DARIMPEX LIMITED ν. Τάππα κ.α., Αρ. Αγωγής: 1046/20, 16/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A533 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1046/20 Μεταξύ: DARIMPEX LIMITED Εναγόντων -Και- XXXXX Τάππα, εκ Λευκωσίας
- XXXXX Βαρνάβα, εκ Λευκωσίας Εναγομένων Ημερομηνία: 16.11.20 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Κυριακίδης Για την Εναγόμενη 1: κ. Νικολάου Για τον Εναγόμενο 2: κ. Αργυρού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της αγωγής των εναγόντων εναντίον των εναγομένων, καταχωρηθείσα την 22.5.20, η εναγόμενη 2, την 19.6.20 υπέβαλε αίτηση για αναστολή της περαιτέρω διαδικασίας και να παραπεμφθεί σε διαιτησία η ισχυριζόμενη αιτία αγωγής, ή και τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης 1, ή/και η διαφορά που έχει ανακύψει με την αμοιβή της εναγομένης 1 ως Αρχιτέκτονας του έργου, ή και οποιαδήποτε διαφορά σχετίζεται με την αμοιβή της εναγομένης 1 ως Αρχιτέκτονας του έργου και/ή όλες οι διαφορές που έχουν ανακύψει ανάμεσα στην ενάγουσα και την εναγομένη
- Η πλευρά των εναγόντων έφερε ένσταση στο αίτημα και καταχώρισε γραπτώς ένσταση. Εκκρεμεί η υποβολή αίτησης εκ μέρους της εναγόμενης 1, για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στις 13.10.20, η πλευρά των εναγόντων καταχώρισε μονομερή αίτηση εξαιτούμενη διάφορα διατάγματα εναντίον και των δυο εναγομένων. Δόθηκαν οδηγίες από το δικαστήριο όπως η αίτηση επιδοθεί στους εναγόμενους. Με την αίτηση επιζητούνται εναντίον του εναγομένου 2 διατάγματα να μην αποξενώσει ακίνητα ιδιοκτησίας του, και εναντίον της εναγομένης 2 να μην αποξενώσει οποιαδήποτε περιουσία ύψους €1.293875,80 και άλλα προς τούτο συναφή διατάγματα, διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη 2 να δώσει γραπτή άδεια και/ή συγκατάθεση στην αιτήτρια να διορίσει νέο αρχιτέκτονα για το έργο και επικουρικά διατάγματα αποκάλυψης του συνόλου της κινητής και ακίνητης περιουσίας τόσο της ιδίας, όσο και εταιρείας εγγεγραμμένης στο όνομα της, στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Και οι δυο εναγόμενοι μετά την επίδοση της αιτήσεως σε αυτούς, κατά την ημέρα που ήταν ορισμένη για πρώτη εμφάνιση, έφεραν ένσταση και ζήτησαν χρόνο να την καταχωρίσουν γραπτώς. Έθεσε θέμα η πλευρά της εναγομένης 1, ότι η ακρόαση της αίτησης για αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία θα πρέπει να προηγηθεί. Ο λόγος είναι γιατί αφ' ενός εγείρεται θέμα δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αλλά και αφετέρου, χρονικά, προηγείται κατά πολύ η αίτηση για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, μη συμμεριζόμενος την άποψη του συνηγόρου για τους ενάγοντες ως προς την επείγουσα φύση της διαδικασίας της αίτησης προς έκδοση των ενδιαμέσων διαταγμάτων, και της προτεραιότητας που, εξ αυτού του λόγου, θα πρέπει να δοθεί σε αυτήν. Οι πάνω θέσεις καταγράφηκαν σε ηλεκτρονικά μηνύματα, λόγω των μέτρων που λαμβάνονται για την παρεμπόδιση της εξάπλωσης του κορωνοιού. Το δικαστήριο έκρινε ότι θα έπρεπε να καλέσει όλες τις πλευρές να εκφράσουν τις απόψεις τους και προφορικά ενώπιον του δικαστηρίου, όπως και έγινε. Το δικαστήριο έχει ακούσει τις απόψεις όλων των πλευρών, όπως επίσης και ορισμένες περαιτέρω διευκρινήσεις που ζητήθηκαν από το δικαστήριο. Επιγραμματικά, η θέση του συνηγόρου των εναγόντων ήταν ότι η φύση της αίτησης και των αιτουμένων διαταγμάτων είναι τέτοια, που θα πρέπει να εκδικαστεί κατά προτεραιότητα. Ο συνήγορος της εναγομένης 1 είχε αντίθετη άποψη, γιατί, ως ήταν η θέση του, η αίτηση για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία εγείρει θέμα δικαιοδοσίας του δικαστηρίου και, προηγείται κατά πολύ χρονικά της αίτησης των εναγόντων. Ήταν επίσης της άποψης ότι ανάλογα με το αποτέλεσμα της, ενδεχομένως θα επηρεάσει και την αίτηση των εναγόντων. Ο συνήγορος του εναγομένου 2 δήλωσε ότι συμφωνεί με την πλευρά της εναγομένης
- Ανέφερε επίσης ότι θα καταχωρηθεί και εκ μέρους του εναγομένου 2 ανάλογη αίτηση για αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Το δικαστήριο έχει υπόψη του το σύνολο των θέσεων και απόψεων όλων των πλευρών, και όπου χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει ειδική αναφορά. Το όλο ζήτημα ανάγεται στην διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Coward
(2013)1 Α.Α.Δ. 1070: «Είναι, επίσης, καλά νομολογημένο ότι το δικαστήριο, σε θέματα διαδικασίας και πρακτικής, έχει ευρεία διακριτική εξουσία να καθορίζει την ενώπιόν του διαδικασία. Στην Eleftheriades and An/ther v. Mavrellis & An/ther
(1985)1 C.L.R. 436, στην οποία ο συνήγορος της εφεσείουσας παρέπεμψε, αλλά και το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε, αναφέρονται τα εξής:- (σελ. 445) "It is perfectly legitimate for the Court, both under the rules and in exercise of inherent powers, to regulate proceedings before it, for the Court to issue all necessary directions in order to make possible adjudication upon the substance of the case." Προκύπτει από το πιο πάνω ότι το δικαστήριο έχει εξουσία να δίδει οδηγίες, ανάλογα με τις ανάγκες της υπόθεσης, χωρίς βέβαια το θεσμοθετημένο πλαίσιο διαδικασίας, εκεί όπου αυτό υπάρχει, να καταργείται, κατ' επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του δικαστηρίου». Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται δικαστικά στη βάση των δεδομένων που υπάρχουν ενώπιον του και ανάλογα με τις ανάγκες της υπόθεσης. Αναφορικά με την εισήγηση του συνηγόρου των εναγόντων ως προς το επείγον της αίτησης προς έκδοση των διαταγμάτων, στην υπόθεση ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 354/13, ημερ.4.12.15 αναφέρθησαν τα εξής: «Η προσέγγιση αυτή υιοθετήθηκε από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μαρκιτανή ν. Μουτζούρη
(2000)1 Α.Α.Δ. 923, στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: «Πρέπει να παρατηρήσουμε ότι τα επίδικα διατάγματα είχαν εκδοθεί μετά που είχε προηγηθεί η επίδοση της αίτησης στον εφεσίβλητο. Επομένως, παρόλο ότι η αίτηση ήταν μονομερής, η επίδοση της στον εφεσίβλητο, προφανώς μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου (βλ. Δ.48, θ.8
(3)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών) αφαιρεί από αυτή την υπόσταση της μονομερούς αίτησης και την μετατρέπει σε αίτηση δια κλήσεως (Βλ. Κώστας Σμυρνιός).» Η νομολογιακή αρχή ότι η επίδοση μιας ex parte αρχικά αίτησης, είτε δυνάμει της Δ.48, κ.8
(3)[ς] είτε δυνάμει της πρακτικής που ακολουθείται, της αφαιρεί την υπόσταση της μονομερούς αίτησης και τη μετατρέπει σε αίτηση δια κλήσεως, δεν μπορεί να έχει άλλο νόημα παρά το ότι δεν βρίσκουν πλέον εφαρμογή οι πρόνοιες του άρθρου 9, προοριζόμενες αποκλειστικά στο να ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση». Η αφαίρεση συνεπώς της υπόστασης της αίτησης ως μονομερούς, μετατρεπόμενη δια κλήσεως, συνακόλουθα της αφαιρεί και την ιδιότητα, ή τη μορφή του κατεπείγοντος δυνάμει του Άρθρου 9 του Κεφ.6, και δεν της δίνει πλέον προτεραιότητα έναντι άλλων αιτήσεων δια κλήσεως που προηγούνται χρονικά. Αυτή είναι η μια πλευρά του θέματος. Υπάρχει όμως ακόμα μια διάσταση, όπως αυτή τέθηκε από τον συνήγορο της εναγομένης 1. Έθεσε θέμα δικαιοδοσίας του δικαστηρίου ως αναρμοδίου να εκδικάσει την επίδικη διαφορά, και τούτο με την έννοια της φύσης της αίτησης για αναστολή της διαδικασίας. Το γεγονός αυτό αποτελεί, σύμφωνα με την εισήγηση, τον κύριο λόγο για τον οποίο η αίτηση για αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία θα πρέπει να εκδικαστεί πρώτη. Στην υπόθεση Commerzbank Aktiengesellschaft ν. ΤΟ ΠΛΟΙΟ «ΤΟUR 2», Αγωγή Ναυτοδικείου 2/2018, ημερ.25.5.18, υπεδείχθη ότι: «Η εξέταση ζητήματος έγερσης πιθανής ένστασης ως προς την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την νομολογία, πρέπει να εξετάζεται άμεσα και κατά προτεραιότητα. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από τον εναγόμενο για την έγερση του. (G. J. Magdon Ltd v. A. L. Metal Trading Ltd
(2001)1 (Γ) A.A.Δ. 2064 και Κοιν. και/ή Συνδ. Ασφ. P.D. Upton α.ο. ν. G.N. Εllinas Imp.-Exp. Ltd
(2005)1Β Α.Α.Δ. 1327). Η υποχρέωση ενός διαδίκου να αποταθεί και να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία ή να επιδιώξει αναστολή της διαδικασίας, όπως εν προκειμένω, γίνεται πάντοτε με την πρώτη δυνατή ευκαιρία (Space Video Games Ltd v. Πλοίου «SILVER PALOMA»
(1996)1 A.Α.Δ. 119). Οι αιτητές είχαν υποχρέωση να θέσουν αμέσως και κατά προτεραιότητα την ένσταση τους για έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και να επιδιώξουν, είτε παραμερισμό της αγωγής, είτε αναστολή της διαδικασίας, με τη πρώτη δυνατή ευκαιρία». Ομοίως, στην υπόθεση Μεστάνας
(1997)1 Α.Α.Δ. 241, υπεδείχθη ότι είναι αυτονόητο ότι η φυσιολογική σειρά επέβαλλε την εξέταση, κατά προτεραιότητα, της αίτησης για αναστολή. Τα πιο πάνω σηματοδοτούν την πορεία που θα πρέπει να ακολουθηθεί. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, τα πιο πάνω δεδομένα, αλλά και η νομολογία στην οποία έγινε αναφορά, αποκλίνουν υπέρ της θέσης του συνηγόρου της εναγομένης 1. Στην βάση των πιο πάνω, το δικαστήριο εξασκώντας την διακριτική του ευχέρεια καταλήγει, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, ότι η αίτηση ημερ.19.6.20 θα πρέπει να εκδικαστεί πρώτη. Κατά συνέπεια και συνακόλουθα με τα πιο πάνω, εκδίδεται ανάλογη επί τούτου οδηγία του δικαστηρίου, ώστε η αίτηση ημερ.19.6.20 να εκδικαστεί πρώτη. (Υπ.) ........... Νίκος Γιαπανάς, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο