθείσα μείωση του ενοικίου σε €1.300 ίσχυε από τον Ιούλιο 2013 μέχρι και την 31/01/15 και ότι καθ' όλο αυτό το διάστημα οι εναγόμενοι όφειλαν να καταβάλλουν στην ενάγουσα ως ενοίκιο το ποσό των €1300 μηνιαίως. Λαμβανομένης τώρα υπόψη της θέσης που προωθήθηκε με την αγωγή και τη μαρτυρία του ΜΕ1 ότι οι εναγόμενοι κατέβαλλαν «.€1300 αντί €3000 δια τους επόμενους έξι μήνες ήτοι από Αύγουστο 2014 μέχρι Ιανουάριο 2015.ήτοι κατέβαλαν €7800.» (παρ. 10 Γ/Δ ΜΕ1), η όποια θέση άλλωστε συνιστά και μέρος των κοινώς αποδεκτών γεγονότων, καθίσταται περαιτέρω εύρημα μου ότι οι εναγόμενοι κατέβαλαν πλήρως όλα τα ποσά που όφειλαν να καταβάλουν ως ενοίκια για την περίοδο Αυγούστου 2014 μέχρι και 31/01/
- Το τελευταίο επίδικο θέμα που πρέπει να εξεταστεί τώρα αφορά στο ύψος του ποσού που δικαιούται η ενάγουσα να λάβει αναφορικά με την περίοδο που οι εναγόμενοι κατείχαν το υποστατικό της μετά τις 31/01/15, ήτοι την περίοδο Φεβρουαρίου 2015 μέχρι και Ιούνιο 2016 (17 μήνες). Υπενθυμίζω εδώ ότι οι εναγόμενοι δέχονται ότι στην ενάγουσα θα πρέπει να καταβληθεί κάποιο ποσό και ισχυρίζονται ότι αυτό θα πρέπει να υπολογιστεί στη βάση του μηνιαίου ενοικίου που λάμβανε ως τότε, ήτοι €1300 μηνιαίως. Η πλευρά της ενάγουσας από την άλλη θεωρεί ότι η αποζημίωση θα πρέπει να αντιστοιχεί σε ενοίκια ύψους €3200 μηνιαίως για κάθε μήνα κατοχής του υποστατικού της, ήτοι €54.400 στο σύνολο. Ως προς το θέμα αυτό λοιπόν, σημειώνω τα εξής. Κατά πρώτο, όπως επεσήμανα και κατά την ακρόαση, η επί του προκειμένου αξίωση της ενάγουσας δεν εδράζεται σε κατ' ισχυρισμό παράβαση της συμβατικής ενοικίασης μετά τις 31/01/15 ώστε να τίθεται θέμα πληρωμής ενοικίου το οποίο συμφωνήθηκε είτε ρητά είτε εξυπακουόμενα λόγω του ότι οι εναγόμενοι παρέμειναν στο υποστατικό μετά που έλαβαν την επιστολή των δικηγόρων της ενάγουσας με την οποία η τελευταία τους πληροφορούσε ότι θα δεχόταν να μείνουν στο υποστατικό της αν θα της κατέβαλλαν ενοίκιο €3.200 μηνιαίως. Αντιθέτως, η όλη βάση επί της οποίας προωθήθηκε η επί του προκειμένου αξίωση της ενάγουσας, η οποία να σημειωθεί αφορά και σε ενδιάμεσα οφέλη (mesne profits), ήταν ότι οι εναγόμενοι συνέχισαν να κατέχουν το υποστατικό της ως παράνομοι επεμβασίες πλέον και αυτό διότι, ως η ίδια η πλευρά της ενάγουσας ισχυρίστηκε, το αίτημα των εναγομένων για ανανέωση της ενοικίασης απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμό και ως μη συμμορφούμενο με τις πρόνοιες της σύμβασης Τεκ.
- Μάλιστα δε, αυτή ήταν και η ρητή θέση που πρόβαλε ο δικηγόρος της ενάγουσας με την επιστολή του προς τους εναγόμενους στις 14/05/15 (Τεκ.7), με την οποία ανέφερε στους τελευταίους ότι η ενάγουσα θεωρούσε ότι κατείχαν το ακίνητο της παράνομα και ότι ως τέτοιοι παράνομοι επεμβασίες έπρεπε να το εγκαταλείψουν άμεσα. Σε κάθε περίπτωση όμως, σύμφωνα με την πλευρά της ίδιας της ενάγουσας, η σύμβαση των μερών είχε τερματιστεί στις 31/01/15 όταν και κατά την τελευταία έληξε η νομιμοποίηση της κατοχής από τους εναγόμενους Εφόσον είναι λοιπόν προφανές ότι η αξίωση της ενάγουσας εδράζεται επί του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης, το οποίο είναι αγώγιμο per se (βλ. ΤΡΑΓΚΟΛΑ ν. ΣΙΟΠΑΧΑΣ ECLI:CY:AD:2019:A221, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 434/2012, 444/2012, 6/6/2019 Παπακόκκινου ν. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379, Adrian Holdings v. Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836, Κάκουλλου ν. Κακουλλή
(1985)1 Α.Α.Δ. 355, Halsbuby's Laws of England, 3η έκδ., Τόμος 38, σελ. 739, Salmond on the Law of Torts, 17η έκδ. σελ. 38, και Clerk and Lindsell on Torts, 14η έκδ., σελ. 758, παρ. 1311), οι αποζημιώσεις που αυτή δικαιούται θα πρέπει να κριθούν με βάση το μέτρο που αφορά σε αυτή τη βάση αγωγής. Υπενθυμίζω λοιπόν ότι ως προς το θέμα των αποζημιώσεων για παράνομη κατοχή ακινήτου, «Όπου αποδεικνύεται παράνομη κατοχή ακινήτου το μέτρο αποζημιώσεων είναι η αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία της περιουσίας (Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Kύπρου
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 882). Η καταβολή αποζημιώσεων με βάση τις πιο πάνω αρχές επιβάλλεται, έστω και αν ο ιδιοκτήτης δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία ή να την ενοικιάσει (Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαhchecioglou και Άλλος
(1998)1 A.A.Δ. 426 όπου γίνεται αναφορά σχετικά με το θέμα στην Strand Electric and Engineering Co. Ltd v. Brisford Ltd [1952] 1 All E.R. 796).(και ότι). Όπου όμως δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ζημιάς, μπορεί να επιδικαστούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις και να μη δοθούν έξοδα ή ακόμη και να διαταχθεί ο ενάγων να καταβάλει έξοδα στον εναγόμενο. (Παπακόκκινου κ.ά. ν. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379, Kakoullou and Another v. Kakoulli
(1985)1 C.L.R. 355, Ttantis v. Hadjimichael and Another
(1982)1 C.L.R. 301 και Ευθυβούλου κ.ά. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Κισσόνεργας κ.ά.
(1998)1 A.A.Δ. 1059)..» (βλ. Adrian Holdings v. Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836 και Ttantis v. Hadjimichael and Another
(1982)1 C.L.R. 301). Όσον αφορά τώρα την αγοραία ενοικιαστή αξία της επηρεαζόμενης ακίνητης ιδιοκτησίας, αυτή πρέπει να αποδεικνύεται ως πραγματικό γεγονός και συνήθως αποδεικνύεται με μαρτυρία πραγματογνώμονα χωρίς όμως αυτό να είναι βέβαια επιβεβλημένο αφού για σκοπούς υπολογισμού των αποζημιώσεων μπορεί να χρησιμοποιηθεί και το μηνιαίο ενοίκιο που καταβαλλόταν από τον ενοικιαστή αμέσως πριν από τον τερματισμό της ενοικίασης (βλ. Μ. Μονιατης & Υιοί Λτδ ν Γεώργιου Νεοφύτου
(2008)1 Α.Α.Δ. 1096, Ντίνος Κλεάνθους κ. α. ν Union General De Bienfaisance Armenien
(2002)1 A.A.Δ. 1659, Georghios Constantindes (Akinita) Ltd v Georghios Mavrogenis a. o.
(1983)1 C.L.R. 662, The Electricity Authority of Cyprus v Georghios Georgallettos a. o.
(1972)1 C.L.R. 77, Ελπίδα Ερωτοκρίτου Χρυσοχού ν Turkish Bank Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 1894, Νορνταρ Τσαμαντιδης κ. α. ν Ανδρέα Δημητρίου
(2010)1 Α.Α.Δ. 239, Ναυτικός Όμιλος Πάφου και Andrian ανωτέρω). Όπως όμως προκύπτει από τη νομολογία, είναι με φειδώ που θα πρέπει να χρησιμοποιείται το προηγούμενο ή το συμφωνηθέν ενοίκιο στον υπολογισμό αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση εφόσον δεν είναι πάντα που μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή και δίκαια συμπεράσματα (βλ. Ντίνος Κλεάνθους ανωτέρω) Υπό το φως των πιο πάνω λοιπόν, επισημαίνω ότι στην παρούσα υπόθεση καμία μαρτυρία δεν προσέφερε η πλευρά της ενάγουσας ως προς την ενοικιαστική αξία του ακινήτου της κατά τη συγκεκριμένη επίδικη περίοδο και όπως ήδη εξήγησα, το ενοίκιο που ζήτησε με την επιστολή της 30/12/14 δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για τον καθορισμό της αποζημίωσης της. Αν μη τι άλλο, όπως ήταν και ο ισχυρισμός της ίδιας της πλευράς της ενάγουσας, δεν υπήρξε ποτέ συμφωνία των μερών ως προς το ποσό αυτό. Ούτε όμως θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς υπολογισμού τα ποσά που προνοούσε η σύμβαση Τεκ.2 ή το εκ συμφώνου μειωμένο ποσό των €1.
- Αυτό διότι τα εν λόγω ποσά, ως αμφότερα τα μέρη δέχτηκαν, είχαν καθοριστεί και συμφωνηθεί στη βάση των γενικότερων οικονομικών συνθηκών που επικρατούσαν κατά το χρόνο που αυτά συμφωνήθηκαν, συνθήκες οι οποίες προφανώς επηρέαζαν και την ενοικιαστική αξία του ακινήτου. Καμία όμως μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από τους διαδίκους ως προς το ποιες ήταν οι συνθήκες κατά την περίοδο μετά τον Φλεβάρη 2015 ή ως προς το κατά πόσο οι συνθήκες αυτές ήταν ή όχι οι ίδιες με αυτές που επικρατούσαν όταν συμφωνούνταν τα διάφορα προηγούμενα ποσά. Δεν θεωρώ συνεπώς ότι θα ήταν ασφαλές και δίκαιο, είτε για την μια είτε για την άλλη πλευρά να χρησιμοποιηθεί οποιοδήποτε από τα εν λόγω ποσά για να υπολογιστούν οι αποζημιώσεις της ενάγουσας. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις μου κανονικά και σύμφωνα με την ανωτέρω νομολογία θα έπρεπε να οδηγήσουν στο να μην επιδικαστούν καθόλου αποζημιώσεις στην ενάγουσα για τη συγκεκριμένη περίοδο ή στο να της επιδικαστούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις. Όμως υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης δεν θεωρώ ότι αυτή θα ήταν η ορθή κατάληξη και αυτό γιατί όχι μόνο δεν αμφισβητείται το δικαίωμα της ενάγουσας να λάβει κάποιες αποζημιώσεις αλλά και σύμφωνα με την παραδοχή στην οποία προέβηκαν οι εναγόμενοι κατά την ακρόαση, η ενάγουσα δικαιούται να λάβει για την εν λόγω περίοδο τουλάχιστον €22.100 ως αποζημιώσεις. Εφόσον λοιπόν δεν έχει προσκομιστεί από πλευράς ενάγουσας οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποδηλοί ότι αυτή δικαιούται να λάβει περισσότερο ποσό από αυτό που οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι οφείλουν να της καταβάλουν, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και στη βάση αυτής της παραδοχής των εναγομένων, το ποσό των €22.100 είναι ορθό και δίκαιο. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, κρίνω ότι η ενάγουσα δικαιούται να λάβει από τους εναγόμενους το ποσό των €7.400 ως απλήρωτα δεδουλευμένα ενοίκια και το ποσό των €22.100 ως αποζημιώσεις για την παράνομη κατοχή του υποστατικού της, ήτοι δικαιούται να λάβει το συνολικό ποσό των €29.
- Επισημαίνω εδώ ότι δεν έχω παραγνωρίσει ότι οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι από τα ποσά που ενδεχομένως να βρεθεί ότι δικαιούται η ενάγουσα θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των €2600 που είναι παραδεκτό ότι η τελευταία κρατεί ακόμη ως προκαταβολή/εγγύηση. Όπως όμως ανέφερα ανωτέρω, σύμφωνα με τα δηλωθέντα παραδεκτά γεγονότα «.η Ενάγουσα κατέχει και κατακρατεί προκαταβολή ύψους €2.600,00 μέχρι σήμερα λόγω, κατ' ισχυρισμόν της Ενάγουσας, ζημιών στο υποστατικό, τις οποίες οι Εναγόμενοι δεν αποδέχονται». Εφόσον λοιπόν το ποσό αυτό αμφότεροι οι διάδικοι το έχουν συνδέσει με το θέμα των κατ' ισχυρισμό ζημιών του υποστατικού, οι οποίες όμως ζημιές, κατ' επιλογή των διαδίκων, δεν αποτέλεσαν επίδικα θέματα στην αγωγή, κρίνω ότι δεν θα μπορούσε στα πλαίσια των συγκεκριμένων επιδίκων θεμάτων να διαταχθεί η αφαίρεση του ποσού αυτού από τα ποσά που δικαιούται να λάβει η ενάγουσα ως δεδουλευμένα ενοίκια και ως αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση. Το αν το υποστατικό έχει υποστεί ζημιές ή το αν η ενάγουσα δικαιούται να συνεχίσει να κατακρατεί το ποσό των €2600 λόγω των κατ' ισχυρισμό ζημιών, είναι θέμα που ενδεχομένως να πρέπει, αν είναι νομικά επιτρεπτό, να επιλυθεί σε άλλες διαδικασίες. Η αγωγή συνεπώς επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €29.500 με νόμιμο τόκο από σήμερα. Όσον αφορά τώρα τα έξοδα της διαδικασίας, σημειώνω ότι κατά τη διάρκεια της υπόθεσης λέχθηκε από πλευράς εναγομένων ότι έχουν προβεί σε πληρωμή στο Δικαστήριο του ποσού που θεωρούσαν ότι δικαιούτο να λάβει η ενάγουσα, ήτοι του ποσού των €18.200 (ενοίκια από Φεβρουάριο 2015 - Μάιο 2016 αφαιρουμένης της προκαταβολής). Η αναφορά αυτή βέβαια έγινε στα πλαίσια της προσπάθειας των εναγομένων να καταδείξουν ότι παραδέχονταν ότι η ενάγουσα δικαιούτο να λάβει το εν λόγω ποσό και εφόσον την παραδοχή τους αυτή τη δήλωσαν ρητά και κατά την ακρόαση, δεν τέθηκε αλλά ούτε και κρίθηκε αναγκαίο να εξεταστεί το ενδεχόμενο εξαίρεσης μου (βλ. σελ. 533-534 του Annual Practice 1958[2] και ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΙΛΟΤΤΟΥ, ECLI:CY:AD:2018:A116, Πολιτική Έφεση Αρ. 98/2012, 14/3/2018). Εξετάζοντας λοιπόν τώρα το θέμα των εξόδων υπό το φως της πληρωμής, εφόσον αποφάσισα να επιδικάσω προς όφελος της ενάγουσας μεγαλύτερο ποσό από την πληρωμή, κανένας λόγος δεν υπάρχει για να αποστώ από το γενικό κανόνα που φέρει τον επιτυχών διάδικο να δικαιούται πλήρως στα έξοδα του. Επιδικάζονται επομένως υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα και τα έξοδα της αγωγής ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο με νόμιμο τόκο από σήμερα. Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αρ.4 του Περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμος του 2002 (117(I)/2002) [2] ««Non-disclosure of payment into Court» - It is the duty of both Judge and counsel to observe this Rule, but if, by inadvertence or otherwise, it is broken, it is a matter for the trial Judge to determine what shall be done. If he thinks it proper, or necessary, for the due administration of justice, he may refuse to hear the action further, and direct it to be heard by another tribunal. But if he is satisfied that no injustice will be done he may allow the cause to proceed; this course, if taken, in itself affords no ground for an appeal (Millenstead v. Grosv.enor House (Park Lane),."No communication of that fact shall at the trial."—The Rule has no application" to interlocutory proceedings in the course of which it is often both necessary and desirable that the Court should know of a payment- into Court (Williams v.'Boaa
(1941), 57 T. L. R. 70, per Goddard, L.J., at p. 71).» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο