← Κύπρος

NOGHANI BAHAMBARI ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 623/15, 30/10/2020

NOGHANI BAHAMBARI ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 623/15, 30/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A521 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 623/15 Μεταξύ: XXXXX NOGHANI BAHAMBARI ή/και XXXXX HOMAZAAD Ενάγοντας και ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενος -------------------------------------------- Ημερομηνία: 30 Οκτωβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: κα Ε. Μελεάγρου Για εναγόμενο: κα Θ. Κουμή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή που καταχώρησε στις 13/02/15, ο ενάγοντας, Ιρανός υπήκοος και μόνιμος πλέον κάτοικος Λονδίνου, αξιώνει από την Κυπριακή Δημοκρατία ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για αριθμό κατ' ισχυρισμό παραβιάσεων των υποχρεώσεων που θεωρεί ότι η τελευταία όφειλε απέναντι του ως πρόσωπο που είχε υποβάλει αίτηση για πολιτικό άσυλο. Συνεπεία των εν λόγω παραβιάσεων, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, αυτός υπέστη βασανιστήρια, απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση στην Περσία όπου η Δημοκρατία τον απέλασε και του προκλήθηκαν σωματικές και ψυχολογικές βλάβες από τις οποίες υποφέρει μέχρι και σήμερα. Ως θα διαφανεί πιο κάτω, η φύση της παρούσας διαδικασίας επιβάλλει όπως παραταθούν σε κάποια έκταση αυτούσια τα γεγονότα που σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης θεμελιώνουν και συνθέτουν τις επί του προκειμένου αξιώσεις του ενάγοντα.: «Ο Ενάγων είναι Ιρανός στην καταγωγή, γεννημένος στην πόλη XXXXX της επαρχίας Gillan στό βόρειό Ιράν, στις 23.03.1980..Ο Ενάγων αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Ιράν τον Μάιο του 2006, λόγω βάσιμου φόβου δίωξης του από τις Περσικές αρχές και από το ίδιο το οικογενειακό του περιβάλλον, και να ταξιδέψει μόνος του μέσω Τουρκίας, στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, όπου κατέληξε στις 07.06.

  1. Ακολούθως εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές όπου και υπέβαλε έγκαιρα αίτηση ασύλου στα γραφεία της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης στη Λευκωσία, στις 21.06.
  2. Στις 24.07.2006 η αρμόδια αρχή προμήθευσε τον Ενάγοντα με το απαιτούμενο έντυπο βεβαίωσης υποβολής αίτησης ασύλου (confirmation letter) και με το έντυπο βεβαίωσης εγγραφής αλλοδαπού. Ο αιτητής ισχυρίζεται ότι του ανέφεραν ότι πρέπει να περιμένει για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα για την σχετική επιστολή, το επόμενο στάδιο στην διαδικασία ασύλου. Μετά από την πάροδο μερικών μηνών κατά την διάρκεια των οποίων ο Ενάγων, που δεν είχε ακόμα λάβει οποιαδήποτε ειδοποίηση από τις κρατικές αρχές, και ζούσε κάτω από δύσκολες συνθήκες χωρίς καμία βοήθεια (σ.σ σε κατοπινό στάδιο της Ε/Α αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι δεν έλαβε οποιοδήποτε επίδομα), απεφάσισε να αναχωρήσει για το Η.Β. Κατά την διαμονή του στην Κύπρο ο Ενάγων γνώρισε και δημιούργησε σοβαρό δεσμό με Κύπριο που κατοικεί μόνιμα στο Λονδίνο και είχαν αποφασίσει να ζήσουν μαζί στο Λονδίνο.Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαβιούσαν οι αιτητές ασύλου στην Κύπρο, ήταν εξαιρετικά δύσκολες, χωρίς εργασία και εισόδημα για μακρύ και απεριόριστο χρονικό διάστημα αναμένοντας να εξεταστεί η αίτηση τους. Έτσι τον Ιανουάριο 2007, και εφόσον δεν είχε λάβει καμία ειδοποίηση από την Υπηρεσία Ασύλου αποφάσισε να ταξιδέψει στο Η.Β και να υποβάλλει εκ νέου εκεί αίτηση ασύλου.Στις 16 Ιανουάριου 2007, ταξίδεψε από την Κύπρο στο αεροδρόμιο Heathrow του Λονδίνου χρησιμοποιώντας πλαστό διαβατήριο το οποίο είχε προμηθευτεί στην Κύπρο από κάποιο λαθρέμπορο. Στο έλεγχο διαβατηρίων του αεροδρόμιου Heathrow έγινε αντιληπτό ότι ο Ενάγων είχε ταξιδέψει με πλαστό διαβατήριο και κρατήθηκε πρώτα εκεί και κατόπιν στο Tinsley House, κέντρο κράτησης (και απέλασης) μεταναστών και αιτητών ασύλου. Κατά την διάρκεια σχετικής ανάκρισης ο Ενάγων ζήτησε να του παραχωρηθεί άσυλο στο Η.Β, αφού αποκάλυψε στις αρχές το αληθινό του όνομα του και τη εθνικότητα του. Κατόπιν εξέτασης των δακτυλικών αποτυπωμάτων του Ενάγοντα και άλλων σχετικών ερευνών, οι Βρετανικές αρχές επιβεβαίωσαν ότι ο Ενάγων είχε ήδη υποβάλλει αίτηση ασύλου στην Κύπρο η οποία δεν είχε ακόμη εξεταστεί. Στην απόφαση της, ημερομηνίας 2 Φεβρουάριου 2007, η Μεταναστευτική Αρχή του Η.Β. (UK Immigration Service, Immigration and Nationality Directorate, Home Office) αναφέρει ότι σύμφωνα με τον σχετικό Ευρωπαϊκό Κανονισμό και την Βρετανική νομοθεσία, η αίτηση ασύλου του Ενάγοντα πρέπει να εξεταστεί από την Κυπριακή Δημοκρατία. Επιπλέον η απόφαση αναφέρεται και στην αποδοχή από την Κυπριακή Δημοκρατία της ευθύνης για την εξέταση της αίτησης ασύλου του Ενάγοντα. Η απόφαση της Βρετανικής Μεταναστευτικής Αρχής κοινοποιήθηκε στον Ενάγοντα στις 6 Φεβρουάριου
  3. Στις 20 Φεβρουαρίου 2007, η Βρετανική Μεταναστευτική Αρχή απευθύνθηκε στις Κυπριακές Αερογραμμές με οδηγίες για την αναγκαστική μεταφορά του Ενάγοντα πίσω στην Κύπρο, στις 27 Φεβρουαρίου 2007, με την πτήση CY0327 από το αεροδρόμιο Heathrow στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Ο Ενάγων επιβιβάστηκε στην πτήση CY0327, στις 27.02.2007, αφού έλαβε διαβεβαιώσεις από τους υπεύθυνους μετανάστευσης στο Η.Β ότι οι Κυπριακές Αρχές θα εξέταζαν την αίτηση ασύλου του και δεν θα τον απέλαυναν σε χώρα όπου θα τίθετο σε κίνδυνο η ζωή του και η ελευθερία του. Όταν ο Ενάγων έφθασε στην Κύπρο, συνελήφθηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας και μεταφέρθηκε σε κέντρο κράτησης κοντά στο παλιό αεροδρόμιο. Εκεί του έδωσαν να καταλάβει, με χειρονομίες, ότι ευρίσκετο υπό κράτηση διότι είχε αναχωρήσει από την Κύπρο με πλαστό διαβατήριο και ότι θα επέστρεφε πίσω στο Ιράν. Ο Ενάγων, που δεν γνώριζε παρά ελάχιστα Αγγλικά, προσπάθησε να εξηγήσει στους αστυνομικούς που τον επισκέφθηκαν ότι εάν επέστρεφε στο Ιράν θα διώκετο και θα υπόκειτο σε βασανιστήρια. Την επομένη, 28.02.2007, ο Ενάγων μεταφέρθηκε, με χειροπέδες, και πάλι στο αεροδρόμιο Λάρνακας και τοποθετήθηκε, διά της βίας, στην τελευταία σειρά αεροπλάνου των Emirates Airines, με προορισμό την Τεχεράνη, μέσω Dubai. Οι Κυπριακές αρχές είχαν προηγουμένως αρνηθεί να του επιστρέψουν το κινητό του τηλέφωνο, παρά τις παρακλήσεις του και δεν του επέτρεψαν να επικοινωνήσει με την Βρετανική Ύπατη Αρμοστεία στη Λευκωσία. Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι οι Κυπριακές Αρχές είχαν παραδώσει επιστολή στον πιλότο του αεροσκάφους, για να μεταφέρει στις Ιρανικές αρχές, με την οποία εξηγούσαν ότι η αίτηση ασύλου του είχε απορριφθεί και απελαύνετο πίσω στο Ιράν. Ο Ενάγων συνελλήφθηκε στο αεροδρόμιο Imam Khomeini της Τεχεράνης.(παρατίθενται λεπτομέρειες βασανιστηρίων, απάνθρωπης και ταπεινωτικής μεταχείρισης που ο ενάγοντα ισχυρίζεται ότι υπέστη στην Περσία από τις εκεί αστυνομικές και κρατικές αρχές αλλά και από την ίδια του την οικογένεια λόγω της ομοφυλοφιλίας του αλλά και λόγω των κατ' ισχυρισμό πολιτικών του πεπεοιθήσεων).Ο Ενάγων γνωρίζοντας τον σοβαρότατο κίνδυνο που διέτρεχε να βασανιστεί και φυλακιστεί εάν συλλαμβάνετο για ομοφυλοφιλία τράπηκε και πάλι εις φυγή. Κατά ή περί τις 10 Ιουλίου 2009, διέσχισε περπατητός τα βουνά στην Τουρκία και από εκεί διά θαλάσσης με πλοίο κατέληξε στην Κρήτη. Κατόπιν ταξίδεψε αεροπορικώς πρώτα στην Αθήνα και κατόπιν στο Η.Β. Κατά ή περί τις 16 Αυγούστου 2009, ο Ενάγων υπέβαλλε εκ νέου αίτηση ασύλου στο αεροδρόμιο Heathrow όπου τα δακτυλικά του αποτυπώματα επιβεβαίωσαν και πάλι ότι είχε ήδη ζητήσει άσυλο στην Κύπρο στις 21 Ιουνίου
  4. Μεταφέρθηκε στο κέντρο κράτησης αιτητών ασύλου Oakington ενώ οι Βρετανικές αρχές επικοινώνησαν επίσημα με τις Κυπριακές (27 Αυγούστου 2009) ζητώντας εκ νέου από την Κύπρο να αναλάβει την ευθύνη εξέτασης της αίτησης ασύλου του Ενάγοντα. Οι Κυπριακές αρχές απέρριψαν την απαίτηση της Βρετανικής Μεταναστευτικής Αρχής. Παρόλη την μαρτυρία που τους απεστάλη σχετικά με την επιστροφή του Ενάγοντα στην Κύπρο στις 27 Φεβρουάριου 2007, οι Κυπριακές αρχές αρνήθηκαν οποιαδήποτε γνώση σχετικά με την επιστροφή του Ενάγοντα στην Κύπρο για εξέταση της αίτησης ασύλου που είχε πρώτα υποβάλλει στην Κύπρο. Ο Ενάγων αφέθηκε ελεύθερος στις 23 Σεπτεμβρίου 2009 και υπέβαλε αίτηση ασύλου στο Η.Β. όπου του παραχωρήθηκε το καθεστώς του πρόσφυγα στις 17 Ιουνίου 2010.» Καταλήγει δε ο ενάγοντας, ότι «.οι συνθήκες υποδοχής του στην Κύπρο σαν αιτητή ασύλου, η άρνηση των Κυπριακών αρχών να εξετάσουν την αίτηση ασύλου του τον Φεβρουάριο 2007 σαν πρώτη χώρα ασύλου και η απέλαση του στο Ιράν που ακολούθησε παραβίασαν τα δικαιώματα του όπως αυτά κατοχυρώνονται από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τη Σύμβαση του 1951 για το Νομικό Καθεστώς των Προσφύγων και τις νομοθετικές διατάξεις που προνοούν για την παραχώρηση διεθνούς προστασίας για άτομα όπως ο ίδιος.». Σημειώνω εδώ ότι στην Ε/Α παρατίθενται λεπτομέρειες για τις κατ' ισχυρισμό παραβιάσεις, οι οποίες συνιστούν ουσιαστικά επανάληψη των προαναφερθέντων. Στην αντιπέρα όχθη η Δημοκρατία δέχεται ότι ο ενάγοντας υπέβαλε αίτηση χορήγησης πολιτικού ασύλου στις 21/06/2006, ισχυρίζεται όμως ότι η εν λόγω αίτηση απερρίφθη τον Φεβρουάριο 2007 όταν και ο ενάγοντας απελάθηκε, ότι σε όλα τα στάδια τηρήθηκαν οι νόμιμες και δέουσες διαδικασίες, ότι ο χειρισμός του ενάγοντα από τις Κυπριακές αρχές ήταν πάντοτε εντός των νόμιμων ορίων και ότι η Κυπριακή Δημοκρατία εκπλήρωσε όλες τις υποχρεώσεις της απέναντι στον ενάγοντα. Πρωτίστως όμως η Δημοκρατία στην υπεράσπιση της εγείρει προδικαστική ένσταση ότι το παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, εφόσον «.η αιτία αγωγής και/ή οι πράξεις για τις οποίες παραπονείται ο ενάγοντας πηγάζουν από εκτελεστή διοικητική πράξη η νομιμότητα της οποίας δεν προσεβλήθη δεόντως με προσφυγή στο Ανώτατο.». Στην Απάντηση που καταχώρησε η πλευρά του ενάγοντα επαναλαμβάνονται ουσιαστικά οι παραγράφοι της Ε/Α. Ως προς την κατ' ισχυρισμό απόρριψη της αίτησης του τελευταίου για πολιτικό άσυλο όμως, διευκρινίζεται ότι η θέση του ενάγοντα είναι ότι δεν «.υπήρξε νόμιμη απόρριψη αίτησης εφόσον δεν δόθηκε καμμιά ευκαιρία στον Ενάγοντα να υποβάλει οποιαδήποτε αίτηση ούτε και υπήρξε ποτέ απάντηση στην αίτηση που υπέβαλε στις 21/06/
  5. Απεναντίας ο Ενάγων τοποθετήθηκε με βία την επομένη της άφιξης του από το αεροδρόμιο Heathrow, δηλ. Στις 28/02/2007, σε αεροπλάνο και απελάθηκε παράνομα και χωρίς καμία διαδικασία, στο Ιράν.». Αφού ολοκληρώθηκαν οι σχετικές προδικαστικές διαδικασίες με βάση τη Δ.30 και στη συνέχεια, για διάφορους λόγους η ακρόαση αναβλήθηκε σε διάφορες ημερομηνίες, η υπόθεση τέθηκε ενώπιον μου για πρώτη φορά στις 22/11/19 για ακρόαση. Ζητήθηκε τότε αναβολή από πλευράς ενάγοντα για το λόγο ότι η συνήγορος του απουσίαζε στο εξωτερικό και εφόσον δεν υπήρξε ένσταση από την άλλη πλευρά, ενέκρινα το αίτημα. Επειδή όμως έκρινα ότι ενόψει και της προδικαστικής ένστασης της εναγόμενης, η φύση της υπόθεσης και ιδιαίτερα οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί επί των οποίων ο ενάγοντας εδράζει την αγωγή του έχριζαν διευκρινήσεων ώστε να καθοριστούν με ακρίβεια και καθαρότητα τα επίδικα θέματα που θα απασχολούσαν την ακρόαση (βλ. Ιωάννου Ευάνθη ν. Royal International Insurance Holdings Ltd

(2006)1 ΑΑΔ 952), όρισα την υπόθεση σε σύντομο χρονικό διάστημα δίνοντας οδηγίες όπως εμφανιστούν ενώπιον μου οι συνήγοροι των δύο πλευρών. Κατά την εν λόγω εμφάνιση των συνηγόρων, η κα Μελεάγρου ανέφερε ότι ο ενάγοντας πελάτης της βρίσκεται μόνιμα στο Λονδίνο και ότι συνεπεία των ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει, τα οποία προβλήματα κατ' εκείνον αποδίδονται σε μεγάλο βαθμό στη στάση που του επέδειξαν οι κυπριακές αρχές, δεν θα μπορεί να προσέλθει στην Κύπρο για σκοπούς της ακρόασης οπόταν και θα έπρεπε να εξεταστεί το ενδεχόμενο να διευθετήσει το Δικαστήριο όπως η μαρτυρία του δοθεί μέσω τηλεδιάσκεψης. Ανέφερα τότε στη συνήγορο ότι προτού εξεταστεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα πρέπει πρώτα να διευκρινιστούν ποια ακριβώς είναι τα επίδικα θέματα που θα απασχολήσουν κατά την ακρόαση εφόσον από τα όσα αναφέρονται στην Ε/Α ενδέχεται να υπάρχει θέμα με την καθ' ύλη αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, ως είναι και η θέση της εναγόμενης. Ανέφερε τότε η συνήγορος ότι θα επισκεπτόταν τον ενάγοντα στο Λονδίνο εντός των επικείμενων τότε διακοπών των Χριστουγέννων, οπόταν ζήτησε να της δοθεί χρόνος μέχρι τέλος Φεβρουαρίου να μελετήσει το θέμα και να τοποθετηθεί εφ' όλης της ύλης. Το αίτημα εγκρίθηκε και η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου στις 26/02/20. Κατ' εκείνη την ημερομηνία λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «κα. Μελεάγρου: Κατ' αρχήν να ξεκαθαρίσω ότι ο ενάγοντας δεν ζητά από το Δικαστήριο να ενεργήσει ως ακυρωτικό και να ελέγξει είτε τη νομιμότητα ή τη νομιμότητα από την Υπηρεσία Μετανάστευσης και την Υπηρεσία Ασύλου. Οι αποφάσεις αυτές δεν προσβλήθηκαν το 2007 με προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο σύμφωνα με το αρ. 146, άρα η νομιμότητα και η ισχύ είναι δεδομένη. Άρα, ο ενάγοντας δεν ζητά αποζημίωση με βάση το αρ.146 του Συντάγματος. Ο ενάγοντας εγείρει την αγωγή αυτή για πράξεις ή παραλείψεις των εναγομένων που συνιστούν παραβίαση των δικαιωμάτων του ενάγοντα όπως αυτά κατοχυρώνονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα, το αρ. 3 σύμφωνα με το οποίο «απαγορεύονται με απόλυτο τρόπο.προσώπου». Σύμφωνα με τη διεθνή σύμβαση κατά των βασανιστηρίων και αντίστοιχου ακυρωτικού Νόμου 235/90 απαγορεύει στις αρχές την έκδοση ατόμου σε χώρα όπου υπάρχει σοβαρός φόβος ότι θα υποστεί βασανιστήριο και παραβίαση νομικού καθεστώτος των προσφύγων. Δικαστήριο: Κυρία Μελεάγρου μία διευκρίνιση. Όσον αφορά την απαγόρευση για έκδοση ατόμου που θα υποστεί βασανιστήρια, το θέμα έκδοσης του ενάγοντα σε χώρα που κατ' ισχυρισμό θα υποστεί βασανιστήρια τέθηκε με κάποιο τρόπο ως ένσταση ή ως αμφισβήτηση της απόφασης για έκδοση μέχρι σήμερα, είτε προς των Υπουργό ή προς το Διοικητικό Δικαστήριο; κα. Μελεάγρου: Όχι. Δικαστήριο: Άρα όταν αποφασίστηκε η έκδοση του δεν τέθηκε θέμα ότι ενδέχεται να προσκρούει σε αυτή την απαγόρευση. κα. Μελεάγρου: Από ό,τι γνωρίζω και από τα δικά μου έγγραφα και από αυτά που αποκαλύφθηκαν δεν είναι τέτοιο θέμα. Δικαστήριο: Ούτε ο ενάγοντας έκανε κάποιες ενέργειες; κα. Μελεάγρου: Αυτή είναι η ενέργεια του ενάγοντα για το θέμα που λέτε. Άρα ο ενάγοντας αιτείται γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παραβίαση αυτών των δικαιωμάτων, παραβιάσεις τις οποίες ισχυρίζεται ήταν αποτέλεσμα των διαδικασιών που ακολουθήθηκαν από τις κυπριακές αρχές στο βαθμό που ασχολήθηκαν για το αίτημα ασύλου. Γενικές, νομικές αρχές στις οποίες βασίζεται ο ενάγοντας είναι η Νομολογία του ΕΔΑΔ σχετικά με την εξωεδαφική εφαρμογή των υποχρεώσεων ενός κράτους μέλους όπως είναι η Κύπρος για την προστασία ατόμων που εκδίδουν σε άλλες χώρες, στη διεθνή σύμβαση κατά των βασανιστηρίων, Νόμος 235/90 σχετικά με την αρχή μη επαναπροώθησης και στην ημεδαπή νομολογία όπως εξηγήθηκε στην Γιάλλουρος ν. Νικολάου. Επομένως, είναι η θέση μου ότι το μόνο Δικαστήριο που έχει αρμοδιότητα για την εκδίκαση των πιο πάνω παραβιάσεων είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας διότι πρέπει να παρασχεθεί θεραπεία η οποία να μπορεί να ασκηθεί στο πεδίο της αστικής διαδικασίας. Και έχω αυτή την απόφαση της κας Κυθραιώτου (παραδίδει στο Δικαστήριο) που είναι σε μία υπόθεση εντελώς ανάλογη για έκδοση ενός Κούρδου στη Συρία. 6824/13, ημερομηνίας 10/05/19 και έγινε εκεί ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις και οι εναγόμενοι εκεί είχαν προδικαστικές ενστάσεις που εγείρονται και στην προκείμενη.». Εφόσον η κα Μελεάγρου είχε προχωρήσει και με νομική επιχειρηματολογία επί των θεμάτων που ηγέρθηκαν, ζητήθηκε χρόνος από πλευράς εναγόμενης για να ετοιμαστεί σχετική απάντηση. Η υπόθεση τότε ορίστηκε για το σκοπό αυτό στις 23/03/20 όμως λόγω του ξεσπάσματος της πανδημίας του κορωνοϊού και των συνεπειών που τα περιοριστικά μέτρα για την αντιμετώπιση του επέφεραν τόσο στη λειτουργία των Δικαστηρίων όσο και στο πρόγραμμα των συνηγόρων, μόλις στις 18/09/20 κατέστη δυνατό να παρουσιαστεί η αγόρευση της Δημοκρατίας. Στην αγόρευση της η κα Κουμή προβάλλει τη θέση ότι όλα τα παράπονα και αξιώσεις που προωθεί ο ενάγοντας μέσω της παρούσας αγωγής, αφορούν σε ζημιές που κατ' ισχυρισμό προκλήθηκαν από εκτελεστές διοικητικές πράξεις και συνεπώς, το Επαρχιακό Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία δεν μπορεί ούτε να εξετάσει τα εν λόγω παράπονα του ενάγοντα αλλά ούτε και να του επιδικάσει τις θεραπείες που αξιώνει εφόσον κάτι τέτοιο θα συνιστούσε εξέταση θεμάτων που έχουν ως πρόκριμα διοικητικής φύσεως ζητήματα, τα οποία μόνο το αρμόδιο διοικητικό Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει. Λαμβανομένου δε υπόψη, υποστήριξε η κα Κουμή, ότι οι εκτελεστές διοικητικές πράξεις που επικαλείται ο ενάγοντας ως βάση για τα παράπονα του ουδέποτε προσβλήθηκαν ενώπιον του δικαιοδοτικά αρμόδιου Δικαστηρίου με το δέοντα τρόπο, ήτοι μέσω διοικητικής προσφυγής με βάση το αρ.146.6Σ., η νομιμότητα και ισχύς των πράξεων αυτών καθίσταται δεδομένη και συνεπώς, η οποιαδήποτε προσπάθεια του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εξετάσει, έστω έμμεσα, την νομιμότητα της πράξης ή της διαδικασίας θα συνιστά ανεπίτρεπτη επέμβαση της αστικής δικαιοδοσίας στην διοικητική δικαιοδοσία. Αιχμή του δόρατος των θέσεων της Δημοκρατίας συνιστούν οι αρχές που διατυπώθηκαν στις Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 ΑΑΔ 225 και Takis P Markides Ltd. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 ΑΑΔ 1424: Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 ΑΑΔ 225 «.Όπως είναι πρόδηλο από το κείμενο του άρθρ. 146, παρέχεται στο Ανώτατο Δικαστήριο αποκλειστική δικαιοδοσία για την αναθεώρηση κάθε πράξης διοικητικής Αρχής ή οργάνου το οποίο ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία. Το άρθρο 146.1 καλύπτει την ολότητα του φάσματος διοικητικών πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων της Διοίκησης στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Ο μόνος περιορισμός αφορά το πεδίο της λειτουργίας διοικητικής Αρχής ή οργάνου το οποίο εξυπακούεται από τη φύση της δικαιοδοσίας, κάτω από το άρθρο 146.1. Υπόκεινται στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου μόνο αποφάσεις ή παραλείψεις της Διοίκησης στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα του δικαίου, εξηγείται στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου Antoniou και Machlouzarides (Βλ. Antoniou and others v. Republic
(1984)3 C.L.R. 623. Machlouzarides v. Republic
(1985)3 C.L.R. 2342). .Η άσκηση της εξουσίας συναρτάται άμεσα με την ευόδωση των δημοσιονομικών στόχων της πολιτείας, θέμα ύψιστου συμφέροντος και ενδιαφέροντος για το δημόσιο.Προϋπόθεση για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας, βάσει του άρθρ. 146, είναι η γένεση, από την προσβαλλόμενη πράξη, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ως αποτέλεσμα της άσκησης της διοικητικής λειτουργίας. Με αυτή την έννοια η πράξη πρέπει να είναι εκτελεστή, δηλαδή, γενεσιουργός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Αν δεν έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του πολίτη αφήνονται ανεπηρέαστα· συνεπώς, δεν υπάρχει αντικείμενο προς αναθεώρηση ή διαφορά προς λύση.Η άλλη προϋπόθεση για την άσκηση της δικαιοδοσίας είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος εκ μέρους του αιτούντος. Στην προκειμένη περίπτωση.Η πράξη είχε, συνεπώς, βάσει των γεγονότων όπως διατυπώνονται στην έκθεση απαιτήσεως, όλα τα γνωρίσματα εκτελεστής διοικητικής πράξης. Αν, πάλι, το αίτημά τους συναρτάται με παράλειψη χωρίς την παρεμβολή θετικής ενέργειας, και πάλι αποκλειστική δικαιοδοσία για αναθεώρηση της παράλειψης, εφόσο είναι εκτελεστή, έχει το Ανώτατο Δικαστήριο, βάσει του άρθρ. 146. Η παράλειψη είναι εκτελεστή όταν ο νόμος επιβάλλει στη Διοίκηση ενεργό υποχρέωση προς δράση. Μάλιστα, η νομολογία ορίζει ότι εφόσο πρόκειται περί συνεχιζόμενης παράλειψης προς εκπλήρωση ενεργητικού καθήκοντος το οποίο επιβάλλει ο νόμος, ο χρόνος των 75 ημερών για την άσκηση προσφυγής δεν αποτελεί κώλυμα, δεδομένου ότι η παράλειψη εκλείπει μόνο με την εκτέλεση του επιβαλλόμενου καθήκοντος (Βλ. μεταξύ άλλων, Hassan Mustafa v. Republic, 1 R.S.C.C. 44.'Goulielmos v. Republic
(1983)3 C.L.R. 883. Phylactides v. Republic
(1983)3 C.L.R. 957. Epaminonda v. Municipality of Limassol
(1984)3 C.L.R. 1534). Εξάλλου, αν αίτημα για κινητοποίηση των Αρχών στη λήψη απόφασης, μείνει αναπάντητο μέσα στο χρονικό διάστημα των 30 ημερών που προβλέπει το άρθρο 29, η παράλειψη των Αρχών να απαντήσουν, και πάλι μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο προσφυγής εφόσο σκοπεί στην έκδοση από αρμόδιο όργανο ή Αρχή εκτελεστής απόφασης σε θέμα το οποίο άπτεται των δικαιωμάτων του αιτούντος (Βλ. μεταξύ άλλων, Justice Party v. Republic
(1986)3 C.L.R. 187. Papadopoulos v. Municipality of Nicosia
(1986)3 C.L.R. 2046).» Takis P Markides Ltd. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 ΑΑΔ 1424 «.Είναι ορθό ότι η αγωγή βασίζεται σε παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Αυτό δεν εξουδετερώνει την προέλευση του δικαιώματος ούτε αλλοιώνει το γεγονός ότι η πράξη ή παράλειψη η οποία στοιχειοθετεί το δικαίωμα αποτελεί αναπόσπαστη πτυχή της διοικητικής λειτουργίας συνυφασμένη με την έκδοση εκτελεστής απόφασης στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. Η χορήγηση άδειας . δεν ανάγεται ούτε στο ιδιωτικό δίκαιο ούτε σχετίζεται με το δίκαιο των συναλλαγών. Συναρτάται με μονομερή κυριαρχική (imperium) πράξη, δηλωτική της βούλησης της Διοίκησης. Άξονας της διοικητικής λειτουργίας στο δημόσιο τομέα είναι η προαγωγή των σκοπών του δικαίου για τους οποίους παρέχεται η εξουσία σε κρατική αρχή η όργανο. (Βλ. μεταξύ άλλων Αntoniou and others v. Republic
(1984)3 C.L.R. 623. Μachlouzarides v. Republic
(1985)3 C.L.R. 2342.) Η διοικητική λειτουργία περιλαμβάνει το σύνολο των πράξεων που σχετίζονται με την άσκηση της και η οποία απολήγει στην έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης ή απόφασης περιλαμβανόμενης και κάθε προπαρασκευαστικής πράξης και ενέργειας σχετιζόμενης προς την άσκηση της. Η έρευνα η οποία διεξήχθη από την αρμόδια Αρχή.αποτελούσε προπαρασκευαστική πράξη και αναπόσπαστο μέρος της διοικητικής διαδικασίας για την έκδοση της άδειας εισαγωγής. Η ζημιογόνος πράξης αφετέρου, εκείνη από την οποία προέκυψε η ζημία.συνιστούσε αυτοτελή διοικητική πράξη επενεργούσα όπως και η απόφαση.στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. Η αναθεώρηση εκτελεστών διοικητικών πράξεων στον τομέα του δημοσίου δικαίου ανάγεται αποκλειστικά στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Άρθρο 146.1 αποκλείει την εξέταση, άμεσα, έμμεσα ή παρεμπιπτόντως, από οποιοδήποτε δικαστήριο άλλο από το Ανώτατο Δικαστήριο, της νομιμότητας και εγκυρότητας εκτελεστής διοικητικής πράξης και κάθε προπαρασκευαστικής πράξης ή ενέργειας συναφούς προς την έκδοσή της. Όπως υποδεικνύεται στη Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, 231. Ο διαχωρισμός, όπως νωρίτερα σημειώσαμε, μεταξύ της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και της πολιτικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, είναι απόλυτος. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στην Συμβ. Εγγρ. Αρχ. & Πολιτικών Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453, 458, κατοπτρίζει το απόλυτο του διαχωρισμού. «Η αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος διαχωρίζεται θεσμικά από την πολιτική δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Οι δύο δικαιοδοσίες δεν εφάπτονται σε κανένα σημείο.» Η ακύρωση εκτελεστής διοικητικής πράξης από το Ανώτατο Δικαστήριο αποτελεί προϋπόθεση για τη διεκδίκηση ζημίας η οποία προκύπτει από την έκδοσή της. Η ακύρωση δεν είναι η μόνη προϋπόθεση, όπως εξηγείται στην Εγγλεζάκη και άλλες ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1992)1 Α.Α.Δ. 697, δίνοντας έκφραση στην προηγούμενη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά την παράλειψη της αρμόδιας διοικητικής αρχής ή οργάνου να ικανοποιήσει την αξίωση για αποκατάσταση μετά την ακύρωση της πράξης. (Βλ. επίσης Phedias Kyriakides v. Republic, 1 R.S.C.C. 66. Pantelis Petrides v. The Greek Communal Chamber and Another
(1965)1 C.L.R. 39. Attorney-General v. Andreas A. Markoullides and Another
(1966)1 C.L.R. 242. Marcou and Another v. Republic
(1968)3 C.L.R. 166. Costas Tsakistos v. Attorney-General
(1969)1 C.L.R. 355. Hapeshis v. Republic
(1979)3 C.L.R. 550. Christofides v. Attorney-General
(1981)1 C.L.R. 80. Frangoulides v. Republic
(1982)1 C.L.R. 462. Kampis v. Republic
(1984)1 C.L.R. 314. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ. και Άλλοι ν. Διευθυντή Τμήματος Δασών και Άλλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 225.). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Κεντρική Τράπεζα ν. Θεοδωρίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 420, 425, σκιαγραφεί τις προϋποθέσεις για τη διεκδίκηση ζημίας απορρέουσας από παράνομη διοικητική πράξη. «Όπως το κείμενο του άρθρου 146.6 υποδηλώνει και η νομολογία βεβαιώνει, προϋπόθεση για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου βάσει του άρθρου 146.6 αποτελεί η ακύρωση της διοικητικής πράξης που προκάλεσε τη ζημία. Το πολιτικό δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην αναθεώρηση της διοικητικής πράξης. Η έκνομη λειτουργία της Διοίκησης τεκμηριώνεται από την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο οποίο εναποτίθεται αποκλειστική δικαιοδοσία δικαστικής αναθεώρησης των διοικητικών πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων. Η πρώτη προϋπόθεση για την επίκληση του Άρθρου 146.6 είναι η ακύρωση της διοικητικής πράξης. Με την ακύρωση θεμελιώνεται το παράνομο της πράξης. Γεννάται δικαίωμα για αποζημίωση εφόσον η απαίτηση δεν ικανοποιηθεί από το δημόσιο όργανο, αρχή ή πρόσωπο που φέρει την ευθύνη για την ακυρωθείσα πράξη.» Θεώρηση του αγώγιμου δικαιώματος, στην προκείμενη περίπτωση όπως στοιχειοθετείται στην έκθεση απαιτήσεως των εφεσειόντων αποκαλύπτει ότι: (α) Το αγώγιμο δικαίωμα θεμελιώνεται σε πράξη ή παράλειψη που συνιστά αναπόσπαστο μέρος της έρευνας και προπαρασκευαστικών πράξεων για την έκδοση εκτελεστής διοικητικής απόφασης. (β) Η ζημία για την οποία εγείρεται αξίωση, προέκυψε από την έκδοση αυτοτελούς εκτελεστής διοικητικής πράξης ή απόφασης .η αναθεώρηση της οποίας ανάγεται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 146. Ο,τι άλλο πρέπει να τονιστεί είναι ότι επενεργεί υπέρ εκτελεστής διοικητικής πράξης ή απόφασης το τεκμήριο της νομιμότητας. Στην απουσία αμφισβήτησης πράξης ή απόφασης βάσει του Άρθρου 146.1, και ακύρωσης στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας, εκτελεστή διοικητική πράξη τεκμαίρεται ως νόμιμη με όλες τις συνέπειες που ενέχει αυτή η διαπίστωση στα δικαιώματα των επηρεαζομένων.» Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Είναι θεωρώ κοινώς αντιληπτό ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο, όπως και κάθε άλλο Δικαστήριο, δεν μπορεί να υπερβεί τη δικαιοδοσία του ή να λειτουργήσει έξω από τα όρια της και μια ουσιαστική πτυχή των διευκρινίσεων που ζήτησε το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση ως προς το πια ακριβώς είναι τα επίδικα θέματα που συνθέτουν την απαίτηση του ενάγοντα, αφορά ακριβώς στο θέμα της καθ' ύλης δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εξετάσει και να αποφανθεί επί των συγκεκριμένων παραπόνων και αξιώσεων που ο ενάγοντας προβάλλει στην Ε/Α.). Το θέμα της δικαιοδοσίας υπενθυμίζω, μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε από τους διαδίκους είτε από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα, ακόμα και κατ' έφεση και επιβάλλεται νομολογιακά όπως εξετάζεται προδικαστικά όπου παρέχεται η δυνατότητα, έτσι ώστε να αποφεύγεται η αχρείαστη σπατάλη χρόνου και χρήματος (βλ. Πετράκη Μαρία ν. Μάριου Φωτίου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 625). (βλ. Takis P Markides Ltd ανωτέρω, Central Co-Operative Bank v. CY.E.M.S.
(1984)1 C.L.R. 435, Πετράκη Μαρία ν. Μάριου Φωτίου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 625, Λογγίνος ν. Λογγίνου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1347, Ρ.Ι.Κ. κ.ά. ν. Νικολαΐδη
(1993)1 ΑΑΔ 364, Δαδακαρίδης ν. Δαδακαρίδου
(1990)1 ΑΑΔ 566 και YAEL NAVARO YASHIN, Πολιτική Αίτηση αρ. 41/16, 31/5/2016). Το γεγονός ότι στην παρούσα περίπτωση η εναγόμενη, αν και ήγειρε θέμα δικαιοδοσίας ως προδικαστική ένσταση εντούτοις δεν επιχείρησε ποτέ να το θέσει προς εκδίκαση καμία σημασία δεν έχει και αυτό γιατί ούτε η καθυστέρηση στην αμφισβήτηση της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης αλλά ούτε και συμφωνία μεταξύ των διαδίκων δύναται να επεκτείνει ή να δώσει σε Δικαστήριο δικαιοδοσία που ουδέποτε είχε, εφόσον η διαδικασία θεωρείται, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, εξ' υπαρχής άκυρη. Αν το Δικαστήριο δεν έχει καθ' ύλη δικαιοδοσία τότε δεν θα την αποκτήσει απλά και μόνο διότι η άλλη πλευρά καθυστέρησε ή παρέλειψε να θίξει το θέμα ενωρίτερα, εφόσον το θέμα αφορά στη ρίζα της διαδικασίας («goes to the root of the proceedings») και μπορεί και πρέπει να εξεταστεί, όποτε εγερθεί. (βλ. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ TΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ TOLKACHEVA, Πολιτική Έφεση Αρ. 151/2019, 6/9/2019, Philippou v. Philippou
(1986)1 C.L.R. 689, Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.7)
(1993)1 ΑΑΔ 793, Ηλίας Ηλία (Αρ. 1)
(1995)1 ΑΑΔ 1 και Νικολαΐδη ανωτέρω). Τα γεγονότα που προσμετρούν τόσο στον προσδιορισμό της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου όσο και του αγώγιμου δικαιώματος στο οποίο βασίζεται η απαίτηση, είναι τα γεγονότα που προσδιορίζουν τα επίδικα θέματα και τα οποία προκύπτουν ιδιαιτέρως από την Έκθεση Απαίτησης (βλ. Takis P Markides Ltd ανωτέρω, GURKINA ν. GURKIN, Έφεση Αρ. 14/2017, 3/7/2018 και την αναφορά που εκεί γίνεται στην Κυθραιώτης ν. Ward
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1480). Το δικόγραφο της Απάντησης βέβαια, έστω και αν αυτό καταχωρείται προαιρετικά, δεν αγνοείται εφόσον δεν είναι υποδεέστερο δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης αλλά δικόγραφο το οποίο δεσμεύει τον ενάγοντα αφού ουσιαστικά «ολοκληρώνει» την δικογραφημένη εκδοχή που συνθέτει την απαίτηση του. Άλλωστε, το κρίσιμο ερώτημα είναι πάντα κατά πόσο το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την απαίτηση του ενάγοντα ως αυτή προβάλλεται μέσω της δικογραφίας του - «does the Court have jurisdiction to entertain the claim» (βλ. Πετράκη ανωτέρω) και ως είναι νομολογημένο, η βάση επί της οποίας εδράζεται μία αγωγή είναι αυτή που διατυπώνεται στην οπισθογράφηση της απαίτησης, η οποία συνιστά και τον «πυρήνα» της αγωγής (βλ. Vasilico Cement Works Limited and Others ν. World Tide Shipping Corporation and Others
(1996)1 ΑΑΔ 389). Των πιο πάνω λεχθέντων συνεπώς και σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, αυτό που πρέπει πρώτα να εξεταστεί είναι το τι ακριβώς συνάγεται από τη σχετική δικογραφία του ενάγοντα να συνιστά τη βάση της αγωγής του και το επίδικο αντικείμενο της απαίτησης του. Επί τούτου παρατηρώ τα εξής. ΕΚΘΕΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΑΝΤΗΣΗ Η Ε/Α περιλαμβάνει σωρεία ισχυρισμών οι οποίοι προβάλλονται να αφορούν σε διαφορετικά χρονικά σημεία αλλά και σε διαφορετικά θέματα. Δύνανται όμως θεωρώ οι εν λόγω ισχυρισμοί να συνοψισθούν στις εξής ενότητες. Α. Περίοδος από 07/06/06 μέχρι και Ιανουάριο
  1. Αυτή η ενότητα αφορά στην περίοδο μεταξύ της παράνομης εισόδου του ενάγοντα στη Δημοκρατία και της αυτόβουλης αναχώρησης του για το Ηνωμένο Βασίλειο με πλαστό διαβατήριο αφού είχε υποβάλει αίτηση για άσυλο με συνεπακόλουθο να απολαμβάνει το καθεστώς αιτητή πολιτικού ασύλου. Σε αυτή επομένως την ενότητα δύναται να ενταχθούν τα παράπονα του ενάγοντα αναφορικά με τις «συνθήκες κάτω από τις οποίες διαβιούσαν οι αιτητές ασύλου», οι οποίες συνιστούν μία πτυχή επί της οποίας ο ενάγοντας αξιώνει αποζημιώσεις. Σύμφωνα λοιπόν με τον ενάγοντα, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τέθηκε ήταν «.εξαιρετικά δύσκολες, χωρίς εργασία και εισόδημα για μακρύ και απεριόριστο χρονικό διάστημα αναμένοντας να εξεταστεί η αίτηση τους» και συγκεκριμένα «.οι αρχές δεν παρείχαν.πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματα του. δεν ενημέρωσαν (ότι).είχε δικαίωμα σε δωρεά ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.(και).δεν έλαβε κανένα επίδομα κατά τη διάρκεια της σύντομης προσωρινής διαμονής του στην Κύπρο». Β. Περίοδος μεταξύ Ιανουαρίου 2007 και Φεβρουαρίου
  2. Αυτή η περίοδος αφορά στην περίοδο μεταξύ Ιανουαρίου 2007 που ο ενάγοντας «αποφάσισε να αναχωρήσει.για το Η.Β.» με πλαστό διαβατήριο ενόσω η αίτηση ασύλου που είχε υποβάλει στην Κύπρο εκκρεμούσε, και της 28/02/07 που οι Βρετανικές αρχές τον έστειλαν πίσω στην Κύπρο όπου συνελήφθη και τέθηκε «υπό κράτηση για χρήση/κατοχή πλαστού διαβατηρίου» οπόταν και απελάθηκε στο Ιράν. Σε αυτή την ενότητα εμπίπτουν τα παράπονα του ενάγοντα ως προς την αντιμετώπιση που έτυχε από τις κυπριακές αρχές και συγκεκριμένα ότι «.μεταφέρθηκε, με χειροπέδες, και πάλι στο αεροδρόμιο Λάρνακας και τοποθετήθηκε, διά της βίας, στην τελευταία σειρά αεροπλάνου των Emirates Airines, με προορισμό την Τεχεράνη, μέσω Dubai. Οι Κυπριακές αρχές είχαν προηγουμένως αρνηθεί να του επιστρέψουν το κινητό του τηλέφωνο, παρά τις παρακλήσεις του και δεν του επέτρεψαν να επικοινωνήσει με την Βρετανική Ύπατη Αρμοστεία στη Λευκωσία.οι Κυπριακές Αρχές είχαν παραδώσει επιστολή στον πιλότο του αεροσκάφους, για να μεταφέρει στις Ιρανικές αρχές, με την οποία εξηγούσαν ότι η αίτηση ασύλου του είχε απορριφθεί και απελαύνετο πίσω στο Ιράν (παρ.13 Ε/Α)» και ότι «οι κυπριακές αρχές.δεν εξέτασαν την αίτηση ασύλου του ενάγοντα αλλά αντίθετα τον έθεσαν υπό κράτηση για χρήση/ κατοχή πλαστού διαβατηρίου.(και τον απέλασαν στο Ιράν).μια χώρα όπου είναι διεθνώς γνωστό ότι η ομοφυλοφιλία αποτελεί ποινικό αδίκημα.(με).αποτέλεσμα την σύλληψη και επταήμερη κράτηση του ενάγοντα κατά την διάρκεια της οποίας υπέστη σκληρά βασανιστήρια και βιασμούς.την παραβίαση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων του.(και).παράφορη παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης σε χώρα όπου ο ενάγων είχε βάσιμο φόβο ότι θα υποστεί συνεχή και σκληρή δίωξη.» (παρ.40 και 41 Ε/Α). Στην ίδια ενότητα όμως εμπίπτει και το παράπονο που προβάλλει ο ενάγοντας στην παρ.10 της Απάντησης ήτοι ότι ουδέποτε «.υπήρξε νόμιμη απόρριψη αίτησης εφόσον δεν δόθηκε καμμιά ευκαιρία στον Ενάγοντα να υποβάλει οποιαδήποτε αίτηση ούτε και υπήρξε ποτέ απάντηση στην αίτηση που υπέβαλε στις 21/06/
  3. Απεναντίας ο Ενάγων τοποθετήθηκε με βία την επομένη της άφιξης του από το αεροδρόμιο Heathrow, δηλ. στις 28/02/2007, σε αεροπλάνο και απελάθηκε παράνομα και χωρίς καμία διαδικασία, στο Ιράν.». Γ. Περίοδος από Φεβρουάριο 2007 μέχρι 13/02/
  4. Η περίοδος αυτή αφορά στα όσα έλαβαν χώρα στο Ιράν μετά που ο ενάγοντας απελάθηκε εκεί από τις κυπριακές αρχές, στην κατ' ισχυρισμό διαφυγή του τον Ιούλιο 2009 από το Ιράν προς το Η.Β. όπου υπέβαλε νέα αίτηση ασύλου στις 16/08/09 και στα όσα επεσυνέβησαν μέχρι να εγκριθεί η εν λόγω αίτηση και ακολούθως μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Σύμφωνα με τον ενάγοντα, αν και αρχικά η αίτηση του για άσυλο από το Η.Β θεωρήθηκε από τις βρετανικές αρχές ότι δεν μπορούσε να εξεταστεί λόγω του ότι εξακολουθούσε να εκκρεμεί η αίτηση ασύλου στην Κύπρο, στην πορεία, όταν οι κυπριακές αρχές κατά παράβαση των υποχρεώσεων τους δεν δέχτηκαν να αναγνωρίσουν ότι αυτός είχε επιστρέψει τον Φεβρουάριο 2007 στην Κύπρο ούτε και να τον δεχτούν στο έδαφος της Δημοκρατίας για να εξετάσουν την αίτηση που είχε υποβάλει το 2006, η αίτηση του εγκρίθηκε από τις βρετανικές αρχές οι οποίες τελικά του παραχώρησαν το καθεστώς του πολιτικού πρόσφυγα. Σε αυτή επομένως την ενότητα εμπίπτουν τα παράπονα του ενάγοντα που αφορούν στις συνέπειες της απέλασης του και στις συνέπειες της κατ' ισχυρισμό άρνησης των κυπριακών αρχών οποιασδήποτε γνώσης περί επιστροφής του στην Κύπρο τον Φεβρουάριο
  5. ΕΠΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΥΡΗΝΑΣ ΑΓΩΓΗΣ Σύμφωνα λοιπόν με τις απαιτήσεις που ο ενάγοντας οπισθογράφησε στο αιτητικό του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και στο αιτητικό της Ε/Α, ο «πυρήνας» της παρούσας αγωγής και κατ' επέκταση τα γεγονότα που προσδιορίζουν τα επίδικα θέματα στη βάση των οποίων θα εξεταστεί και το θέμα της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, περιστρέφονται ουσιαστικά γύρω από τα όσα περιβάλλουν την αίτηση του ενάγοντα για πολιτικό άσυλο και την απέλαση του στο Ιράν και συγκεκριμένα αφορούν σε κατ' ισχυρισμό: Α. «.παραβιάσεις των Κανονισμών και διαδικασιών σύμφωνα με τις οποίες οι Κυπριακές αρχές είχαν την πρωταρχική ευθύνη να εξετάσουν την αίτηση ασύλου του Ενάγοντα.παραβιάσεις των διαδικασιών υποβολής και εξέτασης του αιτήματος για άσυλο . και των κανόνων που διέπουν την μεταχείριση των αιτητών ασύλου, ως αποτέλεσμα των οποίων ο Ενάγοντας απελάθηκε στη Περσία όπου υπέστη δίωξη, βασανιστήρια, απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση.» (αξιώσεις υπ. αρ. 1 και 2 κλητηρίου) Β. «.παραβιάσεις των ελάχιστων συνθηκών υποδοχής του Ενάγοντα, ως αιτητή ασύλου στη Δημοκρατία.» (αξίωση υπ. αρ.3 κλητηρίου) Γ. «.παραβιάσεις των εγγυήσεων που διέπουν τις διαδικασίες για χορήγηση.του καθεστώτος του πρόσφυγα ή/και της αναγνώρισης του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης σε χώρα όπου πρόσφυγας έχει βάσιμο φόβο ότι θα υποστεί δίωξη. παραβίαση του απόλυτου δικαιώματος.να μην υποβάλλεται σε βασανιστήρια ή/και απάνθρωπη ή/και εξευτελιστική μεταχείριση όπως αυτός υπέστη, σαν αποτέλεσμα της παράνομης επαναπροώθησής. παραβίαση του στοιχειώδους δικαιώματος . στην προσωπική του ελευθερία και ασφάλεια σαν αποτέλεσμα της παράνομης σύλληψης και κράτησης του από τις Περσικές αρχές μετά την παράνομη απέλαση του από την Κυπριακή Δημοκρατία. παραβίαση του θεμελιώδους δικαιώματος.σε αποτελεσματική ένδικη προστασία από την κράτηση με σκοπό την απέλαση και από την παράνομη απέλαση και παράδοση του.». (αξιώσεις υπ. αρ. 4, 5, 6, 7, 8, 9 κλητηρίου) Επισημαίνω εδώ ότι όπως διευκρινίστηκε και κατά το στάδιο των αγορεύσεων από πλευράς της συνηγόρου του ενάγοντα, ο τελευταίος απελάθηκε το 2007 δυνάμει σχετικής απόφασης της αρμόδιας αρχής και οι ενέργειες στις οποίες προέβη τότε η Δημοκρατία τόσο σε σχέση με την απέλαση του πρώτου όσο και με την αίτηση του για πολιτικό άσυλο, ουδέποτε αποτέλεσαν αντικείμενο οποιασδήποτε προσφυγής ή άλλης Δικαστικής ακυρωτικής διαδικασίας ενώ τα όσα παράπονα προβάλλει ο τελευταίος μέσω της παρούσας αγωγής, τα οποία, ως διευκρίνισε η συνήγορος του «.ήταν αποτέλεσμα των διαδικασιών που ακολουθήθηκαν από τις κυπριακές αρχές στο βαθμό που ασχολήθηκαν για το αίτημα ασύλου.» ουδέποτε πριν την καταχώρηση της παρούσα αγωγής τέθηκαν ενώπιον των αρμοδίων αρχών ή του Δικαστηρίου με οποιοδήποτε τρόπο. Κατά τη συνήγορο του ενάγοντα δε, «.Οι αποφάσεις (από την Υπηρεσία Μετανάστευσης και την Υπηρεσία Ασύλου) δεν προσβλήθηκαν το 2007 με προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο σύμφωνα με το αρ. 146, άρα η νομιμότητα και η ισχύ είναι δεδομένη. Υπό το φως λοιπόν της δικογραφίας αλλά και των διευκρινήσεων της συνηγόρου του ενάγοντα, η οποία βέβαια δεσμεύει τον πελάτη της ως προς τα επίδικα θέματα που αυτός προωθεί, καθίσταται έκδηλο θεωρώ ότι τα όσα στην παρούσα αγωγή συνιστούν τουλάχιστον τους πυρήνες υπό στοιχεία Α και Γ ανωτέρω, ήτοι οι αξιώσεις υπ. αρ. 1, 2, 4, 5, 6, 7, 8, 9 και 10 του κλητηρίου εντάλματος, αυτά αφορούν ουσιαστικά στο σύνολο των πράξεων και παραλείψεων που σχετίζονται με την άσκηση από την αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, της διοικητικής λειτουργίας που περιβάλλει την εξέταση μιας αίτησης ασύλου και την απόφαση για απέλαση ενός προσώπου, με την κάθε προπαρασκευαστική πράξη ή παράλειψη που οδηγεί στην απόφαση για έγκριση ή απόρριψη μιας αίτησης ασύλου ή στην απέλαση ενός προσώπου, να συνιστά αναπόσπαστο μέρος της όλης αυτής διοικητικής διαδικασίας. Ο λόγος που αναφέρω εδώ και τα περί εκτελεστής διοικητικής παράλειψης είναι διότι, αν και στην Ε/Α του ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι πληροφορήθηκε για την απόρριψη της αίτησης ασύλου του τον Φεβρουάριο 2007, άλλη πτυχή των παραπόνων του είναι ότι η αρμόδια αρχή καθυστέρησε και/ή παρέλειψε να εξετάσει την αίτηση του με αποτέλεσμα αυτός να υποστεί την ταλαιπωρία που ισχυρίζεται ότι υπέστη. Την εν λόγω κατ' ισχυρισμό παράλειψη όμως ο ενάγοντας, αν και σύμφωνα με τους δικούς του δικογραφημένους ισχυρισμούς τη διαπίστωσε όταν ήταν ακόμη στην Κύπρο, όχι μόνο δεν την προσέβαλε με σχετική προσφυγή αλλά αντιθέτως αποφάσισε, ως ίδιος ισχυρίζεται στην Ε/Α, να εγκαταλείψει την Κύπρο και να αναζητήσει πολιτικό άσυλο σε άλλη χώρα όπου και εν τέλει το εξασφάλισε. Όσον αφορά τώρα τα παράπονα που προβάλλει στην Ε/Α του ο ενάγοντας αναφορικά με την μη παροχή διερμηνέα ή τη μη επαρκή επεξήγηση των δικαιωμάτων του ως πρόσωπο που υπέβαλε αίτηση για άσυλο, τα εν λόγω παράπονα, αν και δεν δικογραφούνται να συνδέονται με τους λόγους που απορρίφθηκε η αίτηση ασύλου του ή τους λόγους της απέλασης του, θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι συνδέονται με την άλλη θέση του ότι η αρχή παρέλειψε να εξετάσει έγκαιρα και δεόντως την αίτηση του. Όμως, είτε λήφθηκε απορριπτική απόφαση σε σχέση με την αίτηση ασύλου τον Φεβράρη 2007 ως είναι ο ένας ισχυρισμός του ενάγοντα, είτε τέτοια απορριπτική απόφαση δεν λήφθηκε ποτέ, ως είναι άλλος ισχυρισμός του τελευταίου, η ουσία παραμένει ότι ο ενάγοντας ουδέποτε προσέβαλε στο αρμόδιο διοικητικό όργανο ή Δικαστήριο τις ενέργειες ή τη στάση της αρχής για την οποία παραπονείται σήμερα μέσω της παρούσας αγωγής, και σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς, μπορούσε να καταχωρήσει τέτοια προσφυγή σε διάφορα στάδια όταν βρισκόταν στην Κύπρο και στο Η.Β. Ενόψει όμως της μη καταχώρησης προσφυγής και λαμβανομένου υπόψη και του ότι το παράπονο του ενάγοντα ότι απελάθηκε σε χώρα κατά παράβαση της αρχής της επαναπροώθησης δεν τέθηκε ποτέ ενώπιον των αρμοδίων αρχών ή των αρμοδίων Δικαστηρίων, ως η δικηγόρος του τελευταίου διευκρίνισε, όλες οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν από τη Δημοκρατία και οι ενέργειες της τελευταίας σε σχέση με την αίτηση ασύλου του ενάγοντα, την κράτηση του για σκοπούς απέλασης του και εν τέλει την απέλαση του, θεωρούνται ότι έγιναν, ως πραγματικό γεγονός πλέον, με κάθε νομιμότητα και σύμφωνα με τις πρόνοιες των εφαρμοστέων Νόμων και Κανονισμών (βλ. μεταξύ άλλων Asad Mohammed Rahal ν. Κυπριακή Δημοκρατία και Άλλων
(2004)3 Α.Α.Δ. 741, FASEL ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 236/15, 31/3/2016 και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ TOY SINGH, Πολιτική Αίτηση αρ. 29/2020, 20/5/2020). Τα πιο πάνω συμπεράσματα σε σχέση με τον πυρήνα της αγωγής, τα οποία εξάγονται αποκλειστικά από τις δικογραφημένες θέσεις του ενάγοντα, επιβεβαιώνονται και από το λεκτικό της οπισθογράφησης της απαίτησης, όπου εκεί ρητά αναφέρεται ότι οι επί του προκειμένου αξιώσεις του ενάγοντα εδράζονται σε παραβιάσεις των κανονισμών και των διαδικασιών που αφορούν στην εξέταση της αίτησης του για άσυλο και στην απόφαση για απέλαση του, καθώς επίσης και στη θέση του ότι η απέλαση του και η κράτηση του για το σκοπό αυτό ήταν παράνομες. Με άλλα λόγια, τα όσα συνθέτουν τους πυρήνες της παρούσας αγωγής υπό στοιχεία Α και Γ ανωτέρω, ήτοι τις αξιώσεις υπ. αρ. 1, 2, 4, 5, 6, 7, 8, 9 και 10 του κλητηρίου εντάλματος για γενικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις και την υπ. αρ.1 αξίωση της Ε/Α για ειδικές αποζημιώσεις, στην ουσία αφορούν σε κατ' ισχυρισμό ζημιές που προκλήθηκαν από διάφορες αυτοτελείς εκτελεστές διοικητικές πράξεις και παραλείψεις μιας διοικητικής αρχής κατά τη διαδικασία που η εν λόγω αρχή ακολούθησε στα πλαίσια της διοικητικής της λειτουργίας, και οι οποίες πράξεις και παραλείψεις άπτονται της νομιμότητας της όλης διοικητικής διαδικασίας. Σύμφωνα όμως με τη σχετική νομολογία, το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν είναι δικαιοδοτικά αρμόδιο να εξετάσει τη νομιμότητα τέτοιων πράξεων και παραλείψεων ή τη νομιμότητα του συνόλου της διαδικασίας που ακολούθησε η αρχή ώστε να καταλήξει στις τελικές και επίσης αυτοτελείς εκτελεστές αποφάσεις ή παραλείψεις που προκάλεσαν τις κατ' ισχυρισμό επίδικες ζημιές, ήτοι την απόφαση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του ενάγοντα ή την παράλειψη εξέτασης της εν λόγω αίτησης και την απόφαση για απέλαση του ενάγοντα στο Ιράν με ότι αυτό συνεπάγεται. Την ίδια στιγμή όμως, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε ποτέ ενώπιον του αποκλειστικά αρμόδιου Δικαστηρίου η νομιμότητα των πράξεων και παραλείψεων που ο ενάγοντας τώρα ισχυρίζεται ότι έγιναν κατά παράβαση των Νόμων και Κανονισμών ώστε να θεμελιώσει τις συγκεκριμένες αξιώσεις του για αποζημιώσεις, κάθε έκφανση της διαδικασίας που ακολούθησε η διοικητική αρχή σε σχέση με τα συγκεκριμένα επίδικα θέματα, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι ήταν, ως πραγματικό γεγονός, νόμιμη και σε πλήρη συμμόρφωση με τις πρόνοιες των εφαρμοστέων Νόμων και Κανονισμών. Το να ζητείται συνεπώς με την παρούσα πολιτική αγωγή όπως το Επαρχιακό Δικαστήριο εξετάσει, έστω και έμμεσα, θέματα τα οποία άπτονται της νομιμότητας της διοικητικής λειτουργίας ή που αποσκοπούν στο να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ο τρόπος με τον οποίο λειτούργησε η διοίκηση οδήγησε τελικά σε παράνομες διοικητικές αποφάσεις ή παραλείψεις ή να «αναθεωρήσει» τη νομιμότητα των εν λόγω αποφάσεων ή παραλείψεων, νομιμότητα η οποία συνιστά πλέον αδιαμφισβήτητο πραγματικό γεγονός, είναι κάτι που δεν μπορεί να επιτραπεί εφόσον θα οδηγήσει το Επαρχιακό Δικαστήριο εκτός των ορίων της νόμιμης εξουσίας και δικαιοδοσίας του. Τα πιο πάνω θεωρώ είναι αρκετά για να σφραγίσουν από αυτό το στάδιο την τύχη των αξιώσεων του ενάγοντα υπ. αρ. 1, 2, 4, 5, 6, 7, 8, 9 και 10 του κλητηρίου εντάλματος για γενικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις και της υπ. αρ.1 αξίωσης στην Ε/Α για ειδικές αποζημιώσεις καθώς επίσης και όλων των σχετικών με τις αξιώσεις αυτές ισχυρισμών που προβάλλονται στα δικόγραφα του τελευταίου. Προχωρώ τώρα να εξετάσω τον πυρήνα της αγωγής υπό στοιχείο Β ανωτέρω, ήτοι ότι παραβιάστηκαν οι ελάχιστες συνθήκες υποδοχής του ενάγοντα ως αιτητή ασύλου στη Δημοκρατία (αξίωση υπ. αρ.3 κλητηρίου). Αντιλαμβάνομαι ότι η συγκεκριμένη αξίωση αφορά στον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι οι συνθήκες διαβίωσης του ως αιτητής ασύλου ήταν «.εξαιρετικά δύσκολες, χωρίς εργασία και εισόδημα για μακρύ και απεριόριστο χρονικό διάστημα.» και συγκεκριμένα ότι «.οι αρχές δεν παρείχαν.πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματα του. δεν ενημέρωσαν (ότι).είχε δικαίωμα σε δωρεά ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.(και).δεν έλαβε κανένα επίδομα κατά τη διάρκεια της σύντομης προσωρινής διαμονής του στην Κύπρο». Με εξαίρεση όμως τον ισχυρισμό για μη λήψη κάποιου επιδόματος ως αιτητής ασύλου, κανένας από τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του ενάγοντα δεν προβάλλεται στην Ε/Α να σχετίζεται με οποιοδήποτε τρόπο με τις προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου ώστε να συνδέεται με κάποιας μορφής πραγματική παραβίαση των δικαιωμάτων του. Κανένας ισχυρισμός δεν δικογραφείται περί ανάγκης του ενάγοντα να λαμβάνει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη η οποία δεν του δόθηκε και κανένας ισχυρισμός δεν δικογραφείται ως προς το ότι ο ενάγοντας επηρεάστηκε με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς σε σχέση με την αίτηση του από τον τρόπο με τον οποίο του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του. Το παράπονο του ενάγοντα άλλωστε δεν είναι ότι δεν του δόθηκε η ευκαιρία να προωθήσει επαρκώς την αίτηση του για άσυλο αλλά ο τρόπος με τον οποίο εξέτασε την αίτηση του η Δημοκρατία. Η ενασχόληση συνεπώς με αυτούς τους ισχυρισμούς του ενάγοντα κατά την ακρόαση δεν θα συνιστούσε τίποτε άλλο παρά μια καθαρά ακαδημαϊκή συζήτηση η οποία δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό. Ο ισχυρισμός όμως του ενάγοντα περί μη χορήγησης σε αυτόν του επιδόματος που δικαιούτο ως αιτητής ασύλου, αφορά στην ύπαρξη κάποιου συγκεκριμένου δικαιώματος, η μη χορήγηση του οποίου ενδέχεται να συνιστά θέμα που μπορεί να του επιληφθεί το Επαρχιακό Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Αυτό γιατί το συγκεκριμένο δικαίωμα αφορά σε χρηματικά συμφέροντα και η επί του προκειμένου γενική θέση της Δημοκρατίας ότι «εκπλήρωσε όλες τις υποχρεώσεις της σε σχέση με τον ενάγοντα», αφήνει να νοηθεί ότι ενδεχομένως η περίπτωση να συνιστά περίπτωση χρηματικής διαφοράς την οποία έχει δικαιοδοσία να επιλύσει το Επαρχιακό Δικαστήριο. Βεβαίως, αν ήθελε φανεί ότι η αληθινή φύση αυτής της διαφοράς αφορά στο νομικό δικαίωμα ή μη του ενάγοντα και αντίστοιχα, τη νομική υποχρέωση ή μη της Δημοκρατίας για καταβολή τέτοιου επιδόματος, το Επαρχιακό Δικαστήριο θα στερείται δικαιοδοσίας να το αποφασίσει (βλ. μεταξύ άλλων ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ 1. ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, 2. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ, v. ΜΑΡΙΑΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ κ.α.
(2003)3 Α.Α.Δ 87). Συνεπώς, μόνο κατόπιν πλήρους ακρόασης θα μπορέσει να εξεταστεί και να αποφασιστεί το συγκεκριμένο επίδικο θέμα όπως και τα δικαιοδοτικά ζητήματα που το περιβάλλουν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους λοιπόν, στο βαθμό που η παρούσα αγωγή αφορά στις αξιώσεις υπ. αρ. 1, 2, 4, 5, 6, 7, 8, 9 και 10 του κλητηρίου εντάλματος για γενικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις και της υπ. αρ.1 αξίωσης στην Ε/Α για ειδικές αποζημιώσεις, αυτή απορρίπτεται λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Στο βαθμό όμως που η αγωγή αφορά στο επίδικο θέμα του κατά πόσο ο ενάγοντας έλαβε επίδομα ως αιτητής ασύλου κατά την περίοδο Ιουνίου 2006 που υπέβαλε τη σχετική αίτηση μέχρι τον Ιανουάριο 2007 που αποφάσισε να εγκαταλείψει την Κύπρο και να αιτηθεί πολιτικό άσυλο στο Η.Β, εφόσον το Επαρχιακό Δικαστήριο κρίνεται προς το παρόν ότι έχει δικαιοδοσία να εξετάσει το συγκεκριμένο θέμα, η υπόθεση θα προχωρήσει σε ακρόαση μόνο για το θέμα αυτό. Λαμβανομένου tτώρα υπόψη ότι είναι εκ της δικογραφίας παραδεκτό ότι ο ενάγοντας υπέβαλε αίτηση ασύλου τον Ιούνιο του 2006 και ότι τον Ιανουάριο 2007 εγκατέλειψε την Κύπρο και ότι το δικαίωμα του σε σχετικό επίδομα, αν υπάρχει, προκύπτει από συγκεκριμένες νομοθετικές πρόνοιες, το συγκεκριμένο επίδικο θέμα εύκολα μπορεί να εξεταστεί και να αποφασιστεί χωρίς να παρίσταται ανάγκη προσκόμισης ιδιαίτερης μαρτυρίας από τις δύο πλευρές. Είτε το επίδομα δόθηκε οπόταν και θα υπάρχουν οι σχετικές αποδείξεις, είτε δεν δόθηκε οπόταν και θα πρέπει να εξεταστεί το γιατί. Και στις δύο περιπτώσεις το σχετικό βάρος απόδειξης είναι στους ώμους της Δημοκρατίας εφόσον η επί του προκειμένου θέση της είναι ότι «εκπλήρωσε όλες τις υποχρεώσεις της σε σχέση με τον ενάγοντα». Πρώτη λοιπόν είναι η Δημοκρατία που θα πρέπει να προσκομίσει μαρτυρία κατά την ακρόαση σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα οπόταν και θα προχωρήσω να ακούσω τους συνηγόρους για το πότε δύναται να προγραμματιστεί η υπόθεση για το σκοπό αυτό. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, λαμβανομένου υπόψη ότι η υπόθεση τελικά θα προχωρήσει σε ακρόαση έστω και για ένα μόνο επίδικο θέμα και την ίδια στιγμή ότι η προδικαστική ένσταση της Δημοκρατίας πέτυχε μερικώς, κρίνω ορθό και δίκαιο να διατάξω όπως τα έξοδα που έχουν προκύψει από τις 22/11/19 μέχρι και σήμερα να είναι έξοδα στην πορεία της αγωγής, σε καμία όμως περίπτωση εναντίον της εναγομένης και εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.