G.A.I. PAPANICOLAOU BLINDS ν. Δήμος Κώστα Εργοληπτική Εταιρεία Λίμιτεδ (Η.Ε. 70530), Αρ. Αγωγής: 139/16, 23/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A586 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 139/16 Μεταξύ: G.A.I. PAPANICOLAOU BLINDS Ενάγουσα και Δήμος Κώστα Εργοληπτική Εταιρεία Λίμιτεδ (Η.Ε. 70530) Εναγόμενη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Τριτοδιάδικος ----------------------------------------- Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για εναγόμενη: κ. Χ. Πογιατζής για Λέλλο Π. Δημητριάδη Δικηγορικό Γραφείο ΔΕΠΕ Για τριτοδιάδικο: κα Μ. Δρυμιώτου ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα εταιρεία, η οποία ασχολείται με την κατασκευή και τοποθέτηση ειδών σκίασης, ισχυρίζεται ότι περί τον Σεπτέμβριο 2013 συμβλήθηκε με την εναγόμενη εταιρεία, η οποία ασχολείται με οικοδομικές εργασίες, και συμφώνησε να προσφέρει στην τελευταία αγαθά και υπηρεσίες έναντι αμοιβής. Για την αμοιβή της σε σχέση με τα αγαθά και υπηρεσίες που προσέφερε στην εναγόμενη, η ενάγουσα διατηρούσε σχετικό χρεοπιστωτικό λογαριασμό, ο οποίος μέχρι και τις 12/01/16 που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή, παρουσίαζε οφειλόμενο υπόλοιπο €1113,56, το οποίο ήταν και το ποσό που αξίωνε εναντίον της τελευταίας η εναγόμενη με την παρούσα. Η δικογραφημένη εκδοχή της εναγόμενης από την άλλη ήταν ότι η εναγόμενη της πρόσφερε τις επίδικες υπηρεσίες και αγαθά υπό την ιδιότητα του υπεργολάβου και αφορούσαν έργο που αυτή, η εναγόμενη δηλαδή, είχε αναλάβει να εκτελέσει ως εργολάβος στο Β' Δημοτικό Σχολείο Γερίου στα πλαίσια σύμβασης που είχε συνάψει με τις Τεχνικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας (σύμβαση με Αρ. διαγωνισμού Τ.Υ.133/2012). Ο δικογραφημένος ισχυρισμός της εναγόμενης ήταν ότι αν και αρχικά η συμφωνία της με τις Τεχνικές Υπηρεσίες προέβλεπε ότι οι τελευταίες θα την πλήρωναν οποιοδήποτε «ποσό που πληρώθηκε ή οφείλεται να πληρωθεί» στους υπεργολάβους, εντούτοις στην πορεία συμφωνήθηκε τόσο με τις Τεχνικές υπηρεσίες όσο και με τους υπεργολάβους, όπως ήταν η ενάγουσα, ότι οι εργασίες που θα εκτελούσαν οι διάφοροι υπεργολάβοι που θα συμβάλλονταν με την εναγόμενη για σκοπούς του έργου, θα πληρώνονταν απευθείας από τις Τεχνικές Υπηρεσίες του Υπουργείου και όχι από την εναγόμενη. Ισχυρίστηκε συναφώς με την υπεράσπιση της η εναγόμενη ότι για την αμοιβή της ενάγουσας είχε υποβάλει αίτημα, ως όφειλε, στις Τεχνικές Υπηρεσίες για απευθείας πληρωμή της τελευταίας δυνάμει της εγκυκλίου ΚΕΑΑ 8 ημερ. 19/07/13 και ακολούθως ενημερώθηκε ότι οι Τεχνικές Υπηρεσίες κατέβαλαν στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των €6.186,44 «με αναφορά περί εξόφλησης λογαριασμού» χωρίς η ίδια η εναγόμενη να έχει οποιαδήποτε ανάμειξη, είτε στην πληρωμή της εναγόμενης, είτε στην έκδοση οποιασδήποτε απόδειξης πληρωμής. Συνεπώς, ισχυρίζεται η εναγόμενη, είναι οι Τεχνικές Υπηρεσίες και όχι η ίδια που είχε και έχει υποχρέωση απέναντι στην ενάγουσα για να της καταβάλει την αμοιβή της ή όποιο μέρος αυτής εξακολουθεί να οφείλεται. Στη βάση της πιο πάνω δικογραφημένης θέσης της και επικαλούμενη το περιεχόμενο της εγκυκλίου ΚΕΑΑ 8 ημερ. 19/07/13 και της σύμβασης που είχε με τις Τεχνικές Υπηρεσίες, η εναγόμενη ζήτησε και έλαβε άδεια να φέρει στη διαδικασία ως τριτοδιάδικο τη Δημοκρατία. Ισχυρίστηκε δε η εναγόμενη ότι εφόσον είναι η Δημοκρατία που όφειλε να μεριμνήσει για την πλήρη εξόφληση της αμοιβής της ενάγουσας, αν ήθελε φανεί ότι εξακολουθεί να οφείλεται στην τελευταία κάποιο ποσό σε σχέση με την αμοιβή της για τις επίδικες υπηρεσίες, κάτι το οποίο η εναγόμενη δεν είναι σε θέση να γνωρίζει και ότι το ποσό θα πρέπει να το καταβάλει η εναγόμενη προς την ενάγουσα, τότε η Δημοκρατία θα πρέπει να διαταχτεί να καλύψει και/ή να συνεισφέρει προς την εναγόμενη το εν λόγω ποσό. Είναι στη βάση των πιο πάνω που κύλισε ουσιαστικά και το δικόγραφο της απαίτησης της εναγόμενης εναντίον της Δημοκρατίας όπου εκεί η πρώτη επικαλείται ως υπόβαθρο για τις θέσεις της το αρ.59.4 του Τόμου Β της σύμβασης της με τη Δημοκρατία σύμφωνα με το οποίο θα δικαιούτο να πληρωθεί από τη δεύτερη το οποιοδήποτε πραγματικό ποσό πλήρωσε ή που όφειλε να πληρώσει στους υπεργολάβους της, και την εγκύκλιο ΚΕΑΑ 8 σύμφωνα με την οποία η Δημοκρατία θα αναλάμβανε να πληρώνει απευθείας υπεργολάβους της εναγομένης όπως ήταν η ενάγουσα. Ισχυρίζεται συναφώς η εναγόμενης εναντίον της Δημοκρατίας ότι εάν μετά την πληρωμή από την τελευταία προς την ενάγουσα του ποσού των €6.186,44 έχει παραμείνει οποιοδήποτε ποσό απλήρωτο, τότε το ποσό αυτό είτε θα πρέπει να εξοφληθεί από τη Δημοκρατία είτε, αν διαταχθεί η εναγόμενη να το καταβάλει στην ενάγουσα, τότε η Δημοκρατία θα πρέπει να αποζημιώσει πλήρως την εναγόμενη. Με την υπεράσπιση τριτοδιαδίκου που καταχώρησε η Δημοκρατία, η τελευταία παραδέχεται μεν τη σύναψη σύμβασης με την εναγόμενη και το περιεχόμενο αυτής, αρνείται όμως τόσο την εφαρμογή της εγκυκλίου ΚΕΑΑ 8 όσο και την ανάληψη από μέρους της οποιασδήποτε υποχρέωσης να πληρώσει τους υπεργολάβους της εναγομένης. Μέσα στο πιο πάνω απλό δικογραφικό πλαίσιο και λαμβανομένου υπόψη ότι η επίδική διαφορά δεν υπερέβαινε τις €3.000, όλοι οι διάδικοι προχώρησαν και κατόπιν οδηγιών που έδωσε το Δικαστήριο στη βάση της νέας Δ.30, καταχώρησαν ένορκη γραπτή μαρτυρία ώστε η υπόθεση να δικαστεί με τη διαδικασία της ταχείας εκδίκασης. Το περιεχόμενο όμως της μαρτυρίας αυτής, καθώς επίσης και το τι επακολούθησε της καταχώρησης της μαρτυρίας, περιέπλεξε τα πράγματα. Με τη μαρτυρία της η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι για τις επίδικες υπηρεσίες που παρείχε στην εναγόμενη είχε εκδώσει προς την τελευταία δύο τιμολόγια για το συνολικό ποσό των €7300, εκ των οποίων οι €1113,56 αφορούσαν σε χρέωση ΦΠΑ. Ακολούθως όμως, όταν μετά από αίτημα της εναγόμενης προς τις Τεχνικές Υπηρεσίες οι τελευταίες κατέβαλαν απευθείας στην ενάγουσα μόνο το «καθαρό» ποσό των τιμολογίων, ήτοι €6.186,44, παρέμεινε οφειλόμενο στην τελευταία από την εναγόμενη το ΦΠΑ των δύο τιμολογίων, ήτοι το ποσό των €1113,
- Το εν λόγω ποσό όμως η ενάγουσα, ως ισχυρίστηκε στη μαρτυρία της, ήταν υποχρεωμένη να το καταβάλει και κατέβαλε στην υπηρεσία ΦΠΑ εξ' ου και το αξίωνε τώρα από την εναγόμενη. Διευκρίνισε δηλαδή η ενάγουσα με τη μαρτυρία της ότι με την παρούσα αγωγή είναι μόνο το ΦΠΑ των δύο τιμολογίων που εξέδωσε προς την εναγόμενη που αξίωνε από την τελευταία. Ενόψει αυτής της «διευκρίνισης» που δόθηκε μέσω της μαρτυρίας της ενάγουσας ως προς τη φύση του ποσού που αξιώνεται από την εναγόμενη, τα επίδικα θέματα πήραν μια ιδιόμορφη τροπή. Στην γραπτή ένορκη μαρτυρία του, ο διευθυντής της εναγόμενης, η οποία μέχρι τη μαρτυρία της ενάγουσας δεν ήξερε για ποιο λόγο η τελευταία ισχυριζόταν ότι εξακολουθούσε να της οφείλονται ποσά μετά την απευθείας πληρωμή που της έγινε από τη Δημοκρατία, ισχυρίστηκε ότι το όλο θέμα φαίνεται να οφείλεται σε μια εσφαλμένη αντίληψη και παρερμηνεία του τρόπου με τον οποίο εφαρμόστηκαν οι πρόνοιες του αρ.11Β της νομοθεσίας του ΦΠΑ και οι σχετικές ερμηνευτικές εγκύκλιοι της υπηρεσίας ΦΠΑ του 2012 με αρ. 164, 165 και
- Ειδικότερα, σύμφωνα με τη μαρτυρία της εναγόμενης, η σύμβαση που αυτή είχε με τις Τεχνικές Υπηρεσίας, η οποία σύμβαση προνοούσε για πληρωμή από τη Δημοκρατία προς την εναγόμενη οποιουδήποτε «ποσο(ύ) που πληρώθηκε ή οφείλεται να πληρωθεί» στους υπεργολάβους της τελευταίας ως ήταν και η ενάγουσα (Τεκ.Α και Β), είχε ουσιαστικά τροποποιηθεί με την έκδοση της εγκυκλίου ΚΕΑΑ 8 τον Ιούλιο 2013, σύμφωνα με την οποία εγκύκλιο θα ήταν πλέον «δυνατό να εγκριθεί από την αναθέτουσα αρχή η απευθείας πληρωμή ενός η περισσοτέρων υπεργολάβων» με την υποβολή σχετικού αιτήματος στην αναθέτουσα αρχή από τον εργολάβο του έργου (Τεκ.Γ). Επειδή όμως ταυτόχρονα, ισχυρίζεται η εναγόμενη, οι λειτουργοί των Τεχνικών Υπηρεσιών την ενημέρωσαν ότι στις μεταξύ τους συναλλαγές τύγχαναν εφαρμογής και οι εξαιρέσεις που αναφέρονται στις πρόνοιες του αρ.11Β της νομοθεσίας του ΦΠΑ αλλά και οι σχετικές ερμηνευτικές εγκύκλιοι της υπηρεσίας ΦΠΑ του 2012 με αρ. 164, 165 και 166 (Τεκ. Στ, Ζ και Η), στα αιτήματα/τιμολόγια που θα εξέδιδε η εναγόμενη προς τις Τεχνικές Υπηρεσίες δεν θα έπρεπε να χρεώνεται ΦΠΑ. Για το λόγο αυτό, ισχυρίζεται ο διευθυντής της εναγόμενης, όταν η τελευταία παρέλαβε τα δύο τιμολόγια της ενάγουσας για το συνολικό ποσό των €7300 συμπεριλαμβανομένου του ποσού των €1113,56 ΦΠΑ, έστειλε αίτημα/εξουσιοδότηση προς τις Τεχνικές Υπηρεσίες για να πληρώσουν στην ενάγουσα μόνο το «καθαρό» ποσό των €6186,44 όπως και έπραξαν (Τεκ. Δ και Ε). Φαίνεται όμως, ισχυρίζεται ο μάρτυρας, ότι η υπηρεσία ΦΠΑ δεν απάλειψε την υποχρέωση της ενάγουσας για καταβολή του ποσού των €1113,56 ΦΠΑ που η τελευταία χρέωσε την εναγόμενη και επειδή τελικά η ενάγουσα πλήρωσε το εν λόγω ποσό ως όφειλε στο ΦΠΑ, δηλαδή στη Δημοκρατία, το διεκδικεί τώρα από την εναγόμενη. Κατά την εναγόμενη, ορθά αυτή χρεώθηκε ΦΠΑ στα τιμολόγια που εξέδωσε προς εκείνη η ενάγουσα εφόσον εκείνες οι υπηρεσίες δεν εξαιρούνταν δυνάμει των προνοιών του αρ.11Β, όμως η Δημοκρατία όφειλε να μεριμνήσει όπως τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της ενάγουσας σε σχέση με την αμοιβή της, περιλαμβανομένων και των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της να εισπράξει και να πληρώσει ΦΠΑ, θα διευθετούνταν πλήρως έτσι ώστε η τελευταία να μην μείνει εκτεθειμένη και να έχει οποιαδήποτε απαίτηση. Αν όμως ήθελε φανεί ότι το ΦΠΑ της ενάγουσας θα πρέπει να διευθετηθεί από την εναγόμενη, τότε η Δημοκρατία, κατά την εναγόμενη, θα πρέπει να καταβάλει στην τελευταία δυνάμει της μεταξύ τους σύμβασης το ποσό που διεκδικεί η ενάγουσα υπεργολάβος με την παρούσα αγωγή ως «ποσό που πληρώθηκε ή οφείλεται να πληρωθεί» από την εναγόμενη εργολάβο. Με τα επίδικα ζητήματα να περιστρέφονται πλέον γύρω από το θέμα του ΦΠΑ, η Δημοκρατία παρουσίασε την ένορκη μαρτυρία της Λ. Νεοκλέους, βοηθού Λογιστικού Λειτουργού του Γενικού Λογιστηρίου, η οποία και κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου αντεξετάστηκε επί των ενόρκων ισχυρισμών της από το συνήγορο της εναγόμενης. Με τη μαρτυρία της η μάρτυς δέχτηκε ότι στη συμβατική σχέση της Δημοκρατίας με την εναγόμενη τύγχαναν εφαρμογής και η εγκύκλιος ΚΕΑΑ8 που προνοούσε για τη δυνατότητα απευθείας πληρωμή του υπεργολάβου κατόπιν αιτήματος του εργολάβου αλλά και το αρ.11Β του ΦΠΑ και οι σχετικές ερμηνευτικές εγκύκλιοι σύμφωνα με τις οποίες οι υπηρεσίες που παρασχέθηκαν από την ενάγουσα στην εναγόμενη υπόκειντο σε χρέωση ΦΠΑ ενώ οι υπηρεσίες για τις οποίες η εναγόμενη τιμολόγησε τη Δημοκρατία εξαιρούντο από τέτοια υποχρέωση. Κατά τη μάρτυρα συνεπώς, ορθά η ενάγουσα χρέωσε την εναγόμενη ΦΠΑ και ορθά η τελευταία εξέδωσε ξεχωριστά τιμολόγια προς τη Δημοκρατία με τα οποία χρέωσε την τελευταία μόνο το «καθαρό» ποσό των €6186,44 και με τα οποία ζήτησε όπως το εν λόγω ποσό καταβληθεί απευθείας στην ενάγουσα δυνάμει της εγκυκλίου ΚΕΑΑ 8 (Τεκ. Α1, Α2, Α3, Β1, Β2 και Β3). Σύμφωνα με τη μάρτυρα, επειδή σύμφωνα με το αρ.11Β και τις σχετικές εγκυκλίους η μη υποχρέωση χρέωσης ΦΠΑ στα τιμολόγια της εναγόμενης προς τη Δημοκρατία δεν απάλλασσε την τελευταία από την υποχρέωση να αποδώσει ΦΠΑ στην αντίστοιχη υπηρεσία σε σχέση με τις υπηρεσίες που έλαβε από την εναγόμενη, η Δημοκρατία προχώρησε και αφού πλήρωσε απευθείας την ενάγουσα το ακριβές ποσό που η εναγόμενη της ζήτησε με τα τιμολόγια που της εξέδωσε, κατέβαλε απευθείας στο ΦΠΑ το ποσό - φόρο που αναλογούσε στα ποσά που την χρέωσε και την τιμολόγησε η εναγόμενη (Τεκ. Δ.1, Δ.2 και Δ.3). Με άλλα λόγια, ισχυρίστηκε η μάρτυς, η ενάγουσα είχε υποχρέωση να χρεώσει την εναγόμενη με ΦΠΑ για τις υπηρεσίες που της πρόσφερε εφόσον εκείνες οι υπηρεσίες υπόκειντο στο ΦΠΑ και η εναγόμενη είχε υποχρέωση να πληρώσει στην ενάγουσα το ΦΠΑ. Η εναγόμενη όμως δεν έπρεπε να χρεώσει ΦΠΑ τη Δημοκρατία ούτε και χρειαζόταν να εισπράξει τέτοιο φόρο από την τελευταία σε σχέση με τις υπηρεσίες για τις οποίες την χρέωσε ότι της προσέφερε εφόσον οι εν λόγω υπηρεσίες εξαιρούνταν από τέτοια υποχρέωση χρέωσης και αφού η Δημοκρατία ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει τον ανάλογο ΦΠΑ απευθείας στην υπηρεσία ΦΠΑ και η εναγόμενη θα μπορούσε, ως αναφέρεται στις εγκυκλίους, να διεκδικήσει την εν λόγω πίστωση μέσω των φορολογικών της δηλώσεων κάτι όμως που μέχρι σήμερα δεν έπραξε. Ενώ όμως η μαρτυρία καταδείκνυε ότι κατά την ακρόαση το Δικαστήριο θα εξέταζε πρώτα το κατά πόσο η εναγόμενη όφειλε να καταβάλει στην ενάγουσα το αξιούμενο ποσό ΦΠΑ και στη συνέχεια και μόνο αν η απάντηση στο ερώτημα αυτό ήταν καταφατική, θα προχωρούσε να εξετάσει κατά πόσο η τριτοδιάδικος Δημοκρατία οφείλει να καλύψει ή να συνεισφέρει προς την εναγόμενη οποιοδήποτε ποσό η τελευταία ήθελε διαταχθεί να καταβάλει στην ενάγουσα, η υπόθεση πήρε διαφορετική τροπή. Αυτό γιατί πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η εναγόμενη, στην παρουσία και των άλλων διαδίκων δέχτηκε απόφαση υπέρ της ενάγουσας ως η απαίτηση της τελευταίας. Εκ συμφώνου όμως διατάχθηκε ότι η εν λόγω απόφαση θα τελούσε υπό αναστολή εκτέλεσης μέχρι την εκδίκαση της διαδικασίας Τριτοδιάδικου. Σημειώνω εδώ ότι όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, vol. 37, 4th edition, σελ. 196 παρ. 257, εφόσον η διαδικασία τριτοδιαδίκου συνιστά μια εντελώς ξεχωριστή και ανεξάρτητη διαδικασία από την αγωγή του ενάγοντα εναντίον του εναγόμενου και αφορά αποκλειστικά στο θέμα ευθύνης μεταξύ εναγόμενου και τριτοδιάδικου (βλ. HERMES LTD v. ΤΑΣΟΥΡΗΣ κ.α., ECLI:CY:AD:2020:A387, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 299/2013, 16/11/2020, EUROKLIMA LTD ν. GN KOKKONIS & SON LIMITED, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. Ε4/2016, 23/4/2019 SOUTHCOMBE BROTHERS LTD ν. A EPIPHANIOU INDUSTRIES LTD, ECLI:CY:AD:2019:A134, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 462/2012, 9/4/2019 Nικήτα Aνδρέας ν. Medcon Construction Limited και Άλλου
(1997)1 ΑΑΔ 643), αν η αρχική αγωγή μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου διευθετηθεί ή με άλλο τρόπο αποπερατωθεί, η διαδικασία τριτοδιάδικου είναι δυνατό να συνεχίσει καθότι η εκεί επίδικη ευθύνη αφορά αποκλειστικά στη σχέση μεταξύ εναγόμενου και τριτοδιάδικου και δεν έχει ακόμη αποφασιστεί. Ευνόητο όμως είναι βέβαια ότι όπως δεν μπορούν οι ενάγοντας και εναγόμενος να χρησιμοποιήσουν στη μεταξύ τους αγωγή τη μαρτυρία του τριτοδιάδικου, ούτε οι εναγόμενος και τριτοδιάδικος μπορούν να χρησιμοποιήσουν στη μεταξύ τους διαδικασία τη μαρτυρία του ενάγοντα και η αποδοχή ευθύνης από πλευράς εναγόμενης προς την ενάγουσα δεν απαλλάσσει την πρώτη από το βάρος να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την αξίωση της εναντίον του τριτοδιάδικου στην μεταξύ τους ανεξάρτητη διαδικασία. Ούτε όμως η έκδοση εκ συμφώνου απόφασης μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενης συνεπάγεται ότι έχει αποδειχθεί το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο επί του οποίου η ενάγουσα αξίωσε αρχικά από την εναγόμενη το οποιοδήποτε ποσό και το οποίο υπόβαθρο επικαλείται η εναγόμενη για να στοιχειοθετήσει την αξίωση της εναντίον του τριτοδιαδίκου. Το μόνο που «δημιουργεί» η έκδοση της εν λόγω απόφασης είναι τα οικονομικά όρια εντός των οποίων θα κινηθεί πλέον η αξίωση της εναγόμενης εναντίον της Δημοκρατίας για συνεισφορά και/ή κάλυψη, ήτοι εντός του εξ' αποφάσεως χρέους που στη συγκεκριμένη περίπτωση ανέρχεται στις €1113,56 πλέον έξοδα και τόκους. Με άλλα λόγια, όπως το ότι η εκ συμφώνου απόφαση εναντίον της εναγόμενης δεν συνιστά κώλυμα για την τελευταία στο να συνεχίσει να υποστηρίζει για σκοπούς της αξίωσης της εναντίον της Δημοκρατίας ότι η τελευταία είχε εξ' υπαρχής υποχρέωση να μεριμνήσει όπως η αμοιβή της ενάγουσας διευθετηθεί πλήρως, το ότι η εναγόμενη είναι πλέον εκ δικαστικής αποφάσεως υποχρεωμένη να πληρώσει την ενάγουσα κάποιο ποσό δεν συνεπάγεται ούτε και ότι έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό η θέση της εναγόμενης ότι η Δημοκρατία ευθύνεται συμβατικά να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στην εναγόμενη. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου καθώς επίσης και τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της εναγόμενης και του τριτοδιάδικου επιχειρηματολόγησαν ενώπιον μου μέσω τελικών εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, σημειώνω τα εξής αναφορικά με την υπόθεση μεταξύ εναγόμενης και τριτοδιάδικου Δημοκρατίας. Κατά πρώτο, συνιστά κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των εναπομεινάντων διάδικων μερών, ήτοι της εναγόμενης και της Δημοκρατίας, ότι περί τον Φεβρουάριο 2013 είχε συναφθεί μεταξύ τους σύμβαση σύμφωνα με την οποία η τελευταία ανέθεσε στην πρώτη την εκτέλεση συγκεκριμένων οικοδομικών εργασιών έναντι συμφωνημένης αμοιβής και ότι με βάση την εν λόγω σύμβαση, η εναγόμενη είχε δικαίωμα και όπως χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες υπεργολάβων για την εκτέλεση των επίδικων εργασιών συνάπτοντας μαζί τους χωριστή και ανεξάρτητη σύμβαση υπεργολαβίας. Οι εν λόγω υπεργολάβοι, σύμφωνα με τον όρο 59.1 της σύμβασης της εναγόμενης με τη Δημοκρατία, θα θεωρούνταν «.ως υπεργολάβοι του Εργολάβου.» και όχι ως αντισυμβαλλόμενοι της Δημοκρατίας (Τεκ. Α και Β εναγόμενης). Όσον αφορά το ύψος και τον τρόπο πληρωμής της αμοιβής της εναγόμενης εργολάβου, η σύμβαση προνοούσε στα αρ. 60.1 - 60.6 ότι η αμοιβή της εναγόμενης εργολάβου θα πληρώνετο από τη Δημοκρατία στη βάση ενδιάμεσων και τελικού λογαριασμού που θα εξέδιδε ο επιβλέποντας Μηχανικός του έργου, στους οποίους λογαριασμούς θα αναφέρονταν μεταξύ άλλων τα ποσά «.που οφείλονται στον Εργολάβο και στους διορισμένους Υπεργολάβους.» καθώς επίσης και οι αφαιρέσεις «.οποιωνδήποτε ποσών έχουν καταστεί οφειλόμενα και πληρωτέα από τον Εργολάβο στον Εργοδότη ή πρέπει να κρατηθούν με βάση οποιαδήποτε πρόνοια του Συμβολαίου.». Δεν αμφισβητείται δε ότι με βάση τον όρο 59.4 της σύμβασης μεταξύ εναγόμενης και Δημοκρατίας, ο εργολάβος, δηλαδή η εναγόμενη, θα δικαιούτο να πληρωθεί από την εργοδότρια Δημοκρατία «.το πραγματικό ποσό που πληρώθηκε ή οφείλεται να πληρωθεί από τον Εργολάβο.σύμφωνα με το συμβόλαιο διορισμένης Υπεργολαβίας.» και ότι σύμφωνα με τον όρο 59.5 της σύμβασης, η Δημοκρατία μπορούσε να προχωρήσει και να πληρώσει απευθείας στον υπεργολάβο την αμοιβή του όταν ο εργολάβος παρέλειπε να την πληρώσει στον τελευταίο και σε μια τέτοια περίπτωση, η Δημοκρατία θα αφαιρούσε, δια της μεθόδου του συμψηφισμού, το ανάλογο ποσό που πληρώθηκε απευθείας στον υπεργολάβο από το ποσό που θα έπρεπε αυτή να καταβάλει στην εναγόμενη εργολάβο. Στον ίδιο συμβατικό όρο επισημαίνετο δε ότι το δικαίωμα και εξουσία της εργοδότριας Δημοκρατίας να πληρώσει απευθείας τον υπεργολάβο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις δεν θα «.καθιστά τον Εργοδότη καθ' οιονδήποτε τρόπο υπεύθυνο έναντι οποιουδήποτε διορισμένου Υπεργολάβου.». Κατά δεύτερο, τα μέρη συμφωνούν ότι η εγκύκλιος ΚΕΑΑ 8 που εκδόθηκε στις 19/07/13 τύγχανε εφαρμογής στη μεταξύ τους σύμβαση αναφορικά με τον τρόπο πληρωμής των υπεργολάβων της εναγόμενης και ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες της εν λόγω εγκυκλίου, «.Εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον εργολάβο, θα είναι δυνατό να εγκριθεί από την αναθέτουσα αρχή η απευθείας πληρωμή ενός η περισσοτέρων υπεργολάβων του υπό τις εξής προϋποθέσεις: ο υπεργολάβος έχει αναλάβει τις υπεργολαβικές εργασίες στη βάση των προνοιών της σύμβασης.(και).ο υπεργολάβος θα τιμολογεί κανονικά τον εργολάβο (όπως θα έπραττε εάν θα πληρωνόταν από τον εργολάβο) και ο εργολάβος θα τιμολογεί κανονικά την αναθέτουσα αρχή, για το ποσό που θα δοθεί στον υπεργολάβο.». Κατά τρίτο, τα μέρη συμφωνούν ότι αντίθετα με τις συναλλαγές μεταξύ υπεργολάβου ενάγουσας και εργολάβου εναγόμενης οι οποίες υπόκεινται σε χρέωση ΦΠΑ, στις συναλλαγές μεταξύ εναγόμενης και τριτοδιάδικου Δημοκρατίας εφαρμόζονταν οι εξαιρέσεις του αρ. 11Β της περί ΦΠΑ Νομοθεσίας καθώς και οι ερμηνευτικές εγκύκλιοι 164, 165 και 166 του 2012, σύμφωνα με τις οποίες η εναγόμενη δεν θα χρέωνε ΦΠΑ τη Δημοκρατία σε σχέση με τις υπηρεσίες που είχε συμβληθεί να της παράσχει και η Δημοκρατία, η οποία «.λαμβάνει υπηρεσίες με βάση τις διατάξεις του άρθρου 11Β, αποκτά την ιδιότητα υποκείμενου στο φόρο προσώπου. Επομένως, υπηρεσίες που.παρέχονται σε οποιαδήποτε δημόσια αρχή δεν θα επιβαρύνονται με ΦΠΑ. Η δημόσια αρχή οφείλει αν δεν είναι εγγεγραμμένη στο ΦΠΑ να εγγραφεί και να αποδώσει φόρο εκροών χωρίς να έχει το δικαίωμα να εκπέσει και τον αντίστοιχο φόρων εισροών.» (Τεκ.Στ εναγόμενης). Κατά τέταρτο, εναγόμενη και τριτοδιάδικος συμφωνούν ότι μετά που η ενάγουσα χρέωσε την εναγόμενη €6186,44 πλέον €1113,56 ΦΠΑ για τις υπηρεσίες που της παρείχε, η τελευταία εξέδωσε τα δικά της τιμολόγια προς τη Δημοκρατία με τα οποία χρέωσε την τελευταία μόνο το ποσό των €6186,44, αναφέροντας ότι δεν θα χρέωνε ΦΠΑ την τελευταία διότι οι υπηρεσίες της προς τη Δημοκρατία ενέπιπταν στις εξαιρέσεις του αρ.11Β. Κανένας εκ των εναγομένης και τριτοδιαδίκου δεν αμφισβητούν ότι ορθά η ενάγουσα εξέδωσε τιμολόγια προς την εναγόμενη για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην τελευταία (Τεκ. Α κατά την αντεξέταση της Νεοκλέους) και ότι ορθά η εναγόμενη στη συνέχεια εξέδωσε δικά της τιμολόγια προς την Δημοκρατία χρεώνοντας την για τις υπηρεσίες που αυτή, η εναγόμενη δηλαδή, είχε λάβει από την ενάγουσα ως «υπεργολάβος του εργολάβου» (Τεκ. Α1, Α2 και Α3 τριτοδιαδίκου) ενώ αμφότεροι εναγόμενη και τριτοδιάδικος συμφωνούν επίσης και ότι ορθά η μεν ενάγουσα χρέωσε ΦΠΑ την εναγόμενη και η δε εναγόμενη δεν χρέωσε ΦΠΑ τη Δημοκρατία. Τέλος, είναι κοινώς αποδεκτό ότι στη βάση των δικών της τιμολογίων προς τη Δημοκρατία, η εναγόμενη ζήτησε από τη Δημοκρατία όπως καταβάλει απευθείας στην ενάγουσα, δυνάμει της εγκυκλίου ΚΕΑΑ 8, μόνο το ποσό των €6186,44 (Τεκ.Δ εναγόμενης και Τεκ. Α1, Α2 και Α3 τριτοδιαδίκου) και η Δημοκρατία, δεχόμενη τα τιμολόγια της εναγόμενης και τα όσα εκεί αναφέρονταν, κατέβαλε απευθείας στην ενάγουσα €6186,44 (Τεκ. Ε εναγόμενης). Για όλα τα πιο πάνω κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα κάμνω ανάλογα ευρήματα. Υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων μου, το ουσιαστικό ερώτημα που παραμένει να απαντηθεί για σκοπούς της αξίωσης της εναγόμενης εναντίον της τριτοδιάδικου Δημοκρατίας είναι αν η τελευταία οφείλει να καταβάλει στην εναγόμενη το ποσό των €1113,56 που η ενάγουσα χρέωσε την εναγόμενη ως ΦΠΑ επί των τιμολογίων της και το οποίο ποσό έχει επιδικαστεί υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης. Το ερώτημα αυτό είναι ουσιαστικά νομικό εφόσον άπτεται της ορθής ερμηνείας των συμβατικών και νομοθετικών υποχρεώσεων της Δημοκρατίας απέναντι στην εναγόμενη και ως τέτοιο θέμα, αποκλειστικά αρμόδιο να το αποφασίσει είναι τα Δικαστήριο (βλ. Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168 και ΛΙΠΕΡΗ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΟΥΝΤΖΙΟΥΡΗ ν. ECCLESIASTICAL INSURANCE OFFICE PLC κ.α., ECLI:CY:AD:2019:A329, ECLI:CY:AD:2019:A329, Πολιτική Έφεση Αρ. 42/2013, 19/7/2019). Σημειώνω εδώ λοιπόν τα εξής. Όντως στην παρούσα περίπτωση φαίνεται να υπάρχει, ως η εναγόμενη υποστηρίζει, μία παρανόηση των συμβατικών και θέσμιων υποχρεώσεων και δικαιωμάτων που περιέβαλλαν τη σχέση της τελευταίας με τη Δημοκρατία. Η παρανόηση όμως αυτή κατά τη γνώμη μου δεν προέρχεται από την πλευρά της Δημοκρατίας αλλά από την πλευρά της εναγόμενης. Εξηγώ. Όπως ξεκάθαρα προκύπτει από τη σύμβαση μεταξύ εναγόμενης και Δημοκρατίας, όταν θα διοριζόταν κάποιος υπεργολάβος για να εκτελέσει τις εργασίες που η πρώτη ανέλαβε απέναντι στη δεύτερη να εκτελέσει, ως τέτοιος υπεργολάβος ήταν η ενάγουσα, τότε ο εν λόγω υπεργολάβος θα θεωρείτο δυνάμει της σύμβασης ως «υπεργολάβος του εργολάβου», της εναγόμενης δηλαδή, και ποτέ ως αντισυμβαλλόμενος ή υπεργολάβος της Δημοκρατίας. Από τις κοινώς αποδεκτές θέσεις δε, καθώς επίσης και από τα νομικά έγγραφα που είναι κοινώς αποδεκτό ότι περιέβαλλαν τη σχέση της Δημοκρατίας με την εναγόμενη, προκύπτει αβίαστα ότι η Δημοκρατία δεν θα λάμβανε ποτέ υπηρεσίες απευθείας από τον υπεργολάβο και ούτε οι υπηρεσίες ενός τέτοιου υπεργολάβου θ' «αγοράζονταν» από τον εργολάβο εκ μέρους της Δημοκρατίας ώστε να δύναται να θεωρηθεί ότι ο υπεργολάβος παρείχε υπηρεσίες απευθείας στη Δημοκρατία. Αντιθέτως, όπως αποτυπώνεται τόσο στα τιμολόγια που η ενάγουσα εξέδωσε προς την εναγόμενη και τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια κατά την αντεξέταση της μάρτυρος της Δημοκρατίας, όσο και στα τιμολόγια που η εναγόμενή εξέδωσε προς τη Δημοκρατία, η εναγόμενη ουσιαστικά «αγόραζε» τις υπηρεσίες του υπεργολάβου στα πλαίσια της χωριστής συμφωνίας που είχε με αυτόν (Τεκ.Β εναγόμενης) και στη συνέχεια τις «μεταπουλούσε» στη Δημοκρατία ως δικές της υπηρεσίες στη βάση της μεταξύ τους χωριστής σύμβασης και χωρίς ποτέ η Δημοκρατία να έχει οποιαδήποτε σχέση με τον υπεργολάβο της εναγόμενης ή οποιαδήποτε ευθύνη απέναντι σε τέτοιο υπεργολάβο αναφορικά με την αμοιβή του, ευθύνη η οποία βάραινε αποκλειστικά την εναγόμενη. Μάλιστα δε, ως ρητά αναφέρετο στη σύμβαση των μερών, αυτή η πραγματική και νομική κατάσταση πραγμάτων θ' αντικατοπτριζόταν και στον τρόπο με τον οποίο συμφωνήθηκε ότι θα υπολογιζόταν και πληρωνόταν η αμοιβή της εναγόμενης από τη Δημοκρατία, η οποία θα περιλάμβανε και τα ποσά «.που οφείλονται.στους διορισμένους Υπεργολάβους (του εργολάβου).» και δεν θα μεταβάλλετο ούτε ακόμη και αν η Δημοκρατία χρειαζόταν να προχωρήσει σε απευθείας πληρωμή της αμοιβής του υπεργολάβου. Η εγκύκλιος ΚΕΑΑ 8 τώρα, την οποία τα μέρη δέχονται ότι εφαρμοζόταν στη σύμβαση τους, όχι μόνο δεν μετέβαλε το πιο πάνω νομικό και πραγματικό πλαίσιο που περιέβαλλε τη σχέση των μερών αλλά μάλιστα το κατέστησε ακόμη πιο ξεκάθαρο εφόσον σύμφωνα με την εν λόγω εγκύκλιο «.ο υπεργολάβος θα τιμολογεί κανονικά τον εργολάβο (όπως θα έπραττε εάν θα πληρωνόταν από τον εργολάβο) και ο εργολάβος θα τιμολογεί κανονικά την αναθέτουσα αρχή.». Η ευθύνη επομένως της Δημοκρατίας ήταν αποκλειστικά απέναντι στην εναγόμενη εργολάβο και συγκεκριμένα να πληρώσει στην τελευταία τα τιμολόγια που αυτή της εξέδιδε σε σχέση με τις υπηρεσίες που εκεί της δήλωνε ότι της παρείχε, ασχέτως του αν τις εν λόγω υπηρεσίες η εναγόμενη εργολάβος τις είχε αγοράσει από τρίτο πρόσωπο, ήτοι την ενάγουσα υπεργολάβο της. Άλλωστε, δυνάμει της σύμβασης μεταξύ εναγόμενης και Δημοκρατίας, ο εργολάβος, δηλαδή η εναγόμενη, θα διεκδικούσε στα πλαίσια της δικής του αμοιβής τα ποσά «.που οφείλονται.στους διορισμένους Υπεργολάβους (του).» και αν τα εν λόγω ποσά είχαν πληρωθεί απευθείας στον υπεργολάβο από τη Δημοκρατία, τότε αυτά θα αφαιρούνταν από την αμοιβή της εναγόμενης. Η πληρωμή της αμοιβής της ενάγουσας υπεργολάβου δηλαδή, ως η εν λόγω αμοιβή προέκυπτε από τα τιμολόγια που η υπεργολάβος εξέδωσε προς την εναγόμενη, ήταν αποκλειστική ευθύνη της εναγόμενης εργολάβου να την πληρώσει και το ότι δυνάμει της εγκυκλίου ΚΕΑΑ 8 η Δημοκρατία είχε τη δυνατότητα, όχι την υποχρέωση, να πληρώσει απευθείας την ενάγουσα υπεργολάβο την αμοιβή της ουδόλως μετέβαλε τις σχέσεις των μερών ή τις νομικές υποχρεώσεις και δικαιώματα τους εφόσον η εν λόγω πληρωμή θα γινόταν, αν γινόταν, ουσιαστικά από τη Δημοκρατία εκ μέρους της εναγόμενης εργολάβου εξ' ου και θα αφαιρείτο από την αμοιβή της τελευταίας. Στη βάση των πιο πάνω λοιπόν, όπως και οι δύο διάδικοι δέχονται, ορθά η ενάγουσα τιμολόγησε την εναγόμενη για υπηρεσίες και αγαθά που της παρείχε και ακολούθως ορθά η εναγόμενη εξέδωσε χωριστά τιμολόγια προς τη Δημοκρατία χρεώνοντας την για τις ίδιες υπηρεσίες μεν αλλά ως υπηρεσίες που αυτή, η εναγόμενη δηλαδή, προσέφερε στη Δημοκρατία. Άλλωστε, αν υφίστατο απευθείας σχέση μεταξύ Δημοκρατίας και υπεργολάβου ή αν οι υπηρεσίες του τελευταίου αγοράζονταν από την εναγόμενη εκ μέρους της Δημοκρατίας, τότε τα τιμολόγια του υπεργολάβου θα είχαν εκδοθεί απευθείας στο όνομα της Δημοκρατίας αντί της εναγόμενης και η τελευταία δεν θα εξέδιδε τα δικά της χωριστά τιμολόγια προς τη Δημοκρατία. Θεωρεί βέβαια η εναγόμενη ότι από τη στιγμή που αυτή θα πρέπει να πληρώσει στην ενάγουσα το ΦΠΑ για τις υπηρεσίες που η τελευταία τη χρέωσε, τότε θα πρέπει η Δημοκρατία να της καταβάλει τον εν λόγω φόρο ως «πραγματικό ποσό που πληρώθηκε ή που οφείλεται να πληρωθεί». Η θέση όμως αυτή κατά την άποψη μου, εδράζεται σε μία σύγχυση της εναγόμενης ως προς το ποιες είναι οι δικές της υποχρεώσεις σε σχέση με την αμοιβή του υπεργολάβου της και ποιες είναι οι υποχρεώσεις της Δημοκρατίας σε σχέση με τη δική της αμοιβή. Εφόσον οι υπηρεσίες που παρείχε η ενάγουσα προς την εναγόμενη υπόκειντο σε ΦΠΑ, ορθά η ενάγουσα χρέωσε την τελευταία με τον εν λόγω φόρο στα τιμολόγια της για τις υπηρεσίες που της προσέφερε. Τον εν λόγω φόρο η εναγόμενη είχε υποχρέωση να τον πληρώσει στην ενάγουσα και η τελευταία είχε υποχρέωση να τον αποδώσει στην υπηρεσία ΦΠΑ και να κρατήσει προς όφελος της μόνο το καθαρό ποσό των τιμολογίων της, ήτοι το ποσό των €6.186,
- Αυτή όμως η συναλλαγή μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενης ήταν, ως εξήγησα ανωτέρω, χωριστή και ανεξάρτητη από τη συναλλαγή που θα γινόταν στη συνέχεια όταν η εναγόμενη πλέον θα χρέωνε τη Δημοκρατία για τις ίδιες μεν υπηρεσίες αλλά ως υπηρεσίες που αυτή υποτίθεται ότι παρείχε στη Δημοκρατία. Υπενθυμίζω εδώ ότι οι υπηρεσίες της ενάγουσας δεν αγοράστηκαν από την εναγόμενη εκ μέρους της Δημοκρατίας και ούτε τα σχετικά τιμολόγια της εναγόμενης υποδηλούν οτιδήποτε το αντίθετο όπως θα ήταν π.χ. η περίπτωση αν οι υπηρεσίες της ενάγουσας είχαν πληρωθεί από την εναγόμενη εκ μέρους της Δημοκρατίας οπόταν και τα τιμολόγια της εναγόμενης θα αναφέρονταν σε ανάκτηση «πραγματικών εξόδων» που πληρώθηκαν για λογαριασμό της Δημοκρατίας. Με άλλα λόγια η εναγόμενη αγόρασε υπηρεσίες από την ενάγουσα και στη συνέχεια, στα πλαίσια μια χωριστής και ανεξάρτητης συναλλαγής, μεταπώλησε τις εν λόγω υπηρεσίες στη Δημοκρατία ως δικές της υπηρεσίες. Εφόσον δε επρόκειτο για δύο χωριστά είδη υπηρεσιών, ήτοι υπηρεσίες από υπεργολάβο προς εργολάβο και υπηρεσίες από εργολάβο προς Δημοκρατία, θέματα χρέωσης ΦΠΑ προέκυπταν σε σχέση και με τις δύο συναλλαγές, ήτοι και σε σχέση με τις χρεώσεις της ενάγουσας προς την εναγόμενη αλλά και σε σχέση με τις χρεώσεις της εναγόμενης προς τη Δημοκρατία. Διαφορετική και χωριστή όμως ήταν η υποχρέωση της εναγόμενης να πληρώσει στην ενάγουσα υπεργολάβο της το μικτό ποσό που αυτή την χρέωσε για τις υπηρεσίες που της παρείχε, από την υποχρέωση και δικαίωμα της εναγόμενης να χρεώσει και να εισπράξει από τη Δημοκρατία ΦΠΑ για τις υπηρεσίες που αυτή παρείχε στην τελευταία. Στη φυσιολογική λοιπόν εξέλιξη των αντίστοιχων συμβατικών υποχρεώσεων και μη λαμβανομένων υπόψη των οποιωνδήποτε εξαιρέσεων ΦΠΑ, η εναγόμενη ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει στην ενάγουσα €6.186,44 πλέον €1113,56 ΦΠΑ, ήτοι το συνολικό μεικτό ποσό των €
- Ακολούθως η εναγόμενη, εφόσον η σύμβαση της με τη Δημοκρατία δεν επέτρεπε τη χρέωση επιπρόσθετης προμήθειας εκεί όπου θα μεταπωλούνταν οι υπηρεσίες που αυτή θα λάμβανε από υπεργολάβο της, θα χρέωνε τη Δημοκρατία για τις υπηρεσίες που παρείχε στη τελευταία €6.186,44 πλέον €1113,56 ΦΠΑ, ήτοι το συνολικό μεικτό ποσό των €7300, που ήταν και το ποσό που θα είχε ήδη καταβάλει ή που όφειλε να καταβάλει στην ενάγουσα. Παράλληλα όμως η εναγόμενη θα όφειλε και εκείνη να καταβάλει €1113,56 στην υπηρεσία ΦΠΑ ως το φόρο που αυτή θα ήταν υποχρεωμένη να αποδώσει σε σχέση με τις υπηρεσίες που παρείχε στη Δημοκρατία και για την οποία χρέωσε την τελευταία, οπόταν και θα της απέμενε μόνο το καθαρό ποσό των €6.186,44 το οποίο είχε ήδη καταβάλει στην ενάγουσα. Το μόνο που «άλλαξε» στη φυσιολογική εξέλιξη των συμβατικών υποχρεώσεων από την εφαρμογή των προνοιών του αρ.11Β του ΦΠΑ και των σχετικών εγκυκλίων ήταν ότι η εναγόμενη δεν υποχρεούτο να χρεώσει και να εισπράξει ΦΠΑ από τη Δημοκρατία για τις υπηρεσίες που της πούλησε διότι η Δημοκρατία υποχρεωνόταν να αποδώσει απευθείας στην υπηρεσία ΦΠΑ το σχετικό φόρο τον οποίο κανονικά η εναγόμενη, αν δεν ήταν για τις διατάξεις του αρ.11Β θα έπρεπε να τον εισπράξει από τη Δημοκρατία και να τον αποδώσει εκείνη στο ΦΠΑ. Αντί δηλαδή η εναγόμενη να χρειάζεται να χρεώσει και να εισπράξει από τη Δημοκρατία €6.186,44 πλέον €1113,56 ΦΠΑ που είναι το ποσό που όφειλε να πληρώσει στην ενάγουσα και ακολούθως να προχωρήσει να καταβάλει στην υπηρεσία ΦΠΑ το ποσό των €1113,56 που αφορούσε της υπηρεσίες της προς τη Δημοκρατία, θα χρέωνε και θα εισέπραττε από τη Δημοκρατία μόνο το καθαρό ποσό των €6.186,44 και η Δημοκρατία θα κατέβαλλε στην υπηρεσία ΦΠΑ απευθείας το ποσό των €1113,56 απαλλάσσοντας την εναγόμενη από την ανάλογη υποχρέωση. Ο λόγος βέβαια που υπήρχε αυτή η ειδική ρύθμιση σε σχέση με υπηρεσίες που παρέχονται στη Δημοκρατία είναι ευνόητος εφόσον διασφαλίζει ότι θα καταβληθεί στην υπηρεσία ΦΠΑ ο φόρος που πρέπει να καταβληθεί, χωρίς αυτό να εξαρτάται από το κατά πόσο αυτός που παρέχει τις υπηρεσίες θα τηρήσει τις θέσμιες του υποχρεώσεις σε σχέση με το θέμα αυτό. Θα μπορούσε βέβαια κάποιος να επιχειρηματολογήσει, ως επιχειρηματολογεί η πλευρά της εναγόμενης, ότι αν δεν ανακτηθεί από τη Δημοκρατία το ΦΠΑ που πρέπει να καταβληθεί στην ενάγουσα, τότε αυτό συνεπάγεται ότι η εναγόμενη θα πληρώσει περισσότερα ή θα λάβει λιγότερα από το τι προνοεί η σύμβαση. Αυτό όμως το επιχείρημα δεν ευσταθεί, κατ' αρχή διότι η φαινομενική «απώλεια» της εναγόμενης δύο φορές του ποσού των €1113,56, ήτοι μία προς την εναγόμενη και μία προς την υπηρεσία ΦΠΑ οφείλεται καθαρά στο ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, η εναγόμενη δεν διέφερε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που λαμβάνει και την ίδια στιγμή παρέχει υπηρεσίες που υπόκεινται σε ΦΠΑ και το οποίο πρόσωπο οφείλει να πληρώσει τον εν λόγω φόρο και στην υπηρεσία ΦΠΑ για τις υπηρεσίες που παρέχει αλλά και στο πρόσωπο από το οποίο λαμβάνει υπηρεσίες και σίγουρα το ΦΠΑ που πληρώνεται για την λήψη υπηρεσιών δεν μπορεί να ανακτηθεί ως μέρος των υπηρεσιών που παρέχονται κατά τη μεταγενέστερη μεταπώληση τους εφόσον κάτι τέτοιο θα συνεπάγετο ουσιαστικά την ανεπίτρεπτη χρέωση ΦΠΑ επί ποσού που περιέχει ΦΠΑ. Σε κάθε περίπτωση όμως, οι ίδιες οι εγκύκλιοι του ΦΠΑ που επικαλείται η εναγόμενη υποδεικνύουν ότι μπορεί να αντισταθμιστεί προς όφελος της τελευταίας το γεγονός ότι ενώ υποχρεούται να πληρώσει ΦΠΑ στην ενάγουσα υπεργολάβο δεν μπορεί να χρεώσει ΦΠΑ τη Δημοκρατία κατά τη μεταπώληση των υπηρεσιών προς αυτή. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει και από τα παραδείγματα που αναφέρονται στις σχετικές εγκυκλίους, η εναγόμενη θα μπορούσε και μάλιστα φαίνεται ότι ακόμη μπορεί, να διεκδικήσει την πληρωμή των €1113,56 που έκαμε η Δημοκρατία απευθείας στην υπηρεσία ΦΠΑ, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της «αντίστροφης χρέωσης» (reverse charge) στη φορολογική της δήλωση και έτσι να επωφεληθεί πλήρως της πίστωσης αυτής. Το ότι η εναγόμενη δεν το έχει κάμει αυτό μέχρι σήμερα δεν σημαίνει ότι η Δημοκρατία δεν τήρησε τις δικές της υποχρεώσεις απέναντι της ή ότι την «άφησε» εκτεθειμένη απέναντι στην ενάγουσα. Διαφορετικές ήταν οι υποχρεώσεις της εναγόμενης προς την ενάγουσα και διαφορετικές οι υποχρεώσεις της Δημοκρατίας προς την εναγόμενη. Υπό το φως όλων των πιο πάνω συνεπώς, καταλήγω στο ότι η εναγόμενη όφειλε να καταβάλει €6.186,44 πλέον €1113,56 ΦΠΑ στην ενάγουσα δυνάμει της μεταξύ τους σύμβασης και παράλληλα δικαιούτο να ζητήσει από τη Δημοκρατία στη βάση της δικής τους σύμβασης όπως πληρωθούν €6.186,44 είτε προς την ίδια είτε προς την ενάγουσα απευθείας, υποχρέωση με την οποία η Δημοκρατία συμμορφώθηκε, και όπως επιπλέον €1113,56 καταβληθούν από τη Δημοκρατία απευθείας στο ΦΠΑ ώστε να απαλλαγεί η εναγόμενη από την υποχρέωση να εισπράξει και να αποδώσει εκείνη το φόρο που αναλογούσε στις χρεώσεις της. Αυτή θα ήταν η θέση στην οποία τα μέρη θα βρίσκονταν στην κανονική πορεία των συμβατικών σχέσεων και επισημαίνοντας ότι η αξίωση της εναγόμενης προς την Δημοκρατία δεν εδράζεται σε κατ' ισχυρισμό παράλειψη της τελευταίας να αποδώσει απευθείας στην υπηρεσία ΦΠΑ το φόρο που αντιστοιχούσε στις χρεώσεις της εναγόμενης, αυτή είναι και η θέση στην οποία βρίσκονται σήμερα τα μέρη. Κατ' επέκταση, τα επίδικα παράπονα της εναγόμενης εναντίον της Δημοκρατίας κρίνονται να στερούνται κάθε ερείσματος. Σημειώνω εδώ ακόμη και αν η αξίωση της εναγόμενης εδράζετο και στην υποχρέωση της Δημοκρατίας να καταβάλει «εκ μέρους της» το ποσό των €1113,56 στην υπηρεσία ΦΠΑ, που δεν εδράζεται, από το Τεκ.Δ που παρουσίασε η Δημοκρατία προκύπτει ότι όντως η τελευταία κατέβαλε στην υπηρεσία ΦΠΑ το σχετικό φόρο εκπληρώνοντας έτσι και αυτή της την υποχρέωση απέναντι στην ενάγουσα. Χωρίς λοιπόν να παραγνωρίζω ότι το εν λόγω θέμα δεν αποτέλεσε μέρος της δικογραφίας της Δημοκρατίας, σημειώνω ότι δεν αποτέλεσε ούτε και μέρος της δικογραφίας της εναγόμενης αφού πριν τη μαρτυρία της ενάγουσας ήταν άγνωστη στους διαδίκους η φύση του αξιούμενου ποσού. Και να εδράζετο όμως η αξίωση της εναγόμενης και επί αυτής της βάσης, ούτε τότε θα βρισκόταν οποιοδήποτε έρεισμα στις θέσεις της. Κρίνω επομένως ότι όπως και αν ήθελε ιδωθεί η επίδικη αξίωση της εναγόμενης εναντίον της τριτοδιαδίκου Δημοκρατίας, αυτή δεν μπορεί να επιτύχει και συνεπώς απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Δημοκρατίας και εναντίον της εναγομένης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο