← Κύπρος

ΔΗΜΟΣ ΕΓΚΩΜΗΣ ν. FLY - BY LTD, Αρ. Αγωγής: 2587/20, 27/11/2020

ΔΗΜΟΣ ΕΓΚΩΜΗΣ ν. FLY - BY LTD, Αρ. Αγωγής: 2587/20, 27/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A554 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2587/20 Μεταξύ: ΔΗΜΟΣ ΕΓΚΩΜΗΣ Ενάγοντες Και FLY - BY LTD Εναγόμενοι ------------------------------------------- (Αίτηση εναγόντων ημερ. 21/09/20 για προσωρινά διατάγματα) Ημερομηνία: 27 Νοεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες / Αιτητές: κ. Κουλαφέτης για Σωτήρη Δράκο Δ.Ε.Π.Ε Για εναγόμενους/Καθ'ων η αίτηση: κ. Λ. Χατζηδημητρίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η πιο πάνω αναφερόμενη δημοτική αρχή (εφ' εξής ο Δήμος), καταχώρησε την παρούσα αγωγή στις 21/09/20 με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ισχυριζόμενη ότι οι εναγόμενοι, οι οποίοι κατόπιν άδειας διευθύνουν εντός των ορίων του Δήμου επαγγελματικό υποστατικό της φύσης εστιατορίου, χρησιμοποιούν στο εν λόγω υποστατικό από τον Ιούνιο 2020 μουσική χωρίς όμως να έχουν εξασφαλίσει την απαιτούμενη προς τούτο άδεια, ήτοι χρησιμοποιούν μουσική, ζωντανή και μη, παράνομα. Έχουν όμως οι εναγόμενοι, αναφέρεται στην Ε/Α, υποβάλει «.στα γραφεία των εναγόντων στις 08/09/2020 αίτηση για εξασφάλιση άδειας η οποία δε(ν) δύναται να εγκριθεί διότι μία εκ των προϋποθέσεων για να εκδοθεί άδεια χρήσης ήχου είναι να έχουν άδεια οικοδομής για την εγκεκριμένη χρήση, ήτοι ως wine bar και όχι άδεια οικοδομής με εγκεκριμένη χρήση εστιατόριο ως είναι τώρα η άδεια οικοδομής που κατέχουν». Επειδή λοιπόν, ισχυρίζονται οι ενάγοντες, οι εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με σχετική ειδοποίηση που τους έστειλαν οι δικηγόροι του Δήμου στις 16/07/20, καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή με την οποία ο Δήμος αξιώνει από τους εναγόμενους γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για χρήση μουσικής χωρίς άδεια και για πρόκληση οχληρίας στους δημότες καθώς επίσης και διάταγμα Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους εναγόμενους να χρησιμοποιούν στο υποστατικό τους μουσική χωρίς να έχουν εξασφαλίσει την απαιτούμενη για τούτο άδεια. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής οι ενάγοντες καταχώρησαν και την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν, στη βάση κυρίως του αρ.9 Κεφ.6, των αρ.31 και 32 του Ν.14/60, του αρ.3

(9)του περί Κέντρων Αναψυχής (Άδειες Εκπομπής Ήχου) Νόμου Ν. 50(I)/2016και των Κ.Δ.Π. 303/2019 και 304/2019, «Προσωρινό Διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση να χρησιμοποιούν παράνομα ζωντανή ή μη ζωντανή μουσικά στο χώρο του υποστατικού τους και/ή να παύσουν να προκαλούν οχληρία στους περιοίκους και/ή στους κατοίκους της περιοχής». Η αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε και αρχικά επιχειρήθηκε να προωθηθεί μονομερώς αλλά κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου επιδόθηκε στους εναγόμενους, υποστηρίζεται από Ε/Δ του Α. Πιερή, λειτουργού του Δήμου και υπεύθυνου για την επίβλεψη και τον έλεγχο των εστιατορίων και κέντρων αναψυχής που λειτουργούν εντός των ορίων του Δήμου. Στην Ε/Δ του ο Πιερή επαναλαμβάνει ουσιαστικά τα όσα αναφέρονται στην Ε/Α και παραθέτει ως Τεκμήριο Α την επιστολή ημερ. 16/07/20 που ο Δήμος έστειλε στους εναγόμενους στις 17/07/20 και στην οποία, σύμφωνα με τον Πιερή, δεν υπήρξε ούτε απάντηση ούτε και συμμόρφωση. Πρόσθετα τούτων, ο ομνύοντας ισχυρίζεται στην Ε/Δ του και ότι πριν την αποστολή της επιστολής της 16/07/20 ο Δήμος είχε δεχθεί παράπονα από τους δημότες της περιοχής για πρόκληση οχληρίας από τους εναγόμενους λόγω της παράνομης χρήσης μουσικής αλλά και ότι την ύπαρξη των παραπόνων αυτών, ο Δήμος την ανέφερε και στην επιστολή που έστειλε στους εναγόμενους στις 17/07/
  1. Στη βάση των εν λόγω ισχυρισμών του, ο Πιερής καταλήγει στο ότι «.τυχόν μη παύση της παράνομης χρήσης της ζωντανής και μη μουσικής πολύ πιθανό να παρεμποδίσει τους ενάγοντες από του να πετύχουν ικανοποίηση της απόφασης αν αυτή εξεδίδετο υπέρ των Εναγόντων. Υπάρχει ορατός κίνδυνος να υποστώ ανεπανόρθωτη ζημιά. Οι Εναγόμενοι πρέπει να παρεμποδισθούν.γιατί διαφορετικά θα απολέσουν τα ουσιαστικά τους δικαιώματα οι δημότες.και/ή δε θα εφαρμοστεί το κράτος δικαίου και/ή θα διαταραχθεί η κοινωνική ειρήνη και ηρεμία.». Μετά που η αίτηση επιδόθηκε στους εναγόμενους, οι τελευταίοι καταχώρησαν ένσταση μέσω δικηγόρου, προβάλλοντας 13 συνολικά λόγους για τους οποίους υποστηρίζουν ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Εν συντομία, η ένσταση των εναγομένων, η οποία υποστηρίζεται από Ε/Δ του διευθυντή τους, περιστρέφεται γύρω από τα εξής. Μεταξύ Φεβρουαρίου 2020 και Σεπτεμβρίου 2020 οι εναγόμενοι μερίμνησαν όπως εξασφαλίσουν όλες τις απαιτούμενες άδειες για να λειτουργεί νόμιμα η επιχείρηση τους ως wine bar. Όσον αφορά δε την άδεια για χρήση μεγαφώνων, οι εναγόμενοι καταχώρησαν σχετική αίτηση με όλα τα αναγκαία έγγραφα και πιστοποιητικά στις 08/09/20 όμως μέχρι τις 02/11/20 που καταχωρήθηκε η ένσταση τους στην παρούσα υπόθεση, ο Δήμος δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση στην αίτηση. Λαμβανομένων συνεπώς υπόψη των νομοθετικών προνοιών που διέπουν τη συγκεκριμένη αδειοδότηση, υποστηρίζουν οι εναγόμενοι, η παράλειψη απάντησης από το Δήμο εντός ενός μήνα από την υποβολή της αίτησης συνεπάγεται ότι η σχετική άδεια έχει εκδοθεί με αποτέλεσμα η παρούσα διαδικασία να έχει καταστεί άνευ αντικειμένου. Σε κάθε περίπτωση όμως, ισχυρίζεται ο ομνύοντας στην ένσταση, όχι μόνο ο Πιερής δεν αποκάλυψε αυτές τις ουσιώδεις λεπτομέρειες που περιβάλλουν την υπόθεση αλλά ούτε και έχει παρουσιάσει οτιδήποτε με την Ε/Δ του που να αποδεικνύει ή καταδεικνύει τα όσα προβάλλονται για να δικαιολογηθεί η παρούσα αίτηση. Αυτό κατά τους εναγόμενους γιατί ούτε ο Πιερή αλλά ούτε και ο Δήμος διενήργησαν οποιαδήποτε ακουστική έρευνα για το υποστατικό ως η σχετική νομοθεσία επιβάλλει ώστε να διαπιστωθεί η κατ' ισχυρισμό οχληρία ή η εκπομπή ήχου πέραν του επιτρεπτού ορίου, ούτε παρουσιάστηκαν τα κατ' ισχυρισμό παράπονα που υπέβαλαν οι δημότες ή έστω λεπτομέρειες αυτών, ούτε παρουσιάστηκε οποιαδήποτε επιστημονική μαρτυρία που να καταδεικνύει ποια είναι η συγκεκριμένη ζώνη εκπομπών ήχου και πώς αυτή παραβιάστηκε από τους εναγόμενους αλλά ούτε και έχει με οποιοδήποτε τρόπο συνδεθεί η οποιαδήποτε κατ' ισχυρισμό οχληρή εκπομπή ήχου με το υποστατικό των εναγομένων. Και όλα αυτά, υποστηρίζουν οι εναγόμενοι, πέραν και ανεξάρτητα του γεγονότος ότι τίποτα στην αγωγή ή στην αίτηση και υποστηρικτική Ε/Δ δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής εναντίον τους ή το πώς και γιατί οι ενάγοντες δικαιούνται τις θεραπείες που αξιώνουν, πόσο μάλλον ότι πληρούν και τις προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων. Σημειώνω εδώ ότι αν και στην Ε/Δ που υποστηρίζει την ένσταση των εναγομένων γίνεται αναφορά και παραπομπή σε διάφορα έγγραφα που αναφέρεται ότι επισυνάπτονται ως Τεκμήρια εντούτοις κανένα τέτοιο έγγραφο δεν έχει επισυναφθεί. Η ακρόαση της αίτηση ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους συνήγορους των διαδίκων αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου με γνώμονα κατ' αρχή τις νομολογιακές αρχές που περιβάλλουν το αρ.32 του Ν.14/60 οι οποίες είναι καλά γνωστές και έχουν πολύ εύστοχα συνοψισθεί στις υποθέσεις ΚΟΖΑΚΟΥ κ.α. ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E127/2013, 13/6/2019 και Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Π.Ε. Ε7/2018, ημερ. 21.3.
  2. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της Λοϊζίδου που υιοθετήθηκε στη Κοζάκου: «Στο άρθρο 32
(1)αποτυπώνονται οι τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, προκειμένου να θεμελιώνεται η εξουσία προς έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η πρώτη αφορά το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συνδέθηκε, αρχικά από την καθοριστική επί του ζητήματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557, με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Θεωρήθηκε ότι ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί ο,τιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων». Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Η πιθανότητα επιτυχίας, η δεύτερη δηλαδή προϋπόθεση του άρθρου 32, χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή του στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως κατ΄ επανάληψη λέχθηκε, η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν ενδείκνυται, αρχή η οποία θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις................ ..................................... Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.» Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, έλαβα υπόψη μου και τις άλλες νομοθετικές πρόνοιες επί των οποίων εδράζεται η παρούσα αίτηση, ήτοι τις πρόνοιες του αρ.3
(9)του περί Κέντρων Αναψυχής (Άδειες Εκπομπής Ήχου) Νόμου Ν. 50(I)/2016και τις πρόνοιες των Κ.Δ.Π. 303/2019 και 304/2019. Όλες οι εν λόγω πρόνοιες αφορούν στην απαγόρευση που επιβάλλεται σε οποιοδήποτε κέντρο αναψυχής «.να εκπέμπει ήχο στο εξωτερικό του κέντρου αναψυχής, εκτός εάν ο ιδιοκτήτης του εξασφαλίσει προηγουμένως σχετική άδεια εκπομπής ήχου, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, στην οποία καθορίζονται τα ανώτατα επιτρεπτά όρια εκπομπής ήχου, τα όργανα ελέγχου έντασης ήχου που χρησιμοποιούνται, καθώς και η θέση των εν λόγω οργάνων στα όρια του τεμαχίου ή των τεμαχίων στα οποία λειτουργεί το κέντρο αναψυχής ή/και στο εσωτερικό του.», στη διαδικασία που πρέπει ν' ακολουθηθεί για να εξασφαλιστεί η απαιτούμενη άδεια και στις τεχνικές λεπτομέρειες που διέπουν το «Ανώτατο Επιτρεπτό Όριο Στάθμισης ήχου» και την «ηχητική διαβάθμιση των κέντρων αναψυχής που εκπέμπουν ήχο οχληρής, συνήθους ή ήπιας μορφής», η οποία καθορίζεται με σχετικό υπουργικό διάταγμα. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές λοιπόν, παρατηρώ τα εξής σχετικά με την παρούσα διαδικασία. Αν και στην ένσταση των εναγομένων δεν επισυνάφθηκαν τα έγγραφα που κατά τους τελευταίους υποστηρίζουν τις θέσεις τους, είναι εντούτοις κοινώς αποδεκτό ότι το υποστατικό των εναγομένων είναι αδειοδοτημένο να λειτουργεί ως εστιατόριο και ότι οι τελευταίοι υπέβαλαν στις 08/09/20 αίτηση στο Δήμο δυνάμει του Ν.50(Ι)/16 για να λάβουν άδεια εκπομπής ήχου, αίτηση όμως στην οποία ο Δήμος δεν έχει μέχρι σήμερα απαντήσει επίσημα αν την εγκρίνει ή την απορρίπτει. Το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί λοιπόν, είναι η θέση των εναγομένων ότι η παρούσα διαδικασία έχει καταστεί άνευ αντικειμένου λόγω του ότι η παράλειψη του Δήμου να απαντήσει στην αίτηση για έκδοση άδειας εκπομπής ήχου μετά την πάροδο ενός μήνα από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, συνεπάγεται επιτυχία της εν λόγω αίτησης και έκδοση της σχετικής άδειας. Για τους λόγους όμως που θα προχωρήσω να εξηγήσω, η θέση αυτή των εναγομένων δεν με βρίσκει σύμφωνο. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του αρ. 3
(9)(στ) που επικαλούνται οι εναγόμενοι, ναι μεν αναφέρεται εκεί ότι «.η άδεια εκπομπής ήχου που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(6), εκδίδεται εντός χρονικού διαστήματος ενός
(1)μηνός από την ημερομηνία υποβολής πλήρους αίτησης.», όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η παράλειψη του Δήμου να απαντήσει εντός του μήνα, είτε θετικά είτε αρνητικά, συνεπάγεται αυτόματα επιτυχία της αίτησης και έκδοση της σχετικής άδειας και ούτε στο Νόμο υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια που να οδηγεί σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Κατά τη γνώμη μου, το συγκεκριμένο λεκτικό του Νόμου καθορίζει απλά το χρονικό διάστημα εντός του οποίου αναμένεται ότι θα εκδοθεί η άδεια αν η αίτηση πληροί όλες τις προϋποθέσεις του Νόμου και το πιο πολύ που θα μπορούσε ίσως κάποιος να υποστηρίξει αν ο Δήμος παραλείψει να απαντήσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας, είναι ότι καμία ένδειξη δεν υπάρχει ακόμη ότι η αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι η άδεια έχει όντως εκδοθεί. Άλλωστε, εφόσον το αν κάποιος κατέχει μια συγκεκριμένη άδεια συνιστά πραγματικό γεγονός, μόνο όταν εκδοθεί και εξασφαλιστεί η εν λόγω άδεια ο αιτητής δύναται να θεωρείται ότι είναι, ως γεγονός, δεόντως αδειοδοτημένο πρόσωπο. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο Δήμος με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και αίτησης στις 21/09/20, ήτοι πριν την παρέλευση της προθεσμίας του ενός μηνός από την υποβολή της αίτησης των εναγομένων, κατέστησε σαφές ότι δεν έχει εκδώσει ακόμη την άδεια που αιτήθηκαν οι εναγόμενοι καθώς επίσης και ότι δεν έχει ούτε πρόθεση να εγκρίνει την εν λόγω αίτηση - «.(η) αίτηση για εξασφάλιση άδειας.δε(ν) δύναται να εγκριθεί.». Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι ο Δήμος, παρά τις θέσεις που εξέφρασε μέσω της παρούσας αγωγής και αίτησης σε σχέση με την τύχη της αίτησης των εναγομένων, για άγνωστο λόγο δεν έχει ακόμη λάβει επίσημη εκτελεστή απόφαση επί του θέματος. Παρά ταύτα, αν και με το θέμα αυτό θα ασχοληθώ ειδικότερα σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου, εντούτοις για σκοπούς της συγκεκριμένης εισήγησης των εναγομένων κρίνω ότι η εν λόγω παράλειψη του Δήμου δεν εξυπακούει ότι η επίδικη άδεια έχει εκδοθεί έτσι ώστε η παρούσα διαδικασία να έχει καταστεί άνευ αντικειμένου. Αντιθέτως, το πραγματικό γεγονός που υφίσταται σήμερα είναι ότι αν και η αίτηση των εναγομένων εξακολουθεί να εκκρεμεί, η αιτούμενη άδεια δεν έχει ακόμη εκδοθεί. Το επόμενο θέμα που πρέπει να εξεταστεί αφορά στην άλλη θέση που προβάλλουν με την ένσταση τους οι εναγόμενοι, ήτοι ότι με την παρούσα αγωγή ο Δήμος δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ώστε να δικαιούται να αξιώνει εναντίον τους τις θεραπείες που αξιώνει και κατ' επέκταση δεν δικαιούται ούτε στις προσωρινές θεραπείες που ζητά με την παρούσα αίτηση. Επί αυτού του θέματος λοιπόν, το οποίο θέμα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο και με το κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που επιβάλλει η νομολογία να πληρούνται ώστε να μπορεί να εκδοθεί κάποιο προσωρινό διάταγμα, παρατηρώ τα εξής. Με την παρούσα αγωγή ο Δήμος «προσωπικά» αξιώνει εναντίον των εναγομένων αποζημιώσεις και διατάγματα που να τους απαγορεύουν να χρησιμοποιούν στο υποστατικό τους μουσική χωρίς άδεια. Αν και στην Ε/Α δεν αναφέρεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια επί της οποίας ο Δήμος βασίζει αυτό το κατ' ισχυρισμό «προσωπικό» αγώγιμο δικαίωμα του εναντίον των εναγομένων, εντούτοις, σύμφωνα με το αιτητικό (prayer) της Ε/Α, ο «πυρήνας» της αγωγής φαίνεται να είναι αφ' ενός το αστικό αδίκημα της οχληρίας και αφ' ετέρου η νομοθεσία που επιβάλλει σε ιδιοκτήτη κάποιου κέντρου αναψυχής εφ' ενός όπως εξασφαλίσει άδεια εκπομπής ήχου από την αρμοδία αρχή, ήτοι το Δήμο, προκειμένου να μπορεί να εκπέμπει νόμιμα μουσική στο κέντρο του και αφ' ετέρου όπως διατηρεί την ένταση της μουσικής εντός των ορίων που καθόρισε η αρμόδια αρχή. Από τη νομική βάση της αίτησης δε, φαίνεται ότι η νομοθεσία που επικαλείται ο Δήμος είναι μόνο ο Ν. 50(Ι)/16. Ξεκινώντας λοιπόν πρώτα με το αστικό αδίκημα της οχληρίας, επισημαίνω κατ' αρχή ότι στην Ε/Α δεν υπάρχει κανένας δικογραφημένος ισχυρισμός περί πρόκλησης οχληρίας από πλευράς εναγόμενων με οποιοδήποτε τρόπο. Η μόνη σχετική επί τούτου αναφορά βρίσκεται στο αιτητικό της Ε/Α όπου εκεί αναφέρεται μόνο ότι ο Δήμος αξιώνει αποζημιώσεις για πρόκληση οχληρίας, χωρίς όμως η εν λόγω αξίωση ή το δικαίωμα του Δήμου να αξιώνει τέτοια «προσωπική» θεραπεία να εδράζεται επί οποιουδήποτε συγκεκριμένου δικογραφημένου ισχυρισμού. Ακόμη όμως και αυτός ο επί του προκειμένου πραγματικός ισχυρισμός που προβάλλεται μέσω της Ε/Δ Πιερή είναι γενικός και αόριστος, αφού το μόνο που αναφέρει ο εν λόγω ομνύοντας είναι απλά ότι ο Δήμος δέχθηκε παράπονα από τους δημότες της περιοχής για πρόκληση οχληρίας από τους εναγόμενους λόγω της παράνομης χρήσης μουσικής. Καμία όμως άλλη λεπτομέρεια δεν παρουσίασε ο Πιερή προς απόδειξη αυτού του ισχυρισμού του, αν μη τι άλλο ώστε να μπορεί να διαφανεί, έστω με το χαμηλό επίπεδο απόδειξης που απαιτείται στο παρόν στάδιο, αν όχι ότι προκαλείται οχληρία από τους εναγόμενους, τουλάχιστο ότι ο Δήμος έχει ως νομική οντότητα υποστεί ή ότι υπόκειται η ίδια σε κάποιας μορφής ζημιά. Υπενθυμίζω εδώ ότι όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, η κυπριακή έννομη τάξη αναγνωρίζει δύο μορφές αγώγιμης οχληρίας, τη δημόσια και την ιδιωτική, αμφότερες οι οποίες περιέχονται στις πρόνοιες των αρ. 45 και 46 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 αντίστοιχα και οι οποίες, για σκοπούς επιτυχίας του προσώπου που ενάγει, έχουν ως δύο τουλάχιστο κοινές προϋποθέσεις, την απόδειξη αφ' ενός πρόκλησης κάποιας ζημιάς στο πρόσωπο που ενάγει και αφ' ετέρου της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου αποτελέσματος και της επίδειξης συμπεριφοράς που ανάγεται στη διάπραξη των αδικημάτων που επέφερε τη ζημιά (βλ. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ ν. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΧΛΩΡΑΚΑΣ, ECLI:CY:AD:2019:A238, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 214/2013, 24/6/2019). Ειδικότερα όμως, όπως λέχθηκε στην ΤΗΕSIS TRADING CO LIMITED ν. ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ, ECLI:CY:AD:2016:A299, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 388/10, 23/6/2016: Το άρθρο 45 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ΚΕΦ. 148, όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα ορίζει: «Δημόσια oχληρία συνίσταται σε παράvoμη πράξη, ή σε παράλειψη εκτέλεσης voμικής υπoχρέωσης αv η πράξη αυτή ή η παράλειψη θέτει σε κίvδυvo τη ζωή, ασφάλεια, υγεία, ιδιoκτησία ή άvεση τoυ κoιvoύ ή παρακωλύει τo κoιvό στην άσκηση κoιvoύ δικαιώματoς: Νoείται ότι καμιά αγωγή δεv εγείρεται για δημόσια oχληρία, παρά μόvo- (α) από τo Γεvικό Εισαγγελέα της Δημoκρατίας για έκδoση απαγoρευτικoύ διατάγματoς͘ ή (β) από τo πρόσωπo πoυ υπέστη εξαιτίας αυτής ειδική ζημιά.» Για να θεμελιωθεί το αστικό αδίκημα της δημόσιας οχληρίας θα πρέπει να υπάρχει πράξη ή παράλειψη, η παρανομία της οποίας να συνίσταται είτε στη μη εκτέλεση νομικής υποχρέωσης, είτε σε παράλειψη, προς εκπλήρωση νομικής υποχρέωσης, η οποία άμεσα επηρεάζει το ζημιογόνο αποτέλεσμα ως ορίζει το άρθρο 45 του Νόμου (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Α. Κωστάκη, ανηλίκου μέσω γονέων και φυσικών κηδεμόνων του Χρίστου και Μαρίας Κωστάκη
(2008)1 Α.Α.Δ. 432). Η δε ιδιωτική οχληρία ορίζεται στο άρθρο 46 του Νόμου, με την επιφύλαξη ότι ο ενάγων δεν τυγχάνει αποζημίωσης, εκτός αν, εξαιτίας αυτής υπέστη ζημιά: «46. Iδιωτική oχληρία συvίσταται στo ότι πρόσωπo επιδεικvύει συμπεριφoρά ή διεξάγει τις εργασίες τoυ ή χρησιμoπoιεί ακίvητη ιδιoκτησία πoυ αvήκει σε αυτό κατά κυριότητα ή κατέχεται από αυτό, με τρόπo ώστε κατά συvήθεια vα παρεμβαίvει στηv εύλoγη χρήση και απόλαυση, αφoύ ληφθoύv υπόψη η θέση και η φύση αυτής, της ακίvητης ιδιoκτησίας oπoιoυδήπoτε άλλoυ πρoσώπoυ: Νoείται ότι o εvάγovτας δεv τυγχάvει απoζημίωσης σε σχέση με ιδιωτική oχληρία εκτός αv εξαιτίας αυτής υπέστη ζημιά: Νoείται περαιτέρω ότι oι διατάξεις τoυ άρθρoυ αυτoύ δεv εφαρμόζovται καθόσov αφoρά παρέμβαση στo φως.» Στοχεύει ο νομοθέτης στην προστασία της εύλογης χρήσης και απόλαυσης της ακίνητης ιδιοκτησίας, προσπαθώντας να διατηρήσει το ισοζύγιο μεταξύ συγκρινόμενων δικαιωμάτων: του ιδιοκτήτη της ακίνητης περιουσίας, ώστε να την χρησιμοποιεί, όπως καλύτερα ο ίδιος κρίνει και του δικαιώματος του γείτονος, για εύλογη απόλαυση της δικής του ιδιοκτησίας. Sadleigh-Denfield v. O'Callaghan [1940] A.C. 880, 903 και Χριστοδουλίδου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 746. Είναι φανερό ότι ο ενάγων, για να πετύχει στις αξιώσεις του θα πρέπει να στοιχειοθετήσει ότι η χρήση των υποστατικών είναι παράνομη, εν τη εννοία ότι, θα πρέπει να διαπιστωθεί παράλογη χρήση της. Όπως εξετάζεται και στην Χριστοδουλίδου (ανωτέρω) ο ιδιοκτήτης ακίνητης ιδιοκτησίας έχει δυνάμει των διατάξεων του Νόμου δύο θεραπείες: αποζημιώσεις για τη ζημιά που προκλήθηκε και έκδοση διατάγματος προς άρση ή συνέχιση της οχληρίας, ώστε να προστατευθεί ο ενάγων από περαιτέρω ζημιά (Clerk & Lindsell on Torts, 15η έκδοση, §13-18). Εκεί δε όπου διεκδικούνται αποζημιώσεις, δίνεται έμφαση στη διακρίβωση της υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου, οπότε σε μια τέτοια περίπτωση, τα Δικαστήρια είναι συνήθως απρόθυμα να καταλογίσουν ευθύνη για ιδιωτική οχληρία σε πρόσωπο εναντίον του οποίου δεν έχει αποδειχθεί υπαίτια συμπεριφορά (Medcon Constructions Ltd v. Ευαγγέλου
(1997)1 Α.Α.Δ. 566). Είναι γι΄ αυτό που οι ενέργειες του εναγομένου έχουν ιδιαίτερη σημασία οπότε και η μαρτυρία η οποία προσάγεται πρέπει να είναι λεπτομερής και στέρεη.» (έμφαση δική μου) Στην παρούσα περίπτωση, η αγωγή δεν καταχωρήθηκε από το Γενικό Εισαγγελέα και ο ενάγοντας Δήμος δεν είναι ούτε ιδιοκτήτης ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία πλήττεται από την κατ' ισχυρισμό οχληρία των εναγομένων αλλά ούτε και το πρόσωπο που υπόκειται σε ειδική ή άλλως πώς ζημιά από αυτή την κατ' ισχυρισμό οχληρία. Μάλιστα δε, η κατ' ισχυρισμό οχληρία των εναγομένων στην παρούσα περίπτωσημ δεν είναι, σύμφωνα με τον Πιερή, αυτά καθ' αυτά τα δικαιώματα του Δήμου που επηρεάζει αλλά τα δικαιώματα κάποιων άγνωστων δημοτών, οι οποίοι μάλιστα είναι, κατά τον ομνύοντα στην αίτηση, τα πρόσωπα που θα «.απολέσουν τα ουσιαστικά τους δικαιώματα.» αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Ο ισχυρισμό στην Ε/Δ Πιερή ότι επειδή κάποιοι δημότες έχουν υποβάλει παράπονο στο Δήμο ότι οι εναγόμενοι τους προκαλούν οχληρία και συνεπώς αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα «Υπάρχει ορατός κίνδυνος να υποστώ ανεπανόρθωτη ζημιά», δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως άστοχος. Αυτό γιατί ο ρόλος που έχει ένας Δήμος στην κυπριακή έννομη τάξη δεν είναι να αντιπροσωπεύει ή να αντικαθιστά ή να υποκαθιστά τους δημότες ενώπιον Δικαστηρίων κατά την άσκηση των προσωπικών τους δικαιωμάτων αλλά περιορίζεται στη «.διoίκηση όλωv τωv τoπικώv υπoθέσεωv αυτoύ.» και στη διοικητική ρύθμιση των θεμάτων που αφορούν στην εύρυθμη λειτουργία του Δήμου (βλ. αρ.83 και 84 του περί Δήμων Νόμoυ Ν.111/1985). Είναι γι' αυτό άλλωστε που στα αρ.91, 92 και 93 του Ν.111/1985 προνοείται συγκεκριμένη διαδικασία αστικής φύσης που δύναται να ακολουθήσει ένας Δήμος για να πετύχει την άρση οποιασδήποτε τυχόν οχληρίας διαπιστώνεται να προκαλείται εντός των δημοτικών ορίων και αυτό πέραν και ανεξάρτητα της οποιασδήποτε ποινικής δίωξης που ενδεχομένως να μπορεί επίσης να ασκηθεί για τον εν λόγω σκοπό (βλ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ ν. ΔΗΜΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 179/2013, 23/6/2015, Municipality of Nicosia v. Cleovoulou
(1988)2 C.L.R. 100, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗ ν. ΔΗΜΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 99/17, 28/3/2018 και Zenios Closures Ltd v. Δήμου Λεμεσού
(1992)2 Α.Α.Δ). Αυτή όμως η αστική διαδικασία που προνοεί ο Ν.111/85και την οποία ο Δήμος μπορεί να εγείρει και να προωθήσει «προσωπικά» αν όντως οι εναγόμενοι προκαλούν την κατ' ισχυρισμό οχληρία, διαφέρει και ως προς τη φύση αλλά και ως προς την ουσία της από μια συνηθισμένη αγωγή στη βάση του ανάλογου αστικού αδικήματος και δη «προσωπική» αγωγή ως η παρούσα, η οποία για να μπορεί να καταχωρηθεί και να προωθηθεί με επιτυχία από τον ενάγοντα Δήμο θα πρέπει να μπορούν να αποδειχτούν τα συγκεκριμένα συστατικά στοιχεία που επιβάλλει το Κεφ.148 και η σχετική νομολογία που αναφέρω ανωτέρω. Τα εν λόγω στοιχεία όμως στην παρούσα υπόθεση απουσιάζουν και το ότι κάποιοι δημότες μπορεί να έχουν παραπονεθεί στο Δήμο ότι κάποιοι άλλοι δημότες τους προκαλούν οχληρία δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να νομιμοποιήσει το Δήμο να καταχωρήσει και να προωθήσει ως ξεχωριστή και ανεξάρτητη νομική οντότητα, αγωγή για την οχληρία που κατ' ισχυρισμό προκαλείται σε κάποιους δημότες ούτε και δημιουργεί στο Δήμο οποιοδήποτε «προσωπικό» δικαίωμα να αξιώνει ο ίδιος αποζημιώσεις και διατάγματα. Κοντολογίς, όχι μόνο ο ισχυρισμός των εναγόντων περί πρόκλησης οχληρίας εν τη εννοία των αντίστοιχων αστικών αδικημάτω, δεν βρίσκει κανένα ουσιαστικά δικογραφικό έρεισμα, αλλά από την αρχή μέχρι και το τέλος της διαδικασίας ο εν λόγω ισχυρισμός παραμένει γενικός και αόριστος χωρίς καθόλου να έχει τεκμηριωθεί με οποιαδήποτε μαρτυρία ώστε αν μη τι άλλο να μπορεί να διαπιστωθεί, στο χαμηλό έστω βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο, ότι όντως προκαλείται οχληρία από τους εναγόμενους και ότι η εν λόγω οχληρία επηρεάζει άμεσα και ζημιογόνα τα δικαιώματα του ίδιου του ενάγοντα Δήμου. Επισημαίνω εδώ ότι πουθενά στην Ε/Δ Πιερή δεν αναφέρεται ότι ο τελευταίος ή κάποιος άλλος λειτουργός του Δήμου έχει ερευνήσει και διαπιστώσει επιστημονικά ή άλλως πως ότι όντως προκαλείται οχληρία από τους εναγόμενους ή ότι οι τελευταίοι χρησιμοποιούν το υποστατικό τους κατά τέτοιο παράλογο τρόπο ώστε να επεμβαίνουν στο «προσωπικό» δικαίωμα του ενάγοντα Δήμου για «εύλογη χρήση και απόλαυση της ακίνητης ιδιοκτησίας του» (βλ. Thesis Trading ανωτέρω). Στο βαθμό επομένως που ο ενάγοντας Δήμος εδράζει την αγωγή του επί του αστικού αδικήματος της οχληρίας, κρίνω ότι τίποτα από τα όσα έχει παρουσιάσει προς το παρόν ο ενάγοντας Δήμος δεν τον νομιμοποιούν να καταχωρεί και να προωθεί ο ίδιος την παρούσα αγωγή εναντίον των εναγομένων και κατ' επέκταση κρίνω και ότι ο Δήμος δεν έχει παρουσιάσει ούτε συζητήσιμη υπόθεση με καλές πιθανότητες επιτυχίας σε σχέση με αυτή τη πτυχή της αγωγής του αλλά ούτε και ότι υπόκειται ή θα υποστεί ο ίδιος οποιαδήποτε ζημιά, πόσο μάλλον ανεπανόρθωτη σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα. Η θέση στην Ε/Δ Πιερή ότι θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα διότι σε αντίθετη περίπτωση, «.τυχόν μη παύση της παράνομης χρήσης της ζωντανής και μη μουσικής πολύ πιθανό να παρεμποδίσει τους ενάγοντες από του να πετύχουν ικανοποίηση της απόφασης αν αυτή εξεδίδετο υπέρ των Εναγόντων.» κρίνεται, αν όχι καταχρηστική, τουλάχιστο άτοπη και αυτό αφ' ενός γιατί η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν πρέπει να συνιστά αυτοσκοπό και αφ' έτερου γιατί με την αγωγή ζητείται ως τελική θεραπεία η έκδοση ανάλογου απαγορευτικού διατάγματος που θα ισχύει στο διηνεκές. Στρέφομαι τώρα στον άλλο «πυρήνα» της παρούσας αγωγής, ήτοι στην κατ' ισχυρισμό χρήση μουσικής κατά παράβαση των προνοιών του Ν. 50(Ι)/16 και των σχετικών ΚΔΠ 303/2019 και 304/2019 και παρατηρώ τα εξής: Πουθενά στο εν λόγω νομοθέτημα δεν υπάρχει πρόνοια που να δημιουργεί προς όφελος της αρμόδιας αρχής αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του παραβάτη των προνοιών του Νόμου ή που να δίνει το δικαίωμα στην αρμόδια αρχή να ενάγει με αστική αγωγή οποιοδήποτε πρόσωπο δεν συμμορφώνεται με το Νόμο και να ζητά την έκδοση οποιουδήποτε απαγορευτικού διατάγματος. Αντιθέτως, ο Νόμος ρητά αναφέρει στο αρ.8 ότι το πρόσωπο που παραβαίνει τις διατάξεις του, είτε διότι «.Λειτουργεί κέντρο αναψυχής, χωρίς την προβλεπόμενη στον παρόντα Νόμο άδεια εκπομπής ήχου.», είτε διότι «.παραβαίνει τους όρους της άδειας εκπομπής ήχου.», διαπράττει ποινικό αδίκημα και σε περίπτωση επιτυχούς ποινικής δίωξης του, υπόκειται σε επιβολή χρηματικής ποινής και/ή φυλάκισης. Αδυνατώ επομένως και να αντιληφθώ πώς είναι που στην παρούσα περίπτωση ο ενάγοντας Δήμος θεωρεί μέσω του Πιερή ότι στη βάση του συγκεκριμένου Νόμου δύναται να εκδοθεί διάταγμα από αστικό Δικαστήριο που να απαγορεύει την διενέργεια μιας πράξης η οποία ήδη θεωρείται από το Νόμο ότι συνιστά ποινικό αδίκημα. Η μόνη άλλη εξουσία που ο συγκεκριμένος Νόμος παρέχει στην αρμόδια αρχή που είναι επιφορτισμένη με την τήρηση του Νόμου είναι, πέραν της ποινικής δίωξης του παρανομούντα, και η εξουσία δυνάμει του αρ.10 για επίδοση ειδοποίησης σε πρόσωπο για υπέρβαση του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου εκπομπής ήχου και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την εν λόγω ειδοποίηση, η επιβολή διοικητικού προστίμου δυνάμει του αρ.11, εξουσίες όμως οι οποίες πόρρω απέχουν από το δικαίωμα ή τη νομιμοποίηση της αρμόδιας αρχής για καταχώρηση αστικής αγωγής της φύσης της παρούσας. Πέραν και ανεξάρτητα όμως των πιο πάνω, στην παρούσα υπόθεση δεν έχει παρουσιαστεί καμία μαρτυρία από πλευράς Δήμου που να καταδεικνύει είτε ότι έχει όντως παραβιαστεί οποιαδήποτε από τις πρόνοιες των αρ.10 ή 11 του Νόμου, οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν συγκαταλέγονται στη νομική βάση της αίτησης, είτε ότι έχουν παραβιαστεί οι τεχνικά εξειδικευμένες πρόνοιες των ΚΔΠ που επικαλείται ο Δήμος. Απλή δε ανάγνωση του εξειδικευμένου λεκτικού που χρησιμοποιείται στις εν λόγω ΚΔΠ, έκδηλα καταδεικνύει ότι η παραβίαση που ισχυρίζεται ο Δήμος ότι υφίσταται δεν μπορεί να αποδειχθεί με την απλή αναφορά που κάνει ο Πιερή στην Ε/Δ του ότι οι εναγόμενοι προκαλούν οχληρία χρησιμοποιώντας παράνομα μουσική στο υποστατικό τους. Με άλλα λόγια, ούτε και επί αυτής της πτυχής της αγωγής ο Δήμος έχει καταδείξει πώς είναι που νομιμοποιείται να καταχωρεί αστική αγωγή εναντίον των εναγομένων ώστε να τους επιβάλει συμμόρφωση με τη νομοθεσία και κατ' επέκταση ούτε και σε σχέση με αυτή την πτυχή της αγωγής διαπιστώνεται ο δήμος να ικανοποιεί οποιαδήποτε προϋπόθεση που επιβάλλεται να ικανοποιηθεί ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων. Των πιο πάνω λεχθέντων κρίνω σκόπιμο να αναφέρω και το εξής. Σύμφωνα με την Ε/Α, ο Δήμος διαπίστωσε από τον Ιούνιο 2020 ότι οι εναγόμενοι χρησιμοποιούσαν στο υποστατικό τους παράνομα μουσική. Τους κάλεσε δε να σταματήσουν και να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας οπόταν και οι τελευταίοι υπέβαλαν τη σχετική αίτηση τους το Σεπτέμβριο 2020. Αντί όμως ο Δήμος να τους απαντήσει εντός του μήνα που προνοεί η νομοθεσία και να τους δώσει έτσι μια εκτελεστή διοικητική απόφαση η οποία, ως ξεκάθαρα φαίνεται από την Ε/Δ Πιερή, μπορούσε να ληφθεί άμεσα, καταχώρησε την παρούσα αγωγή και αίτηση ισχυριζόμενος ότι αυτοί είναι και θα συνεχίσουν να είναι παράνομοι διότι δεν πρόκειται να εγκρίνει την αίτηση τους. Με το να μην λάβει ποτέ όμως ο Δήμος οποιαδήποτε θετική ή αρνητική απόφαση επί της αίτησης των εναγομένων, όχι μόνο κράτησε στο σκοτάδι ένα δημότη που δικαιωματικά ανέμενε ότι η αίτηση του θα εξετάζετο δεόντως και ο οποίος, λόγω της συγκεκριμένης νομοθεσίας και της στάσης του Δήμου, δεν είχε κανένα λόγο να θεωρεί ότι η αίτηση του δεν θα εγκρινόταν, αλλά και ουσιαστικά ο Δήμος «διασφάλισε» ότι ενόσω θα επιχειρείτο η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος μέσω της παρούσας αγωγής, οι εναγόμενοι θα εξακολουθούσαν να μην έχουν άδεια και να μην μπορούν να χρησιμοποιούν μουσική στο υποστατικό τους και ότι το δικαίωμα τους να προσβάλουν με επιτυχία την όποια απορριπτική απόφαση ήθελε ληφθεί σε σχέση με την αίτηση τους δεν θα ενεργοποιείτο ποτέ. Υπό αυτή τη σκοπιά επομένως, η παρούσα αίτηση, η οποία εδράζεται και επί των αρχών της επιείκειας, υπόκειται σε απόρριψη και λόγω κατάχρησης της διαδικασίας και ασυνείδητης συμπεριφοράς από πλευράς ενάγοντα Δήμου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους λοιπόν, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα δήμου, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι δε πληρωτέα στο τέλος. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.