Αναφορικά με την εταιρεία R.M.P. (SPORTS) LIMITED, Αρ. Αίτησης: 915/17, 21/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A517 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 915/17 Αναφορικά με την εταιρεία R.M.P. (SPORTS) LIMITED και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο (Κεφ.113) ------------------------------------------------------- (Αίτηση ημερ. 09/10/17 υπό ASTROBANK LIMITED (προηγουμένως Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) για εκκαθάριση της R.M.P. (SPORTS) LIMITED (ΗΕ71920) από τη Λευκωσία Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κα Γ. Καραμαλλή για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Για Καθ' ων η αίτηση: κα Χ. Μαυρονικόλα για Μαυρονικόλα & Σια ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 17/04/09 οι αιτητές (τότε Τράπεζα Πειραιώς), κατόπιν γραπτής παράκλησης του Δ.Σ της καθ' ης η αίτηση εταιρείας (εφ' εξής η εταιρεία), συμφώνησαν γραπτώς με την τελευταία όπως της παρέχουν πιστωτικές διευκολύνσεις σε σχέση με πιστώσεις ή εγγυητικές επιστολές ή κεφάλαιο κίνησης ύψους €1.200.
- Η συμφωνία προέβλεπε ότι το ποσό αυτό θα παρείχετο στην εταιρεία υπό τη μορφή ορίου υπεραναλήψεως σε τρεχούμενο λογαριασμό, πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση, ότι θα χρεώνετο με συγκεκριμένο επιτόκιο και τραπεζικά έξοδα και ότι θα εξασφαλίζετο με έκτη στη σειρά κυμαινόμενη επιβάρυνση επί των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας ύψους €1.200.000 καθώς και με προσωπικές εγγυήσεις συγκεκριμένων φυσικών προσώπων, μεταξύ των οποίων και του Μ. Παπακυριακού, διευθυντή και αποκλειστικού μετόχου της εταιρείας (εφ' εξής Παπακυριακού). Ανοίχτηκε ακολούθως σχετικός τραπεζικός λογαριασμός στο όνομα της εταιρείας με αρ. XXXXX5885, στον οποίο καταχωρούνταν όλες οι πιστώσεις και χρεώσεις που γίνονταν και μέσω του εν λόγω λογαριασμού, η εταιρεία έκαμε πλήρη χρήση των πιστωτικών διευκολύνσεων που της παρείχαν οι αιτητές. Σύμφωνα με τις καταστάσεις λογαριασμού που τηρούσαν οι αιτητές, ο προαναφερόμενος λογαριασμός της εταιρείας παρουσίαζε περί τον Αύγουστο 2015 χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €1.236.431,57, ήτοι ήταν σε υπέρβαση του συμφωνηθέντος ορίου κατά €36.431,
- Λόγω και του ότι είχαν σταματήσει να γίνονται οποιεσδήποτε καταθέσεις προς μείωση του εν λόγω υπολοίπου, οι αιτητές έστειλαν επιστολή προς την εταιρεία στις 03/08/15 καλώντας την όπως διευθετήσει να επαναφερθεί ο λογαριασμός της εντός του συμφωνηθέντος ορίου εντός 1 μηνός. Η παράλειψη της εταιρείας να ανταποκριθεί θετικά είχε ως αποτέλεσμα αφ' ενός να αυξηθεί το υπόλοιπο λόγω των τόκων που επιβάλλονταν και αφ' ετέρου να σταλούν στην εταιρεία από τους αιτητές νέες επιστολές στις 31/08/15, 29/09/15, 28/10/15 και 4/03/16, παρόμοιου περιεχομένου με αυτή της 03/08/
- Περί τα τέλη 2016 και μέχρι τον Ιούνιο 2017 τουλάχιστο, επιχειρήθηκε από πλευράς εταιρείας και συγκεκριμένα από τον Παπακυριακού όπως διαπραγματευτεί με τους αιτητές για να εξευρεθεί κάποια κοινώς αποδεκτή διευθέτηση στο όλο θέμα. Για το σκοπό αυτό ανταλλάχτηκαν διάφορες απόψεις τόσο σε προφορικές και τηλεφωνικές συναντήσεις μεταξύ των εκπροσώπων της εταιρείας και των αιτητών όσο και μέσω email, και στα πλαίσια αυτών των επαφών, μία εκ των προτάσεων που ανταλλάχθηκαν και η οποία προήλθε από πλευράς αιτητών στις 30/12/16, ήταν όπως χορηγηθεί νέο δάνειο στην εταιρεία ύψους €1.370.000 ώστε να χρησιμοποιηθεί προς «εξόφληση/ακύρωση του ορίου Κ/Κ με αρ. λογ/σμού XXXXX5885» και το οποίο δάνειο να πληρωθεί αρχικά με μηνιαίες δόσεις ύψους €5.430 που θα κάλυπταν τους τόκους και στη συνέχεια με μηνιαίες δόσεις ύψους €21.
- Το εν λόγω δάνειο, έθεσαν ως όρο χορήγησης του οι αιτητές, θα έπρεπε να εξασφαλιστεί με επιπρόσθετες εξασφαλίσεις και συγκεκριμένα με προσωπικές εγγυήσεις περαιτέρω φυσικών προσώπων, 7η κυμαινόμενη επιβάρυνση επί των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, εγγύηση μιας άλλης εταιρείας, θυγατρικής της καθ' ης η αίτηση και με δέσμευση λογαριασμού κάποιας τρίτης εταιρείας στην Ελλάδα, επίσης συνδεδεμένης με την καθ' ης η αίτηση. Η εταιρεία ουσιαστικά δεν δέχθηκε το σύνολο της πρότασης των αιτητών, αφού στις 15/02/17 αντιπρότεινε στους τελευταίους μέσω του Παπακυριακού όπως: «Σχετικά με τη πρόταση σας για την αποπληρωμή και την πλήρης εξόφληση του Μ/Δανείου ποσού €1.200.000 πλέον τόκους 170.000, σας αντιπροτείνομαι τα κάτωθι: Μ/Δάνειο διάρκειας 10 ετών αρχής γενομένης από Μάρτιο 2017 έως Μάρτιο 2027 με μηνιαία καταβολή ποσού €5.430 και η τελευταία δόση Balloon. Οι τόκοι οι οποίοι έχουν λογιστεί την περίοδο Ιούλιος 2015 έως και σήμερα να διαγραφούν., ζητάμε την διαγραφή των τόκων τη συγκεκριμένη περίοδο λόγω της επιβολής Ελέγχου Κίνησης Κεφαλαίων (capital controls). Κατά τη διάρκεια των capital control προσπαθήσαμε μέσω της τράπεζας Πειραιώς και Εθνικής Τράπεζας να εμβάσουμε το ποσό των τόκων κάτι το οποίο δεν κατέστη δυνατόν λόγω από της απόρριψης από τον Γ.Λ.Κ. Το δάνειο να εκτοκίζεται με Euribor 3M + ποσοστό 3.50% Συμφωνούμε να δεσμευτεί ο λογαριασμός της RNP στην Τράπεζα Πειραιώς - Ελλάδας. Οι εξασφαλίσεις του Μ/Δανείου δύναται να είναι προσωπικές εγγυήσεις και όχι Εταιρική. Η ποιο πάνω αντιπρόταση είναι στις δυνατότητες μου να υλοποιηθεί η μηνιαία καταβολή και η πλήρης εξόφληση του δανείου. Στόχος μου είναι η συνέπεια για αυτό το οποίο θα συμφωνήσουμε και δεσμευτώ επ' αυτού. Παρακαλώ όπως μελετήσετε την πρόταση μου με βάση τη δυνατότητα μου. Πεποίθηση μου είναι να καταλήξουμε όσο το συντομότερο σε μία συμφωνία αποπληρωμής ώστε να ξεκινήσουμε από τον μήνα Μάρτιο τις καταβολές. Θέλω να σας ευχαριστήσω για την κατανόηση και την υπομονή που έχετε επιδείξει μέχρι και σήμερα.» Σημειώνω εδώ ότι σύμφωνα με τις καταστάσεις λογαριασμού των αιτητών, η τελευταία φορά που έγινε κάποια κατάθεση στο λογαριασμό πριν την αποστολή της πιο πάνω αντιπρότασης ήταν για το ποσό των €19.000 στις 03/04/15 και ότι μεταξύ Ιουλίου 2015 που αναφέρεται στην αντιπρόταση του Παπακυριακού, όταν το υπόλοιπο του λογαριασμού ήταν €1.236.391,11, και τις 28/02/17, ήτοι κατά την περίοδο που στάληκε η αντιπρόταση του Παπακυριακού, όταν το υπόλοιπο ανέρχετο στις €1.351.822,44, οι μόνες ουσιαστικά συναλλαγές που καταγράφηκαν να έγιναν στο λογαριασμό, ήταν χρεώσεις τόκων ύψους €115.000 περίπου. Η πιο πάνω αντιπρόταση της εταιρείας φαίνεται να μην έγινε αποδεκτή από πλευράς αιτητών εφόσον οι αιτητές, όπως δέχεται και η εταιρεία, συνέχισαν να στέλνουν επιστολές αναφορικά με το ποσό που εκείνοι θεωρούσαν ότι τους οφείλεται δυνάμει των καταστάσεων που τηρούσαν. Μάλιστα δε, στις 23/05/17, με επιστολή τους προς την εταιρεία και τους εγγυητές της, οι αιτητές τερμάτισαν τη λειτουργία του επίμαχου λογαριασμού και απαίτησαν όπως τους καταβληθεί άμεσα το μέχρι τότε οφειλόμενο υπόλοιπο αυτού, ήτοι το ποσό των €1.351.822,44 πλέον τόκους (υπέρβαση του ορίου κατά €151.522,44). Δεν έμειναν όμως μόνο στο τερματισμό της συμφωνίας οι αιτητές, αφού στις 09/06/17 επέδωσαν στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας και συγκεκριμένα στην εγγεγραμμένη γραμματέα της τελευταίας, γραπτή απαίτηση με την οποία απαίτησαν όπως εντός τριών εβδομάδων τους καταβληθεί το ποσό των €1.351.822,44 πλέον τόκους. Σε διαφορετική περίπτωση, προειδοποίησαν οι αιτητές επικαλούμενοι τις πρόνοιες του αρ.212(α) Κεφ.113, θα θεωρούσαν ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της οπόταν και ενδέχετο να αποταθούν στο Δικαστήριο για την εκκαθάριση της. Στις πιο πάνω επιστολές των αιτητών, τερματισμού και απαίτησης δυνάμει του αρ.212(α), η εταιρεία απάντησε γραπτώς στις 12/06/17 μέσω email, στο οποίο η τελευταία, αναφέροντας στους αιτητές ότι «.επιθυμεί τη ρύθμιση του χρέους και τη συνέχιση της άρρηκτης σχέσης», πρότεινε «προς ρύθμιση των οφειλών μας» όπως καταβάλλει μηνιαίως το ποσό των €10.000 για δύο χρόνια, ακολούθως €12.000 το μήνα για οκτώ χρόνια και στην τελευταία δόση της δεκαετίας, μία «balloon» δόση. Η πρόταση αυτή της εταιρείας δεν έγινε αποδεκτή οπόταν διευθετήθηκε συνάντηση μεταξύ των δύο πλευρών περί τα τέλη Ιουλίου
- Σύμφωνα με την ίδια την εταιρεία, κατά τη συνάντηση αυτή δεν κατέστη δυνατό να εξευρεθεί μια κοινώς αποδεκτή λύση διότι «.ενώ δεν υπήρχε ουσιαστική διαφορά στους όρους αποπληρωμής που προτάθηκαν, οι υπεύθυνοι της Αιτήτριας εκβιαστικά επέμεναν ότι οι προτάσεις του κ. Παπακυριακού μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές μόνο με την προϋπόθεση παροχής περαιτέρω εμπράγματης εξασφάλισης και ως εκ τούτου απορρίφθηκαν». Φαίνεται ότι ούτε μέχρι τις 09/10/17 οι δύο πλευρές κατέληξαν σε οποιοδήποτε συμβιβασμό διότι κατ' εκείνη την ημερομηνία οι αιτητές καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση ζητώντας, στη βάση μεταξύ άλλων των αρ. 209, 210, 211(ε), 212(α), (β) και (γ), 213, 214 και 216 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 καθώς και των σχετικών Κανονισμών, την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας. Στο κυρίως σώμα της αίτησης και στην υποστηρικτική Ε/Δ που ορκίστηκε ο υπάλληλος των αιτητών, Π. Παντελάκης, γίνεται αναφορά και επισυνάπτονται τα έγγραφα που περιέβαλλαν τη συμφωνία που σύναψαν τα μέρη τον Απρίλιο 2019 (Τεκ. Β, Γ, Δ και Ε), οι επιστολές που στάλθηκαν από τους αιτητές προς την εταιρεία μεταξύ Αυγούστου 2015 και Μαΐου 2017 (Τεκ.Στ), οι καταστάσεις του λογαριασμού της εταιρείας από τον Απρίλιο 2009 που ανοίχθηκε ο λογαριασμός μέχρι και τις 30/06/17, οι οποίες καταστάσεις δείχνουν ως οφειλόμενο υπόλοιπο στις 23/05/17 το ποσό των €1.351.822,44 (Τεκ.Η) και οι επιστολές τερματισμού της 23/05/17 και απαίτησης της 08/06/17 με την σχετική Ε/Δ επίδοσης στην εγγεγραμμένη γραμματέα της εταιρείας στο εγγεγραμμένο γραφείο της τελευταίας στις 09/06/17, οι οποίες επιστολές αφορούν και οι δύο σε απαίτηση για πληρωμή του ποσού που οι καταστάσεις λογαριασμού παρουσίαζαν την εταιρεία να οφείλει στις 23/05/17, ήτοι του ποσού των €1.351.822,44 πλέον τόκους (Τεκ. Ζ, Θ και Ι). Κατά τον ομνύοντα, η παράλειψη της εταιρείας να πληρώσει το χρέος της εντός της ταχθείσας προθεσμίας των 3 εβδομάδων από την παραλαβή της επιστολής απαίτησης δημιουργεί τεκμήριο ανικανότητας και αδυναμίας πληρωμής των χρεών της, στοιχείο το οποίο από μόνο του δικαιολογεί την εκκαθάριση της εταιρείας. Αυτό, συνεχίζει ο ομνύοντας, πέραν και ανεξάρτητα του ότι λόγω της γενικής αφερεγγυότητας της εταιρείας, η εκκαθάριση της είναι υπό τις περιστάσεις ορθό, δίκαιο και εύλογο να διαταχθεί. Αν και η αίτηση επιδόθηκε τόσο στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη όσο και στην εταιρεία, και δημοσιεύτηκε δεόντως κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου, εντούτοις μόνο η εταιρεία εμφανίστηκε στη διαδικασία, η οποία και καταχώρησε ένσταση στις 22/01/
- Η ένσταση της εταιρείας υποστηρίζεται από Ε/Δ του Δ. Χρυσάνθου, λογιστή στο επάγγελμα και συνεργάτη της εταιρείας και σε αυτή επισυνάπτεται αφ' ενός η αλληλογραφία που ανταλλάχτηκε μεταξύ των μερών από τα τέλη του 2016 μέχρι και τον Ιούλιο 2017 (Τεκ.1) και αφ' ετέρου γίνεται αναφορά στις προσπάθειες και προτάσεις που γίνονταν από πλευράς εταιρείας για να διευθετηθεί το όλο θέμα. Κατά τον ομνύοντα, οι εκπρόσωποι της εταιρείας επανειλημμένα εισηγούνταν προς τους αιτητές «.διάφορες μηνιαίες δόσεις και/ή τρόπους «.αποπληρωμής του υπολοίπου που θα συμφωνείτο (αφού διαγράφονταν οι τόκοι που αμφισβητούνταν) πλην όμως οι αρμόδιοι της Αιτήτριας επέμεναν να δοθούν έξτρα εξασφαλίσεις, ήτοι την υποθήκευση ακίνητης περιουσίας, κάτι το οποίο δεν ήταν εφικτό και εκβιάστηκα αρνήθηκαν τις οποιασδήποτε προτάσεις του κ. Παπακυριακού» και αυτός ήταν και ο λόγος που δεν τελεσφόρησε η συνάντηση του Ιουλίου 2017, ήτοι διότι «.οι υπεύθυνοι της Αιτήτριας εκβιαστικά επέμεναν ότι οι προτάσεις του κ. Παπακυριακού μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές μόνο με την προϋπόθεση παροχής περαιτέρω εμπράγματης εξασφάλισης και ως εκ τούτου απορρίφθηκαν.». Ισχυρίζεται ο ομνύοντας ότι από την πιο πάνω αλληλογραφία και ανταλλαχθείσες προτάσεις προκύπτει ότι η εταιρεία δεν είναι αναξιόχρεη, ως παραπλανητικά κατά τον ομνύοντα προσπαθούν να παρουσιάσουν οι αιτητές οι οποίοι απέκρυψαν αυτά τα δεδομένα, αλλά και ότι η εταιρεία, όπως φαίνεται και από τις γραπτές παραστάσεις του Παπακυριακού, καλόπιστα αμφισβητεί το ισχυριζόμενο χρέος διότι «.οι τόκοι που έχουν προστεθεί στο αρχικό ποσό έχουν αμφισβητηθεί από τον κ. Παπακυριακού επανειλημμένα (κάτι το οποίο φαίνεται και στην επιστολή του προς την Αιτήτρια (Τεκμήριο) 1.». Καταλήγει συνεπώς ο ομνύοντας ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί διότι δεν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις του Κεφ.113 αλλά και διότι είναι καταχρηστική εφόσον φαίνεται ξεκάθαρα ότι αυτό που πραγματικά προσπαθούν να πράξουν οι αιτητές είναι να καταπιέσουν την εταιρεία ώστε να αποκομίσουν εκβιαστικά περαιτέρω εξασφαλίσεις και οφέλη που δεν δικαιούνται. Εφόσον δεν επιχειρήθηκε η καταχώρηση οποιασδήποτε απάντησης από πλευράς αιτητών, ούτε και ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε εκ των ενόρκων δηλούντων, η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την προβολή εμπεριστατωμένης γραπτής επιχειρηματολογίας από αμφότερους τους ευπαίδευτους συνηγόρους των μερών, αναφορά στις οποίες κάμνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Σημειώνω κατ' αρχή ότι από τους εκατέρωθεν ενόρκως προβαλλόμενους πραγματικούς (factual) ισχυρισμούς που δεν αμφισβητήθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο, προκύπτει ότι το πραγματικό (factual) πλαίσιο που περιβάλλει την υπό κρίση αίτηση στην ουσία είναι κοινώς αποδεκτό και μη αμφισβητούμενο και έχει ως το έχω παραθέσει στην εισαγωγή της απόφασης μου. Το πώς ο κάθε ομνύοντας ερμηνεύει τα εν λόγω γεγονότα είναι βεβαία θέμα επιχειρηματολογίας και ως τέτοιο, αποκλειστικά αρμόδιο να το αποφασίσει είναι το Δικαστήριο. Σημειώνω επίσης ότι αν και μέσω της Ε/Δ Παντελάκη, η υπό κρίση αίτηση για εκκαθάριση της εταιρείας προβάλλεται να εδράζεται τόσο στην κατ' ισχυρισμό ανικανότητα της εταιρείας για πληρωμή των χρεών της όσο και στο ότι είναι εύλογο και δίκαιο να εκκαθαριστεί, εντούτοις στη νομική βάση της αίτησης δεν γίνεται καμία αναφορά στις πρόνοιες του αρ.211(στ) που επιτρέπουν την εκκαθάριση στη βάση του ότι είναι ορθό και δίκαιο για λόγους άλλους από αυτούς που αναφέρονται στις υπόλοιπες πρόνοιες του αρ. 211 ή ειδικότερα λόγω κατ' ισχυρισμό αφερεγγυότητας δυνάμει του αρ. 211(ε) (βλ. G.I.P. Constructions Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 Α.Α.Δ. 14). Την παρούσα αίτηση συνεπώς, θα την εξετάσω υπό το φως της συγκεκριμένης νομικής βάσης επί της οποίας εδράζεται, ήτοι στη βάση της κατ' ισχυρισμό ανικανότητας της εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της δυνάμει του αρ.211(ε), δίδοντας έμφαση στις εξειδικευμένες περιπτώσεις των προνοιών των αρ. 212(α), 212(β) και 212(γ) [1] στις οποίες γίνεται ρητή αναφορά εφόσον, η επιτυχής απόδειξη οποιασδήποτε εξ' αυτών των εξειδικευμένων περιπτώσεων δημιουργεί νομοθετικό τεκμήριο περί αδυναμίας πληρωμής χρεών, σε αντίθεση με τη γενικότερη εξέταση του θέματος της ανικανότητας δυνάμει του 211(ε) όπου το θέμα κρίνεται ανάλογα με το πως θα αξιολογηθούν τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, περιλαμβανομένων και εκείνων στην άλλη πλευρά της πλάστιγγας που θα ήθελε προβάλει η εταιρεία. Επισημαίνω παρά ταύτα ότι αν η εκκαθάριση της εταιρείας ήθελε κριθεί δικαιολογημένη επί οποιασδήποτε βάσης για οποιοδήποτε από τους λόγους που προβάλλονται σχετικά, αυτό θα συνεπάγεται αυτόματα την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας χωρίς να παρίσταται ανάγκη όπως εξεταστούν οποιαδήποτε άλλα θέματα. (βλ. Pan-Aman Hotels Limited ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2002)1 ΑΑΔ 1796 και GIP ανωτέρω). Σημειώνω ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς αιτητών δεν αφορά ούτε και προσφέρεται για εμπέδωση των περιπτώσεων που εξειδικεύονται στα άρθρα 212(β) και 212(γ), αλλά αντίθετα αφορά και σχετίζεται μόνο με τη γενικότερη έννοια της ανικανότητας δυνάμει του αρ.211(ε) και την ειδική περίπτωση του αρ.212(α). Υπενθυμίζω βεβαίως εδώ τη νομική αρχή ότι αν μια εταιρεία κριθεί ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε κάθε μια χωριστά οικονομική υποχρέωση της, αυτό την καθιστά ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της (βλ. μεταξύ άλλων Re a Company No. 0012209 of 1991 reported in [1992] 1 WLR 351 και σελ. 738 Palmer's - «.it is futile for the company to say "We are able to pay our debts, but we do not choose to pay this particular debt".» και Χατζηγιάννης Ανδρέας ν. C J Kyprianou Promotions Ltd,
(2010)1 Α.Α.Δ. 991). Αναφέρω παρενθετικά ότι η ακρόαση αίτησης εκκαθάρισης γίνεται κατά κανόνα στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που έχουν καταχωρηθεί (βλ. Κασπαρής Σάββας Ιωάννη
(2013)1 ΑΑΔ 2476, Εταιρική Αίτηση 259/89 Επί της αφορώσι την εταιρεία D.J. Demades & Sons Ltd, ημερομηνίας 28.5.1990 και Αρ. αίτησης 552/07, αναφορικά με την εταιρεία ALKΙS HADJIKYRIAKOS (FROU FROU BISCUITS) PUBLIC LTD, Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, 13/2/2009) και αν και υπάρχει το περιθώριο προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας και αυτό αποκλειστικά στα πλαίσια αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων, εντούτοις αυτή η πρακτική θα πρέπει να ασκείται με περισσή φειδώ εφόσον ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται μια αίτηση εκκαθάρισης, αν και προσομοιάζει με τη διαδικασία για έκδοση συνοπτικής απόφασης στη βάση της Δ.18, δεν υποκαθιστά και ούτε αποσκοπεί στην ίδια κατάληξη με την εν λόγω Διάταξη, ήτοι στην έκδοση απόφασης επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών. (βλ. Re a Company No. 0012209 of 1991 reported in [1992] 1 WLR 351 υπό Hoffmann J . at p. 354 και Re a Company No. 006685 of 1996 υπό Chadwick J: «But if, as in this case, it appears that the defence has a prospect of success and the company is solvent, then I think that the court should give the company the benefit of the doubt and not do anything which would encourage the use of the Companies Court as an alternative to the R.S.C., Ord. 14 procedure.» (Re a Company No. 0012209) «I do not find, in that passage, any suggestion that the court, on an application of this nature, is not obliged to consider whether on the evidence before it there is indeed a dispute on substantial grounds; even if, in performing that task, it may be engaged in much the same exercise as that which would be required of a court faced with an application for summary judgment under O.14 (Re a Company No. 006685). (σ.σ. Η αγγλική Ο.14 στην οποία αναφέρονται οι πιο πάνω αγγλικές αυθεντίες είναι η αντίστοιχη κυπριακή Δ.18) Όπως και με τη Δ.18 όμως (βλ. Λαζάρου Eυάγγελος και Άλλη ν. Γιάννη Π. Mακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817), έτσι και σε μια αίτηση εκκαθάρισης, η ανάγκη για αντεξέταση μαρτύρων, λόγω διαπίστωσης ύπαρξης, πληθώρας, καλόπιστα αμφισβητούμενων γεγονότων (bona fide), η ορθότητα των οποίων, μόνο μέσω αντεξέτασης και συναφούς ενδελεχούς αξιολόγησης μπορεί να εξακριβωθεί, αποτελεί ένδειξη ότι η διαδικασία επιχειρείται να μετατραπεί σε δίκη επί της ουσίας, κάτι που σφραγίζει και την τύχη της αίτησης. (βλ. Σπανού Έφη M ν. GIP Constructions Limited
(1999)1 ΑΑΔ 315 ανωτέρω και τις προαναφερόμενες αγγλικές αυθεντίες) Αυτή η «συνοπτική φύση» που διέπει τη διαδικασία της αίτησης εκκαθάρισης, οφείλεται κυρίως στις «δικονομικές ελλείψεις και περιορισμούς» του Δικαστηρίου που ασκεί εταιρική δικαιοδοσία, η άσκηση της οποίας περιορίζεται αποκλειστικά, στους εταιρικούς/πτωχευτικούς κανόνες και πρακτική, κατά τρόπο όμοιο με τη δικαιοδοσία που ασκείται από τα αγγλικά Company και Bankruptcy Courts. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Re UOC Corp. Alipour v Ary [1997] B.C.C. 377, τo Δικαστήριο που ασκεί εταιρική δικαιοδοσία (Company Court) δεν είναι κατάλληλα, δικονομικά εξοπλισμένο, για να επιλύει διαφορές επί γεγονότων (disputes of fact) και να προβαίνει σε ανάλογα ευρήματα ούτε και η δικαιοδοσία του είναι τόσο ευρεία όσο η δικαιοδοσία που έχει το Δικαστήριο κατά την άσκηση της συνήθους πολιτικής του δικαιοδοσίας, ως Δικαστήριο γεγονότων (Trier/Court of facts). Οι δικονομικές πρόνοιες που διέπουν τη διαδικασία στο «εταιρικό» Δικαστήριο, δεν εκτείνονται στο βαθμό των προνοιών που έχει στη διάθεση του το Δικαστήριο που εκδικάζει αγωγές. Δικόγραφα, εν τη αυστηρή έννοια του όρου, δεν υπάρχουν, όπως δεν υπάρχουν ούτε πρόνοιες για ανταλλαγή και επιθεώρηση εγγράφων. Η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας δε, συνήθως δεν είναι ανεκτή, και τα «επίδικα» θέματα, αποφασίζονται κατά κανόνα, στη βάση της έγγραφης μαρτυρίας που προσκομίζεται, στα πλαίσια μιας συνοπτικής ουσιαστικά διαδικασίας. Όμως, όπως αναφέρει και ο Chadwick J στην Re a Company No. 006685 of 1996, υπάρχουν περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται αίτησης εκκαθάρισης θα χρειαστεί να προχωρήσει να εξετάσει και ίσως αποφασίσει, επί της διαφοράς των μερών, χωρίς όμως αυτό να συνεπάγεται και καθήκον επίλυσης της διαφοράς των μερών, κάτι που μόνο στα πλαίσια κανονικής αγωγής μπορεί να γίνει, όπου οι μάρτυρες αντεξετάζονται και αξιολογούνται. Κάτι τέτοιο, θα ήταν εκτός των δικονομικών ορίων και παραμέτρων της συνοπτικής φύσης που χαρακτηρίζει τη διαδικασία της αίτησης εκκαθάρισης. Την ίδια στιγμή όμως δεν θα πρέπει να αγνοούνται και τα όσα αναφέρθηκαν υπό Oliver J στην Re Claybridge Shipping Company SA [1981] Com LR 107, ήτοι ότι είναι εύκολο για μια οφειλέτιδα εταιρεία να επιχειρήσει να «θολώσει το τοπίο» εγείροντας με την ένορκη δήλωση της ένα «νέφος αμφισβητήσεων» (a cloud of objections on affidavits) ούτως ώστε να ισχυριστεί ότι υπάρχει ανάγκη για αντεξέταση και άρα η αίτηση εκκαθάρισης θα πρέπει να απορριφθεί αφού τα «αμφισβητούμενα» θέματα θα πρέπει να επιλυθούν σε διαδικασία αγωγής. Τέτοια προσπάθεια όμως δεν δύναται να επιτραπεί και αυτή είναι και η προσέγγιση που έχει υιοθετήσει και η κυπριακή νομολογία η οποία έχει τονίσει ότι «...η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής. Εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους, όχι απλά του ύψους του, δεν πρέπει να υποβάλλεται τέτοια αίτηση. Ούτε και ασφαλώς είναι επιτρεπτό όπως χρησιμοποιείται καταχρηστικά η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει. (Βέβαια).... δεν πρέπει να επιτρέπεται στον κάθε οφειλέτη να αποφεύγει τις κυρώσεις του περί Εταιρειών Νόμου, προβάλλοντας απλά ότι αμφισβητεί το χρέος ... Η απλή άρνηση πληρωμής ενός αδιαμφισβήτητου χρέους συνιστά πάντα καλή μαρτυρία ότι ο χρεώστης αδυνατεί να πληρώσει. Εάν το Δικαστήριο όμως εξαγάγει το συμπέρασμα ότι μια εταιρεία προβάλλει μια ουσιαστική υπεράσπιση καλόπιστα και δεν επιδιώκει απλά να αποφύγει τις επιπτώσεις της οφειλής της, τότε ασφαλώς δεν θα εγκρίνει την αίτηση εκκαθάρισης» (βλ. Χατζηγιάννης ανωτέρω και Σπανού ανωτέρω καθώς επίσης και In the Matter of Claybridge Shipping Company S.A. [1981] Com LR 107, Re a Company No. 0012209 of 1991 [1992] 1 WLR 351, Re JN 2 Ltd [1978] 1 WLR 183 , at p. 187H και Palmer's ανωτέρω σελ. 738 και Pennington's Company Law, 4th ed. pg.679). Είναι λοιπόν γι' αυτούς τους λόγους που δεν ενδείκνυται η καταχώρηση μιας αίτησης εκκαθάρισης στη βάση γεγονότων και δη πολύπλοκων και εκτενών, τα οποία δεν έχουν αποκρυσταλλωθεί με προηγούμενη απόφαση Δικαστηρίου ή που δεν συνιστούν γεγονότα που κατ' εφαρμογή νομοθετικών προνοιών ή νομολογιακών αρχών συνήθως δεν επιδέχονται αμφισβήτησης (π.χ ακάλυπτη επιταγή, γραμμάτιο συνήθους τύπου, γραπτή αναγνώριση χρέους κλπ), εφόσον κάτι τέτοιο μεγιστοποιεί το ενδεχόμενο να διαπιστωθεί εύλογη και γνήσια αμφισβήτηση σε περίπτωση καταχώρησης ένστασης και κατ' επέκταση να απορριφθεί η αίτηση (βλ. επίσης ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ & ΥΙΟΣ (ΓΕΩΡΓΙΚΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ) ΛΙΜΙΤΕΔ ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED, ECLI:CY:AD:2014:A877, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 368/2009, 20/11/2014). Στη βάση των πιο πάνω, συνάγεται ότι, η ορθή διαδικαστική προσέγγιση μιας αίτησης εκκαθάρισης, είναι, όπως αναφέρει ο Λόρδος Hodge στις παρ. 6 -10 της Macplant Services Ltd v. Contract Lifting Services (Scotland) Ltd [2008] ScotCS CSOH_158 (12 November 2008), όπου υιοθέτησε τα όσα αναφέρθηκαν υπό Chadwick J στην Re a Company No. 006685 of 1996, απόφαση η οποία υιοθετήθηκε από την μεταγενέστερη αγγλική και σκωτσέζικη νομολογία (βλ., Citigate Dewe Rogerson Ltd v Artaban Public Affairs SPRL [2009] EWHC 1689 (Ch) (30 June 2009) και YELL.COM v. Internet Business Centres Ltd [2002] ScotSC 203 (29 October 2002) και συνάδει με την κυπριακή νομολογία, η εξής: Η αίτηση αποφασίζεται στη βάση των γεγονότων που αποκαλύπτουν οι αντίστοιχα καταχωρηθείσες ένορκες δηλώσεις. Αν η μαρτυρία του αιτητή δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις των άρθρων 211, 212 και 213 Κεφ.213, το θέμα λήγει εκεί. Αν όμως, αίτηση και ένορκη δήλωση, αποκαλύπτουν επαρκή μαρτυρία για να εγκριθεί η αίτηση, τότε το «βάρος», ουσιαστικά μετατίθεται στην εταιρεία, να αποδείξει εύλογη και καλόπιστη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους (bona fide dispute of the debt) (βλ. επίσης Αυξεντίου ανωτέρω). Αν η εταιρεία εγείρει με την ένσταση της, ισχυρισμούς για να αμφισβητήσει το χρέος, το Δικαστήριο, στα πλαίσια του καθήκοντος του να εξετάσει κατά πόσο όντως πρόκειται για «γνήσια αμφισβήτηση», δεν εμποδίζεται ούτε και μπορεί να αρνηθεί να αποφασίσει το ερώτημα κατά πόσο όντως υπάρχουν ουσιώδεις (substantial) λόγοι για την αμφισβήτηση. Μάλιστα δε, το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει σε έκφραση δικαστικής κρίσης ως προς το κατά πόσο, με βάση τη προσκομισθείσα μαρτυρία, όντως υπάρχει βάσιμη αμφισβήτηση του χρέους. Αυτό όμως που δεν μπορεί και δεν θα πρέπει να πράξει το Δικαστήριο, έστω και αν η «διαχωριστική» γραμμή είναι λεπτή, είναι να διαγνώσει τα επίδικα θέματα και κατ' επέκταση τα ουσιαστικά δικαιώματα των μερών. Αν η έγγραφη μαρτυρία της εταιρείας, δεν αποκαλύπτει τέτοια βάσιμη αμφισβήτηση, τότε καμία περαιτέρω διερεύνηση απαιτείται. Η αντεξέταση μαρτύρων, θα πρέπει να αποφεύγεται. Αν όμως, οι αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, παρουσιάζονται να είναι το ίδιο αξιόπιστες και ικανοποιούν, «εκ πρώτης όψεως», το αντίστοιχο βάρος που η κάθε πλευρά έχει, το Δικαστήριο μπορεί, σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις, να επιτρέψει περιορισμένη αντεξέταση επί των συγκεκριμένων θεμάτων που προκύπτουν και αυτό υπό την επιφύλαξη πάντοτε, του κανόνα ότι, η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως βάσιμης και καλόπιστης αμφισβήτησης του χρέους που ενδεχομένως να δημιουργεί την ανάγκη αντεξέτασης, οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης εκκαθάρισης. Αν πάλι, κατόπιν εξέτασης και κατανόησης της γραπτής μαρτυρίας, διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι, η μαρτυρία της μιας πλευράς «...is simply incredible...», τότε το θέμα δεν χρήζει περαιτέρω εξέτασης ή διαδικασίας. Ως εκ των πιο πάνω, προχωρώ πρώτα να εξετάσω τον ισχυρισμό ανικανότητας πληρωμής των χρεών της εταιρείας λόγω παράλειψης συμμόρφωσης της με την επιστολή απαίτησης που της επιδόθηκε στις 09/06/17 και αυτό διότι, ο γενικός κανόνας που διέπει μια αίτηση εκκαθάρισης στη βάση ανικανότητας πληρωμής χρεών είναι ότι «...στην περίπτωση που αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία τα στοιχεία που διαλαμβάνονται στο άρθρο 212, το Δικαστήριο δεν κέκτηται διακριτικής ευχέρειας να αποστεί της διάλυσης της εταιρείας, ενώ σε περίπτωση που ικανοποιούνται οι πρόνοιες του άρθρου 211 το Δικαστήριο διατηρεί ευρεία διακριτική ευχέρεια ...» στο κατά πόσο θα προχωρήσει να εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης χωρίς να συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις του άρθρου 212, νοουμένου βέβαια ότι πιστοποιείται αφερεγγυότητα της εταιρείας δυνάμει του άρθρου 211(ε) (βλ. AΝΔΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ΚΑΙ ΥΙΟΣ ΛΤΔ ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, ECLI:CY:AD:2017:A176, ECLI:CY:AD:2017:A176, Πολιτική Έφεση Αρ. 177/11, 15/5/2017, SUPHIRE (FINANCE) LIMITED ν. ΦΩΤΗ ΦΩΤΙΟΥ, ECLI:CY:AD:2018:A189, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 266/2011, 24/4/2018 και Χατζηγιάννη ανωτέρω και τις αυθεντίες στις οποίες οι εν λόγω αποφάσεις παραπέμπουν) Υπενθυμίζω εδώ ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του αρ.212(α) και τη σχετική νομολογία, αν, (α) πιστωτής της εταιρείας, (β) για ποσό που υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), (γ) επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της απαίτηση η οποία απαιτεί από αυτή να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό και (δ) η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή, τότε δημιουργείται νομοθετικό τεκμήριο ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και εκτός αν «... υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους, όχι απλά του ύψους του...», η εταιρεία θα τεθεί υπό εκκαθάριση (βλ. μεταξύ άλλων Moulettaris M Machinery Co. Ltd ν. Μιχάλη Ζήνωνος
(2001)1 ΑΑΔ 1649 και Χατζηγιάννης ανωτέρω καθώς και τις αυθεντίες στις οποίες η τελευταία παραπέμπει και Palmer's Company Law, 21st Ed, pg 738 και Pennington's Company Law, 4th ed. pg.679). Υπενθυμίζω επίσης ότι εκεί όπου η αίτηση εκκαθάρισης εδράζεται στη βάση γραπτής απαίτησης (letter of demand), αυτό που απασχολεί το Δικαστήριο ως προς το ύψος της οφειλής, είναι μόνο το αν υπερβαίνει το όριο που θέτει ο Νόμος και όχι το ακριβές οφειλόμενο ποσό, κάτι που άλλωστε δεν εμπίπτει στην εμβέλεια της παρούσας διαδικασίας (Re Tweeds Garages Ltd [1962] Ch 406). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη σελ. 738 του Palmer's Company Law, 21st Ed - «.εκεί όπου δεν υπάρχει αμφισβήτηση ως προς το ότι η εταιρεία οφείλει στο πιστωτή χρέος που του δίνει το δικαίωμα να εκκαθαρίσει την εταιρεία και μόνο το ακριβές ύψος του χρέους αμφισβητείται, το Δικαστήριο θα εκδώσει το διάταγμα εκκαθάρισης χωρίς να απαιτήσει από τον πιστωτή να αποδείξει επακριβώς το ύψος του χρέους.» - «.where there is no doubt that the company owes the creditor a debt entitling him to a winding up order and only the precise amount of the debt is disputed, the court will make a winding up order without requiring the creditor to quantify his debt precisely»). Το πρώτο ερώτημα λοιπόν που πρέπει να απαντηθεί για σκοπούς της παρούσας αίτησης είναι αν από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου έχει καταδειχθεί ότι οι αιτητές είναι πιστωτές της εταιρείας για ποσό πέραν των €5000, οι οποίοι έχουν δεόντως απαιτήσει το οφειλόμενο προς αυτούς ποσό ως το αρ.212(α) προνοεί, έτσι ώστε να ενεργοποιήσουν το τεκμήριο αφερεγγυότητας της εταιρείας που το εν λόγω άρθρο δημιουργεί. Επί αυτού του θέματος παρατηρώ τα εξής. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι οι αιτητές επέδωσαν στις 09/06/17 στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας γραπτή απαίτηση ως το αρ.212(α) προνοεί για πληρωμή ποσού περί τα €1.400.000 και ότι έκτοτε δεν έχει γίνει καμία πληρωμή έναντι του οποιουδήποτε χρέους της εταιρείας. Το ότι η εταιρεία οφείλει κάποιο ποσό στους αιτητές, όχι μόνο δεν αμφισβητείται ως γεγονός αλλά είναι ουσιαστικά παραδεκτό. Αυτό άλλωστε προκύπτει όχι μόνο από τα όσα προβάλλονται μέσω της Ε.Δ Χρυσάνθου και από τα όσα ανέφεραν οι εκπρόσωποι της εταιρείας στις προτάσεις που έστειλαν στους αιτητές μέσω email, αλλά και από την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της εταιρείας, η επιχειρηματολογία της οποίας περιστρέφεται γύρω από τη θέση ότι «η Εταιρεία κάθε άλλο παρά αδυνατεί να πληρώσει το χρέος της». Είναι ουσιαστικά επίσης παραδεκτό γεγονός το ότι το ποσό που οφείλεται στους αιτητές από την εταιρεία υπερβαίνει τις €5.000 και αυτό αν μη τι άλλο διότι όλες οι προτάσεις που υποβλήθηκαν από την εταιρεία προς τους αιτητές για εξόφληση του χρέους έχουν ως βάση την καταβολή ποσού τουλάχιστον €1.200.000 και μάλιστα μέσω μηνιαίων δόσεων ύψους τουλάχιστον €5.430 η κάθε μια για τα επόμενα δέκα χρόνια και σίγουρα δεν αμφισβητείται ότι η πρόταση του Παπακυριακού δεν περιοριζόταν στην καταβολή μίας μόνο δόσης. Με άλλα λόγια, ακόμα και σε σχέση με το χρέος που η εταιρεία θεωρεί ότι οφείλει, το ποσό της κάθε δόσης που μέσω του Παπακυριακού η τελευταία πρότεινε στους αιτητές να καταβάλλει προς εξόφληση, υπερβαίνει το θέσμιο όριο των €5.
- Σημειώνω εδώ ότι όμως και το ότι ακόμα και αυτή καθ' αυτή η αμφισβήτηση των χρεωθέντων τόκων που ρητά προβάλλεται από πλευράς εταιρείας να συνιστά τη βάση για την από μέρους της αμφισβήτηση του «πραγματικού» της χρέους, σύμφωνα με το email του Παπακυριακού στο οποίο ο Χρυσάνθου ρητά παραπέμπει, φαίνεται να αφορά σε ποσό που δεν υπερβαίνει τις €170.000 ενώ ακόμη και αν στο εν λόγω ποσό ήθελε προστεθούν και οι τόκοι της περιόδου Ιουλίου 2015 - Φεβρουαρίου 2017, ήτοι το ποσό των €115.000, τους οποίους τόκους να σημειωθεί ότι ο Παπακυριακού ζήτησε να διαγραφούν λόγω πρακτικής αδυναμίας της εταιρείας να τους καταβάλει και όχι λόγω του ότι αρνείται ότι τους οφείλει, το συνολικό ποσό που παραμένει να οφείλεται προς τους αιτητές προς την εταιρεία και πάλι υπερβαίνει τις €5.
- Στη βάση των πιο πάνω συνεπώς και με γνώμονα τις νομικές αρχές που έχω ήδη παραθέσει, κρίνω ότι εκ πρώτης όψεως το νομοθετικό τεκμήριο της ανικανότητας της καθ' ης η αίτηση να πληρώσει τα χρέη της με βάση το αρ.212(α) έχει δεόντως ενεργοποιηθεί. Το ερώτημα που θα πρέπει τώρα να απαντηθεί είναι το αν η καθ' ης η αίτηση έχει με τη μαρτυρία της καταδείξει καλόπιστη και ουσιαστική αμφισβήτηση του επίμαχου χρέους ή κάποιο άλλο λόγο που δικαιολογεί την απόρριψη της αίτησης, όπως είναι για παράδειγμα ο ισχυρισμός περί κατάχρησης της διαδικασίας από πλευράς αιτητών. Επί αυτών των θεμάτων παρατηρώ τα εξής. Υποστηρίζει η εταιρεία ότι οι αιτητές καταχώρησαν και προωθούν την παρούσα αίτηση καταπιεστικά ώστε να την εκβιάσουν να δεχτεί τη δική τους θέση ως προς το ύψος του χρέους και τους όρους που αυτοί θέλουν να εκπληρωθούν ώστε να την απαλλάξουν από αυτό. Ενδεικτικό τούτου, υποστηρίζει η εταιρεία, είναι το γεγονός ότι οι αιτητές δεν αποκάλυψαν ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε ενόσω λάμβαναν χώρα διαπραγματεύσεις με την εταιρεία. Με κάθε σεβασμό όμως προς την πλευρά της εταιρείας, οι θέσεις της αυτές είναι θεωρώ παντελώς αβάσιμες. Εξηγώ. Το λιγότερο που προκύπτει από τις θέσεις που η ίδια η εταιρεία πρόβαλλε τόσο στην παρούσα αίτηση όσο και στις διαπραγματεύσεις που έκαμνε προηγουμένως με τους αιτητές, είναι ότι το ποσό που η ίδια η εταιρεία αναγνωρίζει και δέχεται ότι οφείλει στους τελευταίους, το οποίο ως έχω εξηγήσει ανωτέρω υπερβαίνει τις €5000, είναι ποσό που όχι μόνο δεν μπορεί η εταιρεία να καταβάλει άμεσα αλλά ούτε και μπορεί να το εξασφαλίσει μέσω των δικών της πόρων. Μάλιστα δε, για να εξασφαλίσει το εν λόγω ποσό η εταιρεία αποτάθηκε στους ίδιους τους αιτητές για νέα δανειοδότηση και εκτιμώντας ότι θα χρειαστεί τουλάχιστο μια δεκαετία για να το εξοφλήσει, ζήτησε από τους τελευταίους όπως της επιδείξουν εκ νέου εμπιστοσύνη και τη δανείσουν το οφειλόμενο ποσό παρά το ότι η μέχρι σήμερα στάση της δεν το δικαιολογούσε. Οι αιτητές, χωρίς να είχαν οποιαδήποτε υποχρέωση να παρατείνουν την αποπληρωμή του χρέους ή να επιβαρύνουν περισσότερο τους εαυτούς τους προβαίνοντας σε νέα δανειοδότηση υφιστάμενου χρεώστη τους, αποφάσισαν να δουν θετικά το αίτημα της εταιρείας και αν και επέμειναν στη θέση τους ως προς το ποσό που τους οφείλεται συνεχίζοντας να στέλνουν σχετικές επιστολές στην εταιρεία, έδειξαν καλόπιστη διάθεση να βοηθήσουν την τελευταία ώστε να μπορέσουν και εκείνοι να εισπράξουν το λαβείν τους. Έθεσαν όμως δικαιωματικά κάποιους νέους όρους, ήτοι ζήτησαν επιπλέον εξασφαλίσεις και δη πιο ουσιαστικές από αυτές που ήδη είχαν, όροι οι οποίοι δεν θα μπορούσαν υπό τις περιστάσεις να θεωρηθούν αδικαιολόγητοι. Η εταιρεία δεν δέχτηκε τους όρους αυτούς και πρότεινε τους δικούς της όρους, οι οποίοι όμως δεν ικανοποιούσαν τους αιτητές. Εφόσον οι τελευταίοι καμία υποχρέωση είχαν να διευκολύνουν την εταιρεία η οποία ήδη τους όφειλε σημαντικά ποσά και βλέποντας ότι μέχρι και τον Ιούνιο 2017 καμία πληρωμή δεν έγινε έναντι του χρέους, ούτε καν οι πληρωμές που η εταιρεία διαβεβαίωνε ότι θα κάμει αν τη δανειοδοτούσαν, έκριναν ότι η μόνη επιλογή που είχαν υπό τις περιστάσεις ήταν να ενεργοποιήσουν τη διαδικασία εκκαθάρισης ώστε να προστατεύσουν και τα δικά τους συμφέροντα οπόταν και έστειλαν σχετική επιστολή απαίτησης δυνάμει του αρ. 212(α). Ας μη μας διαφεύγει εδώ ότι το γεγονός ότι ένας πιστωτής λαμβάνει την πρωτοβουλία για να ενεργοποιήσει τη διαδικασία εκκαθάρισης μιας εταιρείας που του οφείλει κάποιο ποσό, αυτή η ενέργεια του, έστω και αν συνεπάγεται κάποιο πλεονέκτημα σ΄ αυτόν, δεν θεωρείται ως ισοδύναμη με τη χρήση αθέμιτου σκοπού ή παράλληλης καταχρηστικής διαδικασίας αφού με την έκδοση διατάγματος παραλαβής, η περιουσία της εταιρείας θα τεθεί πλέον υπό τον έλεγχο του Επίσημου Παραλήπτη προς όφελος όλων των πιστωτών και όχι μόνο των αιτητών (βλ. κατ' αναλογία RASHID ν. ΠΑΠΟΡΗ, ECLI:CY:AD:2018:A274, Πολιτική Έφεση Αρ. 198/2012, 6/6/2018). Ακόμη όμως και μετά που παραλήφθηκε η επιστολή απαίτησης και ενεργοποιήθηκαν οι διαδικαστικές πτυχές της εκκαθάρισης τίποτα δεν άλλαξε στην όλη στάση της εταιρείας. Εξακολούθησε να προβάλλεται από μέρους της άρνηση να ικανοποιηθούν οι όροι των αιτών και ούτε έγιναν οποιεσδήποτε πληρωμές έναντι του χρέους ώστε αν μη τι άλλο να παραμείνει μόνο το κατ' ισχυρισμό αμφισβητούμενο μέρος αυτού, ήτοι οι κατ' ισχυρισμό αμφισβητούμενοι τόκοι, οι οποίοι υπενθυμίζω ότι στην καλύτερη των περιπτώσεων δεν ξεπερνούσαν τις €285.000, ενώ το χρέος στο οποίο περιλαμβάνονταν, όταν αυτό απαιτήθηκε, ήταν περίπου €1.400.
- Για ποιο λόγο λοιπόν οι αιτητές να μην προχωρήσουν με τη διαδικασία της εκκαθάρισης; Προφανώς, η εταιρεία δεν μπορούσε να εξοφλήσει το χρέος της ή δεν ήθελε να το πράξει και το ποιο από τα δύο αυτά ενδεχόμενα είναι που ίσχυε δεν είχε σημασία εφόσον το ζητούμενο ήταν η εξόφληση του χρέους η οποία δεν επιτυγχάνετο (βλ. Re a Company No. 0012209 of 1991 reported in [1992] 1 WLR 351 και σελ. 738 Palmer's). Όταν δε κατά τη συνάντηση του Ιουλίου 2017 επιβεβαιώθηκε και στις δύο πλευρές ότι δεν επρόκειτο να βρεθεί κάποια κοινώς αποδεκτή λύση και η εταιρεία παρά ταύτα σε καμία πληρωμή δεν προέβηκε, οι αιτητές της έδωσαν ακόμη δύο μήνες περιθώριο και όταν και πάλι δεν έγινε κάτι, προχώρησαν με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Υπό το φως των πιο πάνω λοιπόν, όταν η εταιρεία ισχυρίζεται στην παρούσα ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως καταχρηστική διότι «.οι αρμόδιοι της Αιτήτριας επέμεναν να δοθούν έξτρα εξασφαλίσεις, ήτοι την υποθήκευση ακίνητης περιουσίας, κάτι το οποίο δεν ήταν εφικτό και εκβιαστικά αρνήθηκαν τις οποιασδήποτε προτάσεις του κ. Παπακυριακού.(και).εκβιαστικά επέμεναν ότι οι προτάσεις του κ. Παπακυριακού μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές μόνο με την προϋπόθεση παροχής περαιτέρω εμπράγματης εξασφάλισης και ως εκ τούτου απορρίφθηκαν.», στην πραγματικότητα επιχειρεί εκ των υστέρων να χρησιμοποιήσει και να εκμεταλλευτεί τις προσπάθειες που γίνονταν στα πλαίσια της καλόπιστης διάθεσης των αιτητών πιστωτών για να τη βοηθήσουν ώστε να εξεύρουν και αυτοί κάποιο τρόπο να εισπράξουν το λαβείν τους το ενωρίτερο. Η προθυμία όμως των αιτητών να συμβιβάσουν την υπόθεση είτε πριν είτε ακόμη και μετά την έναρξη της διαδικασίας, δεν μπορεί να τους θυματοποιήσει ούτε και να θεωρηθεί κατάχρηση σε βαθμό που να ανακόπτεται η διαδικασία από το ίδιο το Δικαστήριο. Αν μη τι άλλο, οι αιτητές ενεργοποίησαν μια καθ' όλα νόμιμη διαδικασία που τους προσφέρεται από το Νόμο, την οποία άρχισαν όταν η ίδια η εταιρεία εξακολούθησε να μην δείχνει έμπρακτη διάθεση αποπληρωμής του ποσού, όταν οι προσπάθειες διευθέτησης απέτυχαν και χωρίς να υπάρχει οτιδήποτε που να υποδηλοί δόλο ή αθέμιτη εξασφάλιση χρημάτων προς όφελος τους (βλ. κατ' αναλογία Παπόρη ανωτέρω). Σίγουρα, η προσφορά για πληρωμή του χρέους είναι στοιχείο που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη κατά την εξέταση μιας αίτησης εκκαθάρισης και μια τέτοια προσφορά μάλιστα μπορεί να οδηγήσει και στην απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης (βλ. Palmer's 1982 ed. σελ.1118), αυτό όμως νοουμένου ότι η προσφορά είναι ουσιαστική και αποδεικνύεται και εμπράκτως, δεδομένα που στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχουν. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς κρίνω ότι το νομοθετικό τεκμήριο της ανικανότητας της καθ' ης η αίτηση να πληρώσει τα χρέη της έχει δεόντως ενεργοποιηθεί και ότι τίποτα δεν έχει παρουσιάσει η τελευταία που να δικαιολογεί ανατροπή αυτής της διαπίστωσης. Ούτε εύλογη και καλόπιστη αμφισβήτηση ύπαρξης του χρέους (bona fide dispute of the debt) υπάρχει, ως αντίθετα ισχυρίζεται η καθ' ης η αίτηση, αλλά ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη περί κατάχρησης της διαδικασίας από πλευράς αιτητών. Ως αποτέλεσμα, δεν μπορώ παρά να θεωρήσω ότι οι θέσεις της καθ' ης η αίτηση συνιστούν απλά μια προσπάθεια της τελευταίας να «θολώσει το τοπίο» με ένα «νέφος αμφισβητήσεων» (a cloud of objections on affidavits) Re Claybridge Shipping Company SA [1981] Com LR 107 και ότι είναι «simply incredible» (βλ. Re a Company No. 006685 of 1996 ανωτέρω). Κανένας λοιπόν λόγος δεν υπάρχει και καμία διακριτική ευχέρεια δεν παρέχεται ώστε να μη διαταχθεί η εκκαθάριση της καθ' ης η αίτηση και η εν λόγω κατάληξη μου αναπόφευκτα οδηγεί σε επιτυχία της αίτησης χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να εξεταστεί η αίτηση υπό το φως και των υπόλοιπων νομικών υποβάθρων επί των οποίων εδράζεται. Εκδίδεται συνεπώς διάταγμα εκκαθάρισης της καθ' ης η αίτηση εταιρείας R.M.P. (SPORTS) LIMITED (ΗΕ71920) και ο Επίσημος Παραλήπτης διορίζεται εκκαθαριστής της περιουσίας της. Οι πιστωτές - αιτητές να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες του άρθρου 219 του Κεφ. 113 και να παραδώσουν αμέσως και εν πάση περιπτώσει όχι αργότερα από τρεις
(3)εργάσιμες ημέρες από σήμερα, αντίγραφο του διατάγματος εκκαθάρισης στον Επίσημο Παραλήπτη και στον Έφορο Εταιρειών, καθώς και στα υπόλοιπα πρόσωπα που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο. Τα έξοδα της αίτησης, πλέον Φ.Π.Α., όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των πιστωτών - αιτητών και εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 212. Εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της- (α) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας απαίτηση η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή· ή (β) αν εκτέλεση ή άλλη διαδικασία που λήφθηκε με δικαστική απόφαση, εντολή ή διάταγμα οποιουδήποτε Δικαστηρίου προς όφελος πιστωτή της εταιρείας, επιστρέφεται ολικά ή μερικά ανικανοποίητη· ή (γ) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα και, για απόφαση κατά πόσο εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της εταιρείας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο