← Κύπρος

ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ΧΑΣΑΠΟΠΟΥΛΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2643/17, 14/10/2020

ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ΧΑΣΑΠΟΠΟΥΛΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2643/17, 14/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A515 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2643/17 Μεταξύ: XXXXX ΚΥΡΙΑΚΟΥ Ενάγοντας και XXXXX ΧΑΣΑΠΟΠΟΥΛΟΥ Εναγόμενος ------------------------------------------- (Αίτηση στα πλαίσια της Δ.30 για ειδική αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων) Ημερομηνία: 14/10/20 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση: κ. Αποστολίδης Για εναγόμενο - αιτητή: κα Παπαμιχαήλ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex tempore) Αντικείμενο της παρούσας αγωγής είναι ο ισχυρισμός του ενάγοντα, Βοηθού Γενικού Ελεγκτή κατά τον επίδικο χρόνο, ότι έχει δυσφημιστεί από φράσεις και/ή λέξεις που κατά τον ισχυρισμό του ο εναγόμενος έγραψε υπό τη μορφή σχολίου (comment), «κάτω» από άρθρο της εφημερίδας Φιλελεύθερος το οποίο είχε δημοσιευτεί στις 09/05/17 στην ιστοσελίδα της εφημερίδας στο διαδίκτυο. Με το επίδικο σχόλιο, ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαίτησης του ο ενάγοντας, ο εναγόμενος τον παρουσίασε ως άτομο που έχει ψυχολογικά και εργασιακά προβλήματα και ως πρόσωπο αμφιβόλου χαρακτήρα και ήθους. Σημειώνω ότι στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι όταν δημοσιεύτηκε το συγκεκριμένο άρθρο του Φιλελεύθερου, αυτό συνοδεύετο από διάφορα έγγραφα που κατά τον αρθογράφο της εφημερίδας ήταν σχετικά με αυτό και ότι αυτό καθ' αυτό το άρθρο του Φιλελεύθερου δεν προσβάλλεται ως δυσφημιστικό ούτε και εγείρεται σχετική αξίωση εναντίον του Φιλελεύθερου τουλάχιστον στην παρούσα αγωγή. Η υπεράσπιση που καταχώρησε ο εναγόμενος εδράζεται επί δύο αξόνων. Ο πρώτος άξονας αφορά στη θέση ότι δεν προκύπτει από τους ισχυρισμούς στην Έκθεση Απαίτησης ότι είναι αυτός το πρόσωπο που έγραψε το επίδικο σχόλιο και σε σχέση με το θέμα αυτό, ο εναγόμενος εγείρει στην υπεράσπιση του και θέμα αναγκαίας ταυτοποίησης του IP ADDRESS του διαδικτυακού χρήστη που φέρεται να έγραψε το σχόλιο. Ο δεύτερος άξονας της υπεράσπισης είναι ότι σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι είναι ο εναγόμενος που έγραψε τα όσα για τα οποία παραπονείται ο ενάγοντας, αυτά είτε δεν είναι δυσφημιστικά, είτε παρέχεται το πεδίο για να εφαρμοστούν οι υπερασπίσεις που προνοεί ο Νόμος σε υποθέσεις λιβέλου, μεταξύ άλλων, αυτές της αλήθειας και του έντιμου σχολίου. Κρίνω σκόπιμο να επισημάνω εδώ ότι στην παρ. 12 του δικογράφου της Υπεράσπισης, όπου προβάλλεται η υπεράσπιση της αλήθειας και γίνεται αναφορά στο «κεντρί», όπως το έχει χαρακτηρίσει η νομολογία, του επίδικου σχόλιου, ο εναγόμενος παραθέτει, ως του επιβάλλεται να πράξει, τα γεγονότα που κατ' εκείνον στοιχειοθετούν και συνθέτουν τη συγκεκριμένη υπεράσπιση. Τα εν λόγω γεγονότα ο εναγόμενος τα παραθέτει υπό τη μορφή λεπτομερειών α - ζ και αυτά φαίνεται να αφορούν στο περιεχόμενο συγκεκριμένων εγγράφων μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα που αναφέρονται στην παρ.12(ε), ήτοι: «Ο Ενάγοντας είχε στο παρελθόν (Δεκέμβριο 2015) αποστείλει επιστολές προς βουλευτές αναφορικά με τις αρμοδιότητες του και/ή την υπηρεσιακή του κατάσταση και/ή σε σχέση με τα επίδικα θέματα». Στην Απάντηση που καταχώρησε ο ενάγοντας επαναλαμβάνονται σε μεγάλο βαθμό τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης. Στις παραγράφους 12 και 13 της Απάντησης όμως, όπου ο ενάγοντας απαντά στις προβαλλόμενες υπερασπίσεις της αλήθειας και του έντιμου σχολίου και ειδικότερα στο περιεχόμενο των εγγράφων που στην παράγραφο 12(ε) της υπεράσπισης προβάλλονται να περιέχουν μέρος των γεγονότων που κατά τον εναγόμενο υποστηρίζουν την υπεράσπιση της αλήθειας, ο ενάγοντας προβάλλει τη θέση ότι ναι μεν το Δεκέμβριο 2015 έστειλε προς το κοινοβούλιο τις επιστολές που επικαλείται ο εναγόμενος, όμως οι εν λόγω επιστολές ουδεμία σχέση έχουν με την παρούσα αγωγή εφόσον δεν σχετίζονται με τα θέματα στα οποία αφορά το επίδικο σχόλιο. Αφού ολοκληρώθηκε η δικογραφία και καθ' ενεργοποίηση της προβλεπόμενης διαδικασίας με βάση τη νέα Δ.30 αμφότερες οι πλευρές αντάλλαξαν τα σχετικά παραρτήματα Τύπου 25, η πλευρά του εναγόμενου ζήτησε μέσω του Παραρτήματος της όπως διαταχθεί η πλευρά του ενάγοντα να προβεί σε ειδική αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων, μεταξύ των οποίων και οι πιο πάνω επιστολές που ο ενάγοντας έστειλε στο κοινοβούλιο το Δεκέμβριο 2015 και όπως παραδώσει τα εν λόγω έγγραφα προς επιθεώρηση. Το συγκεκριμένο αίτημα του εναγόμενου στη συνέχεια υπεβλήθη και γραπτώς μέσω χωριστής αίτησης που καταχωρήθηκε στις 19/11/19 στα πλαίσια της Δ.30, ήτοι της υπό κρίση αίτησης, η οποία εδράζεται στο σύνολο των προνοιών της Δ.28. Εν τω μεταξύ αμφότερες οι πλευρές προχωρήσαν και σε «βασική» αποκάλυψη εγγράφων καταχωρώντας αντίστοιχα σχετικές Ε/Δ, στις οποίες ο μεν ενάγοντας αναφέρθηκε σε 12 έγγραφα, ο δε εναγόμενος μόνο σε ένα και συγκεκριμένα «.(σ)το δημοσίευμα ημερ. 9.5.2017.(του Φιλελευθέρου).μαζί με τα επισυναπτόμενα του». Ενόψει του αιτήματος του εναγόμενου, η πλευρά του ενάγοντα αποφάσισε να προβεί σε περαιτέρω αποκάλυψη στην οποία έκαμε μεν αναφορά στα συγκεκριμένα έγγραφα που ζητήθηκαν ειδικά να αποκαλυφθούν, όχι όμως και στις επιστολές που ο ενάγοντας έστειλε το Δεκέμβριο 2015 προς την αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού. Ως αποτέλεσμα, η πλευρά του εναγόμενου επέμεινε στην αίτηση της, πλέον όμως, μόνο σε σχέση με τις συγκεκριμένες επιστολές του Δεκεμβρίου 2015. Σύμφωνα με την Ε/Δ που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση του εναγόμενου, τα συγκεκριμένα έγγραφα, όπως και τα άλλα έγγραφα που είχαν ζητηθεί ειδικά, πρέπει να αποκαλυφθούν από τον ενάγοντα και να παραδοθούν στον εναγόμενο διότι ο ενάγοντας τα επικαλείται ρητά στο δικόγραφο της Απάντησης και διότι: «.το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων όπως αυτό παρατίθεται από τον Καθ' ου η Αίτηση, ενδέχεται να χρησιμοποιηθεί από εμένα για την προώθηση της Υπεράσπισης της αλήθειας και/ή του εύλογου σχολίου και της Υπεράσπισης της προνομιούχας δημοσίευσης. Ενδέχεται δε με βάση τα εν λόγω έγγραφα ο Καθ' ου η Αίτηση να έχει προκαλέσει ο ίδιος τη δημοσίευση στην εφημερίδα Φιλελεύθερος και τα σχόλια που επακολούθησαν, γεγονός που θα διαφανεί μόνο με την αποκάλυψη των σχετικών επσιτολών.» Η πλευρά του ενάγοντα καταχώρησε ένσταση προβάλλοντας 7 λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Οι λόγοι ένστασης του ενάγοντα περιστρέφονται γύρω από τις αρχές που διέπουν την εξουσία του Δικαστηρίου σε σχέση με το υπό κρίση θέμα, ήτοι της έκδοσης διατάγματος ειδικής αποκάλυψης και επιθεώρησης εγγράφων και αυτό που η πλευρά του ενάγοντα ουσιαστικά υποστηρίζει, είναι ότι η αίτηση του εναγόμενου δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας και ότι οι συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, όπως αυτές αναδύονται από τη δικογραφία και τις γραπτές παραστάσεις των μερών, δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων την προέβαλαν σήμερα ενώπιον μου με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες είχα την ευκαιρία να μελετήσω στα πλαίσια ολιγόλεπτου διαλείμματος και οι οποίες ήταν αρκετά βοηθητικές ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να δώσει αυθημερόν την απόφαση του, ως άλλωστε επιβάλλεται και από την Δ.30. Αναφορά στις αγορεύσεις των συνηγόρων κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Η κυπριακή Νομολογία σε σχέση με το θέμα της αποκάλυψης και επιθεώρησης εγγράφων δυνάμει των προνοιών της Δ.28 έχει συνοψιστεί σε διάφορες αποφάσεις όπως είναι π.χ οι: Transmarine Shipping Ltd ν. Πανίκου Oνουφρίου και Άλλων

(2008)1 ΑΑΔ 151 «Από άποψης δικής μας νομολογίας το θέμα έχει εξεταστεί μεταξύ άλλων και στις υποθέσεις Fayza Shipping Co. Ltd v. Πλοίου Μ/V "Ηaj Anies" κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 28 και Vector Onega A.G. ν. Πλοίου Μ/V Girvas κ.ά. (Αρ. 4)
(2000)1(B) Α.Α.Δ. 823. Στην τελευταία υπόθεση, αναφορικά με τη σχετικότητα των εγγράφων, ο Δικαστής Π. Αρτέμης έθεσε το θέμα ως εξής: Σύμφωνα με την υπόθεση National Bank of Greece S.A. v. Mitsides and Another
(1962)1 C.L.R. 40 σχετικά με τα επίδικα θέματα είναι έγγραφα που άμεσα ή έμμεσα βοηθούν το διάδικο που ζητά αποκάλυψη να προωθήσει τη δική του υπόθεση, ή να βλάψει εκείνη του αντιπάλου του και που σχετίζονται με θέματα της αγωγής. Επιπρόσθετα, τα έγγραφα αυτά πρέπει να ήταν ή να ευρίσκονται στην κατοχή ή εξουσία του διαδίκου που θα προβεί στην αποκάλυψη (Buben and Fried Kg. ν. Kriticos ανωτέρω). Επισημαίνεται ότι η αποκάλυψη δεν περιορίζεται σε έγγραφα τα οποία θα ήταν αποδεκτά ως μαρτυρία (Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co. [1882] 11 Q.B.D. 62, O´Rourke v. Darbishire & Others [1929] A.C. 581), νοουμένου ότι αυτά είναι δυνατόν να προωθήσουν την υπόθεση του αιτούντος ή να βλάψουν εκείνη του αντιπάλου του.»» GAP Navigation Ltd. ν. Merzario Marrittima SRL
(1998)1 ΑΑΔ 1624 «Η Δ.28
(1)είναι πανομοιότυπη με τη Δ.31 κ.12 των Αγγλικών Θεσμών, πριν από την τροποποίηση του 1962 και έχει τύχει ερμηνείας από τα Δικαστήρια. Η αποκάλυψη εγγράφων στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιονδήποτε από τους διαδίκους. Σχετικά είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεση του είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, αλλά δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς "ψαρέματος" μαρτυρίας (Βλ. Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co. [1882] 11 Q.B.D. 55, Board v. Thomas Hedley & Co Ltd [1951] 2 All E.R. 431) Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28, αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των έγγραφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Η αποκάλυψη υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το διάταγμα δεν εκδίδεται αν το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι δεν είναι αναγκαίο για τη δίκαιη επίλυση της αιτίας αγωγής ή ενός επίδικου θέματος ή για εξοικονόμηση εξόδων (Βλ. μεταξύ άλλων, Halsburys Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 13, σελ. 2 κ. επέκ.).» Ανατρέχοντας λοιπόν στην O.31 των αγγλικών Θεσμών που ίσχυαν το 1958 και στη σχετική αγγλική νομολογία που την περιβάλλει και η οποία έχει υιοθετηθεί ουσιαστικά από τα κυπριακά Δικαστήρια, διαπιστώνεται κατ' αρχή ότι εκεί περιέχονταν πρόνοιες αντίστοιχες των Δ.28Θ.1 και Δ.28 Θ.6-
  1. Συγκεκριμένα, η Ο.31 R.12, η οποία είναι πανομοιότυπη με τη Δ.28 Θ.1, αφορούσε στην εξουσία έκδοσης διατάγματος γενικής αλλά και ειδικής αποκάλυψης εγγράφων ενώ οι O.31 R.15-18 αφορούσαν στην διαδικασία και εξουσία έκδοσης διατάγματος επιθεώρησης εγγράφων αν τα εν λόγω έγγραφα προέκυπταν να έχουν ήδη «αποκαλυφτεί» μέσω οποιουδήποτε «pleading or affidavit» - «.notice to any party, in whose pleadings or affidavits reference is made to any document, to produce such document.» (O.31 R.15). Ό,τι ακριβώς δηλαδή συνιστά το πεδίο εμβέλειας της Δ.28 Θ.6, εντός του οποίου παρουσιάζεται να εμπίπτει και η παρούσα περίπτωση εφόσον αυτό που ζητείται είναι η αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων τα οποία αναφέρονται στη δικογραφία: Δ.28 Θ
  2. - Where any party to a cause or matter has in his pleadings particulars or affidavits referred to any document he may be required by any other party thereto by notice in writing to produce such document for the inspection of the party giving such notice or of his advocate and to permit him or them to take copies thereof. Any party failing to comply with such notice shall not afterwards be at liberty to put any such document in evidence on his behalf in such cause or matter, unless he shall satisfy the Court that such document relates only to his own title, he being a defendant to the cause or matter, or that he had some other cause or excuse which the Court shall deem sufficient for not complying with the notice, in which case the Court may allow the same to be put in evidence on such terms as to costs and otherwise as the Court shall think just. Δεδομένου συνεπώς του ουσιαστικά πανομοιότυπου των προνοιών των σχετικών αγγλικών θεσμών με τις αντίστοιχες κυπριακές πρόνοιες, οι επεξηγηματικές σημειώσεις του Annual Practice ως προς το πώς εφαρμόζονται η εξουσία έκδοσης διατάγματος γενικής και/ή ειδικής αποκάλυψης εγγράφων και η εξουσία έκδοσης διατάγματος επιθεώρησης εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή και έλεγχο του αντιδίκου και τα οποία είτε έχουν με κάποιο τρόπο ήδη «αποκαλυφθεί» είτε όχι, παρέχουν σημαντική καθοδήγηση ως προς τον τρόπο και το πεδίο εμβέλειας των προνοιών της Δ.28.Θ1 και 11 που αφορούν στην πρώτη περίπτωση και των Δ.28Θ.4, 5 και 6-10 που αφορούν στη δεύτερη. Άλλωστε, όπως φαίνεται και από το λόγο των Transmarine, GAP Navigation Ltd και T.B.F. (Cyprus) Ltd ανωτέρω αλλά ιδιαίτερα και από την THE NATIONAL BANK OF GREECE SA ν. PARASKEVAS MITSIDES AND ANOTHER
(1962)1 CLR 40, τα επεξηγηματικά σχόλια που γίνονται π.χ. στη σελ. 719 στο Annual Practice για το θέμα της σχετικότητας των εγγράφων για τα οποία ζητείται είτε αποκάλυψη είτε επιθεώρηση και τα οποία παραθέτω αυτούσια πιο κάτω, έχουν υιοθετηθεί πλήρως στην κυπριακή νομολογία και δικαστική προσέγγιση: Annual Practice 1958 Pg.719 - «" Relating to." Documents are relevant which contain information which may either directly or indirectly enable the party seeking discovery either to advance his own case or damage (see. (n.) " Impeaching or destroying adversary's case " (supra, p. 695) that of his adversary, or which may fairly lead him to a train of inquiry which may have either of these two consequences.They are not confined to such as would be admissible in evidence». Άκρως σχετικές με το υπό συζήτηση θέμα είναι λοιπόν οι επεξηγηματικές σημειώσεις στις σελ.710-714 του Annual Practice που αφορούν στην O.31 R.12 η οποία, όπως και η αντίστοιχη Δ.28 Θ.1, αφορά στην περίπτωση όπου ζητείται διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων καθώς επίσης και οι σημειώσεις στις σελ. 721 - 722 σε σχέση με τις O.31 R.15-18, οι οποίες αφορούν, όπως και οι Δ.28 Θ.6-10, στην περίπτωση όπου ζητείται διάταγμα επιθεώρησης εγγράφων για τα οποία γίνεται αναφορά στα «.pleadings or affidavits.». Σύμφωνα λοιπόν με τις πιο πάνω επεξηγηματικές σημειώσεις, εκεί όπου ζητείται αποκάλυψη εγγράφων δυνάμει των Δ.28Θ.1 και Δ.28 Θ.11, είτε αυτή είναι γενική είτε ειδική αποκάλυψη, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί εκ πρώτης όψεως από τον αιτητή ότι, πέραν του θέματος της σχετικότητας, τα εν λόγω έγγραφα υπάρχουν και ότι είτε βρίσκονται τώρα, είτε βρίσκονταν κάποτε, είτε μπορούν να βρεθούν στο μέλλον, στην κατοχή της άλλης πλευράς, με τον όρο κατοχή και έλεγχο να δέχεται ευρείας ερμηνείας και το επίπεδο απόδειξης να είναι απλά αυτό του «εκ πρώτης όψεως» (βλ. επίσης T.B.F. (Cyprus) Ltd κ.α. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 153 και MARCEGAGLIA SpA από την Ιταλία, GAZOLDO DEGLI OPPOKITI, MANTOVA ν. ΤΟΥ ΠΛΟΙΟΥ «VYSOKOGORSK» ΣΗΜΑΙΑΣ ΒΑΝΟΥΑΤΟΥ, ECLI:CY:AD:2016:D264, ΑΓΩΓΗ ΝΑΥΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΡ. 31/2013, 31/5/2016). Όταν όμως ζητείται η επιθεώρηση εγγράφων, τα οποία είτε αποκαλύπτονται μέσω pleadings particulars or affidavits (Δ.28 Θ.6) είτε όχι (Δ.28 Θ.4 και 5) και για τα οποία ο ισχυρισμός του αιτητή είναι ότι βρίσκονται στην κατοχή και έλεγχο της άλλης πλευράς, ο όρος «κατοχή και έλεγχο» λαμβάνει μια στενότερη και αυστηρότερη σημασία υπό την έννοια ότι επιβάλλεται πλέον όπως ο αιτητής αποδείξει, πέραν της σχετικότητας και ότι τα έγγραφα πραγματικά βρίσκονται στην αποκλειστική κατοχή (sole and actual possession) της άλλης πλευράς αλλιώς «.No order for production of a document can be made.». Το επίπεδο απόδειξης αυτής της προϋπόθεσης της κατοχής είναι κάτι περισσότερο από μια απλή υποψία ή μια εκ πρώτης όψεως ένδειξη κατοχής και ουσιαστικά αποσείεται μόνο αν η άλλη πλευρά άμεσα ή έμμεσα παραδεχτεί τη σχετικότητα αλλά και την κατοχή των εγγράφων - «.directly or indirectly admitted both possession and relevancy.». Όπως όμως περαιτέρω εξηγείται στις σελ.721 και 722 του Annual Practice 1958, η αίτηση για έκδοση διατάγματος επιθεώρησης εγγράφων για τα οποία η άλλη πλευρά κάμνει αναφορά στα pleadings or affidavits της στη βάση της O.31 R.15 (Δ.28 Θ.6), διαφέρει κατά πολύ (broad distinction) από την αίτηση για έκδοση διατάγματος γενικής αποκάλυψης εγγράφων δυνάμει της O.31 R.12 (Δ.28 Θ.1) και αυτό διότι το σκεπτικό πίσω από την εξουσία που παρέχεται από τη O.31 R.15 (Δ.28 Θ.6) σε σχέση με την έκδοση διατάγματος επιθεώρησης εγγράφων για τα οποία η άλλη πλευρά κάμνει αναφορά στα δικόγραφα ή στις ένορκες δηλώσεις της, είναι, σύμφωνα με τους έγκριτους συγγραφείς, ότι το περιεχόμενο τέτοιων εγγράφων θεωρείται ωσάν να και είχε ολόκληρο εκτεθεί στα δικόγραφα οπόταν και θα πρέπει να δοθεί το ίδιο πλεονέκτημα στην άλλη πλευρά, ήτοι στον αιτητή, ο οποίος δεν έχει τα συγκεκριμένα έγγραφα που ο αντίδικος του δικογραφεί και επικαλείται. Είναι αυτή ακριβώς η ανάγκη για εξισορρόπηση των εκατέρωθεν «δυνάμεων» και για επίτευξη ισότητας των όπλων που σε μια τέτοια περίπτωση δεν χρειάζεται να προηγηθεί της επιθεώρησης ένορκη δήλωση αποκάλυψης (βλ. Day v William Hill (Park Lane) Ltd [1949] 1 KB) εφόσον συνεπεία της δικογραφίας, τα έγγραφα θεωρούνται αποκαλυφθέντα. Λαμβανομένων συνεπώς υπόψη των πιο πάνω αρχών καθώς επίσης και του ότι στην παρούσα υπόθεση οι δύο πλευρές δέχονται ότι τα έγγραφα στα οποία αφορά η υπό κρίση αίτηση είναι έγγραφα που αναφέρονται τουλάχιστον στο δικόγραφο της Απάντησης του ενάγοντα, θέμα αποκάλυψης τους από τον τελευταίο με περαιτέρω σχετική Ένορκη Δήλωση δεν υφίσταται εφόσον τα εν λόγω έγγραφα θεωρούνται δεόντως αποκαλυφθέντα συνεπεία της συμπερίληψης τους στη δικογραφία. Το μόνο ερώτημα συνεπώς που πρέπει να απαντηθεί είναι αν με την αναφορά που γίνεται στο δικόγραφο της Απάντησης στα επίμαχα έγγραφα ο ενάγοντας έχει τέτοιο πλεονέκτημα έναντι του εναγόμενου ώστε να πρέπει να διαταχθεί ο πρώτος να παραδώσει τα επίμαχα έγγραφα στο δεύτερο και έτσι να απαλειφτούν τυχόν πλεονεκτήματα και να επιτευχθεί ισότητα των όπλων μεταξύ των διαδίκων. Για τους λόγους όμως που θα προχωρήσω να εξηγήσω, κανένα τέτοιο πλεονέκτημα δεν έχει ο ενάγοντας έναντι του εναγόμενου στην παρούσα υπόθεση σε σχέση με τα συγκεκριμένα έγγραφα ούτε και χρειάζεται να εξισορροπηθεί η κατάσταση μέσω της αιτούμενης διαταγής για επιθεώρηση. Προσεκτική ανάγνωση της δικογραφίας καταδεικνύει ότι τα έγγραφα που ζητά ο εναγόμενος να του δοθούν είναι τα έγγραφα στα οποία πρώτος εκείνος έκαμε αναφορά στο δικόγραφο του και δη τα έγγραφα τα οποία κατά τον ίδιο τον εναγόμενο περιέχουν τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την από μέρους του προβαλλόμενη υπεράσπιση της αλήθειας, υπεράσπιση η οποία περιττό να υπενθυμίσω ότι σε αγωγές λιβέλου είναι στους ώμους του εναγόμενου να την αποδείξει. Τα όσα δε ισχυρίζεται ο ενάγοντας μέσω της Απάντησης του σε σχέση με τα εν λόγω έγγραφα, ισχυρισμοί οι οποίοι αποτελούν τη βάση για την υπό κρίση αίτηση του εναγόμενου, δεν συνιστούν τίποτε άλλο παρά τη θέση του ενάγοντα ως προς την ερμηνεία και τη βαρύτητα που θα πρέπει να δοθεί στα έγγραφα που ο εναγόμενος επικαλείται και πουθενά στην Απάντηση του ενάγοντα δεν προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι τα έγγραφα που επικαλείται ο εναγόμενος είναι διαφορετικά από τα έγγραφα στα οποία ο ενάγοντας αναφέρεται, ούτε και φαίνεται από τη δικογραφία οι δύο πλευρές να διαφωνούν ως προς το ότι τα έγγραφα που επικαλείται ο εναγόμενος στην υπεράσπιση του είναι τα ίδια έγγραφα με αυτά στα οποία αναφέρεται ο ενάγοντας στην Απάντηση. Με άλλα λόγια, από την ανταλλαχθείσα δικογραφία και τις εκατέρωθεν γραπτές παραστάσεις φαίνεται και τεκμαίρεται με βάση τις εφαρμοστέες αρχές ότι και οι δύο πλευρές έχουν ήδη στην κατοχή τους τα έγγραφα στα οποία αφορά η παρούσα αίτηση και η αναφορά μου εδώ σε τεκμήριο γίνεται υπό την έννοια του ότι, για να αναφερθούν αμφότεροι εναγόμενος και ενάγοντας στα δικόγραφα τους στο περιεχόμενο των συγκεκριμένων εγγράφων, εξυπακούεται ότι και οι δύο τους είχαν υπόψη τους τα εν λόγω έγγραφα όταν συνέτασσαν τους δικογραφημένους τους ισχυρισμούς. Εκ των ενάγοντα και εναγόμενου όμως, μόνο ο δεύτερος επέλεξε να επικαλεστεί τα εν λόγω έγγραφα ώστε να θεμελιώσει τις δικογραφημένες του θέσεις, τις οποίες έχει και αποκλειστικά το βάρος να αποδείξει και σίγουρα δεν θα μπορούσε εδώ να αγνοηθεί ότι στην Ε/Δ αποκάλυψης του εναγόμενου, ο τελευταίος δεν αναφέρει πουθενά ότι για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του κατά την ακρόαση, προτίθεται να χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε έγγραφα εκτός από το δημοσίευμα του Φιλελεύθερου «μαζί με τα επισυναπτόμενα του» ή έγγραφα τα οποία δεν είναι ήδη στην κατοχή του, ως επιβάλλετο να διευκρινιστεί αν ήταν τέτοια η περίπτωση. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, δεν θεωρώ ότι ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αν μη τι άλλο διότι ο ίδιος ο εναγόμενος παρουσιάζεται μέσω του δικογράφου του ότι ήδη έχει και γνωρίζει τα επίμαχα έγγραφα για τα οποία ζητά να διαταχθεί ο ενάγοντας να του τα παρουσιάσει αλλά και διότι, υπό το φως του λόγου για τον οποίο ο εναγόμενος επικαλείται τα εν λόγω έγγραφα, ήτοι για να αποδείξει ότι τα γεγονότα που υφίσταντο κατά το χρόνο συγγραφής του επίδικου σχολίου το καθιστούσαν αληθές και/ή έντιμο, ο τελευταίος είναι ουσιαστικά αυτός που εύλογα αναμένεται ότι έχει και θα παρουσιάσει τα εν λόγω έγγραφα. Το αν τώρα ο εναγόμενος επέλεξε, για λόγους που μόνο αυτός γνωρίζει, να παρουσιάσει τον εαυτό του ως κάτοχο και γνώστη του περιεχομένου συγκεκριμένων εγγράφων και να οικοδομήσει με θετικό τρόπο την υπεράσπιση του επί αυτών των εγγράφων, χωρίς όμως στην πραγματικότητα να έχει ή να γνωρίζει τι περιέχουν τα εν λόγω έγγραφα, αυτό δεν είναι θέμα που πρέπει να προβληματίσει το Δικαστήριο αλλά τον ίδιο τον εναγόμενο. Σίγουρα όμως, αν έτσι έχουν τα πράγματα, αυτό δεν θα μπορούσε να προσμετρήσει προς όφελος του εναγόμενου και εις βάρος του ενάγοντα εφόσον τότε η εξουσία με βάση τη Δ.28 δεν θα ασκείτο προς εξισορρόπηση αλλά προς ανατροπή της ισότητας των όπλων. Η υπό κρίση αίτηση επομένως δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και απορρίπτεται και εφόσον πρόκειται για διαδικασία δυνάμει της Δ.30, τα έξοδα της διαδικασίας θα συνιστούν έξοδα στην πορεία της αγωγής, σε καμία όμως περίπτωση δεν θα είναι εναντίον της πλευράς του ενάγοντα. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΛΞ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.